Θρῆνοι Ἰερεμίου 4

Θρ. Ἰερ. 4,1

Πῶς ἀμαυρωθήσεται χρυσίον, ἀλλοιωθήσεται τὸ ἀργύριον τὸ ἀγαθόν; ἐξεχύθησαν λίθοι ἅγιοι ἀπ’ ἀρχῆς πασῶν ἐξόδων.

Κολιτσάρα

Πῶς ἐμαύρισεν ὁ χρυσός, πῶς ἠλλοιώθη ὁ ἐκλεκτὸς ἄργυρος! Ἐξεχύθησαν καὶ διεσκορπίσθησαν εἰς τὰς γωνίας ὅλων τῶν ὁδῶν οἱ πολύτιμοι ἱεροὶ λίθοι!

Τρεμπέλα

Πῶς ἐσκοτείνιασε, ἐμαύρισε τὸ ἀστραφτερὸ χρυσάφι; Πῶς ἔχει ἀλλοιωθῆ τὸ ἐκλεκτὸν ἀσῆμι; Ἐσκορπίσθησαν τὰ πολύτιμα ἱερὰ πετράδια εἰς τὶς γωνίες ὅλων τῶν δρόμων!

Θρ. Ἰερ. 4,2

Υἱοὶ Σιὼν οἱ τίμιοι, οἱ ἐπῃρμένοι ἐν χρυσίῳ, πῶς ἐλογίσθησαν εἰς ἀγγεῖα ὀστράκινα, ἔργα χειρῶν κεραμέως;

Κολιτσάρα

Τὰ τέκνα τῆς Σιών, τὰ πολύτιμα αὐτὰ διαμάντια, ἀνώτεροι καὶ ἀπὸ τὸν χρυσόν, πῶς ἐθεωρήθησαν ὡσὰν πήλινα ἀγγεῖα, ἔργα κεραμοποιοῦ καὶ συνετρίβησαν;

Τρεμπέλα

Τὰ τέκνα τῆς Σιών, οἱ πολυτιμότατοι αὐτοὶ λίθοι, οἱ ἀνώτεροι καὶ ἀπὸ τὸ χρυσάφι, πῶς ἐλογαριάσθησαν καὶ συνετρίβησαν ὡς δοχεῖα εὔθραυστα καὶ χωματένια, ἔργα κατεσκευασμένα ἀπὸ τὰ χέρια κεραμέως;

Θρ. Ἰερ. 4,3

Καί γε δράκοντες ἐξέδυσαν μαστούς, ἐθήλασαν σκύμνοι αὐτῶν· θυγατέρες λαοῦ μου εἰς ἀνίατον ὡς στρουθίον ἐν ἐρήμῳ.

Κολιτσάρα

Τὰ μικρὰ τῶν θηρίων εὑρίσκουν τὴν θηλὴν τοῦ μητρικοῦ μαστοῦ καὶ οἱ σκύμνοι τῶν λεόντων θηλάζουν τὸ γάλα τῶν μητέρων των. Αἱ θυγατέρες ὅμως τοῦ λαοῦ μου ἀποστεωμέναι ἀπὸ τὴν πεῖναν, ὡσὰν στρουθία εἰς τὴν ἔρημον ποὺ δὲν εὑρίσκουν κόκκον διὰ νὰ τραφοῦν, ἀδυνατοῦν νὰ γαλουχήσουν τὰ παιδιά των.

Τρεμπέλα

Καὶ αὐτὰ ἀκόμη τὰ μικρὰ τῶν δρακόντων (ἀγρίων θηρίων) εὑρίσκουν τὴν θηλὴν τοῦ μαστοῦ τῆς μητέρας των καὶ τὰ μικρὰ λιοντάρια θηλάζουν τὸ γάλα τῆς μητέρας των ἐνῷ οἱ θυγατέρες τὸν λαοῦ μου, σκελετωμένες ἕνεκα τῆς πείνας, ἀδυνατοῦν νὰ θηλάσουν τὰ βρέφη των, διότι εἶναι ὡσὰν τὰ σπουργίτια εἰς τὴν ἔρημον, ποὺ δὲν εὑρίσκουν κανένα κόκκον διὰ νὰ τραφοῦν.

Θρ. Ἰερ. 4,4

Ἐκολλήθη ἡ γλῶσσα θηλάζοντος πρὸς τὸν φάρυγγα αὐτοῦ ἐν δίψει· νήπια ᾔτησαν ἄρτον, ὁ διακλῶν οὐκ ἔστιν αὐτοῖς.

Κολιτσάρα

Ἡ γλῶσσα τοῦ θηλάζοντος βρέφους ἐκολλήθη εἰς τὸν λάρυγγα αὐτοῦ ἀπὸ τὴν ἔλλειψιν γάλακτος. Τὰ νήπια ἐζήτησαν ὀλίγον ἄρτον καὶ δὲν ὑπάρχει κανεὶς νὰ κόψῃ δι’ αὐτὰ ἕνα κομμάτι.

Τρεμπέλα

Ἡ γλῶσσα τῶν βρεφῶν ποὺ θηλάζουν ἐκόλλησεν εἰς τὸν λάργυγά των ἀπὸ τὴν δίψαν (ἔλλειψιν μητρικοῦ γάλακτος ἢ νεροῦ)· τὰ νήπια ἐζήτησαν ψωμί, δὲν ὑπάρχει ὅμως κανεὶς νὰ κόψῃ ἕνα κόμματι, διὰ νὰ τοὺς δώσῃ.

Θρ. Ἰερ. 4,5

Οἱ ἔσθοντες τὰς τρυφὰς ἠφανίσθησαν ἐν ταῖς ἐξόδοις, οἱ τιθηνούμενοι ἐπὶ κόκκων περιεβάλλοντο κοπρίας.

Κολιτσάρα

Ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐτρυφοῦσαν εἰς πολυτελῆ τραπέζια, ἐξηφανίσθησαν εἰς τοὺς δρόμους. Ἐκεῖνοι ποὺ εἶχαν διατραφῆ καὶ ἀνατραφῆ ἐπάνω εἰς τὰς πορφύρας, κυλίονται τώρα εἰς τὴν κόπρον.

Τρεμπέλα

Οἱ καλομαθημένοι καὶ καλοαναθρεμμένοι ἀπέθαναν εἰς τοὺς δρόμους· ὅσοι εἶχαν ἀνατραφῇ μὲ πλούσια καὶ ἐκλεκτὰ γεύματα εἰς ἐπίσημα τραπέζια, τώρα κυλίονται εἰς τὴν κοπριάν.

Θρ. Ἰερ. 4,6

Καὶ ἐμεγαλύνθη ἀνομία θυγατρὸς λαοῦ μου ὑπὲρ ἀνομίας Σοδόμων τῆς κατεστραμμένης ὥσπερ σπουδῇ, καὶ οὐκ ἐπόνεσαν ἐν αὐτῇ χεῖρας.

Κολιτσάρα

Αἱ παρανομίαι τῆς θυγατρὸς τοῦ λαοῦ μου, τῆς Σιών, ἐπληθύνθησαν περισσότερον ἀπὸ τὰς παρανομίας τῶν Σοδόμων, τῆς πόλεως αὐτῆς, ἡ ὁποία κατεστράφη ἀμέσως, χωρὶς νὰ κοπιάσουν ἐναντίον της αἱ ἐχθρικαὶ χεῖρες.

Τρεμπέλα

Διότι οἱ παραβάσεις τῶν ἁγίων νόμων τοῦ Θεοῦ ἐκ μέρους τῆς θυγατέρας τοῦ λαοῦ μου, δηλαδὴ τῆς Ἱερουσαλήμ, ἐπληθύνθησαν περισσότερον ἀπὸ τὶς παραβάσεις τῶν κατοίκων τῶν Σοδόμων, τὰ ὁποῖα κατεστράφησαν αἰφνιδίως καὶ ἀμέσως, χωρὶς νὰ τὰ ἐγγίσουν καὶ νὰ τὰ πληγώσουν καὶ χωρὶς νὰ κοπιάσουν διὰ τὴν καταστροφήν των ἀνθρώπινα χέρια, ὅπως ἐκοπίασαν οἱ ἐχθροὶ διὰ τὴν ἅλωσιν καὶ καταστροφὴν τῆς Ἱερουσαλήμ.

Θρ. Ἰερ. 4,7

Ἐκαθαριώθησαν Ναζιραῖοι αὐτῆς ὑπὲρ χιόνα, ἔλαμψαν ὑπὲρ γάλα, ἐπυρώθησαν ὑπὲρ λίθους σαπφείρου τὸ ἀπόσπασμα αὐτῶν.

Κολιτσάρα

Ἄλλοτε οἱ Ναζιραῖοι της ἦσαν καθαροὶ καὶ κατάλευκοι, περισσότερον ἀπὸ τὸ χιόνι. Ἔλαμπαν περισσότερον ἀπὸ τὸ γάλα. Ἡ ἀκτινοβολία των ἦτο λαμπρότερα ἀπὸ τὰς πυρώδεις ἀκτῖνας, ποὺ ρίπτει ὁ σάπφειρος.

Τρεμπέλα

Ἄλλοτε οἱ Ναζιραῖοι τῆς Ἱερουσαλὴμ ἦσαν ὁλοκάθαροι, περισσότερον λευκοὶ καὶ ἀπὸ τὸ χιόνι, ἔλαμπαν μὲ τὴν λευκότητά των περισσότερον ἀπὸ τὸ γάλα· ἡ ἀκτινοβολία των ἦταν ἰσχυρότερη καὶ φωτεινότερη ἀπὸ ἐκείνην ποὺ ἐκπέμπει ὁ πολύτιμος λίθος σάπφειρος (ζαφείρι).

Θρ. Ἰερ. 4,8

Ἐσκότασεν ὑπὲρ ἀσβόλην τὸ εἶδος αὐτῶν, οὐκ ἐπεγνώσθησαν ἐν ταῖς ἐξόδοις· ἐπάγη δέρμα αὐτῶν ἐπὶ τὰ ὀστέα αὐτῶν, ἐξηράνθησαν, ἐγενήθησαν ὥσπερ ξύλον.

Κολιτσάρα

Τώρα ὅμως ἡ μορφή των ἔγινε περισσότερον σκοτεινὴ καὶ μελανὴ ἀπὸ τὴν καπνιάν. Ἀγνώριστοι κατήντησαν εἰς τοὺς δρόμους τῆς ζωῆς των. Ἐκόλλησε τὸ δέρμα των ἐπάνω εἰς τὰ κόκκαλά των. Ἐξηράνθησαν, ἔγιναν ὡσὰν τὸ ξύλον.

Τρεμπέλα

Τώρα ὅμως ἡ ἄλλοτε φωτεινὴ ὄψις των (τῶν Ναζιραίων) ἔγινε σκοτεινὴ καὶ μαύρη περισσότερον ἀπὸ τὴν καπνιά, κατήντησαν ἀγνώριστοι εἰς τοὺς δρόμους· ἐσκελετώθησαν, τὸ δέρμα των ἐκόλλησεν εἰς τὰ ὀστᾶ των, ἐκοκκάλιασαν, ἔγιναν ὅπως τὰ ξηρὰ ξύλα.

Θρ. Ἰερ. 4,9

Καλοὶ ἦσαν οἱ τραυματίαι ῥομφαίας ἢ οἱ τραυματίαι λιμοῦ· ἐπορεύθησαν ἐκκεκεντημένοι ἀπὸ γεννημάτων ἀγρῶν.

Κολιτσάρα

Κερδισμένοι ἦσαν αὐτοί, ποὺ ἔπεσαν ἐν στόματι ρομφαίας, παρὰ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἀποθνήσκουν ἀπὸ τὴν πεῖναν. Ὑπέκυψαν κατεξηντλημένοι ἐξ αἰτίας τῆς ἐλλείψεως προϊόντων τοῦ ἀγροῦ.

Τρεμπέλα

Ἦσαν εὐτυχέστεροι ὅσοι ἐφονεύθησαν μὲ τὸ πλατὺ καὶ μεγάλο ἀμφίστομον σπαθὶ τοῦ ἐχθροῦ, ἀπὸ ἐκείνους ποὺ ἀπέθαναν ἀπὸ τὴν πεῖναν. Ἔλειωσαν, ἐξηντλήθησαν καὶ ἀπέθαναν λόγῳ ἐλλείψεως ἀγροτικῶν προϊόντων.

Θρ. Ἰερ. 4,10

Χεῖρες γυναικῶν οἰκτιρμόνων ἥψησαν τὰ παιδία αὐτῶν, ἐγενήθησαν εἰς βρῶσιν αὐταῖς ἐν τῷ συντρίμματι τῆς θυγατρὸς τοῦ λαοῦ μου.

Κολιτσάρα

Τρυφεραὶ καὶ στοργικαὶ γυναῖκες ἔψησαν μὲ τὰ ἴδια των τὰ χέρια τὰ παιδιά των, τὰ ἔκαμαν φαγητόν των κατὰ τὸ διάστημα τῆς συντριβῇς καὶ τῆς ταλαιπωρίας τῆς θυγατρὸς τοῦ λαοῦ μου, τῆς Σιών.

Τρεμπέλα

Στοργικές, εὐσπλαγχνικὲς γυναῖκες ἔψησαν μὲ τὰ χέρια των τὰ παιδιά των, τὰ ὁποῖα καὶ ἀπετέλεσαν τὴν τροφήν των κατὰ τὴν ἅλωσιν καὶ τὴν καταστροφὴν τῆς θυγατέρας τοῦ λαοῦ μου, τῆς Ἱερουσαλήμ.

Θρ. Ἰερ. 4,11

Συνετέλεσε Κύριος θυμὸν αὐτοῦ, ἐξέχεε θυμὸν ὀργῆς αὐτοῦ καὶ ἀνῆψε πῦρ ἐν Σιών, καὶ κατέφαγε τὰ θεμέλια αὐτῆς.

Κολιτσάρα

Ὥλοκλήρωσεν ὁ Κύριος τὸν θυμόν του ἐναντίον μας. Ἄδειασε τὸν θυμὸν τῆς ὀργῆς του ἐναντίον μας καὶ ἤναψε φωτιὰν καταστροφῆς εἰς τὴν Σιών, ἡ ὁποία καὶ τὴν κατέφαγε μέχρι τῶν θελεμίων της.

Τρεμπέλα

Ἔφερεν εἰς πέρας, ἐξήντλησεν ὁ Κύριος τὸν θυμόν του, ἐξεθύμανε ἀπὸ τὴν δικαίαν ὀργήν του καὶ ἄναψε φωτιὰ εἰς τὴν Σιών, ἡ ὁποία καὶ κατέφαγε τὰ θεμέλιά της.

Θρ. Ἰερ. 4,12

Οὐκ ἐπίστευσαν βασιλεῖς γῆς, πάντες οἱ κατοικοῦντες τὴν οἰκουμένην, ὅτι εἰσελεύσεται ἐχθρὸς καὶ ἐκθλίβων διὰ τῶν πυλῶν Ἱερουσαλήμ.

Κολιτσάρα

Οἱ βασιλεῖς τῆς γῆς καὶ ὅλοι οἱ κάτοικοι τῆς οἰκουμένης δὲν ἐπίστευσαν, ὅτι θὰ εἰσήρχετο ὁ ἐχθρός, ὁ δυνάστης, διὰ μέσου τῶν πυλῶν τῆς Ἱερουσαλήμ.

Τρεμπέλα

Οἱ βασιλεῖς τῆς γῆς οὐδέποτε ἐπίστευσαν, ὅπως ἐπίσης καὶ οἱ κάτοικοι τῆς οἰκουμένης, ὅτι ἦταν δυνατὸν νὰ εἰσέλθῃ ἐχθρὸς καὶ πολέμιος καταπιεστὴς διὰ τῶν πυλῶν τῆς Ἱερουσαλήμ.

Θρ. Ἰερ. 4,13

Ἐξ ἁμαρτιῶν προφητῶν αὐτῆς, ἀδικιῶν ἱερέων αὐτῆς τῶν ἐκχεόντων αἷμα δίκαιον ἐν μέσῳ αὐτῆς.

Κολιτσάρα

Αὐτὸ ἔγινεν ἀπὸ τὰς ἁμαρτίας τῶν ψευδοπροφητῶν, ἀπὸ τὰς ἀδικίας τῶν ἱερέων της, οἱ ὁποῖοι ἔχυναν αἷμα δικαίων ἀνθρώπων μέσα εἰς αὐτήν.

Τρεμπέλα

Οἱ συμφορὲς αὐτὲς προεκλήθησαν λόγῳ τῶν ἁμαρτιῶν τῶν ψευδοπροφητῶν τῆς Ἱερουσαλὴμ καὶ τῶν ἀδικιῶν τῶν ἱερέων της, οἱ ὁποῖοι ἔχυναν τὸ αἷμα τῶν δικαίων εἰς τὸ μέσον τῆς πόλεως.

Θρ. Ἰερ. 4,14

Ἐσαλεύθησαν ἐγρήγοροι αὐτῆς ἐν ταῖς ἐξόδοις, ἐμολύνθησαν ἐν αἵματι· ἐν τῷ μὴ δύνασθαι αὐτοὺς ἥψαντο ἐνδυμάτων αὐτῶν.

Κολιτσάρα

Συνεκλονίσθησαν, ἐκυριεύθησαν ἀπὸ τρόμον οἱ φρουροί της καθὼς γυρίζουν εἰς τοὺς δρόμους· ἐμολύνθησαν ἀπὸ αἵματα. Δὲν ἠμποροῦσαν νὰ ἐγγίσουν τὰ μολυσμένα ἀπὸ τὸ αἷμα ἐνδύματά των.

Τρεμπέλα

Ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἔπρεπε νὰ ἀγρυπνοῦν καὶ νὰ τὴν φρουροῦν συνεκλονίσθησαν, ἐπανικοβλήθησαν, καθὼς περιπλανῶνται περιφρονημένοι εἰς τοὺς δρόμους· ἐμολύνθησαν ἀπὸ τὰ αἵματα τῶν ἀθώων θυμάτων των. Προκειμένου νὰ τοὺς σύρουν πρὸς τὸν τάφον, ἐπειδὴ δὲν ἠμποροῦσαν νὰ τοὺς ἐγγίσουν διότι ἦσαν μολυσμένοι (νομικῶς ἀκάθαρτοι), τοὺς ἔπιασαν καὶ τοὺς ἔσυραν ἀπὸ τὰ ἐνδύματά των (ἤ, κατ’ ἄλλην ἑρμηνείαν: Ἐπειδὴ ἦσαν μολυσμένοι μὲ αἷμα, ὅ,τι δὲν ἔπρεπε νὰ ἐγγίσουν τὸ ἐγγίζουν μὲ τὰ ἐνδύματά των ἤ, κατ’ ἄλλους: Ἦσαν μολυσμένοι μὲ αἷμα, ἔτσι ὥστε κανεὶς δὲν ἐτολμοῦσε νὰ ἐγγίσῃ τὰ ροῦχα των).

Θρ. Ἰερ. 4,15

Ἀπόστητε ἀκαθάρτων - καλέσατε αὐτούς - ἀπόστητε, ἀπόστητε, μὴ ἅπτεσθε, ὅτι ἀνήφθησαν καί γε ἐσαλεύθησαν· εἴπατε ἐν τοῖς ἔθνεσιν· οὐ μὴ προσθῶσι τοῦ παροικεῖν.

Κολιτσάρα

Φωνάξατε πρὸς αὐτούς· φύγετε καὶ φυλαχθῆτε ἀπὸ τὰ ἀκάθαρτα. Ἀπομακρυνθῆτε, ἀπομακρυνθῆτε, μὴ ἐγγίζετε· φωτιὰ ἔχει ἀναφθῆ. Κατελήφθησαν ἀπὸ τρόμον. Εἴπατε καὶ ἂς μάθουν τὰ ἔθνη· δὲν θὰ ἀνθέξουν καὶ δὲν τοὺς εἶναι πλέον δυνατὸν νὰ μείνουν μεταξὺ τῶν ξένων ἐθνῶν.

Τρεμπέλα

Ὁ λαὸς φωνάζει δι’ αὐτοὺς πρὸς τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους: «Φυλαχθῆτε, σταθῆτε μακριὰ ἀπὸ τοὺς νομικῶς ἀκαθάρτους! Φυλαχθῆτε! φυλαχθῆτε! ἀπομακρυνθῆτε! μὴ ἐγγίζετε!» Διότι φωτιὰ ἔχει ἀναφθῇ καὶ ἔχουν ἐπίσης συγκλονισθῇ, τρικλίζουν. Εἴπατε καὶ ἂς τὸ πληροφορηθοῦν τὰ ἔθνη: Δὲν θὰ ἀνθέξουν, δὲν θὰ τοὺς ἐπιτρέπεται πλέον νὰ παραμένουν ἔστω καὶ μεταξὺ τῶν εἰδωλολατρικῶν ἐθνῶν!

Θρ. Ἰερ. 4,16

Πρόσωπον Κυρίου μερὶς αὐτῶν, οὐ προσθήσει ἐπιβλέψαι αὐτοῖς· πρόσωπον ἱερέων οὐκ ἔλαβον, πρεσβύτας οὐκ ἠλέησαν.

Κολιτσάρα

Ὁ Κύριος ἦτο ἄλλοτε ἡ ἐλπὶς καὶ ἡ κληρονομία των. Αὐτὸς ὅμως δὲν πρόκειται πλέον νὰ ἐπιβλέψῃ μὲ εὐμένειαν εἰς αὐτοὺς καὶ νὰ τοὺς βοηθήσῃ. Πρόσωπα τῶν ἱερέων δὲν τὰ ἐσεβάσθησαν, τοὺς γέροντας δὲν τοὺς ἐλυπήθησαν.

Τρεμπέλα

Διότι ὁ Κύριος ἦταν ἡ κληρονομία, ἡ ἐλπίδα καὶ τὸ στήριγμά των (ἐνῷ τώρα τοὺς ἀπώθησε). Δὲν θὰ ἐπιβλέψῃ πλέον μὲ εὐμενὲς βλέμμα πρὸς αὐτούς, διὰ νὰ τοὺς βοηθήσῃ. Τὰ πρόσωπα τῶν εὐσεβῶν ἱερέων δὲν τὰ ἐσεβάσθησαν (οἱ ἐχθροί, ἢ ὁ λαός, ἤ οἱ ἀσεβεῖς ἱερεῖς καὶ ψευδοπροφῆται), τοὺς δὲ ἐναρέτους γέροντας δὲν τοὺς ἐλυπήθησαν.

Θρ. Ἰερ. 4,17

Ἔτι ὄντων ἡμῶν ἐξέλιπον οἱ ὀφθαλμοὶ ἡμῶν εἰς τὴν βοήθειαν ἡμῶν μάταια· ἀποσκοπευόντων ἡμῶν ἀπεσκοπεύσαμεν εἰς ἔθνος οὐ σῷζον.

Κολιτσάρα

Ἐνῷ ἀκόμη εἴμεθα ἐλεύθεροι, ἔσβησαν τὰ μάτια μας ἀπὸ τὰ δάκρυα, καθ’ ὃν χρόνον ἐζητούσαμεν, ἀλλὰ ματαίως, βοήθειαν. Ἐστρέφαμεν τὰ μάτια μας καὶ παρετηρούσαμεν μὲ προσοχὴν πρὸς ἔθνος, ἀπὸ τὸ ὁποῖον ὅμως καμμίαν βοήθειαν καὶ σωτηρίαν δὲν ἐλάβομεν.

Τρεμπέλα

Ἐνῷ ἀκόμη ἤμεθα ἐλεύθεροι, καὶ πρὶν ἀκόμη καταληφθῶ καὶ καταστραφῇ ἡ Ἱερουσαλήμ, ἔσβησαν τὰ μάτια μας ἀπὸ τὰ πολλὰ δάκρυα, ἐνῷ ἀνεμέναμε ματαίως βοήθειαν. Ὡσὰν ἄλλοι σκοποὶ εἰς τὴν σκοπιάν των, εἴχαμε ἐπιμόνως στραμμένη τὴν προσοχήν μας πρὸς ἕνα ἔθνος (τὸ Αἰγυπτιακόν), τὸ ὁποῖον ὅμως καμμίαν βοήθειαν δὲν ἤθελε, ἀλλ’ οὔτε καὶ ἦταν δυνατὸν νὰ μᾶς προσφέρῃ.

Θρ. Ἰερ. 4,18

Ἐθηρεύσαμεν μικροὺς ἡμῶν τοῦ μὴ πορεύεσθαι ἐν ταῖς πλατείαις ἡμῶν·

Κολιτσάρα

Ὡσὰν ἄγρυπνοι κυνηγοὶ παρηκολουθούσαμεν μὲ προσοχὴν τὰ μικρά μας παιδιά, νὰ μὴ κυκλοφοροῦν εἰς τὰς πλατείας μας.

Τρεμπέλα

Ὡσὰν ἄγρυπνοι κυνηγοὶ παρακολουθούσαμε μὲ πολλὴν προσοχὴν τὰ μικρά μας παιδιά, διὰ νὰ μὴ κυκλοφοροῦν εἰς τὶς πλατεῖες μας καὶ φονευθοῦν (διότι οἱ Βαβυλώνιοι ἔρριχναν τὰ βέλη των μέσα εἰς τὴν πόλιν ἀπὸ τὶς ὑψηλὲς πολιορκητικὲς μηχανὲς ποὺ ἔστησαν γύρω-γύρω ἀπὸ τὰ τείχη τῆς Ἱερουσαλήμ).

Θρ. Ἰερ. 4,19

ἤγγικεν ὁ καιρὸς ἡμῶν, ἐπληρώθησαν αἱ ἡμέραι ἡμῶν, πάρεστιν ὁ καιρὸς ἡμῶν. Κοῦφοι ἐγένοντο οἱ διώκοντες ἡμᾶς ὑπὲρ ἀετοὺς οὐρανοῦ, ἐπὶ τῶν ὀρέων ἐξέπτησαν, ἐν ἐρήμῳ ἐνήδρευσαν ἡμᾶς.

Κολιτσάρα

Διότι εἶχε φθάσει πλέον ὁ καιρὸς τῆς τιμωρίας μας. Συνεπληρώθησαν αἱ ἡμέραι τῆς μακροθυμίας τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς ζωῆς ἡμῶν. Ἔφθασεν ὁ καιρὸς τῆς θείας ὀργῆς. Ταχύτατοι ἔγιναν οἱ ἐχθροί, οἱ ὁποῖοι μᾶς κατεδίωκαν. Ἔφευγαν ταχύτερον ἀπὸ τοὺς ἀετοὺς τοῦ οὐρανοῦ. Ἐπέταξαν ἐπάνω εἰς τὰ ὄρη, μᾶς ἔστησαν ἐνέδρας εἰς ἐρημικοὺς τόπους.

Τρεμπέλα

Ἐπλησίασεν ὁ καιρὸς τῆς τιμωρίας μας, συνεπληρώθησαν οἱ ἡμέρες τῆς θείας μακροθυμίας καὶ τῆς ζωῆς μᾶς, ἔφθασεν ὁ καιρὸς διὰ νὰ ἐκσπάσῃ ἡ δικαία ὀργὴ τοῦ Θεοῦ ἐναντίον μας. Οἱ ἐχθροί, οἱ ὁποῖοι μᾶς ἐδίωκαν, ἔγιναν ταχύτατοι, περισσότερον ταχεῖς καὶ ἀπὸ τοὺς ἀετοὺς τοῦ οὐρανοῦ· ἐπέταξαν ἐπάνω εἰς τὰ ὄρη, μᾶς ἔστησαν ἐνέδρες εἰς τόπους ἐρημικούς.

Θρ. Ἰερ. 4,20

Πνεῦμα προσώπου ἡμῶν χριστὸς Κυρίου συνελήφθη ἐν ταῖς διαφθοραῖς αὐτῶν, οὗ εἴπαμεν· ἐν τῇ σκιᾷ αὐτοῦ ζησόμεθα ἐν τοῖς ἔθνεσι.

Κολιτσάρα

Ἡ πνοὴ τοῦ προσώπου μας, ὁ ἄρχων χρισμένος ἀπὸ τὸν Κύριον, ὁ βασιλεύς μας, συνελήφθη εἰς τὰς καταστρεπτικὰς ἐκείνων ἐνέδρας. Διὰ τὸν βασιλέα μας εἴχαμεν ἐλπίσει καὶ εἴπαμε· κάτω ἀπὸ τὴν σκέπην του θὰ ζήσωμεν ἀνάμεσα εἰς τὰ ἄλλα ἔθνη.

Τρεμπέλα

Ἡ πνοὴ τοῦ προσώπου μας (αὐτὸς ποὺ εἶναι ἡ ζωὴ τοῦ ἔθνους μας), ὁ βασιλιᾶς μας (Σεδεκίας), ὁ ὁποῖος ἔχει χρισθῆ ἀπὸ τὸν Κύριον, συνελήφθη εἰς τὶς ὀλέθριες παγίδες ποὺ τοῦ ἔστησαν οἱ ἐχθροί. Διὰ τὸν βασιλιᾶ μας αὐτὸν εἴχαμε εἰπεῖ: «Κάτω ἀπὸ τὴν σκέπην καὶ τὴν προστασίαν του θὰ ζήσωμεν (εὑρισκόμενοι) μεταξὺ τῶν ἄλλων ἐθνῶν».

Θρ. Ἰερ. 4,21

Χαῖρε καὶ εὐφραίνου, θύγατερ Ἰδουμαίας ἡ κατοικοῦσα ἐπὶ γῆς· καί γε ἐπὶ σὲ διελεύσεται τὸ ποτήριον Κυρίου καὶ μεθυσθήσῃ καὶ ἀποχεεῖς.

Κολιτσάρα

Ὁ λαὸς τῆς Ἰδουμαίας, ποὺ κατοικεῖ τὴν χώραν αὐτήν, ἂς χαίρῃ καὶ ἂς εὐφραίνεται διὰ τὴν καταστροφήν μας! Μάθε ὅμως, ὅτι τὸ ποτήριον τῆς ὀργῆς τοῦ Κυρίου θὰ, ἔλθῃ καὶ εἰς σέ. Θὰ μεθύσῃς ἀπὸ τὴν πικρίαν του καὶ θὰ τὸ ἐμέσῃς.

Τρεμπέλα

Χαῖρε καὶ εὐφραίνου, θυγατέρα τῆς Ἰδουμαίας (λαὲ τῆς Ἰδουμαίας), ποὺ κατοικεῖς εἰς τὴν χώραν αὐτήν· πανηγύριζε εὐφρόσυνα διὰ τὴν καταστροφὴν ἡμῶν τῶν Ἰουδαίων! Ἀλλὰ θὰ ἔλθῃ ὁπωσδήποτε καὶ εἰς σὲ τὸ ποτήριον τῆς ὀργῆς τοῦ Κυρίου· θὰ μεθύσῃς ἀπὸ τὴν ὑπερβολὴν τῶν δεινῶν ποὺ θὰ σὲ κτυπήσουν, καὶ θὰ ἐμέσης τὸ ποτήριον τοῦτο! (ἤ, κατὰ τὸ Ἑβραϊκόν: Θὰ μεθύσῃς καὶ θὰ γυμνωθῇς, ἐκτεθειμένη εἰς κοινὴν περιφρόνησιν!)

Θρ. Ἰερ. 4,22

Ἐξέλιπεν ἡ ἀνομία σου, θύγατερ Σιών, οὐ προσθήσει τοῦ ἀποικίσαι σε. ἐπεσκέψατο ἀνομίας σου, θύγατερ Ἐδώμ· ἀπεκάλυψεν ἐπὶ τὰ ἀσεβήματά σου.

Κολιτσάρα

Θυγάτηρ Σιών, ἔλλειψε καὶ ἐξηφανίσθη ἡ παρανομία σου. Δὲν θέλει ὁ Κύριος νὰ παροικῇς ἐξόριστος πλέον εἰς λαοὺς ξένους. Ὁ Κύριος ἐπεσκέφθη καὶ σέ, ὦ κόρη τῆς Ἰδουμαίας, ἀλλὰ διὰ νὰ σὲ τιμωρήσῃ. Ἔφερεν εἰς φῶς τὰς ἀσεβείας σου.

Τρεμπέλα

Ἐξιλεώθη τώρα ἡ ἁμαρτία σου, ἐξηφανίσθη, θυγατέρα μου Σιών! Ὁ Κύριος δὲν θὰ σὲ τιμωρήσῃ πλέον μὲ ἐξορίαν, ὥστε νὰ παροικῇς εἰς ξένην χώραν. Ἀλλ’ ὁ Κύριος ἐπεσκέφθη καὶ σέ, θυγατέρα τῆς Ἰδουμαίας, διὰ νὰ σὲ τιμωρήσῃ διὰ τὶς ἁμαρτίες καὶ τὴν χαιρεκακίαν σου εἰς βάρος τῆς Ἱερουσαλήμ! Ὁ Κύριος ἀπεκάλυψε καὶ ἐφανέρωσε τὶς ἀσέβειές σου.