Ψαλμός 68

Εἰς τὸ τέλος· ὑπὲρ τῶν ἀλλοιωθησομένων· τῷ Δαυΐδ.

ἔτερη γραφή

Εἰς τὸ τέλος· ὑπὲρ τῶν ἀλλοιωθησομένων· Ψαλμὸς τῷ Δαυΐδ.

Κολιτσάρα

Χριστολογικός. Πολλά ἐκ τῶν ἀναγραφόμενων ἐν τῷ ψαλμῷ ἀναφέρονται προφητικῶς εἰς τὸν Χριστόν.

Τρεμπέλα

Στὸν πρωτοψάλτη· ψάλλεται ὅπως ὁ ὕμνος «τὰ κρίνα»· ψαλμὸς τοῦ Δαβίδ.

Ψαλμ. 68,2

Σῶσόν με, ὁ Θεός, ὅτι εἰσήλθοσαν ὕδατα ἕως ψυχῆς μου.

Κολιτσάρα

Σῶσε με, ὦ Θεέ μου. Τὰ κύματα τῶν θλίψεων κατακλύζουν τὴν ψυχήν μου. Ἀπειλοῦν καὶ αὐτὴν ἀκόμη τὴν ζωήν μου.

Τρεμπέλα

Σῶσον με, ὦ Θεέ μου, διότι τὰ ἐκ τῶν κυμάτων τῆς θλίψεώς μου ὕδατα εἰσῆλθον μέχρις αὐτῆς τῆς ψυχῆ μου, διὰ νὰ τὴν πνίξουν.

Ψαλμ. 68,3

ἐνεπάγην εἰς ἰλὺν βυθοῦ, καὶ οὐκ ἔστιν ὑπόστασις· ἦλθον εἰς τὰ βάθη τῆς θαλάσσης καὶ καταιγὶς κατεπόντισέ με.

Κολιτσάρα

Ἔχω χωθῆ εἰς λάσπην βυθοῦ, κάτω ἀπὸ τὴν ὁποίαν δὲν ὑπάρχει στερεὸς πυθμήν. Ὁμοιάζω ὡς ἐὰν ἔχω βυθισθῆ εἰς τὰ βάθη τῆς θαλάσσης, ὡς ἐὰν φοβερὰ καταιγὶς μὲ κατεπόντισεν εἰς τὸ πέλαγος.

Τρεμπέλα

Ἐχώθην εἰς βαθὺν βοῦλκον καὶ δὲν ὑπάρχει ἐν αὐτῷ βάσις στερεά, ἕνεκα δὲ τούτου διαρκῶς φέρομαι πρὸς τὰ κάτω, κινδυνεύων νὰ ταφῶ εἰς αὐτόν. Ἦλθον εἰς τὰ βάθη τῆς θαλάσσης τῶν συμφορῶν καὶ πειρασμῶν, καὶ τὰ σφοδρὰ τῆς καταιγίδος κύματα μὲ κατεπόντισαν καὶ κινδυνεύω να πνιγῶ.

Ψαλμ. 68,4

ἐκοπίασα κράζων, ἐβραγχίασεν ὁ λάρυγξ μου, ἐξέλιπον οἱ ὀφθαλμοί μου ἀπὸ τοῦ ἐλπίζειν με ἐπὶ τὸν Θεόν μου.

Κολιτσάρα

Ἀπέκαμα νὰ φωνάζω πρὸς σὲ δυνατά. Ὁ λάρυγξ μου ἐβράχνιασε, τὰ μάτια μου, προσηλωμένα πρὸς σὲ τὸν Θεόν μου, ἔχασαν τὸ φῶς των, διότι ἔχασαν τὴν ἐλπίδα βοηθείας.

Τρεμπέλα

Ὁ κόπος του νὰ φωνάζω ζητῶν βοήθειαν μὲ κατέβαλεν· ἔγινε ξηρὸς καὶ βραχνὸς ὁ λάρυγξ μου, ἀπέκαμαν καὶ κινδυνεύουν νὰ σβήσουν οἱ ὀφθαλμοί μου προσηλωμένοι γεμᾶτοι ἐλπίδα πρὸς τὸν Θεόν, τοῦ ὁποίου ἡ βοήθεια ἀναβάλλεται καὶ βραδύνει νὰ μὲ ἐπισκεφθῇ.

Ψαλμ. 68,5

ἐπληθύνθησαν ὑπὲρ τὰς τρίχας τῆς κεφαλῆς μου οἱ μισοῦντές με δωρεάν, ἐκραταιώθησαν οἱ ἐχθροί μου οἱ ἐκδιώκοντές με ἀδίκως· ἃ οὐχ ἥρπαζον, τότε ἀπετίννυον.

Κολιτσάρα

Ἐκεῖνοι, ποὺ μὲ μισοῦν χωρὶς καμμίαν αἰτίαν καὶ ἀφορμήν, ἐπληθύνθησαν περισσότερον ἀπὸ τὰς τρίχας τῆς κεφαλῆς μου. Ἔγιναν πολὺ ἰσχυροὶ οἱ ἐχθροί μου· αὐτοί, οἱ ὁποῖοι μὲ καταδιώκουν ἀδίκως καὶ ἀδικαιολογήτως. Μὲ τὰς διαβολὰς καὶ τὰς συκοφαντίας των ἐπλήρωσα πράγματα, τὰ ὁποῖα ἐγὼ ποτὲ δὲν εἶχα ἁρπάσει.

Τρεμπέλα

Ἔγιναν περισσότεροι ἀπὸ τὰς τρίχας τῆς κεφαλῆς μου ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι χωρὶς λόγον καὶ αἰτίαν μὲ μισοῦν· ἔγιναν κραταιοὶ καὶ πανίσχυροι οἱ ἐχθροί μου, ποὺ μὲ καταδιώκουν ἀδίκως· μὲ τὰς συκοφαντίας καὶ τοὺς ἐκβιασμούς των ἐξηναγκαζόμην νὰ πληρώσω ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δὲν ἥρπασα, οὔτε ποτὲ κατεχράσθην, καὶ νὰ τιμωρηθῶ διὰ παρεκτροπάς, τὰς ὁποίας δὲν διέπραξα ποτέ.

Ψαλμ. 68,6

ὁ Θεός, σὺ ἔγνως τὴν ἀφροσύνην μου, καὶ αἱ πλημμέλειαί μου ἀπὸ σοῦ οὐκ ἀπεκρύβησαν.

Κολιτσάρα

Σύ, ὦ Θεέ μου, γνωρίζεις τὰς ἄλλας ἀπερισκεψίας μου. Καὶ τὰ πλημμελήματά μου δὲν εἶναι κρυμμένα ἀπὸ τὰ μάτια σου. Γνωρίζεις ὅμως ἐπίσης, ὅτι ποτὲ δὲν ἔχασα τὸν σεβασμόν μου πρὸς σέ.

Τρεμπέλα

Σύ, ὦ Θεέ, γνωρίζεις τὰς ἐκ τῆς ἀπερισκεψίας μου παρεκτροπάς, καὶ τὰ πλημμελήματά μου δὲν εἶναι κρυμμένα ἀπὸ σοῦ. Ἠξεύρεις, ὅτι οὐδέποτε ἀπέσεισα τὸν φόβον σου.

Ψαλμ. 68,7

μὴ αἰσχυνθείησαν ἐπ’ ἐμὲ οἱ ὑπομένοντές σε, Κύριε, Κύριε τῶν δυνάμεων, μὴ ἐντραπείησαν ἐπ’ ἐμὲ οἱ ζητοῦντές σε, ὁ Θεὸς τοῦ Ἰσραήλ,

ἔτερη γραφή

μὴ αἰσχυνθείησαν ἐπ’ ἐμὲ οἱ ὑπομένοντές σε, Κύριε, Κύριε τῶν δυνάμεων, μηδὲ ἐντραπείησον ἐπ’ ἐμὲ οἱ ζητοῦντές σε, ὁ Θεὸς τοῦ Ἰσραήλ,

Κολιτσάρα

Ἂς μὴ κατεντροπιασθοῦν ἐξ αἰτίας μου ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι μὲ μεγάλην ὑπομονὴν περιμένουν τὴν προστασίαν σου, ὦ Κύριε, Κύριε τῶν ἀγγελικῶν δυνάμεων τοῦ οὐρανοῦ. Ὅταν μὲ βλέπουν ἀβοήθητον καὶ ἐγκαταλελειμμένον, ἂς μὴ ἐντροπιασθοῦν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ζητοῦν βοήθειαν ἀπὸ σέ, ὦ Θεὲ τοῦ Ἰσραήλ.

Τρεμπέλα

Ἂς μὴ καταισχυνθοῦν δι’ ἐμὲ οἱ ἐν ὑπομονῇ καὶ καρτερία ἀναμένοντες τὴν προστασίαν σου, ὦ Κύριε, Κύριε τῶν ἐν οὐρανοῖς ἀγγελικῶν δυνάμεων. Ἀσφαλῶς δὲ θὰ καταισχυνθοῦν, ὅταν μὲ βλέπουν ἀβοήθητον καὶ ἐγκαταλελειμμένον ὑπὸ σοῦ. Καὶ ἂς μὴ ἐντροπιασθοῦν δι’ ἐμέ, αὐτοὶ ποὺ σὲ ζητοῦν, ὦ Θεὲ τοῦ Ἰσραήλ, χλευαζόμενοι ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς των μὲ τὸν ἰσχυρισμὸν ὅτι ἀφοῦ ἐμὲ ποὺ σὲ ζητῶ δὲν ἐπρόσεξες, οὔτε καὶ αὐτοὺς θὰ προσέξῃς.

Ψαλμ. 68,8

ὅτι ἕνεκά σου ὑπήνεγκα ὀνειδισμόν, ἐκάλυψεν ἐντροπὴ τὸ πρόσωπόν μου.

Κολιτσάρα

Μὴ μὲ ἐγκαταλείψῃς Κύριε, διότι ἐγὼ πρὸς χάριν σου ὑπομένω ἐμπαιγμοὺς καὶ ὕβρεις. Τὸ πρόσωπόν μου ἐπλημμύρισεν ἀπὸ ἐντροπήν, ἔγινε κατακόκκινον.

Τρεμπέλα

Μὴ μὲ παρίδῃς, Κύριε, διότι μὲ περιγελοῦν οἱ ἐχθροί μου, ἐπειδὴ ἠθέλησα νὰ ἀρέσω εἰς σέ, καὶ χάριν σου βαστάζω βαρύτατον ὀνειδισμόν· χάριν σοῦ, διότι ἠθέλησα νὰ μείνω πιστὸς εἰς τὸ θέλημά σου, ἐσκέπασεν ὁλόκληρον τὸ πρόσωπόν μου ἐντροπή.

Ψαλμ. 68,9

ἀπηλλοτριωμένος ἐγενήθην τοῖς ἀδελφοῖς μου καὶ ξένος τοῖς υἱοῖς τῆς μητρός μου,

Κολιτσάρα

Ξένος καὶ ἀγνώριστος κατήντησα μεταξὺ τῶν ἀδελφῶν μου. Ἄγνωστος καὶ ξένος καὶ εἰς αὐτοὺς ἀκόμη τοὺς ὁμομητρίους ἀδελφούς μου.

Τρεμπέλα

Κατήντησα νὰ εἶμαι σὰν ἄσχετος ὁλοτελῶς καὶ ἄγνωστος εἰς αὐτοὺς τοὺς ἀδελφούς μου καὶ ἐθεωρήθην ξένος ἀπὸ αὐτὰ τὰ παιδιὰ τῆς μητρός μου.

Ψαλμ. 68,10

ὅτι ὁ ζῆλος τοῦ οἴκου σου κατέφαγέ με, καὶ οἱ ὀνειδισμοὶ τῶν ὀνειδιζόντων σε ἐπέπεσον ἐπ’ ἐμέ.

Κολιτσάρα

Πάσχω δὲ ὅλα αὐτά, διότι ὁ φλογερὸς ζῆλος ὑπὲρ τοῦ ναοῦ σου ὡς πῦρ μὲ ἔχει καταφλέξει· Αἱ ἀναίσχυντοι ὕβρεις, αἱ ὁποῖαι ἐκτοξεύονται ἐναντίον σου ἀπὸ τοὺς ἀσεβεῖς ἀνθρώπους, πίπτουν ὅλαι βαρεῖαι ἐπάνω μου.

Τρεμπέλα

Καὶ πάσχω ὅλα αὐτὰ χάριν σοῦ· διότι ὁ ζῆλος, ποὺ ἔχω ὑπὲρ τοῦ ἱεροῦ οἴκου καὶ ναοῦ σου, σὰν ἄλλο πῦρ κατέφλεξε καὶ κατέφαγε τὸ ἐσωτερικόν μου· καὶ αἱ χυδαῖαι ὕβρεις καὶ οἱ ὀνειδισμοὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι σὲ ὀνειδίζουν, ἔπεσαν ὅλοι ἐπάνω μου.

Ψαλμ. 68,11

καὶ συνεκάλυψα ἐν νηστείᾳ τὴν ψυχήν μου, καὶ ἐγενήθη εἰς ὀνειδισμοὺς ἐμοί·

Κολιτσάρα

Διὰ τὴν ἀσέβειάν των αὐτὴν ἐπόνεσα βαθύτατα. Ἐταπείνωσα μὲ ἀσιτίαν τὴν ζωήν μου καὶ ἀντὶ τὸ πένθος μου δι’ αὐτοὺς νὰ τοὺς συγκινήσῃ, ἔγινεν ἐξ ἀντιθέτου αἰτία ὀνειδισμῶν ἐναντίον μου.

Τρεμπέλα

Καὶ διὰ τὴν ἀσέβειαν καὶ ἀθρησκείαν των ταύτην κατέθλιψα καὶ ἐταπείνωσα τὴν ζωήν μου μὲ νηστείαν καὶ ἀσιτίαν, καὶ ἀντὶ τὸ ὑπὲρ αὐτῶν πένθος μου νὰ τοὺς συγκινήσῃ, ἔγινε τοῦτο αἰτία ὀνειδισμοῦ κατ’ ἐμοῦ.

Ψαλμ. 68,12

καὶ ἐθέμην τὸ ἔνδυμά μου σάκκον, καὶ ἐγενόμην αὐτοῖς εἰς παραβολήν.

Κολιτσάρα

Ἀντὶ τοῦ συνήθους ἐνδύματος ἐφόρεσα τρίχινον σάκκον θλίψεως καὶ μετανοίας. Κατήντησα δι’ αὐτοὺς παροιμιῶδες πρόσωπον διακωμωδήσεως καὶ ὕβρεων.

Τρεμπέλα

Καὶ ἔθεσα ὡς ἔνδυμά μου τὸν τρίχινον τῆς μετανοίας σάκκον, ἐπειδὴ ἐπένθουν διὰ τὰ γινόμενα κακά, καὶ ἔγινα δι’ αὐτοὺς παραβολὴ καὶ παροιμία, προκαλοῦσα τὸν γέλωτα καὶ τὴν διακωμώδησίν των.

Ψαλμ. 68,13

κατ’ ἐμοῦ ἠδολέσχουν οἱ καθήμενοι ἐν πύλαις, καὶ εἰς ἐμὲ ἔψαλλον οἱ πίνοντες οἶνον.

Κολιτσάρα

Ἐναντίον μου ἐφλυαροῦσαν οἱ ἀργόσχολοι πρὸ τῶν πυλῶν τῶν τειχῶν. Καὶ εἰς βάρος μου ἐτραγουδοῦσαν οἱ μέθυσοι πίνοντες τὸν οἶνον.

Τρεμπέλα

Εἰς βάρος μου ἐφλυάρουν καὶ ὡμίλουν περιφρονητικῶς οἱ ἄνεργοι καὶ περίεργοι, ποὺ κάθηνται εἰς τὰς πύλας καὶ ἀγοράς, καὶ αὐτοὶ ποὺ εἰς τὰ παρακείμενα καπηλεῖα διημερεύουν καὶ πίνουν ἐκεῖ οἶνον, ἐτραγώδουν στίχους σκωπτικοὺς κατ’ ἐμοῦ, πρὸς διακωμώδησίν μου.

Ψαλμ. 68,14

ἐγὼ δὲ τῇ προσευχῇ μου πρὸς σέ, Κύριε· καιρὸς εὐδοκίας, ὁ Θεός, ἐν τῷ πλήθει τοῦ ἐλέους σου· ἐπάκουσόν μου ἐν ἀληθείᾳ τῆς σωτηρίας σου.

Κολιτσάρα

Ἐγὼ ὅμως, Κύριε, καὶ τότε διὰ τῆς προσευχῆς μου εἶχα στραφῆ πρὸς σέ. Εἶναι πλέον καιρὸς νὰ δείξῃς πρὸς ἐμὲ τὴν εὐδοκίαν σου, Θεέ μου, σύμφωνα μὲ τὸ ἄπειρον ἔλεός σου. Κάμε δεκτὴν τὴν προσευχήν μου σύμφωνα μὲ τὰς ἀληθεῖς ὑποσχέσεις σου περὶ τῆς σωτηρίας τῶν δούλων σου.

Τρεμπέλα

Ἐγὼ ὅμως, Κύριε, κατ’ ἀντίθεσιν πρὸς αὐτοὺς ἤμην διὰ τῆς προσευχῆς μου ἐστραμμένος πρὸς σέ· εἶναι πλέον καιρὸς νὰ δείξῃς, ὦ Θεέ, τὴν καλωσύνην σου, σύμφωνα πρὸς τὴν μεγάλην εὐσπλαγχνίαν καὶ τὸ πλῆθος τοῦ ἐλέους σου. Ἐπάκουσόν μου ἀποδεικνύων ἀληθῆ τὰ ὅσα περὶ τῆς σωτηρίας τῶν δούλων σου ὑπεσχεθης.

Ψαλμ. 68,15

σῶσόν με ἀπὸ πηλοῦ, ἵνα μὴ ἐμπαγῶ· ῥυσθείην ἐκ τῶν μισούντων με καὶ ἐκ τῶν βαθέων τῶν ὑδάτων.

Κολιτσάρα

Σῶσε με ἀπὸ τὴν λάσπην, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκομαι, διὰ νὰ μὴ βυθισθῶ ἐξ ὁλοκλήρου. Γλύτωσέ με ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς, ποὺ μὲ μισοῦν. Βγάλε με ἀπὸ τὰ βαθειὰ ὕδατα τῶν θλίψεων, ποὺ μὲ ἔχουν κοπαπλημμυρίσει.

Τρεμπέλα

Σῶσον με ἀπὸ τὸν βοῦλκον, εἰς τὸν ὁποῖον εὑρίσκομαι, διὰ νὰ μὴ βυθισθῶ τελείως εἰς αὐτὸν καὶ ταφῶ· εἴθε νὰ ἐλευθερωθῶ καὶ νὰ γλυτώσω ἀπὸ τοὺς μισοῦντας με καὶ ἀπὸ τὰ βαθέα τῆς θλίψεως ὕδατα.

Ψαλμ. 68,16

μή με καταποντισάτω καταιγὶς ὕδατος, μηδὲ καταπιέτω με βυθός, μηδὲ συσχέτω ἐπ’ ἐμὲ φρέαρ τὸ στόμα αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

Ἂς μὴ μὲ καταποντίσῃ νεροποντὴ καταιγίδος. Ἂς μὴ μὲ καταπίῃ ὁ βυθὸς τῆς θαλάσσης, ἂς μὴ κλείσῃ ἐπάνω μου τὸ στόμιον τοῦ φρέατος τῶν θλίψεών μου καὶ χαθῶ ὁριστικῶς.

Τρεμπέλα

Ἂς μὴ μὲ καταποντίσῃ ἡ σφοδρὰ καταιγὶς τοῦ θαλασσίου ὕδατος, ἀπὸ τὴν ὁποίαν κινδυνεύω νὰ πνιγῶ, καὶ ἂς μὴ μὲ καταπίῃ ὁ βυθὸς τῆς θαλάσσης· καὶ τὸ φρέαρ, εἰς τὸ ὁποῖον ἔπεσα, ἂς μὴ κλείσῃ τὸ στόμιόν του, ὁπότε πλέον θὰ χαθῶ, ἐπειδὴ κανεὶς δὲν θὰ ἀκούῃ τὰς πρὸς βοήθειαν ἐπικλήσεις μου.

Ψαλμ. 68,17

εἰσάκουσόν μου, Κύριε, ὅτι χρηστὸν τὸ ἔλεός σου· κατὰ τὸ πλῆθος τῶν οἰκτιρμῶν σου ἐπίβλεψον ἐπ’ ἐμέ.

Κολιτσάρα

Ἄκουσε, Κύριε, καὶ κάμε δεκτὴν τὴν προσευχήν μου, διότι εἶναι ἀγαθὸν καὶ εὐεργετικὸν τὸ ἔλεός σου πρὸς πάντας. Σύμφωνα μὲ τὴν ἄπειρον εὐσπλαγχνίαν σου ρίψε ἕνα στοργικὸν βλέμμα εἰς ἐμὲ.

Τρεμπέλα

Εἰσάκουσον, Κύριε, τὴν προσευχήν μου, διότι εἶναι εὐεργετικὸν τὸ ἔλεός σου καὶ ἐκχύνεται πρὸς ὅλους, δικαίους καὶ ἁμαρτωλούς. Σύμφωνα μὲ τὸ πλῆθος τῶν οἰκτιρμῶν σου καὶ τὴν πολλήν σου εὐσπλαγχνίαν ρῖψον τὰ βλέμματά σου ἐπ’ ἐμέ.

Ψαλμ. 68,18

μὴ ἀποστρέψῃς τὸ πρόσωπόν σου ἀπὸ τοῦ παιδός σου, ὅτι θλίβομαι, ταχὺ ἐπάκουσόν μου.

Κολιτσάρα

Μὴ ἀποστρέψῃς τὸ πρόσωπόν σου ἀπὸ ἐμὲ τὸν δοῦλον σου, διότι θλίβομαι πάρα πολύ. Σύντομα, Κύριε, ἄκουσε τὴν προσευχήν μου.

Τρεμπέλα

Μὴ στρέψῃς ἐν ἀδιαφορίᾳ τὸ πρόσωπόν σου ἀπὸ ἐμὲ τὸν δοῦλον σου, διότι θλίβομαι. Ὁ κίνδυνος, τὸν ὁποῖον διατρέχω, ἐπέρχεται ἐσπευσμένως. Γρήγορα λοιπὸν καὶ χωρὶς ἐπιβράδυνσίν τινα ἐπάκουσόν μου.

Ψαλμ. 68,19

πρόσχες τῇ ψυχῇ μου καὶ λύτρωσαι αὐτήν, ἕνεκα τῶν ἐχθρῶν μου ῥῦσαί με.

Κολιτσάρα

Δῶσε προσοχὴν εἰς τὰς ἰκεσίας μου καὶ εἰς τὴν θλῖψιν τῆς ψυχῆς μου καὶ σπεῦσε νὰ μὲ γλυτώσῃς. Ἕνεκα τῶν ἐχθρῶν μου, διὰ νὰ μὴ καυχῶνται καὶ ἀποθρασύνωνται αὐτοί, σῶσε με.

Τρεμπέλα

Δὸς προσοχὴν εἰς τὰς ἐπικλήσεις καὶ εἰς τὴν θλῖψιν τῆς ψυχῆς μου, καὶ σπεῦσον νὰ ἐλευθερώσῃς αὐτήν· ἕνεκα τῶν ἐχθρῶν μου, διὰ νὰ μὴ καυχῶνται καὶ ἀποθρασύνωνται οὗτοι, σῶσον με.

Ψαλμ. 68,20

σὺ γὰρ γινώσκεις τὸν ὀνειδισμόν μου καὶ τὴν αἰσχύνην μου καὶ τὴν ἐντροπήν μου· ἐναντίον σου πάντες οἱ θλίβοντές με.

Κολιτσάρα

Γρήγορα ἔλα εἰς βοήθειάν μου, Κύριε, διότι σὺ γνωρίζεις τοὺς ἐμπαιγμούς των, ποὺ ἐξαπολύουν ἐναντίον μου, τὴν αἰσχυνην καὶ τὴν ἐντροπήν μου ἐξ αἰτίας των. Ἐνώπιόν σου, Κύριε, εὑρίσκονται ὅλοι αὐτοὶ ποὺ μὲ θλίβουν καὶ τῶν ὁποίων ἡ κακία δέν σοῦ διαφεύγει.

Τρεμπέλα

Σπεῦσον, Κύριε, διότι σὺ γνωρίζεις καλὰ ποῖον ὀνειδισμὸν ὑφίσταμαι καὶ ποίαν καταισχύνην καὶ ἐντροπὴν δοκιμάζω. Ἠξεύρεις πόσον αἱμάσσει ἡ καρδία μου καὶ πόσον πληγώνεται ἡ ψυχή μου. Ἐνώπιόν σου δὲ ἵστανται καὶ ὅλοι ἐκεῖνοι ποὺ μὲ θλίβουν. Καθὼς ἀντιλαμβάνεσαι τὸν πόνον μου, οὕτω βλέπεις καὶ τὴν χαιρεκακίαν καὶ κακοήθειάν των.

Ψαλμ. 68,21

ὀνειδισμὸν προσεδόκησεν ἡ ψυχή μου καὶ ταλαιπωρίαν, καὶ ὑπέμεινα συλλυπούμενον, καὶ οὐχ ὑπῆρξε, καὶ παρακαλοῦντας, καὶ οὐχ εὗρον.

Κολιτσάρα

Ὅπου καὶ ἂν στραφῇ ἡ πονεμένη μου ψυχή, δὲν περιμένει τίποτε ἄλλο παρὰ ὕβρεις καὶ ταλαιπωρίαν. Ἐπερίμενα νὰ εὑρεθῇ κάποιος, νὰ μὲ συμπονέσῃ καὶ κανεὶς δὲν παρουσιάσθηκε. Ἀνεζήτησα κάποιον νὰ μὲ παρηγορήσῃ, καὶ δὲν εὑρῆκα κανένα.

Τρεμπέλα

Ὅπου καὶ ἂν στραφῇ ἡ ψυχή μου, δὲν ἀναμένει τίποτε ἄλλο, παρὰ ὕβρεις καὶ ταλαιπωρίαν, καὶ περιέμεινα κάποιον νὰ μὲ συμπονέσῃ καὶ δὲν ἐφάνη κανείς· καὶ ἀνεζήτησα κάποιους νὰ μὲ παρηγορήσουν καὶ δὲν εὗρον κανένα.

Ψαλμ. 68,22

καὶ ἔδωκαν εἰς τὸ βρῶμά μου χολὴν καὶ εἰς τὴν δίψαν μου ἐπότισάν με ὄξος.

Κολιτσάρα

Ὅταν δὲ ἐπείνασα μοῦ ἔδωκαν ἀντὶ φαγητοῦ χολήν, καὶ ὅταν ἐδίψησα, μοῦ ἔδωκαν νὰ πιῶ ξίδι.

Τρεμπέλα

Καὶ ὅταν ἐζήτησα νὰ φάγω καὶ νὰ πίω κάτι, μοῦ ἔδωκαν ἀντὶ φαγητοῦ χολὴν καὶ ἀντὶ ὕδατος, ὅταν ἐδίψων, μὲ ἐπότισαν ὄξος.

Ψαλμ. 68,23

γενηθήτω ἡ τράπεζα αὐτῶν ἐνώπιον αὐτῶν εἰς παγίδα καὶ εἰς ἀνταπόδοσιν καὶ εἰς σκάνδαλον.

Κολιτσάρα

Ἡ πλουσία τράπεζά των, ποὺ ἀπολαμβάνουν τὰ ἀγαθὰ τῆς ζωῆς, εἴθε νὰ μετατραπῇ εἰς παγίδα ἐνώπιόν των. Νὰ γίνῃ τιμωρία καὶ ἀνταπόδοσις διὰ τὰ κακά, τὰ ὁποῖα μοῦ κάνουν. Πρόσκομμα, διὰ νὰ σκοντάψουν καὶ πέσουν.

Τρεμπέλα

Εἴθε ἡ τράπεζά των, ποὺ ἀπολαμβάνουν τὰ ἀγαθὰ χαρούμενης ζωῆς, νὰ μετατραπῇ εἰς παγίδα ἔμπροσθέν των, διὰ νὰ πιασθοῦν εἰς αὐτήν. Εἴθε νὰ μεταστροφῇ εἰς τιμωρίαν, διὰ τῆς ὁποίας θὰ τοὺς ἀποδοθῇ ὅ,τι μοῦ κάμνουν, καὶ εἰς προσκόμματα διὰ νὰ σκοντάψουν καὶ πέσουν.

Ψαλμ. 68,24

σκοτισθήτωσαν οἱ ὀφθαλμοὶ αὐτῶν τοῦ μὴ βλέπειν, καὶ τὸν νῶτον αὐτῶν διαπαντὸς σύγκαμψον.

Κολιτσάρα

Ἂς σκοτισθοῦν τὰ μάτια των μέχρι σημείου, ὥστε νὰ μὴ βλέπουν. Κύρτωσε τὴν ράχιν των διὰ παντός, ὥστε νὰ μένουν ἀνήμποροι καὶ συντετριμμένοι.

Τρεμπέλα

Ἂς σκοτισθοῦν οἱ ὀφθαλμοί των μέχρι σημείου ὥστε νὰ μὴ βλέπουν, καὶ ἡ ράχις των ἂς κυρτωθῇ διὰ παντός, ὥστε νὰ μένουν ὑποδουλωμένοι καὶ συντετριμμένοι.

Ψαλμ. 68,25

ἔκχεον ἐπ’ αὐτοὺς τὴν ὀργήν σου, καὶ ὁ θυμὸς τῆς ὀργῆς σου καταλάβοι αὐτούς.

Κολιτσάρα

Χῦσε ἐπάνω των, σὰν ποτάμι, ὁλόκληρον τὴν ὀργήν σου, καὶ ὁ θυμὸς τῆς μεγάλη ἀγανακτήσεώς σου εἴθε νὰ τοὺς καταλάβῃ.

Τρεμπέλα

Χύσε ἐπ’ αὐτῶν ὁλόκληρον τὴν ὀργήν σου καὶ ὁ θυμὸς τῆς σφοδρὰς ἀγανακτήσεώς σου εἴθε νὰ τοὺς καταλάβῃ.

Ψαλμ. 68,26

γενηθήτω ἡ ἔπαυλις αὐτῶν ἠρημωμένη, καὶ ἐν τοῖς σκηνώμασιν αὐτῶν μὴ ἔστω ὁ κατοικῶν·

Κολιτσάρα

Ἂς γίνῃ τὸ περιποιημένον ἀγρόκτημά των ἔρημον καὶ εἰς τὰς κατοικίας των ἂς μὴν ὑπάρξῃ κανεὶς ἀπόγονός των, ποὺ νὰ κατοικήσῃ.

Τρεμπέλα

Ἂς γίνῃ τὸ περιφραγμένον ἀγρόκτημά των ἐρημωμένον, καὶ εἰς τὰς ἐκεῖ κατασκηνώσεις των ἂς μὴ ὑπάρχῃ κανείς, ποὺ νὰ κατοικῇ.

Ψαλμ. 68,27

ὅτι ὃν σὺ ἐπάταξας, αὐτοὶ κατεδίωξαν, καὶ ἐπὶ τὸ ἄλγος τῶν τραυμάτων μου προσέθηκαν.

Κολιτσάρα

Διότι ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον σὺ ἐπέτρεψες θλίψεις καὶ ὀδυνηρὰς μαστιγώσεις, ἀντὶ νὰ τὸν συμπονέσουν, τὸν κατεδίωξαν καὶ εἰς τὸν δριμὺν πόνον τῶν τραυμάτων μου προσέθεσαν ἄλλον πόνον.

Τρεμπέλα

Διότι ἐκεῖνον, διὰ τὸν ὁποῖον σὺ ἐπέτρεψες νὰ θλιβῇ καὶ ὑπὸ τῆς μάστιγός σου νὰ δοκιμασθῇ, αὐτοὶ ἀντὶ νὰ τὸν συμπαθήσουν τὸν κατεδίωξαν, καὶ εἰς τὸν πόνον τῶν πληγῶν μου προσέθεσαν καὶ ἄλλον πόνον καὶ ἄλλας πληγάς.

Ψαλμ. 68,28

πρόσθες ἀνομίαν ἐπὶ τῇ ἀνομίᾳ αὐτῶν, καὶ μὴ εἰσελθέτωσαν ἐν δικαιοσύνῃ σου·

Κολιτσάρα

Ἐγκατάλειψέ τους, ὥστε νὰ περιπίπτουν ἀπὸ ἁμαρτίας εἰς ἁμαρτίαν, διὰ νὰ μὴ εἰσέλθουν εἰς τὸν δρόμον τῆς μετανοίας καὶ εὔρουν δικαίωσιν ἐνώπιόν σου.

Τρεμπέλα

Παραχώρησον διὰ τῆς ἐγκαταλείψεως τῆς χάριτός σου νὰ πληθυνθοῦν εἰς σωρὸν ἀσυγχώρητον αἱ ἀνομίαι των· εἰς τὴν μίαν ἐνοχήν των νὰ προστεθῇ καὶ ἄλλη, ὥστε νὰ ἀποφραχθῇ ἡ ὁδὸς τῆς δικαιώσεως καὶ συγχωρήσεως δι’ αὐτοὺς καὶ νὰ μὴ δυνηθοῦν νὰ εἰσέλθουν εἰς αὐτήν.

Ψαλμ. 68,29

ἐξαλειφθήτωσαν ἐκ βίβλου ζώντων καὶ μετὰ δικαίων μὴ γραφήτωσαν.

Κολιτσάρα

Ἂς σβησθοῦν ἐξ ὅλοκλήρου τὰ ὀνόματά των ἀπὸ τὸ βιβλίον τῶν σωζομένων εἰς ζωὴν αἰώνιον καὶ ἂς καταγραφοῦν μὲ τὰ ὀνόματα τῶν δικαίων.

Τρεμπέλα

Ἂς σβησθοῦν ὁλοτελῶς τὰ ὀνόματά των ἀπὸ τὸ βιβλίον τῶν σεσωσμένων, οἵτινες θὰ ζήσωσιν αἰωνίως, καὶ ἂς μὴ καταγραφοῦν μετὰ τῶν δικαίων.

Ψαλμ. 68,30

πτωχὸς καὶ ἀλγῶν εἰμι ἐγώ· ἡ σωτηρία σου, ὁ Θεός, ἀντιλάβοιτό μου.

Κολιτσάρα

Ἐγὼ εἶμαι πτωχὸς καὶ ἀβοήθητος γεμᾶτος πόνους καὶ ὀδύνας. Ἡ σωτηρία σου, ὦ Θεέ μου, εἴθε νὰ μὲ στηρίξῃ καὶ μὲ βοηθήσῃ.

Τρεμπέλα

Πτωχὸς καὶ ἐστερημένος παντὸς στηρίγματος καὶ βοηθείας, γεμᾶτος δὲ πόνους καὶ ὀδύνας εἶμαι ἐγώ· ἡ σωτηρία σου, ὦ Θεέ, εἴθε νὰ μὲ στηρίξῃ καὶ βοηθήσῃ.

Ψαλμ. 68,31

αἰνέσω τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ μου μετ’ ᾠδῆς, μεγαλυνῶ αὐτὸν ἐν αἰνέσει,

Κολιτσάρα

Τότε ἐγὼ γεμᾶτος εὐγνωμοσύνην θὰ ὑμνολογήσω τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ μου μὲ ᾠδὴν. Θὰ διαλαλήσω τὸ μεγαλεῖον του μὲ αἴνεσιν δοξολογίας.

Τρεμπέλα

Τότε θὰ ὑμνήσω τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ μου μὲ ᾠδήν, θὰ διακηρύξω τὸ μεγαλεῖον του μὲ αἴνεσιν δοξολογίας,

Ψαλμ. 68,32

καὶ ἀρέσει τῷ Θεῷ ὑπὲρ μόσχον νέον κέρατα ἐκφέροντα καὶ ὁπλάς.

Κολιτσάρα

Καὶ ἡ εὐγνώμων αὐτὴ δοξολογία καὶ λατρεία μου θὰ ἀρέσῃ εἰς τὸν Θεὸν περισσότερον ἀπὸ τὴν θυσίαν μόσχου ἀρτιμελοῦς, τοῦ ὁποίου μόλις ἔχουν ἀρχίσει νὰ φυτρώνουν τὰ κέρατα καὶ αἱ ὁπλαῖ εἰς τοὺς πόδας του.

Τρεμπέλα

καὶ ἡ λογικὴ αὕτη λατρεία μου θὰ ἀρέσῃ εἰς τὸν Θεὸν περισσότερον ἀπὸ τὴν θυσίαν μόσχου ἀρτιμελοῦς καὶ τρυφεροῦ, τοῦ ὁποίου μόλις ἀρχίζουν νὰ φυτρώνουν τὰ κέρατα καὶ ἐπὶ τῶν ποδῶν του ὁπλαί.

Ψαλμ. 68,33

ἰδέτωσαν πτωχοὶ καὶ εὐφρανθήτωσαν· ἐκζητήσατε τὸν Θεόν, καὶ ζήσεται ἡ ψυχὴ ὑμῶν,

Κολιτσάρα

Ἂς ἴδουν τὴν θαυμαστὴν λύτρωσίν μου οἱ πονεμένοι καὶ οἱ ταιπεινοὶ τοῦ κόσμου καὶ ἂς εὐφρανθοῦν μὲ τὴν πεποίθησιν ὅτι ὁ Θεὸς προστατεύει τοὺς ἰδικούς του. Ζητήσατε μὲ ὅλην σας τὴν καρδίαν τὸν Θεὸν καὶ θὰ ἀναζωογονηθῆτε.

Τρεμπέλα

Ἂς ἴδουν τὴν θαυμαστὴν λύτρωσίν μου οἱ πτωχοὶ καὶ ταπεινοὶ τοῦ κόσμου καὶ ἂς εὐφρανθοῦν ὑπὸ τῆς πεποιθήσεως, ὅτι καὶ αὐτῶν προστάτης εἶναι ὁ Θεός· ζητήσατε ὁλοψύχως τὸν Θεὸν καὶ θὰ ζωογονηθῇ ἡ ψυχή σας πληρουμένη παρηγορίας καὶ θάρρους.

Ψαλμ. 68,34

ὅτι εἰσήκουσε τῶν πενήτων ὁ Κύριος καὶ τοὺς πεπεδημένους αὐτοῦ οὐκ ἐξουδένωσεν.

Κολιτσάρα

Διότι ὁ Κύριος ἀκούει καὶ κάνει δεκτὰς τὰς προσευχὰς τῶν πτωχῶν καὶ δὲν καταφρονεῖ τοὺς ἁλυσοδεμένους αἰχμαλώτους τοῦ λαοῦ του.

Τρεμπέλα

Ναί, θὰ πληρωθῆτε θάρρους καὶ χαρᾶς, διότι ὁ Κύριος εἰσήκουσε τὴν ἐπίκλησιν τῶν πτωχῶν καὶ τοὺς ἁλυσοδεμένους καὶ αἰχμαλώτους τοῦ λαοῦ του δὲν περιεφρόνησε.

Ψαλμ. 68,35

αἰνεσάτωσαν αὐτὸν οἱ οὐρανοὶ καὶ ἡ γῆ, θάλασσα καὶ πάντα τὰ ἕρποντα ἐν αὐτῇ.

Κολιτσάρα

Ἂς δοξολογήσουν οἱ οὐρανοὶ καὶ ἡ γῆ τὸν Θεόν, ἡ θάλασσα καὶ ὅλα ὅσα ὑπάρχουν εἰς αὐτὴν καὶ διασχίζουν τὰ νερά της.

Τρεμπέλα

Ἂς τὸν ἀνυμνήσουν οἱ οὐρανοὶ καὶ ἡ γῆ, ἡ θάλασσα καὶ ὅλα ὅσα σύρονται καὶ ζοῦν ἐν αὐτῇ.

Ψαλμ. 68,36

ὅτι ὁ Θεὸς σώσει τὴν Σιών, καὶ οἰκοδομηθήσονται αἱ πόλεις τῆς Ἰουδαίας, καὶ κατοικήσουσιν ἐκεῖ καὶ κληρονομήσουσιν αὐτήν·

Κολιτσάρα

Διότι ὁ Θεὸς θὰ σώσῃ τὴν πόλιν Σιών καὶ θὰ ἀνοικοδομηθοῦν αἱ πόλεις τῆς Ἰουδαίας καὶ θὰ κατοικήσουν εἰς αὐτας ὡς εἰς μόνιμον καὶ ὁριστικήν των κληρονομίαν οἱ Ἰσραηλῖται.

Τρεμπέλα

Διότι ὁ Θεὸς θὰ σώσῃ τὴν ἁγίαν πόλιν του Σιών, καὶ θὰ οἰκοδομηθοῦν αἱ κατεστραμμέναι πόλεις τῆς Ἰουδαίας καὶ θὰ κατοικήσουν ἐκεῖ καὶ θὰ τὴν καταλάβουν ὡς ἀναφαίρετον καὶ ὁριστικὴν κληρονομίαν των.

Ψαλμ. 68,37

καὶ τὸ σπέρμα τῶν δούλων αὐτοῦ καθέξουσιν αὐτήν, καὶ οἱ ἀγαπῶντες τὸ ὄνομά σου κατασκηνώσουσιν ἐν αὐτῇ.

Κολιτσάρα

Καὶ οἱ ἀπόγονοι τῶν δούλων σου αὐτῶν θὰ συνεχίσουν νὰ κατέχουν τὴν γῆν αὐτήν. Ἐκεῖνοι ποὺ ἀγαποῦν τὸ Ὄνομά σου, θὰ στήσουν μονίμως τὰς κατοικίας των εἰς τὴν ἱερὰν γῆν τῆς Ἐπαγγελίας.

Τρεμπέλα

Καὶ οἱ ἀπόγονοι τῶν δούλων σου θὰ γίνουν κάτοχοί της, καὶ ἐκεῖνοι ποὺ ἀγαποῦν τὸ ὄνομά σου θὰ ἐγκαθιδρύσουν μονίμως ἐν αὐτῇ τὰ σκηνώματά των.