Σοφία Σολομώντος 16

Σοφ. Σολ. 16,1

Διὰ τοῦτο δι’ ὁμοίων ἐκολάσθησαν ἀξίως καὶ διὰ πλήθους κνωδάλων ἐβασανίσθησαν.

Κολιτσάρα

Διὰ τοῦτο ἀκριβῶς κατὰ λόγον δικαιοσύνης οἱ εἰδωλολάτραι Αἰγύπτιοι ἐτιμωρήθησαν μὲ ὅμοια πρὸς τὰ λατρευόμενα ἀπὸ αὐτοὺς ζῶα, ἀπὸ πλῆθος δηλαδὴ μικρῶν καὶ μεγάλων ἐπιβλαβῶν καὶ σιχαμερῶν σκωλήκων καὶ ζώων.

Τρεμπέλα

Ἐπειδὴ ἐσκοτίσθησαν τόσον, ὥστε τὰ ἀνοητότερα καὶ μισητότερα ζῶα νὰ λατρεύουν, διὰ τοῦτο διὰ ζώων, ὁμοίων πρὸς αὐτὰ ποὺ ἐλάτρευαν, ἐτιμωρήθησαν ὅπως τοὺς ἤξιζε καὶ ἀπὸ πλῆθος ζωυφίων ἀηδῶν ἐβασανίσθησαν.

Σοφ. Σολ. 16,2

ἀνθ’ ἧς κολάσεως εὐεργετήσας τὸν λαόν σου, εἰς ἐπιθυμίαν ὀρέξεως ξένην γεῦσιν, τροφὴν ἡτοίμασας ὀρτυγομήτραν,

Κολιτσάρα

Ἀντιθέτως πρὸς τὴν τιμωρίαν αὐτὴν τῶν εἰδωλολατρῶν, σύ, εὐεργετῶν τὸν λαόν σου, ὅταν ἐπείνασαν εἰς τὴν ἔρημον τοὺς ἔδωσες παράδοξον τροφήν, ἠτοίμασες τροφὴν δι’ αὐτοὺς ἀπὸ ὀρτύκια.

Τρεμπέλα

Ἀντὶ ταύτης τῆς τιμωρίας τῶν εἰδωλολάτρῶν εὐηργέτησας τὸν λαόν σου καὶ διὰ νὰ ἰκανοποιήσῃς τὴν ἐπιθυμίαν τῆς ὀρέξεώς των τοὺς παρεσκεύασες ὡς τροφὴν πλήθη ὀρτυγομήτρας, γεῦσιν ἀσυνηθιστον καὶ ἐκλεκτήν.

Σοφ. Σολ. 16,3

ἵνα ἐκεῖνοι μὲν ἐπιθυμοῦντες τροφὴν διὰ τὴν εἰδέχθειαν τῶν ἐπαπεσταλμένων καὶ τὴν ἀναγκαίαν ὄρεξιν ἀποστρέφωνται, αὐτοὶ δὲ ἐπ’ ὀλίγον ἐνδεεῖς γενόμενοι καὶ ξένης μετάσχωσι γεύσεως.

Κολιτσάρα

Ἐνῷ ἐκεῖνοι οἱ εἰδωλολάτραι, παρὰ τὴν πεῖναν καὶ ἐπιθυμίαν τροφῆς, ποὺ εἶχαν, βλέποντες τὰ ἀηδῆ αὐτὰ ζῶα, ποὺ ἀπεστάλησαν εἰς τιμωρίαν ἐναντίον των, ἔχαναν καὶ αὐτὴν ἀκόμα τὴν ὄρεξιν πρὸς τροφήν. Ἐξ ἀντιθέτου ὅμὼς οἱ Ἰσραηλῖται ἐστερήθησαν ἐπ’ ὀλίγον διάστημα καὶ ἐπείνασαν, ἔφαγαν ὅμως κατόπιν θαυματουργικῶς δοθεῖσαν εἰς αὐτοὺς τροφήν.

Τρεμπέλα

Εἰς τρόπον ὥστε εἰς ἐκείνους μέν, δηλαδὴ τοὺς Αἰγυπτίους, ἐνῷ ἐπείνων καὶ ἐπεθύμουν νὰ λάβουν τροφήν, λόγοι τῆς ἀηδίας καὶ τῆς σιχαμάρας, ποὺ τοὺς ἐπροκάλουν οἱ βάτραχοι καὶ τὰ λοιπὰ ζῶα, ποὺ τοὺς εἶχον ἀποσταλῇ ὡς τιμωρία, καὶ ἡ ἀναγκαία διὰ τὴν συντήρησίν των ὄρεξις μετεβάλλετο εἰς ἀποστροφήν, αὐτοὶ δέ, οἱ Ἰσραηλῖται δηλαδή, ἐπ’ ὀλίγον χρόνον εὑρεθέντες εἰς στέρησιν καὶ ἀνάγκην, ἔλαβον μέρος καὶ ἐδοκίμασαν τροφὴν σπανίαν καὶ εὔγευστον.

Σοφ. Σολ. 16,4

ἔδει γὰρ ἐκείνοις μὲν ἀπαραίτητον ἔνδειαν ἐπελθεῖν τυραννοῦσι, τούτοις δὲ μόνον δειχθῆναι πῶς οἱ ἐχθροὶ αὐτῶν ἐβασανίζοντο.

Κολιτσάρα

Ἔπρεπε κατὰ λόγον δικαιοσύνης νὰ ἐπέλθῃ αὐτὴ ἡ στέρησις ἐναντίον ἐκείνων, ποὺ εἶχαν τυραννήσει τὸν λαόν σου, εἰς δὲ τοὺς ἰσραηλίτας νὰ καταδειχθῇ διὰ τοῦ γεγονότος αὐτοῦ, πῶς οἱ ἐχθροί των ἐβασανίζοντο.

Τρεμπέλα

Ἔγινε δὲ αὐτό, διότι εἰς ἐκείνους μέν, οἱ ὁποῖοι ἐτυράννουν καὶ κατεπίεζον τὸν λαόν, ἔπρεπε καὶ ἦτο δίκαιον νὰ ἐπέλθῃ ὡς τιμωρία στέρησις μὴ ἐπιδεχομένη παραίτησιν καὶ μὴ δυναμένη νὰ ἀποφευχθῇ, εἰς τούτους δὲ ἡ προσωρινὴ στέρησις ἐχρειάζετο μόνον διὰ νὰ τοὺς δειχθῇ διὰ τῆς πείρας πῶς ἐβασανίζοντο οἱ ἐχθροί των.

Σοφ. Σολ. 16,5

Καὶ γὰρ ὅτε αὐτοῖς δεινὸς ἐπῆλθε θηρίων θυμὸς δήγμασί τε σκολιῶν διεφθείροντο ὄφεων, οὐ μέχρι τέλους ἔμεινεν ἡ ὀργή σου·

Κολιτσάρα

Διότι, καὶ ὅταν ἐπῆλθον ἐναντίον των ἐξηρεθισμένα φοβερὰ θηρία, δηλητηριώδη φίδια, καὶ αὐτοὶ ἐθανατώνοντο μὲ τὰ δήγματα τῶν ἐλισσομένων καὶ συστρεφομένων αὐτῶν ὄφεων, δὲν παρέμεινεν ἡ ὀργή σου μέχρι τέλους ἐναντίον αὐτῶν.

Τρεμπέλα

Προσωριναὶ δὲ καὶ ὀλίγης διαρκείας ἦσαν πάντοτε αἱ τιμωρίαι τοῦ λαοῦ σου. Διότι καὶ ὅταν ἐπέπεσε κατ’ αὐτῶν φοβερὸς θυμὸς καὶ μανία θηρίων θανατηφόρων καὶ μὲ τὰ δαγκώματα φιδιῶν στρεβλῶν καὶ συστρεφομένων ἐξωλοθρεύοντο, πάλιν καὶ τότε δὲν ἔμεινε μέχρι τέλους ἡ ὀργή σου, ὥστε νὰ ἑξαφανισθοῦν.

Σοφ. Σολ. 16,6

εἰς νουθεσίαν δὲ πρὸς ὀλίγον ἐταράχθησαν, σύμβουλον ἔχοντες σωτηρίας εἰς ἀνάμνησιν ἐντολῆς νόμου σου·

Κολιτσάρα

Συνεταράχθησαν οἱ Ἰσραηλῖται ἐπὶ ὀλίγον διάστημα, ἀλλὰ πρὸς νουθεσίαν των, διότι ἔτσι ἀπέκτησαν ἕνα σύμβολον, ἕνα σημεῖον σωτηρίας, διὰ νὰ ἐνθυμοῦνται τὰς ἐντολὰς τοῦ Νόμου σου.

Τρεμπέλα

Διὰ νὰ σωφρονισθοῦν δὲ ἐταράχθησαν ἀπὸ τὴν πληγὴν τῶν φιδιῶν δι’ ὀλίγον χρόνον, ἔχοντες ἐν σημεῖον σωτηρίας, τὸν χάλκινον ὄφιν, διὰ νὰ τοὺς ὑπενθυμίζῃ τὰς ἐντολὰς τοῦ νόμου σου.

Σοφ. Σολ. 16,7

ὁ γὰρ ἐπιστραφεὶς οὐ διὰ τὸ θεωρούμενον ἐσώζετο, ἀλλὰ διὰ σὲ τὸν πάντων σωτῆρα.

Κολιτσάρα

Διότι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἐστρέφετο καὶ ἔβλεπε τὸ σημεῖον τοῦτο, τὸν χάλκινον ὄφιν, ἐσώζετο ὄχι βέβαια κατὰ τρόπον μαγικόν, ἀπὸ αὐτὸ καθ’ ἑαυτὸ τὸ σύμβολον, ἀλλὰ ἀπὸ σέ, ὁ ὁποῖος εἶσαι ὁ σωτὴρ ὅλων τῶν ἀνθρώπων.

Τρεμπέλα

Τοὺς ὑπενεθύμιζε δέ, πόσον σωτήριον πρᾶγμα εἶναι ἡ τήρησις κάθε ἐντολῆς σου, διότι καθένας, ποὺ ἔστρεφε τὰ βλέμματά του εἰς τὸν χάλκινον ὄφιν συμμορφούμενος πρὸς τὴν παραγγελίαν σου, ἐσώζετο καὶ ἐθεραπεύετο, ὄχι διὰ τὸ ἄψυχον ἐκεῖνο ὁμοίωμα, ποὺ ἐβλέπετο ἀπὸ αὐτόν, ἀλλὰ διὰ Σὲ καὶ τὴν πίστιν καὶ ὑπακοήν του εἰς Σέ, τὸν Σωτῆρα ὅλων τῶν ἀνθρώπων.

Σοφ. Σολ. 16,8

καὶ ἐν τούτῳ δὲ ἔπεισας τοὺς ἐχθροὺς ἡμῶν, ὅτι σὺ εἶ ὁ ῥυόμενος ἐκ παντὸς κακοῦ·

Κολιτσάρα

Καὶ μὲ τὸ γεγονὸς τοῦτο, ὅπως καὶ μὲ ὅλα τὰ προηγούμενα, ἔπεισες τοὺς ἐχθρούς μας, ὅτι σὺ εἶσαι ὁ μόνος, ποὺ ἐλευθερώνεις καὶ σώζεις ἀπὸ κάθε κακὸν τοὺς ἀνθρώπους.

Τρεμπέλα

Καὶ μὲ τὸ θαῦμα σου αὐτὸ ἔπεισες τοὺς ἐχθρούς μας, ὅτι Σὺ εἶσαι ἐκεῖνος, ποὺ ἐλευθερώνεις καὶ γλυτώνεις τοὺς ἀνθρώπους ἀπὸ κάθε κακόν.

Σοφ. Σολ. 16,9

οὓς μὲν γὰρ ἀκρίδων καὶ μυιῶν ἀπέκτεινε δήγματα, καὶ οὐχ εὑρέθη ἴαμα τῇ ψυχῇ αὐτῶν, ὅτι ἄξιοι ἦσαν ὑπὸ τοιούτων κολασθῆναι·

Κολιτσάρα

Ἐκείνους, τοὺς ἐχθρούς μας, τοὺς ἐφόνευον τὰ δήγματα τῶν ἀκρίδων καὶ τῶν μυιῶν καὶ δὲν εὑρέθη καμμία θεραπεία εἰς περιφρούρησιν τῆς ζωῆς των, διότι ἦσαν ἄξιοι νὰ τιμωρηθοῦν ἀπὸ τὰ σιχαμερὰ καὶ ἐπικίνδυνα ἔντομα.

Τρεμπέλα

Ὑπῆρξε δὲ τοῦτο ἀπόδειξις πειστική, διότι ἐκείνους μὲν ἐθανάτωναν δαγκώματα ἀκρίδων καὶ μυγῶν, καὶ δὲν εὑρέθη φάρμακον ἰατρείας τῆς ζωῆς των, ἐπειδὴ ἦσαν ἄξιοι νὰ τιμωρηθοῦν ἀπὸ τέτοια τιποτένια ἔντομα·

Σοφ. Σολ. 16,10

τοὺς δὲ υἱούς σου οὐδὲ ἰοβόλων δρακόντων ἐνίκησαν ὀδόντες, τὸ ἔλεος γάρ σου ἀντιπαρῆλθε καὶ ἰάσατο αὐτούς.

Κολιτσάρα

Τὰ τέκνα σου ὅμως, τοὺς Ἰσραηλίτας, δὲν τοὺς κατενίκησαν καὶ δὲν τοὺς ἐξωλόθρευσαν οἱ ὀδόντες τῶν φαρμακερῶν ἐκείνων καὶ μεγάλων ὄφεων, διότι τὸ ἔλεός σου τοὺς ἐπεσκέφθη καὶ τοὺς ἐθεράπευσεν.

Τρεμπέλα

ἐνῷ ἀπ’ ἐναντίας τὰ παιδιά σου, τοὺς Ἰσραηλίτας, οὔτε τὰ δόντια τῶν φαρμακερῶν καὶ φοβερῶν φιδιῶν δὲν ἐνίκησαν, διότι τὸ ἔλεός σου ἦλθε πρὸ αὐτῶν εἰς βοήθειάν των καὶ ἐθεράπευσεν αὐτούς.

Σοφ. Σολ. 16,11

εἰς γὰρ ὑπόμνησιν τῶν λογίων σου ἐνεκεντρίζοντο καὶ ὀξέως διεσώζοντο, ἵνα μὴ εἰς βαθεῖαν ἐμπεσόντες λήθην ἀπερίσπαστοι γένωνται τῆς σῆς εὐεργεσίας.

Κολιτσάρα

Ἡ αἰτία δὲ καὶ ὁ σκοπός, ποὺ ἐδαγκώνοντο ἀπὸ τὰ φίδια καὶ ἀμέσως ἐθεραπεύοντο, ἦτο νὰ ἐνθυμοῦνται τὰς ἐντολάς σου καὶ νὰ μὴ περιπέσουν εἰς λησμοσύνην τῶν λόγων σου καὶ ἀποκλεισθοῦν ἔτσι ἀπὸ τὰς εὐεργεσίας σου.

Τρεμπέλα

Οὕτως ἐτιμωροῦντο πρὸς διόρθωσιν καὶ πατρικὴν παιδαγωγίαν, διότι ἐδαγκάνοντο ἀπὸ τὰ φίδια καὶ δὲν ἀπέθνησκον, ἀλλ’ ἀμέσως ἐθεραπεύοντο, διὰ νὰ ἐνθυμοῦνται τὰ θεῖα σου λόγια, ἐκ φόβου μήπως παρασυρόμενοι εἰς βαθεῖαν ἐπιλησμοσύνην τοῦ νόμου σου γίνουν ἀνάξιοι, ὅπως περισπᾶται καὶ ἐνδιαφέρεται ἡ εὐεργετική σου ἀγαθότης δι’ αὐτούς.

Σοφ. Σολ. 16,12

καὶ γὰρ οὔτε βοτάνη οὔτε μάλαγμα ἐθεράπευσεν αὐτούς, ἀλλὰ ὁ σός, Κύριε, λόγος ὁ πάντα ἰώμενος.

Κολιτσάρα

Οὔτε κανένα θεραπευτικὸν χορτάρι οὔτε κανένα κατάπλασμα δὲν τοὺς ἐθεράπευσε τότε, ἀλλὰ ὁ ἰδικός σου παντοδύναμος λόγος, Κύριε, ὁ ὁποῖος θεραπεύει τὰ πάντα.

Τρεμπέλα

Πράγματι δὲ οὔτε βότανον οὔτε ἔμπλαστρον ἐθεράπευσεν αὐτούς, ἀλλ’ ὁ λόγος Σου, Κύριε, ὁ ὁποῖος θεραπεύει τὰ πάντα.

Σοφ. Σολ. 16,13

σὺ γὰρ ζωῆς καὶ θανάτου ἐξουσίαν ἔχεις καὶ κατάγεις εἰς πύλας ᾅδου καὶ ἀνάγεις.

Κολιτσάρα

Διότι σύ, Κύριε, ἔχεις τὴν ἀπόλυτον ἐξουσίαν τῆς ζωῆς καὶ τοῦ θανάτου καὶ σὺ κατεβάζεις εἰς τὰς πύλας τοῦ ᾅδου καὶ ἀνεβάζεις ἀπὸ ἔκεῖ τοὺς ἀνθρώπους.

Τρεμπέλα

Καὶ ἔχει τόσην δύναμιν ὁ λόγος σου, διότι Σὺ ἔχεις ἀπόλυτον ἐξουσίαν ἐπὶ τῆς ζωῆς καὶ τοῦ θανάτου καὶ κατεβάζεις μέχρις αὐτῶν τῶν πυλῶν τοῦ θανάτου καὶ ἀνεβάζεις πάλιν ἀπ’ ἐκεῖ τοὺς εἰς ἔσχατον κίνδυνον περιελθόντας καὶ μηδεμίαν ἐλπίδα διασώσεως ἔχοντας.

Σοφ. Σολ. 16,14

ἄνθρωπος δὲ ἀποκτέννει μὲν τῇ κακίᾳ αὐτοῦ, ἐξελθὸν δὲ πνεῦμα οὐκ ἀναστρέφει οὐδὲ ἀναλύει ψυχὴν παραληφθεῖσαν.

Κολιτσάρα

Ὁ ἄνθρωπος ἐν τῇ κακίᾳ αὐτοῦ φονεύει τὸν συνάνθρωπόν του. Ἡ ψυχὴ δέ, ποὺ ἐξέρχεται ἀπὸ τὸν φονευθέντα, δὲν ἐπιστρέφει. Ὁ φονεύσας δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἀπελευθερώσῃ τὴν ψυχήν, τὴν ὁποίαν παρέλαβε πλέον ὁ ᾅδης.

Τρεμπέλα

Ἀντιθέτως ὅμως ὁ ἄνθρωπος φονεύει μὲν ἐν τῇ κακίᾳ του τὸν ὅμοιόν του, ὅταν δὲ διὰ τοῦ φόνου φύγῃ τὸ πνεῦμα ἀπὸ τὸν φονευθέντα, δὲν ἐπιστρέφει πάλιν, οὔτε ὁ φονεὺς ἠμπορεῖ νὰ λύσῃ ἀπὸ τὰ δεσμὰ τοῦ θανάτου καὶ νὰ ἐπαναφέρῃ ψυχήν, ἡ ὁποία παρελήφθη ἀπὸ τὸν Ἅδην.

Σοφ. Σολ. 16,15

Τὴν δὲ σὴν χεῖρα φυγεῖν ἀδύνατόν ἐστιν·

Κολιτσάρα

Τὴν ἰδικήν σου ὅμως παντοδύναμον χεῖρα κανεὶς δὲν ἠμπορεῖ νὰ διαφύγῃ.

Τρεμπέλα

Τὴν ἰδικήν σου ὅμως χεῖρα, ἡ ὁποία δὲν εἶναι ἀσθενής, ὅπως τῶν ἀνθρώπων αἱ χεῖρες, ἀλλ’ εἶναι παντοδύναμος, ἀδύνατον νὰ ξεφύγῃ κανείς.

Σοφ. Σολ. 16,16

ἀρνούμενοι γὰρ σε εἰδέναι ἀσεβεῖς, ἐν ἰσχύϊ βραχίονός σου ἐμαστιγώθησαν, ξένοις ὑετοῖς καὶ χαλάζαις καὶ ὄμβροις διωκόμενοι ἀπαραιτήτοις καὶ πυρὶ καταναλισκόμενοι.

Κολιτσάρα

Οἱ ἀσεβεῖς, οἱ ὁποῖοι ἠρνήθησαν νὰ σὲ γνωρίσουν καὶ σὲ ἀναγνωρίσουν ὡς Θεόν των, ἐτιμωρήθησαν μὲ τὴν δύναμιν τῆς παντοδυνάμου δεξιᾶς σου καταδιωκόμενοι ἀπὸ παράδοξα καὶ ἀνερμήνευτα νερά, ἀπὸ χαλάζας καὶ βροχάς, γινόμενοι παρανάλωμα καὶ τῆς φωτιᾶς.

Τρεμπέλα

Δι’ αὐτὸ δὲ καὶ οἱ ἀσεβεῖς, οἱ ὁποῖοι ἠρνοῦντο νὰ ἀναγνωρίσουν τὴν ἰσχὺν καὶ τὸ μεγαλεῖον σου, μὲ τὴν δύναμιν τοῦ βραχίονός σου ἐμαστιγώθησαν, καταδιωκόμενοι μὲ ἀσυνήθεις βροχὰς καὶ μὲ χαλάζας καὶ μὲ καταιγίδας, ποὺ ἦτο ἀδύνατον νὰ τὰς ἀποφύγουν, καὶ ἐξαφανιζόμενοι ἀπὸ φωτιάν.

Σοφ. Σολ. 16,17

τὸ γὰρ παραδοξότατον, ἐν τῷ πάντα σβεννύντι ὕδατι πλεῖον ἐνήργει τὸ πῦρ, ὑπέρμαχος γὰρ ὁ κόσμος ἐστὶ δικαίων·

Κολιτσάρα

Καὶ τὸ ἐκτάκτως παράδοξον εἶναι, ὅτι μέσα εἰς τὸ νερό, ὅπου τὰ πάντα σβήνονται, ἡ φωτιὰ ἔπαιρνε ἀκόμη μεγαλυτέραν δραστηριότητα, διότι πράγματι τὸ σύμπαν μάχεται ὑπὲρ τῶν δικαίων.

Τρεμπέλα

Πράγματι δὲ ἐξηφανίζοντο ἀπὸ τὴν φωτιάν. Διότι τὸ κατ’ ἐξοχὴν παράδοξον καὶ πρωτοφανὲς εἶναι, ὅτι μέσα εἰς τὸ νερό, τὸ ὁποῖον σβήνει τὰ πάντα, περισσότερον ἔκαιε καὶ ἐνεργοῦσεν ἡ φωτιά. Καὶ συνέβαινεν αὐτό, διότι τὰ στοιχεῖα καὶ αἱ δυνάμεις τοῦ φυσικοῦ κόσμου εἶναι ὑπερασπισταὶ μαχόμενοι ὑπὲρ τῶν δικαίων.

Σοφ. Σολ. 16,18

ποτὲ μὲν γὰρ ἡμεροῦτο φλόξ, ἵνα μὴ καταφλέξῃ τὰ ἐπ’ ἀσεβεῖς ἀπεσταλμένα ζῷα, ἀλλ’ αὐτοὶ βλέποντες ἴδωσιν, ὅτι Θεοῦ κρίσει ἐλαύνονται·

Κολιτσάρα

Μερικὲς φορὲς ἡ φλόγα τοῦ πυρὸς ὠλιγόστευε, διὰ νὰ μὴ κατακαύσῃ τὰ ζῶα, ποὺ ἐστέλλοντο εἰς τιμωρίαν τῶν ἀσεβῶν, καὶ διὰ νὰ τοὺς κάμῃ νὰ ἐννοήσουν ἀπὸ αὐτὸ τὸ θέαμα ὅτι ἡ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ ἦτο ἐκείνη, ποὺ τοὺς κατεδίωκε καὶ τοὺς ἐτιμωροῦσε.

Τρεμπέλα

Καὶ ἄλλοτε μὲν κατεπραύνετο ἡ φωτιά, διὰ να μὴ κατακαύσῃ τὰ ζῶα, τὰ ὁποῖα εἶχον σταλῆ ἐναντίον τῶν ἀσεβῶν Αἰγυπτίων, οἱ ὁποῖοι διὰ νὰ ἀμυνθοῦν κατ’ αὐτῶν ἤναπτον πυρὰς διὰ νὰ τὰ κατακαύσουν. Αὐτὰ ὅμως δὲν κατεκαίοντο, ἵνα βλέποντες οἱ ἀσεβεῖς οὗτοι τοῦτο ἀντιληφθοῦν ὅτι καταδιώκονται ἀπὸ τὴν δικαίαν ἀπόφασιν τοῦ Θεοῦ.

Σοφ. Σολ. 16,19

ποτὲ δὲ καὶ μεταξὺ ὕδατος ὑπὲρ τὴν πυρὸς δύναμιν φλέγει, ἵνα ἀδίκου γῆς γενήματα διαφθείρῃ.

Κολιτσάρα

Ἄλλοτε ὅμως τὸ πῦρ μέσα εἰς τὸ νερὸ ἤναπτε καὶ ἐδυνάμωνεν ἀκόμη περισσότερον τὴν φλόγα του, διὰ νὰ καταστρέψῃ τὰ προϊόντα τῆς ἀδίκου γῆς.

Τρεμπέλα

Ἄλλοτε δὲ πάλιν καὶ ἐν μέσῳ τοῦ ὕδατος καὶ τῆς βροχῆς κατέκαιεν ἡ φλόγα μὲ δύναμιν μεγαλυτέραν ἐκείνης, ποὺ ἔχει συνήθως τὸ πῦρ, διὰ νὰ καταστρέψῃ τὰ γεννήματα τῆς ἀδίκου χώρας.

Σοφ. Σολ. 16,20

ἀνθ’ ὧν ἀγγέλων τροφὴν ἐψώμισας τὸν λαόν σου καὶ ἕτοιμον ἄρτον αὐτοῖς ἀπ’ οὐρανοῦ ἔπεμψας ἀκοπιάτως πᾶσαν ἡδονὴν ἰσχύοντα καὶ πρὸς πᾶσαν ἁρμόνιον γεῦσιν·

Κολιτσάρα

Ἐνῷ, λοιπόν, ἔτσι σὺ ὁ δίκαιος Θεὸς ἐτιμωροῦσες τοὺς εἰδωλολάτρας ἐχθροὺς τοῦ λαοῦ σου, ἐξ ἀντιθέτου ἐπροστάτευσες καὶ ἔθρεψες τὸν λαόν σου μὲ τροφὴν ἀγγέλων, τοὺς ἔστειλες δηλαδὴ ἕτοιμον ἄρτον ἀπὸ τὸν οὐρανόν, χωρὶς αὐτοὶ νὰ κοπιάσουν. Ἄρτον ἱκανὸν νὰ τοὺς δώσῃ κάθε εὐχαρίστησιν καὶ κατάλληλον πρὸς κάθε ὄρεξιν.

Τρεμπέλα

Ἀντὶ δὲ αὐτῶν, μὲ τὰ ὁποῖα ἐτιμωροῦντο οἱ Αἰγύπτιοι, ἔθρεψας τὸν λαόν σου μὲ τροφὴν ἀγγελίαν καὶ τοὺς ἔδωκες ἀπὸ τὸν οὐρανόν, χωρὶς νὰ κοπιάσουν, ἕτοιμο ψωμί, ποὺ εἶχε πᾶσαν δύναμιν γλυκύτητος, ἐταίριαζε δὲ καὶ ἰκανοποιοῦσε κάθε γεῦσιν.

Σοφ. Σολ. 16,21

ἡ μὲν γὰρ ὑπόστασίς σου τὴν σὴν γλυκύτητα πρὸς τέκνα ἐνεφάνισε, τῇ δὲ τοῦ προσφερομένου ἐπιθυμίᾳ ὑπηρετῶν πρὸς ὅ τις ἐβούλετο μετεκιρνᾶτο.

Κολιτσάρα

Ἡ οὐσία καὶ ἡ ὡραία γεῦσις του παρουσίαζε καὶ ἐμαρτυροῦσε τὴν ἰδικήν σου γλυκύτητα πρὸς τὰ τέκνα σου· ἡ δὲ ἱκανότης του νὰ προσαρμόζεται καὶ νὰ ἀνταποκρίνεται πρὸς τὴν ὄρεξιν ἐκείνου, ὁ ὁποῖος τὸν ἔτρωγε, τὸν ἐκανε νὰ μεταβάλλεται εἰς ὅ,τι ὁ καθένας ἐπιθυμοῦσε.

Τρεμπέλα

Ἰκανοποιοῦσε δὲ τὸ ψωμὶ αὐτὸ κάθε γεῦσιν, διότι ἡ οὐσία, τὴν ὁποίαν Σὺ τοῦ ἔδιδες, κατεδείκνυε τὴν γλυκύτητα καὶ καλωσύνην σου πρὸς τοὺς Ἰσραηλίτας, τὰ τέκνα σου, ἀνταποκρινόμενον δὲ καὶ ἐξυπηρετοῦν τὴν ἐπιθυμίαν ἑκάστου, εἰς τὸν ὁποῖον προσεφέρετο, μετεβάλλετο εἰς ὅ,τι ὁ καθένας ἤθελε καὶ ἐπεθύμει, προσαρμοζόμενον πρὸς τὴν ὄρεξιν αὐτοῦ.

Σοφ. Σολ. 16,22

χιὼν δὲ καὶ κρύσταλλος ὑπέμεινε πῦρ καὶ οὐκ ἐτήκετο, ἵνα γνῶσιν ὅτι τοὺς τῶν ἐχθρῶν καρποὺς κατέφθειρε πῦρ φλεγόμενον ἐν τῇ χαλάζῃ καὶ ἐν τοῖς ὑετοῖς διαστράπτον·

Κολιτσάρα

Αὐτὸ τὸ μάννα, ποὺ ἔμοιαζε ὡσὰν χιόνι καὶ κρύσταλλον, ἀντεῖχε εἰς τὴν φωτιὰ καὶ δὲν ἔλυωνε, διὰ νὰ μάθουν οἱ Ἰσραηλῖται ἐπάνω εἰς τὰ πράγματα, ὅτι ἡ φωτιὰ κατέστρεψε μόνον τῶν ἐχθρῶν τοὺς καρπούς, ἔκαιεν ἀνάμεσα εἰς τὴν χάλαζαν καὶ ἀπήστραπτεν ἐν μέσῳ τῶν βροχῶν.

Τρεμπέλα

Τὸ μάννα δέ, ποὺ ὡμοίαζε πρὸς τὸ χιόνι καὶ τὸ κρύσταλλον, ἀντεῖχεν εἰς τὸ πῦρ καὶ δὲν ἔλειωνε, διὰ νὰ καταλάβουν καὶ πληροφορηθοῦν οἱ Ἰσραηλῖται, ὅτι τοὺς καρποὺς τῶν ἐχθρῶν των κατέστρεψε φωτιά, ποὺ ἔκαιε καὶ ἐφούντωνε μέσα εἰς τὸ χαλάζι καὶ ἤστραπτε μέσα εἰς τὴν βροχήν.

Σοφ. Σολ. 16,23

τοῦτο πάλιν δ’ ἵνα τραφῶσι δίκαιοι, καὶ τῆς ἰδίας ἐπιλελῆσθαι δυνάμεως.

Κολιτσάρα

Ὡς πρὸς δὲ τὸ μάννα ἐφαίνετο ὅτι τὸ πῦρ ἐλησμονοῦσε καὶ ἔχανε τὴν καυστικήν του δύναμιν. Τοῦτο δέ, διὰ νὰ τραφοῦν οἱ δίκαιοι Ἰσραηλῖται.

Τρεμπέλα

Τὸ θαυμαστὸν δὲ τοῦτο ἔγινε πάλιν, διὰ να τραφοῦν οἱ δίκαιοι Ἰσραηλῖται, καὶ αὐτὴ ἡ φωτιὰ ἀπέναντι τοῦ μάννα ἐλησμόνησε τὴν καυστικήν της δύναμιν καὶ ἰδιότητα.

Σοφ. Σολ. 16,24

ἡ γὰρ κτίσις σοι τῷ ποιήσαντι ὑπηρετοῦσα ἐπιτείνεται εἰς κόλασιν κατὰ τῶν ἀδίκων καὶ ἀνίεται εἰς εὐεργεσίαν ὑπὲρ τῶν εἰς σὲ πεποιθότων.

Κολιτσάρα

Διότι ἡ κτίσις, ὑπηρετοῦσα πάντοτε σὲ τὸν δημιουργόν της, ἄλλοτε αὐξάνει τὰς δυνάμεις της, διὰ νὰ τιμωρηθοῦν οἱ ἀσεβεῖς, καὶ ἄλλοτε τὰς μειώνει, διὰ νὰ εὐεργετηθοῦν καὶ ὠφεληθοῦν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι πιστεύουν καὶ ὑπακούουν εἰς σέ.

Τρεμπέλα

Ἐλησμόνησε δὲ ἡ φωτιὰ τὴν ἰδιότητά της, διότι ἡ Κτίσις ὑπηρετοῦσα εἰς Σέ, ὁ Ὁποῖος τὴν ἐδημιούργησες, αὐξάνει τὴν δύναμίν της πρὸς τιμωρίαν τῶν ἀδίκων καὶ χαλαρώνει ταύτην πρὸς εὐεργεσίαν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι πιστεύουν καὶ στηρίζουν τὴν ἐλπίδα των εἰς Σέ.

Σοφ. Σολ. 16,25

διὰ τοῦτο καὶ τότε εἰς πάντα μεταλλευομένη τῇ παντοτρόφῳ σου δωρεᾷ ὑπηρέτει πρὸς τὴν τῶν δεομένων θέλησιν,

Κολιτσάρα

Διὰ τοῦτο ἡ φύσις μετεβάλλετο τότε καὶ προσηρμόζετο σύμφωνα πρὸς τὰς διαταγάς, ποὺ ἔδινεν ἡ τοὺς πάντας καὶ τὰ πάντα διατρέφουσα χάρις σου, ὥστε νὰ ἐξυπηρετῇ αὐτούς, ποὺ εὑρίσκοντο εἰς διαφόρους ἀνάγκας,

Τρεμπέλα

Διότι δὲ ἡ Κτίσις Σὲ ὑπηρετεῖ, διὰ τοῦτο καὶ τότε ἡ Κτίσις μεταλλασσομένη καὶ μετασχηματιζομένη κατὰ πάντας τοὺς τρόπους ὑπηρετεῖ εἰς τὴν τὰ πάντα τρέφουσαν δωρεάν σου συμφώνως πρὸς τὴν θέλησιν τῶν ἐχόντων ἀνάγκην.

Σοφ. Σολ. 16,26

ἵνα μάθωσιν οἱ υἱοί σου, οὓς ἠγάπησας, Κύριε, ὅτι οὐχ αἱ γενέσεις τῶν καρπῶν τρέφουσιν ἄνθρωπον, ἀλλὰ τὸ ῥῆμά σου τοὺς σοὶ πιστεύοντας διατηρεῖ.

Κολιτσάρα

διὰ νὰ μάθουν ἔτσι τὰ παιδιά σου, οἱ Ἰσραηλῖται, τοὺς ὁποίους ἠγάπησες, Κύριε, ὅτι δὲν τρέφει τὸν ἄνθρωπον ἡ καρποφορία τῆς γῆς, ἀλλὰ ὁ ἰδικός σου λόγος συντηρεῖ ἐκείνους, ποὺ πιστεύουν καὶ ὑπακούουν εἰς σέ.

Τρεμπέλα

Καὶ ἐγίνοντο ὅλα αὐτά, διὰ νὰ μάθουν τὰ παιδιά σου, οἱ Ἰσραηλῖται, τοὺς ὁποίους ἠγάπησας, Κύριε, ὅτι δὲν τρέφουν τὸν ἄνθρωπον ἡ πλουσία παραγωγὴ καὶ ἄφθονος συγκομιδὴ τῶν διαφόρων καρπῶν, ἀλλ’ ὁ λόγος σου διατηρεῖ εἰς τὴν ζωὴν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι πιστεύουν εἰς Σέ.

Σοφ. Σολ. 16,27

τὸ γὰρ ὑπὸ πυρὸς μὴ φθειρόμενον ἁπλῶς ὑπὸ βραχείας ἀκτῖνος ἡλίου θερμαινόμενον ἐτήκετο,

Κολιτσάρα

Διότι τὸ μάννα, τὸ ὁποῖον δὲν κατεστρέφετο ἀπὸ τὴν φωτιάν, ἐν τούτοις, ὅταν ἐθερμαίνετο μόνον ἀπὸ κάποιον ἀκτῖνα τοῦ ἡλίου ἐπ’ ὀλίγον χρόνον, διελύετο.

Τρεμπέλα

Ἀπόδειξις δὲ τοῦ ὅτι ὁ λόγος σου εἶναι παντοδύναμος, εἶναι τὸ συμβαῖνον μὲ τὸ μάννα. Διότι αὐτό, ποὺ δὲν ἐφθείρετο οὐδὲ κατεστρέφετο ἀπὸ τὴν φωτιάν, ἔλειωνεν, ὅταν ἁπλῶς καὶ μόνον ὑπὸ ὀλίγων ἀκτίνων τοῦ ἡλίου ἐθερμαίνετο.

Σοφ. Σολ. 16,28

ὅπως γνωστὸν ᾖ ὅτι δεῖ φθάνειν τὸν ἥλιον ἐπ’ εὐχαριστίαν σου καὶ πρὸς ἀνατολὴν φωτὸς ἐντυγχάνειν σοι.

Κολιτσάρα

Τοῦτο δέ, διὰ νὰ γνωρίσουν καὶ μάθουν οἱ Ἰσραηλῖται, νὰ προφθάνουν τὴν ἀνατολὴν τοῦ ἡλίου μὲ εὐχαριστίας των πρὸς σὲ καὶ νὰ ἔρχωνται εἰς συνάντησιν καὶ λατρείαν σου κατὰ τὴν ἀνατολὴν τοῦ φωτός.

Τρεμπέλα

Ἔλειωναν δὲ τὸ μάννα καὶ ὀλίγαι ἀκόμη ἀκτῖνες, διὰ νὰ καταστῇ γνωστὸν εἰς τοὺς Ἰσμαηλίτας, ποὺ ἔπρεπε να τὸ συλλέγουν προτοῦ νὰ λειώσῃ, ὅτι πρέπει νὰ προλαμβάνουν τὸν ἥλιον καὶ τὴν ἀνατολήν του, διὰ νὰ Σὲ εὐχαριστοῦν καὶ κατὰ τὴν ἀνατολὴν τοῦ φωτὸς νὰ συνομιλοῦν μαζί Σου διὰ τῆς προσευχῆς.

Σοφ. Σολ. 16,29

ἀχαρίστου γὰρ ἐλπὶς ὡς χειμέριος πάχνη τακήσεται καὶ ῥυήσεται ὡς ὕδωρ ἄχρηστον.

Κολιτσάρα

Διότι ἡ ἐλπίς τοῦ ἀχαρίστου λυώνει ὡσὰν τὴν χειμερινὴν πάχνην, ποὺ θὰ τὴν κτυπήσῃ ὁ ἥλιος, καὶ διαρρέει καὶ χάνεται σὰν τὸ ἀχρησιμοποίητον ὕδωρ.

Τρεμπέλα

Πρέπει δὲ οὕτω πῶς νὰ δεικνύουν τὴν πρὸς τὸν Θεὸν εὐγνωμοσύνην των, διότι τοῦ ἀχαρίστου ἡ ἐλπὶς θὰ διαψευσθῇ καὶ θὰ λειώσῃ σὰν τὴν χειμωνιάτικη πάχνη, ἡ ὁποία διαλύεται ἀπὸ τὰς πρώτας ἀκτῖνας τοῦ ἡλίου, καὶ θὰ διαρρεύσῃ σὰν νερὸ ἀνωφελὲς καὶ ἀχρησιμοποίητον.