Θρῆνοι Ἰερεμίου 3
Θρ. Ἰερ. 3,1
Ἐγὼ ἀνὴρ ὁ βλέπων πτωχείαν ἐν ῥάβδῳ θυμοῦ αὐτοῦ ἐπ’ ἐμέ·
Κολιτσάρα
Ἐγὼ εἶμαι ἕνας ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ἐγνώριζα τὴν ἀθλιότητα ὑπὸ τὰ κτυπήματα τῆς ὀργῆς τοῦ Κυρίου.
Τρεμπέλα
Ἐγὼ εἶμαι ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ἔχει δοκιμασθῇ καὶ ἐξοικειωθῇ μὲ τὸν πόνον καὶ τὴν θλῖψιν κάτω ἀπὸ τὰ κτυπήματα, ποὺ μοῦ ἐπέφερεν ὁ θυμὸς τοῦ Κυρίου.
Θρ. Ἰερ. 3,2
παρέλαβέ με καὶ ἀπήγαγέ με εἰς σκότος καὶ οὐ φῶς,
Κολιτσάρα
Μὲ παρέλαβε καὶ μὲ ὡδήγησεν ὄχι εἰς τὸ φῶς, ἀλλὰ εἰς τὸ σκότος.
Τρεμπέλα
Μὲ παρέλαβε καὶ μὲ ὡδήγησεν εἰς τὸ σκοτάδι 9τὴν δυστυχίαν καὶ τὸν πόνον) καὶ ὄχι εἰς τὸ φῶς.
Θρ. Ἰερ. 3,3
πλὴν ἐν ἐμοὶ ἐπέστρεψε χεῖρα αὐτοῦ ὅλην τὴν ἡμέραν.
Κολιτσάρα
Ἐναντίον μου ἔστρεψε τὴν τιμωρὸν δεξιάν του ὅλας τὰς ἡμέρας.
Τρεμπέλα
Ἐναντίον μου καὶ ὄχι ἐναντίον κανενὸς ἄλλου ἔστρεψε τὸ τιμωρητικὸν του χέρι ἐπανειλημμένως, καθ’ ὅλην τὴν ἡμέραν.
Θρ. Ἰερ. 3,4
Ἐπαλαίωσε σάρκα μου καὶ δέρμα μου, ὀστέα μου συνέτριψεν·
Κολιτσάρα
Ἐμαύρισε με τὰ κτυπήματα καὶ ἔφθειρε τὴν σάρκα μου καὶ τὸ δέρμα μου. Συνέτριψε τὰ κόκκαλά μου.
Τρεμπέλα
Μὲ τὰ κτυπήματα ποὺ μοῦ κατέφερε καὶ τὶς πληγὲς ἔχει μελανιάσει, ἔχει φθείρει τὴν σάρκα μου καὶ τὸ δέρμα μου· συνέτριψε τὰ ὀστά μου.
Θρ. Ἰερ. 3,5
ἀνῳκοδόμησε κατ’ ἐμοῦ καὶ ἐκύκλωσε κεφαλήν μου καὶ ἐμόχθησεν,
Κολιτσάρα
Κατεσκεύασε καὶ ἔβαλεν ἐπάνω μου βαρὺν ζυγόν. Συνέσφιξε τὴν κεφαλήν μου καὶ τὴν ἔκαμε νὰ δοκιμάσῃ πόνον καὶ μόχθον.
Τρεμπέλα
Ἔκτισε γύρω-γύρω ἀπὸ ἐμὲ πρόχωμα (ὅπως αὐτοὶ ποὺ ἀποκλείουν καὶ πολιορκοῦν τὶς πόλεις) καὶ συνέσφιγξεν ὡσὰν εἰς κλοιὸν τὴν κεφαλήν μου, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ δοκιμάσῃ αὐτὴ πολὺν πόνον καὶ κόπον.
Θρ. Ἰερ. 3,6
ἐν σκοτεινοῖς ἐκάθισέ με ὡς νεκροὺς αἰῶνος.
Κολιτσάρα
Μὲ ἐκάθισεν εἰς σκοτεινοὺς τόπους, ὅπως καὶ ὅπου εἶναι οἱ ἀπ’ ἀρχαιοτάτων χρόνων νεκροί.
Τρεμπέλα
Μὲ ἔκαμε νὰ καθήσω εἰς τὸν σκοτεινὸν τῆς μαύρης συμφορᾶς Ἅδην, ὅπου λησμονημένος καὶ ἐγκαταλελειμμένος κινδυνεύω νὰ ἀποθάνω, ὅπως οἱ νεκροὶ ποὺ ἀπέθαναν πρὶν ἀπὸ πολλὰ χρόνια καὶ τοὺς ὁποίους οὐδεὶς πλέον ἐνθυμεῖται.
Θρ. Ἰερ. 3,7
Ἀνῳκοδόμησε κατ’ ἐμοῦ, καὶ οὐκ ἐξελεύσομαι, ἐβάρυνε χαλκόν μου·
Κολιτσάρα
Ὕψωσε ὁλόγυρά μου φραγμόν, ἀπὸ ὅπου δὲν ἠμπορῶ νὰ ἐξέλθω. Βαρειὲς εἶναι αἱ χάλκινες χειροπέδες μου.
Τρεμπέλα
Μὲ περιέφραξε γύρω-γύρω καὶ μὲ ἀπεμόνωσεν, ὥστε νὰ μὴ ἠμπορῶ νὰ ἐξέλθω· μὲ καταπιέζει μὲ βαρειὲς χάλκινες ἁλυσίδες εἰς τὰ χέρια.
Θρ. Ἰερ. 3,8
καί γε κεκράξομαι καὶ βοήσω, ἀπέφραξε προσευχήν μου·
Κολιτσάρα
Καὶ ὅταν ἀκόμα κράζω πρὸς αὐτὸν καὶ βοῶ ζητῶν τὴν βοήθειάν του, αὐτὸς μοῦ σταματᾶ τὴν προσευχήν· δὲν τὴν δέχεται.
Τρεμπέλα
Ἀκόμη καὶ ὅταν φωνάξω δυνατὰ καὶ βοήσω πρὸς Αὐτὸν διὰ βοήθειαν, μοῦ κλείει τὸ στόμα καὶ δὲν δέχεται τὴν προσευχήν μου.
Θρ. Ἰερ. 3,9
ἀνῳκοδόμησεν ὁδούς μου, ἐνέφραξε τρίβους μου, ἐτάραξεν.
Κολιτσάρα
Ἔκλεισε μὲ τεῖχος ὁλόγυρα τοὺς δρόμους μου, Ἔφραξε τὰς διαβάσεις μου, μὲ συνεκλόνισε μὲ τὰς θλίψεις καὶ τοὺς πόνους.
Τρεμπέλα
Ὕψωσε τεῖχος γύρω-γύρω ἀπὸ τοὺς δρόμους μου, ἔφραξε καὶ ἀπέκλεισε τὰ μονοπάτιά μου· μὲ συνετάραξε λόγῳ τῶν θλίψεων καὶ τῶν δοκιμασιῶν, ποὺ ἐπέτρεψε νὰ μὲ κτυπήσουν.
Θρ. Ἰερ. 3,10
Ἄρκος ἐνεδρεύουσα αὐτός μοι, λέων ἐν κρυφαίοις·
Κολιτσάρα
Ἔγινεν εἰς ἐμὲ ὁ Κύριος ὡσὰν παραμονεύουσα ἄρκτος, ἄγρυπνος λέων εἰς κρύφους τόπους.
Τρεμπέλα
Δι’ ἐμὲ ὁ Κύριος ἔγινε ὡσὰν ἀρκούδα, ἡ ὁποία παραμονεύει τὸ θήραμά της, καὶ ὡσὰν λιοντάρι, τὸ ὁποῖον καραδοκεῖ εἰς κρυφοὺς τόπους ἄγρυπνον κατὰ τοῦ θύματός του.
Θρ. Ἰερ. 3,11
κατεδίωξεν ἀφεστηκότα καὶ κατέπαυσέ με, ἔθετό με ἠφανισμένην.
Κολιτσάρα
Μὲ κατεδίωξε, καθὼς ἔφευγα μακράν, καὶ μὲ συνέλαβε. Μὲ ἐσταμάτησε, μὲ ἐξηφάνισε κάτω ἀπὸ τὰ πλήγματα τῆς θείας του δικαιοσύνης.
Τρεμπέλα
Μὲ κατεδίωξε, καθὼς ἔτρεχα νὰ φύγω μακριά, μὲ ἐπρόφθασε, μὲ ἐσταμάτησε καὶ μὲ συνέλαβε· μὲ ἐκτύπησε καὶ μὲ ἐξαφάνισε.
Θρ. Ἰερ. 3,12
ἐνέτεινε τόξον αὐτοῦ καὶ ἐστήλωσέ με ὡς σκοπὸν εἰς βέλος.
Κολιτσάρα
Ἐτέντωσε τὸ τόξον του, μὲ ἔστησεν ὡς στόχον εἰς τὰ βέλη του.
Τρεμπέλα
Ἐτέντωσε τὸ τόξον του καὶ μὲ ἔστησεν ὡς στόχον διὰ τὰ βέλη του.
Θρ. Ἰερ. 3,13
Εἰσήγαγεν ἐν τοῖς νεφροῖς μου ἰοὺς φαρέτρας αὐτοῦ·
Κολιτσάρα
Ἐφύτευσεν εἰς τὰ νεφρά μου τὰ δηλητηριασμένα βέλη τῆς φαρέτρας του.
Τρεμπέλα
Ἐξετόξευσε καὶ ἐφύτευσε μέσα εἰς τὰ νεφρά μου τὰ ἀλειμμένα μὲ θανατηφόρον δηλητήριον βέλη τῆς φαρέτρας του.
Θρ. Ἰερ. 3,14
ἐγενήθην γέλως παντὶ λαῷ μου, ψαλμὸς αὐτῶν ὅλην τὴν ἡμέραν·
Κολιτσάρα
Ἔγινα περίγελως εἰς ὅλον τὸν λαόν μου, εἰρωνικὸν τραγούδι τῶν ὅλας τὰς ἡμέρας.
Τρεμπέλα
Ἔγινα ἀντικείμενον γέλωτος καὶ χλευασμοῦ εἰς ὅλον τὸν λαόν μου, εἰρωνικὸν τραγούδι των ὅλην τὴν ἡμέραν.
Θρ. Ἰερ. 3,15
ἐχόρτασέ με πικρίας, ἐμέθυσέ με χολῆς.
Κολιτσάρα
Μὲ ἐχόρτασεν ἀπὸ πικρίας, μὲ ἐπότισε καὶ μὲ ἐμέθυσεν ἀπὸ κατάπικρον χολήν.
Τρεμπέλα
Μὲ ἐχόρτασεν ἀπὸ πικρίαν, μὲ ἐπότισε καὶ μὲ ἐμέθυσεν ἀπὸ κατάπικρη χολήν.
Θρ. Ἰερ. 3,16
Καὶ ἐξέβαλε ψήφῳ ὀδόντας μου, ἐψώμισέ με σποδόν·
Κολιτσάρα
Ἔσπασε μὲ χαλίκια τὰ δόντια μου καὶ μοῦ τὰ ἔβγαλε. Μοῦ ἔδωκεν ἀντὶ ἄρτου στάκτην.
Τρεμπέλα
Ἔσπασε τὰ δόντια μου μὲ μικρὴ πέτρα (χαλίκι) καὶ μοῦ τὰ ἔβγαλε· μοῦ ἔδωκε δὲ ἀντὶ ψωμί, στάκτην!
Θρ. Ἰερ. 3,17
καὶ ἀπώσατο ἐξ εἰρήνης ψυχήν μου,
Κολιτσάρα
Ἐδίωξε τὴν εἰρήνην ἀπὸ τὴν ζωήν μου.
Τρεμπέλα
Μοῦ ἐστέρησε τὴν εἰρήνην, τὴν ἀπεμάκρυνεν ἀπὸ τὴν ζωήν μου·
Θρ. Ἰερ. 3,18
ἐπελαθόμην ἀγαθά, καὶ εἶπα· ἀπώλετο νῖκός μου καὶ ἡ ἐλπίς μου ἀπὸ Κυρίου.
Κολιτσάρα
Καὶ εἰς αὐτὴν τὴν θλιβερὰν κατάστασιν εὑρισκόμενος ἐλησμόνησα, ὅτι ὑπάρχουν ἀγαθὰ εἰς τὴν γῆν καὶ εἶπα: Ἐχάθη πλέον ἀπὸ ἐμὲ ὁριστικῶς ἡ νίκη μου κατὰ τῶν συμφορῶν καὶ τῶν ἐχθρῶν, καὶ ἡ ἐλπίς μου ἀπὸ τὸν Κύριον.
Τρεμπέλα
ἐλησμόνησα τὰ ἀγαθὰ καὶ τὶ εἶναι εὐτυχία καὶ εἶπα κατ’ ἐμαυτόν: «Ἐχάθη πλέον ὁριστικῶς ἡ νίκη μου κατὰ τῶν συμφορῶν καὶ τῶν ἐχθρῶν, καὶ κάθε ἐλπίδα μου ποὺ ἐστήριζα εἰς τὸν Κύριον».
Θρ. Ἰερ. 3,19
Ἐμνήσθην ἀπὸ πτωχείας μου καὶ ἐκ διωγμοῦ μου πικρίας καὶ χολῆς μου·
Κολιτσάρα
Βυθισμένος εἰς τὰς θλίψεις καὶ εἰς τοὺς διωγμούς μου σκέπτομαι καὶ ξανασκέπτομαι τὰς πικρίας μου, τὰς συμφοράς μου, ποὺ εἶναι πικραὶ ὅπως ἡ χολή.
Τρεμπέλα
Εἰς τὴν ἀπελπιστικὴν αὐτὴν κατάστασιν σκέπτομαι συνεχῶς, λόγῳ τῆς ἀθλιότητος, τοῦ πόνου καὶ τῶν διωγμῶν μου, μόνον δυστυχίες καὶ συμφορές, οἱ ὁποῖες εἶναι κατάπικρες, ὅπως ἡ χολή.
Θρ. Ἰερ. 3,20
μνησθήσεται καὶ καταδολεσχήσει ἐπ’ ἐμὲ ἡ ψυχή μου·
Κολιτσάρα
Αὐτὰ πάντοτε ἀναλογίζομαι, μὲ αὐτὰ ἀσχολεῖται συνεχῶς ἡ ψυχή μου.
Τρεμπέλα
Αὐτὰ ἐνθυμοῦμαι συνεχῶς καὶ γύρω ἀπὸ αὐτὰ συγκεντρώνω τὴν διάνοιάν μου καὶ τὰ μελετῶ κατ’ ἐμαυτόν.
Θρ. Ἰερ. 3,21
ταύτην τάξω εἰς τὴν καρδίαν μου, διὰ τοῦτο ὑπομενῶ.
Κολιτσάρα
Αὐτὴν τὴν θλῖψιν ἀνακαλῶ συνεχῶς εἰς τὴν καρδίαν μου· διὰ τὴν ἀπαλλαγήν μου ἀπὸ αὐτὴν δεικνύω ὑπομονὴν καὶ ἔχω ἐλπίδα.
Τρεμπέλα
Τὴν ἐνθύμησιν αὐτὴν τῆς ἀκριβοῦς γνώσεως τῆς καταστάσεώς μου θὰ ἐναποθέσω εἰς τὴν καρδίαν μου καὶ θὰ ὑπομείνω τὴν παιδαγωγίαν τοῦ Θεοῦ μὲ ἐλπίδα εἰς τὸ ἔλεός του.
Θρ. Ἰερ. 3,22
Τὰ ἐλέη Κυρίου, ὅτι οὐκ ἐξέλιπέ με, ὅτι οὐ συνετελέσθησαν οἱ οἰκτιρμοὶ αὐτοῦ· μῆνας εἰς τὰς πρωΐας ἐλέησον, Κύριε, ὅτι οὐ συνετελέσθημεν, ὅτι οὐ συνετελέσθησαν οἱ οἰκτιρμοὶ αὐτοῦ.
Κολιτσάρα
Εἰς τὰ ἐλέη τοῦ Κυρίου ἐλπίζω, διότι αὐτὰ δὲν μὲ ἐγκατέλειψαν. Δὲν ἐξηντλήθησαν οἱ οἰκτιρμοί του. Κάθε ἡμέραν ὅλους αὐτοὺς τοὺς μῆνας κράζω· ἐλέησέ με, Κύριε, διότι οὔτε ἡμεῖς ἐχάθημεν οὔτε οἱ οἰκτιρμοί σου ἐξηντλήθησαν.
Τρεμπέλα
Διότι ἀσφαλῶς τὰ ἐλέη καὶ ἡ εὐσπλαγχνία τοῦ Θεοῦ δὲν ἔπαυσαν νὰ ἐκδηλώνωνται πρὸς Ἐμέ, ἐπειδὴ δὲν ἐξηντλήθησαν οἱ οἰκτιρμοί του. Κάθε ἡμέραν ὅλους τοὺς μῆνες φωνάζω καὶ ἱκετεύω, Κύριε, ἐλέησον, διότι οὔτε ἐμεῖς ἐχαθήκαμε ἐντελῶς, ἀλλ’ οὔτε καὶ οἱ οἰκτιρμοὶ καὶ ἡ εὐσπλαγχνία σου ἐξηντλήθησαν.
Θρ. Ἰερ. 3,23
καινὰ εἰς τὰς πρωΐας, πολλὴ ἡ πίστις σου.
Κολιτσάρα
Καθ’ ἑκάστην πρωΐαν νέα ἐλέη ἐξαποστέλλεις· μεγάλη εἶναι ἡ ἀξιοπιστία σου, Κύριε.
Τρεμπέλα
Κάθε πρωῒ στέλλεις καινούργια ἐλέη καὶ οἰκτιρμούς· ἡ ἀξιοπιστία σου, Κύριε, εἶναι πολὺ μεγάλη.
Θρ. Ἰερ. 3,24
μερίς μου Κύριος, εἶπεν ἡ ψυχή μου· διὰ τοῦτο ὑπομενῶ αὐτῷ.
Κολιτσάρα
Τὸ μερίδιον τῆς κληρονομίας μου εἶναι ὁ Κύριος, ἔτσι εἶπεν ἡ ψυχή μου. Δὰ τοῦτο ὑπομένω καὶ περιμένω ἀπὸ Αὐτὸν σωτηρίαν.
Τρεμπέλα
Δὲν ἔχω ἄλλο καταφύγιον, εἰς τὸ ὁποῖον νὰ προσφύγω· μερίδιον τῆς κληρονομίας μου εἶναι ὁ Κύριος, εἶπεν ἡ ψυχή μου. Διὰ τοῦτο θὰ περιμένω τὴν σωτηρίαν μὲ πολλὴν ὑπομονὴν καὶ ἔχων ἀκράδαντον ἐλπίδα εἰς τὴν βοήθειαν τοῦ Κυρίου.
Θρ. Ἰερ. 3,25
Ἀγαθὸς Κύριος τοῖς ὑπομένουσιν αὐτόν, ψυχὴ ἣ ζητήσει αὐτὸν ἀγαθὸν
Κολιτσάρα
Ἀγαθὸς καὶ εὐεργετικὸς εἶναι ὁ Κύριος εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δεικνύουν ὑπομονήν, πρὸς αὐτόν. Ψυχὴ δέ, ἡ ὁποία θὰ ζητήσῃ μὲ πίστιν κάτι τὸ ἀγαθὸν ἀπὸ αὐτὸν
Τρεμπέλα
Ὁ Κύριος εἶναι ἀγαθὸς καὶ εὐεργετικὸς εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι τὸν ὑπομένουν καὶ τὸν ἐμπιστεύονται· ἡ ψυχὴ ἐκείνη ποὺ θὰ τὸν ἀναζητήσῃ ὡς ἀγαθόν (ἤ, κατ’ ἄλλην ἑρμηνείαν: Θὰ ζητήσῃ ἀπὸ αὐτὸν μὲ πίστιν κάποιο ἀγαθόν),
Θρ. Ἰερ. 3,26
καὶ ὑπομενεῖ καὶ ἡσυχάσει εἰς τὸ σωτήριον Κυρίου.
Κολιτσάρα
καὶ θὰ δείξῃ ὑπομονήν, θὰ εὔρη ἀνάπαυσιν καὶ εἰρήνην εἰς τὴν σωτηρίαν της ἐκ μέρους τοῦ Κυρίου.
Τρεμπέλα
θὰ δείξῃ ὑπομονήν, καὶ ἀνάπαυσιν θὰ εὕρῃ εἰς τὴν σωτηρίαν τῆς ἐκ μέρους τοῦ Κυρίου.
Θρ. Ἰερ. 3,27
ἀγαθὸν ἀνδρί, ὅταν ἄρῃ ζυγὸν ἐν νεότητι αὐτοῦ.
Κολιτσάρα
Εἶναι καλὸν διὰ τὸν ἄνθρωπον, ὅταν σηκώνῃ μὲ πίστιν καὶ ὑπομονὴν τὸν ζυγὸν τῶν θλίψεων ἀπὸ τὴν νεότητα του.
Τρεμπέλα
Εἶναι καλόν, χρήσιμον καὶ ὠφέλιμον διὰ τὸν ἄνθρωπον νὰ σηκώνῃ, μὲ ὑπομονὴν καὶ ἐμπιστοσύνην εἰς τὸν Θεόν, ἀπὸ τὴν νεότητά του τὸν ζυγὸν τῶν δοκιμασιῶν, τὶς ὁποῖες παραχωρεῖ εἰς αὐτὸν ὁ Κύριος.
Θρ. Ἰερ. 3,28
Καθήσεται κατὰ μόνας καὶ σιωπήσεται, ὅτι ᾖρεν ἐφ’ ἑαυτῷ·
Κολιτσάρα
Θὰ καθίσῃ κατὰ μόνας, θὰ μείνῃ σιωπηλός, διότι σηκώνει μὲ ἀνδρείαν τὸν ζυγὸν τῆς δοκιμασίας του.
Τρεμπέλα
Νὰ καθήσῃ κατάμονος, χωρισμένος ἀπὸ τοὺς ἄλλους καὶ σιωπηλός, διότι σηκώνει μὲ καρτερίαν, ἐλπίδα καὶ ἀνδρείαν τὸν ζυγὸν τῶν δοκιμασιῶν του·
Θρ. Ἰερ. 3,30
δώσει τῷ παίοντι αὐτὸν σιαγόνα, χορτασθήσεται ὀνειδισμῶν.
Κολιτσάρα
Ὅταν ὁ Κύριος τὸν κτυπᾷ θὰ στρέφῃ τὴν παρειὰν του πρὸς αὐτόν. Θὰ χορτάσῃ ἀπὸ ὀνειδισμούς, θὰ ὑπομείνῃ αὐτά,
Τρεμπέλα
νὰ γυρίζῃ τὴν σιαγόνα του εἰς τὸν Κύριον, ὁ Ὁποῖος τὸν ραπίζει σύμφωνα μὲ τὴν στοργικὴν παιδαγωγίαν του, καὶ νὰ χορτάσῃ ἀπὸ ὀνειδισμούς.
Θρ. Ἰερ. 3,31
Ὅτι οὐκ εἰς τὸν αἰῶνα ἀπώσεται Κύριος.
Κολιτσάρα
καὶ ἃς εἶναι βέβαιος ὅτι ὁ Κύριος δὲν θὰ τὸν ἀπωθήσῃ διὰ παντός.
Τρεμπέλα
(Ἂς ὑπομείνῃ ὅλα αὐτὰ μὲ καρτερίαν,) διότι ὁ Κύριος δὲν πρόκειται νὰ τὸν ἀπορρίψῃ καὶ νὰ τὸν ἀπωθήσῃ παντοτινά.
Θρ. Ἰερ. 3,32
ὅτι ὁ ταπεινώσας οἰκτειρήσει κατὰ τὸ πλῆθος τοῦ ἐλέους αὐτοῦ·
Κολιτσάρα
Διότι ὁ Κύριος, ὁ ὁποῖος τὸν ἐταπείνωσε, θὰ τὸν λυπηθῇ καὶ θὰ τὸν ἐλεήσῃ σύμφωνα μὲ τὸ ἀπροσμέτρητον μέγα ἔλεός του.
Τρεμπέλα
Διότι Ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος τὸν ἐταπείνωσε θὰ τὸν λυπηθῇ καὶ θὰ τὸν εὐσπλαγχνισθῇ σύμφωνα μὲ τὸ ἄπειρον ἔλεός του.
Θρ. Ἰερ. 3,33
ὅτι οὐκ ἀπεκρίθη ἀπὸ καρδίας αὐτοῦ καὶ ἐταπείνωσεν υἱοὺς ἀνδρός.
Κολιτσάρα
Διότι δὲν εἶναι ὅτι ὁ Κύριός μὲ εὐχαρίστησιν ταπεινώνει καὶ θλίβει τοὺς υἱοὺς τῶν ἀνθρώπων.
Τρεμπέλα
Διότι ὁ φιλάνθρωπος καὶ ἐλεήμων Κύριος παιδαγωγεῖ τὸν ἄνθρωπον πρὸς ὠφέλειαν καὶ δὲν τιμωρεῖ οὔτε ταπεινώνει τοὺς υἱοὺς τῶν ἀνθρώπων μὲ εὐχαρίστησιν, ἐπειδὴ τοῦ ἀρέσει.
Θρ. Ἰερ. 3,34
Τοῦ ταπεινῶσαι ὑπὸ τοὺς πόδας αὐτοῦ πάντας δεσμίους γῆς,
Κολιτσάρα
Δὲν θέλει νὰ ποδοπατοῦνται κάτω ἀπὸ τοὺς πόδας τοῦ νικητοῦ ὅλοι οἱ αἰχμάλωτοι τῆς χώρας,
Τρεμπέλα
Τὸ νὰ ταπεινώνωνται καὶ νὰ ποδοπατοῦνται ἀπὸ τὸν νικητὴν ὅλοι οἱ αἰχμάλωτοι μιᾶς χώρας, ἡ ὁποία ἡττήθη·
Θρ. Ἰερ. 3,35
τοῦ ἐκκλῖναι κρίσιν ἀνδρὸς κατέναντι προσώπου Ὑψίστου,
Κολιτσάρα
νὰ διαστρέφεται καὶ νὰ καταπατῆται τὸ δίκαιον ἑνὸς ἀνθρώπου ἐνώπιον τοῦ Ὑψίστου Θεοῦ.
Τρεμπέλα
τὸ νὰ διαστρέφεται καὶ νὰ καταπατῆται τὸ δίκαιον ἑνὸς ἀνθρώπου κατὰ τρόπον προσβλητικὸν ἐνώπιον τοῦ Ὑψίστου Θεοῦ·
Θρ. Ἰερ. 3,36
καταδικάσαι ἄνθρωπον ἐν τῷ κρίνεσθαι αὐτὸν Κύριος οὐκ εἶπε.
Κολιτσάρα
Ποτὲ δὲν ἔδωσεν ἐντολὴν ὁ Κύριος νὰ καταδικάζεται ἐνας ἀθῷος ἄνθρωπος εἰς κάποιαν δίκην.
Τρεμπέλα
τὸ νὰ καταδικάζεται εἰς μίαν δίκην μὲ δόλον ἄνθρωπος ἀθῶος, ὅλα αὐτὰ δὲν τὰ διέταξεν οὔτε τὰ ἠθέλησεν ὁ Κύριος.
Θρ. Ἰερ. 3,37
Τίς οὕτως εἶπε, καὶ ἐγενήθη; Κύριος οὐκ ἐνετείλατο.
Κολιτσάρα
Ποιὸς ἔδωσε τέτοιαν διαταγὴν καὶ ἔγιναν αὐτά; Ὁ Κύριος δὲν ἔδωσε τέτοιας ἐντολάς.
Τρεμπέλα
Ποῖος ἔδωσε τέτοιαν διαταγὴν καὶ ἔγιναν αὐτά; Ὁ Κύριος δὲν διέταξε τέτοια πράγματα.
Θρ. Ἰερ. 3,38
ἐκ στόματος Ὑψίστου οὐκ ἐξελεύσεται τὰ κακὰ καὶ τὸ ἀγαθόν;
Κολιτσάρα
Ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ Κυρίου δὲν θὰ ἐξέλθῃ ἡ ἐντολὴ διὰ τὸ καλὸν καὶ ἡ παραχώρησις διὰ τὸ κακόν;
Τρεμπέλα
Διότι ἀπὸ ποὺ ἀλλοῦ, παρὰ ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ Κυρίου δὲν θὰ ἐξέλθῃ ἡ ἐντολὴ διὰ τὸ ἀγαθὸν καὶ ἡ παραχώρησις διὰ τὴν τιμωρίαν καὶ τὸ κακόν;
Θρ. Ἰερ. 3,39
τί γογγύσει ἄνθρωπος ζῶν, ἀνὴρ περὶ τῆς ἁμαρτίας αὐτοῦ;
Κολιτσάρα
Διατί, λοιπόν, παραπονεῖται κάθε ἄνθρωπος, ἐπειδὴ τιμωρεῖται ἐξ αἰτίας τῶν ἁμαρτιῶν του;
Τρεμπέλα
Διατί λοιπὸν κάθε ζωντανὸς ἄνθρωπος νὰ ἀγανακτήσῃ παραπονούμενος, ἐπειδὴ τιμωρεῖται διὰ τὶς ἁμαρτίες ποὺ πράττει ὁ ἴδιος μὲ τὴν ἐλευθέραν θέλησίν του;
Θρ. Ἰερ. 3,40
Ἐξηρευνήθη ἡ ὁδὸς ἡμῶν καὶ ἠτάσθη, καὶ ἐπιστρέψομεν ἕως Κυρίου·
Κολιτσάρα
Ἂς ἀνερευνήσωμεν ἐπιμελῶς τὸν δρόμον τῆς ζωῆς μας, ἂς τὸν ἐξετάσωμεν μὲ προσοχήν, καὶ ἂς ἐπιστρέψωμεν ἐν μετανοίᾳ πάλιν πρὸς τὸν Κύριον.
Τρεμπέλα
Ἂς ἐρευνήσωμεν λοιπὸν μὲ ἐνδιαφέρον καὶ ἐπιμέλειαν τὴν ὅλην ἀναστροφὴν καὶ συμπεριφοράν μας, ἂς τὴν ἐξετάσωμεν καὶ ἂς σκεφθῶμεν βαθιὰ καὶ ἂς ἐπιστρέψωμεν μὲ μετάνοιαν εἰς τὸν Κύριον.
Θρ. Ἰερ. 3,41
ἀναλάβωμεν καρδίας ἡμῶν ἐπὶ χειρῶν πρὸς ὑψηλὸν ἐν οὐρανῷ·
Κολιτσάρα
Ἂς πιάσωμεν μὲ τὰ δυό μας τὰ χέρια τὰς καρδίας μας, ἂς τὰς ἀνυψώσωμεν πρὸς τὸν οὐρανόν.
Τρεμπέλα
Ἂς πιάσωμεν μὲ τὰ χέρια τὶς καρδιές μας καὶ ἄς τὶς ὑψώσωμεν ἀπὸ τὰ γήϊνα πρὸς τὸν ὑψηλὸν Θεόν, ὁ Ὁποῖος κατοικεῖ εἰς τὸν οὐρανόν.
Θρ. Ἰερ. 3,42
ἡμαρτήσαμεν, ἠσεβήσαμεν, καὶ οὐχ ἱλάσθης.
Κολιτσάρα
Ἂς ὁμολογήσωμεν ὅτι ἡμαρτήσαμεν, διεπράξαμεν ἀσεβείας· καὶ διὰ τοῦτο ὁ Θεὸς ἐν τῇ δικαιοσύνῃ του δὲν ἐφάνη ἵλεως πρὸς ἡμᾶς.
Τρεμπέλα
Ἂς ὁμολογήσωμεν ὅτι ἔχομεν ἁμαρτήσει, ὅτι ἔχομεν ἀσεβήσει, καὶ ἑπομένως δικαίως δὲν ἐφάνης (Κύριε) εὐσπλαγχνικὸς ἀπέναντί μας καὶ δικαίως πάσχομεν.
Θρ. Ἰερ. 3,43
Ἐπεσκέπασας ἐν θυμῷ καὶ ἀπεδίωξας ἡμᾶς· ἀπέκτεινας, οὐκ ἐφείσω.
Κολιτσάρα
Ἐπάνω εἰς τὸν δίκαιον θυμόν σου ἐσκέπασες τὸ πρόσωπόν σου, διὰ νὰ μὴ μᾶς ἴδῃς· καὶ μᾶς ἐξεδίωξες, μᾶς ἐθανάτωσες καὶ δὲν μᾶς ἐλυπήθης.
Τρεμπέλα
Ἐπάνω εἰς τὸν δίκαιον θυμόν σου διὰ τὶς ἀσέβειές μας ἐσκέπασες καὶ ἔκαμες ὥστε νὰ μὴ φαίνεται τὸ πρόσωπόν σου (ἤ, κατ’ ἄλλην ἑρμηνείαν: Μᾶς ἐκάλυψες διὰ τοῦ θυμοῦ σου) καὶ μᾶς ἔδιωξες μακριά· μᾶς ἐφόνευσες καὶ δὲν μᾶς ἐλυπήθης.
Θρ. Ἰερ. 3,44
Ἐπεσκέπασας νεφέλην σεαυτῷ ἕνεκεν προσευχῆς,
Κολιτσάρα
Ἐσκέπασες τὸ πρόσωπόν σου μὲ νεφέλην, ὥστε νὰ μὴ φανῇ ἐνώπιόν σου ἡ προσευχή μας.
Τρεμπέλα
Κατεκάλυψες τὸ πρόσωπόν σου μὲ πυκνὸν σύννεφον, ὥστε νὰ μὴ ἠμπορῇ νὰ τὸ διαπεράσῃ ἡ προσευχή μας καὶ νὰ φθάσῃ εἰς Σέ·
Θρ. Ἰερ. 3,45
καμμύσαι με καὶ ἀπωσθῆναι ἔθηκας ἡμᾶς ἐν μέσῳ τῶν λαῶν.
Κολιτσάρα
Ἔκλεισες τὰ μάτια σου ἀπὸ ἐμέ, μὲ ἀπώθησες, μᾶς διεσκόρπισες ἐν μέσῳ ξένων λαῶν.
Τρεμπέλα
ἔκλεισες τὰ μάτια σου ἀπὸ ἐμέ, μὲ περιεφρόνησες καὶ μὲ ἀπώθησες· μᾶς διεσκόρπισες μεταξὺ τῶν ξένων λαῶν.
Θρ. Ἰερ. 3,46
Διήνοιξαν ἐφ’ ἡμᾶς τὸ στόμα αὐτῶν πάντες οἱ ἐχθροὶ ἡμῶν·
Κολιτσάρα
Ἔτσι δὲ ὅλοι οἱ ἐχθροί μας ἤνοιξαν διάπλατα τὸ στόμα των, διὰ νὰ μᾶς καταπίουν.
Τρεμπέλα
Ἄνοιξαν διάπλατα τὸ στόμα των λοιδοροῦντες ἢ ζητοῦντες νὰ μᾶς καταπιοῦν ὅλοι οἱ ἐχθροί μας.
Θρ. Ἰερ. 3,47
φόβος καὶ θυμὸς ἐγενήθη ἡμῖν, ἔπαρσις καὶ συντριβή.
Κολιτσάρα
Φόβος μᾶς ἐκυρίευσεν ἐξ αἰτίας τοῦ δικαίου θυμοῦ σου. Μᾶς ἐσήκωσες ὑψηλὰ καὶ μᾶς συνέτριψες κάτω.
Τρεμπέλα
Ἀπὸ τὶς ποικίλες συμφορὲς ποὺ μᾶς ἐκτύπησαν καὶ ἐξ αἰτίας τοῦ δικαίου θυμοῦ σου μᾶς ἐκυρίευσε φόβος· οἱ ἐχθροί, ἐπαιρόμενοι ἐναντίον μας, μᾶς συνέτριψαν (ἤ, κατ’ ἄλλην ἑρμηνείαν: Συνετρίβημεν λόγῳ τῆς ἐπάρσεως καὶ τῆς ἀλαζονείας μας).
Θρ. Ἰερ. 3,48
ἀφέσεις ὑδάτων κατάξει ὁ ὀφθαλμός μου ἐπὶ τὸ σύντριμμα τῆς θυγατρὸς τοῦ λαοῦ μου.
Κολιτσάρα
Χειμάρρους ὑδάτων θὰ ἀναβλύσουν οἱ ὀφθαλμοί μας διὰ τὴν συντριβὴν τῆς θυγατρὸς τοῦ λαοῦ μου, τῆς Ἱερουσαλήμ.
Τρεμπέλα
Ἀσταμάτητοι χείμαρροι δακρύων θὰ τρέξουν ἀπὸ τὰ μάτια μου διὰ τὴν συντριβὴν καὶ ἐρήμωσιν τῆς θυγατέρας τοῦ λαοῦ μου, τῆς Ἱερουσαλήμ.
Θρ. Ἰερ. 3,49
Ὁ ὀφθαλμός μου κατεπόθη, καὶ οὐ σιγήσομαι τοῦ μὴ εἶναι ἔκνηψιν,
Κολιτσάρα
Ἐπνίγησαν εἰς τὰ δάκρυα οἱ ὀφθαλμοί μου. Δὲν θὰ παύσω νὰ θρηνῶ καὶ νὰ κλαίω, διότι δὲν ὑπάρχει εἰς ἐμὲ τρόπος ἀνανήψεως καὶ σωτηρίας.
Τρεμπέλα
Τὰ μάτια μου ἐπνίγησαν εἰς τὰ δάκρυα, ἐσκοτείνιασαν δὲν θὰ παύσω δὲ νὰ θρηνῶ καὶ νὰ κλαίω, διότι δὲν ὑπάρχει δι’ ἐμὲ ὁ Κύριος νὰ ἀγρυπνῇ, ἀφοῦ δὲν μὲ προσέχει λόγῳ τῶν ἁμαρτιῶν μου.
Θρ. Ἰερ. 3,50
ἕως οὗ διακύψῃ καὶ ἴδῃ Κύριος ἐξ οὐρανοῦ·
Κολιτσάρα
Θὰ πενθῶ καὶ θὰ κλαίω, μέχρις ὅτου ὁ Κύριος σκύψῃ ἀπὸ τὸν οὐρανὸν καὶ ἴδῃ τὴν θλῖψιν μου.
Τρεμπέλα
Δὲν θὰ σταματήσω νὰ θρηνῶ, μέχρις ὅτου ὁ Κύριος συγκαταβῇ καὶ σκύψῃ ἀπὸ τὸν οὐρανὸν καὶ ἰδῇ τὴν μεγάλην δοκιμασίαν μου.
Θρ. Ἰερ. 3,51
ὁ ὀφθαλμός μου ἐπιφυλλιεῖ ἐπὶ τὴν ψυχήν μου παρὰ πάσας θυγατέρας πόλεως.
Κολιτσάρα
Τὰ δάκρυα τῶν ὀφθαλμῶν μου καταπονοῦν τὴν ψυχήν μου. Κλαίω δι’ ὅλας τὰς θυγατέρας τῆς πόλεως.
Τρεμπέλα
Τὰ δάκρυα ποὺ χύνονται ἀπὸ τὰ μάτια μου δὲν μὲ ἀνακουφίζουν, ἀλλὰ μὲ κουράζουν, τρυγοῦν κυριολεκτικά (ἀπομυζοῦν) τὴν ψυχήν μου δι’ ὅλες (ἤ, κατ’ ἄλλους: Περισσότερον ἀπὸ ὅλες) τὶς θυγατέρες τῆς πόλεως.
Θρ. Ἰερ. 3,52
Θηρεύοντες ἐθήρευσάν με ὡς στρουθίον πάντες οἱ ἐχθροί μου δωρεάν,
Κολιτσάρα
Ὅλοι οἱ ἐχθροί μου ἐντελῶς ἀδίκως μὲ ἐκυνήγησαν μὲ ἐπιμονήν, ὡσὰν στρουθίον.
Τρεμπέλα
Ἀναιτίως, ἀδίκως, χωρὶς ἀφορμὴν ὅλοι οἱ ἐχθροί μου μὲ ἐκυνήγησαν ἐπιμόνως, ὅπως κυνηγοῦν τὰ σπουργίτια.
Θρ. Ἰερ. 3,53
ἐθανάτωσαν ἐν λάκκῳ ζωήν μου καὶ ἐπέθηκαν λίθον ἐπ’ ἐμοί.
Κολιτσάρα
Μὲ ἔρριψαν εἰς τὸν τάφον ὡς νεκρόν· ἔβαλαν εἰς τὸ στόμιον τοῦ λάκκου βαρὺν λίθον.
Τρεμπέλα
Μὲ ἔρριψαν εἰς τὸν λάκκον ὡσὰν νεκρόν, καὶ ἔκλεισαν τὸ στόμιον τοῦ λάκκου μὲ βαρὺν λίθον.
Θρ. Ἰερ. 3,54
ὑπερεχύθη ὕδωρ ἐπὶ τὴν κεφαλήν μου· εἶπα· ἀπῶσμαι.
Κολιτσάρα
Ἐπλημμύρισε τὸ νερό, ἐσκέπασε τὴν κεφαλήν μου. Εἶπα· ἔχω πλέον χάσει κάθε ἐλπίδα σωτηρίας.
Τρεμπέλα
Ἐπλημμύρισε τὸ νερόν, ἐσκέπασε τὴν κεφαλήν μου. Εἶπα: «Ἐχάθηκα! Ἔχασα κάθε ἐλπίδα νὰ ἐπιζήσω!»
Θρ. Ἰερ. 3,55
Ἐπεκαλεσάμην τὸ ὄνομά σου, Κύριε, ἐκ λάκκου κατωτάτου·
Κολιτσάρα
Προσηυχήθην καὶ ἐπεκαλέσθην τὸ ὄνομά σου, Κύριε, ἀπὸ τὸν βαθύτατον αὐτὸν λάκκον.
Τρεμπέλα
Τότε ἐπικαλέσθηκα τὸ ὄνομά σου, Κύριε, ἀπὸ τὸν βαθύτατον ἐκεῖνον λάκκον.
Θρ. Ἰερ. 3,56
φωνήν μου ἤκουσας· μὴ κρύψῃς τὰ ὦτά σου εἰς τὴν δέησίν μου.
Κολιτσάρα
Σὺ δὲ ἤκουσες τὴν φωνὴν τῆς προσευχῆς, μου. Δὲν ἔκλεισες τὰ αὐτιά σου εἰς τὴν δέησίν μου.
Τρεμπέλα
Σὺ δὲ ἄκυυσες τὴν ἰκετευτικὴν φωνήν μου μὴ ἀπυσύρῃς τὰ αὐτιά σου ἀπὸ τοῦ νὰ ἀκούσουν τὴν δέησίν μου.
Θρ. Ἰερ. 3,57
εἰς τὴν βοήθειάν μου ἤγγισας ἐν ἡμέρᾳ, ᾗ ἐπεκαλεσάμην σε· εἶπάς μοι· μὴ φοβοῦ.
Κολιτσάρα
Μὲ ἐπλησίασες καὶ μὲ ἐβοήθησες κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην, ποὺ ἐγὼ σὲ ἐπεκαλέσθην διὰ τῆς προσευχῆς. Μοῦ εἶπες· μὴ φοβεῖσαι.
Τρεμπέλα
Μὲ ἐπλησίασες καὶ ἦλθες εἰς βοήθειάν μου κατὰ τὴν ἡμέραν, κατὰ τὴν ὁποίαν Σὲ ἐπικαλέσθηκά· μοῦ εἶπες: «Μὴ φοβᾶσαι!»
Θρ. Ἰερ. 3,58
Ἐδίκασας, Κύριε, τὰς δίκας τῆς ψυχῆς μου, ἐλυτρώσω τὴν ζωήν μου·
Κολιτσάρα
Σὺ Κύριε, ἔγινες ὁ δίκαιος δικαστὴς εἰς τὰς ὑποθέσεις τῆς ζωῆς μου. Ἔσωσες καὶ διεφύλαξες τὴν ζωήν μου.
Τρεμπέλα
Κύριε, ἀνέλαβες νὰ ὑπερασπίσῃς τὰ δίκαιά μου, ἔσωσες καὶ διεφύλαξες τὴν ζωήν μου.
Θρ. Ἰερ. 3,59
εἶδες, Κύριε, τὰς ταραχάς μου, ἔκρινας τὴν κρίσιν μου·
Κολιτσάρα
Εἶδες, Κύριε, τὴν ἀναστάτωσιν καὶ τοὺς συγκλονισμούς, ποὺ μοῦ ἐπέφεραν οἱ ἐχθροί μου, ἀνέλαβες πλέον σὺ νὰ ἐκδικάσῃς τὴν δίκην μου, νὰ μοῦ ἀποδώσῃς τὸ δίκαιον.
Τρεμπέλα
Εἶδες, Κύριε, τὶς θλίψεις καὶ τὶς συμφορές, τὶς ὁποῖες ἐπροξένησαν εἰς ἐμὲ οἱ ἐχθροί μου· ἀνέλαβες πλέον Σὺ νὰ ἐκδικάσῃς μὲ δικαιοσύνην τὴν ὑπόθεσιν μου.
Θρ. Ἰερ. 3,60
εἶδες πᾶσαν τὴν ἐκδίκησιν αὐτῶν εἰς πάντας διαλογισμοὺς αὐτῶν ἐν ἐμοί.
Κολιτσάρα
Καὶ εἰς τοὺς διαλογισμούς των ἀκόμη, ποὺ εἶχαν ἐναντίον μου, εἶδες σύ, Κύριε, ὅλην τὴν ἐκδικητικήν των μανίαν.
Τρεμπέλα
Εἶδες ὅλα τὰ ἐκδικητικὰ σχέδιά των καὶ τὶς μυστικὲς σννωμοτικὲς ἐνέργειές των ἐναντίον μου.
Θρ. Ἰερ. 3,61
Ἤκουσας τὸν ὀνειδισμὸν αὐτῶν, πάντας τοὺς διαλογισμοὺς αὐτῶν κατ’ ἐμοῦ,
Κολιτσάρα
Ἤκουσες τοὺς ἐμπαιγμοὺς καὶ τοὺς ἐξευτελισμούς των καὶ τοὺς κρυφοὺς λογισμοὺς των, ποὺ ἔτρεφαν ἐναντίον μου.
Τρεμπέλα
Ἄκουσες ὅλες τὶς ἐναντίον μου φανερὲς λοιδορίες καὶ κατηγορίες, ὅλες τὶς μυστικὲς συνωμοσίες των.
Θρ. Ἰερ. 3,62
χείλη ἐπανισταμένων μοι καὶ μελέτας αὐτῶν κατ’ ἐμοῦ ὅλην τὴν ἡμέραν,
Κολιτσάρα
Ἤκουσες τὰ ἀπειλητικὰ λόγια τῶν ἐχθρῶν μου καὶ ὅσα αὐτοὶ ἐμελετοῦσαν καὶ ἐσχεδίαζαν ἐναντίον μου ὅλας τὰς ἡμέρας.
Τρεμπέλα
Ἄκουσες τὶς ἀπειλὲς ποὺ ἐξετόξευαν ἐναντίον μου ὅσοι ἐπαναστατοῦσαν κατ’ ἐμοῦ, καὶ ἐγνώρισες τὰ σχέδια ποὺ κατέστρωναν εἰς βάρος μου ὅλες τὶς ἡμέρες.
Θρ. Ἰερ. 3,63
καθέδραν αὐτῶν καὶ ἀνάστασιν αὐτῶν· ἐπίβλεψον ἐπὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτῶν.
Κολιτσάρα
Σὺ γνωρίζεις πότε ἀναπαύονται καὶ πότε σηκώνονται. Ἰδὲ τὴν κακότητα, ποὺ ἐκφράζουν οἱ ὀφθαλμοί των.
Τρεμπέλα
Σὺ γνωρίζεις πότε (ἤ: Ἐὰν) κάθονται καὶ ἡσυχάζουν καὶ πότε (ἤ: Ἐὰν) σηκώνονται διὰ νὰ δράσουν. Ἰδὲ τοὺς σκοπούς των, τὰ ἐγκληματικὰ σχέδια ποὺ ἑτοιμάζουν (ἤ, κατ’ ἄλλην ἑρμηνείαν: Τὰ γεμᾶτα μῖσος καὶ κακότητα ὑπερήφανα μάτια των).
Θρ. Ἰερ. 3,64
Ἀποδώσεις αὐτοῖς ἀνταπόδομα, Κύριε, κατὰ τὰ ἔργα τῶν χειρῶν αὐτῶν.
Κολιτσάρα
Σύ, Κύριε, θὰ ἀνταποδώσῃς εἰς αὐτοὺς τὴν δικαίαν τιμωρίαν, ἀνάλογα μὲ τὰ ἔργα τῶν χειρῶν των.
Τρεμπέλα
Σύ, Κύριε, θὰ ἀνταποδώσῃς εἰς αὐτοὺς τὴν δικαίαν τιμωρίαν, ἀναλόγως τῶν ἔργων τῶν χειρῶν των.
Θρ. Ἰερ. 3,65
ἀποδώσεις αὐτοῖς ὑπερασπισμὸν καρδίας, μόχθον σου αὐτοῖς,
Κολιτσάρα
Θὰ ἀποδώσῃς εἰς αὐτοὺς κατὰ τὴν πώρωσιν τῆς καρδίας των· τὸ βάρος τῆς τιμωρίας σου θὰ ἐπιπέσῃ εἰς αὐτούς.
Τρεμπέλα
Σύ, Κύριε, θὰ ἀνταποδώσῃς εἰς αὐτοὺς κατὰ τὴν σκληρότητα καὶ πώρωσιν τῆς καρδιᾶς των· τὸ βάρος τῆς καταθλιπτικῆς τιμωρίας σου θὰ πέσῃ ἐπάνω των.
Θρ. Ἰερ. 3,66
καταδιώξεις ἐν ὀργῇ καὶ ἐξαναλώσεις αὐτοὺς ὑποκάτωθεν τοῦ οὐρανοῦ, Κύριε.
Κολιτσάρα
Θὰ τοὺς καταδιώξῃς ἐν τῇ δικαίᾳ σου ὀργῇ. Θὰ τοὺς ἐξολοθρεύσῃς καὶ θὰ τοὺς ἐξαφανίσῃς ἀπὸ τὸ πρόσωπον τοῦ οὐρανοῦ, Κύριε.
Τρεμπέλα
Θὰ τοὺς καταδιώξῃς κατὰ τὴν δικαίαν ὀργήν σου, θὰ τοὺς ἐξολοθρεύσῃς καὶ θὰ τοὺς ἐκμηδενίσῃς ἀπὸ τὸ κάτω μέρος τοῦ οὐρανοῦ (ἀπὸ τὸ πρόσωπον τῆς γῆς), Κύριε.