Τωβίτ 8

Τωβ. 8,1

Ὅτε δὲ συνετέλεσαν δειπνοῦντες, εἰσήγαγον Τωβίαν πρὸς αὐτήν.

Κολιτσάρα

Ὅταν ἐτελείωσαν τὸ φαγητόν των, ὡδήγησαν τὸν Τωβίαν πρὸς τὴν Σάρραν.

Τρεμπέλα

Ὅταν δὲ ἐτελείωσαν τὸ δεῖπνον, ὡδήγησαν τὸν Τωβίαν εἰς τὸ δωμάτιον τῆς Σάρρας.

Τωβ. 8,2

ὁ δὲ πορευόμενος ἐμνήσθη τῶν λόγων Ῥαφαὴλ καὶ ἔλαβε τὴν τέφραν τῶν θυμιαμάτων καὶ ἐπέθηκε τὴν καρδίαν τοῦ ἰχθύος καὶ τὸ ἧπαρ καὶ ἐκάπνισεν.

Κολιτσάρα

Ὁ Τωβίας, ὅταν εἰσῆλθεν εἰς τὸν κοιτῶνα, ἐνεθυμήθη τὰ λόγια τοῦ Ραφαήλ. Ἐπῆρε τὸ θυμιατῆρι, ἐπάνω εἰς τὸ ὁποῖον ὑπῆρχον ἀκόμη οἱ ἄνθρακες τῶν θυμιαμάτων, ἔβαλεν ἐπάνω εἰς αὐτοὺς τὴν καρδίαν καὶ τὸ συκώτι τοῦ ψαριοῦ, ἀπὸ τὰ ὁποῖα καὶ ἐξῆλθε καπνός.

Τρεμπέλα

Καὶ καθὼς ἐπήγαινε πρὸς τὸ δωμάτιον ὁ Τωβίας, ἐνεθυμήθη αὐτά, ποὺ τοῦ εἶπεν ὁ ἄγγελος Ραφαήλ, καὶ ἐπῆρε τὸ θυμιατήριον, εἰς τὸ ὁποῖον ὑπῆρχε στάχτη καὶ φωτιά, καὶ ἔβαλεν εἰς αὐτὸ τὴν καρδιὰν καὶ τὸ συκῶτι τοῦ ψαριοῦ καὶ ἐκάπνισε μὲ αὐτὰ τὸ δωμάτιον.

Τωβ. 8,3

ὅτε δὲ ὠσφράνθη τὸ δαιμόνιον τῆς ὀσμῆς, ἔφυγεν εἰς τὰ ἀνώτατα Αἰγύπτου καὶ ἔδησεν αὐτὸ ὁ ἄγγελος.

Κολιτσάρα

Ὅταν δὲ τὸ πονηρὸν δαιμόνιον ὠσφράνθη τὴν ὀσμήν τοῦ καπνοῦ αὐτοῦ, ἔφυγεν εἰς τὰ ἀνώτατα μέρη τῆς Αἰγύπτου, ὁ δὲ ἄγγελος Κυρίου τὸ ἔδεσε.

Τρεμπέλα

Μόλις δὲ ὠσφρανθη τὴν ὀσμὴν αὐτὴν τὸ δαιμόνιον, ἔφυγεν ἀπὸ ἐκεῖ καὶ ἐπῆγεν εἰς τὰ ἀνώτατα μέρη τῆς Αἰγύπτου καὶ ἐκεῖ, εἰς τὴν ἔρημον, τὸ ἔδεσεν ὁ ἄγγελος τοῦ Κυρίου.

Τωβ. 8,4

ὡς δὲ συνεκλείσθησαν ἀμφότεροι, ἀνέστη Τωβίας ἀπὸ τῆς κλίνης καὶ εἶπεν· ἀνάστηθι, ἀδελφή, καὶ προσευξώμεθα, ἵνα ἐλεήσῃ ἡμᾶς ὁ Κύριος.

Κολιτσάρα

Ὅταν οἱ νεόνυμφοι ἐκλείσθησαν εἰς τὸν νυμφικόν των κοιτῶνα, ἐσηκώθη ὁ Τωβίας ἀπὸ τὴν κλίνην καὶ εἶπε· «σήκω ἐπάνω, ἀδελφή, καὶ ἂς προσευχηθῶμεν νὰ μᾶς ἐλεήσῃ ὁ Κύριος».

Τρεμπέλα

Ὅταν δὲ ἐκλείσθηκαν οἱ δύο νεόνυμφοι εἰς τὸ δωμάτιόν των, ἐσηκώθη ἀπὸ τὸ κρεββάτι ὁ Τωβίας καὶ εἶπε: «Σήκω, ἀδελφή μου, καὶ ἂς προσευχηθῶμεν διὰ να μᾶς εὐσπλαγχνισθῇ ὁ Κύριος».

Τωβ. 8,5

καὶ ἤρξατο Τωβίας λέγειν· εὐλογητὸς εἶ, ὁ Θεὸς τῶν πατέρων ἡμῶν, καὶ εὐλογητὸν τὸ ὄνομά σου τὸ ἅγιον καὶ ἔνδοξον εἰς τοὺς αἰῶνας· εὐλογησάτωσάν σε οἱ οὐρανοὶ καὶ πᾶσαι αἱ κτίσεις σου.

Κολιτσάρα

Ὁ Τωβίας ἤρχισε νὰ λέγῃ τὴν προσευχήν του. «Δοξασμένος εἶσαι σύ, Κύριε, ὁ Θεός τῶν πατέρων ἡμῶν, εὐλογημένον καὶ ἔνδοξον τὸ ἅγιον ὄνομά σου εἰς τοὺς αἰῶνας. Σὲ ἂς δοξάζουν πάντοτε οἱ οὐρανοὶ καὶ ὅλα τὰ κτίσματά σου.

Τρεμπέλα

Καὶ ἄρχισε τὴν προσευχὴν ὁ Τωβίας καὶ εἶπεν: «Εἶσαι δοξασμένος, Κύριε, ὁ Θεὸς τῶν πατέρων μας, καὶ πρέπει νὰ εὐλογῆται τὸ ὄνομά Σου, τὸ ἅγιον καὶ ἔνδοξον, εἰς τοὺς αἰῶνας. Εἴθε νὰ Σὲ δοξάζουν οἱ οὐρανοὶ καὶ ὅλα τὰ δημιουργήματά Σου.

Τωβ. 8,6

σὺ ἐποίησας Ἀδὰμ καὶ ἔδωκας αὐτῷ βοηθὸν Εὔαν στήριγμα τὴν γυναῖκα αὐτοῦ· ἐκ τούτων ἐγεννήθη τὸ ἀνθρώπων σπέρμα. σὺ εἶπας· οὐ καλὸν εἶναι τὸν ἄνθρωπον μόνον, ποιήσωμεν αὐτῷ βοηθὸν ὅμοιον αὐτῷ.

Κολιτσάρα

Σύ, Κύριε, ἔπλασες τὸν Ἀδὰμ καὶ ἔδωκες εἰς αὐτὸν ὡς βοηθὸν καὶ στήριγμα τὴν Εὔαν, τὴν σύζυγόν του. Ἀπὸ αὐτοὺς ἐγεννήθη τὸ γένος τῶν ἀνθρώπων. Διότι, Κύριε, σὺ εἶπες· δὲν εἶναι καλὸν νὰ εἶναι ὁ ἄνθρωπος μόνος, ἂς κάμωμεν δι’ αὐτὸν βοηθὸν ἄλλον ὅμοιον πρὸς αὐτόν.

Τρεμπέλα

Σύ, Κύριε, ἔπλασες τὸν Ἀδὰμ καὶ τοῦ ἔδωσες ὡς βοηθὸν καὶ στήριγμά του τὴν γυναῖκα του Εὔαν. Ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς δύο ἐγεννήθη τὸ ἀνθρώπινον γένος. Σὺ ἐπίσης, Κύριε, εἶπες: «Δὲν εἶναι καλὸν νὰ εἶναι μόνος του ὁ ἄνθρωπος. Ἂς κάμωμεν λοιπὸν βοηθόν του κάποιον ὅμοιόν του».

Τωβ. 8,7

καὶ νῦν, Κύριε, οὐ διὰ πορνείαν ἐγὼ λαμβάνω τὴν ἀδελφήν μου ταύτην, ἀλλὰ ἐπ’ ἀληθείας ἐπίταξον ἐλεῆσαί με καὶ αὐτῇ συγκαταγηρᾶσαι.

Κολιτσάρα

Καὶ τώρα, Κύριε, ἐγὼ λαμβάνω τὴν ἀδελφήν μου αὐτήν, τὴν ὁμοεθνῆ μου, ὡς σύζυγον ὄχι διὰ τὴν ἰκανοποίησιν πορνικῶν διαθέσεων, ἀλλὰ διὰ τὴν ἀλήθειάν σου, ὅπως σὺ τὴν ἐκήρυξες. Ἂς ἔλθῃ, λοιπόν, τὸ ἔλεός σου εἰς ἐμέ, Κύριε, καὶ διάταξε σύ, ὥστε ἐγὼ νὰ γηράσω μαζῆ της»,

Τρεμπέλα

Καὶ τώρα, Κύριε, ὡς πρὸς τὴν ἰδικήν μας περίπτωσιν, γνωρίζεις Σὺ ὅτι δὲν παίρνω ὡς σύζυγός μου τὴν συγγενῆ μου αὐτὴν Σάρραν διὰ νὰ ἰκανοποιήσω ἁπλῶς καὶ μόνον τὰς σαρκικάς μου ὀρέξεις, ἀλλὰ μὲ εἰλικρινῆ διάθεσιν διὰ νὰ ἀποκτήσω ἀπογόνους. Δῶσε Σύ, Κύριε, ἐντολήν, ὥστε νὰ ἔλθῃ ἐπάνω μου τὸ ἔλεός Σου διὰ νὰ γηράσω καὶ νὰ τελειῶσω τὴν ζωήν μου εἰς τὴν γῆν μαζὶ μὲ αὐτὴν τὴν σύζυγόν μου».

Τωβ. 8,8

καὶ εἶπε μετ’ αὐτοῦ· ἀμήν.

Κολιτσάρα

Μαζῆ δὲ μὲ αὐτὸν συμπροσηύχετο καὶ ἡ Σάρρα καὶ εἶπεν· «Ἀμήν, γένοιτο»!

Τρεμπέλα

Καὶ ἡ Σάρρα εἶπε μαζί του: «Ἀμήν».

Τωβ. 8,9

καὶ ἐκοιμήθησαν ἀμφότεροι τὴν νύκτα.

Κολιτσάρα

Ἐκοιμήθησαν καὶ οἱ δύο τὴν νύκτα ἐκείνην.

Τρεμπέλα

Καὶ μετὰ τὴν προσευχὴν ἐκοιμήθηκαν μαζὶ τὴν νύκτα ἐκείνην.

Τωβ. 8,10

καὶ ἀναστὰς Ῥαγουὴλ ἐπορεύθη καὶ ὤρυξε τάφον λέγων· μὴ καὶ οὗτος ἀποθάνῃ;

Κολιτσάρα

Ὁ Ραγουὴλ ἐσηκώθη, ἐπῆγε καὶ ἤνοιξε τάφον λέγων· «μήπως ἀποθάνῃ καὶ αὐτός;»

Τρεμπέλα

Ἐνῷ δὲ οἱ νεόνυμφοι εὑρίσκοντο εἰς τὸ νυμφικὸν δωμάτιον των, ὁ πενθερὸς τοῦ Τωβίου Ραγουὴλ ἐσηκώθη καὶ ἐπῆγε καὶ ἔσκαψε καὶ ἑτοίμασε ἕνα τάφον, διότι εἶπε μέσα του: «Ἂς εἶναι ἕτοιμος ὁ τάφος, μήπως πεθάνη καὶ αὐτὸς ὅπως οἱ ἄλλοι».

Τωβ. 8,11

καὶ ἦλθε Ῥαγουὴλ εἰς τὴν οἰκίαν ἑαυτοῦ

Κολιτσάρα

Ἐπανῆλθεν ὁ Ραγουὴλ εἰς τὴν οἰκίαν του

Τρεμπέλα

Μετὰ ταῦτα ἐπέστρεψεν ὁ Ραγουὴλ εἰς τὸ σπίτι του.

Τωβ. 8,12

καὶ εἶπεν Ἔδνᾳ τῇ γυναικὶ αὐτοῦ· ἀπόστειλον μίαν τῶν παιδισκῶν, καὶ ἰδέτωσαν εἰ ζῇ· εἰ δὲ μή, ἵνα θάψωμεν αὐτόν, καὶ μηδεὶς γνῷ.

Κολιτσάρα

καὶ εἶπεν εἰς τὴν Ἔδναν τὴν γυναῖκα του: Στεῖλε μίαν ἀπὸ τὰς δούλας νὰ ἴδῃ, ἐὰν ὁ Τωβίας ζῇ. Καὶ ἐὰν δὲν ζῇ, νὰ τὸν θάψωμεν, χωρὶς νὰ μάθῃ κανεὶς τίποτε.

Τρεμπέλα

Καὶ εἶπεν εἰς τὴν γυναῖκα του Ἔδναν: «Στεῖλε μίαν ἀπὸ τὰς ὑπηρετρίας μας νὰ ἰδῇ ἐὰν ζῇ ὁ γαμβρός μας. Ἐὰν δὲν ζῇ, νὰ τὸν θάψωμεν κρυφά, διὰ νὰ μὴ τὸ μάθη κανείς».

Τωβ. 8,13

καὶ εἰσῆλθεν ἡ παιδίσκη ἀνοίξασα τὴν θύραν καὶ εὗρε τοὺς δύο καθεύδοντας.

Κολιτσάρα

Ἡ δούλη ἤνοιξε τὴν θύραν καὶ εὗρε καὶ τοὺς δύο νὰ κοιμῶνται.

Τρεμπέλα

Καὶ ἐμβῆκε πράγματι εἰς τὸ νυμφικὸν δωμάτιον ἡ δούλη, ἀφοῦ ἄνοιξε προσεκτικὰ τὴν θύραν, καὶ εὑρῆκε καὶ τοὺς δύο νὰ κοιμῶνται εἰς τὴν κλίνην των.

Τωβ. 8,14

καὶ ἐξελθοῦσα ἀπήγγειλεν αὐτοῖς, ὅτι ζῇ.

Κολιτσάρα

Ἐξῆλθε καὶ ἀνήγγειλεν εἰς τοὺς κυρίους της ὅτι ὁ Τωβίας ζῇ.

Τρεμπέλα

Καὶ ἐβγῆκεν ἀμέσως καὶ ἀνήγγειλεν εἰς τὸν πενθερὸν καὶ τὴν πενθερὰν ὅτι ζῇ ὁ γαμβρός των!

Τωβ. 8,15

καὶ εὐλόγησε Ῥαγουὴλ τὸν Θεὸν λέγων· εὐλογητὸς εἶ σύ, ὁ Θεός, ἐν πάσῃ εὐλογίᾳ καθαρᾷ καὶ ἁγίᾳ, καὶ εὐλογείτωσάν σε οἱ ἅγιοί σου καὶ πᾶσαι αἱ κτίσεις σου, καὶ πάντες οἱ ἄγγελοί σου καὶ οἱ ἐκλεκτοί σου εὐλογείτωσάν σε εἰς τοὺς αἰῶνας.

Κολιτσάρα

Ὁ Ραγουὴλ ἐδόξασε τὸν Θεὸν λέγων· «δοξασμένος εἶσαι σύ, ὁ Θεός, καὶ πρὸς σὲ ἀνήκει κάθε δοξολογία καθαρὰ καὶ ἁγία. Ἂς σὲ δοξολογοῦν οἱ ἅγιοί σου καὶ ὅλα τὰ δημιουργήματά σου καὶ ὅλοι οἱ ἄγγελοί σου καὶ ὅλοι οἱ ἐκλεκτοί σου. Ἂς σὲ εὐλογοῦν καὶ ἂς σὲ δοξολογοῦν εἰς ὅλους τοὺς αἰῶνας.

Τρεμπέλα

Μόλις ἄκουσε τὴν εὐχάριστον αὐτὴν εἴδησιν ὁ Ραγουήλ, ἐδοξολόγησε τὸν Θεὸν καὶ εἶπεν: «Εἶναι πρέπον νὰ δοξάζεσαι Σύ, Κύριε ὁ Θεός, μὲ κάθε καθαρὰν καὶ ἁγίαν δοξολογίαν. Ἂς Σὲ δοξολογοῦν οἱ ἅγιοί Σου καὶ ὅλα τὰ δημιουργήματά Σου καὶ ὅλοι οἱ ἄγγελοί Σου. Ἂς Σὲ δοξολογοῦν αἰωνίως οἱ ἐκλεκτοί Σου.

Τωβ. 8,16

εὐλογητὸς εἶ ὅτι ηὔφρανάς με, καὶ οὐκ ἐγένετό μοι καθὼς ὑπενόουν, ἀλλὰ κατὰ τὸ πολὺ ἔλεός σου ἐποίησας μεθ’ ἡμῶν.

Κολιτσάρα

Εὐλογημένος εἶσαι, Κύριε, διότι μοῦ ἔδωσες αὐτὴν τὴν χαρὰν καὶ δὲν ἔγινε ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐφοβούμην. Ἀλλὰ ἔκαμες εἰς ἡμᾶς σύμφωνα μὲ τὸ μέγα σου ἔλεος.

Τρεμπέλα

Ἂς εἶσαι δοξασμένος, διότι μὲ ἐγέμισες χαρὰν καὶ δὲν συνέβη εἰς τὸ σπίτι μου αὐτὸ ποὺ ὑπέθετα, ἀλλ’ ἐφέρθης ἀπέναντί μας συμφώνως πρὸς τὴν μεγάλην εὐσπλαγχνίαν Σου.

Τωβ. 8,17

εὐλογητὸς εἶ ὅτι ἠλέησας δύο μονογενεῖς· ποίησον αὐτοῖς, δέσποτα, ἔλεος, συντέλεσον τὴν ζωὴν αὐτῶν ἐν ὑγιείᾳ μετ’ εὐφροσύνης καὶ ἐλέους.

Κολιτσάρα

Δοξασμένος εἶσαι, Κύριε, διότι ἔστειλες τὸ ἔλεός σου εἰς δύο μονογενεῖς. Κάμε, Δέσποτα, εἰς αὐτοὺς σύμφωνα μὲ τὸ ἔλεός σου καὶ ὁλοκλήρωσε τὴν ζωήν των μὲ ὑγείαν, μὲ εὐφροσύνην, μὲ τὸν πλοῦτον τοῦ ἐλέους σου».

Τρεμπέλα

Ἂς εἶσαι εὐλογημένος, διότι ἐλέησες δύο μονάκριβα παιδιά. Δεῖξε, Δέσποτα, τὸ ἔλεός Σου πρὸς αὐτοὺς καὶ ἀξίωσέ τους νὰ φθάσουν εἰς τὸ τέρμα τῆς ζωῆς των μὲ ὑγείαν καὶ εὐφροσύνην, μέσα εἰς τὴν εὐσπλαγχνίαν καὶ ἀγάπην Σου».

Τωβ. 8,18

ἐκέλευσε δὲ τοῖς οἰκέταις χῶσαι τὸν τάφον.

Κολιτσάρα

Ὁ Ραγουὴλ διέταξε τοὺς δούλους νὰ χώσουν τὸν τάφον.

Τρεμπέλα

Καὶ ἀφοῦ ἐτελείωσε τὴν δοξολογίαν του ὁ Ραγουήλ, ἔδωσεν ἐντολὴν εἰς τοὺς ὑπηρέτας του νὰ σκεπάσουν τὸν τάφον, ποὺ εἶχεν ἀνοίξει διὰ τὸν Τωβίαν.

Τωβ. 8,19

καὶ ἐποίησεν αὐτοῖς γάμον ἡμερῶν δεκατεσσάρων.

Κολιτσάρα

Ἐτέλεσε δὲ καὶ ἑώρτασε τὸν γάμον αὐτῶν ἐπὶ δεκατέσσαρας ἡμέρας.

Τρεμπέλα

Ἔκαμε δὲ διὰ τοὺς νεονύμφους πανηγυρικὸν γάμον, τοῦ ὁποίου ἡ χαρὰ καὶ διασκέδασις διήρκεσε δεκατέσσερις ἡμέρας.

Τωβ. 8,20

καὶ εἶπεν αὐτῷ Ῥαγουὴλ πρὶν ἢ συντελεσθῆναι τὰς ἡμέρας τοῦ γάμου ἐνόρκως μὴ ἐξελθεῖν αὐτὸν ἐὰν μὴ πληρωθῶσιν αἱ δεκατέσσαρες ἡμέραι τοῦ γάμου,

Κολιτσάρα

Ὁ Ραγουὴλ εἶπεν εἰς τὸν Τωβίαν καὶ τὸν ἐξώρκισε νὰ μὴ ἀναχωρήσῃ ἀπὸ τὴν οἰκίαν, μέχρις ὅτου συμπληρωθοῦν αἱ δεκαττέσσαρες ἡμέραι τοῦ γάμου.

Τρεμπέλα

Εἶπε δὲ ὁ Ραγουὴλ εἰς τὸν Τωβίαν, καὶ τὸν ἐδέσμευσε μάλιστα καὶ μὲ ὅρκον, νὰ μὴ βγῇ καὶ φύγῃ ἀπὸ τὸ σπίτι του, πρὶν συμπληρωθοῦν αἱ ἡμέραι τῆς ἑορτῆς τοῦ γάμου. Τοῦ εἶπε νὰ μείνῃ ἐκεῖ ἐπὶ δεκατέσσερις ἡμέρας καὶ νὰ εὐφραίνεται διὰ τὸν γάμον του.

Τωβ. 8,21

καὶ τότε λαβόντα τὸ ἥμισυ τῶν ὑπαρχόντων αὐτοῦ πορεύεσθαι μεθ’ ὑγιείας πρὸς τὸν πατέρα· καὶ τὰ λοιπά, ὅταν ἀποθάνω καὶ ἡ γυνή μου.

Κολιτσάρα

«Μετὰ δὲ τὴν συμπλήρωσιν τῶν δεκατεσσάρων αὐτῶν ἡμερῶν, εἶπεν εἰς τὸν Τωβίαν, ἀφοῦ πάρῃς τὸ ἥμισυ ἀπὸ τὴν περιουσίαν μου, νὰ πορευθῇς ἐν ὑγείᾳ πρὸς τὸν πατέρα σου. Τὴν ὑπόλοιπον περιουσίαν μου θὰ τὴν λάβῃς, ὅταν ἀποθάνωμεν ἐγὼ καὶ ἡ γυνή μου».

Τρεμπέλα

Καὶ ὅταν συμπληρωθοῦν αἱ ἡμέραι τῆς χαρᾶς τοῦ γάμου, πάρε τὰ μισὰ ἀπὸ τὰ ὑπάρχοντά μου καὶ πήγαινε μὲ τὸ καλὸν καὶ ὑγιὴς εἰς τὸν πατέρα σου. Τὰ ὑπόλοιπα ἀγαθά μου θὰ γίνουν ἰδικά σου, ὅταν πεθάνω καὶ ἐγὼ καὶ ἡ γυναῖκα μου», ἐπρόσθεσεν ὁ Ραγουήλ.