Ἄσμα Ἀσμάτων
Κεφάλαιο 1
Ἄσμα 1,1
ᾎσμα ᾀσμάτων, ὅ ἐστι τῷ Σαλωμών.
Κολιτσάρα
Τὸ ἆσμα τῶν ἆσμάτων, τὸ κατ’ ἐξοχὴν ὡραῖον αὐτὸ ἆσμα εἶναι τοῦ Σολομῶντος.
Τρεμπέλα
Tὸ Ἆσμα τῶν ᾀσμάτων, τὸ ὁποῖον εἶναι τοῦ Σολομῶντος.
Ἄσμα 1,2
Φιλησάτω με ἀπὸ φιλημάτων στόματος αὐτοῦ, ὅτι ἀγαθοὶ μαστοί σου ὑπὲρ οἶνον,
Κολιτσάρα
Ἂς μὲ φιλήσῃ ὁ ἀγαπημένος μου μὲ τὰ φιλήματα τοῦ ἰδικοῦ του στόματος, διότι αἱ ἰδικαί του θωπεῖαι εἶναι ὠραιότεραι καὶ ἀπὸ τὸν πλέον ἐκλεκτὸν οἶνον.
Τρεμπέλα
Ἂς μὲ φιλήσω ὁ ἠγαπημένος μου μὲ φιλήματα ἀπὸ τὸ στόμα του. Αἱ ἀγάπαι σου εἶναι θελκτικώτεραι καὶ μεθυστικώτεραι ἀπὸ τὸν οἶνον. [Ἂς μοῦ δώσῃ ὁ Νυμφίος ἀμέσως ἀπὸ τὸ στόμα του τὸ φίλημα τῆς καταλλαγῆς καὶ τῆς υἱοθεσίας· αἱ ἐξ ἀγάπης θωπεῖαι σου, ὦ Νυμφίε, καὶ οἱ κρουνοὶ τῆς χάριτος, οἱ ὡς γάλα πνευματικὸν ἐκ τῶν νοητῶν μαστῶν σου ἐκτρέφοντες τὰ ἀρνία σου, εὐφραίνουν περισσότερον ἀπὸ οἶνον.]
Ἄσμα 1,3
καὶ ὀσμὴ μύρων σου ὑπὲρ πάντα τὰ ἀρώματα· μῦρον ἐκκενωθὲν ὄνομά σου. διὰ τοῦτο νεάνιδες ἠγάπησάν σε,
Κολιτσάρα
Ἡ εὐωδία τῶν ἰδικῶν σου μύρων εἶναι περισσότερον εὐάρεστος, ἀπὸ ὅλα τὰ ἀρώματα τοῦ κόσμου. Τὸ ὄνομά σου εἶναι σὰν τὸ μῦρον, ποὺ ἄδειασε ἀπὸ σφραγισμένον δοχεῖον. Διὰ τοῦτο αἱ παρθένοι νεάνιδες σὲ ἠγάπησαν μὲ ὅλην των τὴν καρδίαν.
Τρεμπέλα
Καὶ ἡ εὐωδία τῶν μύρων σου εἶναι ἀνωτέρα ἀπὸ ὅλα τὰ ἀρώματα. Τὸ ὄνομά σου εἶναι μύρον, ποὺ ἐξεκενώθη. Δι’ αὐτὸ καὶ αἱ νεάνιδες σὲ ἠγάπησαν. [Καὶ ἡ εὐωδία τῶν ἀρετῶν σου καὶ τῶν ἀπὸ σοῦ προχεομένων χαρισμάτων εἶναι ἀσυγκρίτως ὑπέρτερα ἀπὸ ὅλα τὰ ἀρώματα τοῦ κόσμου. Τὸ Ὄνομά σου φανερούμενον διὰ τοῦ εὐαγγελικοῦ κηρύγματος εὐωδιάζει σὰν μῦρον ἀπὸ δοχεῖον, ποὺ ἐξεκενώθη καὶ μεταδίδεται ἐξ αὐτοῦ ζωογόνον θεῖον ἄρωμα. Διὰ τοῦτο αἱ νεανικαὶ καὶ ἁγναὶ ψυχαὶ σὲ ἠγάπησαν.]
Ἄσμα 1,4
εἵλκυσάν σε, ὀπίσω σου εἰς ὀσμὴν μύρων σου δραμοῦμεν. εἰσήνεγκέ με ὁ βασιλεὺς εἰς τὸ ταμιεῖον αὐτοῦ. ἀγαλλιασώμεθα καὶ εὐφρανθῶμεν ἐν σοί· ἀγαπήσομεν μαστούς σου ὑπὲρ οἶνον· εὐθύτης ἠγάπησέ σε.
Κολιτσάρα
Εἱλκύσθησαν ἀπὸ σέ. Θὰ τρέξωμεν ὀπίσω σου μεθυσμέναι ἀπὸ τὴν εὐωδίαν τῶν ἰδικῶν σου μύρων. Ὁ βασιλεύς μου μὲ εἰσήγαγεν εἰς τὰ ἰδιαίτερα αὐτοῦ ἐσωτερικὰ διαμερίσματα. Θὰ χαρῶμεν καὶ θὰ εὐφρανθῶμεν μαζῆ σου. Θὰ ἀγαπήσωμεν τὰς εὐαρέστους καὶ ἠδονικὰς θωπείας σου περισσότερον ἀπὸ τὸν ἐκλεκτὸν οἶνον. Κάθε εὐθεῖα καρδία σὲ ἠγάπησε καὶ σὲ ἀγαπᾷ.
Τρεμπέλα
Σὲ εἵλκυσαν· θὰ τρέξωμεν ὀπίσω σου εἰς τὴν εὐωδίαν τῶν ἀρωμάτων σου· ὁ βασιλεὺς μὲ εἰσήγαγεν εἰς τὰ διαμερίσματά του. Θὰ χαρῶμεν καὶ θὰ εὐφρανθῶμεν διὰ σέ· θὰ ἐξυμνησωμεν τὰς ἀγάπας σου παραπάνω ἀπὸ οἶνον. Οἱ εὐθεῖς σὲ ἀγαποῦν. [Σὲ προσείλκυσαν διὰ τῆς ἀγάπης των· διότι εἶπαν: Θὰ τρέξωμεν ὀπίσω ἀπὸ τὴν εὐωδίαν τῶν ἀρωμάτων σου. Ὁ βασιλεὺς μὲ εἰσήγαγεν εἰς τὰ ἰδιαίτερα διαμερίσματά του καὶ μοῦ ἀπεκάλυψεν ἀποκρύφους θησαυροὺς τῆς σοφίας του, ἀνακράζει ἡ Νύμφη. Καὶ ἠμεῖς, ἀνταπαντᾷ ὁ χορὸς τῶν νεανίδων, θὰ ἀγαλλώμεθα καὶ θὰ εὐφραινώμεθα ἐξ αἰτίας σου, ποὺ τόσον συνεδέθης μὲ τὸν Νυμφίον. Θὰ ἀγαπήσωμεν παραπάνω ἀπὸ τὸν οἶνον τὰς μεθυστικὰς θωπείας σου, ἐκ τῶν ὁποίων ὡς ἀπὸ θείων μαστῶν ἐκρέουν αἱ φωτιστικαὶ χάριτες τοῦ Πνεύματος· διότι σὲ ἠγάπησεν ὁ Νυμφίος, ποὺ μεταβάλλει τὰ στρεβλὰ εἰς ἴσια καὶ εὐθέα.]
Ἄσμα 1,5
μέλαινά εἰμι ἐγὼ καὶ καλή, θυγατέρες Ἱερουσαλήμ, ὡς σκηνώματα Κηδάρ, ὡς δέρρεις Σαλωμών.
Κολιτσάρα
Ὦ θυγατέρες, τῆς Ἱερουσαλήμ! Εἶμαι πολὺ μελαγχροινή ἐγώ, ὅπως αἱ σκηναὶ τῶν κατοίκων Κηδάρ. Εἶμαι ὅμως ὡραία, ὅπως τὰ πολύτιμα ἐκ δέρματος παραπετάσματα τοῦ ὡραίου ἀνακτόρου τοῦ Σολομῶντος.
Τρεμπέλα
Εἶμαι μελαψή, ἀλλὰ ὡραία, ὦ θυγατέρες Ἱερουσαλήμ, ὅπως αἱ σκηναὶ Κηδάρ, ὅπως τὰ παραπετάσματα Σολομῶντος. [Μελαψὴ εἶμαι ἐγὼ τώρα λόγῳ τῆς ἐκ τοῦ παλαιοῦ ἀνθρώπου σκοτιζούσης κληρονομίας, ἀλλὰ γίνομαι εὔμορφος διὰ τῆς πρὸς τὸν Νυμφίον κοινωνίας μου, ὦ θυγατέρες Ἱερουσαλήμ· μαύρη σὰν τὰς σκηνὰς τῶν Κηδαρινῶν, ἀλλὰ καὶ ὡραία, ὅπως ἢ σκηνὴ καὶ τὰ παραπετάσματα τοῦ Σολομῶντος.]
Ἄσμα 1,6
μὴ βλέψητέ με ὅτι ἐγώ εἰμι μεμελανωμένη, ὅτι παρέβλεψέ με ὁ ἥλιος· υἱοὶ μητρός μου ἐμαχέσαντο ἐν ἐμοί, ἔθεντό με φυλάκισσαν ἐν ἀμπελῶσιν· ἀμπελῶνα ἐμὸν οὐκ ἐφύλαξα.
Κολιτσάρα
Μὴ μὲ κυττάζετε μὲ περιέργειαν, ποὺ εἶμαι μελαγχροινή. Διότι ὁ ἥλιος ἔπεσε καυστικὸς ἐπάνω μου καὶ μὲ ἐμαύρισε. Οἱ ἀδελφοί μου ἐχολώθησαν ἐναντίον μου καὶ ἐφιλονείκησαν καὶ μὲ ἔστειλαν νὰ φυλάττω τοὺς ἀμπελῶνας. Ἐγὼ ὅμως ἀπὸ τὴν ἀγάπην πρὸς αὐτὸν δὲν ἐφύλαξα τὸν ἀμπελῶνα μου· ἀδιαφόρησα δι’ αὐτόν.
Τρεμπέλα
Μὴ μὲ παρατηρεῖτε, ποὺ εἶμαι μαυρισμένη, διότι μὲ ἔκαυσεν ὁ ἥλιος. Τὰ παιδιὰ τῆς μητέρας μου ἐχολώθησαν κατ’ ἐμοῦ καὶ μὲ ἔβαλαν φύλακα ἀμπέλων. Τὴν ἰδικήν μου ἄμπελον δὲν ἐφύλαξα. [Μή μοῦ ρίψετε περίεργα βλέμματα ἐξ αἰτίας τοῦ ὅτι εἶμαι μαυρισμένη. Ἔχω τὸ χρῶμα αὐτό, διότι μὲ ἔκαυσεν ὁ ἥλιος. Οἱ παραγνωρίσαντες τὸν Νυμφίον κατὰ σάρκα ἀδελφοί μου καὶ ἄρχοντες τοῦ παλαιοῦ Ἰσραὴλ ἐφιλονίκησαν ἐξ αἰτίας μου· μὲ ἔβαλαν φύλακα εἰς ξένα ἀμπέλια. Τὴν ἀπὸ κληρονομίας ἰδικήν μου ἄμπελον δὲν ἐφύλαξα.]
Ἄσμα 1,7
ἀπάγγειλόν μοι ὃν ἠγάπησεν ἡ ψυχή μου, ποῦ ποιμαίνεις, ποῦ κοιτάζεις ἐν μεσημβρίᾳ, μήποτε γένωμαι ὡς περιβαλλομένη ἐπ’ ἀγέλαις ἑταίρων σου.
Κολιτσάρα
Πές μου σύ, τὸν ὁποῖον ἔχει ἀγαπήσει ἡ ψυχή μου, ποῦ βόσκεις τὰ πρόβατά σου; Ποῦ πλαγιάζεις καὶ ἀναπαύεσαι κατὰ τὰς μεσημβρινὰς ὥρας; Πές μου, ποῦ εἶσαι, γιὰ νὰ μὴ περιπλανηθῶ ἀναζητοῦσα σε εἰς τὰ ποίμνια τῶν συντρόφων σου ποιμένων.
Τρεμπέλα
Εἶπέ μου λοιπὸν σύ, τὸν ὁποῖον ἠγάπησεν ἡ ψυχή μου, ποὺ βόσκεις τὸ ποίμνιόν σου, ποὺ ἀναπαύεσαι μὲ αὐτὸ κατὰ τὸ μεσημέρι, διὰ νὰ μὴ περιπλανῶμαι σὰν ἀλήτης εἰς τὰ ποίμνια τῶν συναδελφῶν σου. [Ἀναγγειλέ μου, ποῦ εἶσαι σύ, τὸν ὁποῖον ἠγάπησεν ἡ ψυχή μου· ποὺ ποιμαίνεις τὰ πρόβατά σου· ποὺ ἀναπαύεσαι μαζὶ μὲ αὐτὰ κατὰ τὸ μεσημέρι· εἰπέ μου, ποὺ θὰ σὲ συναντήσω, μήπως κατὰ τὴν ἀναζήτησίν σου καταντήσω ὁμοία πρὸς γυναῖκα κρυφὴν καὶ περιπλανωμένην μέσα στὶς στάνες τῶν συντρόφων σου.]
Ἄσμα 1,8
ἐὰν μὴ γνῷς σεαυτήν, ἡ καλὴ ἐν γυναιξίν, ἔξελθε σὺ ἐν πτέρναις τῶν ποιμνίων καὶ ποίμαινε τὰς ἐρίφους σου ἐπὶ σκηνώμασι τῶν ποιμένων.
Κολιτσάρα
Ἐὰν σύ, ἡ ὡραία μεταξὺ ὅλων τῶν γυναικῶν, ἐὰν σὺ δὲν γνωρίζῃς τὸν ἑαυτόν σου, ἔβγα καὶ ἀκολούθησε τὰ ἴχνη τῶν ποιμνίων. Βόσκε τὰ ἐρίφιά σου ἀνάμεσα εἰς τὰς κατασκηνώσεις τῶν ἄλλων ποιμένων καὶ κάπου θὰ εὕρῃς αὐτόν, ποὺ ἀναζητεῖς.
Τρεμπέλα
Ἐὰν δὲν γνωρίζῃς τὸν ἑαυτόν σου, ὦ ὡραιοτάτη τῶν γυναικῶν, ἔβγα καὶ ἀκολουθεῖ τὰ ἀχνάρια τῶν ποιμνίων καὶ βόσκε τὶς γίδες σου εἰς τὰ καλύβια τῶν τσοπάνηδων. [Θὰ ἐγνώριζες ποὺ εἶναι ὁ Νυμφίος σου, ἐὰν ἐγνώριζες τὸν ἑαυτόν σου. Ἀφοῦ ὅμως δὲν ξεύρεις τὸν ἑαυτόν σου, σὺ ποὺ εἶσαι τόσον ὡραία μεταξὺ τῶν γυναικῶν, παρατηροῦν αἱ νεάνιδες τῆς Ἱερουσαλήμ, ἔβγα ἀκολουθοῦσα τὰ ἀχνάρια τῶν ποιμνίων καὶ βόσκε τὰ ἐρίφια καὶ τὰ γίδια σου ἐκεῖ ποὺ ἔχουν τίς σκηνές των οἱ ποιμένες.]
Ἄσμα 1,9
τῇ ἵππῳ μου ἐν ἅρμασι Φαραὼ ὡμοίωσά σε, ἡ πλησίον μου.
Κολιτσάρα
Μὲ τὴν μεγαλοπρεπῆ καὶ ὑπερήφανον φορβάδα μου, ζευγμένην εἰς τὸ ἅρμα τοῦ Φαραώ, ἔχω παρομοιάσει σέ, ὦ καλή μου καὶ σύντροφέ μου.
Τρεμπέλα
Πρὸς τὴν φορβάρα μου, ποὺ ζεύγνυται εἰς τὰ ἅρματα Φαραώ, σὲ παρωμοίωσα, ὦ πολυαγαπημένη μου διπλανή. [Πρὸς τὴν τολμηρὰν φορβάδα μου, ποὺ ἀσυγκράτητος ὁρμᾷ σὰν ζευγμένη στὰ πολεμικὰ τοῦ Φαραὼ ἅρματα, σὲ παρωμοίωσα, ὦ καλή μου συντροφιά. Ἔτσι καὶ σὺ χαριτωμένη καὶ ἀπτόητος εἰς τοὺς πνευματικοὺς πολεμεῖς ἀγῶνας.]
Ἄσμα 1,10
τί ὡραιώθησαν σιαγόνες σου ὡς τρυγόνος, τράχηλός σου ὡς ὁρμίσκοι;
Κολιτσάρα
Πόσον ὡραῖαι εἶναι αἱ παρειαί σου καὶ αἱ σιαγόνες σου. Ὁμοιάζουν μὲ τὰς σιαγόνας τῶν τρυγόνων. Ὁ δὲ τράχηλός σου εἶναι ὠραιότατος, ὡσὰν στολισμὸν πολυτίμων κοσμημάτων.
Τρεμπέλα
Πόσον ὡραῖαι εἶναι αἱ παρειαὶ καὶ σιαγόνες σου σὰν τῆς τρυγόνος, καὶ ὁ τράχηλός σου σὰν περιδέραια! [Πόσον ὡραῖαι εἶναι αἱ παρειαὶ καὶ σιαγόνες σου, σάν τὶς κοκκινωπὲς τῆς ντροπαλὴς καὶ στὸ ζευγάρι τῆς πιστῆς τρυγόνος. Ἔτσι καὶ σὺ σεμνὴ καὶ ὀλιγόλογος εἶσαι, χαριτωμένη καὶ ἀφωσιωμένη εἰς τὸν Νυμφίον σου. Ὁ τράχηλός σου φέρων καρτερικῶς τὸν ζυγόν Του ἐμφανίζεται λευκός, ὡραῖος σὰν μαργαριταρένιος. Ὅλαι μαζὶ αἱ ἀρεταὶ ἀποτελοῦν τὸν γοητευτικὸν στολισμόν σου.]
Ἄσμα 1,11
ὁμοιώματα χρυσίου ποιήσομέν σοι μετὰ στιγμάτων τοῦ ἀργυρίου.
Κολιτσάρα
Κοσμήματα χρυσοῦ διάστικτα μὲ ἄργυρον θὰ κατασκευάσωμεν διὰ τὸν λαιμόν σου.
Τρεμπέλα
Θὰ σοῦ κάμωμεν κοσμήματα χρυσᾶ μὲ στίγματα ἀργυρᾶ. [Θὰ σοῦ φτιάσωμεν κοσμήματα ἀπὸ χρυσὸν μὲ στίγματα ἀπὸ ἄργυρον. Μὲ νέον θησαυρὸν χαρισμάτων τοῦ Πνεύματος θὰ σὲ πλουτίσω.]
Ἄσμα 1,12
ἕως οὗ ὁ βασιλεὺς ἐν ἀνακλίσει αὐτοῦ, νάρδος μου ἔδωκεν ὀσμὴν αὐτοῦ.
Κολιτσάρα
Καθ’ ὃν χρόνον ὁ βασιλεύς μου εἶναι ἀνακεκλιμένος, παρὰ τὴν πλουσίαν τράπεζάν του, ὁ νάρδος μου ἀνέδιδε τὸ εὐάρεστον ἄρωμά του.
Τρεμπέλα
Καθ’ ὃν χρόνον ὁ βασιλεὺς εἶναι εἰς τὸ ἀνάκλιντρόν του, ἡ νάρδος μου ἀναδίδει τὴν εὐωδίαν του. [Ἕως ὅτου ὁ βασιλεὺς Νυμφίος εἶναι γερμένος πρὸ τῆς ὑπερφυοὺς τραπέζης του, ἡ νάρδος μου ἔδωκε τὴν εὐωδίαν τῶν χαρίτων, ποὺ μετέδωκεν αὐτὸς εἰς ἐμὲ τὴν Νύμφην του.]
Ἄσμα 1,13
ἀπόδεσμος τῆς στακτῆς ἀδελφιδός μου ἐμοί, ἀνὰ μέσον τῶν μαστῶν μου αὐλισθήσεται.
Κολιτσάρα
Σὰν θήκη γεμάτη ἀπὸ εὐώδη στακτὴν εἶναι δι’ ἐμὲ ὁ πολυαγαπημένος ἀδελφός μου. Θὰ ἀναπαύεται ἀνάμεσα εἰς τοὺς μαστούς μου, ἐπάνω ἀπὸ τὴν καρδιά μου.
Τρεμπέλα
Ὁ πολυαγαπημένος μου ἀδελφὸς εἶναι δι’ ἐμὲ θυλάκιον γεμᾶτο ἀπὸ τὸ πολύτιμον ἄρωμα τῆς στακτῆς, θὰ ἀναπαύεται ἐν μέσῳ τοῦ κόλπου μου καὶ εἰς τὰ βάθη τῆς καρδίας μου. [Θήκη γεμάτη μύρον τῆς πολυτίμου στακτῆς εἶναι δι’ ἐμὲ ὁ πολυαγαπημένος ἀδελφός μου. Ἀνέκφραστος ἡ εὐωδία τῶν ἀρετῶν καὶ χαρίτων του. Θὰ κοιμᾶται ἐν μέσῳ τοῦ κόλπου μου. Θὰ ἀναπαύεται πάντοτε εἰς τὰ βάθη τῆς ἐξ ὁλοκλήρου ἀφωσιωμένης εἰς αὐτὸν καρδίας μου.]
Ἄσμα 1,14
βότρυς τῆς κύπρου ἀδελφιδός μου ἐμοί, ἐν ἀμπελῶσιν Ἐγγαδδί.
Κολιτσάρα
Ὡσὰν τὸ ἀνθισμένο κλῆμα, ποὺ εὐωδιάζει εἰς τὰ ἀμπέλια τῆς Ἐγγαδδί, εἶναι ὁ ἀγαπημένος ἀδελφὸς τῆς ψυχῆς μου.
Τρεμπέλα
Δι’ ἐμὲ ὁ πολυαγαπημένος μου ἀδελφὸς εἶναι σὰν τὸ μοσχομυρισμένον ἄνθος, ποὺ ὁμοιάζει πρὸς σταφυλὴν καὶ γίνεται εἰς τὰ ἀμπέλια τῆς Ἐγγαδδί. [Δι’ ἐμὲ ὁ πολυαγαπημένος μου ἀδελφὸς εἶναι σὰν τὸ σταφύλι, ὅταν ἀνθίζῃ μοσχομυρισμένο εἰς τὰ ἀμπέλια τῆς Ἐγγαδδί.]
Ἄσμα 1,15
ἰδοὺ εἶ καλή, ἡ πλησίον μου, ἰδοὺ εἶ καλή, ὀφθαλμοί σου περιστεραί.
Κολιτσάρα
Ἰδού, σύντροφέ μου, εἶσαι ὡραία. Ἰδού, εἶσαι ὡραία. Οἱ ὀφθαλμοί σου εἶναι ὡσὰν τὰ περιστέρια.
Τρεμπέλα
Ἰδοὺ εἶσαι ὡραία, πολυαγαπημένη μου σύντροφε· ἰδοὺ εἶσαι ὡραία· τὰ μάτια σου σὰν τὰ περιστέρια. [Ἰδοὺ εἶσαι ὡραία, πολυαγαπημένη μου σύντροφε. Ἰδοὺ εἶσαι ὡραία. Τὰ μάτιά σου ἐλκυστικά καὶ κατακάθαρα περιστέρια.]
Ἄσμα 1,16
ἰδοὺ εἶ καλός, ὁ ἀδελφιδός μου, καί γε ὡραῖος· πρὸς κλίνῃ ἡμῶν σύσκιος,
Κολιτσάρα
Ἰδού, καὶ σὺ εἶσαι ὡραῖος, ἀδελφὲ τῆς ψυχῆς μου· πολὺ ὡραῖος. Εἶσαι ἐπάνω εἰς τὴν κλίνην σου σὰν κάτω ἀπὸ παχύσκιον δένδρον.
Τρεμπέλα
Πόσον εἶσαι ὡραῖος, ὦ πολυαγαπημένε μου ἀδελφέ. Πόσον εἶσαι θελκτικός. Ἡ κλίνῃ μας εἶναι θαλερά, κάτω ἀπὸ σκιάν. [Ἰδοὺ σὺ εἶσαι πανεύμορφος καὶ καλός, πολυαγαπημένε μου ἀδελφέ. Σὺ καὶ ὄχι ἐγὼ ἔχεις φυσικὸν καὶ ὄχι ἐπίκτητον τὸ κάλλος τῆς ἠθικῆς τελειότητος. Εὑρίσκεσαι τώρα ἐπὶ κλίνῃς στρωμένης μὲ χλόην καὶ ἄνθη κάτω ἀπὸ παχύσκια δένδρα. Τόσον πολὺ συγκατέβης καὶ ἐταπεινώθης διὰ νὰ ἀπαλλάξῃς τὴν Νύμφην σου ἀπὸ τὴν ἀσχημίαν της.]
Ἄσμα 1,17
δοκοὶ οἴκων ἡμῶν κέδροι, φατνώματα ἡμῶν κυπάρισσοι.
Κολιτσάρα
Τὰ δοκάρια τοῦ σπιτιοῦ μας εἶναι ἀρωματικαὶ κέδροι καὶ τὰ κουφώματά μας ξύλα κυπαρίσσου.
Τρεμπέλα
Δοκάρια τοῦ ὑπαιθρίου σπιτιοῦ μας εἶναι αἱ κέδροι τοῦ δάσους καὶ κουφώματά μας τὰ κυπαρίσσια. [...Ἡ φύσις ὁλόκληρος εἶναι ἰδική μας. Καὶ ὅπου ἂν στραφῇ κανείς, εὑρίσκει ἐμπρός του τὸν Νυμφίον.]
Κεφάλαιο 2
Ἄσμα 2,1
Ἐγὼ ἄνθος τοῦ πεδίου, κρίνον τῶν κοιλάδων.
Κολιτσάρα
Ἐγὼ εἶμαι τὸ ἄνθος τῆς πεδιάδος, τὸ κρίνον τῶν κοιλάδων.
Τρεμπέλα
Ἐγὼ εἶμαι νάρκισσος τοῦ Σαρών, κρίνον τῶν χαμηλῶν κοιλάδων. [Ἐγὼ εἶμαι ἄνθος, ποὺ ἐφύτρωσα στὰ χωράφια, κρίνον τόπων χαμηλῶν. Ἡ εὐωδία μου καὶ ἡ ἁγνότης μου δὲν ὀφείλονται εἰς φροντίδας ἀνθρώπων.]
Ἄσμα 2,2
ὡς κρίνον ἐν μέσῳ ἀκανθῶν, οὕτως ἡ πλησίον μου ἀνὰ μέσον τῶν θυγατέρων.
Κολιτσάρα
Πράγματι ὡσὰν κρίνον ἀνάμεσα εἰς τὰ ἀγκάθια, ἔτσι εἶναι ἡ καλή μου ἀνάμεσα εἰς τὰς ἄλλας παρθένους νεάνιδας.
Τρεμπέλα
Σὰν κρίνον ἐν μέσῳ ἀκανθῶν, ἔτσι ξεχωρίζει ἡ πολυαγαπημένη μου σύντροφος μεταξὺ τῶν νεανίδων. [Σὰν κρίνον ποὺ ξεπετιέται μέσα εἰς ἀγκαθιές, αἱ ὁποῖαι δὲν ἠμπόρεσαν νὰ τὸ πνίξουν, ἔτσι ξεπροβάλλει καὶ ἡ ὡραία σύντροφός μου μέσα στὶς ἄλλες τοῦ κόσμου κορασίδες. Ἄνθος κατακόκκινον ἀπὸ τὸ αἷμα τῶν Μαρτύρων της· κρίνον πάλλευκον ἀπὸ τὴν ἁγνότητα τῶν παρθένων της· εὐῶδες ἀπὸ τὴν ἁγιότητα τῶν τέκνων της.]
Ἄσμα 2,3
ὡς μῆλον ἐν τοῖς ξύλοις τοῦ δρυμοῦ, οὕτως ἀδελφιδός μου ἀνὰ μέσον τῶν υἱῶν· ἐν τῇ σκιᾷ αὐτοῦ ἐπεθύμησα καὶ ἐκάθισα, καὶ καρπὸς αὐτοῦ γλυκὺς ἐν λάρυγγί μου.
Κολιτσάρα
Ὡσὰν καρποφόρος μηλιὰ ἀνάμεσα εἰς τὰ ἄκαρπα δένδρα τοῦ δάσους, ἔτσι εἶναι ὁ ἀδελφὸς τῆς ψυχῆς μου ἀνάμεσα εἰς τοὺς ἄλλους νέους. Τὴν σκιὰν αὐτοῦ τοῦ δένδρου ἐγὼ ἐπεθύμησα καὶ κάτω ἀπὸ αὐτὸ ἐκάθισα. Ὁ καρπός του εἶναι γλυκὺς εἰς τὸν λάρυγγά μου.
Τρεμπέλα
Σὰν μηλέα κατάφορτος ἀπὸ καρποὺς ἐν μέσῳ τῶν ἀκάρπων δένδρων τοῦ πυκνοῦ δάσους, ἔτσι εἶναι ὁ πολυαγαπημένος μου ἀδελφὸς μεταξὺ τῶν νέων. Εἰς τὴν σκιάν του ἐπεθύμησα καὶ ἐκάθισα, καὶ ὁ καρπός του εἶναι γλυκὺς εἰς τὸν λάρυγγά μου. [Σὰν μηλέα κατάφορτος ἀπὸ καρποὺς γλυκεῖς καὶ ζωηφόρους ἐν μέσῳ δένδρων ἀκάρπων τοῦ πυκνοῦ δάσους, ἔτσι εἶναι ὁ πολυαγαπημένος μου ἀδελφὸς ἐν μέσῳ ὅλων τῶν υἱῶν τοῦ Θεοῦ, ἀγγέλων καὶ ἀνθρώπων. Εἰς τὴν ζωογόνον σκιάν του, ἡ ὁποία ἐξεδίωξε τὰς σκιὰς τοῦ νόμου καὶ τοῦ θανάτου, ἐκάθισα, καὶ ὁ καρπός, τὸν ὁποῖον μὲ τὴν διδασκαλίαν τοῦ Εὐαγγελίου καὶ τὰ ἄλλα μέσα τῆς χάριτός μου χορηγεῖ, γλυκαίνει ἀνεκφράστως τὸν λάρυγγά μου.]
Ἄσμα 2,4
εἰσαγάγετέ με εἰς οἶκον τοῦ οἴνου, τάξατε ἐπ’ ἐμὲ ἀγάπην.
Κολιτσάρα
Ὁδηγήσατέ με εἰς τὸν οἶκον, ὅπου παρατίθεται τὸ συμπόσιον τῶν γάμων μας. Διδάξατέ με καὶ καταστήσατε σταθερωτάτην τὴν πρὸς τὸν νυμφίον μου ἁγνὴν ἀγάπην μου.
Τρεμπέλα
Εἰσαγάγετέ με εἰς τὸ κελλάριον τοῦ οἴνου καὶ ρίψατε ἐπάνω μου ὡς σημαίαν τὴν ἀγάπην του [κατὰ τὸ Ἑβραϊκόν]. [Ὁδηγήσατέ με εἰς τὸ κελλάριον τοῦ οἴνου, ὅπου θὰ ἀπολαμβάνω τὸ μυστικὸν ποτήριον τῆς θείας εὐφροσύνης. Καταστήσατε βεβαίαν καὶ ἀμετάθετον τὴν πρὸς τὸν Νυμφίον ἀγάπην μου.]
Ἄσμα 2,5
στηρίσατέ με ἐν μύροις, στοιβάσατέ με ἐν μήλοις, ὅτι τετρωμένη ἀγάπης ἐγώ.
Κολιτσάρα
Εἶμαι πληγωμένη ἀπὸ τὴν ἀγάπην του. Στηρίξατέ με μὲ μῦρα. Σωριᾶστε μπροστά μου μῆλα· ἡ εὐωδία τῶν ἀρωμάτων καὶ ἡ βρῶσις τῶν μήλων θὰ μὲ στηρίξῃ.
Τρεμπέλα
Στηρίξατέ με μὲ μύρα, ἐνδυναμώσατέ με μὲ μῆλα, διότι εἶμαι ἐγὼ πληγωμένη ἀπὸ ἀγάπην. [Στηρίξατέ με εἰς τὴν εὐώδη τῶν ἀρετῶν κατάστασιν καὶ εἰς τὴν ἐπικοινωνίαν μετὰ τοῦ Νυμφίου. Φορτώσατέ με μὲ τοὺς θείους καὶ σωτηριώδεις καρπούς του, διότι εἶμαι πληγωμένη ἀπὸ τὴν ἀγάπην πρὸς Αὐτόν.]
Ἄσμα 2,6
εὐώνυμος αὐτοῦ ὑπὸ τὴν κεφαλήν μου, καὶ ἡ δεξιὰ αὐτοῦ περιλήψεταί με.
Κολιτσάρα
Τὸ ἀριστερό του χέρι εἶναι κάτω ἀπὸ τὴν κεφαλήν μου καὶ τὸ δεξί του χέρι ἂς μὲ ἐναγκαλισθῇ.
Τρεμπέλα
Ἢ ἀριστερά του χεὶρ εἶναι ὑπὸ τὴν κεφαλήν μου καὶ ἡ δεξιά του θὰ μὲ περιβάλῃ. [Ἡ ἀριστερά του χεὶρ εἶναι ὑπὸ τὴν κεφαλήν μου καὶ ἡ δεξιά του θὰ μὲ ἐναγκαλισθῇ. Εἰς τὰς δοκιμασίας καὶ θλίψεις μου ἡ ἀγαθή του Πρόνοια δὲν θὰ μὲ ἀφήσῃ ποτὲ καὶ εἰς ὅλους τοὺς ἀγῶνας μου κατὰ τοῦ κακοῦ ἡ δεξιά του θὰ μὲ ἐνισχύῃ καὶ θὰ μὲ περιφρουρῇ.]
Ἄσμα 2,7
ὥρκισα ὑμᾶς, θυγατέρες Ἱερουσαλήμ, ἐν δυνάμεσι καὶ ἐν ἰσχύσεσι τοῦ ἀγροῦ, ἐὰν ἐγείρητε καὶ ἐξεγείρητε τὴν ἀγάπην, ἕως οὗ θελήσῃ.
Κολιτσάρα
Ὦ θυγατέρες τῆς Ἱερουσαλήμ, σᾶς ἐξορκίζω εἰς τὰς θαυμαστὰς δυνάμεις τῆς φύσεως, εἰς τὴν ὡραιότητα τῶν ἀγρῶν καὶ τῶν πεδιάδων μὴ ἐξυπνήσετε καὶ μὴ ἀνησυχήσετε τὴν ἀγάπην μου. Ἀφήσατέ την νὰ κοιμηθῇ καὶ ἀναπαυθῇ, ὅσον θέλει.
Τρεμπέλα
Σᾶς ἐξορκιζω, θυγατέρες Ἱερουσαλήμ, εἰς τὰς δορκάδας καὶ εἰς τὰς ἐλάφους [Ἑβραϊκόν] τοῦ ἀγροῦ, νὰ μὴ διαταράξετε καὶ νὰ μὴ ἀφυπνίσετε τὴν ἀγάπην μου, ὅσον χρόνον αὐτὴ θελήσῃ. [Σᾶς ἐξορκιζω, θυγατέρες Ἱερουσαλήμ, εἰς τὰς ἰσχυρὰς δυνάμεις, ποὺ συγκρατοῦν κατὰ τὸ θεῖον θέλημα τὸν κόσμον, νὰ μὴ ἀφυπνίσετε καὶ νὰ μὴ ἐξεγείρετε τὴν ἀγάπην, ἀλλ’ ἀφήσατέ την νὰ εἶναι βυθισμένη εἰς τὰς γοητευτικὰς ἀναμνήσεις τοῦ Νυμφίου, ὅσον αὐτὴ θελήσῃ. Πλησίον Του δὲν κουράζεται, οὔτε χορταίνει ποτὲ κάθε ἀφωσιωμένη εἰς αὐτὸν Νύμφη.]
Ἄσμα 2,8
Φωνὴ ἀδελφιδοῦ μου· ἰδοὺ οὗτος ἥκει πηδῶν ἐπὶ τὰ ὄρη, διαλλόμενος ἐπὶ τοὺς βουνούς.
Κολιτσάρα
Ἀκούω τὴν φωνὴν τοῦ ἀγαπημένου μου. Ἰδού, αὐτὸς ἔρχεται πηδῶν ἐπάνω εἰς τὰ ὄρη, ὑπερπηδᾶ τὰ βουνὰ καὶ ὅλα τὰ ἐμπόδια.
Τρεμπέλα
Ἀκούσατε! Ἡ φωνὴ τοῦ ἀγαπημένου μου ἀδελφοῦ. Ἰδοὺ ἔρχεται πηδῶν ἐπάνω εἰς τὰ ὄρη, διασκελίζων μὲ ἅλματα τὰ βουνά. [Ἀκούω τὴν φωνὴν τοῦ ἀγαπημένου μου ἀδελφοῦ. Ἰδοὺ σύμφωνα μὲ τὰς θείας καὶ προφητικὰς ἐπαγγελίας ἔρχεται ὑπερπηδῶν κάθε ἐμπόδιον καὶ δυσκολίαν. Καὶ λαμβάνων δούλου μορφὴν σπεύδει πρὸς ἀπολύτρωσιν ἐμοῦ τῆς Νύμφης του.]
Ἄσμα 2,9
ὅμοιός ἐστιν ἀδελφιδός μου τῇ δορκάδι ἢ νεβρῷ ἐλάφων ἐπὶ τὰ ὄρη Βαιθήλ. ἰδοὺ οὗτος ὀπίσω τοῦ τοίχου ἡμῶν παρακύπτων διὰ τῶν θυρίδων, ἐκκύπτων διὰ τῶν δικτύων.
Κολιτσάρα
Ὁ ἀδελφὸς αὐτὸς τῆς ψυχῆς μου ὁμοιάζει μὲ ζαρκάδι ἢ μὲ μικρὸ ἐλάφι, εἰς τὰ ὄρη τῆς Βαιθήλ. Ἰδού, ἔφθασε εὑρίσκεται ἔξω ἀπὸ τὸν τοῖχον τοῦ σπιτιοῦ μου. Κύπτει ἀπὸ τὰς θυρίδας· προσπαθεῖ διὰ μέσου τῶν δικτυωτῶν νὰ ἴδῃ μὲ στοργήν.
Τρεμπέλα
Ὁμοιάζει ὁ ἀγαπημένος μου ἀδελφὸς πρὸς ζαρκάδι, πρὸς νεαρὸν ἐλαφακι εἰς τὰ ὄρη Βαιθήλ. Ἰδοὺ αὐτὸς ἵσταται ὀπίσω ἀπὸ τὸν τοῖχον μας· κύπτει διὰ μέσου τῶν παραθύρων· κατοπτεύει διὰ μέσου τῶν δικτυωτῶν κιγκλίδων. [Ὅμοιος εἶναι ὁ ἀγαπημένος μου ἀδελφὸς πρὸς δορκάδα ἢ πρὸς ἐλαφόπουλο, ποὺ τρέχουν γρήγορα εἰς τὰ ὄρη Βαιθήλ, ὄνομα ποὺ σημαίνει οἶκος Θεοῦ. Σπεύδει πρὸς σωτηρίαν τῆς Νύμφης. Καὶ ἂν φαίνεται ὅτι βραδύνει, ἡ ἀργοπορία του ὀφείλεται εἰς τὸ ὅτι ἡ Νύμφη δὲν ἦτο ἀκόμη ὥριμος νὰ τὸν δεχθῇ. Ἰδοὺ ὁ Μεσσίας εἶναι ὀπίσω ἀπὸ τὸν τοῖχον μας· τὸ μεσότοιχον τοῦ φραγμοῦ χωρίζει τὴν Νύμφην ἀπ’ αὐτοῦ. Κύπτει πλησίον τῶν παραθύρων καὶ διὰ μέσου τῶν δικτυωτῶν ρίπτει στοργικὰ καὶ ἀνυπόμονα βλέματα μέσα εἰς τὸ σπίτι.]
Ἄσμα 2,10
ἀποκρίνεται ἀδελφιδός μου, καὶ λέγει μοι· ἀνάστα, ἐλθὲ ἡ πλησίον μου, καλή μου, περιστερά μου,
Κολιτσάρα
Ὁ ἀδελφὸς τῆς καρδιᾶς μου ἀποκρίνεται εἰς ἐμὲ καὶ μοῦ λέγει· σήκω, ἔλα κοντά μου, σὺ ἡ σύντροφός μου, ἡ καλή μου, τὸ περιστέρι μου.
Τρεμπέλα
Ἀποτείνεται (πρὸς ἐμέ) ὁ ἀγαπημένος μου ἀδελφὸς καὶ μοῦ λέγει: Σήκω, προσφιλεστάτη μου σύντροφε, ἡ ὡραία μου, ἡ περιστερά μου. [Φωνάζει ὁ ἀγαπημένος ἀδελφός μου καὶ λέγει: Σήκω· ἦλθεν ὁ καιρὸς νὰ καταλυθοῦν οἱ τύποι καὶ αἱ σκιαὶ τοῦ Νόμου. Ἔλα, ἡ καλή μου συντροφιά· ἔλα, ἡ ὡραία μου, ἡ χαριτωμένη μου περιστερά.]
Ἄσμα 2,11
ὅτι ἰδοὺ ὁ χειμὼν παρῆλθεν, ὁ ὑετὸς ἀπῆλθεν, ἐπορεύθη ἑαυτῷ,
Κολιτσάρα
Ἔλα· ὁ χειμῶνας ἐπέρασεν, αἱ βροχαὶ ἔφυγαν εἰς τὸν τόπον των.
Τρεμπέλα
Σήκω, διότι ἰδοὺ ὁ χειμὼν ἐπέρασεν, ἡ βροχὴ ἐσταμάτησε καὶ παρῆλθε. [Σήκω, διότι ὁ χειμῶνας τῆς σκιᾶς καὶ τῶν τύπων, καθὼς καὶ τῆς εἰδωλολατρίας ὁ ζόφος ἐπέρασαν ἔφυγαν αἱ βροχαὶ καὶ ἐξηφανίσθησαν.]
Ἄσμα 2,12
τὰ ἄνθη ὤφθη ἐν τῇ γῇ, καιρὸς τῆς τομῆς ἔφθακε, φωνὴ τῆς τρυγόνος ἠκούσθη ἐν τῇ γῇ ἡμῶν,
Κολιτσάρα
Τὰ ἄνθη ἔκαμαν τὴν ἐμφάνισίν των εἰς τὴν γῆν. Ὁ καιρὸς τοῦ κλαδεύματος ἔχει φθάσει. Ἡ φωνὴ τῆς τρυγόνος ξανακούστηκε πάλιν εἰς τὴν χώραν μας.
Τρεμπέλα
Τὰ ἄνθη ἐνεφανίσθησαν εἰς τὴν γῆν, ὁ καιρὸς τοῦ κλαδεύματος ἔφθασε. Τὸ κελάδημα τῆς τρυγόνος ἠκούσθη εἰς τὴν χώραν μας. [Τὰ ἄνθη ὤφθησαν εἰς τὴν γῆν, ἀνεφάνη ἡ εὔοσμος τῆς χάριτος καρποφορία, ἦλθεν ὁ καιρὸς τοῦ κλαδεύματος καὶ καθάρσεως τῶν ἁμαρτημάτων, ἠκούσθη τὸ λάλημα τῆς τρυγόνος εἰς τὸν τόπον μας. Χαρμόσυνα μηνύματα νέας σωτηρίου ἐποχῆς ἀντηχοῦν.]
Ἄσμα 2,13
ἡ συκῆ ἐξήνεγκεν ὀλύνθους αὐτῆς, αἱ ἄμπελοι κυπρίζουσιν, ἔδωκαν ὀσμήν. ἀνάστα, ἐλθέ, ἡ πλησίον μου, καλή μου, περιστερά μου, καὶ ἐλθέ,
Κολιτσάρα
Ἡ συκιὰ ἔβγαλε τοὺς ὀλύνθους της. Αἱ ἄμπελοι ἀνθίζουν καὶ σκορπίζουν τὴν εὐωδίαν των. Σήκω, ἔλα σὺ ἡ σύντροφός μου, ἡ καλή μου, ἡ περιστερά μου, ἔλα
Τρεμπέλα
Ἡ συκῆ ἐπρόβαλε τοὺς πρωΐμους καρπούς της· αἱ ἄμπελοι ἀνθίζουν, ἐσκόρπισαν εὐωδίαν. Σήκω· ἐλθέ, ἡ προσφιλέστατή μου συντροφιά, ἡ ὡραία μου, ἡ περιστερά μου, ἐλθὲ λοιπόν. [Ἡ συκῆ ἐπρόβαλε τοὺς πρωΐμους καρπούς της. Αἱ ἄμπελοι ἀνθίζουν, ἐσκόρπισαν εὐωδίαν. Τὸ ἔαρ τῆς Χάριτος καὶ τῆς ἀναγεννήσεως τῶν πάντων ἀνέτειλε. Σήκω· ἔλα, ἡ ἀγαπημένη μου σύντροφος, ἡ ὡραία μου ἀγάπη, ἡ εἰρηνικὴ καὶ ἀφωσιωμένη μου περιστερά. Ἐλθὲ εἰς κοινωνίαν καὶ στενὸν δεσμὸν μετ’ ἐμοῦ τοῦ Νυμφίου σου.]
Ἄσμα 2,14
σὺ περιστερά μου, ἐν σκέπῃ τῆς πέτρας, ἐχόμενα τοῦ προτειχίσματος· δεῖξόν μοι τὴν ὄψιν σου, καὶ ἀκούτισόν με τὴν φωνήν σου, ὅτι ἡ φωνή σου ἡδεῖα, καὶ ἡ ὄψις σου ὡραία.
Κολιτσάρα
σὺ τὸ περιστέρι μου, ποὺ μὲ συστολὴν εἶσαι κρυμμένη κάτω ἀπὸ τὸν βράχον, κοντὰ εἰς τὸ τεῖχος. Δεῖξε μου τὴν ὡραίαν σου μορφήν. Κάμε με νὰ ἀκούσω τὴν φωνήν σου, διότι ἡ φωνή σου εἶναι γλυκεῖα καὶ ἡ ὄψις σου ὡραία.
Τρεμπέλα
Ὦ σύ, περιστερά μου, ἡ κρυμμένη εἰς τὰς ρωγμὰς τοῦ βράχου, εἰς καταφύγια ἀπόκρημνα. Δεῖξε μου τὸ πρόσωπόν σου καὶ ψάλε διὰ νὰ ἀκούσω τὴν φωνήν σου, διότι ἡ φωνή σου εἶναι γλυκειὰ καὶ τὸ πρόσωπόν σου ὡραῖον. [Σύ, περιστερά μου, ποὺ ἐξ ἐντροπῆς καὶ φόβου εἶσαι κρυμμένη εἰς τρύπα πέτρινη, ποὺ συνέχεται μὲ περιτείχισμα ἀπόκρημνον, ἐλθέ. Ἐγὼ ὁ Νυμφίος σου εἶμαι ἡ πέτρα, εἰς τὴν ὁποίαν θὰ εὕρῃς ἀνάπαυσιν καὶ ἀσφάλειαν. Δεῖξε μου τὴν ὄψιν σου καὶ ψάλε νὰ ἀκούσω τὴν φωνήν σου. Διότι ἡ φωνή σοῦ εἶναι γλυκειὰ καὶ ἡ ὄψις σου ὡραία. Μίλησέ μου ἐλεύθερα καὶ μὴ φοβῆσαι περιφρόνησιν ἀπὸ ἐμέ. Ἡ προσευχὴ καὶ ἱκεσία σου φθάνει ὡς ἐξαίρετος ἁρμονία εἰς τὰ ὦτα μου.]
Ἄσμα 2,15
πιάσατε ἡμῖν ἀλώπεκας μικροὺς ἀφανίζοντας ἀμπελῶνας, καὶ αἱ ἄμπελοι ἡμῶν κυπρίζουσιν.
Κολιτσάρα
Πιᾶστε μας τὰ μικρὰ ἀλεπουδάκια, ποὺ καταστρέφουν τοὺς ἀμπελῶνας μας, τώρα ποὺ εἶναι αὐτοὶ ἐπάνω εἰς τὸ ἄνθος των.
Τρεμπέλα
Πιάσατέ μας μικρὰ ἀλεπουδάκια, ποὺ ἀφανίζουν τὰ ἀμπέλια· γιατὶ τὰ ἀμπέλια μας ἀνθίζουν τώρα. [Πιάσατέ μας τὶς ἀλεποῦδες μικρές, ποὺ ἀφανίζουν, ὅταν μεγαλώσουν, τὰ ἀμπέλια τρώγοντας τὰ σταφύλια των. Καὶ τὰ ἀμπέλια μας ἀνθίζουν τώρα. Προτοῦ λοιπὸν δέσῃ ὁ καρπός των, ἀπαλλάξατέ τα ἀπὸ τοὺς καταστροφεῖς των. Ἐνεργήσατε ἐγκαίρως νὰ ἀπαλλαγῇ ὁ πνευματικὸς ἀμπελὼν τοῦ Κυρίου ἀπὸ τοὺς ψευδοδιδασκάλους, προτοῦ αὐτοὶ μὲ τὴν ὑποκρισίαν των προκόψουν εἰς φθοροποιὸν πλάνην καὶ ἀσέβειαν.]
Ἄσμα 2,16
ἀδελφιδός μου ἐμοί, κἀγὼ αὐτῷ, ὁ ποιμαίνων ἐν τοῖς κρίνοις,
Κολιτσάρα
Ὁ ἀγαπητός μου εἶναι γιὰ μένα καὶ ἐγὼ εἶμαι γι αὐτόν. Αὐτὸς εἶναι ὁ ποιμὴν στὰ στολισμένα μὲ κρίνους λειδάδια.
Τρεμπέλα
Ὁ ἀγαπημένος μου ἀδελφὸς εἶναι γιὰ μένα καὶ ἐγὼ εἶμαι γι’ αὐτόν, ποὺ ποιμαίνει τὸ ποιμνιόν του μεταξὺ τῶν κρίνων. [Ὁ ἀγαπημένος μου ἀδελφὸς εἶναι γιὰ μένα, ἒξ ὁλοκλήρου ἰδικός μου, καὶ ἐγὼ εἶμαι γι’ αὐτὸν ἀφωσιωμένη καὶ παραδομένη εἰς αὐτόν, ποὺ ποιμαίνει τὰ πρόβατά του ὄχι εἰς ἀγκάθια καὶ κοινὰ χορτάρια, ἀλλ’ εἰς τὰ εὐώδη κρίνα τῆς ἁγνῆς καὶ ἁγίας ζωῆς.]
Ἄσμα 2,17
ἕως οὗ διαπνεύσῃ ἡ ἡμέρα καὶ κινηθῶσιν αἱ σκιαί. ἀπόστρεψον, ὁμοιώθητι σύ, ἀδελφιδέ μου, τῷ δόρκωνι ἢ νεβρῷ ἐλάφων ἐπὶ ὄρη κοιλωμάτων.
Κολιτσάρα
Ἕως ὅτου σβήσῃ ἡ ἡμέρα καὶ ἀρχίσουν νὰ πέφτουν οἱ σκιὲς τῆς νυκτὸς γύρισε, ἀγαπημένε μου, κοντά μου. Μοιᾶσε μὲ τὸ ζαρκάδι καὶ τὸ νεαρὸ ἐλάφι, ποὺ τρέχει στὶς χαράδρες τῶν ὀρέων.
Τρεμπέλα
Προτοῦ νὰ πνεύσῃ ἡ ἑσπερινὴ αὔρα τῆς ἡμέρας καὶ φύγουν αἱ σκιαί, ἐπίστρεψε. Γενοῦ ὅμοιος, ἀγαπημένε μου ἀδελφέ, πρὸς δορκάδα ἢ ἔλαφον νεαρὰν τρέχων εἰς τὰς χαράδρας τῶν ὀρέων (ἐπὶ τῶν ὀρέων Βεθέρ). [Φεῦγε τώρα· ἀλλὰ προτοῦ ἡ ἡμέρα κατὰ τὴν ἑσπέραν δροσίσῃ καὶ μὲ τὴν δύσιν τοῦ ἡλίου κινηθοὺν αἱ σκιαὶ τῆς νυκτός, γύρισε πίσω. Γενοῦ ὅμοιος, ἀγαπημένε μου ἀδελφέ, πρὸς δορκάδα καὶ νεαρὰν ἔλαφον τρέχοντας εἰς τὰς χαράδρας τῶν βουνῶν. Ἐπάνελθε γρήγορα, Κύριε Ἰησοῦ, καὶ μὴ ἀφήνῃς μόνας τὰς ἀφωσιωμένας εἰς σὲ ψυχὰς κατὰ τὴν νύκτα τῆς παρούσης καὶ πλήρους πειρασμῶν ἐπιγείου ζωῆς.]
Κεφάλαιο 3
Ἄσμα 3,1
Ἐπὶ κοίτην μου ἐν νυξὶν ἐζήτησα ὃν ἠγάπησεν ἡ ψυχή μου· ἐζήτησα αὐτὸν καὶ οὐχ εὗρον αὐτόν· ἐκάλεσα αὐτόν, καὶ οὐχ ὑπήκουσέ μου.
Κολιτσάρα
Ἐπάνω εἰς τὴν κλίνην μου κατὰ τὴν νύκτα ἀνεζήτησα ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον ἠγάπησε καὶ ἐπόθησεν ἡ ψυχή μου. Τὸν ἀνεζήτησα, καὶ δὲν τὸν εὑρῆκα. Τὸν ἐκάλεσα, ἀλλὰ δὲν ἄκουσε τὴν φωνήν μου.
Τρεμπέλα
Ἐπὶ τῆς κλίνης μου κατὰ τὰς νύκτας ἀνεζήτησα αὐτόν, ποὺ ἠγάπησεν ἡ ψυχή μου. Τὸν ἀνεζήτησα καὶ δὲν τὸν εὗρον· τὸν ἐκάλεσα καὶ δὲν μὲ ἤκουσε. [Ἐπὶ τῆς κλίνης μου κατὰ τὰς νύκτας ἐζήτησα αὐτόν, τὸν ὁποῖον ἠγάπησεν ἡ ψυχή μου· τὸν ἐζήτησα καὶ δὲν τὸν εὗρον· τὸν ἐφώναξα, ἀλλὰ δὲν μὲ ἤκουσεν. Ὁ Νυμφίος φαίνεται μὴ ἀκούων τὰς ἐπικλήσεις τῆς Νύμφης, διὰ νὰ καταστῇ ποθεινότερος εἰς αὐτὴν καὶ νὰ γυμνάσῃ αὐτὴν εἰς μεγαλυτέραν ταπείνωσιν καὶ πίστιν.]
Ἄσμα 3,2
ἀναστήσομαι δὴ καὶ κυκλώσω ἐν τῇ πόλει, ἐν ταῖς ἀγοραῖς καὶ ἐν ταῖς πλατείαις, καὶ ζητήσω ὃν ἠγάπησεν ἡ ψυχή μου. ἐζήτησα αὐτὸν καὶ οὐχ εὗρον αὐτόν.
Κολιτσάρα
Θὰ σηκωθῶ ἀπὸ τὴν κλίνην μου, θὰ τριγυρίσω τὴν πόλιν, τὰς ἀγορὰς καὶ τὰς πλατείας, καὶ θὰ ἀναζητήσω ἐκεῖνον, ποὺ ἔχει ἀγαπήσει ἡ ψυχή μου. Ἀλλὰ τὸν ἀνεζήτησα παντοῦ, καὶ δὲν τὸν εὑρῆκα.
Τρεμπέλα
Θὰ σηκωθῶ λοιπὸν καὶ θὰ περιέλθω τὴν πόλιν· ἀνὰ τὰς ὁδοὺς καὶ τὰς πλατείας θὰ ἀναζητήσω αὐτόν, ποὺ ἠγάπησεν ἡ ψυχή μου. Τὸν ἐζήτησα καὶ δὲν τὸν ηὗρα. [Θὰ σηκωθῶ λοιπὸν καὶ θὰ τριγυρίσω εἰς τὴν πόλιν, εἰς τὰς ἀγορὰς καὶ εἰς τὰς πλατείας καὶ θὰ ἀναζητήσω αὐτόν, ποὺ ἠγάπησεν ἡ ψυχή μου. Τὸν ἀνεζήτησα, ἀλλὰ δὲν τὸν ηὗρα. Ἡ πρὸ Χριστοῦ συναγωγὴ ὡς Νύμφη τοῦ μέλλοντος νὰ ἔλθῃ Μεσσίου τὸν ἀναζητεῖ, ἀλλὰ διὰ τῶν σκιωδῶν εἰκόνων καὶ τύπων τοῦ νόμου ἀδυνατεῖ νὰ εὕρῃ αὐτόν.]
Ἄσμα 3,3
εὕροσάν με οἱ τηροῦντες, οἱ κυκλοῦντες ἐν τῇ πόλει. μὴ ὃν ἠγάπησεν ἡ ψυχή μου ἴδετε;
Κολιτσάρα
Μὲ συνήντησαν οἱ φύλακες, ποὺ περιπολοῦν τὴν πόλιν, καὶ τοὺς ἠρώτησα μήπως εἴδατε ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον ἀγαπᾷ ἡ καρδιά μου;
Τρεμπέλα
Μὲ ηὗραν οἱ φύλακες, αὐτοὶ ποὺ τριγυρίζουν εἰς τὴν πόλιν. Καὶ τοὺς ἠρώτησα: Μήπως εἴδατε αὐτόν, ποὺ ἠγάπησεν ἡ ψυχή μου; [Μὲ ηὗραν οἱ φρουροί, αὐτοὶ κοὺ περιέρχονται κατὰ τὰς νύκτας εἰς τὴν πόλιν. Καὶ τοὺς ἠρώτησα: Μήπως εἴδατε αὐτόν, τὸν ὁποῖον ἠγάπησεν ἡ ψυχή μου; Ἀλλ’ οὔτε οἱ παρὰ τὸ θυσιαστήριον καὶ ἐν τῷ ναῷ τῆς Σιών, οὔτε ἄγγελός τις, οὔτε κανεὶς ἀπὸ τοὺς πρὸ πολλοῦ σιγήσαντας Προφήτας δὲν μοῦ ἀπεκρίθη.]
Ἄσμα 3,4
ὡς μικρὸν ὅτε παρῆλθον ἀπ’ αὐτῶν, ἕως οὗ εὗρον ὃν ἠγάπησεν ἡ ψυχή μου· ἐκράτησα αὐτὸν καὶ οὐκ ἀφῆκα αὐτόν, ἕως οὗ εἰσήγαγον αὐτὸν εἰς οἶκον μητρός μου καὶ εἰς ταμιεῖον τῆς συλλαβούσης με.
Κολιτσάρα
Ἀπεμακρύνθην ὀλίγον ἀπὸ αὐτούς. Συνέχισα τὴν ἀναζήτησίν μου, ἕως ὅτου εὑρῆκα ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον ἠγάπησεν ἡ ψυχή μου. Τὸν ἐκράτησα μὲ τὰ χέρια μου, δὲν τὸν ἀφῆκα, ἕως ὅτου τὸν ἔφερα μέσα εἰς τὸ σπίτι τῆς μητρός μου, εἰς τὸ ἐσωτερικὸν δωμάτιον ἐκείνης, ποὺ μὲ ἔχει γεννήσει.
Τρεμπέλα
Μόλις τοὺς εἶχα ξεπεράσει καὶ εὗρον αὐτόν, ποὺ ἠγάπησεν ἡ ψυχή μου. Ἐκράτησα αὐτὸν καὶ δὲν τὸν ἀφῆκα, ἕως ὅτου τὸν ἔμβασα εἰς τὸν οἶκον τῆς μητέρας μου καὶ εἰς τὸ ἰδιαίτερον δωμάτιον ἐκείνης, ποὺ μὲ συνέλαβε. [Δὲν ἔπαυσα νὰ τὸν ζητῶ, ἕως ὅτου ὀλίγον ἐπροσπέρασα τοὺς φρουροὺς καὶ εὗρον αὐτόν, ποὺ ἠγάπησεν ἡ ψυχή μου. Ἐκράτησα αὐτὸν καὶ δὲν τὸν ἀφῆκα, ἕως ὅτου τὸν ἔμβασα εἰς τὸ σπίτι τῆς μητέρας μου καὶ εἰς τὸ ἰδιαίτερον δωμάτιον ἐκείνης, ποὺ μὲ συνέλαβε καὶ ἐγέννησε. Ψυχαὶ ἀφωσιωμέναι εἰς τὸν Νυμφίον δὲν εἶναι μόνον νύμφαι αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ τέκνα τῆς Ἐκκλησίας, τῆς κατ’ ἐξοχὴν Νύμφης του, καὶ ἐντὸς τῶν κόλπων αὐτῆς θὰ δυνηθοῦν νὰ κρατήσουν ἀσφαλῶς τὸν Νυμφίον.]
Ἄσμα 3,5
ὥρκισα ὑμᾶς, θυγατέρες Ἱερουσαλήμ, ἐν ταῖς δυνάμεσι καὶ ἐν ταῖς ἰσχύσεσι τοῦ ἀγροῦ, ἐὰν ἐγείρητε καὶ ἐξεγείρητε τὴν ἀγάπην, ἕως ἂν θελήσῃ.
Κολιτσάρα
Θυγατέρες Ἱερουσαλήμ, σᾶς ἐξόρκισα καὶ σᾶς ἐξορκίζω εἰς τὰς μυστηριώδεις καὶ ζωογόνους δυνάμεις τῆς φύσεως καὶ τῶν ἀγρῶν, νὰ μὴ ἐξυπνήσετε, νὰ μὴ ἀνησυχήσετε τὴν ἀγάπην μου. Ἀφήσατέ την νὰ κοιμηθῇ, ὅσον θέλει.
Τρεμπέλα
Σᾶς ἐξορκίζω, θυγατέρες Ἱερουσαλήμ, εἰς τὰς δορκάδας καὶ εἰς τὰς ἐλάφους [Ἑβραϊκόν] τοῦ ἀγροῦ νὰ μὴ διαταράξητε καὶ νὰ μὴ ἀφυπνίσητε τὴν ἀγάπην μου, ὅσον χρόνον αὐτὴ θελήσῃ. [Σᾶς ἐξορκίζω, θυγατέρες Ἱερουσαλήμ, εἰς τὰς ἰσχυρὰς δυνάμεις, ποὺ συγκρατοῦν κατὰ τὸ θεῖον θέλημα τὸν κόσμον, νὰ μὴ ἀφυπνίσετε καὶ νὰ μὴ ἀνεγείρετε τὴν ἀγάπην, άλλ’ ἀφήσατέ την νὰ εἶναι βυθισμένη εἰς τὰς γοητευτικάς ἀναμνήσεις τοῦ Νυμφίου, ὅσον αὐτὴ θελήσῃ. Πλησίον Του δὲν κουράζεται, οὔτε χορταίνει ποτὲ κάθε ἀφωσιωμένη εἰς αὐτὸν Νύμφη.]
Ἄσμα 3,6
Τίς αὕτη ἡ ἀναβαίνουσα ἀπὸ τῆς ἐρήμου ὡς στελέχη καπνοῦ τεθυμιαμένη σμύρναν καὶ λίβανον ἀπὸ πάντων κονιορτῶν μυρεψοῦ;
Κολιτσάρα
Ποιὰ εἶναι αὐτὴ, ποῦ ἀνεβαίνει ἀπὸ τὴν ἔρημον σὰν ἀνάερη στήλη θυμιάματος σμύρνας καὶ λιβάνου καὶ ὅλων τῶν εὐωδῶν οὐσιῶν, ποὺ κατασκευάζει ὁ μυροποιός;
Τρεμπέλα
Ποία εἶναι αὕτη, ποὺ ἀναβαίνει ἀπὸ τὴν ἔρημον, σὰν ἐλαφρὰ στήλη καπνοῦ εὐώδους ἀπὸ ἀρώματα σμύρνης καὶ λιβάνου καὶ ἀπὸ κάθε σκόνην μυροποιοῦ; [Ποία εἶναι αὐτή, ποὺ ἀναβαίνει ἀπὸ τὴν ἔρημον τῆς ἁμαρτίας, ἐγκαταλείπουσα αὐτήν, ἀναβαίνει δὲ σὰν στήλη καπνοῦ θυμιατισμένη καὶ εὐωδιάζουσα σμύρναν καὶ λίβανον καὶ ὅλες τὶς ἀρωματικὲς σκόνες τοῦ μυροποιοῦ; Ἡ Ἐκκλησία, μέχρι πρὸ ὀλίγου ἔρημος τῆς χάριτος οὖσα, ἀναβαίνει πάλλευκος, ὡραία καὶ εὐώδης, ὁποίαν κατέστησεν αὐτὴν τὸ αἷμα τοῦ Νυμφίου της.]
Ἄσμα 3,7
ἰδοὺ ἡ κλίνη τοῦ Σαλωμών, ἑξήκοντα δυνατοὶ κύκλῳ αὐτῆς ἀπὸ δυνατῶν Ἰσραήλ,
Κολιτσάρα
Ἰδοὺ τὸ μεγαλοπρεπὲς φορεῖον τοῦ Σολομῶντος. Ἑξῆντα δυνατοὶ ἄνδρες ἀπὸ τοὺς ἰσχυροὺς τοῦ Ἰσραὴλ ὁλόγυρα ἀπὸ αὐτό.
Τρεμπέλα
Ἰδοὺ τὸ φορεῖον τοῦ Σολομῶντος· ἑξήκοντα ἄνδρες τὸ κυκλώνουν, διαλεγμένοι ἀπὸ ὅλους τοὺς δυνατοὺς τοῦ Ἰσραήλ. [Ἰδοὺ τὸ φορεῖον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου κατακεκλιμένος μεγαλοπρεπῶς μεταφέρεται ὁ Σολομών. Ἑξήκοντα ἄνδρες δυνατοὶ ἀκολουθοῦν τριγύρω του, διαλεγμένοι ἀπὸ ὅλους τοὺς δυνατοὺς Ἰσραηλίτας.]
Ἄσμα 3,8
πάντες κατέχοντες ῥομφαίαν, δεδιδαγμένοι πόλεμον, ἀνὴρ ῥομφαία αὐτοῦ ἐπὶ μηρὸν αὐτοῦ ἀπὸ θάμβους ἐν νυξί.
Κολιτσάρα
Ὅλοι κρατοῦν ρομφαίαν. Ἔχουν γυμνασθῆ εἰς τὸν πόλεμον. Ὁ καθένας τους φέρει ζωσμένην τὴν ρομφαίαν καὶ κρεμασμένην εἰς τὸν μηρόν του, ἕτοιμος νὰ τὴν χρησιμοποιήσῃ διὰ κάθε αἰφνίδιον νυκτερινὸν κίνδυνον.
Τρεμπέλα
Ὅλοι φέρουν ρομφαίαν, καὶ ἔχουν διδαχθῇ νὰ πολελμοῦν ὁ καθένας των μὲ τὴν ρομφαίαν του ἐπὶ τοῦ μηροῦ του διὰ τοὺς νυκτερινοὺς αἰφνιδιασμούς. [Ὅλοι ἔχουν ξίφος καὶ εἶναι διδαγμένοι νὰ πολεμοῦν· καθένας των ἔχει τὸ ξίφος του ζωσμένον, ὥστε νὰ κρέμαται εἰς τὸν μηρόν του διὰ κάθε ἐκφοβίζοντα κατὰ τὰς νύκτας αἰφνιδιασμόν.]
Ἄσμα 3,9
φορεῖον ἐποίησεν ἑαυτῷ ὁ βασιλεὺς Σαλωμὼν ἀπὸ ξύλων τοῦ Λιβάνου·
Κολιτσάρα
Κατεσκεύασεν ὁ Σολομὼν φορεῖον διὰ τὸν ἑαυτόν του ἀπὸ τὰ εὐώδη ξύλα τοῦ Λιβάνου.
Τρεμπέλα
Ὁ βασιλεὺς Σολομὼν κατεσκεύασε διὰ τὸν ἑαυτόν του φορεῖον ἀπὸ ξύλα τοῦ Λιβάνου. [Φορεῖον πρὸς χρῆσιν αὐτοῦ κατεσκεύασεν ὁ βασιλεὺς Σολομὼν ἀπὸ ξύλα τοῦ ὄρους Λιβάνου. Καὶ ὅπως αὐτὸς προβάλλεται εἰς τὴν Γραφὴν ὡς τύπος τοῦ ἄρχοντος τῆς εἰρήνης καὶ μεγάλου βασιλέως Χριστοῦ, τοῦ ἐπὶ θρόνου χερουβικοῦ καὶ ἐν ἁγίοις ἀναπαυομένου, οὕτω καὶ τὸ φορεῖον τοῦτο δύναται νὰ ἐκληφθῇ ὡς τύπος τῶν ἀγελικῶν δυνάμεων καὶ τῆς στρατευομένης πληθῦος τῶν πιστῶν, ἐπὶ τῶν ὁποίων ὡς ὑπερφυοὺς φορείου φέρεται ὁ Νυμφίος καὶ ἡἢ Νύμφη του κυκλούμενοι ὑπὸ τῶν ἁγίων διδασκάλων αὐτῶν, τῶν διὰ τῆς μαχαίρας τοῦ Πνεύματος ἐκμηδενιζόντων τὴν ἰσχὺν καὶ τὴν πλάνην τῶν διαστροφέων τοῦ Εὐαγγελίου καὶ αἱρετικῶν.]
Ἄσμα 3,10
στύλους αὐτοῦ ἐποίησεν ἀργύριον καὶ ἀνάκλιτον αὐτοῦ χρύσεον· ἐπίβασις αὐτοῦ πορφυρᾶ, ἐντὸς αὐτοῦ λιθόστρωτον, ἀγάπην ἀπὸ θυγατέρων Ἱερουσαλήμ.
Κολιτσάρα
Οἱ κίονες τοῦ φορείου του εἶναι ἀργυροῖ, τὸ ἀνάκλιντρον ὁλόχρυσον, τὰ στηρίγματα αὐτοῦ ὁλοπόρφυρα. Μέσα εἰς τὸ φορεῖον κεντητόν, ψηφιδωτόν, λαμπρὸν δάπεδον, ἔργον καὶ δῶρον τῆς ἀγάπης τῶν θυγατέρων τῆς Ἱερουσαλήμ.
Τρεμπέλα
Τοὺς στύλους τοῦ φορείου ἐποίησεν ὁ Σολομὼν ἀργυροῦς καὶ τὸ ἀνάκλιντρόν του χρυσοῦν, τὴν ἐσωτερικὴν ἐπένδυσιν μὲ πορφύραν καὶ εἰς τὸ δάπεδον αὐτοῦ κέντημα ψηφιδωτόν, δῶρον τῆς ἀγάπης τῶν θυγατέρων Ἱερουσαλήμ. [Τοὺς στύλους τοῦ φορείου ἐποίησεν ὁ Σολομὼν ἀργυροῦς καὶ τὸ ἀνάκλιντρον χρυσοῦν στηρίγματα ποδῶν καὶ χειρῶν ἐπενδεδυμένα μὲ πορφύραν καὶ εἰς τὸ δάπεδον τοῦ φορείου ψηφιδωτὸν κεντητόν, δῶρον τῆς ἀγάπης τῶν θυγατέρων Ἱερουσαλήμ. Ἡ πολύτιμος καὶ ἔκπαγλος καὶ θαυμαστὴ κατασκευὴ τοῦ φορείου σύμβολον τῆς ὑπερφυοὺς καλλονῆς καὶ τῶν ποικίλων χαρισμάτων τῶν ἀποτελουσῶν τὸ ἐφ’ οὗ ἀναπαύεται ὁ Νυμφίος λογικὸν ἅρμα ἁγίων ὑπάρξεων.]
Ἄσμα 3,11
θυγατέρες Σιών, ἐξέλθατε καὶ ἴδετε ἐν τῷ βασιλεῖ Σαλωμὼν ἐν τῷ στεφάνῳ, ᾧ ἐστεφάνωσεν αὐτὸν ἡ μήτηρ αὐτοῦ ἐν ἡμέρᾳ νυμφεύσεως αὐτοῦ καὶ ἐν ἡμέρᾳ εὐφροσύνης καρδίας αὐτοῦ.
Κολιτσάρα
Θυγατέρες τῆς Σιών, ἐβγᾶτε καὶ ἴδετε τὸν βασιλέα Σολομῶντα φέροντα εἰς τὴν κεφαλήν του στέφανον, μὲ τὸν ὁποῖον τὸν ἐστεφάνωσεν ἡ μητέρα του κατὰ τὴν ἡμέραν τοῦ γάμου του, κατὰ τὴν ἡμέραν ποὺ ἠγαλλίασε καὶ εὐφράνθη ἡ καρδία του.
Τρεμπέλα
Θυγατέρες Ἱερουσαλήμ, ἐξέλθετε καὶ ἴδετε τὸν βασιλέα Σολομῶντα, φέροντα τὸ διάδημα, μὲ τὸ ὁποῖον ἡ μητέρα του ἐστεφάνωσεν αὐτὸν κατὰ τὴν ἡμέραν τῶν γάμων του καὶ τὴν ἡμέραν τῆς εὐφροσύνης καὶ χαρᾶς του. [Θυγατέρες Σιών, ἐβγᾶτε νὰ ἰδῆτε τὸν βασιλέα Σολομῶντα μὲ τὸν στέφανον ἐπὶ τῆς κεφαλῆς, μὲ τὸν ὁποῖον τὸν ἐστεφάνωσεν ἡ μητέρα του κατὰ τὴν ἡμέραν τοῦ γάμου του καὶ κατὰ τὴν ἡμέραν, ποὺ ηὐφράνθη ἡ καρδία του. Ὁ μέγας τῆς εἰρήνης Βασιλεύς, ὁ ὑπὸ τοῦ Σολομῶντος εἰκονιζόμενος, ὑποδέχεται τὴν ἀπὸ τῆς ἐρήμου ἀναβαίνουσαν Ἐκκλησίαν φέρων ἐπὶ τῆς κεφαλῆς ἀκάνθινον στέφανον, μὲ τὸν ὁποῖον τὸν ἐστεφάνωσεν ἡ παλαιὰ Συναγωγή, ἀπὸ τὴν ὁποίαν κατὰ σάρκα κατήγετο.]
Κεφάλαιο 4
Ἄσμα 4,1
Ἰδοὺ εἶ καλή, ἡ πλησίον μου, ἰδοὺ εἶ καλή. ὀφθαλμοί σου περιστεραὶ ἐκτὸς τῆς σιωπήσεώς σου. τρίχωμά σου ὡς ἀγέλαι τῶν αἰγῶν, αἳ ἀπεκαλύφθησαν ἀπὸ τοῦ Γαλαάδ.
Κολιτσάρα
Ἰδού, εἶσαι ὡραία σύ, ἡ σύντροφος τῆς ζωῆς μου. Εἶσαι ὡραία. Τὰ μάτια σου εἶναι ὡσὰν δύο περιστέρια, πίσω ἀπὸ τὴν διαφανῆ καλύπτραν τοῦ προσώπου σου. Αἱ τρίχες τῆς κεφαλῆς σου μοιάζουν μὲ τὰς ἀγέλας τῶν αἰγῶν, αἱ ὀποῖαι ἐφάνησαν, νὰ ἔρχωνται σὰν κύματα ἀπὸ τὴν Γαλαάδ.
Τρεμπέλα
Ἰδοὺ εἶσαι ὡραία, ἡ πλησιεστάτη σύντροφός μου· ἰδοὺ εἶσαι ὡραία· οἱ ὀφθαλμοί σου εἶναι σὰν περιστέρια κάτω ἀπὸ τὴν καλύπτραν σου· αἱ τρίχες τῆς κεφαλῆς σου σὰν κοπάδι αἰγῶν, ποὺ ἐφάνησαν ἀπὸ τὸ ὄρος Γαλαάδ. [Ἰδοὺ εἶσαι ὡραία, ἡ ἀγαπημένη καὶ πλησιεστάτη μου σύντροφος· ἰδοὺ εἶσαι ὡραία, διότι ἔφυγεν ἡ προτέρα ἀσχήμια σου. Οἱ ὀφθαλμοί σου, ἁγνοὶ καὶ μὴ ἑλκυόμενοι πλέον ἀπὸ τὰ γήϊνα, εἶναι σὰν περιστέρια κάτω ἀπὸ τὴν καλύπτραν σου, ποὺ σκεπάζει τὴν ὡραιότητα τοῦ προσώπου σου· αἱ τρίχες τῆς κεφαλῆς σου ὁμοιάζουν σὰν κοπάδια αἰγῶν, ποὺ ὅμοια πρὸς μαῦρα κύματα ἐφάνησαν στὸ ὄρος Γαλαάδ.]
Ἄσμα 4,2
ὀδόντες σου ὡς ἀγέλαι τῶν κεκαρμένων, αἳ ἀνέβησαν ἀπὸ τοῦ λουτροῦ, αἱ πᾶσαι διδυμεύουσαι, καὶ ἀτεκνοῦσα οὐκ ἔστιν ἐν αὐταῖς.
Κολιτσάρα
Τὰ δόντια σου εἶναι λευκά, ὡσὰν τὰς ἀγέλας τῶν φρεσκοκουρεμένων προβάτων, ποὺ ἐξῆλθαν μόλις πρὸ ὀλίγου ἀπὸ τὸ λουτρόν. Ὅλαι μὲ δίδυμα, κανένα ἀπὸ αὐτὰ δὲν μένει στεῖρον.
Τρεμπέλα
Οἱ ὀδόντες σου σὰν κοπάδια κουρεμένων ἀμνάδων, ποὺ μόλις ἐβγῆκαν ἀπὸ τὸ λουτρόν· αἱ ὁποῖαι ὅλαι ἔχουν τὰ δίδυμά τους καὶ καμμία ἀπὸ αὐτὰς δὲν εἶναι στεῖρα. [Τὰ δόντια σου λευκά, συμμετρικὰ καὶ συνηρμοσμένα, σὰν κοπάδια κουρεμένων ἀμνάδων, ποὺ μόλις ἐβγῆκαν ἀπὸ τὸ λουτρὸν κατάλευκες καὶ εὔρωστες καὶ ὅλες μὲ τὰ δίδυμά τους, χωρὶς καμμία ἀπὸ αὐτὲς νὰ εἶναι στεῖρα.]
Ἄσμα 4,3
ὡς σπαρτίον τὸ κόκκινον χείλη σου, καὶ ἡ λαλιά σου ὡραία, ὡς λέπυρον ῥοᾶς μῆλόν σου ἐκτὸς τῆς σιωπήσεώς σου.
Κολιτσάρα
Τὰ χείλη σου εἶναι ὡσὰν τὸ κόκκινο σειρίτι, καὶ ἡ λαλιά σου ὡραία. Κάθε παρειά σου, πίσω ἀπὸ τὴν διαφανῆ καλύπτραν τοῦ προσώπου σου, μοιάζει μὲ ροδαλὸν ἥμισυ τμῆμα ροδιοῦ.
Τρεμπέλα
Σὰν τὸ κόκκινον νῆμα τὰ χείλη σου, καὶ ἡ λαλιά σου ὡραία καὶ γοητευτική, σὰν διχοτομήματα ροδιοῦ ἡ παρειά σου κάτω ἀπὸ τὴν καλύπτραν σου. [Τὰ χείλη σου γεμᾶτα ζωτικότητα εἶναι σὰν τὸ κόκκινον σειρήτιον, καὶ ἡ λαλιά σου ὡραία καὶ ἐλκυστική, συνδυάζουσα τὸ τερπνὸν μετὰ τοῦ ὠφελίμου· σὰν τὸ μισὸ τοῦ ροδιοῦ τὸ μάγουλό σου ὀπίσω τῆς καλύπτρας σου, κόκκινο καὶ ντροπαλὸ καὶ γεμᾶτο σεμνότητα.]
Ἄσμα 4,4
ὡς πύργος Δαυῒδ τράχηλός σου, ὁ ᾠκοδομημένος εἰς θαλπιώθ· χίλιοι θυρεοὶ κρέμανται ἐπ’ αὐτόν, πᾶσαι βολίδες τῶν δυνατῶν.
Κολιτσάρα
Ὁ τράχηλός σου μοιάζει σὰν τὸν ὡραῖον ὑψηλὸν πύργον τοῦ Δαυΐδ, ὁ ὁποῖος ἔχει οἰκοδομηθῇ εἰς περίοπτον θέσιν. Χίλιαι μεγάλαι ἀσπίδες κρέμονται ἀπὸ αὐτόν· πλῆθος βέλη καὶ ἀκόντια διὰ τοὺς στρατιώτας.
Τρεμπέλα
Σὰν πύργος Δαβὶδ ὁ τράχηλός σου, κτισμένος μὲ ἐπάλξεις· χίλιαι ἀσπίδες κρέμανται εἰς αὐτόν, πᾶς ὁ ὁπλισμὸς τῶν δυνατῶν. [Ὁ τράχηλός σου σὰν πύργος τοῦ Δαβίδ, ποὺ ἔχει κτισθῇ μὲ ἐπάλξεις· χίλιαι ἀσπίδες κρέμανται ἐπ’ αὐτοῦ· παντὸς εἴδους βέλη δι’ ἰσχυροὺς ὁπλίτας. Φρούριον ἀπόρθητον εἶσαι, ὦ Νύμφη, ὑψουμένη ἀκατάβλητος ἐν μέσῳ τῶν ἐχθρῶν σου, προστάτις καὶ καταφύγιον ἀσφαλὲς τῶν τέκνων σου, ὁπλίζουσα αὐτὰ ὡς στρατιώτας μου δι’ ὅπλων νικηφόρων.]
Ἄσμα 4,5
δύο μαστοί σου ὡς δύο νεβροὶ δίδυμοι δορκάδος οἱ νεμόμενοι ἐν κρίνοις.
Κολιτσάρα
Οἱ δύο μαστοί σου μοιάζουν σὰν δύο νεβρούς, δίδυμα ζαρκάδια, ποὺ βόσκουν ἀνάμεσα εἰς τὰ κρίνα.
Τρεμπέλα
Οἱ δύο μαστοί σου σὰν δύο μικρὰ δίδυμα δορκάδος, ποὺ βόσκουν ἐν μέσῳ κρίνων. [Οἱ δύο μαστοί σου σὰν δύο μικρὰ δίδυμα ζαρκάδια, ποὺ βόσκουν ἐν μέσῳ κρίνων. Αἱ πηγαὶ καὶ τὰ μέσα, ἀπὸ τὰ ὁποῖα τρέφεις τὰ τέκνα σου, εἶναι καθαρά, πάλλευκα καὶ εὐώδη, οἱ θεόπνευστοι τῆς Γραφῆς λόγοι καὶ ὁ πλοῦτος της διὰ τῶν Μυστηρίων μεταδιδομένης Χάριτος.]
Ἄσμα 4,6
ἕως οὗ διαπνεύσῃ ἡμέρα καὶ κινηθῶσιν αἱ σκιαί, πορεύσομαι ἐμαυτῷ πρὸς τὸ ὄρος τῆς σμύρνης καὶ πρὸς τὸν βουνὸν τοῦ Λιβάνου.
Κολιτσάρα
Μέχρις ὅτου ἀρχίσῃ νὰ σβήνῃ ἡ ἡμέρα καὶ νὰ πίπτουν αἱ σκιαὶ τῆς νυκτός, θὰ μεταβῶ ἐγὼ εἰς τὸν λόφον τῆς σμύρνας, πρὸς τὸ βουνὸ τοῦ Λιβάνου.
Τρεμπέλα
Προτοῦ πνεύσῃ ἡ ἑσπερινὴ αὔρα τῆς ἡμέρας καὶ φύγουν αἱ σκιαί, θὰ ὑπάγω μόνος εἰς τὸ ὄρος τῆς σμύρνης καὶ εἰς τὸ βουνὸ τοῦ Λιβάνου. [Ἕως ὅτου ἡ ἡμέρα κατὰ τὴν ἑσπέραν δροσίσῃ καὶ μὲ τὴν δύσιν τοῦ ἡλίου κινηθοῦν αἱ σκιαί, θὰ ἀποσυρθῶ μόνος καὶ θὰ μεταβῶ εἰς τὸ ὄρος τῆς σμύρνας καὶ τοῦ θανάτου μου καὶ εἰς τὸ βουνὸ τοῦ Λιβάνου καὶ τῆς ἀναλήψεώς μου. Θὰ χωρισθῶ σωματικῶς ἀπὸ σέ, τὴν Νύμφην μου, δὲν θὰ παύσω ὅμως νὰ εἶμαι πάντοτε μαζί σου.]
Ἄσμα 4,7
ὅλη καλὴ εἶ, πλησίον μου, καὶ μῶμος οὐκ ἔστιν ἐν σοί.
Κολιτσάρα
Σύντροφέ μου, ὅλη εἶσαι ὡραία. Δὲν ὑπάρχει κανένα ψεγάδι εἰς σέ.
Τρεμπέλα
Ὅλη εἶσαι ὡραία, ἡ πλησιεστάτη μου σύντροφος, καὶ δὲν ὑπάρχει καμμία κηλὶς καὶ ἀσχήμια εἰς σέ. [Ὅλη εἶσαι ὡραία, ὦ πλησιεστάτη μου σύντροφε· ἔγινες νέος ἄνθρωπος, κτίσις καινὴ καὶ δὲν ὑπάρχει πλέον οὐδ’ ἡ ἐλαχίστη ἀσχημία ἢ ζαρωματιὰ εἰς σέ. Τὸ αἷμα μου ἀπέπλυνε κάθε ἐνοχὴν καὶ κηλῖδα σου.]
Ἄσμα 4,8
δεῦρο ἀπὸ Λιβάνου, νύμφη, δεῦρο ἀπὸ Λιβάνου· ἐλεύσῃ καὶ διελεύσῃ ἀπὸ ἀρχῆς πίστεως, ἀπὸ κεφαλῆς Σανὶρ καὶ Ἐρμών, ἀπὸ μανδρῶν λεόντων, ἀπὸ ὀρέων παρδάλεων.
Κολιτσάρα
Ἔλα κοντά μου ἀπὸ τὸν Λίβανον, ὦ νύμφη μου. Φύγε ἀπὸ τὸν Λίβανον καὶ ἔλα. Ἔλα προσπέρασε τὴν ὑψηλὴν κορυφὴν τοῦ βουνοῦ, τὴν κορυφὴν τοῦ Σανὶρ καὶ τοῦ Ἐρμών, ὅπου ὑπάρχουν τὰ κρησφύγετα τῶν λεόντων, τὸ ὄρη ὅπου φωληάζουν αἱ παρδάλεις.
Τρεμπέλα
Ἐλθὲ ἀπὸ τὸν Λίβανον, νύμφη, ἐλθὲ ἀπὸ τὸν Λίβανον· θὰ ἔλθῃς καὶ θὰ περᾴσῃς ἀπὸ τὰς κορυφὰς τοῦ Ἀμανά, ἀπὸ τὰς κορυφὰς τοῦ Σανὶρ καὶ τοῦ Ἐρμών, ἀπὸ μάνδρας λεόντων καὶ ἀπὸ ὄρη παρδάλεων. [Ἐλθέ, ὦ νύμφη, ἀπὸ τὸν Λίβανον φύγε ἀπὸ τὸν Λίβανον, φύγε ἀπὸ τὸν πατρικόν σου οἶκον καὶ ἐλθέ· θὰ ἔλθῃς καὶ θὰ περάσῃς ἀπὸ τὴν πανύψηλον κορυφὴν τοῦ Ἀμανά, (ποὺ μεταφράζεται πίστις), καὶ ἀπὸ τὴν κορυφὴν τοῦ Σανίρ, ὅπως ἐλέγετο πκλαιότερον τὸ Ἑρμών· βουνὰ ὅπου ὑπάρχουν κρησφύγετα λεόντων καὶ ὅπου ἐνεδρεύουν παρδάλεις. Ὅλους τοὺς τόπους αὐτοὺς θὰ διέλθῃς ἀβλαβῶς. Τεθλιμμένη θὰ εἶναι ἡ πορεία σου καὶ ὡς πρόβατα ἐν μέσῳ λύκων θὰ βαδίζουν τὰ τέκνα σου· ἀσφαλὴς ὅμως καὶ θριαμβευτικὴ θὰ εἶναι ἡ πρὸς ἐμὲ προσέγγισις καὶ ἕνωσίς σου.]
Ἄσμα 4,9
ἐκαρδίωσας ἡμᾶς, ἀδελφή μου νύμφη· ἐκαρδίωσας ἡμᾶς ἑνὶ ἀπὸ ὀφθαλμῶν σου, ἐν μιᾷ ἐνθέματι τραχήλων σου.
Κολιτσάρα
Ἀδελφή μου καὶ νύμφη μου, αἰχμαλώτισες τὴν καρδίαν μας. Μὲ ἕνα βλέμμα τῶν ὀφθαλμῶν σου αἰχμαλώτισες τὰς καρδίας μας· μὲ ἕνα ἀπὸ τὰ κοσμήματα τοῦ τραχήλου σου.
Τρεμπέλα
ᾘχμαλώτισας τὴν καρδίαν μας, ἀδελφή μου Νύμφη· ᾐχμαλωτισας τὴν καρδίαν μᾶς δι’ ἑνὸς ἒκ τῶν ὀφθαλμών σου, δι’ ἑνὸς κοσμήματος τοῦ τραχήλου σου. [ᾘχμαλωτισας τὴν καρδίαν μας, ἀδελφή μου Νύμφη· ᾐχμαλώτισας τὴν καρδίαν μας μόνον μὲ μιὰ ματιά σου, ποὺ εἶναι τόσον ἁγνὴ καὶ καθαρά· μόνον μὲ ἓν ἀπὸ τὰ κοσμήματα τοῦ τραχήλου σου, ποὺ γίνεται πανεύμορφος διὰ τοῦ θείου ζυγοῦ τῶν θείων ἐντολῶν, μὲ τὸν ὁποῖον στολίζεται.]
Ἄσμα 4,10
τί ἐκαλλιώθησαν μαστοί σου, ἀδελφή μου νύμφη; τί ἐκαλλιώθησαν μαστοί σου ἀπὸ οἴνου, καὶ ὀσμὴ ἱματίων σου ὑπὲρ πάντα τὰ ἀρώματα;
Κολιτσάρα
Νύμφη καὶ ἀδελφή μου, διατί εἶναι τόσον ὡραῖα τὰ στήθη σου; Διατί οἱ μαστοί σου εἶναι μεθυστικώτεροι ἀπὸ τὸν οἶνον καὶ ἡ εὐωδία τῶν ἐνδυμάτων σου ἀνωτέρα ἀπὸ ὅλα τὰ ἀρώματα;
Τρεμπέλα
Διατί εἶναι τόσον ὡραῖοι οἱ μαστοί σου, ἀδελφή μου Νύμφη; Διατί εἶναι τόσον ὡραῖοι οἱ μαστοί σου, μεθυστικώτεροι ἀπὸ οἶνον, καὶ ἡ εὐωδία τῶν ἱματίων σου ἀνωτέρα ἀπὸ ὅλα τὰ ἀρώματα; [Διατί τόσον πολὺ ὡραῖοι εἶναι οἱ μαστοί σου, ἀδελφή μου Νύμφη; Ἀπὸ αὐτοὺς τρέφονται ὑπερφυῶς τόσα πλήθη Ἁγίων. Διατί οἱ μαστοί σου εἶναι τόσον ὡραῖοι καὶ θελκτικοί, μεθυστικώτεροι ἀπὸ οἶνον; Καὶ διατί ἡ εὐωδία τῶν ἀποπνεόντων τὴν θείαν Χάριν ἱματίων σου εἶναι ἀνωτέρα ἀπὸ ὅλα τὰ ἀρώματα;]
Ἄσμα 4,11
κηρίον ἀποστάζουσι χείλη σου, νύμφη· μέλι καὶ γάλα ὑπὸ τὴν γλῶσσάν σου, καὶ ὀσμὴ ἱματίων σου ὡς ὀσμὴ Λιβάνου.
Κολιτσάρα
Μέλι κηρήθρας στάζουν τὰ χείλη σου, ὦ νύμφη μου. Μέλι καὶ γάλα ρέουν, οἱ γλυκεῖς λόγοι σου, κάτω ἀπὸ τὴν γλῶσσαν σου. Τὸ ἄρωμα τῶν ἱματίων σου εἶναι ὡσὰν τὴν εὐωδίαν τοῦ Λιβάνου.
Τρεμπέλα
Μέλι κηρήθρας στάζουν τὰ χείλη σου, ὦ Νύμφη· μέλι καὶ γάλα εἶναι κάτω ἀπὸ τὴν γλῶσσάν σου, καὶ ἡ εὐωδία τῶν ρούχων σου εἶναι σὰν τὸ ἄρωμα τοῦ Λιβάνου. [Μέλι κηρήθρας στάζουν τὰ χείλη σου, ὦ Νύμφη· οἱ λόγοι σου εἶναι γλυκεῖς, ὄχι μόνον ὅταν ὡς εὔοσμον θυμίαμα ἀναβαίνουν εἰς τὸν οὐρανὸν διὰ τῶν προσευχῶν σου, ἀλλὰ καὶ εἰς ὅλας τὰς μετὰ τῶν ἀνθρώπων ἀναστροφὰς καὶ τὰς διδασκαλίας σου. Μέλι καὶ γάλα εἶναι ἀποθηκευμένα κάτω ἀπὸ τὴν γλῶσσάν σου καὶ δὲν ἐξέρχεται λόγος πικρὸς ἀπὸ τὸ στόμα σου, ἀλλ’ ἐκρέει πάντοτε ἀπὸ αὐτὸ ἡ ζωοπάροχος γλυκύτης τῶν λόγων τοῦ Θεοῦ. Καὶ αὐτὰ τὰ ἐνδύματά σου ἀναδίδουν τῶν ἀρετῶν τὸν ἱερὸν λιβανωτόν. Σὰν τοῦ Λιβάνου μοιάζει τὸ ἄρωμά των.]
Ἄσμα 4,12
κῆπος κεκλεισμένος, ἀδελφή μου νύμφη, κῆπος κεκλεισμένος, πηγὴ ἐσφραγισμένη.
Κολιτσάρα
Ἀδελφή μου καὶ νύμφη μου, σεμνὴ καὶ ὡραία, εἶσαι κῆπος κλεισμένος, κῆπος κλεισμένος καὶ πηγὴ ἐσφραγισμένη.
Τρεμπέλα
Κῆπος κλεισμένος, ἀδελφή μου Νύμφη· κῆπος κλεισμένος, πηγὴ σφραγισμένη. [Κῆπος κλεισμένος, περιφραγμένος διὰ τοῦ φραγμοῦ τῶν θείων ἐντολῶν, ἀνοικτὸς μόνον εἰς τὸν Νυμφίον καὶ εἰς τοὺς ἀφωσιωμένους εἰς αὐτὸν παράδεισος ἄχραντος καὶ εὐθαλὴς εἶσαι, ἀδελφή μου Νύμφη· κῆπος κατάκλειστος εἰς τὸν ἀμετανόητον κόσμον τῆς ἁμαρτίας· πηγὴ ἀστείρευτος καὶ ζωηφόρος, σφραγισμένη μὲ βασιλικὴν σφραγῖδα, τὴν ὁποίαν μόνος ὁ Νυμφίος σου δικαιοῦται νὰ ἀνοίξῃ.]
Ἄσμα 4,13
ἀποστολαί σου παράδεισος ῥοῶν μετὰ καρποῦ ἀκροδρύων, κύπροι μετὰ νάρδων,
Κολιτσάρα
Τὰ βλαστάνοντα εἰς τὸν κῆπον σου, εἶναι ὡσὰν ὠραῖες ροδιὲς μὲ κρεμασμένους τοὺς καρπούς των εἰς τὰ ἀκρινὰ βλαστάρια των. Μοιάζουν μὲ ἀνθισμένο ἀμπέλι καὶ νάρδους.
Τρεμπέλα
Τὰ βλαστήματα καὶ φυτά σου παράδεισος ἀπὸ ροδιὲς μὲ καρποὺς ποικίλους καὶ ἐκλεκτούς, εὐώδεις κύπροι μαζὶ μὲ νάρδους. [Τὰ βλαστήματα καὶ φυτά σου σωστὸς παράδεισος ἀπὸ ροδιὲς καὶ καρποὺς μὲ ξύλινον περίβλημα (τσόφλι) ποικίλους, καθὼς καὶ εὐώδεις κύπροι μαζὶ μὲ νάρδους. Εὔγευστοι καὶ μοσχοβολοῦντες καρποὶ εἰς πλῆθος, σύμβολα πάσης ἀρετῆς, ποὺ λαμπρύνει τὰς φάλαγγας τῶν Ἁγίων τῆς καὶ καθιστοῦν τὴν Νύμφην παράδεισον ἐπίγειον ἅμα καὶ οὐράνιον.]
Ἄσμα 4,14
νάρδος καὶ κρόκος, κάλαμος καὶ κιννάμωμον μετὰ πάντων ξύλων τοῦ Λιβάνου, σμύρνα ἀλὼθ μετὰ πάντων πρώτων μύρων.
Κολιτσάρα
Ἀρωματικὸς νάρδος καὶ κρόκος ἀνθοῦν ἐκεῖ, κανέλλα καὶ κιννάμωμον καὶ ὅλα τὰ δένδρα τοῦ Λιβάνου, ἡ ἀρωματικὴ σμύρνα, ἡ ἀλόη καὶ ὅλα τὰ ἐξαίρετα μῦρα.
Τρεμπέλα
Ὅλα τὰ εὐώδη φυτὰ νάρδος καὶ κρόκος, ἀρωματικὸς κάλαμος καὶ κανέλλα καὶ ὅλα τὰ δένδρα τοῦ Λιβάνου, σμύρνα καὶ ἀλόη, μὲ ὅλα τὰ ἐξαίρετα ἀρώματα. [Ὅλα τὰ εὐώδη φυτὰ καὶ τὰ δένδρα τοῦ Λιβάνου μὲ ὅλα τὰ ἐξαίρετα καὶ πρῶτα μύρα, διὰ τῶν ὁποίων πάντων συμβολίζεται ἡ νέκρωσις τοῦ παλαιοῦ ἀνθρώπου καὶ ἡ εὐωδία τῆς ἁγιότητος καὶ ποικίλης ἀρετῆς, ἅτινα καλλιεργούνται καὶ ἀνθοῦν ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ.]
Ἄσμα 4,15
πηγὴ κήπου καὶ φρέαρ ὕδατος ζῶντος καὶ ῥοιζοῦντος ἀπὸ τοῦ Λιβάνου.
Κολιτσάρα
Μέσα εἰς τὸν κῆπον ὑπάρχει φρέαρ καὶ πηγή, ποὺ ἀναβλύζει ὁλόδροσον νερό· καταρράκτης, ποὺ μὲ βουητὸ κατεβαίνει ἀπὸ τὸν Λίβανον.
Τρεμπέλα
Ἡ πηγὴ τοῦ κήπου μου πηγάδι μὲ νερό, ποὺ τρέχει διαρκῶς καὶ καταβαίνει μὲ βοὴν ἀπὸ τὸν Λίβανον. [Καὶ ὁ κῆπος ποτίζεται ἀπὸ πηγὴν καὶ φρέαρ βαθύ, ποὺ τρέχει συνεχῶς· καὶ ἀστείρευτα καὶ καταβαίνει μὲ βοὴν ἀπὸ τὸ ὕψος τοῦ Λιβάνου, τὸ ὁποῖον συμβολίζει τοῦ Ἁγίου Πνεύματος τὴν κάθοδον καὶ γίνεται εἰς τὰς καρδίας πάντων τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας πηγὴ ὕδατος ζῶντος, ἁλλομένου εἰς ζωὴν αἰώνιον.]
Ἄσμα 4,16
Ἐξεγέρθητι, βορρᾶ, καὶ ἔρχου, νότε, διάπνευσον κῆπόν μου, καὶ ῥευσάτωσαν ἀρώματά μου· καταβήτω ἀδελφιδός μου εἰς κῆπον αὐτοῦ καὶ φαγέτω καρπὸν ἀκροδρύων αὐτοῦ.
Κολιτσάρα
Σήκω ἄνεμε τοῦ βορρᾶ, ἔλα καὶ σὺ ἄνεμε τοῦ νότου, πνεύσατε εἰς τὸν κῆπον μου. Ἂς διαλυθοῦν παντοῦ τὰ ἀρώματά μου, ἂς κατεβῇ ὁ ἀγαπητός μου εἰς τὸν κῆπον μου καὶ ἂς φάγῃ τοὺς ὡρίμους καρπούς, ποὺ κρέμονται ἀπὸ τοὺς βλαστοὺς τῶν δένδρων μου.
Τρεμπέλα
Σήκω δυνατός, βοριᾶ, καὶ ἔλα καὶ σύ, νοτιᾶ, πνεύσατε εἰς ὅλον τὸν κῆπον μου καὶ ἂς ἐκχυθοῦν τὰ ἀρώματά μου. Ἄς καταβῇ ὁ ἀγαπημένος ἀδελφός μου εἰς τὸν κῆπον του καὶ ἂς φάγῃ τοὺς ἐξαιρέτους καρπούς του. [Σήκω δυνατός, βοριᾶ, ἔλα καὶ σύ, νότε· πνεύσατε εἰς τὸν κῆπον μου καὶ ἂς ξεχυθοῦν τὰ ἀρώματά μου. Ἂς πνεύσῃ εἰς ὁλόκληρον τὸ θεῖον γεώργιόν μου πλούσια ἡ ἔκχυσις τοῦ Πνεύματος· ἂς καλλιεργηθῇ δὲ τοῦτο διὰ δοκιμασιῶν καὶ θείων παρακλήσεων, διὰ νὰ καθίσταται ὁλονὲν πλουσιώτερον εἰς δαψίλειαν καρπῶν καὶ εὐωδέστερον εἰς παραγωγὴν ἀρωμάτων. Ἄς καταβῇ ὁ ἀγαπημένος ἀδελφός μου εἰς τὸν κῆπον του καὶ ἂς φάγῃ τοὺς ἐξαιρέτους καρποὺς τῶν δένδρων του. Εἰς αὐτὸν ὀφείλεται ἡ ἄνθησις καὶ ἡ καρποφορία. Ὅ,τι καὶ ἂν ἔχω, ἰδικόν του εἶναι. Ἡ ὕπαρξίς μου καὶ ὅλη ἡ συγκομιδὴ τοῦ κήπου μου ἰδική του δημιουργία εἶναι.]
Κεφάλαιο 5
Σημειώση για το κεφάλαιο
Μόνον η έκδοση του Τρεμπέλα μετακινεί στίχους μεταξύ των κεφαλαίων 5,6,7, μεταβάλλοντας την αρχή και το τέλος των κεφαλαίων σε σύγκριση με όλες τις υπόλοιπες έντυπες εκδόσεις, χωρίς να παραθέτει σχετικό σχόλιο.
Ἄσμα 5,1
Εἰσῆλθον εἰς κῆπόν μου, ἀδελφή μου νύμφη, ἐτρύγησα σμύρναν μου μετὰ ἀρωμάτων μου, ἔφαγον ἄρτον μου μετὰ μέλιτός μου, ἔπιον οἶνόν μου μετὰ γάλακτός μου· φάγετε, πλησίοι, καὶ πίετε καὶ μεθύσθητε, ἀδελφοί.
Κολιτσάρα
Εἰσῆλθον σὰν νοικοκύρης εἰς τὸν κῆπον σου, νύμφη καὶ ἀδελφή μου. Ἐτρύγησα μόνος μου τὴν σμύρναν μου μὲ τὰ πολλά της ἀρώματα. Ἔφαγα ἄρτον καὶ μέλι, ἔπια τὸν οἶνον μου καὶ τὸ γάλα μου καὶ σεῖς φίλοι μου φάγετε, πίετε, χορτάσατε, εὐφρανθῆτε, ἀδελφοί μου.
Τρεμπέλα
Ἐμβῆκα εἰς τὸν κῆπον μου, ὦ ἀδελφή μου Νύμφη, ἐτρύγησα τὴν εὐώδη σμύρναν μου μετὰ τῶν ἀρωμάτων μου, ἔφαγα τὸν ἄρτον μου μὲ τὸ μέλι μου, ἔπιον καὶ τὸν οἶνον μὲ τὸ γάλα μου. Φάγετε, διπλανοὶ καὶ φίλοι, καὶ πίετε μέχρι μέθης, ἀδελφοί. [Ἐμβῆκα εἰς τὸν κῆπον, ποὺ εἶναι ἰδικός μου, ἀφοῦ καὶ σύ, ἀδελφὴ Νύμφη, ἀναγνωρίζεις ὅτι ἐγὼ τὸν ἐφύτευσα καὶ ἀπὸ ἐμὲ ἐμεγαλύνθη· ἐτρύγησα μόνος μου τὴν εὐώδη σμύρναν μου μὲ τὰ ἄλλα ἀρώματά μου, ποὺ ὅλα συμβολίζουν τὰς ἀρετάς σου καὶ τὰς δι’ ἐμὲ θυσίας σου· ἔφαγα τὸν ἄρτον μου, ἔπια καὶ τὸν οἶνον μὲ τὸ γάλα μου. Φάγετε, φίλοι καὶ διπλανοί μου, καὶ πίετε, ἀδελφοί, ὅσον θέλετε καὶ ὅσον περισότερον ἠμπορεῖτε. Ἀπὸ τὸν ἰδικόν μου οἶνον δὲν μεθύσκεται ποτὲ κανείς.]
Ἄσμα 5,2
Ἐγὼ καθεύδω καὶ ἡ καρδία μου ἀγρυπνεῖ. φωνὴ ἀδελφιδοῦ μου κρούει ἐπὶ τὴν θύραν. Ἄνοιξόν μοι, ἀδελφή μου, ἡ πλησίον μου, περιστερά μου, τελεία μου, ὅτι ἡ κεφαλή μου ἐπλήσθη δρόσου καὶ οἱ βόστρυχοί μου ψεκάδων νυκτός.
Κολιτσάρα
Ἐγὼ κοιμῶμαι, ἀλλὰ ἡ καρδιά μου ἀγρυπνεῖ. Ἀκούεται ἡ φωνὴ τοῦ ἀγαπητοῦ μου, κρούει τὴν θύραν μου. Ἄνοιξε ἀδελφή μου, σύντροφέ μου, περιστερά μου, σὺ ἡ κατὰ πάντα ὡραία μου, διότι τὸ κεφάλι μου ἐγέμισε ἀπὸ τὴν δρόσον καὶ οἱ βόστρυχοί μου ἀπὸ τὰς σταγόνας τῆς νυκτός.
Τρεμπέλα
Ἐγὼ ἐκοιμώμην, ἀλλ’ ἡ καρδία μου ἠγρύπνει. Φωνὴ τοῦ ἀγαπημένου μου ἀδελφοῦ ἀκούεται. Κτυπᾷ εἰς τὴν πόρταν. Ἄνοιξέ μου, ἀδελφή, προσφιλεστάτη σύντροφε, περιστερά μου, πανεύμορφή μου, διότι ἡ κεφαλή μου ἐγέμισε δροσιὰ καὶ τὰ πυκνὰ μαλλιά μου ἐποτίσθησαν ἀπὸ τὴν ψιλὴν βροχὴν τῆς νυκτός. [Ἐγὼ κοιμῶμαι καὶ ἡ καρδία μου εἶναι ξύπνια, γεμάτη ἔννοια καὶ ἀγάπη δι’ αὐτόν. Φωνὴ τοῦ ἀγαπημένου μου ἀδελφοῦ ἀκούεται στὴν πόρτα. Ἄνοιξέ μου, ἀδελφή, πλησιεστάτη μου σύντροφε, ἁγνὴ περιστερά μου, τελεία μου καλλονή, διότι ἡ κεφαλή μου ἐγέμισε δροσιὰ καὶ τὰ πυκνὰ μαλλιά μου ὑγράνθησαν ἀπὸ τὴν ψιλὴ βροχὴ τῆς νύκτας. Εἰς κάθε ράθυμον καὶ μὴ ἀγρυπνοῦσαν ἐν προσευχῇ ψυχὴν οὕτω κρούει εἰς τὴν θύραν τῆς καρδίας της ὁ Νυμφίος, προβάλλων τὴν καταφρόνησιν, ποὺ μὲ τὴν ἀδιαφορίαν μας τοῦ δεικνύομεν τὰ ὑστεροῦντα εἰς ζῆλον πρόβατά του.]
Ἄσμα 5,3
Ἐξεδυσάμην τὸν χιτῶνά μου, πῶς ἐνδύσομαι αὐτόν; ἐνιψάμην τοὺς πόδας μου, πῶς μολυνῶ αὐτούς;
Κολιτσάρα
Ἐγὼ ἔχω βγάλει ἤδη τὸν χιτῶνα μου, πῶς νὰ τὸν φορέσω καὶ πάλιν; Ἔπλυνα τοὺς πόδας μου, πῶς νὰ τοὺς λερώσω πάλιν;
Τρεμπέλα
Ἔχω ἐκδυθῆ τὸ ὑποκάμισόν μου, ἀπαντᾷ ἡ Νύμφη. Πῶς νὰ τὸ ξαναφορέσω; Ἔνιψα τὰ πόδια μου. Πῶς νὰ τὰ λερώσω; [Ἔχω γδυθῆ καὶ αὐτὸ τὸ ὑποκάμισόν μου. Πῶς νὰ τὸ ξαναφορέσω; Προτοῦ κατακλιθῶ, ἔνιψα τὰ πόδια μου. Πῶς νὰ τὰ λερώσω; Προφάσεις ὑπὸ ραθυμίας τινὸς χαλαρωθεισῶν ἐπὶ μέρους ψυχῶν, τῶν ὁποίων ὁ νυσταγμὸς θὰ τύχῃ εὐθὺς τῆς παιδαγωγίας τοῦ Νυμφίου.]
Ἄσμα 5,4
ἀδελφιδός μου ἀπέστειλε χεῖρα αὐτοῦ ἀπὸ τῆς ὀπῆς, καὶ ἡ κοιλία μου ἐθροήθη ἐπ’ αὐτόν.
Κολιτσάρα
Ὁ ἀγαπητός μου ἄπλωσε τὸ χέρι του ἀπὸ κάποιαν ὀπήν, διὰ νὰ ἀνοίξῃ τὴν θύραν μου, καὶ ἡ καρδιά μου συνεκινήθη ἀπὸ αὐτὸν καὶ ἐθερμάνθη.
Τρεμπέλα
Ὁ ἀγαπημένος μου ἀδελφὸς ἐπέφασε τὴν χεῖρα του διὰ τοῦ ἀνοίγματος τῆς θύρας καὶ ἐθερμάνθη ἡ καρδία μου δι’ αὐτόν. [Ὁ ἀγαπημένος μου ἀδελφὸς ἐπέρασε τὴν χεῖρα του ἀπὸ τὸ ἄνοιγμα τοῦ ξυλίνου μοχλοῦ, ὁ ὁποῖος ἐσύρετο ἀντὶ κλειδιοῦ πίσω ἀπὸ τὴν πόρταν, καὶ ὅταν ἀντελήφθην τὴν προσπάθειάν του αὐτήν, ἐθερμάνθη ἡ καρδία μου δι’ αὐτόν. Ἰσχυραὶ ἐπιδράσεις τῆς θείας Χάριτος διεγείρουν τὴν Νύμφην πρὸς συνάντησιν τοῦ Νυμφίου.]
Ἄσμα 5,5
ἀνέστην ἐγὼ ἀνοῖξαι τῷ ἀδελφιδῷ μου, χεῖρές μου ἔσταξαν σμύρναν, δάκτυλοί μου σμύρναν πλήρη ἐπὶ χεῖρας τοῦ κλείθρου.
Κολιτσάρα
Ἐσηκώθην ἐγώ, διὰ νὰ ἀνοίξω εἰς τὸν ἀγαπημένον μου ἀδελφόν. Τὰ χέρια μου ἔσταζαν ἀπὸ εὐώδη σμύρναν, τὰ δάκτυλά μου ἔσταζαν σμύρναν εἰς τὴν λαβὴν τοῦ κλειδιοῦ τῆς θύρας.
Τρεμπέλα
Ἐσηκώθην ἐγὼ νὰ ἀνοίξω εἰς τὸν ἀγαπημένον ἀδελφόν μου· αἱ χεῖρες μου ἔσταξαν σμύρναν καὶ τὰ δάκτυλά μου σμύρναν ἐκλεκτὴν εἰς τὰς λαβὰς τοῦ κλείθρου. [Ἐσηκώθην ἐγὼ νὰ ἀνοίξω εἰς τὸν ἀγαπημένον μου ἀδελφὸν αἱ χεῖρες μου ἔσταξαν σμύρναν πολύτιμον εἰς τὰς λαβὰς τοῦ κλείθρου. Φεύγει μὲν ὁ Νυμφίος πρὸς παιδαγωγίαν τῆς Νύμφης, ἡ χάρις ὅμως τῆς ἀγάπης καὶ τῆς εὐλογίας του κατέστη αἰσθητὴ ὡς ὑπερφυὴς εὐωδία εἰς τὴν καθυστερημένως κινηθεῖσαν πρὸς Αὐτὸν Νύμφην.]
Ἄσμα 5,6
ἤνοιξα ἐγὼ τῷ ἀδελφιδῷ μου· ἀδελφιδός μου παρῆλθε. ψυχή μου ἐξῆλθεν ἐν λόγῳ αὐτοῦ. ἐζήτησα αὐτὸν καὶ οὐχ εὗρον αὐτόν, ἐκάλεσα αὐτὸν καὶ οὐχ ὑπήκουσέ μου.
Κολιτσάρα
Ἄνοιξα ἐγὼ εἰς τὸν ἀγαπημένον μου ἀδελφόν. Ἀλλὰ ὁ ἀγαπητός μου εἶχε περάσει καὶ φύγει. Ἡ ψυχή μου σὰν νὰ ἔσβησε μέσα μου ἀπὸ τὸ γεγονὸς αὐτό. Δὲν τὸν εἶδα. Τὸν ἀνεζήτησα καὶ δὲν τὸν εὑρῆκα. Τὸν ἐφώναξα μὲ τὸ ὄνομά του καὶ ἐκεῖνος δὲν μοῦ ἀπήντησεν.
Τρεμπέλα
Ἄνοιξα ἐγὼ εἰς τὸν ἀγαπημένον μου ἀδελφόν. Ὁ ἀδελφός μου εἶχε παρέλθει. Ἡ ψυχή μου ὀλίγον ἔλειψε να βγῇ ἐπὶ τῷ ἀκούσματι τοῦ λόγου του. Τὸν ἐζήτησα καὶ δὲν τὸν ηὖρα. Τὸν ἐκάλεσα καὶ δὲν μοῦ ἀπεκρίθη. [Ἄνοιξα ἐγὼ εἰς τὸν ἀγαπημένον μου ἀδελφόν. Ἀλλ’ ὁ ἀδελφός μου εἶχε περάσει. Ἡ ψυχή μου ὀλίγον νὰ βγῇ, ἐπειδὴ ἤκουσα τὰ λόγια του, δὲν εἶδα ὅμως καὶ τὸν ἴδιον. Τὸν ἐζήτησα καὶ δὲν τὸν ηὖρα. Τὸν ἐκάλεσα καὶ δὲν μοῦ ἀπεκρίθη.]
Ἄσμα 5,7
εὕροσάν με οἱ φύλακες οἱ κυκλοῦντες ἐν τῇ πόλει, ἐπάταξάν με, ἐτραυμάτισάν με· ᾖραν τὸ θέριστρόν μου ἀπ’ ἐμοῦ φύλακες τῶν τειχέων.
Κολιτσάρα
Ἐξῆλθα ἀπὸ τὸ σπίτι, διὰ νὰ τὸν ἀναζητήσω. Μὲ συνήντησαν οἱ περιπολοῦντες νυχτοφύλακες εἰς τὴν πόλιν, μὲ ἐκτύπησαν, μὲ ἐτραυμάτισαν, ἀφῄρεσαν τὴν καλύπτραν τοῦ προσώπου μου οἱ φύλακες τῶν τειχῶν τῆς πόλεως.
Τρεμπέλα
Μὲ ηὗραν οἱ φύλακες, οἱ περιοδεύοντες τὴν πόλιν μὲ ἐκτύπησαν, μὲ ἐπλήγωσαν, μοῦ ἀπέσπασαν τὴν καλύπτραν μου οἱ φύλακες τῶν τειχῶν τῆς πόλεως. [Καὶ καθὼς ἀνεζήτουν αὐτὸν εἰς τόσον προχωρημένην ὥραν, μὲ ηὗραν οἱ φύλακες, ποὺ περιπολοῦσαν εἰς τὴν πόλιν. Μὲ ἐκτύπησαν· μὲ ἐπλήγωσαν· μοῦ ἀφῄρεσαν τὴν καλύπτραν τοῦ προσώπου μου οἱ φρουροὶ τῶν τειχῶν τῆς πόλεως. Σκηνὴ συμβολίζουσα τὰς παραγνωρίσεις καὶ τοὺς διωγμούς, ποὺ ὑφίστανται ἡ Ἐκκλησία καὶ πάντες οἱ θέλοντες εὐσεβῶς ζῆν.]
Ἄσμα 5,8
ὥρκισα ὑμᾶς, θυγατέρες Ἱερουσαλήμ, ἐν ταῖς δυνάμεσι καὶ ἐν ταῖς ἰσχύσεσι τοῦ ἀγροῦ· ἐὰν εὕρητε τὸν ἀδελφιδόν μου, τί ἀπαγγείλητε αὐτῷ; ὅτι τετρωμένη ἀγάπης ἐγώ εἰμι.
Κολιτσάρα
Ὦ θυγατέρες τῆς Ἱερουσαλήμ, σᾶς ἐξορκίζω εἰς τὰς δυνάμεις τῆς φύσεως καὶ εἰς τὰς ὡραιότητας τοῦ ἀγροῦ, ἐὰν συναντήσετε τὸν ἀγαπημένον μου ἀδελφόν, τί θὰ ἀναγγείλετε εἰς αὐτόν; Εἴπατέ του, ὅτι εἶμαι ἐγὼ πληγωμένη ἀπὸ τὴν ἀγάπην του.
Τρεμπέλα
Σᾶς ἐξορκίζω, θυγατέρες Ἱερουσαλήμ, εἰς τὰς δορκάδας καὶ εἰς τὰς ἐλάφους [κατὰ τὸ Ἑβραϊκόν] τοῦ ἀγροῦ· ἐὰν εὕρητε τὸν ἀγαπημένον μου ἀδελφόν, τὶ θὰ τὸν βεβαιώσετε; Ὅτι ἐγὼ εἶμαι πληγωμένη ἀπὸ τὴν ἀγάπην του. [Σᾶς ἐξορκίζω, θυγατέρες Ἱερουσαλήμ, εἰς τὰς ἰσχυρὰς δυνάμεις, ποὺ συγκρατοῦν κατὰ τὸ θεῖον πρόσταγμα τὸν κόσμον· ἐὰν συναντήσετε τὸν ἀγαπημένον ἀδελφόν μου, τί θὰ τοῦ εἴπητε καὶ τί θὰ τὸν βεβαιώσετε; Ἕνα καὶ μόνον, ὅτι ἐγὼ εἶμαι πληγωμένη ἀπὸ τὴν ἀγάπην του.]
Ἄσμα 5,9
Τί ἀδελφιδός σου ἀπὸ ἀδελφιδοῦ, ἡ καλὴ ἐν γυναιξί; τί ἀδελφιδός σου ἀπὸ ἀδελφιδοῦ, ὅτι οὕτως ὥρκισας ἡμᾶς;
Κολιτσάρα
Τί διαφέρει ὁ ἀγαπητός σου ἀπὸ ἄλλους ἀγαπητοὺς νέους, ὦ ὡραία μεταξὺ τῶν γυναικῶν; Τί διάφορα χαρακτηριστικὰ ἔχει ὁ ἀγαπητός σου ἀπὸ ἄλλον ἀγαπητόν, ὥστε νὰ μᾶς ἐξορκίζῃς κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον;
Τρεμπέλα
Τί ἔχει λοιπὸν ὁ ἀγαπημένος ἀδελφός σου περισσότερον ἀπὸ οἰονδήποτε ἄλλον ἀδελφιδόν, ὦ ὡραία μεταξὺ τῶν γυναικῶν; Τί διαφέρει ὁ ἀγαπημένος ἀδελφός σου ἀπὸ κάθε ἄλλον ἀδελφιδὸν διὰ νὰ μᾶς ὁρκίζῃς οὕτω πως; [Ἐρωτοῦν αἱ νεάνιδες: Τί ἔχει ὁ ἀγαπημένος ἀδελφός σου περισσότερον ἀπὸ ἄλλον προσφιλῆ ἀδελφόν; Τί διαφέρει ὁ ἀγαπημένος ἀδελφός σου ἀπὸ ἄλλον ἀδελφὸν διὰ νὰ μᾶς ὁρκίζῃς ἔτσι δι’ αὐτόν;]
Ἄσμα 5,10
Ἀδελφιδός μου, λευκὸς καὶ πυρρός, ἐκλελοχισμένος ἀπὸ μυριάδων·
Κολιτσάρα
Ὁ ἀγαπημένος μου ἀδελφὸς εἶναι λευκὸς καὶ ροδαλός, ἐκλεκτὸς καὶ περίβλεπτος μεταξὺ μυριάδων νέων.
Τρεμπέλα
Ὁ ἀγαπημένος μου ἀδελφὸς εἶναι λευκὸς καὶ ροδοκόκκινος, διακρινόμενος μεταξὺ μυριάδων ἀνθρώπων. [Ὁ προσφιλής μου ἀδελφὸς εἶναι λευκός, ἐλεύθερος ἀπὸ κάθε κηλῖδα ἁμαρτίας, καὶ κόκκινος, ὅπως ἔγινεν ἀπὸ τὸ ἐπὶ τοῦ σταυροῦ ἐκχυθὲν αἷμα του, διαλεγμένος ἀπὸ ἀναριθμήτους ἀνθρώπους.]
Ἄσμα 5,11
κεφαλὴ αὐτοῦ χρυσίον καιφάζ, βόστρυχοι αὐτοῦ ἐλάται, μέλανες ὡς κόραξ·
Κολιτσάρα
Ἡ κεφαλή του εἶναι χρυσὸς καθαρός. Πυκνοὶ καὶ κυματιστοὶ οἱ βόστρυχοί του, ὡσὰν τὸ πυκνόφυλλον ἔλατον, μαύροι ὡσὰν τὸν κόρακα.
Τρεμπέλα
Ἡ κεφαλή του εἶναι γνήσιος χρυσός, τὰ πλούσια μαλλιά του εἶναι ἀνθισμένος φοίνικας, μαῦρα σὰν κόρακας. [Ἡ κεφαλή του γνήσιος χρυσός (σύμβολον τῆς ἀμιγοῦς παντὸς ἴχνους κακίας ἀπαστραπτούσης καθαρότητος καὶ ἁγιότητος αὐτοῦ)· τὰ μαλλιά του σὰν τὰ ἄνθη τοῦ φοίνικος, μαῦρα σὰν τοῦ κόρακα (σύμβολα τῆς ἀειθαλοῦς νεότητος τού εἰς τὴν ἀκμὴν τῆς ἡλικίας τοῦ σταυρωθέντος Νυμφίου).]
Ἄσμα 5,12
ὀφθαλμοὶ αὐτοῦ ὡς περιστεραὶ ἐπὶ πληρώματα ὑδάτων λελουσμέναι ἐν γάλακτι, καθήμεναι ἐπὶ πληρώματα·
Κολιτσάρα
Τὰ μάτια του μοιάζουν σὰν περιστέρια, ποὺ κάθονται κοντὰ εἰς δεξαμενὰς γεμάτας νερό, ὁλόλευκα σὰν λουσμένα μὲ γάλα.
Τρεμπέλα
Οἱ ὀφθαλμοί του εἶναι περιστεραὶ παρὰ τὰς ὄχθας ρυάκων, λουσμέναι μέσα εἰς γάλα, καθήμεναι πλησίον ρευμάτων ὕδατος. [Οἱ ὀφθαλμοί του ὡραῖοι, καθαροὶ καὶ ἁγνοὶ σὰν περιστέρια, ποὺ κάθηνται παρὰ δεξαμενὰς πλήρεις ὑδάτων, λευκὰ σὰν νὰ εἶχαν λουσθῇ εἰς γάλα, μὴ βυθιζόμενα ἀλλὰ καθήμενα πλησίον λιμναζόντων ὑδάτων.]
Ἄσμα 5,13
σιαγόνες αὐτοῦ ὡς φιάλαι τοῦ ἀρώματος φύουσαι μυρεψικά· χείλη αὐτοῦ κρίνα στάζοντα σμύρναν πλήρη·
Κολιτσάρα
Σὰν φιάλαι ἀρώματος αἱ δύο παρειαί του, ἀπὸ τὰς ὁποίας φυτρώνει τὸ γένειόν του σαν πρασιὰ ἀρωματωδῶν φυτῶν. Τὰ χείλη του ὁμοιάζουν μὲ τὰ κρίνα, ποὺ ἀποστάζουν πολύτιμον ἀνόθευτον σμύρναν.
Τρεμπέλα
Αἱ παρειαί του σὰν πρασιαὶ βαλσάμου φύουσαι ἀρώματα [κατὰ τὸ Ἑβραϊκόν], Τὰ χείλη του κρίνα, ποὺ στάζουν σμύρναν ρευστήν. [Αἱ σιαγόνες του, ἄνω καὶ κάτω, ὁμοιάζουν πρὸς φιάλας ἀρώματος καὶ ἀπὸ αὐτὰς φύονται αἱ τρίχες τοῦ γενείου σὰν πρασιὰ ἀρωμάτων· τὰ χείλη του σὰν κρίνα, ἀπὸ τὰ ὁποῖα στάζει εὐώδης καὶ ἀνόθευτος σμύρνα. Χάρις καὶ γοητεία ὑπερφυὴς ἐκχύνεται ἀπὸ αὐτὰ καὶ ἀπὸ τὴν διδασκαλίαν τοῦ Νυμφίου, μεταδιδοῦσα θείαν ζωὴν καὶ παράκλησιν εἰς ὅλον τὸ περιβάλλον του.]
Ἄσμα 5,14
χεῖρες αὐτοῦ τορευταὶ χρυσαῖ πεπληρωμέναι Θαρσίς· κοιλία αὐτοῦ πυξίον ἐλεφάντινον ἐπὶ λίθου σαπφείρου·
Κολιτσάρα
Ὡραῖαι καὶ σὰν νὰ ἔχουν τορναρισθῆ μὲ τόρνον αἱ χεῖρες του, χρυσαῖ ὡσὰν τὸ χρυσίον Θαρσίς. Τὸ σῶμα του σὰν ἀπὸ ἐλεφαντοστοῦν, διάστικτον μὲ πολιτίμους λίθους σαπφείρου.
Τρεμπέλα
Αἱ χεῖρες του τορνευτοί, ὁλόχρυσοι, γεμᾶται ἀπὸ πολυτίμους λίθους· ἡ κοιλία του δίσκος ἐξ ἐλεφαντοστοῦ, κατάφορτος ἀπὸ λίθους σαπφείρου. [Αἱ χεῖρες του ὡραῖαι, σὰν νὰ ἔχουν δουλευθῆ εἰς τόρνον, ὁλόχρυσοι, γεμᾶται ἀπὸ πολυτίμους λίθους ἐκ Θαρσίς· (ὅλα δηλαδὴ τὰ ἔργα τῶν χειρῶν του, ὅλαι αἱ ἐνέργειαι τῆς προνοίας του πλούσιαι, πολύτιμοι, θαυμασταὶ καὶ ἀνεκτίμητοι). Ἡ κοιλία του εἶναι σὰν πλάκα ἀπὸ ἐλεφαντοστοῦν πάλλευκον, κατειργασμένον μὲ λεπτότητα καὶ κατάφορτον ἀπὸ λίθους σαπφείρου. (Γεμᾶτα οἰκτιρμοὺς καὶ φιλανθρωπίαν εἶναι τὰ σπλάγχνα του, πλήρη ἐλέους διὰ τοὺς ἀνθρώπους).]
Ἄσμα 5,15
κνῆμαι αὐτοῦ στῦλοι μαρμάρινοι τεθεμελιωμένοι ἐπὶ βάσεις χρυσᾶς· εἶδος αὐτοῦ ὡς Λίβανος, ἐκλεκτὸς ὡς κέδροι·
Κολιτσάρα
Αἱ κνῆμαι τοῦ μαρμάρινοι στῦλοι, ποὺ στηρίζονται εἰς χρυσᾶς βάσεις. Ἡ ὅλη του ἐμφάνισις ὡραία, ὅπως ὁ Λίβανος. Εἶναι ἐκλεκτὸς μεταξὺ ὅλων τῶν ἀνθρώπων, ὅπως ἡ κέδρος μεταξὺ τῶν ἄλλων δένδρων.
Τρεμπέλα
Αἱ κνῆμαι του στῦλοι μαρμάρινοι ἐξ ἀλαβάστρου, θεμελιωμένοι εἰς βάσεις χρυσός. Ἡ ἐμφάνισίς του μεγαλοπρεπὴς σὰν τὸν Λίβανον, εἶναι ἐκλεκτὸς σὰν τοὺς κέδρους. [Αἱ κνῆμαι του σὰν στῦλοι ἀπὸ ἐκλεκτὸν μάρμαρον στερεοὶ καὶ ἀσάλευτοι, θεμελιωμένοι εἰς βάσεις χρυσᾶς, ὁποῖαι εἶναι θεία του διδασκαλία χρυσὸς κεκαθαρμένος ἑπταπλασίως. Ὡς ἐκ τούτου εἶναι ἀδύνατον νὰ καμφθοῦν καὶ νὰ λυγίσουν, ὀσονδήποτε καὶ ἂν εἶναι τὸ βάρος τῆς Ἐκκλησίας, τὸ ὁποῖον οἱ ὦμοι του βαστάζουν. Τὸ ἀνάστημά του καὶ ἡ ὅλη ἐμφάνισίς του μεγαλοπρεπὴς καὶ θελκτικὴ σὰν τὸν Λίβανον. Εἶναι ἐκλεκτὸς καὶ ὡραῖος σὰν τὸ δένδρον τοῦ κέδρου.]
Ἄσμα 5,16
φάρυγξ αὐτοῦ γλυκασμοὶ καὶ ὅλος ἐπιθυμία· οὗτος ἀδελφιδός μου καὶ οὗτος πλησίον μου, θυγατέρες Ἱερουσαλήμ.
Κολιτσάρα
Οἱ λόγοι τοῦ λάρυγγός του γλυκεῖς. Εἶναι ἐξ ὁλοκλήρου ἐράσμιος καὶ ποθητός. Θυγατέρες Ἱερουσαλήμ, τέτοιος εἶναι ὁ ἀγαπημένος μου ἀδελφός, τέτοιος εἶναι ὁ σύντροφός μου.
Τρεμπέλα
Οἱ λόγοι, ποὺ βγαίνουν ἀπὸ τὸν φάρυγγά του, εἶναι γλυκύτατοι καὶ τὸ σύνολόν του ἐπιθυμήτον. Αὐτὸς εἶναι ὁ ἀγαπητός μου ἀδελφὸς καὶ αὐτὸς εἶναι ὁ προσφιλέστατός μου σύντροφος, θυγατέρες Ἱερουσαλήμ. [Οἱ ἀπὸ τοῦ φάρυγγός του ἐξερχόμενοι λόγοι του τὸν καθιστοῦν πηγὴν ἠδύτητος καὶ ἐξ ὁλοκλήρου ἐπιθυμητόν. Αὐτὸς εἶναι ὁ ἀγαπημένος μου ἀδελφὸς καὶ αὐτὸς εἶναι ὁ πλησιέστερος ἀπὸ κάθε ἄλλον σύντροφος, θυγατέρες Ἱερουσαλήμ.]
Κεφάλαιο 6
Σημειώση για το κεφάλαιο
Μόνον η έκδοση του Τρεμπέλα μετακινεί στίχους μεταξύ των κεφαλαίων 5,6,7, μεταβάλλοντας την αρχή και το τέλος των κεφαλαίων σε σύγκριση με όλες τις υπόλοιπες έντυπες εκδόσεις, χωρίς να παραθέτει σχετικό σχόλιο.
Ἄσμα 6,1
Ποῦ ἀπῆλθεν ὁ ἀδελφιδός σου, ἡ καλὴ ἐν γυναιξί; ποῦ ἀπέβλεψεν ὁ ἀδελφιδός σου; καὶ ζητήσομεν αὐτὸν μετὰ σοῦ.
Κολιτσάρα
Αἱ θυγατέρες τῆς Ἱερουσαλὴμ τὴν ἐρωτοῦν: Ποῦ ἐπῆγεν ὁ ἀγαπημένος σου ἀδελφός, ὦ ὡραία μεταξὺ τῶν γυναικῶν; Ποίαν κατεύθυνσιν ἐπῆρεν ὁ ἀδελφός σου; Πές μας, διὰ νὰ τὸν ἀναζητήσωμεν μαζῆ μὲ σένα καὶ τὸν ἀνεύρωμεν.
Τρεμπέλα
Ποὺ ἐπῆγεν ὁ ἀγαπημένος σου ἀδελφός, ὦ ὡραία μεταξὺ τῶν γυναικῶν; Ποὺ ἔστρεψε τὰ βλέμματά του ὁ προσφιλὴς ἀδελφός σου; Εἰπέ μας, διὰ νὰ τὸν ἀναζητήσωμεν καὶ ἠμεῖς μαζί σου. [Ποὺ ἐπῆγεν ὁ ἀγαπημένος σου ἀδελφός, ὦ ὡραία μεταξὺ τῶν γυναικῶν; Ποὺ κατηύθυνε τὰ βλέμματά του ὁ προσφιλὴς ἀδελφός σου; Ἀπὸ ὅσα μᾶς εἶπες, ἐκινήθη καὶ τὸ ἰδικόν μας ἐνδιαφέρον δι’ αὐτόν. Εἰπέ μας καὶ θὰ τὸν ἀναζητήσωμεν καὶ ἠμεῖς μετὰ σοῦ.]
Ἄσμα 6,2
Ἀδελφιδός μου κατέβη εἰς κῆπον αὐτοῦ εἰς φιάλας τοῦ ἀρώματος ποιμαίνειν ἐν κήποις καὶ συλλέγειν κρίνα.
Κολιτσάρα
Ὁ ἀγαπητός μου κατέβη εἰς τὸν κῆπον του, εἰς τὰς πρασιὰς τῶν ἀρωματικῶν ἀνθέων. Περιπατεῖ εἰς τοὺς κήπους, συλλέγει κρίνα.
Τρεμπέλα
Ὁ ἀγαπημένος ἀδελφός μου κατέβη εἰς τὸν κῆπον του, εἰς τὰς πρασιὰς τῶν ἀρωμάτων, διὰ νὰ ποιμαίνῃ εἰς τοὺς κήπους καὶ διὰ νὰ συλλέγῃ κρίνα. [Ὁ ἀγαπημένος μου ἀδελφὸς κατέβη ἐκ τῶν οὐρανῶν διὰ νὰ μεταβάλῃ τὴν ἔρημον εἰς κῆπον εὔφορον καὶ εὐώδη, ὅπου διὰ τοῦ Πνεύματός του θὰ φυτεύσῃ καὶ θὰ ποτίζη τὰ ἀρωματώδη φυτὰ τῆς ἀρετῆς καὶ ἁγιότητος, ἀναδεικνύων αὐτὰ πραγματικὰς φιάλας οὐρανίου ἀρώματος. Κατέβη εἰς τὸν κῆπον αὐτόν, τὸν ὁποῖον ἀποτελοῦν αἱ κατὰ τόπους Ἐκκλησίαι τῶν πιστῶν, διὰ νὰ βόσκῃ τὸ ποίμνιόν του καὶ νὰ συλλέγῃ κρίνα ἀνὰ ἕν, σύμβολον τῶν καθηγιασμένων ψυχῶν, αἵτινες ἀνὰ μία μεθίστανται εἰς τὴν θριαμβεύουσαν Ἐκκλησίαν.]
Ἄσμα 6,3
ἐγὼ τῷ ἀδελφιδῷ μου, καὶ ἀδελφιδός μου ἐμοί, ὁ ποιμαίνων ἐν τοῖς κρίνοις.
Κολιτσάρα
Ἐγὼ ἀνήκω εἰς τὸν ἀγαπημένον μου ἀδελφὸν καὶ ἐκεῖνος ἀνήκει εἰς ἐμέ. Αὐτὸς εἶναι, ποὺ ποιμαίνει τὰ πρόβατά του μέσα εἰς τὰ κρίνα.
Τρεμπέλα
Ἐγὼ ἀνήκω εἰς τὸν προσφιλέστατόν μου ἀδελφόν, καὶ ὁ πολυαγαπημένος μου ἀδελφὸς ἀνήκει εἰς ἐμέ, αὐτὸς ποὺ ποιμαίνει τὰ πρόβατά του εἰς τὰ κρίνα. [Ἐγὼ ἡ Ἐκκλησία, ἡ θριαμβεύουσα καὶ ἡ στρατευομένη, ἀνήκω ἐξ ὁλοκλήρου εἰς τὸν ἀγαπημένον μου ἀδελφόν, καὶ ὁ προσφιλέστατός μου ἀδελφὸς ἀνήκεῖ εἰς ἐμέ, αὐτὸς ποὺ ποιμαίνει τὰ πρόβατά του εἰς τὰ πάλλευκα καὶ εὐώδη κρίνα. (Σύμβολα τῆς εὐαγγελικῆς διδασκαλίας του καὶ τῶν ναμάτων τῆς χάριτός του).]
Ἄσμα 6,4
Καλὴ εἶ, ἡ πλησίον μου, ὡς εὐδοκία, ὡραία ὡς Ἱερουσαλήμ, θάμβος ὡς τεταγμέναι.
Κολιτσάρα
Ὡραῖα εἶσαι σύ, σύντροφέ μου, ὡσὰν εὐάρεστος καὶ καλὴ ἐπιθυμία, ὡραία, ὅπως ἡ Ἱερουσαλήμ. Ἐμπνέεις θαυμασμὸν ὡσὰν τὰς παρατεταγμένας πρὸς πόλεμον στρατιωτικὰς δυνάμεις.
Τρεμπέλα
Ὡραία εἶσαι, προσφιλεστάτη μου σύντροφε, ὡς ἡ πόλις Τιρσάχ (κατὰ τὸ Ἑβραϊκόν)· ὡραία σὰν τὴν Ἱερουσαλήμ· καταπληκτικὴ σὰν στράτευμα παρατεταγμένον εἰς μάχην. [Ὡραία εἶσαι, ἀχώριστέ μου σύντροφε, λέγει ὁ Νυμφίος· πραγματικῶς ἀξιέραστος καὶ ποθητή, ὡραία σὰν τὴν Ἱερουσαλήμ, μεγαλοπρεπὴς καὶ καταπληκτικὴ σὰν στράτευμα παρατεταγμένον εἰς μάχην. (Σύμβολον τῶν ἀγώνων τῆς Νύμφης καὶ τῶν κατὰ τοῦ κακοῦ θριάμβων της).]
Ἄσμα 6,5
ἀπόστρεψον ὀφθαλμούς σου ἀπεναντίον μου, ὅτι αὐτοὶ ἀνεπτέρωσάν με. τρίχωμά σου ὡς ἀγέλαι τῶν αἰγῶν, αἳ ἀνεφάνησαν ἀπὸ τοῦ Γαλαάδ.
Κολιτσάρα
Γύρισε ἀλλοῦ, μακρὰν ἀπὸ ἐμὲ τὰ μάτια σου, διότι αὐτὰ μὲ τὴν μαγείαν των μὲ ἀνεπτέρωσαν. Αἱ τρίχες τῆς κεφαλῆς σου ὁμοιάζουν μὲ κοπάδια αἰγῶν, ποὺ ἔχουν ἀναφανῇ ἀπὸ τὴν περιοχὴν τοῦ Γαλαάδ.
Τρεμπέλα
Στρέψε τοὺς ὀφθαλμούς σου μακρὰν ἀπ’ ἐμοῦ, διότι μὲ γοητεύουν. Τὸ τρίχωμα τῆς κεφαλῆς σου ὁμοιάζει πρὸς κοπάδια γιδιῶν, ποὺ κατέρχονται ἀπὸ τὰ ὄρη Γαλαάδ. [Στρέψε τὰ μάτια σου μακρὰν ἀπὸ ἐμέ, διότι, μὲ τὸ νὰ μὲ ἀτενίζῃς, γοητεύομαι ὑπερβολικὰ ἀπὸ αὐτά, ἐπειδὴ ἀντικατοπτρίζεται ἡ ἰδική μου δόξα εἰς αὐτὰ καὶ δι’ αὐτὸ καθίστανται ἐξαιρετικῶς λαμπρά. Τὸ τρίχωμα τῆς κεφαλῆς σου ὁμοιάζει πρὸς κοπάδια γιδιῶν, τὰ ὁποῖα ἀνεφάνησαν ὡς κύματα μαῦρα καταβαίνοντα ἀπὸ τὰ ὄρη Γαλαάδ.]
Ἄσμα 6,6
ὀδόντες σου ὡς ἀγέλαι τῶν κεκαρμένων, αἳ ἀνέβησαν ἀπὸ τοῦ λουτροῦ, αἱ πᾶσαι διδυμεύουσαι, καὶ ἀτεκνοῦσα οὐκ ἔστιν ἐν αὐταῖς.
Κολιτσάρα
Τὰ ὁλόλευκα δόντια σου ὁμοιάζουν μὲ κοπάδια φρεσκοκουρευμένων λευκῶν προβάτων, τὰ ὀποῖα μόλις τώρα ἐβγῆκαν ἀπὸ τὸ λουτρὸν καὶ εἶναι καθαρὰ καὶ λευκά. Ὅλαι αἱ ἀμνάδες ἔχουν δίδυμα, καμμία στεῖρα δὲν ὑπάρχει ἀνάμεσα εἰς αὐτάς.
Τρεμπέλα
Τὰ δόντια σου εἶναι σὰν κουρευμέναι ἀμνάδες, ποὺ ἐβγῆκαν ἀπὸ τὸ λουτρὸν καὶ ὅλαι ἔχουν δίδυμα καὶ καμμία δὲν εἶναι στεῖρα. [Οἱ ὀδόντές σου λευκοί, συμμετρικοὶ καὶ συνηρμοσμένοι σὰν κοπάδια κουρευμένων ἀμνάδων, αἱ ὁποῖαι ἐβγῆκαν ἀπὸ τὸ λουτρὸν καὶ ὅλαι ἔχουν δίδυμα καὶ καμμία ἀπὸ αὐτὰς δὲν εἶναι στεῖρα.]
Ἄσμα 6,7
ὡς σπαρτίον τὸ κόκκινον χείλη σου καὶ ἡ λαλιά σου ὡραία. ὡς λέπυρον τῆς ῥοᾶς μῆλόν σου ἐκτὸς τῆς σιωπήσεώς σου.
Κολιτσάρα
Ὡσὰν κόκκινο σειρήτι τὰ χείλη σου, ὡραία καὶ γεμάτη χάριν ἡ λαλιά σου. Κάθε παρειά σου, πίσω ἀπὸ τὴν διαφανῆ καλύπτραν, φαίνεται σὰν τὸ ροδοκκόκινο ἥμισυ ροδιοῦ.
Τρεμπέλα
Τὰ χείλη σου σὰν τὸ κόκκινον σειρήτιον καὶ ἡ λαλιά σου ὡραία, σὰν διχοτομήματα ροδιοῦ κάθε παρειά σου ὀπίσω τῆς καλύπτρας σου. [Τὰ χείλη σου, ζωηρὰ καὶ πλήρη ζωτικότητος, εἶναι σὰν τὸ κόκκινον σειρήτιον, καὶ ἡ λαλιά σου χαριτωμένη καὶ ὡραία. Σὰν τὸ μισὸ τοῦ ροδιοῦ μοιάζει ἑκάστη παρειά σου πίσω ἀπὸ τὴν καλύπτραν σου, ντροπαλὴ καὶ πλήρης σεμνότητος.]
Ἄσμα 6,8
ἑξήκοντά εἰσι βασίλισσαι, καὶ ὀγδοήκοντα παλλακαί, καὶ νεάνιδες ὧν οὐκ ἔστιν ἀριθμός.
Κολιτσάρα
Ἑξήκοντα βασίλισσαι εἶναι διὰ τοὺς βασιλεῖς τοῦ κόσμου καὶ ὀγδόηκοντα σύζυγοι δευτέρας σειρᾶς καὶ ἀναρίθμητοι ἄλλαι νεάνιδες προσφέρονται εἰς αὐτούς.
Τρεμπέλα
Ὑπάρχουν ἑξήκοντα βασίλισσαι καὶ ὀγδοήκοντα παλλακίδες καὶ νεάνιδες ἀμέτρητοι. [Ὑπάρχουν εἰς ἑκάστου ἐκ τῶν ἐν τῷ κόσμῳ βασιλέων τὴν αὐλὴν βασίλισσαι πολλαὶ καὶ παλλακίδες περισσότεραι καὶ νεαραὶ δοῦλαι πολυαριθμόταται.]
Ἄσμα 6,9
μία ἐστὶ περιστερά μου, τελεία μου, μία ἐστὶ τῇ μητρὶ αὐτῆς, ἐκλεκτή ἐστι τῇ τεκούσῃ αὐτήν. εἴδοσαν αὐτὴν θυγατέρες καὶ μακαριοῦσιν αὐτήν, βασίλισσαι καί γε παλλακαὶ καὶ αἰνέσουσιν αὐτήν.
Κολιτσάρα
Δι’ ἐμὲ ὅμως, μία εἶναι ἡ περιστερά μου, ἡ ἀπολύτως τελεία δι’ ἐμέ, ἡ μοναχοκόρη τῆς μητρός σου, ἡ ἐκλεκτὴ καὶ δι’ ἐκείνην ποὺ σὲ ἐγέννησε. Τὴν εἶδαν αἱ ἄλλαι νεάνιδες, τὴν ἐμακάρισαν καὶ τὴν μακαρίζουν. Καὶ αὐταὶ ἀκόμη αἱ βασίλισσαι καὶ αἱ δευτέρας σειρᾶς σύζυγοι τῶν βασιλέων θὰ τὴν ἐγκωμιάζουν καὶ θὰ λέγουν·
Τρεμπέλα
Μία ὅμως εἶναι ἡ περιστερά μου, ἡ τελεία μου καὶ ἀσύγκριτος. Μοναδικὴ καὶ στὴν μητέρα της, ἐκλεκτὴ καὶ σ’ αὐτὴν ποὺ τὴν ἐγέννησε. Τὴν εἶδαν αἱ νέαι τῆς Ἱερουσαλὴμ καὶ τὴν ἐμακάρισαν. Τὴν εἶδαν καὶ αἱ βασίλισσαι καὶ αἱ παλλακίδες καὶ τὴν ἐγκωμίασαν. [Μία ὅμως εἶναι ἡ πιστὴ καὶ ἀφωσιωμένη περιστερά μου, ἡ τελεία μου, πρὸς τὴν ὁποίαν καμμία ἄλλη δὲν δύναται νὰ συγκριθῇ. Μοναδικὴ εἶναι καὶ στὴν μητέρα της ἀπὸ αὐτὰ τὰ πρῶτα χρόνια της· ἐκλεκτὴ εἶναι καὶ ἕως τώρα εἰς αὐτὴν ποὺ τὴν ἐγέννησε. Τὴν εἶδαν αἱ νέαι τῆς Ἱερουσαλὴμ καὶ τὴν ἐμακάρισαν. Καὶ αὐταὶ ἀκόμη αἱ βασίλισσαι καὶ παλλακίδες τὴν ἐπῄνεσαν. (Σύμβολον τοῦτο τῆς ἐπιστροφῆς εἰς τὸν Νυμφίον καὶ αὐτῶν τῶν εἰδολωλατρικῶν ἐθνῶν).]
Ἄσμα 6,10
τίς αὕτη ἡ ἐκκύπτουσα ὡσεὶ ὄρθρος, καλὴ ὡς σελήνη, ἐκλεκτὴ ὡς ὁ ἥλιος, θάμβος ὡς τεταγμέναι;
Κολιτσάρα
Ποιὰ εἶναι αὐτὴ ἡ ὁποία προβάλλει ὡσὰν ὁλοκάθαρη πρωΐα, ὡραία ὅπως ἡ σελήνη, ἐκλεκτὴ ὅπως ὁ ἥλιος, θαυμαστή, ὅπως αἱ παρατεταγμέναι πρὸς μάχην στρατιωτικαὶ δυνάμεις;
Τρεμπέλα
Ποία εἶναι αὐτή, ποὺ ἀναφαίνεται σὰν αὐγή, ὡραία σὰν σελήνη, λαμπρὰ σὰν τὸν ἥλιον, φοβερὰ καὶ ἐκθαμβωτικὴ σὰν τάγματα στρατιᾶς; [Ποία εἶναι αὐτή, ποὺ ἀναφαίνεται σὰν τὴν αὐγήν, ὡραία σὰν σελήνη, ἐκλεκτὴ καὶ ἀπαστράπτουσα σὰν τὸν ἥλιον, καταπληκτικὴ σὰν τὰς ἀγγελικὰς παρατάξεις; (Σύμβολα τῶν ἐμφανίσεων τῆς Ἐκκλησίας κατὰ τὰς διαφόρους ἐποχὰς καὶ καταστάσεις τοῦ περιβάλλοντος).]
Ἄσμα 6,11
Εἰς κῆπον καρύας κατέβην ἰδεῖν ἐν γεννήμασι τοῦ χειμάρρου, ἰδεῖν εἰ ἤνθισεν ἡ ἄμπελος, ἐξήνθησαν αἱ ῥοαί· ἐκεῖ δώσω τοὺς μαστούς μου σοί.
Κολιτσάρα
Καὶ ἐκείνη λέγει: Κατέβηκα εἰς τὸ περιβόλι, ὅπου ὑπάρχουν οἱ καρυδιές· κατέβηκα, διὰ νὰ ἰδῶ ὅσα βλαστάνουν εἰς τὰς ὄχθας τῶν ρυακίων. Νὰ παρατηρήσω, ἐὰν ἔχουν ἀνθίσει τὰ ἀμπέλια καὶ οἱ ροδιές. Ἐκεῖ, ὦ νυμφίε μου, θὰ σοῦ προσφέρω τοὺς ἐναγκαλισμούς μου.
Τρεμπέλα
Κατέβην εἰς κῆπον δένδρων καρυδιᾶς, διὰ νὰ ἴδω τὰ γεννήματα τοῦ χειμάρρου, νὰ ἴδω, ἐὰν ἐβλάστησεν ἡ ἄμπελος καὶ ἐὰν ἤνθησαν οἱ ροδιές. Ἐκεῖ θὰ δώσω εἰς σέ, τὴν Νύμφην μου, τὰς θωπείας τῆς ἀγάπης μου. [Εἰς κῆπον δένδρων καρυδιᾶς κατέβην. (Σύμβολον τῆς ἐν τῇ παρούσῃ ζωῇ πικρᾶς, ἀλλὰ καὶ καρποφόρου παιδαγωγίας, εἰς τὴν ὁποίαν ὑποβάλλονται αἱ ἐπὶ μέρους ψυχαὶ καὶ νύμφαι τοῦ Χριστοῦ). Κατέβην νὰ ἴδω τὴν βλάστησιν τῶν γεννημάτων εἰς τὸ ξηροπόταμον τοῦ κήπου· νὰ ἴδω, ἐὰν ἐπέταξεν ἄνθη καὶ βλαστοὺς ἡ ἄμπελος, ἐὰν ἤνθησαν ἀρκετά οἱ ροδιές. Ἐκεῖ θὰ δώσω εἰς σέ, τὴν Νύμφην μου, τὰς θωπείας τῆς ἀγάπης μου καὶ τὸν πλοῦτον τῆς χάριτός μου.]
Ἄσμα 6,12
οὐκ ἔγνω ἡ ψυχή μου· ἔθετό με ἅρματα Ἀμιναδάβ.
Κολιτσάρα
Χωρὶς νὰ τὸ ἐννοήσῃ ἡ ψυχή μου, σὰν νὰ μὲ ἐκάθισεν εἰς τὰ ταχύτατα ἅρματα τῶν εὐγενῶν καὶ ἐπισήμων.
Τρεμπέλα
Δὲν ἐκατάλαβεν ἡ ψυχή μου, ἀποκρίνεται ἡ Νύμφη, καὶ ἐτέθην εἰς φυγήν, ὡς νὰ ἐδιωκόμην ἀπὸ ἅρματα Ἀμιναδάβ. [Δὲν ἐκατάλαβεν ἡ ψυχή μου, ἀποκρίνεται ἡ Νύμφη. Ἡ ἔκπληξίς μου ἀπὸ τὴν αἰφνιδίαν ἐπίσκεψίν σου μὲ ἔθεσεν εἰς κίνησιν καὶ φυγὴν ταχεῖαν, σὰν νὰ ἐκαθήμην εἰς ἅρματα Ἀμιναδάβ.]
Κεφάλαιο 7
Σημειώση για το κεφάλαιο
Μόνον η έκδοση του Τρεμπέλα μετακινεί στίχους μεταξύ των κεφαλαίων 5,6,7, μεταβάλλοντας την αρχή και το τέλος των κεφαλαίων σε σύγκριση με όλες τις υπόλοιπες έντυπες εκδόσεις, χωρίς να παραθέτει σχετικό σχόλιο.
Ἄσμα 7,1
Ἐπίστρεφε, ἐπίστρεφε, ἡ Σουλαμῖτις· ἐπίστρεφε, ἐπίστρεφε, καὶ ὀψόμεθα ἐν σοί, τί ὄψεσθε ἐν τῇ Σουλαμίτιδι; ἡ ἐρχομένη ὡς χοροὶ τῶν παρεμβολῶν.
Κολιτσάρα
Γύρισε πίσω, ἐπίστρεψε πρὸς ἡμᾶς, ὦ Σουλαμῖτις. Ξαναγύρισε, κύτταξέ μας καὶ ἡμεῖς θὰ ἴδωμεν τὸ ὡραῖον σου πρόσωπον. Τί θὰ ἴδετε εἰς ἐμὲ εἰς μίαν ἀσήμαντον Σουλαμίτιδα; Σύ, καθὼς ἔρχεσαι μὲ τόσην χάριν καὶ μεγαλοπρέπειαν, ὁμοιάζεις με χοροὺς οὐρανίων ταξιαρχιῶν.
Τρεμπέλα
Γύριζε πίσω, γύριζε πίσω, ὦ Σουλαμῖτις, ἐπίστρεφε, ἐπίστρεφε διὰ νὰ σὲ ἀποθαυμάσωμεν. Τί θὰ ἴδητε εἰς τὴν Σουλαμίτιδα; Ἐρωτᾷ αὕτη. Καὶ ὁ χορὸς ἀπαντᾷ: Εἶσαι αὑτή, ποὺ ἔρχεται σὰν χοροὶ παρατάξεων. [Γύριζε πίσῳ, ἐπίστρεφε, ὦ Σουλαμῖτις· ἐπίστρεφε διὰ νὰ θαυμάσωμεν τὴν καλλονήν σου, φωνάζει ὁ χορὸς τῶν νεανίδων. Καὶ τί θὰ ἴδητε εἰς τὴν Σουλαμίτιδα; Ἀπαντᾷ μετριοφρόνως αὕτη. Σὺ εἶσαι, ἀπαντοῦν αἱ νεάνιδες, αὐτὴ ποὺ ἔρχεται σὰν χοροὶ οὐρανίων παρατάξεων (κατὰ τὸ Ἑβραϊκὸν Machanaim).]
Ἄσμα 7,2
ὡραιώθησαν διαβήματά σου ἐν ὑποδήμασί σου, θύγατερ Ναδάβ· ῥυθμοὶ μηρῶν ὅμοιοι ὁρμίσκοις, ἔργον τεχνίτου·
Κολιτσάρα
Ὡραῖον εἶναι τὸ βάδισμά σου μὲ τὰ εὔμορφα ὑποδήματά σου ὦ κόρη ἀρχόντων! Καλλιτεχνικὸν ρυθμὸν καὶ ἁρμονίαν ἔχουν οἱ μηροί σου, ὅμοιοι μὲ περιδέραιον, ὡσὰν κομψοτέχνημα μεγάλου τεχνίτου.
Τρεμπέλα
Πόσον ὡραῖα εἶναι τὰ βήματά σου μὲ τὰ σανδάλιά σου, ἀρχοντοπούλα μου. Αἱ καμπυλότητες τῶν μηρῶν σου σὰν περιδέραιον κατασκευῆς μεγάλου τεχνίτου, ἑξακολουθεῖ ὁ Νυμφίος. [Πόσον ὡραῖα εἶναι τὰ πόδια σου μέσα στὰ σανδάλιά σου, καθὼς βαδίζεις, ἀρχοντοπούλα μου. Αἱ συναρθρώσεις τῶν λαγάνων σου σὰν περιδέραιον ἐξαιρετικόν, ἔργον μεγάλου καλλιτέχνου. Τόσον εὐτάκτως καὶ κομψὼς βαδίζεις! Τόσον γοητευτικὴ παρουσιάζεσαι εἰς ὅλα τὰ κινήματά σου! Τόσον ἁρμονικῶς ἠνωμένα εἶναι τὰ τέκνα σου, ποὺ σὰν μέλη τοῦ αὐτοῦ σώματος συνδέονται μεταξύ των χαριτωμένα.]
Ἄσμα 7,3
ὀμφαλός σου κρατὴρ τορευτὸς μὴ ὑστερούμενος κράμα· κοιλία σου θημωνία σίτου πεφραγμένη ἐν κρίνοις·
Κολιτσάρα
Ὁ τορνευτὸς ὀμφαλός σου ὁμοιάζει μὲ κοσμημένον κύπελλον ἀπὸ τὸ ὁποῖον δὲν λείπει ποτὲ ὁ οἶνος. Ἡ κοιλία σου ὁμοιάζει μὲ θημωνιὰν σίτου, φραγμένην μὲ κρίνα.
Τρεμπέλα
Ὁ ὀμφαλός σου σὰν κύπελλον τορνευμένον, μὴ στερούμενον κράματος· ἡ κοιλία σου σὰν δεμάτια σίτου περιφραγμένα μὲ κρίνα. [Ὁ ὀμφαλός σου σὰν κύπελλον, περάσμενον ἀπὸ τόρνον, τὸ ὁποῖον δὲν στερεῖται οἴνου· καὶ ἡ κοιλία σου σὰν θημωνιὰ σιταριοῦ, περιφραγμένη μὲ κρίνα. (Σύμβολα τῆς γονιμότητος ἅμα καὶ ἁγνότητος, τῆς παρθενικῆς θαλερότητος τῆς Ἐκκλησίας).]
Ἄσμα 7,4
δύο μαστοί σου, ὡς δύο νεβροὶ δίδυμοι δορκάδος·
Κολιτσάρα
Οἱ δύο μαστοί σου ὁμοιάζουν σὰν δίδυμα μικρὰ ζαρκάδια.
Τρεμπέλα
Οἱ δύο μαστοί σου σὰν δύο δίδυμα ζαρκαδάκια. [Οἱ δύο μαστοί σου, ἀπὸ τοὺς ὁποίους ἐκπηγάζουν τὰ μέσα τῆς χάριτος, τὰ ἐκτρέφοντα τὰ τέκνα σου, ὁμοιάζουν μὲ δύο δίδυμα νεογνὰ ζαρκάδας.]
Ἄσμα 7,5
ὁ τράχηλός σου ὡς πύργος ἐλεφάντινος· οἱ ὀφθαλμοί σου ὡς λίμναι ἐν Ἐσεβών, ἐν πύλαις θυγατρὸς πολλῶν· μυκτήρ σου ὡς πύργος τοῦ Λιβάνου σκοπεύων πρόσωπον Δαμασκοῦ·
Κολιτσάρα
Ὁ τράχηλός σου ὡσὰν πύργον ἀπὸ ἐλεφαντοστοῦν, τὰ μάτια σου, ἀστραφτερὰ καὶ ὁλοκάθαρα, ὅπως αἱ δεξαμεναὶ αἱ παρὰ τὰς πύλας τῆς Ἐσεβών, πόλεως πολλῶν κατοίκων. Ἡ μύτη σου ὡσὰν πύργος τοῦ Λιβάνου ἐστραμμένου πρὸς τὴν Δαμασκόν.
Τρεμπέλα
Ὁ τράχηλός σου σὰν πύργος ἀπὸ ἐλεφαντοστοῦν· τὰ μάτια σου σὰν τὰς δεξαμενὰς Ἐσεβῶν, ποὺ εἶναι εἰς τὰς πύλας Βὰθ ραββίμ (= θυγατρὸς πολλῶν), καὶ ἡ μύτη σου σὰν πύργος τοῦ Λιβάνου, κατοπτεύων τὴν πρόσοψιν τῆς Δαμασκοῦ. [Ὁ τράχηλός σου λευκός, στιλπνὸς καὶ ὡραῖος σὰν πύργος ἀπὸ ἐλεφαντοστοῦν· τὰ μάτιά σου μεγάλα, ὑγρὰ καὶ ἤρεμα, σὰν τὰς λίμνας τῆς Ἐσεβών, ποὺ εἶναι κοντὰ εἰς τὰς πύλας τῆς πολυαρίθμου αὐτῆς πόλεως· ἡ μύτη σου σὰν πύργος τοῦ Λιβάνου, φρουρὸς κατασκοπεύων τὴν Δαμασκόν. Ἀδούλωτος καὶ μόνον εἰς τὸν Νυμφίον ὑποτεταγμένη, λευκὴ καὶ ἄμεμπτος, εἰρηνικὴ καὶ ἑλκυστική, μὲ καθαρὰν τὴν ὄσφρησιν καὶ τὴν πνευματικὴν διάκρισιν, ἕτοιμος πρὸς θαρραλέαν ἀντιμετώπισιν παντὸς πολεμίου, Ἰδοὺ προσόντα ἔκτακτα τῆς Νύμφης τοῦ Χριστοῦ.]
Ἄσμα 7,6
κεφαλή σου ἐπὶ σὲ ὡς Κάρμηλος, καὶ πλόκιον κεφαλῆς σου ὡς πορφύρα, βασιλεὺς δεδεμένος ἐν παραδρομαῖς.
Κολιτσάρα
Ἡ κεφαλή σου ἐπάνω εἰς τὸ σῶμα σου ὁμοιάζει σὰν τὸ ὄρος Κάρμηλον. Αἱ πλεξίδες τῆς κεφαλῆς σου ἀκτινοβολοῦν ὡσὰν πορφύρα καὶ αὐτὸς ὁ βασιλεύς, ὅταν διέρχεται ἐμπρός σου, εἶναι σὰν νὰ δένεται μὲ αὐτάς.
Τρεμπέλα
Ἡ κεφαλή σου ὀρθοῦται ἐπὶ σοῦ σὰν τὸ ὄρος Κάρμηλος, καὶ οἱ πλόκαμοι τῆς κεφαλῆς σου σὰν πορφύρα· βασιλεὺς εἶναι δεδεμένος διὰ γοητείας ἀπὸ αὐτούς. [Ἡ κεφαλή σου ῦψοῦται ἐπὶ τοῦ λοιποῦ σώματός σου σὰν τὸ ὄρος Κάρμηλος, καὶ τὰ μαλλιὰ τῆς κεφαλῆς σου, καθὼς ἔχουν πλεχθῆ, ὁμοιάζουν πρὸς πορφύραν. Στὶς πλεξοῦδες των καὶ βασιλεὺς ἀκόμη συναρπάζεται δεμένος. Αἱ σκέψεις καὶ τὰ φρονήματά σου, ὦ Νύμφη, εἶναι ὑψηλά, θεία καὶ οὐράνια, συναρπάζοντα τὰς ἡγεμονικὰς ψυχάς.]
Ἄσμα 7,7
τί ὡραιώθης καὶ τί ἡδύνθης ἀγάπη, ἐν τρυφαῖς σου;
Κολιτσάρα
Πόσον ὡραία γίνεσαι, ἀγάπη μου! Πόσον ἠδονικὴ εἰς τὰς τρυφερότητάς σου!
Τρεμπέλα
Πόσον ἔγινες ὡραία, καὶ πόσον κατέστης θελκτική, ὦ ἀγάπή μου, τερπνοτάτη! [Πόσον ἔγινες ὡραία καὶ πόσον θελκτικὴ κατέστης, ὦ ἀγάπη μου, διὰ τῶν τρυφῶν καὶ ἀπολαύσεών σου ἐν τῇ μετ’ ἐμοῦ πνευματικῇ κοινωνίᾳ!]
Ἄσμα 7,8
τοῦτο μέγεθός σου, ὡμοιώθης τῷ φοίνικι καὶ οἱ μαστοί σου τοῖς βότρυσιν.
Κολιτσάρα
Τὸ ἀνάστημά σου ὁμοιάζει μὲ φοίνικα καὶ οἱ μαστοί σου μὲ σταφύλια ἀμπέλου.
Τρεμπέλα
Τοιοῦτον τὸ ἀνάστημα σου, ὥστε ὁμοιάζει πρὸς φοίνικα καὶ οἱ μαστοί σου εἶναι ὅμοιοι πρὸς σταφυλάς (φοινικοβαλάνου). [Αὐτὸ εἶναι τὸ ἀνάστημά σου, ὑψηλὸν καὶ εὐλύγιστον. Ἔγινες ὁμοία πρὸς φοίνικα. Καὶ οἱ μαστοί σου, μὲ τοὺς ὁποίους τρέφεις πνευματικῶς τὰ πλήθη τῶν τέκνων σου, ὁμοιάζουν πρὸς σταφυλάς, ποὺ κρέμονται ὑψηλά, ὑπεράνω πάσης βεβήλου ἐπαφῆς.]
Ἄσμα 7,9
εἶπα· ἀναβήσομαι ἐπὶ τῷ φοίνικι, κρατήσω τῶν ὕψεων αὐτοῦ, καὶ ἔσονται δὴ μαστοί σου ὡς βότρυες τῆς ἀμπέλου καὶ ὀσμὴ ῥινός σου ὡς μῆλα
Κολιτσάρα
Εἶπα· θὰ ἀναβῶ ἐπάνω εἰς τὸν φοίνικα, θὰ φθάσω εἰς τὰ ὕψη αὐτοῦ, καὶ οἱ μαστοί σου θὰ εἶναι πλησίον μου ὡσὰν σταφύλια ἀμπέλου, καὶ ἡ εὐωδία τῆς ρινός σου ὡς εὐωδία μήλων.
Τρεμπέλα
Εἶπα: Θὰ ἀναβῶ εἰς τὸν φοίνικα· θὰ κρατηθῶ ἀπὸ τοὺς ἀνθισμένους κλάδους του, καὶ θὰ εἶναι οἱ μαστοί σου σὰν τὰς σταφυλὰς τῆς ἀμπέλου καὶ ἡ εὐωδία τῆς ρινός σου σὰν μῆλα. [Εἶπα: Θὰ ἀναβῶ ἐπὶ τοῦ φοίνικος· θὰ κρατήσω τοὺς ἀνθισμένους κλάδους του· καὶ θὰ εἶναι λοιπὸν οἱ μαστοί σου, διὰ τῶν ὁποίων ἐκτρέφεις τὰ τέκνα σου, ἐξ αἰτίας τῶν ἐξ ἐμοῦ λαμβανομένων ὑπὸ σοῦ χαρίτων, γλυκεῖς σὰν τὰς σταφυλὰς τῆς ἀμπέλου· καὶ ἡ ἀπὸ τῆς ρινός σου ἀποπνεομένη εὐωδία τῆς ἁγιότητος, τὴν ὁποίαν σοῦ μεταδίδει τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, εὐχάριστος καὶ ἀναληπτικὴ σὰν τὰ μῆλα.]
Ἄσμα 7,10
καὶ ὁ λάρυγξ σου ὡς οἶνος ὁ ἀγαθός, πορευόμενος τῷ ἀδελφιδῷ μου εἰς εὐθύτητα, ἱκανούμενος χείλεσί μου καὶ ὀδοῦσιν.
Κολιτσάρα
Ὁ γλυκύλαλος λάρυγξ σου ὡς ἐκλεκτὸς οἶνος, ὁ ὁποῖος, προσθέτει ἡ νύμφη, θὰ ρέῃ πρὸς τὸ στόμα τοῦ ἀγαπητοῦ μου κατ’ εὐθεῖαν, ἱκανὸς νὰ τὸν εὐφραίνῃ μὲ τὰ χείλη μου καὶ μὲ τοὺς ὀδόντας μου.
Τρεμπέλα
Καὶ ὁ οὐρανίσκος σου σὰν τὸν ἄριστον οἶνον. Ὁ ὁποῖος οἶνος πηγαίνει κατ’ εὐθεῖαν εἰς τὸν πολυαγαπημένον ἀδελφόν μου, καθιστάμενος εὐφραντικὸς διὰ τῶν χειλέων μου καὶ τῶν ὀδόντων μου. [Καὶ ὁ ἀπὸ τοῦ λάρυγγός σου ἐκπορευομενος διδασκαλικὸς λόγος εἶναι σὰν ὁ κάλιστος καὶ πιὸ εὐφραντικὸς οἶνος. Διακόπτουσα ἡ νύμφη συνεχίζει· ὁ ὁποῖος οἶνος πηγαίνει κατ’ εὐθεῖαν εἰς τὸν πολυαγαπημένον ἀδελφόν μου, καθιστάμενος ἱκανὸς νὰ τὸν εὐφραίνῃ διὰ τῶν χειλέων μου καὶ τῶν ὀδόντων μου.]
Ἄσμα 7,11
Ἐγὼ τῷ ἀδελφιδῷ μου, καὶ ἐπ’ ἐμὲ ἡ ἐπιστροφὴ αὐτοῦ.
Κολιτσάρα
Ἐγὼ ἀνήκω εἰς τὸν ἀγαπημένον μου ἀδελφὸν καὶ ἡ σφόδρα ἐπιθυμία ἐκείνου ἐπιστρέφει πρὸς ἐμέ.
Τρεμπέλα
Ἐγὼ ἀνήκω εἰς τὸν πολυαγαπημένον μου ἀδελφόν, καὶ πρὸς ἐμὲ ἐπιστρέφει ἡ ἀγάπη του. [Ἐγὼ ἀνήκω ἐξ ὁλοκλήρου εἰς τὸν ἀγαπημένον μου ἀδελφόν, καὶ ὁ σφοδρὸς τῆς ἀγάπης του πόθος πρὸς ἐμὲ ἐπιστρέφει.]
Ἄσμα 7,12
ἐλθέ, ἀδελφιδέ μου, ἐξέλθωμεν εἰς ἀγρόν, αὐλισθῶμεν ἐν κώμαις·
Κολιτσάρα
Ἔλα ἀγαπητέ μου, ἂς ἐξέλθωμεν εἰς τοὺς ἀγρούς, ἂς κατοικήσωμεν εἰς τὰς κώμας.
Τρεμπέλα
Ἐλθέ, ἀγαπημενέ μου ἀδελφέ· ἂς ἐξέλθωμεν εἰς τὸν ἀγρόν, ἂς περάσωμεν τὴν νύκτα εἰς τὰς κώμας. [Ἐλθέ, ἀγαπημενέ μου ἀδελφέ, νὰ ἐξέλθωμεν εἰς τὸν ἀγρόν, ποὺ συμβολίζει τὸν κόσμον· νὰ διανυκτερεύσωμεν εἰς τὰ χωρία, ποὺ συμβολίζουν τὰς ἀνὰ τὸν κόσμον τοπικὰς Ἐκκλησίας καὶ τὰς δεχθείσας τὸν λόγον τοῦ Εὐαγγελίου ψυχάς.]
Ἄσμα 7,13
ὀρθρίσωμεν εἰς ἀμπελῶνας, ἴδωμεν εἰ ἤνθησεν ἡ ἄμπελος, ἤνθησεν ὁ κυπρισμός, ἤνθησαν αἱ ῥοαί· ἐκεῖ δώσω τοὺς μαστούς μου σοί.
Κολιτσάρα
Πρωῒ ἂς ἐγερθῶμεν, διὰ νὰ περιπατήσωμεν εἰς τοὺς ἀμπελῶνας· νὰ ἴδωμεν, ἐὰν ἔχῃ ἀνθίσει ἡ ἄμπελος, ἂν ἔκαμαν τὴν ἐμφάνισίν των τὰ τρυφερὰ ἄνθη, ἂν ἄνθισαν οἱ ροδιές. Ἐκεῖ ἐγὼ θὰ δώσω εἰς σὲ ὅλους τοὺς ἐναγκαλισμούς μου, θὰ ἐκδηλώσω ὅλας τὰς ἁγνάς μου πρὸς σὲ διαθέσεις.
Τρεμπέλα
Ἂς ξημερωθῶμεν εἰς τὰ ἀμπέλια· ἂς ἴδωμεν ἐὰν ἐβλάστησεν ἡ ἄμπελος· ἐὰν ἄνθησαν τὰ νεαρὰ κλήματά της· ἐὰν ἔβγαλαν ἄνθη οἱ ροδιές. Ἐκεῖ θὰ ἐκδηλώσω τὸν ἔρωτά μου εἰς σέ. [Ἂς ξημερωθῶμεν εἰς τὰ ἀμπέλια· ἂς ἴδωμεν, ἐὰν ἐβλάστησεν ἡ ἄμπελος, ἐὰν ἄνθησαν τὰ νεαρὰ κλήματά της· ἐὰν ἔβγαλαν ἄνθη οἱ ῥοδιές. Ἐκεῖ θὰ ἐκδηλώσω τὰς πλέον θερμὰς καὶ ἁγνὰς διαθέσεις μου εἰς σέ.]
Ἄσμα 7,14
οἱ μανδραγόραι ἔδωκαν ὀσμήν, καὶ ἐπὶ θύραις ἡμῶν πάντα ἀκρόδρυα, νέα πρὸς παλαιά, ἀδελφιδέ μου, ἐτήρησά σοι.
Κολιτσάρα
Οἱ μανδραγόραι ἀναδίδουν τὴν εὐωδίαν των καὶ ἐπάνω ἀπὸ τὰς θύρας τῆς καλύβης μας κρέμονται διάφοροι ἐξαίρετοι καρποί, νέοι καὶ παλαιοί, τοὺς ὁποίους ἐγώ, ἀγαπημένε μου ἀδελφέ, ἐφύλαξα διὰ σέ.
Τρεμπέλα
Οἱ μανδραγόραι διαχύνουν εὐωδίαν, καὶ εἰς τὰς θύρας μας ὑπάρχουν παντὸς εἴδους ἐξαίρετοι καρποί, νέοι καὶ παλαιοί. Τοὺς ἐφύλαξα διὰ σέ, ἀγαπητέ μου ἀδελφέ. [Οἱ μανδραγόραι ἤρχισαν νὰ εὐωδιάζουν. Οἱ νεκρώσαντες τὰ πάθη διὰ τῆς εὐσεβοῦς διδασκαλίας ἀναδίδουν τὴν ἐκ τῶν ἀγαθῶν ἔργων εὐωδίαν. Καὶ εἰς τὰς θύρας τῆς καλύβης μας ὑπάρχουν ὅλοι οἱ ἐκλεκτοὶ καρποί, αὐτοὶ ποὺ μόλις πρὸ ὀλίγου ἔκοψα, καὶ ἄλλοι ποὺ κάπως παλαιότερον ἑτοίμασα. Διὰ σέ, ἀγαπημένε μου ἀδελφέ, τοὺς ἐφύλαξα.]
Κεφάλαιο 8
Ἄσμα 8,1
Τίς δῴη σε, ἀδελφιδέ μου, θηλάζοντα μαστοὺς μητρός σου; εὑροῦσά σε ἔξω φιλήσω σε, καί γε οὐκ ἐξουδενώσουσί μοι.
Κολιτσάρα
Καὶ ἂν ἤσουνα ἀδελφός μου ὁμογάλακτος, ποὺ θὰ ἐθήλαζες τοὺς μαστοὺς τῆς ἴδιας μητρός, καὶ σὲ εὕρισκα ἔξω, θὰ σὲ ἐφιλοῦσα καὶ κανεὶς δὲν θὰ μὲ κατηγοροῦσε δι’ αὐτό.
Τρεμπέλα
Ποῖος, πολυαγαπημένε μου, θὰ σὲ ἔδιδεν εἰς ἐμὲ ἀδελφόν, ποὺ νὰ ἐθήλαζες τοὺς μαστοὺς τῆς μητέρας μου; Θὰ σὲ εὔρισκα τότε ἔξω καὶ θὰ σὲ ἐφιλοῦσα δημοσίᾳ, καὶ δὲν θὰ μὲ περιεφρόνουν. [Ποῖος, πολυαγαπημένε μου, θὰ σὲ ἔδιδεν εἰς ἐμὲ ἀδελφόν, ὥστε νὰ εἶχες θηλάσει τοὺς ἰδίους μαστοὺς τῆς μητέρας μου, τοὺς ὁποίους ἐθήλασα καὶ ἐγώ; Τότε, ὅταν σὲ συναντοῦσα καὶ ἔξω, θὰ σὲ φιλοῦσα ἐλεύθερα καὶ μὲ ὅλην τὴν ἀγάπην μου ἐμπρὸς εἰς ὅλους, χωρὶς νὰ παρεξηγηθῶ καὶ νὰ περιφρονηθῶ ἀπὸ κανένα. (Εὐχὴ τῆς Συναγωγῆς πρὸ τῆς Ἐνανθρωπήσεως, ἐπιποθούσης τὴν ἔλευσιν τοῦ Μεσσίου καὶ τὴν ἐν πάσῃ οἰκειότητι ἀναστροφὴν μετ’ αὐτοῦ).]
Ἄσμα 8,2
παραλήψομαί σε, εἰσάξω σε εἰς οἶκον μητρός μου καὶ εἰς ταμιεῖον τῆς συλλαβούσης με· ποτιῶ σε ἀπὸ οἴνου τοῦ μυρεψικοῦ, ἀπὸ νάματος ῥοῶν μου.
Κολιτσάρα
Δὲν εἶμαι ὅμως ἀδελφή σου. Διὰ τοῦτο θὰ σὲ πάρω ὡς νυμφίον μου. Θὰ σὲ ὁδηγήσω εἰς τὸν οἶκον τῆς μητρός μου, εἰς τὸ ἐσωτερικώτερον δωμάτιον αὐτῆς, ἡ ὁποία μὲ συνέλαβε καὶ μὲ ἐγέννησεν. Ἐκεῖ θὰ σὲ ποτίζω μὲ εὐώδη οἶνον, μὲ τὸ νᾶμα ἀπὸ τὰ ρόϊδια μου.
Τρεμπέλα
Θὰ σὲ παρελάμβανα (Οἱ νεώτεροι τοὺς μέλλοντας «παραλήψωμαι», «εἰσάξω», «ποτιῶ», ἐκλαβάνουν εἰς χρόνον παρωχημένον ἀπραγματοποίητον. Ὡσαύτως καὶ τοὺς μέλλοντας τοῦ ἑπομένου στίχου) τότε καὶ θὰ σὲ εἰσῆγον εἰς τὸν οἶκον τῆς μητέρας μου καὶ εἰς τὸ ἰδιαίτερον δωμάτιον αὐτῆς, ποὺ μὲ συνέλαβε. Θὰ σὲ ἐπότιζα οἶνον εὐώδη, ποτὸν ροδιοῦ. [Ἀλλὰ καὶ τώρα θὰ σὲ παραλάβω ὡς Νυμφίον μου, θὰ σὲ εἰσαγάγω εἰς τὸν οἶκον τῆς μητέρας μου καὶ εἰς τὸ ἰδιαίτερον δωμάτιον αὐτῆς, ποὺ μὲ συνέλαβε καὶ μὲ ἐγέννησε· θὰ σοῦ προσφέρω νὰ πίῃς οἶνον εὐώδη καὶ μοσχάτον, ποτὸν κατεσκευασμένον ἀπὸ τὰ ρόδια μου, σύμβολα τῶν ἀρετῶν, τὰς ὁποίας πᾶσα ἀφωσιωμένη ψυχὴ ἔχει νὰ ἐπιδείξῃ εἰς τὸν Νυμφίον της. (Οἱ λόγοι οὗτοι ἀποτελοῦν καὶ ὑπόσχεσιν τῆς γνησίας Συναγωγῆς, ἥτις ἐτήρησε ταύτην, κατ’ ἀντίθεσιν πρὸς τοὺς ἀπιστήσαντας καὶ μὴ παραλαβόντας τὸν Μεσσίαν ὁμοεθνεῖς).]
Ἄσμα 8,3
εὐώνυμος αὐτοῦ ὑπὸ τὴν κεφαλήν μου, καὶ ἡ δεξιὰ αὐτοῦ περιλήψεταί με.
Κολιτσάρα
Ἐκεῖ τὸ ἀριστερὸ χέρι τοῦ ἀγαπητοῦ μου θὰ εὑρίσκεται κάτω ἀπὸ τὴν κεφαλήν μου καὶ τὸ δεξιό του θὰ μὲ ἐναγκαλίζεσαι.
Τρεμπέλα
Ἡ ἀριστερά του χεὶρ θὰ ἦτο ὑποκάτω τῆς κεφαλῆς μου καὶ ἡ δεξιά του χεὶρ θὰ μὲ περιέβαλλε. [Ἡ ἀριστερά του χεὶρ θὰ ἐκταθῇ ὑπὸ τὴν κεφαλήν μου καὶ ἡ δεξιά του χεὶρ θὰ μὲ ἐναγκαλισθῇ.]
Ἄσμα 8,4
ὥρκισα ὑμᾶς, θυγατέρες Ἱερουσαλήμ, ἐν ταῖς δυνάμεσι καὶ ἐν ταῖς ἰσχύσεσι τοῦ ἀγροῦ ἐὰν ἐγείρητε καὶ ἐὰν ἐξεγείρητε τὴν ἀγάπην, ἕως ἂν θελήσῃ.
Κολιτσάρα
Σᾶς ἐξορκίζω, θυγατέρες τῆς Ἱερουσαλήμ, εἰς τὰς δυνάμεις τῆς φύσεως, εἰς τὰς ὡραιότητας τοῦ ἀγροῦ, μὴ ἀνησυχήσετε, μὴ ἐξυπνήσετε τὴν ἀγάπην μου. Ἀφήσατέ την νὰ κοιμηθῇ ὅσον θέλει.
Τρεμπέλα
Σᾶς ἐξορκίζω, ὦ θυγατέρες Ἱερουσαλήμ, εἰς τὰς δορκάδας καὶ ἐλάφους [Ἑβραϊκόν] τοῦ ἀγροῦ νὰ μὴ ἀφυπνίσετε καὶ νὰ μὴ σηκώσετε τὴν ἀγάπην μου, ἕως ὅτου θελήσῃ νὰ κοιμηθῇ. [Σᾶς ἐξορκιζω, ὦ θυγατέρες τῆς Ἱερουσαλήμ, εἰς τὰς ἰσχυρὰς δυνάμεις, ποὺ συγκρατοῦν κατὰ τὸ θεῖον θέλημα τὸν κόσμον, νὰ μὴ ἐξυπνήσετε καὶ νὰ μὴ σηκώσετε τὴν ἀγάπην μου, ἀλλ’ ἀφήσατέ την νὰ κοιμηθῇ, ὅσην ὥραν θελήσῃ.]
Ἄσμα 8,5
Τίς αὕτη ἡ ἀναβαίνουσα λελευκανθισμένη, ἐπιστηριζομένη ἐπὶ τὸν ἀδελφιδὸν αὐτῆς; ὑπὸ μῆλον ἐξήγειρά σε· ἐκεῖ ὠδίνησέ σε ἡ μήτηρ σου, ἐκεῖ ὠδίνησέ σε ἡ τεκοῦσά σε.
Κολιτσάρα
Ποιὰ εἶναι αὐτὴ ποῦ ἀνεβαίνει ἀπὸ τὴν ἔρημον, στολισμένη σὰν μὲ ὁλόλευκα ἄνθη στηριζομένη εἰς τὸν ἀγαπητόν της; Κάτω ἀπὸ τὴν μηλιὰ σὲ ἐξύπνησα. Ἐκεῖ εὐρῆκαν τὴν μητέρα σου αἱ ὠδῖνες τοῦ τοκετοῦ. Ἐκεῖ ἔπιασαν πόνοι τοῦ τοκετοῦ ἐκείνην, ποὺ σὲ ἐγέννησε.
Τρεμπέλα
Ποία εἶναι αὐτή, ποὺ ἀναβαίνει ἀπὸ τῆς ἔρημου, στηριζομένη ἐπὶ τοῦ ἠγαπημένου της ἀδελφοῦ; (Ἐρωτᾷ ὁ χορὸς τῶν νεανίδων). Κάτω ἀπὸ τὸ δένδρον τῆς μηλέας κοιμωμένην σὲ ἐξύπνησα· (λέγει ὁ Νυμφίος πρὸς τὴν Νύμφην). Ἐκεῖ σὲ ἐγέννησεν ἡ μητέρα σου. Ἐκεῖ ἐπέρασε τοὺς πόνους τοῦ τοκετοῦ αὐτὴ ποὺ σὲ ἐγέννησε. [Ποία εἶναι αὐτή, ποὺ ἀναβαίνει μὲ ἀπαστράπτουσαν λευκότητα, στηριζομένη εἰς τὸν ἠγαπημένον ἀδελφόν της; Ἐρωτᾷ ἐν θαυμασμῷ ὁ χορὸς τῶν νεανίδων, ὁ συμβολίζων τὰς ἄνω δυνάμεις ἐκπληττομένας διὰ τὴν τοιαύτην ἐν ἀνθρώποις μεταβολήν. Ὑπὸ τὸ δένδρον τῆς μηλέας (σύμβολον τοῦ δένδρου τῆς παρακοῆς), ὅπου ἐκοιμᾶσο, σὲ ἐξύπνησα, λέγει ὁ Νυμφίος. Ἐκεῖ σὲ συνέλαβεν ἡ παραβᾶσα ἐν τῷ παραδείσῳ τὴν πρώτην ἐντολὴν Προμήτωρ. Καὶ ἐκεῖ, ἐπὶ τοῦ ξύλου τοῦ Σταυροῦ, σὲ ἀνέστησα ἀπὸ τὸν ζοφερὸν ὕπνον τοῦ θανάτου.]
Ἄσμα 8,6
θές με ὡς σφραγῖδα ἐπὶ τὴν καρδίαν σου, ὡς σφραγῖδα ἐπὶ τὸν βραχίονά σου· ὅτι κραταιὰ ὡς θάνατος ἀγάπη, σκληρὸς ὡς ᾅδης ζῆλος· περίπτερα αὐτῆς περίπτερα πυρός, φλόγες αὐτῆς·
Κολιτσάρα
Βάλε με ὡσὰν σφραγῖδα μέσα εἰς τὴν καρδιάν σου, διὰ νὰ μὲ αἰσθάνεσαι μαζῆ σου πάντοτε. Ὡσὰν σφραγῖδα εἰς τὸν βραχίονά σου, διὰ νὰ μὲ βλέπῃς. Διότι ἡ ἀγάπη εἶναι ἐξ ἴσου ἰσχυρά, ὅπως καὶ ὁ θάνατος. Ἡ φλόγα της ἀχόρταστη, ὅπως ἀχόρταστος εἶναι ὁ ᾅδης. Οἱ γύρω ἀκτινοβόλοι σπινθηρισμοί της ὡσὰν τὰ σπινθοβολήματα τοῦ πυρός. Αἱ φλόγες αὐτῆς ὡσὰν τὸ πῦρ.
Τρεμπέλα
Θέσε με σὰν σφραγῖδα εἰς τὴν καρδίαν σου, σὰν σφραγῖδα ἐπὶ τοῦ βραχίονός σου, ὥστε ὄχι μόνον νὰ μὲ αἰσθάνεσαι, ἄλλα καὶ νὰ μὲ βλέπῃς. Γιατὶ ἡ ἀγάπη εἶναι ἀκαταμάχητος σὰν τὸν θάνατον καὶ ἡ μέχρι ζηλοτυπίας ἀφοσίωσις εἶναι σκληρὰ σὰν τὸν ᾅδην. Οἱ σπίθες δέ, ποὺ σὰν πτερὰ ἐκτινάσσονται ἀπὸ τὴν ἀγάπην, εἶναι πύρινες καὶ φλόγες πυρός. (Κατὰ τοὺς νεωτέρους ὁμιλεῖ ἤδη ἡ Νύμφη). [Θέσε με σὰν σφραγῖδα εἰς τὴν καρδίαν σου. Ἡ πρὸς ἐμὲ ἀγάπη σου ἂς παραμένῃ βεβαία καὶ ἀμετάκλητος ὡς ἔγγραφον ὑποσχέσεως ἐπικυρωμένον διὰ σφραγῖδος ἀνεξαλείπτου. Βάλε με σὰν σφραγῖδα εἰς τὸν βραχίονά σου, ὥστε νὰ προβάλλεται αὕτη εἰς τοὺς ὀφθαλμοὺς ὅλων. Διότι ἡ ἀγάπη εἶναι ἰσχυρὰ καὶ ἀκαταμάχητος σὰν τὸν θάνατον, καὶ ἡ ἐκ τῆς ἀγάπης ζηλοτυπία εἶναι σκληρὰ σὰν τὸν ᾅδην. Πρὸς τὰ δεινὰ τοῦ θανάτου μόνον παραβάλλονται τὰ ὅσα ὑποφέρει ἡ ψυχή, ποὺ ἠγάπησε καὶ χωρίζεται ἀπὸ τὸν ἀγαπημένον της. Οἱ σπίθες δέ, ποὺ σὰν πτερὰ ἐκτινάσσονται ἀπὸ τὴν ἀγάπην, εἶναι πτερὰ πύρινα καὶ φλόγες πυρός.]
Ἄσμα 8,7
ὕδωρ πολὺ οὐ δυνήσεται σβέσαι τὴν ἀγάπην, καὶ ποταμοὶ οὐ συγκλύσουσιν αὐτήν. ἐὰν δῷ ἀνὴρ πάντα τὸν βίον αὐτοῦ ἐν τῇ ἀγάπῃ, ἐξουδενώσει ἐξουδενώσουσιν αὐτόν.
Κολιτσάρα
Ὅσον πολὺ καὶ ἂν εἶναι τὸ νερό, δὲν ἠμπορεῖ νὰ σβήσῃ τὴν φλόγα τῆς ἀγάπης. Καὶ αὐτοὶ ἀκόμα οἱ ποταμοὶ δὲν μποροῦν νὰ τὴν πλημυρίσουν καὶ νὰ τὴν πνίξουν. Ἐὰν πλημμυρισμένος ἀπὸ ἀγάπην ὁ ἄνδρας δώσῃ ὅλην τὴν περιουσίαν του, διὰ νὰ τὴν ἐξαγοράσῃ, θὰ τὸν ἐλεινολογήσουν καὶ θὰ τὸν ἐξευτελίσουν οἱ ἄλλοι. Διότι ἡ ἀγάπη δὲν ἀγοράζεται.
Τρεμπέλα
Νερὸ πολὺ δὲν ἠμπορεῖ νὰ σβήσῃ τὴν ἀγάπην, καὶ ὁλόκληροι ποταμοὶ δὲν θὰ τὴν καταπνίξουν. Ἐὰν κάποιος δώσῃ ὁλόκληρον τὴν περιουσίαν του (πρὸς ἑξαγορὰν αὐτῆς), θὰ τὸν ἐξουδενώσουν διὰ καταφρονήσεως μεγάλης. [Νερὸ πολὺ δὲν δύναται νὰ σβήσῃ τὴν ἀγάπην. Καὶ ποταμοὶ δὲν θὰ τὴν πλημμυρήσουν καὶ δὲν θὰ τὴν καταπνίξουν. Καὶ οἰοσδήποτε κατακλυσμὸς δεινῶν καὶ διωγμῶν δὲν ἠμπορεῖ νὰ ψυχράνῃ ἢ νὰ μειώσῃ τὴν ἀγάπην. Ἡ ἀγάπη δὲν ἀγοράζεται μὲ χρήματα. Καὶ ἐὰν κάποιος δώσῃ τὴν περιουσίαν του ὁλόκληρον διὰ νὰ ἑξαγοράσῃ τὴν ἀγάπην, μὲ ἐσχάτην καταφρόνησιν θὰ τὸν περιφρονήσουν.]
Ἄσμα 8,8
ἀδελφὴ ἡμῶν μικρὰ καὶ μαστοὺς οὐκ ἔχει· τί ποιήσωμεν τῇ ἀδελφῇ ἡμῶν ἐν ἡμέρᾳ, ᾗ ἐὰν λαληθῇ ἐν αὐτῇ;
Κολιτσάρα
Οἱ ἀδελφοὶ τῆς νύμφης ἔλεγαν κάποτε δι’ αὐτήν· ἡ ἀδελφή μας εἶναι μικρή, μαστοὺς δὲν ἔχει. Τί θὰ κάνωμεν διὰ τὴν ἀδελφήν μας κατὰ τὴν ἡμέραν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἤθελε γίνει λόγος εἰς αὐτὴν διὰ γάμον;
Τρεμπέλα
Ἡ ἀδελφή μας εἶναι μικρὰ καὶ δὲν ἔχει ἀκόμη μαστούς. Τί θὰ κάμωμεν διὰ τὴν ἀδελφήν μας κατὰ τὴν ἡμέραν, ποὺ θὰ γίνῃ λόγος γάμου δι’ αὐτήν; [Ἡ ἀδελφή μας εἶναι ἀνήλικος καὶ ἄωρος διὰ γάμον, ἀφοῦ δὲν ἔχει ἀκόμη μαστούς, λέγουν οἱ ἀδελφοὶ τῆς Νύμφης. Τί θὰ κάμωμεν διὰ τὴν ἀδελφήν μας κατὰ τὴν ἡμέραν, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ γίνῃ λόγος γάμου περὶ αὐτῆς;]
Ἄσμα 8,9
εἰ τεῖχός ἐστιν, οἰκοδομήσωμεν ἐπ’ αὐτὴν ἐπάλξεις ἀργυρᾶς· καὶ εἰ θύρα ἐστί, διαγράψωμεν ἐπ’ αὐτὴν σανίδα κεδρίνην.
Κολιτσάρα
Ἐὰν αὐτὴ φανῇ εἰς τοὺς πειρασμοὺς ὡς τεῖχος ἀπόρθητον, θὰ οἰκοδομήσωμεν ἐπάνω εἰς αὐτὴν ἀργυρᾶς ἐπάλξεις πρὸς βράβευσίν της. Ἐὰν ὅμὼς φανῇ ὡς ἀνοικτὴ θύρα διὰ τὸν οἰονδήποτε, θὰ τὴν περικλείσωμεν καὶ θὰ τὴν περιορίσωμεν μὲ σανίδας κέδρου.
Τρεμπέλα
Ἐὰν εἶναι τεῖχος, θὰ οἰκοδομήσωμεν ἐπ’ αὐτῆς φραγμὸν ἐξ ἀργύρου, καὶ ἐὰν ἀποδειχθῇ θύρα ἀνοικτή, θὰ τὴν ἐμφράξωμεν μὲ σανίδας ἀπὸ κέδρον. [Ἐὰν αὕτη ἀποδειχθῇ εἰς τὰς προσβολὰς καὶ τοὺς πειρασμοὺς ὅτι εἶναι τεῖχος, λέγουν οἱ ἀδελφοὶ τῆς Νύμφης, θὰ οἰκοδομήσωμεν ἐπ’ αὐτῆς ἐπάλξεις ἀργυρᾶς εἰς ἐπιβράβευσιν τῆς σωφροσύνης της καὶ κατοχύρωσιν τῆς ἀρετῆς της. Ἐὰν φανῇ ὅτι εἶναι θύρα ἀνοικτή, ὥστε ἐλευθέρα νὰ εἰσέρχεται οἱοσδήποτε εἰς αὐτήν, θὰ τὴν κλείσωμεν μὲ σανίδας ἀπὸ κέδρον.]
Ἄσμα 8,10
ἐγὼ τεῖχος, καὶ μαστοί μου ὡς πύργοι· ἐγὼ ἤμην ἐν ὀφθαλμοῖς αὐτῶν ὡς εὑρίσκουσα εἰρήνην.
Κολιτσάρα
Ἐγὼ πράγματι ὑπῆρξα τεῖχος ἀπόρθητον καὶ οἱ μαστοί μου ὡσὰν πύργοι ἀπλησίαστοι. Ἔτσι ἐγὼ ἤμουνα ἄσπιλος καὶ ἡρωϊκὴ ἐνώπιον τῶν ἀδελφῶν μου καὶ ἐνώπιον τοῦ Σολομῶντος. Καὶ διὰ τοῦτο εὑρῆκα τώρα τὴν εἰρήνην καὶ τὴν χαρὰν κοντὰ εἰς τὸν νυμφίον μου.
Τρεμπέλα
Ἐγὼ εἶμαι τεῖχος, ἀπαντᾷ ἡ Νύμφη· καὶ οἱ μαστοί μου σὰν πύργοι· ἐγὼ ὑπῆρξα ἐνώπιον αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι μὲ ἐπείρασαν, ὡς νικήσασα καὶ ἐπιτυγχάνουσα εἰρήνην μετ’ αὐτῶν. [Ἐγὼ εἶμαι τεῖχος ἀπόρθητον καὶ οἱ μαστοί μου σὰν πύργοι, ποὺ δὲν πλησιάζονται. Καὶ ἀφ’ ὅτου μὲ ἐγνώρισεν ὁ Νυμφίος, ηὗρα χάριν καὶ εἰρήνην εἰς τοὺς ὀφθαλμούς του.]
Ἄσμα 8,11
ἀμπελὼν ἐγενήθη τῷ Σαλωμὼν ἐν Βεελαμών· ἔδωκε τὸν ἀμπελῶνα αὐτοῦ τοῖς τηροῦσιν, ἀνὴρ οἴσει ἐν καρπῷ αὐτοῦ χιλίους ἀργυρίου.
Κολιτσάρα
Ἄμπελον ἀπέκτησεν ὁ Σολομὼν εἰς Βεελαμὼν καὶ παρέδωκεν αὐτὴν εἰς τοὺς φύλακας καὶ τοὺς ἀμπελουργούς. Κάθε ἀμπελουργὸς θὰ δίδῃ εἰς τὸν Σολομῶντα ἀπὸ τοὺς καρποὺς τοῦ ἀμπελῶνος χιλίους ἀργυροῦς σίκλους.
Τρεμπέλα
Ἀμπελῶνα εἶχεν ὁ Σολομὼν ἐν Βάαλ χαμών. Ἔδωκε τὸν ἀμπελῶνα του εἰς τοὺς ἐπιστάτας καὶ φύλακας. Ὁ καθένας των θὰ ἔφερε διὰ τὸν καρπὸν αὐτοῦ χιλίους σίκλους ἀργυροῦς (περίπου τετρακισχιλίας χρυσᾶς δραχμάς). [Ἄμπελον ἐκτεταμένην ἀπέκτησεν ὁ ὑπὸ τοῦ Σολομῶντος συμβολιζόμενος Νυμφίος εἰς Βεελαμών (ἄγνωστον τοποθεσίαν σημαίνουσαν τὰ ἔθνη πάντα). Παρέδωκε δὲ τὸν ἀμπελῶνα τοῦτον εἰς ἀμπελουργοὺς διὰ νὰ τὸν φυλάττουν, μὲ τὴν ὑποχρέωσιν ὁ καθένας των νὰ φέρῃ εἰς τὸν Σολομῶντα χιλίους ἀργύρους σίκλους διὰ τοὺς καρπούς του. (Παρέδωκε δηλαδὴ τὴν ἐπὶ γῆς Ἐκκλησίαν του εἰς τοὺς Ἀποστόλους καὶ τοὺς διαδόχους των, διὰ νὰ τὴν φυλάττουν ἀπὸ τοὺς αἱρετικοὺς καὶ λοιποὺς ἐπιβούλους της)·]
Ἄσμα 8,12
ἀμπελών μου ἐμὸς ἐνώπιόν μου· οἱ χίλιοι Σαλωμὼν καὶ οἱ διακόσιοι τοῖς τηροῦσι τὸν καρπὸν αὐτοῦ.
Κολιτσάρα
Ὁ ἰδικός μου ὅμως ἀμπελὼν εἶναι πάντοτε ἐνώπιόν μου. Ἂς ἔχῃ ὁ Σολομὼν τοὺς χιλίους ἀργυροῦς σίκλους καὶ αὐτοὶ ποὺ καλλιεργοῦν τὸ ἀμπέλι, ἂς κρατοῦν διὰ τὸν ἑαυτό των τοὺς διακοσίους σίκλους. Δι’ ἐμὲ εἶναι ἀρκετὸς ὁ νυμφίος μου.
Τρεμπέλα
Ὁ ἰδικός μου ἀμπελὼν εἶναι ἐμπρός μου καὶ ἐγὼ φυλάττω αὐτόν. Οἱ χίλιοι σίκλοι ἂς εἶναι διὰ σέ, ὦ Σολομών. Καὶ οἱ διακόσιοι ἂς εἶναι δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι φυλάττουν τὸν καρπόν του. [Ὁ ἰδικός μου ἀμπελὼν εἶναι ἐμπρός μου, λέγει ἡ Νύμφη. Καὶ ἐγὼ φυλάττω αὐτόν, προσθέτει ὁ Νυμφίος. Καὶ ἡ Νύμφη ἀνταποκρινομένη προσθέτει: Οἱ χίλιοι σίκλοι ἀνήκουν εἰς Σέ, τὸν Ἄρχοντα τῆς εἰρήνης, τὸν ὁποῖον προεικόνισεν ὁ Σολομών. Καὶ οἱ διακόσιοι σίκλοι εἰς τοὺς καλλιεργητὰς καὶ φύλακας τοῦ καρποῦ.]
Ἄσμα 8,13
ὁ καθήμενος ἐν κήποις, ἑταῖροι προσέχοντες τῇ φωνῇ σου· ἀκούτισόν με·
Κολιτσάρα
Σύ, ποὺ ἀναπαύεσαι εἰς τοὺς κήπους, ψάλε. Φίλοι, προσέξατε τὸ ᾆσμα τοῦ καθήμενου εἰς τοὺς κήπους. Ψάλε διὰ νὰ ἀκούσω καὶ ἐγὼ τὴν φωνήν σου.
Τρεμπέλα
Ὦ σύ, ποὺ κάθησαι εἰς τοὺς κήπους· οἱ σύντροφοι καὶ φίλοι εὑρίσκονται ἐδῶ προσέχοντες νὰ ἀκούσουν τὴν φωνήν σου· ψάλλε νὰ σὲ ἀκούσω. [Σύ, ποὺ κάθησαι εἰς τοὺς κήπους, προτρέπει ὁ Νυμφίος τὴν Νύμφην, οἱ φίλοι, ποὺ παρευρίσκονται ἐδῶ διὰ τοὺς γάμους μας, περιμένουν προσέχοντες νὰ ἀκούσουν τὴν φωνήν σου. Ψάλλε, διὰ νὰ τὴν ἀκούσω καὶ ἐγώ.]
Ἄσμα 8,14
φύγε, ἀδελφιδέ μου, καὶ ὁμοιώθητι τῇ δορκάδι ἢ τῷ νεβρῷ τῶν ἐλάφων ἐπὶ ὄρη τῶν ἀρωμάτων.
Κολιτσάρα
Καὶ ἡ νύμφη ψάλλει. Ζαρκάδι γίνε, ἐλαφάκι γίνε. Τρέξε, ἀγαπημένε μου ἀδελφέ, εἰς τὰ βουνά, ὅπου μοσχομυρίζει ὁ ἀέρας. Καὶ ἐγὼ μαζῆ σου.
Τρεμπέλα
Φύγε, ἀγαπημένε μου ἀδελφέ. Καὶ γενοῦ ὅμοιος ὁμοιώθητι τῇ δορκάδα ἢ πρὸς τὸ ἐλαφόπουλο, καὶ ἐπάνελθε εἰς τὰ ὄρη τῶν ἀρωμάτων. [Φύγε, ἀγαπημενέ μου ἀδελφέ, καὶ γενοῦ ὅμοιος πρὸς τὴν δορκάδα ἢ πρὸς τὸ νεαρὸν τέκνον τῶν ἐλάφων· φύγε γρήγορα εἰς τὰ ὄρη τῶν ἀρωμάτων, ἀπὸ τὰ ὁποῖα κατέβης ἐνανθρωπήσας.]