Ψαλμός 3
Ψαλμὸς τῷ Δαυΐδ, ὁπότε ἀπεδίδρασκεν ἀπὸ προσώπου Ἀβεσσαλὼμ τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ.
Κολιτσάρα
Ψαλμὸς συντεθεὶς ἀπὸ τὸν Δαυΐδ, ὅταν ὡς δραπέτης ἔφευγε, διὰ νὰ σωθῇ ἀπὸ τὴν πατροκτόνον ὀργὴν τοῦ υἱοῦ του Ἀββεσσαλώμ.
Τρεμπέλα
Ψαλμὸς τοῦ Δαβίδ, ὅταν ἔφευγε κρυφὰ ἀπὸ τὴν Ἱερουσαλήμ, τότε ποὺ τὸν κατεδίωκε ὁ υἱὸς του Ἀβεσσαλώμ.
Ψαλμ. 3,2
Κύριε, τί ἐπληθύνθησαν οἱ θλίβοντές με; πολλοὶ ἐπανίστανται ἐπ’ ἐμέ·
Κολιτσάρα
Κύριε, εἰς πόσον ἀμέτρητον πλῆθος ἔχουν αὐξηθῇ οἱ ἐχθροί, ποὺ μὲ καταθλίβουν! Πολλοὶ ἔχουν ἐξεγερθῆ καὶ ἐπαναστατήσει ἐναντίον μου.
Τρεμπέλα
Κύριε, εἰς πόσον μέγα καὶ δυσεξάριθμητον πλῆθος ηὐξήθησαν οἱ ἐχθροὶ ποὺ μὲ θλίβουν! Πολλοὶ ἐπανεστάτησαν κατ’ ἐμοῦ καὶ μὲ πολεμοῦν.
Ψαλμ. 3,3
πολλοὶ λέγουσι τῇ ψυχῇ μου· οὐκ ἔστι σωτηρία αὐτῷ ἐν τῷ Θεῷ αὐτοῦ. (διάψαλμα).
Κολιτσάρα
Πολλοὶ εἶναι ἐκεῖνοι, ποὺ ἐπιβουλεύονται τὴν ζωήν μου καὶ λέγουν· «Δὲν ὑπάρχει πλέον δι’ αὐτὸν καμμία σωτηρία ἐκ μέρους τοῦ Θεοῦ του».
Τρεμπέλα
Πολλοὶ λέγουν διὰ τὴν ψυχὴν καὶ τὴν ὕπαρξίν μου: Δὲν ὑπάρχει δι’ αὐτὸν σωτηρία, διότι ὁ Θεός του τὸν ἐγκατέλιπε καὶ ματαίως ἐλπίζει εἰς αὐτόν.
Ψαλμ. 3,4
σὺ δέ, Κύριε, ἀντιλήπτωρ μου εἶ, δόξα μου καὶ ὑψῶν τὴν κεφαλήν μου.
Κολιτσάρα
Σὺ ὅμως, Κύριε, εἶσαι ὁ βοηθὸς καὶ ὁ προστάτης μου. Σὺ εἶσαι ἡ ζωὴ καὶ ἡ δόξα μου, ποὺ θὰ μὲ δοξάσῃς πάλιν καὶ θὰ σηκώσῃς ὑψηλὰ τὸ κεφάλι μου, ἐνῷ τώρα τὸ κρατῶ σκυμμένο ἀπὸ τὴν ἐντροπήν.
Τρεμπέλα
Σὺ ὅμως, Κύριε, εἶσαι βοηθός μου καὶ προστάτης μου. Σὺ θὰ μὲ δοξάσῃς καὶ πάλιν καὶ θὰ σηκώσῃς ὑψηλὰ τὴν κεφαλήν μου, τὴν ὁποίαν τώρα ἐντροπιασμένος ἔχω σκυμμένην πρὸς τὰ κάτω.
Ψαλμ. 3,5
φωνῇ μου πρὸς Κύριον ἐκέκραξα, καὶ ἐπήκουσέ μου ἐξ ὄρους ἁγίου αὐτοῦ. (διάψαλμα).
Κολιτσάρα
Κατὰ τὸ παρελθὸν πολλὲς φορές, μὲ φωνὴν ἰσχυρὰν ἐφώναξα πρὸς τὸν Κύριον καὶ ἐζήτησα τὴν βοήθειάν του, καὶ ἐκεῖνος μὲ ἤκουσεν ἀπὸ τὸ ὄρος Σιών, ἀπὸ τὸ ἅγιον αὐτοῦ κατοικητήριον.
Τρεμπέλα
Πολλὰς εἰς τὸ παρελθὸν φορὰς μὲ φωνὴν ἰσχυρὰν ἐφώναξα πρὸς τὸν Κύριον ζητῶν τὴν βοήθειάν του καὶ μὲ ἤκουσεν ἀπὸ τὸ ὄρος Σιών, ὅπου φυλάσσεται ἡ κιβωτὸς τῆς Διαθήκης του καὶ ἔγινε δι’αὐτὰ ἅγιον κατοικητήριόν του.
Ψαλμ. 3,6
ἐγὼ δὲ ἐκοιμήθην καὶ ὕπνωσα· ἐξηγέρθην, ὅτι Κύριος ἀντιλήψεταί μου.
Κολιτσάρα
Διὰ τοῦτο καὶ τώρα, βέβαιος ὅτι ὁ Κύριος θὰ εἰσακούσῃ τὴν προσευχήν μου, ἐκοιμήθην, ἔπεσα εἰς ἤρεμον καὶ ἀναπαυτικὸν ὕπνον. Ἐσηκώθηκα ἀπὸ τὸν ὕπνον εἰρηνικὸς καὶ αἰσιόδοξος, διότι ὁ Κύριος θὰ μὲ βοηθήσῃ ἀσφαλῶς καὶ θὰ μὲ προστατεύσῃ.
Τρεμπέλα
Ὡς ἐκ τούτου καὶ εἰς τὰς δυσκόλους αὐτὰς τοῦ παρόντος στιγμὰς δὲν ἔχασα τὸ θάρρος καὶ τὴν εἰρήνην μου, ἀλλὰ μολονότι μὲ ἔχουν κυκλώσει τόσοι ἐχθροί, ἐκοιμήθην κατὰ τὴν νύκτα ἥσυχος καὶ ἔπεσα εἰς ὕπνον ἤρεμον καὶ βαθύν. Ἐσηκώθην δὲ τὸ πρωῒ γεμᾶτος θάρρος καὶ ἐλπίδα, διότι ὁ Κύριος θὰ μὲ βοηθήσῃ καὶ θὰ μὲ προστατεύσῃ.
Ψαλμ. 3,7
οὐ φοβηθήσομαι ἀπὸ μυριάδων λαοῦ τῶν κύκλῳ συνεπιτιθεμένων μοι.
Κολιτσάρα
Δὲν θὰ φοβηθῶ ἀπὸ ἀναρίθμητα πλήθη ἐχθρικοῦ λαοῦ, ποὺ μὲ ἔχουν περικυκλώσει ἀπὸ ὅλα τὰ σημεῖα καὶ ἐπιτίθενται ὅλοι μαζῆ ἐναντίον μου.
Τρεμπέλα
Ὄχι· δὲν θὰ φοβηθῶ ἀπὸ ἀναρίθμητα πλήθη λαοῦ, ποὺ μὲ ἔχουν κυκλώσει, καὶ ἀπὸ πᾶσαν διεύθυνσιν ἐπιτίθενται ὅλοι μαζὶ κατ’ ἐμοῦ.
Ψαλμ. 3,8
ἀνάστα, Κύριε, σῶσόν με, ὁ Θεός μου, ὅτι σὺ ἐπάταξας πάντας τοὺς ἐχθραίνοντάς μοι ματαίως, ὀδόντας ἁμαρτωλῶν συνέτριψας.
Κολιτσάρα
Σήκω ἐπάνω, Κύριε, σῶσε με ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς μου, σὺ ὁ Θεός μου. Διότι εἶμαι βέβαιος πλέον ὅτι ἔχεις συντρίψει ὅλους αὐτούς, ποὺ μὲ ἐχθρεύονται χωρὶς λόγον καὶ αἰτίαν. Θεωρῶ ὡς τετελεσμένον γεγονός, ὅτι συνέτριψες τὰ δόντια τῶν ἁμαρτωλῶν, ποὺ ὡσὰν ἄγρια θηρία ἔρχονται νὰ μὲ κατασπαράξουν
Τρεμπέλα
Σήκω ἐπάνω, Κύριε, καὶ σπεῦσον κατὰ τῶν ἐχθρῶν μου. Σῶσέ με, ὦ Θεέ μου· διότι εἶμαι βέβαιος ὅτι Σὺ θὰ πατάξῃς ὅλους αὐτοὺς ποὺ μὲ ἐχθρεύονται χωρὶς λόγον καὶ αἰτίαν. Σὺ θὰ συντρίψῃς τὰ δόντια τῶν ἁμαρτωλῶν, ποὺ ὡς θηρία ἄγρια ἔρχονται νὰ μὲ κατασπαράξουν καὶ μὲ καταφάγουν.
Ψαλμ. 3,9
τοῦ Κυρίου ἡ σωτηρία, καὶ ἐπὶ τὸν λαόν σου ἡ εὐλογία σου.
Κολιτσάρα
Ἀπὸ σὲ λοιπὸν τὸν Κύριον περιμένω τὴν σωτηρίαν μου, ἡ δὲ εὐλογία σου θὰ σταλῇ ἐπάνω εἰς τὸν λαόν, ποὺ εἶναι ἰδικός σου.
Τρεμπέλα
Ἀπὸ τὸν Κύριον θὰ μοῦ δοθῇ ἡ σωτηρία, καὶ εἰς ἐκείνους, Κύριε, οἱ ὁποῖοι σὲ φοβοῦνται καὶ εἶναι ἰδικός σου λαός, θὰ ἔλθῃ ἡ εὐλογία σου.