Ψαλμός 16
Προσευχὴ τοῦ Δαυΐδ.
Κολιτσάρα
Θερμὴ δέησις τοῦ Δαυΐδ διὰ τὴν σωτηρίαν του ἀπὸ ἐχθρούς.
Τρεμπέλα
Προσευχή τοῦ Δαβίδ.
Ψαλμ. 16,1
Εἰσάκουσον, Κύριε, τῆς δικαιοσύνης μου, πρόσχες τῇ δεήσει μου, ἐνώτισαι τὴν προσευχήν μου οὐκ ἐν χείλεσι δολίοις.
Κολιτσάρα
Κάμε δεκτήν, Κύριε, τὴν δικαίαν αἴτησιν τῆς προσευχῆς μου· δῶσε προσοχὴν εἰς τὴν δέησίν μου, μὲ ὦτα εὐμενῆ ἄκουσε τὴν προσευχήν μου, τὴν ὁποίαν ἐγὼ τώρα ἀπευθύνω πρὸς σὲ μὲ χείλη ἄδολα καὶ εἰλικρινῆ.
Τρεμπέλα
Εἰσάκουσον, Κύριε, τὸ δίκαιον αἴτημά μου. Εὐδόκησον να προσέξῃς τὴν παράκλησιν καὶ ἱκεσίαν μου. Ἄκουσον μὲ ὦτα εὐμενῆ τὴν προσευχήν, τὴν ὁποίαν σοῦ ἀπευθύνω μὲ χείλη εἰλικρινῆ καὶ ἐλεύθερα ἀπὸ δόλον.
Ψαλμ. 16,2
ἐκ προσώπου σου τὸ κρίμα μου ἐξέλθοι, οἱ ὀφθαλμοί μου ἰδέτωσαν εὐθύτητας.
Κολιτσάρα
Ἀπὸ σὲ προσωπικῶς ποθῶ καὶ παρακαλῶ νὰ ἐκδοθῇ ἡ δικαία ἀπόφασις ὑπὲρ ἐμοῦ καὶ ἔτσι τὰ μάτια μου νὰ ἰδοῦν τὴν ἐπικράτησιν τῶν δικαίων ἀποφάσεών σου.
Τρεμπέλα
Ἡ περὶ ἑμοῦ κρίσις καὶ ἀπόφασις ἂς ἐξέλθῃ καὶ ἂς ἐκδοθῇ αὐτοπροσώπως ἀπὸ σέ, ποὺ κρίνεις δικαίως καὶ εὐθέως. Οἱ ὄψθαλμοί μου, οἱ ὁποῖοι ματαίως ἀναζητοῦν τὸ δίκαιον καὶ ὀρθὸν ἐπὶ τῆς γῆς, ἂς ἴδουν τὴν ἐπικράτησιν τῶν ἀπροσωπολήπτων καὶ δικαίων ἀποφάσεών σου.
Ψαλμ. 16,3
ἐδοκίμασας τὴν καρδίαν μου, ἐπεσκέψω νυκτός· ἐπύρωσάς με, καὶ οὐχ εὑρέθη ἐν ἐμοὶ ἀδικία.
Κολιτσάρα
Ἐξήτασας τὰ βάθη τῆς καρδίας μου, ὅταν μὲ ἐπεσκέφθης κατὰ τὰς νυκτερινὰς ὥρας τῆς αὐτοεξετάσεώς μου. Ὡσὰν χρυσὸν εἰς τὸ χωνευτήριον μὲ ὑπέβαλες εἰς τὸ πῦρ τῶν δοκιμασιῶν καὶ εἰς ὅλα αὐτὰ δὲν εὑρέθη μέσα μου καμμία ἀδικία ἐναντίον οὐδενός.
Τρεμπέλα
Ἐρεύνησες καὶ ἐξήτασες τὰ βάθη τῆς καρδίας μου. Μὲ ἐπεσκέφθης κατὰ τὴν νύκτα, ὅτε καταμόνος καὶ ἐν ἡσυχίᾳ συνεκέντρωνα τὸν νοῦν εἰς τὰς ἀδικίας καὶ τὰς ἐπιβουλὰς τῶν ἐχθρῶν μου καὶ εἰς τὸν σάλον τῶν περιπετειῶν καὶ κινδύνων μου. Μὲ ἀφῆκες εἰς τὸ πῦρ τῶν δοκιμασιῶν καὶ τῶν βασανιστικῶν τούτων σκέψεων ὡς εἰς ἄλλο χωνευτήριον νὰ δοκιμασθῶ, καὶ δὲν εὑρέθη μέσα μου σκέψις ἄδικος καὶ ἐμπαθής.
Ψαλμ. 16,4
ὅπως ἂν μὴ λαλήσῃ τὸ στόμα μου τὰ ἔργα τῶν ἀνθρώπων, διὰ τοὺς λόγους τῶν χειλέων σου ἐγὼ ἐφύλαξα ὁδοὺς σκληράς.
Κολιτσάρα
Διὰ νὰ μὴ λαλῇ τὸ στόμα μου τίποτε σχετικὸν μὲ τὰ πονηρὰ ἔργα τῶν ἀνθρώπων καὶ διὰ νὰ τηρῶ τοὺς λόγους καὶ τὰ παραγγέλματα τοῦ στόματός σου, Κύριε, ἐγὼ ἐβάδισα τὰς δυσκόλους καὶ πλήρεις ταλαιπωρίας ὁδοὺς τοῦ θείου σου θελήματος.
Τρεμπέλα
Ἐπὶ τῷ σκοπῷ δὲ τοῦ να μὴ δοκιμάσω διὰ τοῦ στόματός μου τὰ πονηρὰ ἔργα τῶν ἀνθρώπων καὶ διὰ νὰ συμμορφοῦμαι πρὸς τοὺς λόγους καὶ τὰ παραγγέλματα τῶν χειλέων σου, Κύριε, ἐγὼ ἐφύλαξα τὰς δυσκόλους καὶ τραχείας ὁδοὺς τοῦ καθήκοντος.
Ψαλμ. 16,5
κατάρτισαι τὰ διαβήματά μου ἐν ταῖς τρίβοις σου, ἵνα μὴ σαλευθῶσι τὰ διαβήματά μου.
Κολιτσάρα
Καθοδήγησε καὶ προσάρμοσε πλήρως τὰ βήματα τῆς ζωῆς μου εἰς τοὺς δρόμους τῶν ἐντολῶν σου, διὰ νὰ μὴ κλονισθοῦν ποτὲ αἱ πορεῖαι μου.
Τρεμπέλα
Συμμόρφωσε πλήρως τὸν βίον μου καὶ τὴν διαγωγήν μου, ὥστε νὰ βαδίζω πάντοτε εἰς τὰς ὁδοὺς τῶν ἐντολῶν σου, διὰ νὰ μὴ κλονισθοῦν ποτὲ οἱ πόδες μου καὶ ὀλισθήσω μακρὰν τοῦ θελήματός σου.
Ψαλμ. 16,6
ἐγὼ ἐκέκραξα, ὅτι ἐπήκουσάς μου, ὁ Θεός· κλῖνον τὸ οὖς σου ἐμοὶ καὶ εἰσάκουσον τῶν ῥημάτων μου.
Κολιτσάρα
Ἐγὼ φωνάζω τώρα πρὸς σέ, Κύριε, διότι εἶμαι βέβαιος ὅτι μὲ ἔχεις ἀκούσει καὶ μὲ ἀκούεις. Κλῖνε, λοιπόν, τὸ αὐτί σου εὐμενὲς εἰς τὴν φωνήν μου καὶ ἄκουσε τὰ λόγια τῶν προσευχῶν μου.
Τρεμπέλα
Ἐγὼ μὲ πόθον πολὺν καὶ πίστιν ἀκλόνητον ἐφώναζα καὶ σὲ ἐπεκαλέσθην, διότι πάντοτε εἰς τὸ παρελθὸν ἐπήκουσας, ὦ Θεέ, τὴν προσευχήν μου. Σκύψε ἀπὸ τὸ ὕψος τοῦ οὐρανοῦ τὸ οὖς σου πρὸς ἐμὲ καὶ ἄκουσε τοὺς λόγους τῆς δεήσεώς μου, τὴν ὁποίαν ἀπὸ τὰ βάθη τῆς γῆς σου ἀναπέμπω.
Ψαλμ. 16,7
θαυμάστωσον τὰ ἐλέη σου, ὁ σῴζων τοὺς ἐλπίζοντας ἐπὶ σὲ ἐκ τῶν ἀνθεστηκότων τῇ δεξιᾷ σου.
Κολιτσάρα
Φανέρωσέ μου κατὰ ἕνα τρόπον θαυμαστὸν τὸ ἔλεός σου πρὸς ἐμέ, σὺ ὁ ὁποῖος τοὺς ἐλπίζοντας εἰς σὲ τοὺς σώζεις ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς σου, ἀπὸ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἀντιτάσσονται εἰς τὴν παντοδύναμον δεξιάν σου.
Τρεμπέλα
Φανέρωσε κατὰ τρόπον θαυμαστὸν τὰ ἐλέη σου καὶ πάλιν, σὺ ποὺ πάντοτε σώζεις τοὺς ἐλπίζοντας εἰς σὲ ἀπὸ τὰς ἐπιβουλὰς καὶ τὰς καταδιώξεις τῶν ἀνθισταμένων εἰς τὴν πανίσχυρον δεξιάν σου.
Ψαλμ. 16,8
φύλαξόν με ὡς κόρην ὀφθαλμοῦ· ἐν σκέπῃ τῶν πτερύγων σου σκεπάσεις με
Κολιτσάρα
Φύλαξέ με ὡς κόρην ὀφθαλμοῦ, σκέπασέ με κάτω ἀπὸ τὴν ἀκατανίκητον προστασίαν τῶν πτερύγων σου, ὅπως ἡ ὄρνις σκεπάζει τοὺς νεοσσούς της.
Τρεμπέλα
Προφύλαξέ με σὰν κόρην ὀφθαλμοῦ· περιφρούρησέ με, ὅπως οἱ ἄνθρωποι φυλάττουν τὰ μάτια των ἢ ὅ,τι προσφιλὲς καὶ πολύτιμον ἔχουν. Σκέπασέ με ὑπὸ τὴν σκέπην τῆς κραταιᾶς σου δυνάμεως καὶ προστασίας, ὅπως σκεπάζει ἡ ὄρνιθα τὰ μικρὰ πουλιά της, κρύπτουσα αὐτὰ ἀπὸ τὸν προσεγγίζοντα ἐπίβουλον τῆς ζωῆς των.
Ψαλμ. 16,9
ἀπὸ προσώπου ἀσεβῶν τῶν ταλαιπωρησάντων με. οἱ ἐχθροί μου τὴν ψυχήν μου περιέσχον·
Κολιτσάρα
Διαφύλαξέ με ἀπὸ τοὺς ἀσεβεῖς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἕως τώρα μὲ ἔχουν ταλαιπωρήσει. Αὐτοὶ οἱ ἐχθροί μου, Κύριε, μὲ περιεκύκλωσαν ἀπὸ ὅλα τὰ σημεῖα καὶ ἀπειλοῦν τὴν ζωήν μου.
Τρεμπέλα
Οὕτω καὶ σύ, Κύριε, προστάτευσέ με ἀπὸ τὰ πρόσωπα τῶν ἀσεβῶν, ποὺ μὲ ἐταλαιπώρησαν καὶ μὲ ἐβασάνισαν. Ἰδοὺ οἱ ἐχθροί μου μὲ ἐκύκλωσαν δι’ ἐπιβουλῶν καὶ ἐνεδρῶν, τὰς ὁποίας μοῦ ἔχουν στήσει παντοῦ ὅπου καὶ ἂν στραφῶ.
Ψαλμ. 16,10
τὸ στέαρ αὐτῶν συνέκλεισαν, τὸ στόμα αὐτῶν ἐλάλησεν ὑπερηφανίαν.
Κολιτσάρα
Ἔκλεισαν τελείως τὰ σπλάγχνα των καὶ ἔγινε σκληρὰ ἡ καρδία τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν ἀπέναντί μου. Τὸ στόμα αὐτῶν ἐλάλησε λόγους ἀλαζονικοὺς καὶ θρασεῖς ἐναντίον μου.
Τρεμπέλα
Ἐκλείσθη ἀπὸ πάχος ἀναισθησίας ὁλόκληρος ἡ καρδία των καὶ ἐγένετο σκληρά. Τὸ στόμα των ἐλάλησε λόγους θρασεῖς καὶ ὑπερηφάνους.
Ψαλμ. 16,11
ἐκβαλόντες με νυνὶ περιεκύκλωσάν με, τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτῶν ἔθεντο ἐκκλῖναι ἐν τῇ γῇ.
Κολιτσάρα
Ἀφοῦ μὲ ἔβγαλαν ἔξω καὶ μὲ ἐδίωξαν ἀπὸ τὴν πατρίδα μου, μὲ περιεκύκλωσαν μὲ μοχθηρίαν καὶ ἔστρεψαν ὁλόγυρά των τὰ βλέμματά των μὲ φονικὴν διάθεσιν ἐναντίον μου πῶς θὰ μὲ ξαπλώσουν νεκρὸν κάτω εἰς τὴν γῆν.
Τρεμπέλα
Ἀφοῦ μὲ ἔβγαλαν ἔξω καὶ μὲ ἀπεδίωξαν ἀπὸ τὴν πατρίδα καὶ τὸν οἶκον μου, μὲ περιεκύκλωσαν. Πρὸς ἓν καὶ μόνον σημεῖον ἔστρεψαν τοὺς ὀφθαλμούς των καὶ ὅλην τῶν τὴν προσοχήν, πῶς να μὲ ἑξαπλώσουν κατὰ γῆς καὶ ἐντὸς αὐτῆς να μὲ θάψουν.
Ψαλμ. 16,12
ὑπέλαβόν με ὡσεὶ λέων ἕτοιμος εἰς θήραν καὶ ὡσεὶ σκύμνος οἰκῶν ἐν ἀποκρύφοις.
Κολιτσάρα
Μὲ ἐθεώρησαν καὶ μὲ ἀντίκρυσαν, ὅπως ὁ λέων ἀντικρύζει τὸ θῦμα του καὶ εἶναι ἕτοιμος νὰ ἐπιτεθῇ ἐναντίον τοῦ θηράματός του· σὰν νεαρὸ ὀρμητικὸ ληοντάρι, ποὺ ἐνεδρεύει εἰς ἀποκρύφους τόπους, διὰ νὰ συλλάβῃ τὴν λείαν του.
Τρεμπέλα
Μὲ ἐξέλαβον ὡς λείαν καὶ ὡς θήραμα· μὲ ἀντίκρυσαν σὰν λέων ἑτοιμασμένος διὰ νὰ ἐφορμήσῃ πρὸς σύλληψιν τοῦ θηράματός του καὶ σὰν μικρὸν λεοντάριον ποὺ δὲν ἠσκήθη εἰς τὸ κυνήγιον καὶ δὲν ἐθάρρευσεν ἀκόμη, δι’ αὐτὸ δὲ κρύπτεται καὶ παραμονεύει, προκειμένου νὰ ἁρπάσῃ ἀσφαλῶς τὴν λείαν του.
Ψαλμ. 16,13
ἀνάστηθι, Κύριε, πρόφθασον αὐτοὺς καὶ ὑποσκέλισον αὐτούς, ῥῦσαι τὴν ψυχήν μου ἀπὸ ἀσεβοῦς, ῥομφαίαν σου ἀπὸ ἐχθρῶν τῆς χειρός σου.
Κολιτσάρα
Σήκω ἐπάνω, Κύριε, καὶ πρόφθασέ τους, πρὶν μὲ θανατώσουν. Βάλε τους τρικλοποδιά, ρίξε τους κάτω εἰς τὸ χῶμα καὶ γλύτωσε τὴν ζωήν μου ἀπὸ τὸν ἀσεβῆ ἀρχηγόν των, τὸν Σαούλ. Πάρε εἰς τὸ χέρι σου τὴν ρομφαίαν ἐναντίον τῶν ἐχθρῶν, ποὺ ἀνθίστανται εἰς σέ.
Τρεμπέλα
Ἀρκετὰ ἐμακροθύμησας, Κύριε σήκω ἐπάνω καὶ κατάφθασέ τους προτοῦ μὲ θανατώσουν· πεδίκλωσε τους καὶ ἀνάτρεψέ τους. Γλύτωσε ἀπὸ τὸν ἀσεβῆ τὴν ψυχήν μου. Γλύτωσέ την ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς, διότι αὐτὴ εἶναι ρομφαῖα καὶ ὅπλον τῆς χειρός σου, ἀντιτασσομένη διὰ τῆς βοηθείας σου κατὰ παντὸς ἀσεβοῦς καὶ μισοῦντος τὸν νόμον σου.
Ψαλμ. 16,14
Κύριε, ἀπὸ ὀλίγων ἀπὸ γῆς διαμέρισον αὐτοὺς ἐν τῇ ζωῇ αὐτῶν, καὶ τῶν κεκρυμμένων σου ἐπλήσθη ἡ γαστὴρ αὐτῶν, ἐχορτάσθησαν υἱῶν, καὶ ἀφῆκαν τὰ κατάλοιπα τοῖς νηπίοις αὐτῶν.
ἔτερη γραφή
Κύριε, ἀπὸ ὀλίγων ἀπὸ γῆς διαμέρισον αὐτοὺς ἐν τῇ ζωῇ αὐτῶν, καὶ τῶν κεκρυμμένων σου ἐπλήσθη ἡ γαστὴρ αὐτῶν, ἐχορτάσθησαν ὑείων, καὶ ἀφῆκαν τὰ κατάλοιπα τοῖς νηπίοις αὐτῶν.
Κολιτσάρα
Ὦ, Κύριε, ἀπὸ τοὺς ὀλίγους εὐσεβεῖς ξεχώρισε καὶ ἀπομάκρυνε τὸ πλῆθος τῶν ἀσεβῶν. Διασκόρπισέ τοὺς εἰς τὴν γῆν, ἐνῷ εὑρίσκονται ἀκόμη εἰς τὴν παροῦσαν ζωήν. Ὑλόφρονες καὶ λαίμαργοι, καθὼς εἶναι, ἐγέμισαν τὴν κοιλίαν των δὲ ὅσα ἀγαθά, σὺ ἔχεις ἀποκρύψει εἰς τὰ βάθη τῆς γῆς καὶ τῆς θαλάσσης. Ἐχόρτασαν ἀπὸ χοιρινὰ ἀπαγορευμένα κρέατα καὶ ἀφοῦ οἱ ἴδιοι ἔφαγαν καὶ ἔπιαν καὶ ἐχρρτάσθησαν, ἀφῆκαν τὰ ὑπολείμματα τοῦ συμποσίου των εἰς τὰ νήπιά των.
Τρεμπέλα
Ὦ Κύριε, χώρισε τὸ πλῆθος τῶν ἀσεβῶν ἀπὸ τοὺς ὀλίγους ἐκλεκτούς σου. Ἀποχώρισε αὐτοὺς ἀπὸ τὴν γῆν, ἤδη ἀπὸ τῆς παρούσης τῶν ζωῆς. Δὲν ἀπήλαυσαν μόνον τὰ κοινὰ ἀγαθά, μὲ τὰ ὁποῖα τρέφονται ὅλοι. Ἀλλ’ ἐγέμισεν ἡ κοιλία των καὶ μὲ ὅσα ἔχεις ἀποκρύψει εἰς τὰ βάθη τῆς γῆς καὶ τῆς θαλάσσης, τῶν ὁποίων τοὺς θησαυροὺς ἐξέχωσαν καὶ ἀνείλκυσαν. Ἀπέκτησαν ἀπογόνους πολλοὺς καὶ ἐχόρτασαν τὰ μάτια των ἀπὸ τὸ νὰ βλέπουν πλῆθος υἱῶν (Ὑπάρχει καὶ ἡ διάφορος γραφή: «ὑείων» = «χοιρινῶν κρεάτων», ἅτινα κατὰ τὸν νόμον ἀπηγορεύοντο ὡς ἀκάθαρτα καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ τρώγωνται). Καὶ ἀφοῦ οἱ ἴδιοι ἔφαγον καὶ ἔπιον καὶ ἐθησαύρισαν, ἀφῆκαν τὰ ὑπολείμματα τοῦ πλούτου των εἰς τὰ νήπιά των.
Ψαλμ. 16,15
ἐγὼ δὲ ἐν δικαιοσύνῃ ὀφθήσομαι τῷ προσώπῳ σου, χορτασθήσομαι ἐν τῷ ὀφθῆναί μοι τὴν δόξαν σου.
Κολιτσάρα
Ἐγὼ ὅμως θὰ ἐργασθῶ τὴν ἀρετὴν καὶ μὲ αὐτὴν θὰ ἀξιωθῶ τῆς χαρᾶς νὰ ἴδω τὸ πρόσωπόν σου, θὰ χορτάσῃ ἡ ψυχή μου, ὅταν θὰ βλέπω, Κύριε, τὴν δόξαν σου.
Τρεμπέλα
Ἰδικός μου ὅμως πλοῦτος εἶναι ἡ ἀρετή. Καὶ μὲ αὐτὴν θὰ παρουσιασθῶ καὶ θὰ ἐμψανισθῶ ἐμπρός σου, θὰ χορτασθῶ δὲ τότε, ὅταν ἀπαύστως θὰ βλέπω καὶ ἀκορέστως θὰ ἀπολαμβάνω τὴν δόξαν τοῦ θείου προσώπου σου.