Τωβίτ 9
Τωβ. 9,1
Καὶ ἐκάλεσε Τωβίας τὸν Ῥαφαὴλ καὶ εἶπεν αὐτῷ·
Κολιτσάρα
Ὁ Τωβίας ἐκάλεσεν τότε τὸν Ραφαήλ καὶ τοῦ εἶπεν·
Τρεμπέλα
Καὶ ἐκάλεσεν ὁ Τωβίας τὸν Ραφαὴλ καὶ του εἶπεν:
Τωβ. 9,2
Ἀζαρία ἀδελφέ, λάβε μετὰ σεαυτοῦ παῖδα καὶ δύο καμήλους καὶ πορεύθητι ἐν Ῥάγοις τῆς Μηδίας παρὰ Γαβαὴλ καὶ κόμισαί μοι τὸ ἀργύριον καὶ αὐτὸν ἄγε μοι εἰς τὸν γάμον·
Κολιτσάρα
«ἀδελφέ, Ἀζαρία, πάρε μαζῆ σου ἕνα δοῦλον καὶ δύο καμήλους καὶ πήγαινε εἰς τοὺς Ράγους τῆς Μηδίας, εἰς τὸν Γαβαήλ, καὶ φέρε μου ἐδῶ τὸ ἀργύριον ἀλλὰ καὶ αὐτὸν τὸν ἴδιον, διὰ νὰ παρευρεθῇ εἰς τὸν γάμον μου.
Τρεμπέλα
«Ἀδελφέ μου Ἀζαρία, πάρε μαζί σου ἕνα ὑπηρέτην καὶ δύο καμῆλες καὶ πήγαινε εἰς τοὺς Ράγους τῆς Μηδίας, εἰς τὸ σπίτι τοῦ Γαβαήλ, καὶ φέρε μου τὰ χρήματα, ποὺ τοῦ ἄφησεν ὁ πατέρας μου. Φέρε μάλιστα μαζί σου καὶ τὸν ἴδιον ἐδῶ, διὰ να παρευρεθῇ καὶ ἐκεῖνος εἰς τὴν χαρὰν τοῦ γάμου μου.
Τωβ. 9,3
διότι ὀμώμοκε Ῥαγουὴλ μὴ ἐξελθεῖν με,
Κολιτσάρα
Διότι ὁ Ραγουὴλ μὲ ὥρκισε νὰ μὴ φύγω ἀπ’ ἐδῶ, πρὶν συμπληρωθοῦν αἱ δεκατέσσαρες ἡμέραι.
Τρεμπέλα
Ἐγὼ δὲν ἠμπορῶ νὰ φύγω καὶ νὰ ὑπάγω, διότι μὲ ἐδέσμευσε μὲ ὅρκους ὁ Ραγουὴλ ἔτσι, ὥστε νὰ μὴ ἠμπορῶ νὰ βγῶ ἀπὸ τὸ σπίτι του, πρὶν τελειώσῃ ἡ ἑορτὴ τοῦ γάμου.
Τωβ. 9,4
καὶ ὁ πατήρ μου ἀριθμεῖ τὰς ἡμέρας, καὶ ἐὰν χρονίσω μέγα, ὀδυνηθήσεται λίαν.
Κολιτσάρα
Ὁ δὲ πατήρ μου μετρᾷ μίαν πρὸς μίαν τὰς ἡμέρας, ἐὰν δὲ καὶ βραδύνω νὰ ἐπιστρέψω θὰ κυριευθῇ ἀπὸ μεγάλην ὀδύνην».
Τρεμπέλα
Ὁ πατέρας μου ὅμως μετρᾷ τὰς ἡμέρας καὶ περιμένει μὲ ἀγωνίαν νὰ ἐπιστρέψω. Ἐὰν λοιπὸν καθυστερήσω πολύ, θὰ πονέσῃ καὶ θὰ λυπηθῇ ἰδιαιτέρως».
Τωβ. 9,5
καὶ ἐπορεύθη Ῥαφαὴλ καὶ ηὐλίσθη παρὰ Γαβαήλ, καὶ ἔδωκεν αὐτῷ τὸ χειρόγραφον· ὃς δὲ προήνεγκε τὰ θυλάκια ἐν ταῖς σφραγῖσι καὶ ἔδωκεν αὐτῷ.
Κολιτσάρα
Ὁ Ραφαὴλ ἐπορεύθη πράγματι καὶ κατέλυσεν εἰς τὸν οἶκον τοῦ Γαβαήλ. Ἔδωκε δὲ εἰς αὐτὸν καὶ τὸ χειρόγραφον. Ὁ Γαβαὴλ ἔφερε τοὺς σφραγισμένους σάκκους μὲ τὰ χρήματα καὶ τοὺς παρέδωκεν εἰς αὐτόν.
Τρεμπέλα
Καὶ ἐπῆγε πράγματι ὁ Ραφαὴλ εἰς τοὺς Ράγους καὶ διενυκτέρευσεν εἰς τὸ σπίτι τοῦ Γαβαήλ. Ἔδωσε δὲ εἰς τὸν οἰκοδεσπότην τὸ ἔγγραφον διὰ τὰ χρήματα. Καὶ ὁ Γαβαὴλ ἔφερεν ἀμέσως τὰ σακκίδια μὲ τὰ χρήματα, ποὺ ἦσαν σφραγισμένα, καὶ το·υ τὰ παρέδωσεν.
Τωβ. 9,6
καὶ ὤρθρευσαν κοινῶς καὶ ἦλθον εἰς τὸν γάμον. καὶ εὐλόγησε Τωβίας τὴν γυναῖκα αὐτοῦ.
Κολιτσάρα
Κατόπιν, ἐσηκώθηκαν λίαν πρωΐ, καὶ οἱ δύο μαζῆ ἦλθον εἰς τὸν γάμον. Ὁ δὲ Τωβίας ἐπὶ παρουσίᾳ ὅλων ἐπῄνεσε καὶ συνεχάρη τὴν γυναῖκα του.
Τρεμπέλα
Ἐσηκώθηκαν δὲ καὶ οἱ δύο ἐνωρὶς τὸ ἄλλο πρωῒ καὶ ἦλθαν εἰς τὰ Ἐκβάτανα, εἰς τὸ σπίτι τοῦ Ραγουήλ, διὰ νὰ συμμετάσχουν εἰς τὸν γάμον τοῦ Τωβίου καὶ τῆς Σάρρας. Ὁ δὲ Τωβίας ἐγκωμίασε καὶ εἶπε καλὰ λόγια διὰ τὴν γυναῖκα του ἐνώπιόν των.