Τωβίτ 10

Τωβ. 10,1

Καὶ Τωβὶτ ὁ πατὴρ αὐτοῦ ἐλογίσατο ἑκάστης ἡμέρας· καὶ ὡς ἐπληρώθησαν αἱ ἡμέραι τῆς πορείας καὶ οὐκ ἤρχοντο,

Κολιτσάρα

Ὁ Τωβίτ, ὁ πατὴρ τοῦ Τωβίου, ἐμετροῦσε μίαν πρὸς μίαν τὰς ἡμέρας. Ὅταν δὲ εἶδεν ὅτι συνεπληρώθησαν αἱ ἡμέραι τοῦ ταξιδίου των καὶ ἐκεῖνοι δὲν εἶχον ἐπανέλθει,

Τρεμπέλα

Ὁ δὲ Τωβίτ, ὁ πατέρας τοῦ Τωβίου, ἐμετροῦσε τὴν μίαν μετὰ τὴν ἄλλην τὰς ἡμέρας τῆς ἀπουσία, τοῦ υἱοῦ του καὶ ὑπελόγιζε τὸν χρόνον. Ὅταν λοιπὸν συνεπληρώθη ὁ ἀριθμὸς τῶν ἡμερῶν, ποὺ ἔπρεπε νὰ περάσουν διὰ τὸ ταξίδι των, καὶ αὐτοὶ δὲν εἶχαν ἐπιστρέψει ἀκόμη,

Τωβ. 10,2

εἶπε· μήποτε κατῄσχυνται; ἢ μήποτε ἀπέθανε Γαβαὴλ καὶ οὐδεὶς αὐτῷ δίδωσι τὸ ἀργύριον;

Κολιτσάρα

εἶπε· «μήπως, τυχόν, καὶ ἀπέτυχεν ἡ ἀποστολή των καὶ ἐντρέπονται νὰ ἐπανέλθουν; Ἢ μήπως ἀπέθανεν ὁ Γαβαὴλ καὶ κανεὶς πλέον δὲν δίδει εἰς αὐτὸν τὰ χρήματα;»

Τρεμπέλα

εἶπε: «Μήπως ἄραγε ἀπέτυχεν ἡ ἀποστολή των καὶ ἔχουν ἐντροπιασθῆ ἀπὸ τὸν Γαβαὴλ καὶ διστάζουν νὰ ἐπανέλθουν; Ἢ μήπως ἔχει πεθάνει ὁ Γαβαὴλ καὶ δὲν τοῦ δίνει πλέον κανεὶς τὰ χρήματά μας;»

Τωβ. 10,3

καὶ ἐλυπεῖτο λίαν.

Κολιτσάρα

Διὰ τὸν λόγον αὐτὸν ὁ πατὴρ ἐλυπεῖτο πάρα πολύ.

Τρεμπέλα

Καὶ μὲ τὰς σκέψεις αὐτὰς ἐκυριεύετο ἀπὸ μεγάλην λύπην.

Τωβ. 10,4

εἶπε δὲ αὐτῷ ἡ γυνή· ἀπώλετο τὸ παιδίον, διότι κεχρόνικε· καὶ ἤρξατο θρηνεῖν αὐτὸν καὶ εἶπεν·

Κολιτσάρα

Ἡ δὲ γυναίκα του ἔλεγεν εἰς αὐτό· «ἐφ’ ὅσον μέχρι σήμερα ἐπέρασε τόσος καιρὸς καὶ δὲν ἐπανῆλθε τὸ παιδί μας, ἐχάθηκε πλέον»! Ἤρχισε δὲ αὐτὴ νὰ θρηνολογῇ τὸ παιδί της καὶ νὰ λέγῃ·

Τρεμπέλα

Τοῦ εἶπε δὲ καὶ ἡ γυναῖκα του: «Πάει τὸ παιδί μας, ἔχει χαθῆ! Ἐπέρασε τόσος χρόνος καὶ δὲν ἦλθε!» Καὶ ἄρχισε νὰ τὸν κλαίῃ καὶ νὰ λέγῃ:

Τωβ. 10,5

οὐ μέλει μοι, τέκνον, ὅτι ἀφῆκά σε τὸ φῶς τῶν ὀφθαλμῶν μου;

Κολιτσάρα

«παιδί μου, δὲν εὑρίσκω ἡσυχίαν, ἐπειδὴ σὲ ἀφῆκα νὰ φύγῃς, ἐσὲ ποὺ εἶσαι τὸ φῶς τῶν ὀφθαλμῶν μου.

Τρεμπέλα

«Δὲν μὲ μέλει πλέον διὰ τίποτε ἄλλο. Ἀφοῦ σὲ ἄφησα νὰ φύγῃς καὶ νὰ χαθῇς, παιδί μου, ποὺ ἤσουν τὸ φῶς τῶν ὀφθαλμῶν μου, δὲν μὲ συγκινεῖ πιὰ τίποτε ἀπολύτως! Οὔτε ἠμπορῶ νὰ ἡσυχάσω!»

Τωβ. 10,6

καὶ Τωβὶτ λέγει αὐτῇ· σίγα, μὴ λόγον ἔχε, ὑγιαίνει.

Κολιτσάρα

Ὁ Τωβὶτ ἔλεγεν εἰς αὐτήν· «σιώπα, μὴ ἔχῃς λόγους ἀνησυχίας, ὑγιαίνει τὸ παιδί μας».

Τρεμπέλα

Ὁ Τωβὶτ ὅμως τῆς ἔλεγε: «Σώπα, μὴ συνεχίζῃς τὰ πένθιμα λόγια σου. Τὸ παιδί μας εἶναι καλά».

Τωβ. 10,7

καὶ εἶπεν αὐτῷ· σίγα, μὴ πλάνα με, ἀπώλετο τὸ παιδίον μου. καὶ ἐπορεύετο καθ’ ἡμέραν εἰς τὴν ὁδὸν ἔξω, οἵας ἀπῆλθεν, ἡμέρας τε ἄρτον οὐκ ἤσθιε, τὰς δὲ νύκτας οὐ διελίμπανε θρηνοῦσα Τωβίαν τὸν υἱὸν αὐτῆς, ἕως οὗ συνετελέσθησαν αἱ δεκατέσσαρες ἡμέραι τοῦ γάμου, ἃς ὤμοσε Ῥαγουὴλ ποιῆσαι αὐτὸν ἐκεῖ· εἶπε δὲ Τωβίας τῷ Ῥαγουήλ· ἐξαπόστειλόν με, ὅτι ὁ πατήρ μου καὶ ἡ μήτηρ μου οὐκέτι ἐλπίζουσιν ὄψεσθαί με.

Κολιτσάρα

Ἐκείνη τοῦ ἀπήντησε· «ἐσὺ σιώπα, μὴ θέλῃς νὰ μὲ ξεγελάσῃς, τὸ παιδί μας ἔχει πλέον χαθῆ». Κάθε δὲ ἡμέραν μετέβαινεν ἔξω εἰς τὸν δρόμον, ἀπὸ ὅπου εἶχε φύγει ὁ υἱός της. Τὴν ἡμέραν ἄρτον δὲν ἔτρωγε, κατὰ δὲ τὰς νύκτας δὲν ἔπαυε νὰ θρηνῇ τὸν Τωβίαν τὸν υἱόν της, μέχρις ὅτου συνεπληρώθησαν αἱ δεκατέσσαρες ἡμέραι τοῦ γάμου, τὰς ὁποίας ὁ Ραγουὴλ εἶχεν ὁρκίσει τὸν Τωβίαν νὰ μείνῃ ἐκεῖ. Εἶπε δὲ τότε ὁ Τωβίας εἰς τὸν Ραγουήλ· «στεῖλε μὲ εἰς τὴν πατρίδα μου, διότι ὁ πατέρας μου καὶ ἡ μητέρα μου δὲν ἐλπίζουν πλέον, ὅτι θὰ μὲ ἐπανίδουν».

Τρεμπέλα

Ἐκείνη ὅμως τοῦ ἀπαντοῦσε: «Σώπα ἐσύ! Μὴ προσπαθῇς νὰ μὲ ξεγελάσῃς! Ἐχάθηκε τὸ παιδί μου!» Καὶ ἔβγαινε κάθε ἡμέραν ἔξω εἰς τὸν δρόμον, ἀπὸ τὸν ὁποῖον εἶχε φύγει ὁ Τωβίας, καὶ τὸν ἐπερίμενε. Δὲν ἔτρωγε δὲ οὔτε ψωμὶ ὅλην τὴν ἡμέραν, τὰς δὲ νύκτας δὲν ἔπαυε νὰ θρηνῇ τὸν υἱόν της, τὸν Τωβίαν. Αὐτὸ συνεχίζετο, ἕως ὅτου συνεπληρώθη τὸ διάστημα τῶν δεκατεσσάρων ἡμερῶν τῆς χαρᾶς τοῦ γάμου, κατὰ τὰς ὁποίας ἐδέσμευσε μὲ ὅρκον ὁ Ραγουὴλ τὸν Τωβίαν νὰ παραμείνῃ ἐκεῖ εἰς τὸ σπίτι του. Εἶπε δὲ ὁ Τωβίας εἰς τὸν Ραγουήλ: «Δός μου τὴν εὐχήν σου νὰ φύγω, διότι καθυστέρησα πολὺ καὶ ὁ πατέρας μου καὶ ἡ μητέρα μου δὲν ἐλπίζουν πλέον νὰ μὲ ἰδοῦν ζωντανόν».

Τωβ. 10,8

εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ πενθερός· μεῖνον παρ’ ἐμοί, κἀγὼ ἐξαποστελῶ πρὸς τὸν πατέρα σου καὶ δηλώσουσιν αὐτῷ τὰ κατὰ σέ.

Κολιτσάρα

Ὁ πενθερός του τοῦ εἶπε· «μεῖνε κοντά μου, καὶ ἐγὼ θὰ στείλω ἀνθρώπους μου εἰς τὸν πατέρα σου, διὰ νὰ καταστήσουν εἰς αὐτὸν γνωστὰ ὅλα τὰ κατὰ σέ».

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ πενθερός του τοῦ εἶπε: «Μεῖνε ἐδῶ κοντά μου ἀκόμη λίγο καὶ ἐγὼ θὰ στείλω ἀνθρώπους μου εἰς τὸν πατέρα σου διὰ νὰ τὸν ἐνημερώσουν διὰ τὴν κατάστασίν σου, ὥστε νὰ μὴ ἀνησυχῇ».

Τωβ. 10,9

καὶ Τωβίας λέγει· ἐξαπόστειλόν με πρὸς τὸν πατέρα μου.

Κολιτσάρα

Ὁ Τωβίας ὅμως ἐπέμενε καὶ ἔλεγε· «ἄφησέ με νὰ μεταβῶ πρὸς τὸν πατέρα μου».

Τρεμπέλα

Ὁ Τωβίας ὅμως τοῦ εἶπεν: «Ἄφησέ με νὰ φύγω καὶ νὰ ἐπιστρέψω εἰς τὸν πατέρα μου».

Τωβ. 10,10

ἀναστὰς δὲ Ῥαγουὴλ ἔδωκεν αὐτῷ Σάρραν τὴν γυναῖκα αὐτοῦ καὶ τὰ ἥμισυ τῶν ὑπαρχόντων, σώματα καὶ κτήνη καὶ ἀργύριον,

Κολιτσάρα

Ὁ Ραγουὴλ ἐσηκώθη, ἔδωσεν εἰς αὐτὸν τὴν Σάρραν τὴν σύζυγόν του καὶ τὰ μισὰ ἀπὸ τὰ ὑπάρχοντά του, δούλους καὶ δούλας, διάφορα κτήνη καὶ χρήματα.

Τρεμπέλα

Ἐσηκώθη λοιπὸν ὁ Ραγουὴλ καὶ τοῦ παρέδωσε τὴν Σάρραν, ποὺ ἦτο πλέον γυναῖκα του, καὶ τὰ μισὰ ἀπὸ τὰ ὑπάρχοντά του, δούλους δηλαδὴ καὶ ζῶα καὶ χρήματα.

Τωβ. 10,11

καὶ εὐλογήσας αὐτοὺς ἐξαπέστειλε λέγων· εὐοδώσει ὑμᾶς, τέκνα, ὁ Θεὸς τοῦ οὐρανοῦ πρὸ τοῦ με ἀποθανεῖν.

Κολιτσάρα

Τοὺς ηὐλόγησε καὶ τοὺς κατευώδωσε λέγων· «ὁ Θεὸς τοῦ οὐρανοῦ νὰ σᾶς κατευοδώσῃ, παιδιά μου, εἰς ὅλα. Καὶ νὰ ἴδω ἐγὼ αὐτὰς τὰς εὐλογίας τοῦ Κυρίου εἰς σᾶς πρὶν ἀποθάνω».

Τρεμπέλα

Καὶ ἀφοῦ τοὺς εὐλόγησε, τοὺς ἔβγαλεν εἰς τὸν δρόμον καὶ τοὺς ἀπεχαιρέτησε μὲ τὰ ἑξῆς: «Εὔχομαι, παιδιά μου, νὰ σᾶς κατευοδώσῃ ὁ Θεὸς τοῦ οὐρανοῦ καὶ νὰ ἀξιωθῶ νὰ ἰδῶ τὰς εὐλογίας τοῦ Θεοῦ εἰς τὴν οἰκογένειάν σας καὶ ἐγγόνια, πρὶν πεθάνω».

Τωβ. 10,12

καὶ εἶπε τῇ θυγατρὶ αὐτοῦ· τίμα τοὺς πενθερούς σου, αὐτοὶ νῦν γονεῖς σού εἰσιν· ἀκούσαιμί σου ἀκοὴν καλήν, καὶ ἐφίλησεν αὐτήν. καὶ Ἔδνα εἶπε πρὸς Τωβίαν· ἀδελφὲ ἀγαπητέ, ἀποκαταστήσαι σε ὁ Κύριος τοῦ οὐρανοῦ καὶ δῴη μοι ἰδεῖν σου παιδία ἐκ Σάρρας τῆς θυγατρός μου, ἵνα εὐφρανθῶ ἐνώπιον τοῦ Κυρίου· καὶ ἰδοὺ παρατίθεμαί σοι τὴν θυγατέρα μου ἐν παρακαταθήκῃ, μὴ λυπήσῃς αὐτήν.

Κολιτσάρα

Εἶπε δὲ πρὸς τὴν κόρην του καὶ τὰ ἐξῆς· «νὰ τιμᾷς τοὺς πενθερούς σου, διότι αὐτοὶ τώρα εἶναι οἱ γονεῖς σου. Εὔχομαι νὰ ἀκούω πάντοτε καλὴν φήμην διὰ σέ». Αὐτὰ εἶπεν ὁ πατὴρ καὶ τὴν ἐφίλησεν. Ἡ δὲ Ἔδνα εἶπε πρὸς τὸν Τωβίαν· «Ἀγαπητό μου παιδί, εὔχομαι ὁ Κύριος τοῦ οὐρανοῦ, νὰ σὲ ἀποκαταστήσῃ εἰς τὴν πατρίδα σου καὶ νὰ μοῦ δώσῃ νὰ ἴδω παιδιά σου ἀπὸ τὴν θυγατέρα μου τὴν Σάρραν, διὰ νὰ εὐφρανθῶ καὶ ἐγὼ ἐνώπιον τοῦ Κυρίου. Ἰδού, σοῦ παραδίδω καὶ σοῦ ἐμπιστεύομαι τὴν θυγατέρα μου, ὡς παρακαταθήκην, καὶ σὲ παρακαλῶ νὰ μὴ τὴν λυπήσῃς».

Τρεμπέλα

Εἰς δὲ τὴν θυγατέρα του εἶπε: «Νὰ τιμᾷς τοὺς πενθερούς σου. Αὐτοὶ πλέον εἶναι οἱ γονεῖς σου. Θέλω νὰ ἀκούω πάντοτε καλὰ νέα διὰ σέ». Καὶ τὴν ἐφίλησεν. Ἡ δὲ Ἔδνα εἶπε πρὸς τὸν Τωβίαν: «Εἴθε νὰ σὲ ἐπαναφέρῃ καὶ νὰ σὲ ἐγκαταστήσῃ εἰς τὴν πατρίδα σου, παιδί μου ἀγαπητό, ὁ Κύριος τοῦ οὐρανοῦ καὶ νὰ μὲ ἀξιώσῃ νὰ ἴδω τὰ παιδιά σου, ποὺ θὰ ἀποκτήσῃς μὲ τὴν κόρην μου, τὴν Σάρραν, διὰ νὰ εὐφρανθῶ ἐνώπιον τοῦ Κυρίου. Καὶ νά, σοῦ ἐμπιστεύομαι πλέον τὴν κόρην μου ὡς πολύτιμον παρακαταθήκην! Πρόσεξε, μὴ τὴν λυπήσῃς!»

Τωβ. 10,13

μετὰ ταῦτα ἐπορεύετο καὶ Τωβίας εὐλογῶν τὸν Θεόν, ὅτι εὐώδωσε τὴν ὁδὸν αὐτοῦ, καὶ κατευλόγει Ῥαγουὴλ καὶ Ἔδναν τὴν γυναῖκα αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

Ἔπειτα ἀπὸ αὐτὰ ἐξεκίνησεν ὁ Τωβίας διὰ τὴν ἐπιστροφὴν καὶ εὐλογοῦσε τὸν Θεόν, διότι κατευώδωσε τὸν δρόμον του. Θερμῶς δὲ εὐχαριστοῦσε τὸν Ραγουὴλ καὶ τὴν Ἔδναν, διότι τοῦ ἔδωσαν τὴν θυγατέρα των ὡς σύζυγόν του.

Τρεμπέλα

Μετὰ ταῦτα ἐξεκίνησεν ὁ Τωβίας διὰ τοὺς γονεῖς του καὶ ἐδοξολογοῦσε τὸν Θεόν, διότι κατευώδωσε τὸ ταξίδι του. Συγχρόνως δὲ εὐχαριστοῦσε καὶ ἔλεγε τὰς καλυτέρας του εὐχὰς πρὸς τὸν Ραγουὴλ καὶ τὴν γυναῖκα του Ἔδναν.