Ἐκκλησιαστής

Κεφάλαιο 1

Ἐκκλ. 1,1

Ῥήματα ἐκκλησιαστοῦ υἱοῦ Δαυῒδ βασιλέως Ἰσραὴλ ἐν Ἱερουσαλήμ.

Κολιτσάρα

Λόγοι τοῦ Σολομῶντος, υἱοῦ τοῦ Δαυῒδ βασιλέως τοῦ ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ μὲ πρωτεύουσαν τὴν Ἱερουσαλήμ, ὁ ὁποῖος Σολομὼν ἐκλήθη Ἐκκλησιαστής, διότι εἶχε συγκαλέσει εἰς ἠθικοθρησκευτικὴν συγκέντρωσιν τοὺς Ἰσραηλίτας.

Τρεμπέλα

Ὅσα γράφονται εἰς τὸ βιβλίον αὐτό, εἶναι λόγια τοῦ Ἐκκλησιαστοῦ, δηλαδὴ τοῦ Σολομῶντος, ὁ ὁποῖος ἐκάλεσε τὸν Ἰσραηλιτικὸν λαὸν εἰς θρησκευτικὴν συνάθροισιν διὰ νὰ τοῦ ὁμιλήσῃ. Ἦτο δὲ ὁ Σολομὼν παιδὶ τοῦ δοξασμένου Δαβὶδ καὶ διετέλεσε βασιλεὺς τοῦ Ἰσραηλιτικοῦ ἔθνους εἰς τὴν Ἱερουσαλήμ.

Ἐκκλ. 1,2

Ματαιότης ματαιοτήτων, εἶπεν ὁ ἐκκλησιαστής, ματαιότης ματαιοτήτων, τὰ πάντα ματαιότης.

Κολιτσάρα

Ἐντελῶς, μάταια καὶ ἀνωφελῆ, εἶπεν ὁ Ἐκκλησιαστής, ὅτι εἶναι ὅλα ὅσα δὲν σχετίζονται μὲ τὸν Θεὸν καὶ τὸ θέλημά του. Ματαιότης ματαιοτήτων, ὅλα ἀνεξαιρέτως τὰ ἐπίγεια εἶναι μάταια.

Τρεμπέλα

Ὅλα, ὅσα δὲν ἔχουν σχέσιν μὲ τὸν Θεὸν καὶ τὴν ψυχήν, εἶναι μάταια εἰς τὸν ὕψιστον βαθμόν, λέγει ὁ Ἐκκλησιαστής. Αὐτὸς τὰ ἀπήλαυσεν ὅλα καὶ τώρα ὁμιλεῖ ὡς βασιλεὺς καὶ κῆρυξ καὶ ἐξ ὀνόματος τοῦ Θεοῦ. Ὅλα τὰ ἐπίγεια ἀνεξαιρέτως εἶναι μάταια.

Ἐκκλ. 1,3

τίς περισσεία τῷ ἀνθρώπῳ ἐν παντὶ μόχθῳ αὐτοῦ, ᾧ μοχθεῖ ὑπὸ τὸν ἥλιον;

Κολιτσάρα

Ποῖον κέρδος καὶ ποία ὠφέλεια ἀπομένει εἰς τὸν ἄνθρωπον ὕστερα ἀπὸ τὸν μεγάλον μόχθον, τὸν ὁποῖον καταβάλλει καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τῆς ἐπιγείου ζωῆς του;

Τρεμπέλα

Ποῖον εἶναι τὸ κέρδος τοῦ ἀνθρώπου ἔπειτα ἀπὸ τὴν ἀγωνιώδη μέριμναν καὶ τοὺς κόπους, ποὺ καταβάλλει διὰ τὴν ὕλην ἐδῶ εἰς τὴν γῆν κάτω ἀπὸ τὸν ἥλιον; Κανὲν ἢ προσωρινόν.

Ἐκκλ. 1,4

γενεὰ πορεύεται καὶ γενεὰ ἔρχεται, καὶ ἡ γῆ εἰς τὸν αἰῶνα ἕστηκε.

Κολιτσάρα

Ἡ μία ἀνθρωπίνη γενεὰ πορεύεται καὶ φεύγει, ἄλλη δὲ ἔρχεται καὶ τὴν διαδέχεται. Ἡ γῆ ὅμως ὡσὰν εἰς αἰώνια θεμέλια ἐστηριγμένη μένει πάντοτε.

Τρεμπέλα

Μία γενεὰ ἀνθρώπων φεύγει καὶ ἄλλη γενεὰ ἔρχεται εἰς τὴν θέσιν της, διὰ να τὴν ἀντικαταστήσῃ, ἡ γῆ ὅμως ἐξακολουθεῖ νὰ ὑπάρχῃ αἰωνίως.

Ἐκκλ. 1,5

καὶ ἀνατέλλει ὁ ἥλιος καὶ δύνει ὁ ἥλιος καὶ εἰς τὸν τόπον αὐτοῦ ἕλκει.

Κολιτσάρα

Ὁ ἥλιος ἀνατέλλει, ὁ ἥλιος δύει καὶ πάλιν ἐπανέρχεται εἰς τὸν τόπον, ἀπὸ τὸν ὁποῖον ἀνέτειλεν, ὡς ἐὰν κάποια δύναμις τὸν ἑλκύῃ.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ ἥλιος ἀνατέλλει καὶ βασιλεύει ὁ ἥλιος καὶ κατευθύνεται εἰς τὸν τόπον, ἀπὸ τὸν ὁποῖον ἀνέτειλεν.

Ἐκκλ. 1,6

αὐτὸς ἀνατέλλων ἐκεῖ πορεύεται πρὸς νότον καὶ κυκλοῖ πρὸς βορρᾶν· κυκλοῖ κυκλῶν, πορεύεται τὸ πνεῦμα, καὶ ἐπὶ κύκλους αὐτοῦ ἐπιστρέφει τὸ πνεῦμα.

Κολιτσάρα

Ὁ ἥλιος ἀνατέλλει ἐκεῖ πρὸς τὰ βορειοανατολικὰ καὶ διαγράφων τὰς κυκλικὰς τροχιάς του προχωρεῖ πρὸς τὸν νότον καὶ πάλιν ἐπανέρχεται εἰς τὴν βορειοανατολικὴν περιοχήν. Ὁ ἄνεμος ἐπίσης διαγράφει κύκλους ἐν τῇ πορείᾳ του. Διανύει ταχέως τὸν δρόμον του καὶ ἐπανέρχεται πάλιν εἰς τοὺς κύκλους του.

Τρεμπέλα

Αὐτὸς ὁ ἥλιος, ἀφοῦ ἀνατείλῃ ἐκεῖ εἰς τὸ βορειοανατολικὸν μέρος, κατεβαίνει εἰς τὸ νοτιοδυτικὸν καί, ἀφοῦ διαγράψῃ κύκλους, ξαναγυρίζει εἰς τὸ βόρειον μέρος. Καὶ ὁ ἄνεμος μὲ κύκλους πολλοὺς κάμνει τάχιστα τὸν δρόμον του καὶ γυρίζει πάλιν εἰς τοὺς κύκλους του.

Ἐκκλ. 1,7

πάντες οἱ χείμαρροι πορεύονται εἰς τὴν θάλασσαν, καὶ ἡ θάλασσα οὐκ ἔστιν ἐμπιπλαμένη· εἰς τὸν τόπον, οὗ οἱ χείμαρροι πορεύονται, ἐκεῖ αὐτοὶ ἐπιστρέφουσι τοῦ πορευθῆναι.

Κολιτσάρα

Ὅλοι οἱ ποταμοὶ χύνονται εἰς τὴν θάλασσαν καὶ ἡ θάλασσα ποτὲ δὲν γεμίζει. Μὲ τὴν ἐξάτμισιν δὲ καὶ τὴν βροχὴν οἱ ποταμοὶ ἐπανέρχονται εἰς τὸν τόπον, ἀπὸ τὸν ὁποῖον πηγάζουν. Ἐκεῖ πάλιν γυρίζουν.

Τρεμπέλα

Ὅλοι οἱ ποταμοὶ πηγαίνουν εἰς τὴν θάλασσαν, καὶ ἡ θάλασσα δὲν ἔχει γεμίσει. Εἰς τὸν τόπον, ἀπὸ τὸν ὁποῖον οἱ ποταμοὶ πηγάζουν, ἐκεῖ γυρίζουν πάλιν.

Ἐκκλ. 1,8

πάντες οἱ λόγοι ἔγκοποι· οὐ δυνήσεται ἀνὴρ τοῦ λαλεῖν, καὶ οὐ πλησθήσεται ὀφθαλμὸς τοῦ ὁρᾶν, καὶ οὐ πληρωθήσεται οὖς ἀπὸ ἀκροάσεως.

Κολιτσάρα

Ὅλα τὰ λόγια τῶν ἀνθρώπων προκαλοῦν κόπωσιν καὶ ἀνίαν. Ὁ ἄνθρωπος δὲν ἠμπορεῖ νὰ εὕρῃ ἰκανοποίησιν καὶ ἀνάπαυσιν οὔτε εἰς τὰ ἰδικά του οὔτε εἰς τῶν ἄλλων τὰ λόγια. Τὸ μάτι δὲν χορταίνει νὰ βλέπῃ καὶ τὸ αὐτὶ δὲν γεμίζει ποτέ, ὅσα καὶ ἂν ἀκούσῃ.

Τρεμπέλα

Ὅλα τὰ λόγια, ὅσα θὰ εἴπουν οἱ ἄνθρωποι, προκαλοῦν κούρασιν καὶ ὁ ἄνθρωπος δὲν ἰκανοποιεῖται ἀπὸ τὴν φλυαρίαν του, τὸ μάτι δὲν χορταίνει νὰ βλέπῃ καὶ τὸ αὐτὶ δὲν γεμίζει ποτέ, ὅσα καὶ ἂν ἀκούῃ.

Ἐκκλ. 1,9

τί τὸ γεγονός; αὐτὸ τὸ γενησόμενον· καὶ τί τὸ πεποιημένον; αὐτὸ τὸ ποιηθησόμενον· καὶ οὐκ ἔστι πᾶν πρόσφατον ὑπὸ τὸν ἥλιον.

Κολιτσάρα

Ποῖον εἶναι αὐτὸ ποὺ ἔχει ἤδη γίνει ἐν τῇ ροῇ τοῦ χρόνου; Αὐτὸ τὸ γεγονὸς θὰ γίνῃ καὶ εἰς τὸ μέλλον. Ποιὸ εἶναι αὐτό, ποὺ ἔχει πραγματοποιηθῆ καὶ λάβει ὕπαρξιν; Αὐτὸ θὰ πραγματοποιηθῇ καὶ εἰς τὸ μέλλον. Τίποτε τὸ νέον δὲν ὑπάρχει κάτω ἀπὸ τὸν ἥλιον.

Τρεμπέλα

Τί ἔχει γίνει; Αὐτὸ θὰ ξαναγίνη· καὶ τί συνέβη εἰς τὸ παρελθόν; Αὐτὸ θὰ συμβῇ καὶ πάλιν. Δὲν ὑπάρχει τίποτε τὸ νέον κάτω ἀπὸ τὸν ἥλιον.

Ἐκκλ. 1,10

ὃς λαλήσει καὶ ἐρεῖ· ἰδὲ τοῦτο κενόν ἐστιν, ἤδη γέγονεν ἐν τοῖς αἰῶσι τοῖς γενομένοις ἀπὸ ἔμπροσθεν ἡμῶν.

Κολιτσάρα

Εἰς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος θὰ εἴπῃ· «ἰδοὺ αὐτὸ εἶναι νέον», θὰ τοῦ δοθῇ ἀπάντησις· «αὐτὸ ἔχει ἤδη γίνει κατὰ τοὺς παρελθόντος αἰῶνας εἰς τὰς γενεάς, αἱ ὁποῖαι ὑπῆρξαν καὶ ἔζησαν πρὸ ἡμῶν».

Τρεμπέλα

ὅποιος θὰ ὁμιλήσῃ καὶ θὰ εἴπῃ· κύτταξε, αὐτὸ εἶναι νέον. Μόλις εἴπῃ κάτι τέτοιο, θὰ λάβῃ τὴν ἀπάντησιν, ὅτι αὐτὸ ἔχει ἤδη γίνει εἰς τοὺς προηγηθέντας ἀπὸ ἡμᾶς αἰῶνας.

Ἐκκλ. 1,11

οὐκ ἔστι μνήμη τοῖς πρώτοις, καί γε τοῖς ἐσχάτοις γενομένοις οὐκ ἔσται αὐτῶν μνήμη μετὰ τῶν γενησομένων εἰς τὴν ἐσχάτην.

Κολιτσάρα

Τὰ παρελθόντα γεγονότα λησμονοῦνται, ἀλλὰ καὶ διὰ τὰ πρόσφατα δὲν θὰ ὑπάρχῃ ἀνάμνησις· ὅπως ἐπίσης καὶ δι’ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θὰ συμβοῦν εἰς τὸ ἀπώτερον μέλλον.

Τρεμπέλα

Τὰ περασμένα λησμονοῦνται, ἀλλὰ καὶ διὰ τὰ τελευταῖα δὲν θὰ ὑπάρχῃ ἀνάμνησις, ὅπως ἐπίσης καὶ δι’ ἐκεῖνα ποὺ θὰ συμβοῦν εἰς τὸ μακρινὸν μέλλον.

Ἐκκλ. 1,12

Ἐγὼ ἐκκλησιαστὴς ἐγενόμην βασιλεὺς ἐπὶ Ἰσραὴλ ἐν Ἱερουσαλήμ·

Κολιτσάρα

Ἐγώ, ὁ Ἐκκλησιαστής, ἔγινα βασιλεὺς εἰς τὸν λαὸν τοῦ Ἰσραήλ μὲ πρωτεύουσαν τὴν Ἱερουσαλήμ.

Τρεμπέλα

Ἐγὼ ὁ Ἐκκλησιαστὴς ἔγινα βασιλεὺς ὅλου τοῦ Ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ εἰς τὴν Ἱερουσαλήμ.

Ἐκκλ. 1,13

καὶ ἔδωκα τὴν καρδίαν μου τοῦ ἐκζητῆσαι καὶ τοῦ κατασκέψασθαι ἐν τῇ σοφίᾳ περὶ πάντων τῶν γινομένων ὑπὸ τὸν οὐρανόν· ὅτι περισπασμὸν πονηρὸν ἔδωκεν ὁ Θεὸς τοῖς υἱοῖς τῶν ἀνθρώπων τοῦ περισπάσθαι ἐν αὐτῷ.

Κολιτσάρα

Ἐπεδόθην μὲ ὅλην μου τὴν ψυχὴν καὶ τὴν διάνοιαν νὰ ἐρευνήσω κατὰ βάθος μὲ τὴν σοφίαν μου καὶ νὰ γνωρίσω ὅλα τὰ ἐπίγεια, ὅσα ἔγιναν καὶ γίνονται ὑπὸ τὸν οὐρανόν. Καὶ τὸ συμπέρασμά μου εἶναι, ὅτι ὁ Θεὸς παρεχώρησε μεγάλην καταπόνησιν καὶ ταλαιπωρίαν εἰς τοὺς ἀνθρώπους, ὥστε νὰ καταπονοῦνται αὐτοὶ εἰς τὰς ἀσχολίας των.

Τρεμπέλα

Καὶ ἔστρεψα τὴν προσοχήν μου νὰ ἐρευνήσω βαθιὰ καὶ νὰ κατανοήσω λεπτομερῶς μὲ τὴν σοφίαν μου ὅλα τὰ ἐπίγεια, ὅσα ἔγιναν κάτω ἀπὸ τὸν οὐρανὸν καὶ τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι ὅτι ὁ Θεὸς ἔδωκε κοπιαστικὴν καὶ βασανιστικὴν ἀπασχόλησιν εἰς τοὺς ἀνθρώπους, νὰ βασανίζωνται καὶ νὰ ματαιοπονοῦν μὲ αὐτά.

Ἐκκλ. 1,14

εἶδον σὺν πάντα τὰ ποιήματα τὰ πεποιημένα ὑπὸ τὸν ἥλιον, καὶ ἰδοὺ τὰ πάντα ματαιότης καὶ προαίρεσις πνεύματος.

Κολιτσάρα

Ἠρεύνησα λοιπὸν ἐγὼ ὅλα τὰ ἔργα, ποὺ ἔχουν γίνει εἰς τὴν γῆν κάτω ἀπὸ τὸν ἥλιον. Καὶ ἰδοὺ ὅτι ὅλα αὐτὰ εἶναι ματαιότης, κυνηγητὸ ἀνέμου καὶ ματαιοπονία.

Τρεμπέλα

Ἐρεύνησα καὶ ἐξήτασα ἐγὼ ὅλα τὰ ἔργα, ποὺ ἔχουν γίνει κάτω ἀπὸ τὸν ἥλιον. Καὶ ἰδοὺ ὅλα εἶναι ματαιότης, ἀεροκυνήγημα καὶ ματαιοπονία.

Ἐκκλ. 1,15

διεστραμμένον οὐ δυνήσεται ἐπικοσμηθῆναι, καὶ ὑστέρημα οὐ δυνήσεται ἀριθμηθῆναι.

Κολιτσάρα

Τὸ στραβὸ καὶ ἀνάποδο δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ εὐθυτενὲς καὶ ὡραῖον. Αἱ δὲ ἀτέλειαι καὶ ἐλλείψεις εἶναι τόσον μεγάλαι, ὥστε δὲν ἠμποροῦν νὰ ὑπολογισθοῦν

Τρεμπέλα

Τὸ στραβὸ δὲν ἰσιάζει διὰ νὰ γίνῃ ὡραῖον, καὶ ἐκεῖνο ποὺ λείπει, εἶναι τόσον μεγάλο, ὥστε δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑπολογισθῇ.

Ἐκκλ. 1,16

ἐλάλησα ἐγὼ ἐν καρδίᾳ μου τῷ λέγειν· ἰδοὺ ἐγὼ ἐμεγαλύνθην καὶ προσέθηκα σοφίαν ἐπὶ πᾶσιν, οἳ ἐγένοντο ἔμπροσθέν μου ἐν Ἱερουσαλήμ, καὶ ἔδωκα καρδίαν μου τοῦ γνῶναι σοφίαν καὶ γνῶσιν.

Κολιτσάρα

Ἔκαμα ἐγὼ ἀκόμη αὐτὰς τὰς σκέψεις καὶ εἶπα εἰς τὸν ἑαυτόν μου· «ἰδού, ἔγινα μεγάλος. Ἐδοξάσθην μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων. Καὶ ὡς πρὸς τὴν σοφίαν ἐξεπέρασα ὅλους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶχον ζήσει πρὸ ἐμοῦ εἰς τὴν Ἱερουσαλήμ. Ἔδωκα τὴν ψυχήν μου καὶ τὴν διάνοιάν μου εἰς τὸ νὰ γνωρίσω τὴν ἀνθρωπίνην σοφίαν καὶ γνῶσιν.

Τρεμπέλα

Ἔκαμα ἀκόμη ἐγὼ τὰς ἑξῆς σκέψεις: Ἰδοὺ ἔγινα μεγάλος καὶ ἐδοξάσθην καὶ κατὰ τὴν σοφίαν ἐξεπέρασα ὅλους, ὅσοι ἔζησαν προτήτερα ἀπὸ ἔμενα εἰς τὴν Ἱερουσαλήμ. Καὶ ἐπέστησα τὴν προσοχήν μου εἰς τὸ νὰ γνωρίσω τὴν ἀνθρωπίνην σοφίαν καὶ γνῶσιν.

Ἐκκλ. 1,17

καὶ καρδία μου εἶδε πολλά, σοφίαν καὶ γνῶσιν, παραβολὰς καὶ ἐπιστήμην ἔγνων ἐγώ, ὅτι καί γε τοῦτό ἐστι προαίρεσις πνεύματος·

Κολιτσάρα

Ἡ ψυχὴ καὶ ὁ νοῦς μου ἐγνώρισαν πολλά. Ἀπέκτησα σοφίαν καὶ γνῶσιν. Ἔμαθα ἐγὼ διδακτικὰς παροιμίας καὶ ἐπιστήμην». Εἶδα ὅμως ἐπάνω εἰς τὰ πράγματα ὅτι ὅλα αὐτὰ δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο, παρὰ ὁρμὴ τοῦ παρερχομένου ἀνέμου.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ νοῦς μου ἐγνώρισε πολλά, σοφίαν καὶ γνῶσιν. Ἀνοησίας καὶ λάθη τῶν ἀνθρώπων ἐγνώρισα ἐγώ, καὶ ὅμως καὶ τοῦτο εἶναι ματαιοπονία καὶ ἀεροκοπάνισμα.

Ἐκκλ. 1,18

ὅτι ἐν πλήθει σοφίας πλῆθος γνώσεως, καὶ ὁ προστιθεὶς γνῶσιν προσθήσει ἄλγημα.

Κολιτσάρα

Εἰς τὴν πολλὴν σοφίαν ὑπάρχει βεβαίως καὶ πολλὴ γνῶσις. Ὁποιος ὅμως θέλει νὰ πλουτίσῃ αὐτὰς τὰς γνώσεις του, θὰ προσθέσῃ εἰς τὸν ἑαυτόν του κόπον καὶ πόνον καὶ ἀπογοήτευσιν.

Τρεμπέλα

Εἰς τὴν πολλὴν σοφίαν ὑπάρχει καὶ πολλὴ γνῶσις, καὶ ὅποιος θέλει νὰ πλουτίσῃ τὰς γνώσεις του, θὰ προσθέσῃ εἰς τὸν ἑαυτόν του κόπον, ταλαιπωρίαν καὶ ἀπογοήτευσιν.

Κεφάλαιο 2

Ἐκκλ. 2,1

Εἶπον ἐγὼ ἐν καρδίᾳ μου· δεῦρο δὴ πειράσω σε ἐν εὐφροσύνῃ, καὶ ἰδὲ ἐν ἀγαθῷ· καὶ ἰδοὺ καί γε τοῦτο ματαιότης.

Κολιτσάρα

Εἶπα ἐγὼ τότε ἀπὸ μέσα μου εἰς τὸν ἑαυτόν μου· «ἀφοῦ εἰς τὴν σοφίαν καὶ τὴν ἐπιστήμην δὲν ὑπάρχει ἰκανοποίησις, ἔλα λοιπόν, θὰ σὲ κάμω νὰ δοκιμάσῃς τὴν ἡδονὴν καὶ τὴν εὐχαρίστησιν. Νὰ ἀπολαύσῃς κάθε ὑλικὸν ἀγαθόν». Αὐτὸ καὶ ἔγινε. Ἰδοὺ ὅμως ὅτι ἡ ὑλικὴ αὐτὴ ἀπόλαυσις ἦτο καθαρὰ ματαιότης.

Τρεμπέλα

Ἀκόμη ἐγὼ ἔκαμα τὴν ἑξῆς σκέψιν· ἔλα, εἶπα εἰς τὸν ἑαυτόν μου, νὰ δοκιμάσῃς τὰς ἡδονὰς καὶ νὰ γνωρίσῃς καὶ νὰ ἀπολαύσῃς κάθε ὑλικὸν ἀγαθόν· ἀλλ’ ἰδοὺ ὅτι καὶ αὐτὸ εἶναι ματαιότης.

Ἐκκλ. 2,2

τῷ γέλωτι εἶπα περιφοράν, καὶ τῇ εὐφροσύνῃ· τί τοῦτο ποιεῖς;

Κολιτσάρα

Διὰ τὰ πολλὰ καὶ ἀτελείωτα γέλια εἶπα ὅτι εἶναι παράφορα καὶ ἀνοησία. Εἰς δὲ τὴν ἁμαρτωλὴν διασκέδασιν εἶπα· «διατί τὸ κάνεις αὐτό;»

Τρεμπέλα

Εἰς τὸ πολὺ καὶ ἀτελείωτο γέλιο εἶπα· αὐτὸ εἶναι ἀνοησία· καὶ εἰς τὴν ἔνοχον καὶ ἁμαρτωλὴν διασκέδασιν εἶπα· διατί τὸ κάνεις αὐτό;

Ἐκκλ. 2,3

καὶ κατεσκεψάμην εἰ ἡ καρδία μου ἑλκύσει ὡς οἶνον τὴν σάρκα μου - καὶ καρδία μου ὡδήγησεν ἐν σοφίᾳ - καὶ τοῦ κρατῆσαι ἐπ’ εὐφροσύνην, ἕως οὗ ἴδω ποῖον τὸ ἀγαθὸν τοῖς υἱοῖς τῶν ἀνθρώπων, ὃ ποιήσουσιν ὑπὸ τὸν ἥλιον, ἀριθμὸν ἡμερῶν ζωῆς αὐτῶν.

Κολιτσάρα

Ἔπειτα ἐσκέφθην πολύ. Καὶ λογικῶς σκεπτόμενος ἐπεδίωξα κατὰ τὴν ἀπόλαυσιν τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν νὰ συγκρατήσω τὸν ἑαυτόν μου εἰς τὰ ὅρια τῆς λογικῆς καὶ νὰ μὴ παρασυρθῶ ἀπὸ τὰς ἡδονάς, ὅπως ἑλκύεται ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τὸ κρασί, διὰ νὰ ἴδω ποῖον εἶναι τὸ ἀγαθόν, τὸ ὁποῖον οἱ ἄνθρωποι πρέπει νὰ πράξουν καθ’ ὅλας τὰς ἡμέρας τῆς ἐπιγείου ζωῆς των.

Τρεμπέλα

Κατόπιν ἐσκέφθην καλῶς καὶ ἐπεδίωξα κατὰ τὴν ἀπόλαυσιν τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν νὰ συγκρατήσω τὸν ἑαυτόν μου μὲ τὸ λογικὸν καὶ να μὴ παρασυρθῶ ἀπὸ τὰς ἡδονάς, ὅπως ὁ ἄνθρωπος ἑλκύεται ἀπὸ τὸ κρασί, καὶ νὰ ἰδῶ ποῖον εἶναι τὸ ἀγαθόν, τὸ ὁποῖον οἱ ἄνθρωποι πρέπει νὰ πράξουν ὅλας τὰς ἡμέρας τῆς ζωῆς των.

Ἐκκλ. 2,4

ἐμεγάλυνα ποίημά μου, ᾠκοδόμησά μοι οἴκους. ἐφύτευσά μοι ἀμπελῶνας,

Κολιτσάρα

Ἐπεδίωξα λοιπὸν τὰ μεγάλα ἔργα. Ἔκτισα οἰκοδομὰς μεγαλοπρεπεῖς. Ἐφύτευσα διὰ τὸν ἑαυτόν μου ἀμπελῶνας.

Τρεμπέλα

Ἔκαμα ἔργα μεγαλοπρεπῆ. Ἔκτισα οἰκοδομάς, ὅπως τὸν Ναὸν καὶ τὰ ἀνάκτορά μου· ἐφύτευσα πρὸς χάριν μου ἀμπέλια.

Ἐκκλ. 2,5

ἐποίησά μοι κήπους καὶ παραδείσους καὶ ἐφύτευσα ἐν αὐτοῖς ξύλον πᾶν καρποῦ·

Κολιτσάρα

Περιέκλεισα κήπους καὶ δενδροκήπους καὶ ἐφύτευσα εἰς αὐτοὺς δένδρα καρποφόρα παντὸς εἴδους.

Τρεμπέλα

Ἐφύτευσα ἀκόμη διὰ τὸν ἑαυτόν μου κήπους καὶ παραδείσους μὲ πρασινάδες καὶ ἄνθη εὐωδιαστὰ καὶ ἐφύτευσα εἰς αὐτοὺς κάθε εἶδος καρποφόρου δένδρου.

Ἐκκλ. 2,6

ἐποίησά μοι κολυμβήθρας ὑδάτων τοῦ ποτίσαι ἀπ’ αὐτῶν δρυμὸν βλαστῶντα ξύλα·

Κολιτσάρα

Διέταξα καὶ ἐκτίσθησαν δεξαμεναὶ ὑδάτων, διὰ νὰ ποτίζωνται ἀπὸ αὐτὰς ὅλα τὰ χλοερὰ δένδρα τοῦ δάσους.

Τρεμπέλα

Ἔκτισα δεξαμενὰς νεροῦ, διὰ νὰ ποτίζεται ἀπὸ αὐτὰς τεχνητὸν δάσος, εἰς τὸ ὁποῖον βλαστάνουν παντὸς εἴδους δένδρα.

Ἐκκλ. 2,7

ἐκτησάμην δούλους καὶ παιδίσκας, καὶ οἰκογενεῖς ἐγένοντό μοι, καί γε κτῆσις βουκολίου καὶ ποιμνίου πολλὴ ἐγένετό μοι ὑπὲρ πάντας τοὺς γενομένους ἔμπροσθέν μου ἐν Ἱερουσαλήμ·

Κολιτσάρα

Ἠγόρασα ὡς κτῆμα μου δούλους καὶ δούλας. Καὶ τὰ παιδιά, ποὺ αὐτοὶ ἐγέννησαν εἰς τὰ ἀνάκτορά μου, ἔγιναν ἰδικά μου. Ἀπέκτησα μεγάλα κοπόδια βοϊδιῶν καὶ προβάτων, περισσότερα ἀπὸ ὅσα εἶχαν ἀποκτήσει ὅλοι ἐκεῖνοι, ποὺ ὑπῆρξαν πρὸ ἐμοῦ εἰς τὴν Ἱερουσαλήμ.

Τρεμπέλα

Ἠγόρασα καὶ ἔκαμα κτῆμα μου δούλους καὶ δούλας, καὶ τὰ παιδιά, ποὺ ἐγέννησαν αὐτοὶ εἰς τὰ ἀνάκτορά μου, ἦσαν ἰδικά μου· ἀπέκτησα δὲ ἀκόμη ἀγέλας ἀπὸ βόδια καὶ κοπάδια ἀπὸ πρόβατα, γίδια καὶ καμῆλες πιὸ πολλὰ ἀπὸ ὅλους, ὅσοι ἔζησαν προηγουμένως ἀπὸ ἐμὲ εἰς τὴν Ἱερουσαλήμ.

Ἐκκλ. 2,8

συνήγαγόν μοι καί γε ἀργύριον καὶ χρυσίον καὶ περιουσιασμοὺς βασιλέων καὶ τῶν χωρῶν· ἐποίησά μοι ᾄδοντας καὶ ᾀδούσας καὶ ἐντρυφήματα υἱῶν ἀνθρώπων. οἰνοχόον καὶ οἰνοχόας·

Κολιτσάρα

Συνεκέντρωσα διὰ τὸν ἑαυτόν μου ἄργυρον καὶ χρυσόν, θησαυροὺς καὶ περιουσίας βασιλέων καὶ ὁλοκλήρων περιοχῶν. Εἶχα πρὸς διασκέδασίν μου τραγουδιστὰς καὶ τραγουδιστρίας. Ἔκαμα ἰδικάς μου καὶ ἐγνώρισα ὅλας τὰς διασκεδάσεις καὶ ἀπολαύσεις τῶν ἀνθρώπων. Εἶχα οἰνοχόους καὶ οἰνοχόας, διὰ νὰ μὲ κερνοῦν κρασί.

Τρεμπέλα

Ἐμαζεψα διὰ τὸν ἑαυτόν μου ἀσῆμι καὶ χρυσάφι καὶ θησαυροὺς βασιλέων καὶ χωρῶν, ποὺ ἦσαν φόρου ὑποτελεῖς εἰς ἐμὲ ἢ ἀπὸ ἄλλους μονάρχας. Δι’ εὐχαρίστησίν μου εἶχα τραγουδιστὰς καὶ τραγουδιστρίας καὶ ἀπήλαυσα κάθε εὐχαρίστησιν ἀνθρωπίνην, εἶχα δὲ ἀκόμη ἄνδρας καὶ γυναῖκας, ποὺ μὲ ἐκερνοῦσαν διὰ νὰ πίνω.

Ἐκκλ. 2,9

καὶ ἐμεγαλύνθην καὶ προσέθηκα παρὰ πάντας τοὺς γενομένους ἔμπροσθέν μου ἐν Ἱερουσαλήμ· καί γε σοφία μου ἐστάθη μοι.

Κολιτσάρα

Ἔφθασα εἰς μεγαλεῖον καὶ δόξαν καὶ ἐξεπέρασα ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι πρὸ ἐμοῦ εἶχαν ζήσει εἰς τὴν Ἱερουσαλήμ. Ἐν μέσῳ ὅμως ὅλων αὐτῶν τῶν μεγαλείων καὶ τῶν ἀπολαύσεων ἡ σοφία μου μοῦ συμπαρεστάθη, ὥστε νὰ μὴ ἐκτραπῶ ἀνεπανορθώτως.

Τρεμπέλα

Καὶ ἐδοξάσθην καὶ ἐξεπέρασα εἰς τὴν ἀπόλαυσιν τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν ὅλους, ὅσοι ἔζησαν προτήτερα ἀπὸ ἐμὲ εἰς τὴν Ἱερουσαλήμ. Ἡ σοφία μου ὅμως καὶ ἡ φρονιμάδα μου παρεστάθησαν εἰς ὅλα αὐτὰ χωρὶς νὰ μὲ ἐγκαταλείψουν καὶ νά μὲ ἀφήσουν νὰ ἐξαχρειωθῶ τελείως.

Ἐκκλ. 2,10

καὶ πᾶν, ὃ ᾔτησαν οἱ ὀφθαλμοί μου, οὐκ ἀφεῖλον ἀπ’ αὐτῶν, οὐκ ἀπεκώλυσα τὴν καρδίαν μου ἀπὸ πάσης εὐφροσύνης, ὅτι καρδία μου εὐφράνθη ἐν παντὶ μόχθῳ μου, καὶ τοῦτο ἐγένετο μερίς μου ἀπὸ παντὸς μόχθου.

Κολιτσάρα

Κάθε τι, τὸ ὁποῖον ἐπεθύμησαν οἱ ὀφθαλμοί μου, δὲν τοὺς τὸ ἐστέρησα καὶ δὲν ἠμπόδισα τὴν καρδίαν μου νὰ ἀπολαύσῃ κάθε τέρψιν καὶ χαράν. Ἡ καρδία μου ἀπήλαυσεν ὅλα τὰ ἀγαθὰ τῶν ταλαιπωριῶν καὶ τῶν κόπων μου. Αὐτὸ ἄλλωστε ὑπῆρξε καὶ τὸ κέρδος ὅλων τῶν κόπων τῆς ζωῆς μου.

Τρεμπέλα

Καὶ ὅλα, ὅσα ἐζήλεψαν τὰ μάτια μου, δὲν τοὺς τὰ ἐστέρησα. Δὲν ἠμπόδισα τὴν καρδίαν μου νὰ χαρῇ κάθε εἶδος εὐφροσύνης καὶ τέρψεως. Ἡ καρδία μου, παρ’ ὅλους τοὺς σκληροὺς κόπους της, εἶχεν ὡς ἀνταμοιβὴν τὴν εὐφροσύνην. Αὐτὴ ἦτο τὸ ἀντιστάθμισμα τῶν κόπων τῆς ζωῆς μου.

Ἐκκλ. 2,11

καὶ ἐπέβλεψα ἐγὼ ἐν πᾶσι ποιήμασί μου, οἷς ἐποίησαν αἱ χεῖρές μου, καὶ ἐν μόχθῳ, ᾧ ἐμόχθησα τοῦ ποιεῖν, καὶ ἰδοὺ τὰ πάντα ματαιότης καὶ προαίρεσις πνεύματος, καὶ οὐκ ἔστι περισσεία ὑπὸ τὸν ἥλιον.

Κολιτσάρα

Καὶ ἔπειτα ἀπὸ ὅλας αὐτὰς τὰς τέρψεις καὶ τὰς ἀπολαύσεις ἔρριψα ἐγὼ ἕνα βλέμμα εἰς ὅλα ὅσα ἔπραξα, εἰς ὅλα ὅσα κατεσκεύασαν τὰ χέρια μου, εἰς ὅλα ὅσα μὲ κόπον καὶ ταλαιπωρίαν ἠγωνίσθην νὰ ἀποκτήσω, καὶ ἔβγαλα τὸ συμπέρασμα, ὅτι ὅλα αὐτὰ εἶναι ματαιότης. Κούφια ὁρμὴ παρερχομένου ἀνέμου καὶ ὅτι δὲν ὑπάρχει κανένα μόνιμον κέρδος, καμμία ὠφέλεια κάτω ἀπὸ τὸν ἥλιον.

Τρεμπέλα

Καὶ εἰς τὸ τέλος ἔρριψα ἕνα βλέμμα εἰς ὅλα, ὅσα ἔπραξα, καὶ εἰς ὅσα ἔργα κατεσκεύασαν τὰ χέρια μου, καθὼς ἐπίσης καὶ εἰς ὅλους τοὺς κόπους, ποὺ κατέβαλα δι’ αὐτά, καὶ τὸ συμπέρασμα ποὺ ἔβγαλα ἀπὸ αὐτά, εἶναι ὅτι ὅλα εἶναι ματαιότης καὶ πόθος τῆς ψυχῆς κούφιος καὶ δὲν ὑπάρχει τίποτε τὸ μόνιμον κάτω ἀπὸ τὸν ἥλιον.

Ἐκκλ. 2,12

καὶ ἐπέβλεψα ἐγὼ τοῦ ἰδεῖν σοφίαν καὶ περιφορὰν καὶ ἀφροσύνην· ὅτι τίς ἄνθρωπος, ὃς ἐπελεύσεται ὀπίσω τῆς βουλῆς τὰ ὅσα ἐποίησεν αὐτήν;

Κολιτσάρα

Ἔρριψα ἐγὼ τὸ βλέμμα μου, διὰ νὰ ἴδω καὶ γνωρίσω τί διαφέρει ἡ σοφία ἀπὸ τὴν παραφορὰν καὶ μωρίαν τῶν ἀνθρώπων. Διότι ποιὸς ἄνθρωπος εἰς ὅλον του τὸν βίον ἀκολουθεῖ τὴν σοφίαν καὶ τὴν σύνεσιν εἰς τὰς πράξεις, τὰς ὁποίας αὐτὴ ἐμπνέει καὶ ἐνεργεῖ;

Τρεμπέλα

Καὶ ἔρριψα ἐγὼ τὸ βλέμμα μου διὰ νὰ ἰδῶ τί διαφέρει ἡ σοφία ἀπὸ τὴν ἀνοησίαν καὶ τὴν μωρίαν τῶν ἀνθρώπων. Διότι ποῖος θὰ εἶναι ὁ ἄνθρωπος, ὁ διάδοχός μου, ὁ ὁποῖος δὲν θὰ ἀκολουθήσῃ τὴν φρόνησίν μου καὶ θὰ πράξῃ τὰ ἀντίθετα ὡς πρὸς τὴν ἰδικήν μου κυβέρνησιν;

Ἐκκλ. 2,13

καὶ εἶδον ἐγὼ ὅτι ἐστὶ περισσεία τῇ σοφίᾳ ὑπὲρ τὴν ἀφροσύνην, ὡς περισσεία τοῦ φωτὸς ὑπὲρ τὸ σκότος.

Κολιτσάρα

Ἀπὸ τὴν παρατήρησιν καὶ ἐξέτασιν αὐτὴν εἶδον ἐγώ, ὅτι ὑπάρχει μεγάλη ὑπεροχὴ τῆς σοφίας ἀπέναντι τῆς ἀφροσύνης, ὅση ὑπεροχὴ ὑπάρχει εἰς τὸ φῶς ἀπέναντι τοῦ σκότους.

Τρεμπέλα

Καὶ συνεπέρανα ἐγὼ ὅτι ἡ ἀνθρωπίνη σοφία ὑπερέχει ἀπὸ τὴν ἀφροσύνην καὶ τὴν μωρίαν τόσον, ὅσον ὑπερτερεῖ τὸ φῶς ἀπὸ τὸ σκότος.

Ἐκκλ. 2,14

τοῦ σοφοῦ οἱ ὀφθαλμοὶ αὐτοῦ ἐν κεφαλῇ αὐτοῦ, καὶ ὁ ἄφρων ἐν σκότει πορεύεται· καὶ ἔγνων καί γε ἐγὼ ὅτι συνάντημα ἓν συναντήσεται τοῖς πᾶσιν αὐτοῖς.

Κολιτσάρα

Οἱ ὀφθαλμοὶ τοῦ σοφοῦ ἀνθρώπου εὑρίσκονται ἀνοικτοὶ πάντοτε εἰς τὴν κεφαλήν του, ὥστε νὰ βλέπῃ ποῦ πορεύεται καὶ τί πράττει. Ἐνῷ εἰς τὸν ἀσύνετον δὲν ὑπάρχουν ὀφθαλμοὶ καὶ βαδίζει μέσα εἰς τὸ σκότος. Ἐν τούτοις ἐγὼ κατενόησα, ὅτι, παρὰ τὴν διαφορὰν αὐτήν, ὁ σοφὸς καὶ ὁ μωρὸς θὰ ἔχουν μίαν κοινὴν συνάντησιν· θὰ συναντηθοῦν καὶ οἱ δύο εἰς τὸν θάνατον.

Τρεμπέλα

Τὰ μάτια τοῦ σοφοῦ εἶναι εἰς τὴν θέσιν των, εἰς τὴν κεφαλήν του. Ἔχει φωτισμένον τὸν νοῦν του. Βλέπει καὶ βαδίζει. Ἐνῷ ὁ ἄμυαλος καὶ ἀμαθὴς βαδίζει εἰς τὸ σκότος. Ἐγὼ ὅμως ξεύρω, ὅτι ἕνα συναπάντημα θὰ συναντήσῃ ὅλους αὐτοὺς τοὺς σοφοὺς καὶ ἀμαθεῖς, ὁ θάνατος.

Ἐκκλ. 2,15

καὶ εἶπα ἐγὼ ἐν καρδίᾳ μου· ὡς συνάντημα τοῦ ἄφρονος καί γε ἐμοὶ συναντήσεταί μοι, καὶ ἱνατί ἐσοφισάμην ἐγώ; τότε περισσὸν ἐλάλησα ἐν καρδίᾳ μου, διότι ὁ ἄφρων ἐκ περισσεύματος λαλεῖ, ὅτι καί γε τοῦτο ματαιότης.

Κολιτσάρα

Ἐσκέφθην, λοιπόν, ἐγὼ ἐσωτερικῶς καὶ εἶπα εἰς τὸν ἑαυτόν μου. «Ἀφοῦ, ὅπως θὰ ἀποθάνῃ ὁ μωρός, θὰ ἀποθάνω καὶ ἐγώ, διατί τότε ἐκοπίασα νὰ ἀποκτήσω σοφίαν;» Ἐσκέφθην τότε πιὸ πολὺ ἀπὸ μέσα μου καὶ εἶπα· «ὁ ἄφρων ὁμιλεῖ ἀνοησίας ἀπὸ τὸ περίσσευμα τῆς καρδίας του καὶ ἡ ἰδική μου σοφία εἶναι ἆραγε ματαιότης.

Τρεμπέλα

Καὶ ἐσκέφθην καὶ εἶπα μέσα μου ἀφοῦ τὸ συνάντημα τοῦ ἀνοήτου, ὁ θάνατος, θὰ συναντήσῃ καὶ ἐμέ, τότε διὰ ποῖον λόγον ἐγὼ ἔγινα σοφός; Τότε ἐσκέφθην μέσα μου πιὸ πολὺ καὶ εἶπα· καὶ ὁ ἄφρων, ποὺ ὁμιλεῖ ἀπὸ τὸ περίσσευμα τῆς καρδίας του, καὶ ἡ ἰδική μου σοφία εἶναι ματαιότης.

Ἐκκλ. 2,16

ὅτι οὐκ ἔστιν ἡ μνήμη τοῦ σοφοῦ μετὰ τοῦ ἄφρονος εἰς τὸν αἰῶνα, καθότι ἤδη αἱ ἡμέραι ἐρχόμεναι τὰ πάντα ἐπελήσθη· καὶ πῶς ἀποθανεῖται ὁ σοφὸς μετὰ τοῦ ἄφρονος;

Κολιτσάρα

Διότι τόσον ἡ ἀνάμνησις τοῦ σοφοῦ ὅσον καὶ ἡ ἀνάμνησις τοῦ μωροῦ δὲν θὰ μείνῃ αἰωνία. Καθοτι αἱ ἡμέραι καὶ οἱ χρόνοι, ποὺ θὰ ἀκολουθήσουν, θὰ κάμουν νὰ λησμονηθοῦν τὰ πάντα. Καὶ πῶς, λοιπόν, ὁ σοφὸς πεθαίνει καὶ λησμονεῖται, ὅπως καὶ ὁ ἀνόητος;»

Τρεμπέλα

Διότι δὲν θὰ μείνῃ ἡ ἀνάμνησις τοῦ σοφοῦ καὶ τοῦ ἀνοήτου αἰώνιος, καθ’ ὅσον αἱ ἡμέραι, ποὺ θὰ ἀκολουθήσουν, θὰ κάμουν νὰ λησμονηθοῦν τὰ πάντα. Καὶ πῶς ὁ κατὰ κόσμος σοφὸς πεθαίνει ὅπως καὶ ὁ ἄφρων;

Ἐκκλ. 2,17

καὶ ἐμίσησα σὺν τὴν ζωήν, ὅτι πονηρὸν ἐπ’ ἐμὲ τὸ ποίημα τὸ πεποιημένον ὑπὸ τὸν ἥλιον, ὅτι πάντα ματαιότης καὶ προαίρεσις πνεύματος.

Κολιτσάρα

Ἀηδίασα ἐγὼ τὴν ἐπίγειον ζωήν, διότι κατ’ ἐμὲ εἶναι ταλαιπωρία καὶ ματαιότης κάθε ἔργον, ποὺ γίνεται κάτω ἀπὸ τὸν ἥλιον εἰς τὴν γῆν, διότι ὅλα εἶναι μάταια καὶ κούφια, σὰν πνοὴ διερχομένου ἀνέμου.

Τρεμπέλα

Καὶ ἀηδίασα ἐγὼ τὴν ἐπίγειον ζωήν, διότι ὅλα, ὅσα γίνονται εἰς τὴν γῆν κάτω ἀπὸ τὸν ἥλιον, δὲν μοῦ ἤρεσαν καὶ διότι ὅλα εἶναι μάταια καὶ κούφιος πόθος τῆς ψυχῆς μόνον.

Ἐκκλ. 2,18

καὶ ἐμίσησα ἐγὼ σὺν πάντα μόχθον μου, ὃν ἐγὼ κοπιῶ ὑπὸ τὸν ἥλιον, ὅτι ἀφίω αὐτὸν τῷ ἀνθρώπῳ τῷ γινομένῳ μετ’ ἐμέ·

Κολιτσάρα

Καὶ ἀπεστράφην ἐγὼ ὅλας τὰς ταλαιπωρίας καὶ τοὺς κόπους μου, εἰς τοὺς ὁποίους ὑπεβλήθην ζῶν εἰς τὴν γῆν κάτω ἀπὸ τὸν ἥλιον, διότι αὐτοὺς τοὺς κόπους μου τοὺς ἀφήνω εἰς τὸν ἄγνωστόν μου ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος θὰ μὲ διαδεχθῇ.

Τρεμπέλα

Καὶ ἐγὼ ἐσιχάθηκα ὅλους τοὺς σκληροὺς κόπους μου, ποὺ ἐκοπίασα εἰς τὴν γῆν κάτω ἀπὸ τὸν ἥλιον, διότι αὐτοὺς τοὺς κόπους μου τοὺς ἀφήνω κληρονομίαν εἰς τὸν ἄνθρωπον, ποὺ θὰ μὲ διαδεχθῇ.

Ἐκκλ. 2,19

καὶ τίς οἶδεν εἰ σοφὸς ἔσται ἢ ἄφρων; καὶ εἰ ἐξουσιάζεται ἐν παντὶ μόχθῳ μου, ᾧ ἐμόχθησα καὶ ᾧ ἐσοφισάμην ὑπὸ τὸν ἥλιον; καί γε τοῦτο ματαιότης.

Κολιτσάρα

Καὶ ποιὸς γνωρίζει, ἐὰν αὐτὸς θὰ εἶναι σοφὸς ἢ ἀσύνετος; Καὶ ἐὰν αὐτὸς θὰ ἐξουσιάζῃ καὶ θὰ διαχειρίζεται καλῶς τὰ ἀγαθὰ τῶν κόπων μου, διὰ τὰ ὁποῖα ἐγὼ σκληρὰ εἰργάσθην καὶ διὰ τῆς σοφίας μου τὰ ἀπέκτησα ζῶν κάτω ἀπὸ τὸν ἥλιον; Καὶ αὐτὸ βεβαίως εἶναι ματαιότης.

Τρεμπέλα

Καὶ ποῖος γνωρίζει ἂν ὁ διάδοχός μου θὰ εἶναι σοφὸς ἢ ἠλίθιος; Αὐτὸς θὰ ἔχῃ κυριαρχικὰ δικαιώματα εἰς ὅλους τοὺς κόπους μου, διὰ τοὺς ὁποίους ἐγὼ εἰργάσθην σκληρὰ καὶ διὰ τῆς σοφίας μου ἀπέκτησα κάτω ἀπὸ τὸν ἥλιον. Ἐν τούτοις καὶ αὐτὸ εἶναι ματαιότης.

Ἐκκλ. 2,20

καὶ ἐπέστρεψα ἐγὼ τοῦ ἀποτάξασθαι τὴν καρδίαν μου ἐν παντὶ μόχθῳ μου, ᾧ ἐμόχθησα ὑπὸ τὸν ἥλιον,

Κολιτσάρα

Ἐγύρισα τότε καὶ ἀπεφάσισα νὰ κάμω τὴν καρδίαν μου, νὰ ἀπαρνηθῇ ὅλους τοὺς κόπους μου, εἰς τοὺς ὁποίους ὑπεβλήθην ζῶν εἰς τὴν γῆν.

Τρεμπέλα

Καὶ ἀπεφάσισα νὰ δώσω τὴν καρδίαν μου εἰς τὴν ἀπογοήτευσιν διὰ κάθε μου κόπον, ποὺ ἐκοπίασα κάτω ἀπὸ τὸν ἥλιον.

Ἐκκλ. 2,21

ὅτι ἐστὶν ἄνθρωπος, ὅτι μόχθος αὐτοῦ ἐν σοφίᾳ καὶ ἐν γνώσει καὶ ἐν ἀνδρείᾳ, καὶ ἄνθρωπος, ὃς οὐκ ἐμόχθησεν ἐν αὐτῷ, δώσει αὐτῷ μερίδα αὐτοῦ. καί γε τοῦτο ματαιότης καὶ πονηρία μεγάλη·

Κολιτσάρα

Διότι ἐσκέφθην, ὅτι ὑπάρχει ἄνθρωπος, ὅπως ἐγώ, ὁ ὁποῖος μὲ κάθε σοφίαν καὶ γνῶσιν καὶ δραστηριότητα ἐκοπίασε διὰ τὴν ἀπόκτησιν ἀγαθῶν, καὶ ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος δὲν ἐκοπίασε δι’ αὐτά. Καὶ ὁ πρῶτος θὰ ἀφήσῃ εἰς τὸν δεύτερον τὰ ἀγαθά του ὡς κληρονομίαν του. Αὐτὸ βέβαια εἶναι μάταιον καὶ πολὺ καταθλιπτικόν.

Τρεμπέλα

Διότι συμβαίνει νὰ ὑπάρχῃ ἄνθρωπος, τοῦ ὁποίου ὁ μόχθος νὰ ἀπεκτήθη μὲ τὴν σοφίαν καὶ τὴν γνῶσιν καὶ τὴν ἱκανότητά του, ἡ περιουσία του ὅμως νὰ περιέλθῃ ὡς κληρονομία εἰς ἄνθρωπον, ποὺ δὲν ἐκοπίασε δι’ αὐτήν. Καὶ τοῦτο εἶναι ματαιότης καὶ μεγάλο κακόν.

Ἐκκλ. 2,22

ὅτι γίνεται τῷ ἀνθρώπῳ ἐν παντὶ μόχθῳ αὐτοῦ καὶ ἐν προαιρέσει καρδίας αὐτοῦ, ᾧ αὐτὸς μοχθεῖ ὑπὸ τὸν ἥλιον.

Κολιτσάρα

Διότι τί ἀπομένει εἰς τὸν ἄνθρωπον ἀπὸ ὅλον τὸν κόπον του, εἰς τὸν ὁποῖον ὑπεβλήθη κάτω ἀπὸ τὸν ἥλιον καὶ ἀπὸ ὅλην τὴν διάθεσιν τῆς καρδίας του;

Τρεμπέλα

Διότι τί ἀπομένει εἰς τὸν ἄνθρωπον ἀπὸ ὅλον τὸν μόχθον του, ποὺ ἐμόχθησε κάτω ἀπὸ τὸν ἥλιον, καὶ ἀπὸ ὅλην τὴν διάθεσιν τῆς καρδίας του;

Ἐκκλ. 2,23

ὅτι πᾶσαι αἱ ἡμέραι αὐτοῦ ἀλγημάτων καὶ θυμοῦ περισπασμὸς αὐτοῦ, καί γε ἐν νυκτὶ οὐ κοιμᾶται ἡ καρδία αὐτοῦ· καί γε τοῦτο ματαιότης ἐστίν.

Κολιτσάρα

Διότι ὅλαι αἱ ἡμέραι τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ταλαιπωρία καὶ κόπος καὶ πόνος καὶ ἀνησυχία, κατὰ δὲ τὴν νύκτα δὲν ἡσυχάζει ὁ νοῦς καὶ ἡ καρδία του ἐξ αἰτίας τῶν μεριμνῶν του. Αὐτὸ εἶναι ματαιότης.

Τρεμπέλα

Διότι ὅλαι αἱ ἡμέραι τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἀπασχόλησις γεμάτη ἀπὸ πόνους καὶ ἀνησυχίαν, καὶ κατὰ τὴν νύκτα δὲν κοιμᾶται, οὔτε ἡσυχάζει ὁ νοῦς του καὶ ἡ καρδία του λόγῳ τῆς ἀγωνιώδους μερίμνης. Καὶ αὐτὸ εἶναι ματαιότης.

Ἐκκλ. 2,24

οὐκ ἔστιν ἀγαθὸν ἀνθρώπῳ, ὃ φάγεται καὶ ὃ πίεται καὶ ὃ δείξει τῇ ψυχῇ αὐτοῦ ἀγαθὸν ἐν μόχθῳ αὐτοῦ. καί γε τοῦτο εἶδον ἐγὼ ὅτι ἀπὸ χειρὸς τοῦ Θεοῦ ἐστιν·

Κολιτσάρα

Καὶ λοιπὸν δὲν ὑπάρχει διὰ τὸν ἄνθρωπον ἄλλο ἀγαθόν, εἰμὴ μόνον ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θὰ φάγῃ καὶ θὰ πίῃ καὶ τὸ ὁποῖον θὰ προσφέρῃ πρὸς τέρψιν καὶ εὐχαρίστησιν εἰς τὴν ψυχήν του· ἀγαθόν, τὸ ὁποῖον ἀπέκτησε μὲ τὸν κόπον του. Ἐγὼ αὐτὸ εἶδον καὶ ἐξηκρίβωσα ἐπάνω εἰς τὰ πράγματα, ὅτι αὐτὸ τὸ ἀγαθὸν ἔχει δοθῆ ἀπὸ τὸ χέρι τοῦ Θεοῦ εἰς τὸν ἄνθρωπον.

Τρεμπέλα

Ὡς συμπέρασμα ὅλων, ὅσα γράφονται ἀνωτέρω, εἶναι ὅτι δὲν ὑπάρχει ἄλλο ἀγαθὸν εἰς τὸν ἄνθρωπον, ἐκτὸς ἐκείνου ποὺ θὰ φάγῃ καὶ θὰ πίῃ καὶ τὸ ὁποῖον θὰ προσφέρῃ εἰς τὴν καρδίαν του πρὸς εὐχαρίστησίν της, ἀγαθὸν ὅμως τὸ ὁποῖον ἀπέκτησε μὲ τὸν τίμιον ἱδρῶτα του καὶ εἶναι ἀνταμοιβὴ τῶν κόπων του. Μάλιστα· ἐγὼ εἶδα καὶ ἐξηκρίβωσα ὅτι αὐτὸ τὸ ἀγαθὸν εἶναι δοσμένο ἀπὸ τὸ χέρι τοῦ Θεοῦ.

Ἐκκλ. 2,25

ὅτι τίς φάγεται καὶ τίς πίεται πάρεξ αὐτοῦ;

Κολιτσάρα

Διότι, πράγματι, ποιὸς ἠμπορεῖ νὰ φάγῃ καὶ νὰ πίῃ κάτι χωρὶς τὴν θέλησιν τοῦ Θεοῦ;

Τρεμπέλα

Διότι ποῖος ἠμπορεῖ νὰ φάγῃ καὶ νὰ πίῃ χωρὶς τὴν θέλησιν τοῦ Θεόν, ἂν δηλαδὴ ὁ Θεὸς δὲν τοῦ δώσῃ φαγητὸν καὶ ποτόν;

Ἐκκλ. 2,26

ὅτι τῷ ἀνθρώπῳ τῷ ἀγαθῷ πρὸ προσώπου αὐτοῦ ἔδωκε σοφίαν καὶ γνῶσιν καὶ εὐφροσύνην· καὶ τῷ ἁμαρτάνοντι ἔδωκε περισπασμὸν τοῦ προσθεῖναι καὶ τοῦ συναγαγεῖν, τοῦ δοῦναι τῷ ἀγαθῷ πρὸ προσώπου τοῦ Θεοῦ· ὅτι καί γε τοῦτο ματαιότης καὶ προαίρεσις πνεύματος.

Κολιτσάρα

Διότι ὁ Θεός εἰς τὸν ἄνθρωπον, ποὺ τὸν βλέπει ἀγαθόν, ἔδωσε σοφίαν καὶ γνῶσιν καὶ χαράν. Εἰς δὲ τὸν ἁμαρτωλὸν ἔδωσεν ἀγωνιώδη ἀπασχόλησιν, διὰ νὰ θησαυρίζῃ καὶ νὰ συγκεντρώνῃ ὑλικὰ ἀγαθά, ὥστε νὰ ἀφήσῃ αὐτὰ εἰς τὸν ἄνθρωπον τὸν ἀγαθὸν ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Ἀλλὰ καὶ αὐτὰ εἶναι ματαιότης. Κούφια πνοὴ τοῦ ἀνέμου, ποὺ ἔρχεται καὶ παρέρχεται.

Τρεμπέλα

Διότι ὁ Θεὸς εἰς τὸν ἄνθρωπον, ποὺ εἶναι ἐμπρός του καλός, ἔδωκε σοφίαν καὶ γνῶσιν καὶ χαράν· καὶ εἰς τὸν ἁμαρτωλὸν ἔδωκεν ἀγωνιώδη ἀπασχόλησιν διὰ νὰ αὐξάνῃ τὰ ἀγαθά του καὶ νὰ ἀποθηκεύῃ, ὥστε αὐτὰ νὰ περιέλθουν ἔπειτα εἰς τὸν ἀγαθὸν ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ ἀνθρώπου. Βεβαίως καὶ αὐτὰ εἶναι ματαιότης καὶ ἀεροκυνήγημα.

Κεφάλαιο 3

Ἐκκλ. 3,1

Τοῖς πᾶσι χρόνος καὶ καιρὸς τῷ παντὶ πράγματι ὑπὸ τὸν οὐρανόν.

Κολιτσάρα

Εἰς ὅλα ὑπάρχει ὁ κατάλληλος καιρὸς διὰ νὰ πραγματοποιηθῇ δὲ κάθε ἔργον κάτω ἀπὸ τὸν οὐρανόν, πρέπει νὰ δοθῇ ἡ κατάλληλος εὐκαιρία.

Τρεμπέλα

Δι’ ὅλα, ὅσα γίνονται εἰς τὴν γῆν, ὑπάρχει ὡρισμένη χρονικὴ περίοδος καὶ διὰ κάθε τι, ποὺ ἐκτελεῖται κάτω ἀπὸ τὸν οὐρανόν, πρέπει νὰ δοθῇ ἡ κατάλληλος εὐκαιρία.

Ἐκκλ. 3,2

καιρὸς τοῦ τεκεῖν καὶ καιρὸς τοῦ ἀποθανεῖν, καιρὸς τοῦ φυτεῦσαι καὶ καιρὸς τοῦ ἐκτῖλαι τὸ πεφυτευμένον,

Κολιτσάρα

Ὑπάρχει ὡρισμένος καιρός, ποὺ ὅταν συμπληρωθῇ, θὰ γίνῃ ὁ τοκετὸς καὶ ὡρισμένος καιρὸς τοῦ θανάτου, ὡρισμένος ὁ καιρὸς τῆς φυτεύσεως καὶ ὡρισμένος ὁ καιρός, ποὺ θὰ ἐκριζωθῇ τὸ φυτευθέν.

Τρεμπέλα

Εἶναι ὡρισμένος ὁ καιρός, κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ γίνῃ ὁ τοκετός, ὅπως ὡρισμένος εἶναι καὶ ὁ χρόνος τοῦ θανάτου. Ὡρισμένος εἶναι ὁ καιρός, κατὰ τὸν ὁποῖον ὁ γεωργὸς θὰ φυτεύσῃ, καὶ ὡρισμένος ὁ καιρός, κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ ξερριζώσῃ τὸ φυτευμένον, διότι δὲν ἠμπορεῖ πλέον νὰ καρποφορήσῃ.

Ἐκκλ. 3,3

καιρὸς τοῦ ἀποκτεῖναι καὶ καιρὸς τοῦ ἰάσασθαι, καιρὸς τοῦ καθελεῖν καὶ καιρὸς τοῦ οἰκοδομεῖν,

Κολιτσάρα

Ὑπάρχει ὡρισμένος καιρός, ποὺ θὰ διαταχθῇ ἡ ἐκτέλεσις τοῦ ἐνόχου, ὅπως καὶ ὡρισμένος καιρὸς νὰ ἀποτραπῇ ὁ θάνατος καὶ νὰ τοῦ χαρισθῇ ἡ ζωή. Καιρὸς διὰ νὰ κρημνίσῃ ὁ ἄνθρωπος, καὶ καιρός, διὰ νὰ ἀνοικοδόμησῃ.

Τρεμπέλα

Ὑπάρχει ὡρισμένος καιρὸς διὰ νὰ τιμωρήσῃ μὲ θάνατον ὁ ἄρχων, ὅπως καὶ ὡρισμένος καιρὸς νὰ ἀποτρέψῃ τὸν θάνατον καὶ νὰ χαρίσῃ τὴν ζωήν. Καιρὸς διὰ νὰ κρημνίσῃ ὁ ἄνθρωπος καὶ καιρὸς διὰ νὰ οἰκοδομήσῃ.

Ἐκκλ. 3,4

καιρὸς τοῦ κλαῦσαι καὶ καιρὸς τοῦ γελάσαι, καιρὸς τοῦ κόψασθαι καὶ καιρὸς τοῦ ὀρχήσασθαι,

Κολιτσάρα

Ὑπάρχει ὡρισμένος καιρός, διὰ νὰ κλαύσῃ κανείς, καὶ ὡρισμένος καιρὸς διὰ νὰ γελάσῃ. Ὡρισμένος καιρὸς διὰ θρήνους καὶ κοπετούς, καὶ ὡρισμένος καιρὸς διὰ νὰ χορεύσῃ κανεὶς καὶ ἐκδηλώσῃ τὴν χαράν του.

Τρεμπέλα

Ὑπάρχει ὡρισμένος καιρὸς διὰ νὰ κλαύσῃ κανεὶς καὶ ὡρισμένος καιρὸς διὰ νὰ γελάσῃ. Ὑπάρχουν περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας θὰ θρηνῇ καὶ θὰ κτυπᾷ τὴν κεφαλήν του λόγῳ πένθους, καὶ περιστάσεις κατὰ τὰς ὁποίας θὰ χορεύσῃ καὶ θὰ ἐκδηλώσῃ τὴν χαράν του.

Ἐκκλ. 3,5

καιρὸς τοῦ βαλεῖν λίθους καὶ καιρὸς τοῦ συναγαγεῖν λίθους, καιρὸς τοῦ περιλαβεῖν καὶ καιρὸς τοῦ μακρυνθῆναι ἀπὸ περιλήψεως,

Κολιτσάρα

Ὑπάρχουν περιστάσεις, ποὺ θὰ πετᾷ κανεὶς τοὺς λίθους ὡς ἀχρήστους, καὶ ἄλλοτε ποὺ θὰ μαζεύῃ λίθους πρὸς οἰκοδομήν. Ἄλλοτε πάλιν θὰ ἐναγκαλίζεται καὶ ἄλλοτε θὰ ἀπομακρύνεται ἀπὸ τὰς περιπτύξεις.

Τρεμπέλα

Ἄλλοτε κανεὶς θὰ πετᾷ λιθάρια καὶ ἄλλοτε θὰ μαζεύῃ λιθάρια. Ἄλλοτε πάλιν θὰ ἐναγκαλίζεται καὶ ἄλλοτε θὰ ἀπομακρύνεται ἀπὸ τὸν ἐναγκαλισμόν.

Ἐκκλ. 3,6

καιρὸς τοῦ ζητῆσαι καὶ καιρὸς τοῦ ἀπολέσαι, καιρὸς τοῦ φυλάξαι καὶ καιρὸς τοῦ ἐκβαλεῖν,

Κολιτσάρα

Ὑπάρχει καιρός, κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ ἀναζητήσῃ κανεὶς καὶ θὰ εὕρῃ, καὶ καιρὸς κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ χάσῃ. Ἄλλοτε θὰ ἀποθηκεύῃ καὶ θὰ βάλῃ κατὰ μέρος τὰ συναχθέντα, καὶ ἄλλοτε θὰ βγάλῃ αὐτὰ ἀπὸ τὴν ἀποθήκην καὶ θὰ τὰ ἐξοδεύσῃ.

Τρεμπέλα

Ὑπάρχει ἐποχή, κατὰ τὴν ὁποίαν κανεὶς θὰ φροντίσῃ διὰ νὰ εὕρῃ, καὶ ἐποχὴ κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ χάνῃ. Ἄλλοτε θὰ ἀποθηκεύσῃ καὶ θὰ βάλῃ κατὰ μέρος καὶ ἄλλοτε θὰ βγάλῃ ἀπὸ τὴν ἀποθήκην, θὰ ἐξοδεύσῃ.

Ἐκκλ. 3,7

καιρὸς τοῦ ῥῆξαι καὶ καιρὸς τοῦ ῥάψαι, καιρὸς τοῦ σιγᾶν καὶ καιρὸς τοῦ λαλεῖν,

Κολιτσάρα

Εἶναι καιρὸς κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ διαρρήξῃ κανεὶς τὰ ἐνδύματά του εἰς ἔνδειξιν πένθους καὶ ἀποδοκιμασίας, καὶ πάλιν εἶναι καιρὸς κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ ράψῃ τὰ ροῦχα του. Καιρὸς σιωπῆς καὶ καιρός, κατὰ τὸν ὁποῖον ἔχει τὸ δικαίωμα κανεὶς νὰ ὁμιλήσῃ.

Τρεμπέλα

Εἶναι καιρός, κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ σχίσῃ κανεὶς τὰ ἐνδύματά του ἢ θὰ διακόψῃ τὰς σχέσεις του, καὶ πάλιν εἶναι καιρός, ὁπότε θὰ ράψῃ τὰ ροῦχα του ἢ θὰ ἐπανασυνδέσῃ τὰς σχέσεις του. Ὑπάρχει ὁ ὡρισμένος καιρὸς τῆς σιωπῆς καὶ ὁ ὡρισμένος καιρὸς νὰ ὁμιλήσῃ.

Ἐκκλ. 3,8

καιρὸς τοῦ φιλῆσαι καὶ καιρὸς τοῦ μισῆσαι, καιρὸς πολέμου καὶ καιρὸς εἰρήνης.

Κολιτσάρα

Καιρὸς νὰ ἀγαπήσῃ καὶ καιρὸς νὰ μισήσῃ. Καιρὸς πρὸς πόλεμον καὶ καιρὸς πρὸς σύναψιν εἰρήνης.

Τρεμπέλα

Καιρὸς νὰ δείξῃ κανεὶς τὴν ἀγάπην του καὶ καιρὸς διὰ νὰ μισήσῃ. Καιρὸς πολέμου καὶ καιρὸς εἰρήνης.

Ἐκκλ. 3,9

τίς περισσεία τοῦ ποιοῦντος ἐν οἷς αὐτὸς μοχθεῖ;

Κολιτσάρα

Ποῖον λοιπόν, κέρδος ἀπομένει εἰς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος πράττει ὅσα ἀνωτέρω ἐλέχθησαν, καὶ διὰ τὰ ὁποῖα κοπιάζει εἰς ὅλην του τὴν ζωήν; Κανένα.

Τρεμπέλα

Ποῖον λοιπὸν εἶναι τὸ κέρδος εἰς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἐκτελεῖ ὅσα προτήτερα ἐξετέθησαν καὶ διὰ τὰ ὁποῖα μοχθεῖ εἰς τὴν ζωήν του; Οὐδέν!

Ἐκκλ. 3,10

εἶδον σὺν πάντα τὸν περισπασμόν, ὃν ἔδωκεν ὁ Θεὸς τοῖς υἱοῖς τῶν ἀνθρώπων τοῦ περισπᾶσθαι ἐν αὐτῷ.

Κολιτσάρα

Εἶδα ἐγὼ καὶ ἐπρόσεξα ἀκόμη ὅλην τὴν ταλαιπωρίαν καὶ προσπάθειαν, ποὺ ἔδωκεν ὁ Θεὸς εἰς τοὺς ἀνθρώπους, ὥστε νὰ περισπῶνται συνεχῶς μὲ αὐτήν.

Τρεμπέλα

Ἐπρόσεξα ἀκόμη ἐγὼ ὅλην τὴν ἀγωνιώδη προσπάθειαν, ποὺ ἔδωκεν ὁ Θεὸς εἰς τοὺς ἀνθρώπους, ὥστε νὰ ἀπασχολοῦνται μὲ αὐτὴν διαρκῶς.

Ἐκκλ. 3,11

σύμπαντα, ἃ ἐποίησε, καλὰ ἐν καιρῷ αὐτοῦ, καί γε σὺν τὸν αἰῶνα ἔδωκεν ἐν καρδίᾳ αὐτῶν, ὅπως μὴ εὕρῃ ὁ ἄνθρωπος τὸ ποίημα, ὃ ἐποίησεν ὁ Θεὸς ἀπ’ ἀρχῆς καὶ μέχρι τέλους.

Κολιτσάρα

Τὰ σύμπαντα ὅμως, ὅσα ἐδημιούργησεν ὁ Θεὸς εἰς τὸν κατάλληλον καιρόν των, εἶναι καλὰ λίαν. Καὶ τὴν αἴσθησιν τοῦ χρόνου ἔδωκεν ὁ Θεὸς εἰς τὴν διάνοιαν τῶν ἀνθρώπων. Δὲν ἐπέτρεψεν ὅμως ὁ Θεὸς καὶ οὔτε ἠμπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νὰ κατανοήσῃ τὸ ἔργον τοῦ Θεοῦ ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους, τὸ σχέδιον τῆς δημιουργίας καὶ τὸ νόημα τῆς ἱστορίας.

Τρεμπέλα

Ὅλα, ὅσα ἔκαμεν ὁ Θεός, τὰ ἔκαμε «καλὰ λίαν», τὸ καθένα εἰς τὸν καιρὸν του, καὶ τὴν ἔννοιαν τοῦ χρόνου ἔβαλεν εἰς τὴν σκέψιν τῶν ἀνθρώπων. Δὲν δύναται ὅμως ὁ ἄνθρωπος νὰ κατανοήσῃ τὸ ἔργον τοῦ Θεοῦ ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους καὶ νὰ συλλάβῃ τὸ σχέδιόν Του περὶ τοῦ κόσμου, ὡς καὶ τὸ νόημα τῆς ἱστορίας.

Ἐκκλ. 3,12

ἔγνων ὅτι οὐκ ἔστιν ἀγαθὸν ἐν αὐτοῖς, εἰ μὴ τοῦ εὐφρανθῆναι καὶ τοῦ ποιεῖν ἀγαθὸν ἐν ζωῇ αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

Κατέληξα εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἄλλη εὐτυχία εἰς τὸν ἄνθρωπον, εἰμὴ τὸ νὰ ἀπολαμβάνῃ ἐν μέτρῳ τὰ ὑλικὰ ἀγαθὰ καὶ νὰ πράττῃ τὸ καλὸν καὶ τὴν εὐεργεσίαν καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τῆς ζωῆς του.

Τρεμπέλα

Ἀπὸ τὴν ἐξέτασιν τῶν πραγμάτων ἔχω πεισθῇ ὅτι δὲν ὑπάρχει εὐτυχία διὰ τοὺς ἀνθρώπους, παρὰ μόνον ἂν εὐφρανθοῦν μὲ τὴν ἀπόλαυσιν τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν καὶ ἂν εὐεργετοῦν εἰς τὴν ζωήν τους.

Ἐκκλ. 3,13

καί γε πᾶς ἄνθρωπος, ὃς φάγεται καὶ πίεται καὶ ἴδῃ ἀγαθὸν ἐν παντὶ μόχθῳ αὐτοῦ, δόμα Θεοῦ ἐστιν.

Κολιτσάρα

Εὐτυχὴς εἶναι ἀκόμη ὁ ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος θὰ φάγῃ καὶ θὰ πίῃ καὶ θὰ ἴδῃ τὰ ἀγαθὰ ἐκ τῶν κόπων του. Ἂς ἔχῃ ὅμως ὑπ’ ὄψιν του, ὅτι αὐτὸ εἶναι δωρεὰ τοῦ Θεοῦ.

Τρεμπέλα

Εὐτυχὴς ἀκόμη εἶναι ὁ ἄνθρωπος, ποὺ θὰ φάγῃ καὶ θὰ πίῃ καὶ θὰ ἀνταμειφθὴ δι’ ὅλους τοὺς κόπους του· ἂς ἔχῃ ὅμως ὑπ’ ὄψει του ὅτι αὐτὸ εἶναι δῶρον τοῦ Θεοῦ πρὸς αὐτόν.

Ἐκκλ. 3,14

ἔγνων ὅτι πάντα, ὅσα ἐποίησεν ὁ Θεός, αὐτὰ ἔσται εἰς τὸν αἰῶνα· ἐπ’ αὐτῷ οὐκ ἔστι προσθεῖναι, καὶ ἀπ’ αὐτοῦ οὐκ ἔστιν ἀφελεῖν, καὶ ὁ Θεὸς ἐποίησεν, ἵνα φοβηθῶσιν ἀπὸ προσώπου αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

Ἐγνώρισα ἐγώ, καὶ γνωρίζω καλά, ὅτι ὅλα τὰ δημιουργήματα, ποὺ ἔκαμεν ὁ Θεός εἶνα ἀμετάβλητα καὶ παραμένουν αἰώνια. Εἰς κάθε ἔργον τοῦ Θεοῦ δὲν ἠμπορεῖ κανεὶς οὔτε νὰ προσθέσῃ οὔτε νὰ ἀφαιρέσῃ κάτι. Ὁ Θεὸς τὰ ἐδημιούργησε κατὰ τέτοιον τρόπον, ὥστε οἱ ἄνθρωποι, ὅταν τὰ βλέπουν, νὰ σέβωνται αὐτὸν καὶ νὰ ὑποτάσσωνται εἰς τὸ θέλημά του.

Τρεμπέλα

Γνωρίζω ἐγὼ ὅτι ὅλα, ὅσα ἔκαμεν ὁ Θεός, αὐτὰ θὰ εἶναι αἰώνια καὶ ἀμετακίνητα· εἰς κάθε ἔργον τοῦ Θεοῦ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προσθέσῃ ἢ νὰ ἀφαιρέσῃ κανείς. Καὶ ὁ Θεὸς τὰ ἔκαμε κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, ὥστε οἱ ἄνθρωποι νὰ φοβοῦνται Αὐτὸν καὶ νὰ ὑποτάσσωνται εἰς τὸ θέλημά του.

Ἐκκλ. 3,15

τὸ γενόμενον ἤδη ἐστί, καὶ ὅσα τοῦ γίνεσθαι, ἤδη γέγονε, καὶ ὁ Θεὸς ζητήσει τὸν διωκόμενον.

Κολιτσάρα

Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔχει ἤδη γίνει, ὑπάρχει. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μέλλει νὰ γίνῃ, ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ εἶναι ὡσὰν νὰ ἔχῃ γίνει. Ὁ δὲ Θεὸς τῆς δικαιοσύνης θὰ ἀναζητήσῃ καὶ θὰ ὑπερασπίσῃ αὐτόν, ποὺ ἀδίκως καταδιώκεται.

Τρεμπέλα

Ἐκεῖνο ποὺ ἔγινεν ἤδη, ὑπάρχει, καὶ ἐκεῖνα ποὺ πρόκειται νὰ γίνουν, διὰ τὸν Θεὸν εἶναι ὡς νὰ ἔχουν γίνει. Ἐφ’ ὅσον ὁ Θεὸς εἶναι τέτοιος, θὰ ἀναζητήσῃ καὶ θὰ ὑπερασπίσῃ ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος διώκεται ἀδίκως.

Ἐκκλ. 3,16

Καὶ ἔτι εἶδον ὑπὸ τὸν ἥλιον τόπον τῆς κρίσεως, ἐκεῖ ὁ ἀσεβής, καὶ τόπον τοῦ δικαίου, ἐκεῖ ὁ ἀσεβής.

Κολιτσάρα

Εἶδα ἀκόμη ἐγὼ κάτω ἀπὸ τὸν ἥλιον ἐπάνω εἰς τὴν γῆν τὰ δικαστήρια. Καὶ ἐκεῖ ἐκάθητο ὁ ἀσεβὴς ὡς κριτής, διὰ νὰ δικάσῃ. Εἶδα ὅτι εἰς τὸν τόπον, ὅπου ἔπρεπε νὰ κάθεται ὁ δίκαιος, ἐκάθητο ὁ ἀσεβής.

Τρεμπέλα

Καὶ εἶδα ἀκόμη κάτω ἀπὸ τὸν ἥλιον, εἰς τὴν γῆν, δικαστήριον καὶ ἐκεῖ ἐδίκαζεν ὁ ἀσεβής. Εἶδα ἀκόμη ὅτι εἰς τὸν τόπον, ὅπου ἔπρεπε νὰ ἀποδίδεται δικαιοσύνη, ἐκεῖ ἐκάθητο πάλιν ὡς δικαστὴς ὁ ἀσεβής·

Ἐκκλ. 3,17

καὶ εἶπα ἐγὼ ἐν καρδίᾳ μου· σὺν τὸν δίκαιον καὶ σὺν τὸν ἀσεβῆ κρινεῖ ὁ Θεός, ὅτι καιρὸς τῷ παντὶ πράγματι καὶ ἐπὶ παντὶ τῷ ποιήματι ἐκεῖ.

Κολιτσάρα

Ἐσκέφθην, λοιπόν, ἐγὼ ἀπὸ μέσα μου καὶ εἶπα· «ὁ Θεὸς θὰ κρίνῃ δικαίως τὸν δίκαιον καὶ τὸν ἀσεβῆ, διότι διὰ κάθε πρᾶγμα καὶ διὰ κάθε ἔργον θὰ ἔλθῃ ὁ κατάλληλος καιρός· τῆς ἀμοιβῆς ἢ τῆς τιμωρίας».

Τρεμπέλα

Καὶ ἔφερα εἰς τὸν νοῦν μου τὸ μέγα Δικαστήριον καὶ εἶπα μέσα μου· τὸν δίκαιον καὶ τὸν ἀσεβῆ θὰ κρίνῃ ὁ Θεός, διότι ὑπάρχει καιρὸς διὰ κάθε πρᾶγμα· ἐκεῖ δὲ ἔχει ὁρισθῆ καιρός, κατὰ τὸν ὁποῖον ὁ Θεὸς θὰ κρίνῃ μὲ δικαιοσύνην κάθε πρᾶξιν καὶ ἔργον ἀνθρώπινον.

Ἐκκλ. 3,18

εἶπα ἐγὼ ἐν καρδίᾳ μου περὶ λαλιᾶς υἱῶν τοῦ ἀνθρώπου, ὅτι διακρινεῖ αὐτοὺς ὁ Θεός, καὶ τοῦ δεῖξαι ὅτι αὐτοὶ κτήνη εἰσί.

Κολιτσάρα

Ἐσκέφθην ἐγὼ ἀπὸ μέσα μου καὶ εἶπα· ὅτι ὁ Θεὸς θὰ ξεχωρίσῃ τότε τοὺς ἀνθρώπους καὶ θὰ φανερώσῃ, ὅτι οἱ ἁμαρτωλοὶ ἄνθρωποι δὲν διαφέρουν ἀπὸ τὰ κτήνη, παρὰ μόνον κατὰ τὴν λαλιάν.

Τρεμπέλα

Καὶ ἔκαμα τὴν σκέψιν ἐν σχέσει μὲ τοὺς ἀσεβεῖς ἀνθρώπους, ὅτι θὰ τοὺς ξεχωρίσῃ τότε ὁ Θεὸς καὶ θὰ τοὺς ἀποδείξῃ ὅτι δὲν διαφέρουν ἀπὸ τὰ κτήνη παρὰ μόνον κατὰ τὴν λαλιὰν καὶ τὸν ἔναρθρον λόγον.

Ἐκκλ. 3,19

καί γε αὐτοῖς συνάντημα υἱῶν τοῦ ἀνθρώπου καὶ συνάντημα τοῦ κτήνους, συνάντημα ἓν αὐτοῖς· ὡς ὁ θάνατος τούτου, οὕτως καὶ ὁ θάνατος τούτου, καὶ πνεῦμα ἓν τοῖς πᾶσι· καὶ τί ἐπερίσσευσεν ὁ ἄνθρωπος παρὰ τὸ κτῆνος; οὐδέν, ὅτι πάντα ματαιότης.

Κολιτσάρα

Διότι τὸ τέλος ὅλων τῶν ἀνθρώπων καὶ τὸ τέλος τοῦ κτήνους εἶναι τὸ ἴδιο. Θὰ συναντηθοῦν εἰς τὸν θάνατον. Ὅπως εἶναι ὁ θάνατος τοῦ ζώου, ἔτσι εἶναι καὶ ὁ σωματικὸς θάνατος τοῦ ἀνθρώπου. Καὶ εἰς ὅλους, ἀνθρώπους καὶ ζῶα, φαίνεται, σὰν νὰ ὑπάρχῃ τὸ ἴδιο πνεῦμα. Καὶ ἐπομένως ἀπὸ ἀπόψεως φυσιολογικῆς τί ἐκέρδησεν ὁ ἄνθρωπος περισσότερον ἀπὸ τὸ κτῆνος; Τίποτε, διότι ὅλα εἶναι μάταια.

Τρεμπέλα

Διότι τὸ τέλος τῶν ἀνθρώπων καὶ τὸ τέλος τοῦ κτήνους εἶναι τὸ ἴδιο, ὁ θάνατος. Ὅπως εἶναι ὁ θάνατος τοῦ ζώου, ἔτσι ἐξωτερικῶς εἶναι καὶ ὁ θάνατος τοῦ ἀνθρώπου, καὶ εἰς ὅλους - ἀνθρώπους καὶ ζῶα - ὑπάρχει, φαινομενικῶς τουλάχιστον, μία πνοὴ ζωῆς. Καὶ ἑπομένως, φυσιολογικῶς τί ἐκέρδισεν ὁ ἄνθρωπος περισσότερον ἀπὸ τὸ κτῆνος; Τίποτε, διότι ὅλα εἶναι ματαιότης.

Ἐκκλ. 3,20

τὰ πάντα εἰς τόπον ἕνα· τὰ πάντα ἐγένετο ἀπὸ τοῦ χοός, καὶ τὰ πάντα ἐπιστρέψει εἰς τὸν χοῦν.

Κολιτσάρα

Τὰ πάντα, ζῶα καὶ ἄνθρωποι, θὰ καταντήσουν εἰς ἕνα τόπον· εἰς τὴν γῆν. Ὅλα ἔγιναν ἀπὸ τὸ χῶμα καὶ ὅλα θὰ ἐπιστρέψουν εἰς τὸ χῶμα.

Τρεμπέλα

Ὅλα, ζῶα καὶ ἄνθρωποι, θὰ πάνε εἰς ἕνα τόπον, τὴν γῆν ὅλα ἔγιναν ἀπὸ χῶμα καὶ ὅλα θὰ γυρίσουν πάλιν εἰς τὸ χῶμα.

Ἐκκλ. 3,21

καὶ τίς οἶδε τὸ πνεῦμα υἱῶν τοῦ ἀνθρώπου, εἰ ἀναβαίνει αὐτὸ ἄνω, καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ κτήνους, εἰ καταβαίνει αὐτὸ κάτω εἰς τὴν γῆν;

Κολιτσάρα

Καὶ ποιός, ἀλήθεια, βάσει μόνον τῆς ἀνθρωπίνης σοφίας, γνωρίζει, ἂν ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου μετὰ τὸν θάνατον ἀνεβαίνῃ πρὸς τὰ ἐπάνω εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἡ πνοὴ τοῦ κτήνους κατεβαίνει κάτω εἰς τὴν γῆν;

Τρεμπέλα

Καὶ ποῖος γνωρίζει, ἂν ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου ἀνεβαίνῃ μετὰ θάνατον πρὸς τὰ ἐπάνω καὶ ἢ πνοὴ τοῦ κτήνους κατεβαίνῃ κάτω εἰς τὴν γῆν;

Ἐκκλ. 3,22

καὶ εἶδον ὅτι οὐκ ἔστιν ἀγαθὸν εἰ μὴ ὃ εὐφρανθήσεται ὁ ἄνθρωπος ἐν ποιήμασιν αὐτοῦ, ὅτι αὐτὸ μερὶς αὐτοῦ· ὅτι τίς ἄξει αὐτὸν τοῦ ἰδεῖν ἐν ᾧ ἐὰν γένηται μετ’ αὐτόν;

Κολιτσάρα

Εἶδον ἐπάνω εἰς τὰ πράγματα καὶ κατέληξα εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀγαθὸν εἰς τὰ ἔργα καὶ τοὺς κόπους τοῦ ἀνθρώπου, εἰμὴ μόνον ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θὰ ἀπολαμβάνῃ κατὰ τὸ διάστημα τῆς ζωῆς του. Αὐτὴ εἶναι ἡ κληρονομία του καὶ τὸ μερίδιόν του. Διότι ποιὸς ἄλλος ἄνθρωπος εἶναι δυνατὸν νὰ ὁδηγήσῃ αὐτόν, διὰ νὰ μάθῃ, τί θὰ τοῦ συμβῇ μετὰ τὸν θάνατον, δηλαδὴ εἰς τὴν μέλλουσαν ζωήν;

Τρεμπέλα

Καὶ συμπεραίνω, ὅτι δὲν ὑπάρχει καλὸν καὶ ὠφέλιμον, τὸ ὁποῖον θὰ ἀποκομίσῃ ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τὰ κοπιώδη ἔργα του ἐπὶ τῆς γῆς, παρὰ μόνον ἂν ζῇ μὲ εὐχαρίστησιν, διότι αὐτὸ θὰ εἶναι ἡ ἀνταμοιβή του διὰ τὸ σῶμα του καὶ τὴν ἐπίγειον ζωήν του. Διότι ποῖος θὰ τὸν ὁδηγήσῃ νὰ ἰδῇ τί θὰ γίνῃ μετὰ θάνατον, εἰς τὴν μέλλουσαν δηλαδὴ ζωήν;

Κεφάλαιο 4

Ἐκκλ. 4,1

Καὶ ἐπέστρεψα ἐγὼ καὶ εἶδον σὺν πάσας τὰς συκοφαντίας τὰς γενομένας ὑπὸ τὸν ἥλιον· καὶ ἰδοὺ δάκρυον τῶν συκοφαντουμένων, καὶ οὐκ ἔστιν αὐτοῖς παρακαλῶν, καὶ ἀπὸ χειρὸς συκοφαντούντων αὐτοῖς ἰσχύς, καὶ οὐκ ἔστιν αὐτοῖς παρακαλῶν.

Κολιτσάρα

Περιῆλθον μὲ τὸν νοῦν τὴν οἰκουμένην καὶ εἶδα ὅλας τὰς καταδυναστεύσεις, αἱ ὁποῖαι ἔγιναν καὶ γίνονται κάτω ἀπὸ τὸν ἥλιον. Εἶδα τὰ δάκρυα τῶν καταδυναστευομένων καὶ δὲν ὑπῆρχε κανεὶς νὰ τοὺς βοηθήσῃ καὶ νὰ τοὺς παρηγορήσῃ. Ὁ ἐκβιασμὸς καὶ ἡ καταδυνάστευσις αὐτῶν προέρχεται ἐκ μέρους ἰσχυρῶν, ἀλλὰ ἀδίκων, ἀνθρώπων. Καὶ δὲν εὑρίσκεται κανείς, ὁ ὁποῖος νὰ τοὺς ἐνισχύσῃ καὶ παρηγορήσῃ.

Τρεμπέλα

Καὶ ἐγύρισα μὲ τὸν νοῦν μου καὶ εἶδα ὅλας τὰς καταδυναστεύσεις τῆς βίας, ὅσαι γίνονται κάτω ἀπὸ τὸν ἥλιον. Καὶ νὰ τὰ δάκρυα τῶν ἀδικουμένων καὶ δὲν ὑπάρχει δι’ αὐτοὺς ὁ παρηγορητής. Ὁ ἐκβιασμός των προέρχεται ἀπὸ τὸ χέρι τῶν ἰσχυρῶν ἀδίκων καὶ δὲν εὑρίσκεται κανείς, ποὺ νὰ τοὺς στηρίξῃ καὶ νὰ τοὺς ἐνισχύσῃ.

Ἐκκλ. 4,2

καὶ ἐπῄνεσα ἐγὼ σὺν πάντας τοὺς τεθνηκότας τοὺς ἤδη ἀποθανόντας ὑπὲρ τοὺς ζῶντας, ὅτι αὐτοὶ ζῶσιν ἕως τοῦ νῦν·

Κολιτσάρα

Καὶ ἐμακάρισα ἐγὼ τότε ὅλους τοὺς νεκρούς, αὐτοὺς οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἤδη ἀποθάνει, περισσότερον ἀπὸ τοὺς ζωντανούς, διότι αὐτοὶ ζοῦν ἀκόμη μέχρι τώρα.

Τρεμπέλα

Καὶ ἐμακάρισα τότε ἐγὼ ὅλους τοὺς νεκρούς. Τοὺς ἐμακάρισα περισσότερον ἀπὸ τοὺς ζωντανούς, γιατὶ αὐτοὶ ζοῦν ἀκόμα ἕως τώρα, ἐνῷ ἐκεῖνοι ἔχουν ἀποθάνει.

Ἐκκλ. 4,3

καὶ ἀγαθὸς ὑπὲρ τοὺς δύο τούτους ὅστις οὔπω ἐγένετο, ὃς οὐκ εἶδε σὺν τὸ ποίημα τὸ πονηρὸν τὸ πεποιημένον ὑπὸ τὸν ἥλιον.

Κολιτσάρα

Καὶ ἐκ τῶν δύο τούτων εὐτυχέστερος εἶναι ἐκεῖνος, ποὺ δὲν ἐγεννήθη ἀκόμη καὶ δὲν ἔλαβε πεῖραν τῶν ἀδικιῶν, αἱ ὁποῖαι γίνονται ἀνὰ τὴν ὑφήλιον.

Τρεμπέλα

Καὶ πιὸ εὐτυχισμένος ἀπὸ τοὺς δύο αὐτοὺς εἶναι ἐκεῖνος, ποὺ δὲν ἐγεννήθη κἄν, καὶ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος δὲν ἔλαβε πεῖραν τῶν ἀδικιῶν, ποὺ ἔχουν γίνει κάτω ἀπὸ τὸν ἥλιον.

Ἐκκλ. 4,4

Καὶ εἶδον ἐγὼ σὺν πάντα τὸν μόχθον καὶ σὺν πᾶσαν ἀνδρείαν τοῦ ποιήματος, ὅτι αὐτὸ ζῆλος ἀνδρὸς ἀπὸ τοῦ ἑταίρου αὐτοῦ· καί γε τοῦτο ματαιότης καὶ προαίρεσις πνεύματος.

Κολιτσάρα

Εἶδα ἐπίσης ἐγὼ ὅλον τὸν μόχθον καὶ ὅλην τὴν δραστηριότητα τῶν ἀνθρώπων διὰ τὰ ἔργα των. Καὶ διεπίστωσα, ὅτι ἡ δραστηριότης αὐτὴ προκαλεῖ ζηλοφθονίαν καὶ ἀνταγωνισμὸν τοῦ ἑνὸς ἀνθρώπου ἐναντίον τοῦ ἄλλου. Καὶ αὐτὸ ἀκριβῶς εἶναι ματαιότης· πνοὴ ἀνέμου ποὺ φεύγει.

Τρεμπέλα

Εἶδα ἐγὼ ἀκόμη ὅλον τὸν μόχθον καὶ τὴν ἱκανότητα δι’ ἐκτέλεσιν ἔργων· αὐτὸ ὅμως γίνεται αἰτία ζηλοτυπίας καὶ ἀνταγωνισμοῦ μεταξὺ τοῦ ἑνὸς ἀνθρώπου καὶ τοῦ ἅλλου. Καὶ τοῦτο εἶναι ματαιότης καὶ ματαιοπονία.

Ἐκκλ. 4,5

ὁ ἄφρων περιέβαλε τὰς χεῖρας αὐτοῦ καὶ ἔφαγε τὰς σάρκας αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

Ὁ ἄμυαλος καὶ τεμπέλης ἐσταύρωσε τὰ χέρια του καὶ ἀπὸ τὴν πεῖναν ἔλυωσαν αἱ σάρκες του.

Τρεμπέλα

Ὁ ἄμυαλος καὶ τεμπέλης ἐσταύρωσε τὰ χέρια του στὸ στῆθος καὶ δὲν δουλεύει, θὰ φάγῃ ὅμως τὰς σάρκας του ἀπὸ τὴν πεῖναν.

Ἐκκλ. 4,6

ἀγαθὸν πλήρωμα δρακὸς ἀναπαύσεως ὑπὲρ πληρώματα δύο δρακῶν μόχθου καὶ προαιρέσεως πνεύματος.

Κολιτσάρα

Προτιμότερον ἐγὼ θεωρῶ μία χούφταν γεμάτην μὲ ἀγαθά, ἀλλὰ μὲ κάποιαν ἄνεσιν ἀποκτηθέντα, παρὰ δύο χοῦφτες ἀγαθῶν, ποὺ ἀπεκτήθησαν μὲ μόχθον καὶ ἀπληστίαν ψυχῆς.

Τρεμπέλα

Εἶναι προτιμοτέρα μία χούφτα γεμάτη, ποὺ συνοδεύεται μὲ κανονικὴν ἀνάπαυσιν καὶ εἰρήνην, παρὰ δύο χοῦφτες, ποὺ συνοδεύονται μὲ μόχθον καὶ μὲ ἀπληστίαν ψυχῆς.

Ἐκκλ. 4,7

Καὶ ἐπέστρεψα ἐγὼ καὶ εἶδον ματαιότητα ὑπὸ τὸν ἥλιον.

Κολιτσάρα

Περιῆλθον ἐγὼ τὰς κοινωνίας καὶ εἶδα ἄλλας ματαιότητας ἀνὰ τὴν ὑφήλιον.

Τρεμπέλα

Καὶ ἐγύρισα ἀλλοῦ ἐγὼ καὶ εἶδα ἄλλην ματαιότητα κάτω ἀπὸ τὸν ἥλιον.

Ἐκκλ. 4,8

ἔστιν εἷς, καὶ οὐκ ἔστι δεύτερος, καί γε υἱὸς καί γε ἀδελφὸς οὐκ ἔστιν αὐτῷ· καὶ οὐκ ἔστι πειρασμὸς τῷ παντὶ μόχθῳ αὐτοῦ, καί γε ὀφθαλμὸς αὐτοῦ οὐκ ἐμπίπλαται πλούτου. καὶ τίνι ἐγὼ μοχθῶ καὶ στερίσκω τὴν ψυχήν μου ἀπὸ ἀγαθωσύνης; καί γε τοῦτο ματαιότης καὶ περισπασμὸς πονηρός ἐστι.

Κολιτσάρα

Εὑρίσκεται ἕνας καὶ μόνος ἄνθρωπος, δὲν ἔχει δεύτερον ἀπὸ τὴν αὐτὴν στέγην, δὲν ὑπάρχει εἰς αὐτὸν οὔτε παιδὶ οὔτε ἀδελφός· καὶ ἐν τούτοις οἱ μόχθοι του εἶναι ἀπεριόριστοι. Τὸ μάτι του δὲν χορταίνει ἀπὸ πλοῦτον καὶ ὑλικὰ ἀγαθά. Ποτὲ δὲν ἐσκέφθη καὶ δὲν εἶπε· «διὰ ποῖον, λοιπόν, ἐγὼ κοπιάζω καὶ στερῶ τὴν ζωήν μου ἀπὸ τὰ ὑλικὰ ἀγαθά;» Ἡ ἄσβεστος αὐτὴ ἐπιθυμία τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν εἶναι ματαία καὶ καταθλιπτικὴ προσπάθεια.

Τρεμπέλα

Εἶναι ἕνας μόνος του. Δὲν ὑπάρχει ἄλλος κοντά του. Οὔτε παιδὶ οὔτε ἀδελφὸς ὑπάρχει εἰς αὐτόν. Δὲν ὑπάρχει τελειωμὸς εἰς τὸν πολὺν μόχθον του καὶ τὸ μάτι του δὲν χορταίνει ἀπὸ τὸν πλοῦτον. Καὶ αὐτὸς εἶναι ὁ φιλάργυρος. Καὶ μονολογεῖ καὶ λέγει: Διὰ ποῖον ἐγὼ κοπιάζω τόσον πολὺ καὶ στερῶ τὸν ἑαυτόν μου ἀπὸ τὰ ἀγαθά; Καὶ αὐτὸ εἶναι ματαιότης καὶ ἐνασχόλησις βασανιστική.

Ἐκκλ. 4,9

ἀγαθοὶ οἱ δύο ὑπὲρ τὸν ἕνα, οἷς ἐστιν αὐτοῖς μισθὸς ἀγαθὸς ἐν μόχθῳ αὐτῶν·

Κολιτσάρα

Εὐτυχέστεροι καὶ ἐξυπηρετικώτεροι, διὰ τὸν ἑαυτόν των εἶναι οἱ δύο ἀπὸ τὸν ἕνα. Διότι εἰς αὐτούς, λόγῳ τῆς συνεργασίας των, ὑπάρχει ὁ μισθὸς καὶ ἡ ἀνταμοιβὴ τῶν κόπων των.

Τρεμπέλα

Εὐτυχέστεροι εἶναι οἱ δύο ἀπὸ τὸν ἕνα. Διότι εἰς αὐτοὺς λόγῳ τῆς συνεργασίας ὑπάρχει καλὴ ἀμοιβὴ τῶν κόπων των.

Ἐκκλ. 4,10

ὅτι ἐὰν πέσωσιν, ὁ εἷς ἐγερεῖ τὸν μέτοχον αὐτοῦ, καὶ οὐαὶ αὐτῷ τῷ ἑνί, ὅταν πέσῃ καὶ μὴ ᾖ δεύτερος ἐγεῖραι αὐτόν.

Κολιτσάρα

Ἐὰν δὲ πέσουν, ὁ ἔνας θὰ τρέξῃ νὰ σηκώσῃ τὸν σύντροφόν του. Ἀλλοίμονον ὅμως εἰς τὸν ἕνα, ὅταν πέσῃ καὶ δὲν θὰ εἶναι κανεὶς ἄλλος νὰ τὸν σηκώσῃ.

Τρεμπέλα

Διότι ἐὰν πέσουν ὁ καθένας μὲ τὴν σειράν του, ὁ ἄλλος θὰ τρέξῃ νὰ σηκώσῃ τὸν σύντροφόν του. Ἀλλοίμονον ὅμως εἰς τὸν ἕνα, τὸν μεμονωμένον, ὅταν πέσῃ καὶ δὲν θὰ εἶναι ἄλλος κανεὶς νὰ τὸν σηκώσῃ.

Ἐκκλ. 4,11

καί γε ἐὰν κοιμηθῶσι δύο, καὶ θέρμη αὐτοῖς· καὶ ὁ εἷς πῶς θερμανθῇ;

Κολιτσάρα

Ἐὰν κοιμηθοῦν καὶ οἱ δύο μαζῆ, θὰ ζεσταθοῦν· ὁ ἔνας μόνος του πῶς θὰ ζεσταθῇ;

Τρεμπέλα

Καὶ ἐὰν δύο κοιμηθοῦν μαζί, θὰ ζεσταθοῦν. Ὁ ἕνας ὅμως πῶς θὰ θερμανθῇ;

Ἐκκλ. 4,12

καὶ ἐὰν ἐπικραταιωθῇ ὁ εἷς, οἱ δύο στήσονται κατέναντι αὐτοῦ, καὶ τὸ σπαρτίον τὸ ἔντριτον οὐ ταχέως ἀπορραγήσεται.

Κολιτσάρα

Καὶ ἐὰν παρουσιασθῇ ἐχθρὸς ἱκανὸς νὰ ἐπικρατήσῃ ἐναντίον τοῦ ἑνὸς ἐξ αὐτῶν, οἱ δύο μαζῆ θὰ ἀντιπαραταχθοῦν ἐναντίον του. Τριπλᾶ στριμμένον σχοινίον δὲν σπάζει εὔκολα.

Τρεμπέλα

Καὶ ἐὰν ἕνας ἐχθρὸς ἐπικρατήσῃ εἰς τὸν ἕνα ἐξ αὐτῶν, οἱ δύο μαζὶ θὰ ἀντιπαραταχθοῦν ἐναντίον του. Τὸ τρίκλωνο σχοινὶ δὲν σπάζει εὔκολα.

Ἐκκλ. 4,13

Ἀγαθὸς παῖς πένης καὶ σοφὸς ὑπὲρ βασιλέα πρεσβύτερον καὶ ἄφρονα, ὃς οὐκ ἔγνω τοῦ προσέχειν ἔτι·

Κολιτσάρα

Εἶναι ἀνώτερος ἕνας νεαρὸς καὶ πτωχός, ἀλλὰ συνετός, ἄνθρωπος ἀπὸ βασιλέα γέροντα ἀλλὰ ἄμυαλον, ὁ ὁποῖος δὲν ἔμαθε νὰ δίδῃ προσοχὴν εἰς τὰς ὀρθὰς ὑποδείξεις.

Τρεμπέλα

Εἶναι ἀνώτερον ἕνα παιδὶ πτωχὸ καὶ μυαλωμένο, ἀπὸ ἕνα βασιλέα γέροντα καὶ ἄμυαλον, ὁ ὁποῖος δὲν ἔμαθεν ἀκόμη νὰ προσέχῃ τὰς συμβυυλὰς τῶν ἄλλων.

Ἐκκλ. 4,14

ὅτι ἐξ οἴκου τῶν δεσμίων ἐξελεύσεται τοῦ βασιλεῦσαι, ὅτι καί γε ἐν βασιλείᾳ αὐτοῦ ἐγενήθη πένης.

Κολιτσάρα

Ὁ νεαρὸς ἀλλὰ συνετὸς ἄνθρωπος, ἔστω καὶ ἂν ἐγεννήθη εἰς τὰ δεσμὰ τῆς δουλείας, δύναται νὰ ἐξέλθῃ ἀπὸ αὐτὴν καὶ νὰ γίνῃ βασιλεύς, καίτοι κατὰ τὰ διάστημα τῆς βασιλείας τοῦ ἀσυνέτου βασιλέως αὐτὸς εἶχε γεννηθῇ πτωχός.

Τρεμπέλα

Ὁ πτωχὸς καὶ μυαλωμένος νέος θὰ ἐξέλθῃ ἀπὸ τὴν φυλακὴν διὰ νὰ βασιλεύσῃ, καίτοι κατὰ τὸν χρόνον τῆς βασιλείας τοῦ γέροντος βασιλέως ἐγεννήθη πτωχός.

Ἐκκλ. 4,15

εἶδον σὺν πάντας τοὺς ζῶντας τοὺς περιπατοῦντας ὑπὸ τὸν ἥλιον μετὰ τοῦ νεανίσκου τοῦ δευτέρου, ὃς στήσεται ἀντ’ αὐτοῦ·

Κολιτσάρα

Εἶδα ἐγὼ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ζοῦν εἰς τὴν περιοχὴν ἐκείνην νὰ συντάσσωνται καὶ νὰ περικυκλώνουν τὸν δεύτερον, δηλαδὴ τὸν νεαρὸν συνετὸν ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος ἔγινε βασιλεὺς ἀντὶ τοῦ πρώτου.

Τρεμπέλα

Καὶ εἶδα ὅλους τοὺς ζωντανούς, ποὺ βαδίζουν κάτω ἀπὸ τὸν ἥλιον, νὰ συντάσσωνται μὲ τὸν δεύτερον, τὸν νεαρὸν καὶ συνετὸν βασιλέα, ὁ ὁποῖος θὰ βασιλεύσῃ ἀντὶ τοῦ πρώτου βασιλέως.

Ἐκκλ. 4,16

οὐκ ἔστι περασμὸς τῷ παντὶ λαῷ, τοῖς πᾶσιν, ὅσοι ἐγένοντο ἔμπροσθεν αὐτῶν· καί γε οἱ ἔσχατοι οὐκ εὐφρανθήσονται ἐν αὐτῷ· ὅτι καί γε τοῦτο ματαιότης καὶ προαίρεσις πνεύματος.

Κολιτσάρα

Ἀναρίθμητα ἦσαν τὰ πλήθη τοῦ λαοῦ, ποὺ ἐπροπορεύοντο ἔμπροσθεν ἀπὸ αὐτὸν καὶ τὸν ἐπευφημοῦσαν. Κατόπιν ὅμως οἱ μεταγενέστεροι δὲν θὰ εἶναι εὐχαριστημένοι μὲ αὐτόν. Θὰ ἔχῃ σβήσει ὁ ἐνθουσιασμός των· καὶ τοῦτο εἶναι ματαιότης καὶ κυνήγημα κενοῦ ἀέρος.

Τρεμπέλα

Ἦτο ἄπειρον, ἀμέτρητον τὸ πλῆθος τοῦ λαοῦ, ποὺ ἐπροπορεύετο αὐτοῦ τοῦ νεανίσκου. Κατόπιν ὅμως δὲν θὰ εἶναι εὐχαριστημένοι καὶ μὲ αὐτόν, διότι θὰ ἐξατμισθῇ ὁ ζῆλος των. Καὶ τοῦτο εἶναι ματαιότης καὶ ἀεροκυνήγημα.

Ἐκκλ. 4,17

Φύλαξον τὸν πόδα σου, ἐν ᾧ ἐὰν πορεύῃ εἰς οἶκον τοῦ Θεοῦ, καὶ ἐγγὺς τοῦ ἀκούειν· ὑπὲρ δόμα τῶν ἀφρόνων θυσία σου, ὅτι οὐκ εἰσὶν εἰδότες τοῦ ποιῆσαι κακόν.

Κολιτσάρα

Πρόσεξε καλά, ὅταν βαδίζῃς πρὸς τὸν ναὸν τοῦ Θεοῦ πλησίαζε νὰ ἀκούῃς καὶ νὰ ὑπακούῃς εἰς τὸν νόμον τοῦ Κυρίου. Ἡ θυσία σου ἂς εἶναι ἀνωτέρα ἀπὸ τὰ δῶρα τῶν ἁμαρτωλῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν συναίσθησιν, ὅταν πράττουν τὸ κακόν.

Τρεμπέλα

Πρόσεχε τὸ πόδι σου πῶς βαδίζεις, ὅταν πηγαίνῃς εἰς τὸν ναὸν τοῦ Θεοῦ· νὰ εἶσαι πρόθυμος νὰ ἀκούσῃς τὴν θείαν διδασκαλίαν, ποὺ διδάσκεται ἐκεῖ. Ἡ θυσία σου, ποὺ θὰ προσφέρῃς ἐκεῖ, ἂς εἶναι ἀνωτέρα ἀπὸ τὰ δῶρα τῶν ἁμαρτωλῶν, διότι αὐτοὶ εἶναι ἀναίσθητοι, ὅταν αμαρτάνουν.

Κεφάλαιο 5

Ἐκκλ. 5,1

Μὴ σπεῦδε ἐπὶ στόματί σου, καὶ καρδία σου μὴ ταχυνάτω τοῦ ἐξενέγκαι λόγον πρὸ προσώπου τοῦ Θεοῦ· ὅτι ὁ Θεὸς ἐν τῷ οὐρανῷ ἄνω, καὶ σὺ ἐπὶ τῆς γῆς. διὰ τοῦτο ἔστωσαν οἱ λόγοι σου ὀλίγοι.

Κολιτσάρα

Ἄς μὴ σπεύδῃ τὸ στόμα σου νὰ ὁμιλήσῃ, καὶ ἡ καρδία σου ἂς μὴ βιάζεται νὰ βγάζῃ λόγια, ὅταν εὑρίσκεσαι ἐνώπιον τοῦ Κυρίου. Διότι ὁ Θεός, ἐνώπιον τοῦ ὁποίου παρίστασαι, εἶναι ἐπάνω εἰς τὸν οὐρανὸν ἄπειρος καὶ μέγας. Καὶ σὺ εἶσαι κάτω εἰς τὴν γῆν μικρός. Δι’ αὐτὸ τὰ λόγια σου ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ ἂς εἶναι ὀλίγα καὶ συνετά.

Τρεμπέλα

Ἄς μὴ σπεύδῃ τὸ στόμα σου, τί θὰ εἴπῃ, καὶ ἡ καρδία σου ἂς μὴ βιάζεται νὰ ὁμιλήσῃ τὴν ὥραν, κατὰ τὴν ὁποίαν εὑρίσκεσαι ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ προσεύχεσαι. Νὰ εἶσαι προσεκτικὸς καὶ συνεσταλμένος, διότι ὁ Θεὸς εἶναι ἐπάνω εἰς τὸν οὐρανὸν μέγας καὶ σὺ κάτω εἰς τὴν γῆν μικρός. Δι’ αὐτὸ τὰ λόγια σου νὰ εἶναι μετρημένα.

Ἐκκλ. 5,2

ὅτι παραγίνεται ἐνύπνιον ἐν πλήθει πειρασμοῦ καὶ φωνὴ ἄφρονος ἐν πλήθει λόγων.

Κολιτσάρα

Διότι ὅπως τὰ ὄνειρα τὰ παράλογα καὶ ἀνόητα κατὰ κανόνα ὀφείλονται εἰς τὰς πολλὰς βιοτικὰς μερίμνας, ἔτσι καὶ ἡ προσευχὴ τοῦ ἄφρονος εἶναι ἀνόητος πολυλογία.

Τρεμπέλα

Διότι ὅπως ὁ ἀνήσυχος καὶ γεμᾶτος ὄνειρα ὕπνος ὀφείλεται εἰς τὰς πολλὰς βιοτικὰς φροντίδας, παρομοίως καὶ ἡ προσευχὴ τοῦ ἄφρονος εἶναι φλύαρος πολυλογία, ἡ ὁποία ὀφείλεται εἰς τὰς πολλὰς καὶ ματαίας ἀσχολίας του.

Ἐκκλ. 5,3

καθὼς ἂν εὔξῃ εὐχὴν τῷ Θεῷ, μὴ χρονίσῃς τοῦ ἀποδοῦναι αὐτήν, ὅτι οὐκ ἔστι θέλημα ἐν ἄφροσι· σὺ οὖν ὅσα ἐὰν εὔξῃ, ἀπόδος.

Κολιτσάρα

Ὅταν κατὰ τὴν προσευχήν σου κάμῃς κάποιο τάξιμον εἰς τὸν Θεόν, μὴ βραδύνῃς νὰ τὸ ἐκπληρώσῃς. Διότι ὁ Θεὸς δὲν εὐαρεστεῖται εἰς τοὺς ἀμυάλους, οἱ ὁποῖοι τάζουν καὶ δὲν ἐκπληρώνουν τὸ τάξιμό των. Σὺ ὅμως ὅσα θὰ τάξῃς πρέπει καὶ νὰ τὰ δόσῃς εἰς τὸν Θεόν.

Τρεμπέλα

Ὅταν κατὰ τὴν ὥραν τῆς προσευχῆς σου κάμῃς κάποιο τάξιμο εἰς τὸν Θεόν, νὰ μὴ ἀργοπορήσῃς νὰ τὸ ἐκπληρώσῃς, διότι ὁ Θεὸς δὲν εὐαρεστεῖται εἰς τοὺς ἀνοήτους, καθόσον τάζουν καὶ δὲν δίδουν. Σὺ ὅμως, ὅσα θὰ τάξῃς, πρέπει ὁπωσδήποτε νὰ τὰ δώσῃς·

Ἐκκλ. 5,4

ἀγαθὸν τὸ μὴ εὔξασθαί σε ἢ τὸ εὔξασθαί σε καὶ μὴ ἀποδοῦναι.

Κολιτσάρα

Προτιμότερον εἶναι νὰ μὴ τάξῃς τίποτε, παρὰ νὰ τάξῃς καὶ νὰ μὴ τὸ ἐκπληρώσῃς.

Τρεμπέλα

Εἶναι προτιμότερον καὶ ἀσφαλέστερον διὰ σὲ νὰ μὴ τάξῃς, παρὰ νὰ τάξῃς καὶ νὰ μὴ δώσῃς τὸ τάξιμό σου.

Ἐκκλ. 5,5

μὴ δῷς τὸ στόμα σου τοῦ ἐξαμαρτῆσαι τὴν σάρκα σου καὶ μὴ εἴπῃς πρὸ προσώπου τοῦ Θεοῦ, ὅτι ἄγνοιά ἐστιν, ἵνα μὴ ὀργισθῇ ὁ Θεὸς ἐπὶ φωνῇ σου καὶ διαφθείρῃ τὰ ποιήματα χειρῶν σου.

Κολιτσάρα

Μὴ ἀφήσῃς τὸ στόμα σου κατὰ τὴν ὥραν τῆς προσευχῆς νὰ διαπράξῃ ἀπέναντί σου τὸ σφάλμα καὶ νὰ προβῇ εἰς μεγάλο τάξιμο, διὰ τὸ ὁποῖον δικαιολογούμενος ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ θὰ εἴπῃς ὅτι ἐξ ἀγνοίας ἔταξες ἀνεκπλήρωτον τάξιμον, διὰ νὰ μὴ ὀργισθῇ ὁ Θεός ἐξ αἰτίας τῆς ἀκρίτου προσευχῆς σου καὶ καταστρέψῃ τὰ ἔργα τῶν χειρῶν σου.

Τρεμπέλα

Νὰ μὴ ἐπιτρέψῃς εἰς τὸ στόμα σου νὰ ἁμαρτήσῃ εἰς τὸν ἑαυτόν σου μὲ τὴν ἄκριτον πολυλογίαν κατὰ τὴν προσευχήν σου καὶ νὰ μὴ δικαιολογηθῇς ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ ἱερέως του, ὅτι τὸ τάξιμον ἔγινεν ἐξ ἀπροσεξίας καὶ κακοῦ ὑπολογισμοῦ, διὰ νὰ μὴ ὀργισθῇ ὁ Θεὸς μὲ τὴν προσευχήν σου καὶ καταστρέψῃ τὰ ἔργα τῶν χειρῶν σου.

Ἐκκλ. 5,6

ὅτι ἐν πλήθει ἐνυπνίων καὶ ματαιοτήτων καὶ λόγων πολλῶν, ὅτι σὺ τὸν Θεὸν φοβοῦ.

Κολιτσάρα

Ὅπως τὰ πλήθη τῶν ὀνείρων εἶναι ματαιότης, ἔτσι καὶ τὰ πολλὰ λόγια κατὰ τὴν ὥραν τῆς προσευχῆς. Σὺ ὅμως πρέπει νὰ εὐλαβῆσαι τὸν Θεὸν καὶ νὰ προσεύχεσαι μὲ σύνεσιν καὶ φόβον.

Τρεμπέλα

Ὅπως δὲ τὰ πολλὰ ὄνειρα εἶναι ματαιότης, ἔτσι εἶναι καὶ τὰ πολλὰ λόγια καὶ ἡ φλυαρία κατὰ τὴν ὥραν τῆς προσευχῆς. Σὺ ὅμως πρέπει νὰ φοβῆσαι τὸν Θεόν.

Ἐκκλ. 5,7

Ἐὰν συκοφαντίαν πένητος καὶ ἁρπαγὴν κρίματος καὶ δικαιοσύνης ἴδῃς ἐν χώρᾳ, μὴ θαυμάσῃς ἐπὶ τῷ πράγματι· ὅτι ὑψηλὸς ἐπάνω ὑψηλοῦ φυλάξαι, καὶ ὑψηλοὶ ἐπ’ αὐτοῖς.

Κολιτσάρα

Ἐὰν εἰς κάποιαν χώραν ἴδῃς καταδυνάστευσιν πτωχοῦ, κατάχρησιν καὶ καταπάτησιν δικαιοσύνης, μὴ ἐκπλαγῇς διὰ τὸ γεγονὸς αὐτό. Διότι ἐπάνω ἀπὸ τὸν ἰσχυρόν, ποὺ ἀδικεῖ τὸν πένητα, ὑπάρχει ἄλλος ἰσχυρότερος καὶ ἄλλοι ἀκόμη ἰσχυρότεροι ἐπάνω ἀπὸ αὐτούς, οἱ ὁποῖοι ἀδικοῦν καὶ καταπιέζουν τοὺς κατωτέρους των.

Τρεμπέλα

Ἐὰν ἴδῃς τὸν πτωχὸν καὶ ἀδύνατον νὰ καταπιέζεται ἀπὸ τὸν ἰσχυρὸν καὶ ὅτι ὑπάρχει ἔλλειψις καὶ παραβίασις δικαιοσύνης εἰς μίαν χώραν, νὰ μὴ ἀπορήσῃς διὰ τὸ κακὸν αὐτὸ ποὺ συμβαίνει· διότι ὁ ἀνώτερος καραδοκεῖ νὰ ἐκμεταλλευθῇ τὸν κατώτερόν του καὶ ἐπάνω ἀπὸ αὐτοὺς ὑπάρχουν ἄλλοι ὑψηλότεροι καὶ ὁ καθένας τους ἐκμεταλλεύεται τοὺς κατωτέρους του καὶ ἐκεῖνοι τὸν λαόν.

Ἐκκλ. 5,8

καὶ περισσεία γῆς ἐπὶ παντί ἐστι, βασιλεὺς τοῦ ἀγροῦ εἰργασμένου.

Κολιτσάρα

Εἶναι ὅμως πλεονέκτημα καὶ συμφέρον διὰ μίαν εὔφορον καὶ καλλιεργημένην χώραν νὰ ἔχῃ βασιλέα σοφὸν καὶ δίκαιον.

Τρεμπέλα

Εἶναι ὅμως πλεονέκτημα διὰ μίαν χώραν εὔφορον καὶ πλουσίαν νὰ ἔχῃ βασιλέα δίκαιον, ὁ ὁποῖος νὰ ἐμποδίζῃ τὴν ἐκμετάλλευσιν καὶ τὴν καταπίεσιν τοῦ λαοῦ.

Ἐκκλ. 5,9

Ἀγαπῶν ἀργύριον οὐ πλησθήσεται ἀργυρίου· καὶ τίς ἠγάπησεν ἐν πλήθει αὐτῶν γένημα; καί γε τοῦτο ματαιότης.

Κολιτσάρα

Ἐκεῖνος ποὺ ἀγαπᾷ μὲ πάθος τὰ χρήματα, δὲν θὰ χορτάσῃ ποτὲ ἀπὸ χρήματα. Καὶ ποῖον κέρδος ἀπεκόμισε κανεὶς ἀπὸ τὰ πολλὰ πλούτη καὶ τοὺς τόκους αὐτῶν; Καὶ αὐτὸ τὸ χρῆμα εἶναι ματαιότης.

Τρεμπέλα

Ἐκεῖνος ποὺ ἀγαπᾷ τὸ χρῆμα, ὁ φιλάργυρος, δὲν θὰ χορτάσῃ ποτὲ ἀπὸ χρήματα· ποῖος δὲ ἀπὸ τὰ πολλὰ πλούτη ἀπεκόμισεν ὄφελος; Καὶ αὐτό (τὸ χρῆμα) εἶναι ματαιότης.

Ἐκκλ. 5,10

ἐν πλήθει ἀγαθωσύνης ἐπληθύνθησαν ἔσθοντες αὐτήν· καὶ τί ἀνδρεία τῷ παρ’ αὐτῆς ὅτι ἀλλ’ ἢ τοῦ ὁρᾶν ὀφθαλμοῖς αὐτοῦ;

Κολιτσάρα

Ὅπου ὑπάρχουν πολλὰ ὑλικὰ ἀγαθά, ἐκεῖ θὰ ὑπάρχουν καὶ πολλοί, οἱ ὁποῖοι θὰ τὰ κατατρώγουν. Καὶ κατὰ τί θὰ ὠφελῆται ὁ κύριος τῶν ἀγαθῶν αὐτῶν; Θὰ βλέπῃ μόνον μὲ τὰ μάτια του τοὺς ἄλλους, νὰ ἀπολαμβάνουν τὰ ἰδικά του ἀγαθά.

Τρεμπέλα

Ὅπου ὑπάρχουν πολλὰ ὑλικὰ ἀγαθά, θὰ χορταίνουν ἐκεῖνοι ποὺ θὰ τὰ καρποῦνται καὶ θὰ τὰ τρώγουν· καὶ κατὰ τί θὰ ὠφελῆται ὁ κάτοχος τῶν ἀγαθῶν αὐτῶν; Θὰ βλέπῃ μόνον μὲ τὰ μάτια του τοὺς ἄλλους νὰ ἀπολαμβάνουν τὰ ἀγαθά του!

Ἐκκλ. 5,11

γλυκὺς ὕπνος τοῦ δούλου εἰ ὀλίγον καὶ εἰ πολὺ φάγεται· καὶ τῷ ἐμπλησθέντι τοῦ πλουτῆσαι οὐκ ἔστιν ἀφίων αὐτὸν τοῦ ὑπνῶσαι.

Κολιτσάρα

Ὁ ὕπνος τοῦ δούλου εἶναι γλυκὺς καὶ ἀναπαυτικός, ἐὰν εἴτε ὀλίγον εἴτε πολὺ φάγῃ. Ἐκεῖνος ὅμως ὁ ὁποῖος ἔχει γεμίσει ἀπὸ πλῆθος ὑλικῶν ἀγαθῶν, δὲν δύναται ἐξ αἰτίας τῶν φροντίδων τοῦ πλούτου, νὰ εὕρῃ γλυκὺν ὕπνον.

Τρεμπέλα

Ὁ ὕπνος τοῦ δούλου καὶ τοῦ ἐργάτου εἶναι γλυκύς, ἔστω καὶ ἂν φάγῃ ὀλίγον ἢ πολύ· ἐκεῖνον ὅμως, ποὺ ἐγέμισεν ἀπὸ πλούτη, δὲν τὸν ἀφήνουν νὰ κοιμηθῇ ἡ πολυφαγία καὶ ἡ ἀγωνιώδης φροντὶς δι’ αὐτά, ὅπως καὶ ἡ συνείδησις, ποὺ ἐξεγείρεται διὰ τὰς γενομένας ἀδικίας.

Ἐκκλ. 5,12

ἔστιν ἀρρωστία, ἣν εἶδον ὑπὸ τὸν ἥλιον, πλοῦτον φυλασσόμενον τῷ παρ’ αὐτοῦ εἰς κακίαν αὐτῷ,

Κολιτσάρα

Ὑπάρχει ὅμως καὶ ἕνα ἄλλο κακόν, τὸ ὁποῖον ἐγὼ εἶδα. Μία ἄλλη ἀρρώστια κάτω ἀπὸ τὸν ἥλιον. Καὶ αὐτὸ εἶναι ὁ πλοῦτος, ποὺ φυλάσσεται καὶ ὁ ὁποῖος ἐπιφυλάσσει βλάβας εἰς ἐκεῖνον, ποὺ τὸν ἔχει.

Τρεμπέλα

Ὑπάρχει ἕνα πρᾶγμα κακόν, ποὺ εἶδα κάτω ἀπὸ τὸν ἥλιον, καὶ αὐτὸ εἶναι ὁ πλοῦτος, ποὺ φυλάσσεται διὰ νὰ βλάψῃ ἐκεῖνον ποὺ τὸν φυλάσσει.

Ἐκκλ. 5,13

καὶ ἀπολεῖται ὁ πλοῦτος ἐκεῖνος ἐν περισπασμῷ πονηρῷ, καὶ ἐγέννησεν υἱόν, καὶ οὐκ ἔστιν ἐν χειρὶ αὐτοῦ οὐδέν.

Κολιτσάρα

Καὶ ὁ πλοῦτος ἐκεῖνος θὰ χαθῇ εἰς μίαν κακὴν ὥραν. Ὁ δὲ τέως πλούσιος ἐγέννησε παιδὶ καὶ δὲν θὰ ἀφήσῃ τίποτε ἀπὸ τὰ πλούτη του εἰς τὰ χέρια αὐτοῦ.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ πλοῦτος ἐκεῖνος θὰ χαθῇ εἰς ὥραν κακήν· καὶ ἂν ὁ πλούσιος ἐγέννησε καὶ παιδί, εἰς τὰ χέρια τοῦ διαδόχου του αὐτοῦ δὲν θὰ εὑρεθῇ τίποτε ἀπὸ τὸν πλοῦτον.

Ἐκκλ. 5,14

καθὼς ἐξῆλθεν ἀπὸ γαστρὸς μητρὸς αὐτοῦ γυμνός, ἐπιστρέψει τοῦ πορευθῆναι ὡς ἥκει, καὶ οὐδὲν οὐ λήψεται ἐν μόχθῳ αὐτοῦ, ἵνα πορευθῇ ἐν χειρὶ αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

Κάθε ἄνθρωπος ἐβγῆκε γυμνὸς ἀπὸ τὴν κοιλίαν τῆς μητρὸς του. Ἔτσι καὶ γυμνός, ὅπως ἦλθε, θὰ ἐπιστρέψῃ εἰς τὴν γῆν. Τίποτε ἀπὸ τοὺς κόπους του δὲν θὰ πάρῃ εἰς τὰ χέρια του, ὅταν πορευθῇ εἰς τὸν τάφον του.

Τρεμπέλα

Κάθε ἄνθρωπος, ὅπως ἐβγῆκε ἀπὸ τὴν κοιλίαν τῆς μητέρας του γυμνός, ἔτσι γυμνὸς θὰ ἐπιστρέψῃ πάλιν εἰς τὴν γῆν, ὅπως ἦλθε, καὶ τίποτε δὲν θὰ πάρῃ εἰς τὸ χέρι του ἀπὸ τοὺς κόπους του, ὅταν πεθαίνῃ.

Ἐκκλ. 5,15

καί γε τοῦτο πονηρὰ ἀρρωστία· ὥσπερ γὰρ παρεγένετο, οὕτως καὶ ἀπελεύσεται, καὶ τίς ἡ περισσεία αὐτοῦ, ᾗ μοχθεῖ εἰς ἄνεμον;

Κολιτσάρα

Τοῦτο δέ, ἡ ἰδιοτελὴς συγκέντρωσις μεγάλου πλούτου, εἶναι φοβερὰ ἀρρώστια, μεγάλη συμφορά. Διότι ὅπως γυμνὸς ἦλθεν ὁ ἄνθρωπος εἰς τὸν κόσμον, ἔτσι καὶ γυμνὸς θὰ ἀπέλθῃ ἀπὸ αὐτόν. Ποιὰ λοιπὸν ἡ ὠφέλειά του ἀπὸ τὰ ἀγαθὰ τῶν κόπων του, τὰ ὁποῖα διεσκόρπισεν ὁ ἄνεμος;

Τρεμπέλα

Καὶ αὐτὸ βεβαίως εἶναι ὀδυνηρὸν κακόν, διότι ὅπως ἦλθε, ἔτσι καὶ θὰ φύγῃ. Ποῖον λοιπὸν τὸ κέρδος του, ἐφ’ ὅσον κοπιάζει εἰς τὸν ἀέρα, εἰς μάτην;

Ἐκκλ. 5,16

καί γε πᾶσαι αἱ ἡμέραι αὐτοῦ ἐν σκότει καὶ ἐν πένθει καὶ θυμῷ πολλῷ καὶ ἀρρωστίᾳ καὶ χόλῳ.

Κολιτσάρα

Ὅλαι αἱ ἡμέραι τῆς ζωῆς τοῦ ἀχορτάστου πλουσίου εἶναι βυθισμέναι εἰς τὸ σκότος, εἰς τὴν λύπην ἐξ αἰτίας τοῦ πλούτου του. Διέρχεται αὐτὰς μὲ ταραχὴν καὶ ὀδύνην καὶ πικρίαν.

Τρεμπέλα

Ὅλαι αἱ ἡμέραι τοῦ πλεονέκτου πλουσίου εἶναι βυθισμέναι εἰς τὸ σκότος καὶ τὴν λύπην λόγῳ τῆς ἀγωνίας τοῦ πλούτου, διέρχονται δὲ μὲ πολὺν θυμὸν καὶ ὀδύνην καὶ πικρίαν.

Ἐκκλ. 5,17

Ἰδοὺ εἶδον ἐγὼ ἀγαθόν, ὅ ἐστι καλόν, τοῦ φαγεῖν καὶ τοῦ πιεῖν καὶ τοῦ ἰδεῖν ἀγαθωσύνην ἐν παντὶ μόχθῳ αὐτοῦ, ᾧ ἐὰν μοχθῇ ὑπὸ τὸν ἥλιον ἀριθμὸν ἡμερῶν ζωῆς αὐτοῦ, ὧν ἔδωκεν αὐτῷ ὁ Θεός· ὅτι αὐτὸ μερὶς αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

Ἰδοὺ ὅμως ποῖον καλὸν ἐγὼ εὑρῆκα ὡς εὐτυχίαν τοῦ ἀνθρώπου. Νὰ φάγῃ καὶ νὰ πίῃ, νὰ ἀπολαύσῃ τὰ ὑλικὰ ἀγαθά, τὰ ὁποῖα μὲ τὸν δίκαιον κόπον του ἀπέκτησεν ἐντίμως ἐργαζόμενος ὑπὸ τὸν ἥλιον ὅλας τὰς ἡμέρας τῆς ζωῆς του, τὰς ὁποίας τοῦ ἐχάρισεν ὁ Θεός. Αὐτὸ θὰ εἶναι τὸ μερίδιόν του καὶ τὸ κέρδος του.

Τρεμπέλα

Ἰδοὺ ἐγὼ τί θεωρῶ καλόν, δηλαδὴ ὠφέλιμον. Εἶναι ἐκεῖνο, ποὺ θὰ φάγῃ καὶ θὰ πίῃ ὁ ἄνθρωπος καὶ θὰ χαρῇ τὰ ἀγαθὰ τῶν κόπων, ποὺ καταβάλλει κάτω ἀπὸ τὸν ἥλιον εἰς ὅλην τὴν ζωήν του, ποὺ τοῦ ἐχάρισεν ὁ Θεός. Αὐτὸ θὰ εἶναι τὸ μερίδιόν του καὶ τὸ κέρδος του.

Ἐκκλ. 5,18

καί γε πᾶς ἄνθρωπος, ᾧ ἔδωκεν αὐτῷ ὁ Θεὸς πλοῦτον καὶ ὑπάρχοντα καὶ ἐξουσίασεν αὐτῷ φαγεῖν ἀπ’ αὐτοῦ καὶ λαβεῖν τὸ μέρος αὐτοῦ καὶ τοῦ εὐφρανθῆναι ἐν μόχθῳ αὐτοῦ, τοῦτο δόμα Θεοῦ ἐστιν.

Κολιτσάρα

Εἰς ἄνθρωπον εἰς τὸν ὁποῖον ὁ Θεὸς ἔδωκε πλοῦτον καὶ ἀγαθὰ καὶ τοῦ ἔδωκε συγχρόνως τὸ δικαίωμα νὰ τρώγῃ ἀπὸ αὐτά, νὰ τὰ κατέχῃ χωρὶς ἀγωνιώδεις μερίμνας καὶ νὰ χαίρεται τὰ ἀγαθὰ τῶν κόπων του, αὐτὸ εἶναι δῶρον τοῦ Θεοῦ.

Τρεμπέλα

Εἰς ὅποιον ἄνθρωπον ἔδωκεν ὁ Θεὸς πλοῦτον καὶ ἀγαθὰ καὶ τοῦ ἔδωκε τὴν ἐξουσίαν νὰ τρώγῃ ἀπ’ αὐτὰ καὶ νὰ τὰ κατέχῃ χωρὶς ἀγωνίαν καὶ νὰ χαίρεται τοὺς κόπους του, αὐτο εἶναι δῶρον τοῦ Θεοῦ.

Ἐκκλ. 5,19

ὅτι οὐ πολλὰ μνησθήσεται τὰς ἡμέρας τῆς ζωῆς αὐτοῦ· ὅτι ὁ Θεὸς περισπᾷ αὐτὸν ἐν εὐφροσύνῃ καρδίας αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

Αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος εἶναι εὐτυχής, διότι δὲν θὰ βασανίζεται μὲ πλῆθος προβλημάτων καθ’ ὅλας τὰς ἡμέρας τῆς ζωῆς του. Καὶ τοῦτο, διότι ὁ Θεὸς τοῦ ἔδωσεν αὐτὴν τὴν εὐχάριστον ἀπασχόλησιν. Νὰ εὐφραίνεται ἡ καρδιά του με τὰ ἀγαθά του.

Τρεμπέλα

Διότι δὲν θὰ ἐνθυμῆται διαρκῶς τὰς ὀλίγας ἡμέρας τῆς ζωῆς του μὲ τὰ λυπηρὰ τῶν γεγονότα, καθ’ ὅσον ὁ Θεὸς τοῦ ἔδωκεν ἄλλην ἀπασχόλησιν νὰ εὐφραίνεται ἡ καρδία του, ἡ δὲ χαρὰ αὐτὴ εἶναι τὸ διαλυτικὸν τῆς λύπης του.

Κεφάλαιο 6

Ἐκκλ. 6,1

Ἔστι πονηρία, ἣν εἶδον ὑπὸ τὸν ἥλιον, καὶ πολλή ἐστιν ἐπὶ τὸν ἄνθρωπον·

Κολιτσάρα

Ὑπάρχει ἕνα κακόν, ποὺ εἶδα ἐγὼ εἰς τὴν γῆν κάτω ἀπὸ τὸν ἥλιον, καὶ αὐτὸ εἶναι, πολὺ μεγάλο καὶ καταθλίβει τοὺς ἀνθρώπους·

Τρεμπέλα

Ὑπάρχει ἕνα κακόν, ποὺ εἶδα κάω ἀπὸ τὸν ἥλιον, καὶ αὐτὸ εἶναι πολὺ μεγάλο μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων.

Ἐκκλ. 6,2

ἀνήρ, ᾧ δώσει αὐτῷ ὁ Θεὸς πλοῦτον καὶ ὑπάρχοντα καὶ δόξαν, καὶ οὐκ ἔστιν ὑστερῶν τῇ ψυχῇ αὐτοῦ ἀπὸ πάντων, ὧν ἐπιθυμήσει, καὶ οὐκ ἐξουσιάσει αὐτῷ ὁ Θεὸς τοῦ φαγεῖν ἀπ’ αὐτοῦ, ὅτι ἀνὴρ ξένος φάγεται αὐτόν· τοῦτο ματαιότης καὶ ἀρρωστία πονηρά ἐστι.

Κολιτσάρα

νὰ ὑπάρξῃ δηλαδὴ ἕνας ἄνθρωπος, εἰς τὸν ὁποῖον ὁ Θεὸς νὰ δώσῃ πλοῦτον, ὑλικὰ ἀγαθὰ καὶ δόξαν, νὰ μὴ στερῆται ἀπὸ τίποτε, ὅσα ἐπιθυμεῖ ἡ ψυχή του, καὶ ὅμως νὰ μὴ ἐπιτρέψῃ ὁ Θεὸς εἰς αὐτὸν νὰ ἀπολαύσῃ τὰ ἀγαθά του, νὰ φάγῃ καὶ νὰ χορτάσῃ ἀπὸ αὐτά· ἀλλὰ νὰ παραχωρήσῃ ὁ Θεὸς νὰ τοῦ τὰ φάγῃ ἄλλος ἄνθρωπος, ξένος. Αὐτὸ εἶναι ματαιότης, ἀρρώστια κακὴ διὰ τὸν ἄνθρωπον.

Τρεμπέλα

Νὰ εὑρεθῇ δηλαδὴ ἕνας ἄνθρωπος, εἰς τὸν ὁποῖον νὰ δώσῃ ὁ Θεὸς πλοῦτον, ὑλικὰ ἀγαθὰ καὶ δόξαν καὶ νὰ μὴ στερῆται τίποτε, ἀπὸ ὅσα ἐπιθυμεῖ, καὶ ὅμως ὁ Θεὸς νὰ μὴ ἐπιτρέψῃ εἰς αὐτὸν νὰ ἀπολαύσῃ τὰ ἀγαθά του καὶ νὰ φάγῃ ἐξ αὐτῶν, ἀλλὰ νὰ ἐπιτρέψῃ νὰ τοῦ τὰ φάγῃ ἄλλος ἄνθρωπος ξένος· αὐτὸ εἶναι ματαιότης καὶ ἀσθένεια ἄσχημη.

Ἐκκλ. 6,3

ἐὰν γεννήσῃ ἀνὴρ ἑκατὸν καὶ ἔτη πολλὰ ζήσεται, καὶ πλῆθος ὅ,τι ἔσονται αἱ ἡμέραι ἐτῶν αὐτοῦ, καὶ ψυχὴ αὐτοῦ οὐ πλησθήσεται ἀπὸ τῆς ἀγαθωσύνης, καί γε ταφὴ οὐκ ἐγένετο αὐτῷ, εἶπα· ἀγαθὸν ὑπὲρ αὐτὸν τὸ ἔκτρωμα,

Κολιτσάρα

Ἐὰν ἔνας πλούσιος ἄνθρωπος ἀποκτήσῃ ἔστω καὶ ἑκατὸν παιδιὰ καὶ ζήσῃ πολλὰ ἔτη καὶ αἱ ἡμέραι τῆς ζωῆς του εἶναι πάρα πολλαί, ἀλλὰ δὲν θὰ ἡ μπορέσῃ νὰ χορτάσῃ καὶ ἀπολαύσῃ ἡ ψυχή του τὰ ἀγαθά του, εἰς δὲ τὸ τέλος οὔτε κηδείαν καὶ ταφὴν δὲν θὰ τοῦ κάμουν, τότε ἐγὼ εἶπα προτιμότερον ἀπὸ αὐτὸν εἶναι τὸ ἔκτρωμα,

Τρεμπέλα

Ἐὰν ὑποθέσωμεν ὅτι ἕνας ἄνθρωπος πλούσιος καὶ πλεονέκτης γεννήσῃ ἑκατὸ παιδιὰ καὶ ζήσῃ πολλὰ χρόνια καὶ αἱ ἡμέραι τῶν ἐτῶν τῆς ζωῆς του εἶναι πολλαί, δὲν χορτάσῃ ὅμως ἀπὸ τὰ ἀγαθά του καὶ δὲν ἀξιωθῇ κηδείας καὶ ταφῆς, τότε συμπεραίνω ὅτι τὸ ἔκτρωμα εἶναι πιὸ εὐτυχισμένον ἀπὸ τὸν ἄνθρωπον αὐτόν.

Ἐκκλ. 6,4

ὅτι ἐν ματαιότητι ἦλθε καὶ ἐν σκότει πορεύεται, καὶ ἐν σκότει ὄνομα αὐτοῦ καλυφθήσεται.

Κολιτσάρα

τὸ ὁποῖον ἐγεννήθη παράκαιρα, μετέβη ἀμέσως εἰς τὸ σκότος τοῦ θανάτου καὶ ἡ ὕπαρξίς του θὰ καλυφθῇ ἀπὸ τὸ σκότος τοῦ ᾅδου.

Τρεμπέλα

Διότι τὸ ἔκτρωμα ἦλθεν ὡς μηδαμινὸν καὶ χωρὶς κανένα σκοπὸν καὶ βαδίζει εἰς τὸ σκότος τοῦ θανάτου καὶ ἡ ὕπαρξίς του θὰ σκεπασθῇ μὲ τὸ σκότος.

Ἐκκλ. 6,5

καί γε ἥλιον οὐκ εἶδε καὶ οὐκ ἔγνω, ἀνάπαυσις τούτῳ ὑπὲρ τοῦτον.

Κολιτσάρα

Αὐτὸ τὸ ἔκτρωμα δὲν εἶδε τὸν ἥλιον, δὲν ἐγνώρισε τὸν ἑαυτόν του καὶ τὸν κόσμον, καὶ ὅμως ἀνεπαύθη καλύτερον ἀπὸ τὸν ἄνθρωπον ἐκεῖνον.

Τρεμπέλα

Τοσοῦτον μᾶλλον, καθ’ ὅσον δὲν ἀντίκρυσε τὸ φῶς τοῦ ἡλίου, οὔτε ἔλαβε συνείδησιν τοῦ ἑαυτοῦ του καὶ τοῦ γύρω τοῦ κόσμου, ἀνεπαύθη δὲ εἰς τὸν τάφον, παρὰ ὁ πλεονέκτης πλούσιος.

Ἐκκλ. 6,6

καὶ εἰ ἔζησε χιλίων ἐτῶν καθόδους καὶ ἀγαθωσύνην οὐκ εἶδε, μὴ οὐκ εἰς τόπον ἕνα πορεύεται τὰ πάντα;

Κολιτσάρα

Καὶ ἂν ἀκόμη ὁ πολύτεκνος πλούσιος ἔζησε χίλια ἔτη, δὲν ἀπήλαυσεν ὅμως τὰ ἀγαθά του, τί τὸ ὄφελος; Μήπως εἰς τὸν ἴδιον τόπον τοῦ θανάτου δὲν πηγαίνουν ὅλοι, καὶ ὁ χιλιόχρονος πλούσιος καὶ τὸ ἔκτρωμα;

Τρεμπέλα

Καὶ ἂν ἀκόμη ὁ πλούσιος μὲ τὰ πολλὰ παιδιὰ ἔζησε περιόδους χιλίων ἐτῶν καὶ δὲν ἀπήλαυσε τὰ ἀγαθά του, τί τὸ ὄφελος; Μήπως ὅλοι δὲν πηγαίνουν εἰς τὸν ἴδιον τόπον, καὶ ὁ χιλιόχρονος φιλάργυρος καὶ τὸ ἔκτρωμα;

Ἐκκλ. 6,7

Πᾶς μόχθος ἀνθρώπου εἰς στόμα αὐτοῦ, καί γε ἡ ψυχὴ οὐ πληρωθήσεται.

Κολιτσάρα

Κάθε ἄπληστος ἄνθρωπος κοπιάζει καὶ μοχθεῖ δι’ ἕνα σκοπόν· νὰ φάγῃ καὶ νὰ πίῃ. Καὶ ὅμως ἡ ψυχή του ποτὲ δὲν χορταίνει.

Τρεμπέλα

Κάθε κοπιώδης προσπάθεια τοῦ φιλαργύρου ἀνθρώπου ἀποβλέπει εἰς τὸ στόμα του, τί θὰ φάγῃ καὶ τί θὰ πίῃ καὶ πῶς θὰ ἀπολαύσῃ τὰ ὑλικὰ ἀγαθά, ἡ ἐπιθυμία ὅμως τῆς ψυχῆς μένει ἀνικανοποίητος.

Ἐκκλ. 6,8

ὅτι τίς περισσεία τῷ σοφῷ ὑπὲρ τὸν ἄφρονα; διότι ὁ πένης οἶδε πορευθῆναι κατέναντι τῆς ζωῆς.

Κολιτσάρα

Ποία ὅμως εἶναι ἡ ὑπεροχὴ τοῦ σοφοῦ ἀπέναντι τοῦ ἀσυνέτου; Ὁ σοφός, καὶ ἂν ἀκόμη εἶναι πτωχός, γνωρίζει πῶς νὰ πορεύεται τὸν δρόμον τῆς ζωῆς του· ἐνῷ ὁ ἀσύνετος τὸ ἀγνοεῖ.

Τρεμπέλα

Καμμίαν λοιπὸν ὠφέλειαν δὲν ἔχει ὁ σοφὸς ἀπὸ τὸν ἄφρονα; Ὄχι. Διότι ὁ σοφὸς καὶ εὐσεβής, καὶ ἂν εἶναι πτωχός, γνωρίζει νὰ ζῇ εὐτυχισμένος.

Ἐκκλ. 6,9

ἀγαθὸν ὅραμα ὀφθαλμῶν ὑπὲρ πορευόμενον ψυχῇ· καί γε τοῦτο ματαιότης καὶ προαίρεσις πνεύματος.

Κολιτσάρα

Προτιμότερον εἶναι τὸ ἀγαθόν, τὸ ὁποῖον ἔχει κανεὶς τώρα ἐνώπιον τῶν ὀφθαλμῶν του καὶ τὸ ἀπολαμβάνει, παρὰ τὸ μελλοντικόν, τὸ ὁποῖον φαντάζεται καὶ προσμένει ἡ ψυχή του. Αὐτὸ εἶναι ματαιότης καὶ κυνήγημα ἀνέμου.

Τρεμπέλα

Εἶναι προτιμοτέρα ἡ ἄμεσος ἀπόλαυσις ἐνὸς ἀγαθοῦ, ποὺ ἔχει κανεὶς ἐμπρὸς ἀπὸ τὰ μάτια του, ἀπὸ τοῦ νὰ περιπλανᾶται καὶ νὰ ἐπιθυμῇ μὲ τὴν φαντασίαν του χωρὶς νὰ ἰκανοποιήσῃ τὴν ἐπιθυμίαν του. Ἀλλὰ καὶ αὐτὸ εἶναι πρᾶγμα μάταιον καὶ ἀεροκυνήγημα.

Ἐκκλ. 6,10

Εἴ τι ἐγένετο, ἤδη κέκληται ὄνομα αὐτοῦ, καὶ ἐγνώσθη ὅ ἐστιν ἄνθρωπος, καὶ οὐ δυνήσεται κριθῆναι μετὰ τοῦ ἰσχυροτέρου ὑπὲρ αὐτόν·

Κολιτσάρα

Ἐκεῖνο ποὺ ἀποτελεῖ γεγονὸς καὶ ἔχει λάβει ὕπαρξιν, ἐπῆρεν ἐπίσης καὶ τὸ ὄνομά του. Εἶναι γνωστὴ ἡ ἀσθενὴς φύσις τοῦ ἀνθρώπου καὶ δὲν θὰ ἡ μπορέσῃ αὐτὸς νὰ ἀντιμετρηθῇ μὲ τὸν ἰσχυρότερόν του, δηλαδή μὲ τὸν Θεόν.

Τρεμπέλα

Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔγινε καὶ ὑπάρχει, ἔχει τὸ ὄνομά του. Εἶναι γνωστὴ ἐκ τῶν προτέρων ἡ ἀσθενὴς φύσις τοῦ ἀνθρώπου, καὶ ὁ ἀδύνατος ἄνθρωπος δὲν ἠμπορεῖ νὰ τὰ βάλῃ μὲ τὸν ἰσχυρότερόν του, τὸν Θεόν.

Ἐκκλ. 6,11

ὅτι εἰσὶ λόγοι πολλοὶ πληθύνοντες ματαιότητα. τί περισσὸν τῷ ἀνθρώπῳ;

Κολιτσάρα

Ἐπομένως κάθε συζήτησις καὶ ἀντιλογία τῶν ἀνθρώπων πρὸς τὸν Θεὸν εἶναι ἀνωφελὴς καὶ ἐπιβλαβής. Ποία, λοιπόν, ἡ ὠφέλεια τοῦ ἀνθρώπου, ὥστε νὰ ὁμιλῇ ἔτσι πρὸς τὸν Θεόν; Καμμία.

Τρεμπέλα

Ἑπομένως εἶναι πολλοὶ οἱ λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους ἀποδεικνύεται ἡ ματαιότης. Ποία λοιπὸν ἡ ὠφέλεια τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ ὅλον τὸν ἀγῶνα διὰ τὰ ὑλικὰ ἀγαθὰ καὶ τὴν ἀντιδικίαν του μὲ τὸν Θεόν;

Ἐκκλ. 6,12

ὅτι τίς οἶδεν ἀγαθὸν τῷ ἀνθρώπῳ ἐν τῇ ζωῇ ἀριθμὸν ζωῆς ἡμερῶν ματαιότητος αὐτοῦ; καὶ ἐποίησεν αὐτὰ ἐν σκιᾷ· ὅτι τίς ἀπαγγελεῖ τῷ ἀνθρώπῳ, τί ἔσται ὀπίσω αὐτοῦ ὑπὸ τὸν ἥλιον;

Κολιτσάρα

Διότι ποιὸς γνωρίζει ἀκριβῶς, τί εἶναι ἀγαθὸν καὶ συμφέρον εἰς τὸν ἄνθρωπον κατὰ τὰς ἡμέρας τῆς ματαίας αὐτοῦ ἐπιγείου ζωῆς; Αἱ ἡμέραι του παρέρχονται ὡσὰν σκιὰ καὶ ποιὸς θὰ ἀναγγείλῃ εἰς τὸν ἄνθρωπον, τί θὰ συμβῇ ἔπειτα ἀπὸ αὐτὸν ἐδῶ εἰς τὴν γῆν κάτω ἀπὸ τὸν ἥλιον;

Τρεμπέλα

Διότι ποῖος γνωρίζει τί εἶναι καλὸν καὶ ὠφέλιμον εἰς τὸν ἄνθρωπον κατὰ τὰς ἡμέρας τῆς ματαίας ζωῆς του; Αὐτὰς τὰς διέρχεται ὡσὰν τὴν σκιάν. Καὶ ποῖος θὰ ἀναγγείλῃ εἰς τὸν ἄνθρωπον τί θὰ συμβῇ ἔπειτα ἀπὸ αὐτὸν ἐπάνω εἰς τὴν γῆν;

Κεφάλαιο 7

Ἐκκλ. 7,1

Ἀγαθὸν ὄνομα ὑπὲρ ἔλαιον ἀγαθὸν καὶ ἡμέρα τοῦ θανάτου ὑπὲρ ἡμέραν γεννήσεως.

Κολιτσάρα

Τὸ καλὸν ὄνομα εἶναι προτιμότερον καὶ ἀπὸ τὸ καλύτερον μύρον. Καὶ ἀπὸ τὴν ἡμέραν τῆς γεννήσεως εἶναι προτιμοτέρα ἡ ἡμέρα τοῦ θανάτου, διότι εἶναι ἐκδημία πρὸς τὴν αἰωνιότητα.

Τρεμπέλα

Τὸ καλὸν ὄνομα εἶναι καλύτερον ἀπὸ τὸ ἀκριβὸ μύρον καὶ ἡ ἡμέρα τοῦ θανάτου εἶναι προτιμοτέρα ἀπὸ τὴν ἡμέραν τῆς γεννήσεως, διότι ὁ θάνατος λυτρώνει ἀπὸ τὰ δεινὰ τοῦ βίου καὶ τὸ πνεῦμα ἐπιστρέφει εἰς τὸν Θεόν.

Ἐκκλ. 7,2

ἀγαθὸν πορευθῆναι εἰς οἶκον πένθους ἢ ὅτι πορευθῆναι εἰς οἶκον πότου, καθότι τοῦτο τέλος παντὸς ἀνθρώπου, καὶ ὁ ζῶν δώσει ἀγαθὸν εἰς καρδίαν αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

Προτιμότερον καὶ ὠφελιμώτερον εἶναι νὰ ἐπισκεφθῇ κανεὶς σπίτι, ὅπου ὑπάρχει πένθος, παρὰ νὰ μεταβῇ εἰς οἶκον, ὅπου παρατίθεται συμπόσιον. Διότι ὁ θάνατος εἶναι ἡ κατάληξις τοῦ κάθε ἀνθρώπου. Καὶ ὁ ἄνθρωπος, ποὺ εὑρίσκεται ἐν τῇ ζωῇ, ἃς δεχθῇ αὐτὰς τὰς σκέψεις καὶ θὰ δώσῃ ἔτσι κάτι ἀγαθὸν εἰς τὴν καρδίαν του.

Τρεμπέλα

Εἶναι ὠφελιμώτερον τὸ νὰ ἐπισκεφθῇ κανεὶς ἕνα σπίτι ποὺ ἔχει πένθος, παρὰ νὰ μεταβῇ εἰς σπίτι ὅπου γίνεται συμπόσιον, διότι αὐτό, ὁ θάνατος δηλαδή, εἶναι τὸ τέλος κάθε ἀνθρώπου, καὶ ὁ ἄνθρωπος ποὺ ζῇ, ἂς τὸ φέρῃ εἰς τὸν νοῦν του καὶ ἂς σκέπτεται τὸ ὠφέλιμον.

Ἐκκλ. 7,3

ἀγαθὸν θυμὸς ὑπὲρ γέλωτα, ὅτι ἐν κακίᾳ προσώπου ἀγαθυνθήσεται καρδία.

Κολιτσάρα

Ἡ σοβαρότης εἶναι προτιμοτέρα ἀπὸ τὸν γέλωτα. Διότι μὲ τὴν σοβαρὰν ὄψιν τοῦ προσώπου καὶ τοῦ ἤθους θὰ χαρῇ ἡ καρδία.

Τρεμπέλα

Εἶναι προτιμοτέρα ἡ σοβαρότης ἀπὸ τὸν ἀπερίσκεπτον γέλωτα καὶ τὴν ἐπιπολαίαν εὐθυμίαν, διότι, ὅταν τὸ πρόσωπον εἶναι σοβαρὸν καὶ αὐστηρόν, ἡ καρδία θὰ χαρῇ.

Ἐκκλ. 7,4

καρδία σοφῶν ἐν οἴκῳ πένθους, καὶ καρδία ἀφρόνων ἐν οἴκῳ εὐφροσύνης.

Κολιτσάρα

Ἡ ψυχὴ καὶ ὁ νοῦς τῶν συνετῶν ἀνθρώπων σκέπτεται τὸ σπίτι, ποὺ πενθεῖ, καὶ μορφώνεται εἰς τὸν ἀγαθόν. Ὁ νοῦς ὅμως τῶν ἀσυνέτων τρέχει εἰς τοὺς τόπους τῆς ἀσωτίας καὶ τῆς διασκεδάσεως.

Τρεμπέλα

Ὁ νοῦς τῶν εὐσεβῶν σκέπτεται τὸ σπίτι ποὺ πενθεῖ καὶ ἀσχολεῖται μὲ τὸ θέμα τοῦ θανάτου καὶ τῆς αἰωνιότητος, ὁ νοῦς ὅμως τῶν ἀφρόνων τρέχει εἰς τοὺς τόπους τῆς διασκεδάσεως.

Ἐκκλ. 7,5

ἀγαθὸν τὸ ἀκοῦσαι ἐπιτίμησιν σοφοῦ ὑπὲρ ἄνδρα ἀκούοντα ᾆσμα ἀφρόνων·

Κολιτσάρα

Καλύτερος εἶναι ἐκεῖνος, ποὺ ἀκούει παρατήρησιν καὶ ἐπίπληξιν ἐκ μέρους ἑνὸς σοφοῦ καὶ εὐσεβοῦς ἀνθρώπου, ἀπὸ ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος ἀκούει τραγούδια ἀνοήτων.

Τρεμπέλα

Καλύτερος εἶναι ἐκεῖνος ποὺ ἀκούει ἐπίπληξιν ἀπὸ ἕνα σοφὸν καὶ εὐσεβῆ ἄνθρωπον, ἀπὸ τὸν ἄνθρωπον ἐκεῖνον ποὺ ἀκούει τραγούδια ἀνοήτων.

Ἐκκλ. 7,6

ὡς φωνὴ ἀκανθῶν ὑπὸ τὸν λέβητα, οὕτως γέλως τῶν ἀφρόνων· καί γε τοῦτο ματαιότης.

Κολιτσάρα

Ὡσὰν τὸ τρίξιμο, ποὺ κάνουν τὰ ἀγκάθια, τὰ ὁποῖα καίονται κάτω ἀπὸ τὸ καζάνι, ἔτσι εἶναι ἡ διασκέδασις καὶ τὸ γέλιο τῶν ἀφρόνων. Καὶ αὐτὸ βεβαίως εἶναι ματαιότης.

Τρεμπέλα

Σὰν τὸ τρίξιμο ποὺ κάνονν τὰ ἀγκάθια, τὰ ὁποῖα καίονται κάτω ἀπὸ τὸν λέβητα, ἔτσι ὁμοιάζει καὶ τὸ γλέντι καὶ τὸ γέλιο τῶν ἀφρόνων. Καὶ αὐτὸ ὅμως εἶναι ματαιότης.

Ἐκκλ. 7,7

ὅτι ἡ συκοφαντία περιφέρει σοφὸν καὶ ἀπόλλυσι τὴν καρδίαν εὐτονίας αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

Ἡ καταδυνάστευσις καὶ ἡ ἐκμετάλλευσις κάμνει καὶ αὐτὸν τὸν σοφὸν νὰ παραφέρεται, καὶ τὴν καρδίαν του νὰ χάνῃ τὴν γενναιότητά της.

Τρεμπέλα

Ἡ καταπίεσις καὶ ἡ ἐκμετάλλευσις κάμνει καὶ τὸν σοφὸν νὰ παραφέρεται καὶ τοῦ ἀφαιρεῖ τὴν καρδίαν του, δηλαδὴ τὴν ψυχραιμίαν καὶ τὴν αὐτοκυριαρχίαν του.

Ἐκκλ. 7,8

ἀγαθὴ ἐσχάτη λόγων ὑπὲρ ἀρχὴν αὐτοῦ, ἀγαθὸν μακρόθυμος ὑπὲρ ὑψηλὸν πνεύματι.

Κολιτσάρα

Προτιμοτέρα εἶναι ἡ καλὴ ἔκβασις τῶν λόγων, παρὰ ἡ ἀρχή των. Προτιμότερος εἶναι ὁ ὑπομονητικὸς καὶ μακρόθυμος ἄνθρωπος, ἀπὸ τὸν ἐγωϊστὴν καὶ ὑψηλόφρονα.

Τρεμπέλα

Προτιμοτέρα εἶναι ἡ ἔκβασις τῶν λόγων, παρὰ ἡ ἀρχὴ αὐτῶν. Προτιμότερος ὁ ὑπομονητικὸς καὶ μακρόθυμος ἄνθρωπος ἀπὸ τὸν ὑψηλόφρονα καὶ ἐγωϊστήν.

Ἐκκλ. 7,9

μὴ σπεύσῃς ἐν πνεύματί σου τοῦ θυμοῦσθαι, ὅτι θυμὸς ἐν κόλπῳ ἀφρόνων ἀναπαύσεται.

Κολιτσάρα

Μὴ σπεύδῃς νὰ ταραχθῇς καὶ ὀργισθῇς, διότι ὁ θυμὸς ἐγκαθίσταται μονίμως εἰς τὴν καρδίαν τῶν ἀνοήτων ἀνθρώπων, τῶν ὁποίων καὶ ἀποτελεῖ χαρακτηριστικὸν γνώρισμα.

Τρεμπέλα

Νὰ μὴ σπεύδῃς νὰ ὀργίζεσαι, διότι ὁ θυμὸς ἐγκαθίσταται μονίμως εἰς τὸν κόλπον τῶν ἀνοήτων.

Ἐκκλ. 7,10

μὴ εἴπῃς· τί ἐγένετο ὅτι αἱ ἡμέραι αἱ πρότεραι ἦσαν ἀγαθαὶ ὑπὲρ ταύτας; ὅτι οὐκ ἐν σοφίᾳ ἐπηρώτησας περὶ τούτου.

Κολιτσάρα

Μὴ εἴπῃς μὲ νοσταλγίαν, τί συνέβη ὥστε αἱ περασμέναι ἡμέραι ἦσαν καλύτεροι ἀπὸ αὐτὰς τὰς σημερινάς; Ἡ ἐρώτησίς σου αὐτὴ δὲν εἶναι σοφὴ καὶ συνετή.

Τρεμπέλα

Νὰ μὴ εἴπῃς μὲ διάθεσιν μεμψίμοιρον καὶ ἐριστικήν: «Καὶ τί ἔγινε μὲ τὸ ὅτι αἱ παλαιότεραι ἡμέραι ἦσαν καλύτεραι ἀπὸ αὐτάς;» Διότι ἡ ἐρώτησίς σου αὐτὴ δὲν δεικνύει σοφίαν καὶ σύνεσιν.

Ἐκκλ. 7,11

ἀγαθὴ σοφία μετὰ κληρονομίας καὶ περισσεία τοῖς θεωροῦσι τὸν ἥλιον·

Κολιτσάρα

Ἡ σοφία εἶναι καλὴ καὶ ὠφέλιμος, ὅταν ἔχῃ μαζῆ της ὡς κληρονομίαν καὶ ὑλικὰ ἀγαθά. Αὐτὸ εἶναι πλεονέκτημα, δι’ ὅσους βλέπουν τὸν ἥλιον, δι’ ὅσους ζοῦν.

Τρεμπέλα

Ἡ σοφία εἶναι ὠφέλιμος, ὅταν συνοδεύεται καὶ μὲ περιουσίαν, καὶ εἶναι πλεονέκτημα δι’ ἐκείνους ποὺ βλέπουν τὸν ἥλιον, δηλαδὴ τοὺς ζωντανούς.

Ἐκκλ. 7,12

ὅτι ἐν σκιᾷ αὐτῆς ἡ σοφία ὡς σκιὰ ἀργυρίου, καὶ περισσεία γνώσεως τῆς σοφίας ζωοποιήσει τὸν παρ’ αὐτῆς.

Κολιτσάρα

Διότι ἡ σοφία ἐν τῇ σκιᾷ της εἶναι ὅπως ἡ σκέπη καὶ ἡ σκιὰ τοῦ ἀργυρίου. Ὁ πλοῦτος τῆς γνώσεως καὶ τῆς σοφίας θὰ διατηρήσῃ εἰς τὴν ζωὴν τὸν κάτοχόν του.

Τρεμπέλα

Διότι τὸ χρῆμα ἀσφαλίζεται καὶ ἀξιοποιεῖται κάτω ἀπὸ τὴν σκέπην τῆς σοφίας, ὁ πλεονασμὸς ὅμως τῆς γνώσεως τῆς σοφίας θὰ δώσῃ ζωὴν εἰς τὸν κάτοχόν της.

Ἐκκλ. 7,13

ἰδὲ τὰ ποιήματα τοῦ Θεοῦ· ὅτι τίς δυνήσεται τοῦ κοσμῆσαι ὃν ἂν ὁ Θεὸς διαστρέψῃ αὐτόν;

Κολιτσάρα

Κύτταξε μὲ προσοχὴν τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ, διότι ποιὸς θὰ ἠμπορῇ νὰ διορθώσῃ καὶ καλλύνῃ αὐτό, ποὺ φαίνεται εἰς ἡμᾶς ὅτι ὁ Θεὸς τὸ ἔκαμεν ἄσχημον καὶ κυρτόν;

Τρεμπέλα

Μελέτησε μὲ προσοχὴν τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ· διότι ποῖος θὰ δυνηθῇ νὰ διορθώσῃ ἐκεῖνο, ποὺ φαίνεται εἰς ἡμᾶς ὅτι ὁ Θεὸς τὸ ἔκαμεν ἄσχημον;

Ἐκκλ. 7,14

ἐν ἡμέρᾳ ἀγαθωσύνης ζῆθι ἐν ἀγαθῷ καὶ ἐν ἡμέρᾳ κακίας ἰδέ· καί γε σὺν τούτῳ συμφώνως τοῦτο ἐποίησεν ὁ Θεὸς περὶ λαλιᾶς, ἵνα μὴ εὕρῃ ἄνθρωπος ὀπίσω αὐτοῦ οὐδέν.

Κολιτσάρα

Κατὰ τὰς ἡμέρας τῆς ἀφθονίας ζῆσε ἀπολαμβάνων τὰ ἀγαθά. Κατὰ τὰς ἡμέρας τῆς δυστυχίας ἴδε καὶ σκέψου, ὅτι ὁ Θεός ἔχει κάμει τοῦτο ἐν συναρτήσει καὶ συμφωνίᾳ πρὸς τὸ ἄλλο. Ὥστε ὁ ἄνθρωπος νὰ μὴ γνωρίζῃ τίποτε δι’ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θὰ ἐπακολουθήσουν εἰς τὸ μέλλον.

Τρεμπέλα

Κατὰ τὰς εὐτυχεῖς ἡμέρας σου να ἀπολαμβάνῃς τὰ ἀγαθά σου καὶ κατὰ τὴν δυστυχίαν σου νὰ φιλοσοφῇς, διότι, ὅπως λέγουν, καὶ ἐκείνας καὶ αὐτὴν ὁ Θεὸς τὰς ἔδωκε καὶ συνεκέρασε τὴν εὐτυχίαν καὶ τὴν δυστυχίαν κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε ὁ ἄνθρωπος νὰ μὴ ἠμπορῇ νὰ προβλέψη τι διὰ τὸ μέλλον του.

Ἐκκλ. 7,15

Σὺν τὰ πάντα εἶδον ἐν ἡμέραις ματαιότητός μου. ἔστι δίκαιος ἀπολλύμενος ἐν δικαίῳ αὐτοῦ, καί ἐστιν ἀσεβὴς μένων ἐν κακίᾳ αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

Ὅλα αὐτὰ τὰ εἶδα καὶ τὰ διεπίστωσα κατὰ τὰς ἡμέρας τῆς ματαίας καὶ προσωρινῆς ζωῆς μου. Ὑπάρχει δίκαιος, ὁ ὁποῖος καταστρέφεται, καίτοι ἐξακολουθεῖ νὰ εὑρίσκεται ἐν τῷ δικαίῳ. Καὶ ὑπάρχει ἀσεβής, ὁ ὁποῖος εὐδοκιμεῖ, μολονότι παραμένει εἰς τὴν ζωὴν τῆς ἀσωτίας καὶ τῆς ἁμαρτίας.

Τρεμπέλα

Καὶ τὰ δύο ποὺ ἀκολουθοῦν, τὰ εἶδα κατὰ τὸν σύντομον βίον μου, τὸν πλήρη ματαίων προσπαθειῶν· ὑπάρχει δίκαιος, ὁ ὁποῖος καταστρέφεται, καίτοι ἑξακολουθεῖ νὰ εἶναι δίκαιος, καὶ ὑπάρχει ἀσεβής, ὁ ὁποῖος εὐδοκιμεῖ, παρ’ ὅλον ὅτι συνεχίζει ζωὴν ἀσεβῆ καὶ ἁμαρτωλόν.

Ἐκκλ. 7,16

μὴ γίνου δίκαιος πολύ, μηδὲ σοφίζου περισσά, μήποτε ἐκπλαγῇς.

Κολιτσάρα

Μὴ γίνεσαι πάρα πολὺ δίκαιος καὶ μὴ κάμνῃς πολὺ τὸν σοφόν, διὰ νὰ μὴ εὑρεθῇς πρὸ δυσαρέστων ἐκπλήξεων.

Τρεμπέλα

Μὴ γίνεσαι ὑπερβολικὰ δίκαιος καὶ μὴ κάμνῃς πολὺ τὸν σοφόν, διὰ νὰ μὴ σοῦ φανῇ παράδοξον, ὅταν ἴδῃς τὸν ἑαυτόν σου νὰ βλάπτεται.

Ἐκκλ. 7,17

μὴ ἀσεβήσῃς πολὺ καὶ μὴ γίνου σκληρός, ἵνα μὴ ἀποθάνῃς ἐν οὐ καιρῷ σου.

Κολιτσάρα

Νὰ μὴ γίνῃς πολὺς κακὸς καὶ σκληρός, διὰ νὰ μὴ χαθῇς προώρως ἀπὸ τὴν ζωήν.

Τρεμπέλα

Νὰ μὴ ξεπεράσῃς πολὺ τὸ ὅριον τῆς ἀνθρωπίνης ἀδυναμίας καὶ μὴ γίνεσαι προπετὴς καὶ αὐστηρὸς κριτής, διὰ νὰ μὴ σὲ ἁρπάσῃ προώρως ὁ θάνατος.

Ἐκκλ. 7,18

ἀγαθὸν τὸ ἀντέχεσθαί σε ἐν τούτῳ, καί γε ἀπὸ τούτου μὴ μιάνῃς τὴν χεῖρά σου, ὅτι φοβουμένοις τὸν Θεὸν ἐξελεύσεται τὰ πάντα.

Κολιτσάρα

Καλὸν εἶναι τοῦτο· νὰ κρατῇς καὶ νὰ μένῃς εἰς τὸ ἀγαθόν, καὶ νὰ μὴ μολύνῃς τὸ χέρι σου εἰς τὰς ἐντεῦθεν καὶ ἐκεῖθεν ἀκρότητας. Διότι εἰς τοὺς φοβουμένους τὸν Θεὸν τὰ πάντα θὰ λάβουν καλὴν ἔκβασιν.

Τρεμπέλα

Καλὸν εἶναι νὰ μένῃς εἰς τοῦτο, δηλαδὴ εἰς τὴν μεσότητα, καὶ νὰ μὴ μολύνῃς τὸ χέρι σου μὲ τὰς ἀκρότητας, διότι ὅσοι φοβοῦνται τὸν Θεόν, θὰ ἀποφεύγουν τὰ δύο ἄκρα.

Ἐκκλ. 7,19

Ἡ σοφία βοηθήσει τῷ σοφῷ ὑπὲρ δέκα ἐξουσιάζοντας τοὺς ὄντας ἐν τῇ πόλει·

Κολιτσάρα

Ἡ ἀληθινὴ σοφία, ἡ σοφία τοῦ Θεοῦ, θὰ βοηθήσῃ τὸν ἄνθρωπον περισσότερον ἀπὸ δέκα ἄρχοντας, ποὺ ὑπάρχουν εἰς τὴν πόλιν.

Τρεμπέλα

Ἡ ἀληθινὴ σοφία, ἡ γνῶσις δηλαδὴ τοῦ θείου νόμου, θὰ φανῇ χρήσιμος εἰς τὸν εὐσεβῆ περισσότερον ἀπὸ πολλοὺς ἄρχοντας, ποὺ ὑπάρχουν εἰς μίαν πόλιν.

Ἐκκλ. 7,20

ὅτι ἄνθρωπος οὐκ ἔστι δίκαιος ἐν τῇ γῇ, ὃς ποιήσει ἀγαθὸν καὶ οὐχ ἁμαρτήσεται.

Κολιτσάρα

Δὲν ὑπάρχει δὲ δίκαιος ἄνθρωπος εἰς τὴν γῆν, ὁ ὁποῖος θὰ πράξῃ ἀποκλειστικὰ καὶ μόνον τὸ ἀγαθὸν καὶ δὲν θὰ παρασυρθῇ εἰς ἁμαρτίαν.

Τρεμπέλα

Δὲν ὑπάρχει δίκαιος ἄνθρωπος εἰς τὴν γῆν, ὁ ὁποῖος θὰ πράξῃ τὸ ἀγαθὸν καὶ δὲν θὰ ἁμαρτήσῃ.

Ἐκκλ. 7,21

καί γε εἰς πάντας λόγους, οὓς λαλήσουσιν ἀσεβεῖς, μὴ θῇς καρδίαν σου, ὅπως μὴ ἀκούσῃς τοῦ δούλου σου καταρωμένου σε·

Κολιτσάρα

Μὴ δώσῃς προσοχὴν εἰς ὅλα τὰ λόγια, τὰ ὁποῖα ἀσεβεῖς ἄνθρωποι θὰ εἴπουν ἐναντίον σου, διὰ νὰ μὴ ἀκούσῃς λόγῳ τῆς εὐθιξίας σου, καὶ αὐτὸν ἀκόμη τὸν δοῦλον σου, νὰ σὲ καταρᾶται.

Τρεμπέλα

Μὴ δώσῃς προσοχὴν εἰς ὅλα τὰ λόγια, ποὺ θὰ εἴπουν οἱ ἄνθρωποι ἐναντίον σου, διότι δὲν ἀποκλείεται νὰ ἀκούσῃς καὶ τὸν ὑπηρέτην σου νὰ σὲ κακολογῇ.

Ἐκκλ. 7,22

ὅτι πλειστάκις πονηρεύσεταί σε καὶ καθόδους πολλὰς κακώσει καρδίαν σου, ὅτι ὡς καί γε σὺ κατηράσω ἑτέρους.

Κολιτσάρα

Διότι πολλὲς φορὲς θὰ σὲ ἐλέγξῃ ἡ καρδία σου διὰ πονηρὰς σκέψεις καὶ πράξεις, ἐπειδὴ καὶ σὺ κατέκρινες τοὺς ἄλλους.

Τρεμπέλα

Διότι πολλὲς φορὲς ἡ συνείδησίς σου θὰ σὲ κατηγορήσῃ διὰ πολλὰς ἰδικάς σου πονηρίας καὶ ἀπρεπεῖς συμπεριφοράς, καθ’ ὅσον καὶ σὺ κατέκρινες καὶ κατηράσθης ἄλλους.

Ἐκκλ. 7,23

Πάντα ταῦτα ἐπείρασα ἐν τῇ σοφίᾳ· εἶπα· σοφισθήσομαι,

Κολιτσάρα

Ὅλα αὐτὰ τὰ ἐξήτασα καὶ τὰ ἤλεγξα λεπτομερῶς μὲ τὴν σοφίαν μου καὶ εἶπα ἀπὸ μέσα μου· «ἔτσι θὰ γίνω περισσότερον σοφός».

Τρεμπέλα

Ὅλα αὐτὰ τὰ ἐξήτασα λεπτομερῶς μὲ τὴν σοφίαν μου καὶ εἶπα κατ’ ἐμαυτόν· θὰ γίνω περισσότερον σοφός.

Ἐκκλ. 7,24

καὶ αὐτὴ ἐμακρύνθη ἀπ’ ἐμοῦ μακρὰν ὑπὲρ ὃ ἦν, καὶ βαθὺ βάθος, τίς εὑρήσει αὐτό;

Κολιτσάρα

Ἡ σοφία ὅμως ἔφυγε περισσότερον μακρὰν ἀπὸ ἐμέ, ἀπὸ ὅ,τι ἦτο προηγουμένως. Ἔγινε βάθος βαθὺ καὶ ποιὸς ἠμπορεῖ νὰ ἐξερευνήσῃ αὐτὸ τὸ βάθος της;

Τρεμπέλα

Ἡ σοφία ὅμως ἀπεμακρύνθη περισσότερον ἀπὸ ἐμέ, ἀπὸ ὅ,τι ἦτο προηγουμένως, καὶ ἔγινε βάθος βαθὺ καὶ ἀνεξιχνίαστον. Ποῖος ἠμπορεῖ νὰ ἐξερευνήσῃ τὸ βάθος της;

Ἐκκλ. 7,25

ἐκύκλωσα ἐγώ, καὶ ἡ καρδία μου τοῦ γνῶναι καὶ τοῦ κατασκέψασθαι καὶ τοῦ ζητῆσαι σοφίαν καὶ ψῆφον καὶ τοῦ γνῶναι ἀσεβοῦς ἀφροσύνην καὶ ὀχληρίαν καὶ περιφοράν.

Κολιτσάρα

Ἐστράφην ἐγὼ κύκλῳ εἰς τοὺς περὶ ἐμὲ καὶ ἡ καρδία μου ἐπεδόθη εἰς τὸ νὰ γνωρίσῃ, νὰ σκεφθῇ εἰς βάθος, νὰ ἀναζητήσῃ καὶ εὕρῃ τὴν σοφίαν· νὰ βγάλω συμπεράσματα καὶ νὰ γνωρίσω τὴν ἀφροσύνην τοῦ ἀσεβοῦς, τὴν πικρίαν καὶ τὴν παραφοράν του.

Τρεμπέλα

Ἐστράφην γύρω μου πρὸς πᾶσαν κατεύθυνσιν καὶ ἀφωσιώθην μὲ τὸν νοῦν μου διὰ νὰ γνωρίσω καὶ νὰ εὕρω σοφίαν καὶ νὰ ἐξαγάγω πορίσματα καὶ νὰ ἐξακριβώσω τὴν ἀφροσύνην, τὴν σκληρότητα καὶ τὴν παραφορὰν τοῦ ἀσεβοῦς.

Ἐκκλ. 7,26

καὶ εὑρίσκω ἐγὼ αὐτὴν καὶ ἐρῶ πικρότερον ὑπὲρ θάνατον, σὺν τὴν γυναῖκα, ἥτις ἐστὶ θήρευμα καὶ σαγῆναι καρδία αὐτῆς, δεσμὸς εἰς χεῖρας αὐτῆς· ἀγαθὸς πρὸ προσώπου τοῦ Θεοῦ ἐξαιρεθήσεται ἀπ’ αὐτῆς, καὶ ἁμαρτάνων συλληφθήσεται ἐν αὐτῇ.

Κολιτσάρα

Εὑρῆκα αὐτὴν τὴν ἀφροσύνην καὶ ὡς συμπέρασμα λέγω τοῦτο· ἡ πονηρὰ γυναῖκα εἶναι πικροτέρα καὶ ἀπὸ αὐτὸν τὸν θάνατον. Εἶναι παγὶς διὰ τὸν ἄνδρα. Ἡ καρδία της εἶναι παγὶς καὶ δίκτυον δι’ αὐτὸν καὶ τὰ χέρια της εἶναι ἁλυσίδες. Ὁ εὐσεβὴς ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ θὰ γλυτώσῃ ἀπὸ αὐτήν, ἐνῷ ὁ ἁμαρτωλὸς θὰ συλληφθῇ εἰς τὰ δίκτυά της.

Τρεμπέλα

Καὶ τὴν εὑρίσκω εἰς τὸ ὅτι ἡ πονηρὰ γυναῖκα εἶναι πικροτέρα καὶ ἀπὸ αὐτὸν τὸν θάνατον. Αὐτὴ εἶναι παγὶς διὰ τὸν ἄνδρα καὶ ἡ καρδία της εἶναι δίκτυα καὶ τὰ χέρια της εἶναι ἁλυσίδες. Ὁ εὐσεβὴς ἐνώπιόν τοῦ Θεοῦ θὰ λυτρωθῇ ἀπὸ αὐτήν, ἐνῷ ὁ ἁμαρτωλὸς θὰ πιασθῇ εἰς τὰς πλεκτάνας της.

Ἐκκλ. 7,27

ἰδὲ τοῦτο εὗρον, εἶπεν ὁ ἐκκλησιαστής, μία τῇ μιᾷ τοῦ εὑρεῖν λογισμόν,

Κολιτσάρα

Ἰδοὺ ὅτι εὑρῆκα αὐτό, λέγει ὁ Ἐκκλησιαστής, ἀντιπαραβάλλων τὴν μίαν περίπτωσιν πρὸς τὴν ἄλλην, διὰ νὰ καταλήξω εἰς αὐτὸ τὸ συμπέρασμα.

Τρεμπέλα

Ἰδοὺ λοιπόν, αὐτὸ εὑρῆκα, λέγει ὁ Ἐκκλησιαστής, συνδυάζων τὴν μίαν περίπτωσιν μὲ τὴν ἄλλην διὰ νὰ καταλήξω εἰς αὐτὸ τὸ συμπέρασμα.

Ἐκκλ. 7,28

ὃν ἐπεζήτησεν ἡ ψυχή μου καὶ οὐχ εὗρον· καὶ ἄνθρωπον ἕνα ἀπὸ χιλίων εὗρον καὶ γυναῖκα ἐν πᾶσι τούτοις οὐχ εὗρον.

Κολιτσάρα

Αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἀπ’ ἀρχῆς ἠρεύνησε νὰ εὕρῃ ἡ διάνοιά μου, δὲν τὸ εὑρῆκε. Εὑρῆκα ἄνδρα καλὸν μεταξὺ χιλίων, γυναῖκα ὅμως καλὴν μεταξὺ ὅλων δὲν εὑρῆκα.

Τρεμπέλα

Ἀκόμη ἠρεύνησεν ἡ ψυχή μου νὰ εὕρῃ καλὸν ἄνθρωπον, ἀλλὰ δὲν εὑρῆκα. Ἄνδρα ἕνα εἰς τοὺς χιλίους ἀνθρώπους εὑρῆκα, γυναῖκα ὅμως καλὴν μεταξὺ ὅλων αὐτῶν δὲν εὑρῆκα.

Ἐκκλ. 7,29

πλὴν ἰδὲ τοῦτο εὗρον, ὃ ἐποίησεν ὁ Θεὸς σὺν τὸν ἄνθρωπον εὐθῆ, καὶ αὐτοὶ ἐζήτησαν λογισμοὺς πολλούς.

Κολιτσάρα

Ἰδοὺ ὅμως ὅτι εὑρῆκα καὶ κάτι ἄλλο· ὅτι δηλαδη ὁ Θεὸς ἐδημιούργησε τὸν ἄνθρωπον εὐθὺν ἀγαθόν. Οἱ ἄνθρωποι ὅμως ἐξέκλιναν εἰς πολλοὺς πονηροὺς λογισμοὺς καὶ πονηρὰς ἐπιθυμίας καὶ διέφθειραν τὸν ἑαυτόν των.

Τρεμπέλα

Εὑρῆκα ὅμως αὐτό, ὅτι ὁ Θεὸς ἔπλασε τὸν ἄνθρωπον ἀγαθόν, οἱ ἄνθρωποι ὅμως μηχανεύονται παντοιοτρόπως τὸ κακόν.

Κεφάλαιο 8

Ἐκκλ. 8,1

Τίς οἶδε σοφούς; καὶ τίς οἶδε λύσιν ῥήματος; σοφία ἀνθρώπου φωτιεῖ πρόσωπον αὐτοῦ, καὶ ἀναιδὴς προσώπῳ αὐτοῦ μισηθήσεται.

Κολιτσάρα

Ποιὸς γνωρίζει σοφοὺς ἀνθρώπους; Καὶ ποιὸς ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς σοφοὺς ἠμπορεῖ νὰ δώσῃ ἀπάντησιν καὶ λύσιν εἰς αὐτὸ τὸ ἐρώτημα, εἰς αὐτὴν τὴν ἀπορίαν; Ἡ σοφία φωτίζει καὶ λάμπει εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ συνετοῦ ἀνθρώπου. Ὁ ἀδιάντροπος ὅμως κατὰ τὴν ἐμφάνισιν καὶ τὴν συμπεριφορὰν γίνεται μισητὸς καὶ ἀποκρουστικός, διότι τοῦ ἐλλείπει ἡ σύνεσις καὶ ἡ σοφία.

Τρεμπέλα

Ποιὸς γνωρίζει σοφούς; Καὶ ποιὸς σοφὸς ἀπὸ αὐτοὺς ἠμπορεῖ νὰ ἀπαντήσῃ εἰς αὐτὸ τὸ ἐρώτημα; Ἡ σοφία ἀκτινοβολεῖ εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ ἀνθρώπου ποὺ τὴν ἔχει, καὶ ὁ ἀναιδὴς τὴν μορφήν, λόγῳ ἐλλείψεως σοφίας, γίνεται ἀποκρουστικός.

Ἐκκλ. 8,2

στόμα βασιλέως φύλαξον καὶ περὶ λόγου ὅρκου Θεοῦ μὴ σπουδάσῃς.

Κολιτσάρα

Πρόσεχε τὰς διαταγάς, ποὺ ἐξέρχονται ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ βασιλέως, διότι δι’ αὐτὰς ἔδωσες ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ ὅρκον, ὅτι δηλαδὴ θὰ τὰς τηρήσῃς.

Τρεμπέλα

Τὰς ἐντολὰς τοῦ βασιλέως Θεοῦ νὰ τὰς φυλάξῃς, διότι ἔδωκες μέσα σου ὑπόσχεσιν ἔνορκον, ὅτι θὰ τὰς τηρήσῃς.

Ἐκκλ. 8,3

ἀπὸ προσώπου αὐτοῦ πορεύσῃ, μὴ στῇς ἐν λόγῳ πονηρῷ· ὅτι πᾶν ὃ ἐὰν θελήσῃ, ποιήσει,

Κολιτσάρα

Παραμέρισε ἀπὸ ἐμπρός του καὶ μὴ πάρῃς καμμίαν πονηρὰν ἀπόφασιν ἐναντίον του, διότι ὁ βασιλεὺς ἐκεῖνο, ποὺ θὰ θελήσῃ νὰ κάμῃ, θὰ τὸ κάμῃ.

Τρεμπέλα

Νὰ μὴ ἀπομακρυνθῇς ἀπὸ τὸ πρόσωπον τοῦ Θεοῦ μὲ τὸ νὰ κάμῃς κάτι εἰς τὸ σκότος καὶ νὰ παραβῇς τὴν ἐντολήν του, καὶ νὰ μὴ εἶσαι παρὼν εἰς πρᾶξιν πονηράν, διότι, ὅ,τι θελήσῃ ὁ Θεός, θὰ τὸ κάμῃ.

Ἐκκλ. 8,4

καθὼς βασιλεὺς ἐξουσιάζων, καὶ τίς ἐρεῖ αὐτῷ· τί ποιεῖς;

Κολιτσάρα

Σὰν βασιλεύς ποὺ εἶναι, ἔχει μεγάλην ἐξουσίαν. Ποιὸς δὲ ἠμπορεῖ νὰ εἴπῃ εἰς αὐτόν· «τί εἶναι αὐτὸ ποὺ κάνεις;»

Τρεμπέλα

Ὅταν διατάσσῃ ὁ βασιλεύς, ποὺ εὑρίσκεται εἰς τὴν ἐξουσίαν, δὲν ἠμπορεῖ κανεὶς νὰ τοῦ εἴπῃ· τί κάμνεις;

Ἐκκλ. 8,5

ὁ φυλάσσων ἐντολὴν οὐ γνώσεται ῥῆμα πονηρόν, καὶ καιρὸν κρίσεως γινώσκει καρδία σοφοῦ·

Κολιτσάρα

Ἀκόμη περισσότερον ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος προσέχει καὶ τηρεῖ τὰς ἐντολὰς τοῦ βασιλέως τοῦ Θεοῦ, δὲν θὰ δοκιμάσῃ κάτι τὸ κακόν. Ἡ καρδία τοῦ συνετοῦ ἀνθρώπου τὸν πληροφορεῖ, ὅτι ὑπάρχει καιρὸς κρίσεως διὰ κάθε ἄνθρωπον.

Τρεμπέλα

Ὅποιος φυλάσσει τὴν θείαν ἐντολήν, δὲν θὰ γνωρίσῃ τιμωρίαν. Ὁ νοῦς τοῦ συνετοῦ ἀνθρώπου ἔχει ὑπ’ ὄψει του τὴν θείαν κρίσιν.

Ἐκκλ. 8,6

ὅτι παντὶ πράγματί ἐστι καιρὸς καὶ κρίσις, ὅτι γνῶσις τοῦ ἀνθρώπου πολλὴ ἐπ’ αὐτόν·

Κολιτσάρα

Διὰ κάθε ἔργον ἀνθρώπου ὑπάρχει ὁ κατάλληλος καιρὸς τῆς κρίσεως διότι ἡ περὶ τοῦ ἀνθρώπου γνῶσις τοῦ Θεοῦ εἶναι πλουσία καὶ πλήρης.

Τρεμπέλα

Διότι διὰ κάθε πρᾶξιν ἔχει ὁρισθῆ καιρὸς καὶ κρίσις, ἡ γνῶσις δὲ τοῦ ἀνθρώπου εἶναι πολλὴ καὶ αὐτὸ τὸν ἐπιβαρύνει περισσότερον.

Ἐκκλ. 8,7

ὅτι οὐκ ἔστι γινώσκων τί τὸ ἐσόμενον ὅτι καθὼς ἔσται τίς ἀναγγελεῖ αὐτῷ;

Κολιτσάρα

Δὲν ὑπάρχει, δὲ κανεὶς ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, ποὺ νὰ γνωρίζῃ τί θὰ γίνῃ εἰς τὸ μέλλον· καὶ ποιὸς δύναται νὰ ἀναγγείλῃ αὐτὸ εἰς τὸν ἄνθρωπον;

Τρεμπέλα

Δὲν ὑπάρχει κανεὶς ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, ποὺ νὰ γνωρίζῃ τί θὰ γίνῃ εἰς τὸ μέλλον, ἀλλὰ καὶ ποιὸς δύναται νὰ τοῦ ἀποκαλύψῃ τοῦτο;

Ἐκκλ. 8,8

οὐκ ἔστιν ἄνθρωπος ἐξουσιάζων ἐν πνεύματι τοῦ κωλῦσαι σὺν τὸ πνεῦμα· καὶ οὐκ ἔστιν ἐξουσία ἐν ἡμέρᾳ θανάτου, καὶ οὐκ ἔστιν ἀποστολὴ ἐν ἡμέρᾳ πολέμου, καὶ οὐ διασώσει ἀσέβεια τὸν παρ’ αὐτῆς.

Κολιτσάρα

Δὲν ὑπάρχει ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος νὰ ἔχῃ τέτοιαν δύναμιν πνεύματος, ὥστε νὰ ἐμποδίσῃ τὸν θάνατον, νὰ ἐμποδίσῃ τὴν ἐκδημίαν τοῦ πνεύματός του. Καμμίαν δύναμιν καὶ ἐξουσίαν δὲν ἔχει ὁ ἄνθρωπος ὡς πρὸς τὴν ἡμέραν τοῦ θανάτου του. Καὶ δὲν ὑπάρχει καμμία ὑπεκφυγὴ καὶ ἐξαίρεσις κατὰ τὴν τελευταίαν μάχην τῆς ζωῆς πρὸς τὸν θάνατον. Ἡ δὲ ἀσέβεια δὲν ἠμπορεῖ κατὰ κανένα λόγον καὶ τρόπον νὰ σώσῃ τὸν ἀσεβῆ ἄνθρωπον.

Τρεμπέλα

Δὲν ὑπάρχει ἄνθρωπος νὰ ἐξουσιάζῃ ἐπὶ τῆς ψυχῆς του, ποὺ νὰ δύναται νὰ ἐμποδίσῃ τὸ πνεῦμα του νὰ ἐξέλθῃ ἀπ’ αὐτοῦ. Ὁ ἄνθρωπος δὲν ἐξουσιάζει τὸν ἑαυτόν του κατὰ τὴν ἡμέραν τοῦ θανάτου· δὲν ὑπάρχει ἐξαίρεσις κατὰ τοῦ θανάτου, καὶ ἡ ἀσέβεια δὲν δύναται νὰ σώσῃ ἀπὸ τὴν μέλλουσαν τιμωρίαν τὸν ὑπ’ αὐτῆς κατεχόμενον.

Ἐκκλ. 8,9

καὶ σὺν πᾶν τοῦτο εἶδον καὶ ἔδωκα τὴν καρδίαν μου εἰς πᾶν τὸ ποίημα, ὃ πεποίηται ὑπὸ τὸν ἥλιον, τὰ ὅσα ἐξουσιάσατο ὁ ἄνθρωπος ἐν ἀνθρώπῳ τοῦ κακῶσαι αὐτόν.

Κολιτσάρα

Ἠρεύνησα καὶ ἐγνώρισα ὅλα αὐτά. Μὲ τὴν ψυχὴν καὶ τὴν διάνοιάν μου ἐμελέτησα ὅλα, ὅσα ἔχουν γίνει κάτω ἀπὸ τὸν ἥλιον, καὶ μάλιστα τὰς καταπιέσεις καὶ καταδυναστεύσεις ἑνὸς ἀνθρώπου ἐναντίον ἄλλου ἀνθρώπου, ὥστε νὰ βλάψῃ αὐτόν.

Τρεμπέλα

Σὺν τοῖς ἄλλοις παρετήρησα καὶ τοῦτο καὶ ἐπέστησα τὴν προσοχήν μου καὶ ἠρεύνησα ὅσα ἔχουν γίνει κάτω ἀπὸ τὸν ἥλιον καὶ συγκεκριμένως ἕνα ἄνθρωπον, ποὺ καταδυναστεύει τοὺς ἄλλους πρὸς βλάβην τοῦ ἑαυτοῦ του.

Ἐκκλ. 8,10

καὶ τότε εἶδον ἀσεβεῖς εἰς τάφους εἰσαχθέντας, καὶ ἐκ τοῦ ἁγίου, καὶ ἐπορεύθησαν καὶ ἐπῃνέθησαν ἐν τῇ πόλει, ὅτι οὕτως ἐποίησαν· καί γε τοῦτο ματαιότης.

Κολιτσάρα

Καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τῆς ζωῆς μου εἶδα ἐπίσης ἀσεβεῖς ἄρχοντας, ποὺ εἶχον μεγάλας ἱερατικὰς θέσεις, νὰ κηδεύωνται καὶ ἐνταφιάζωνται μὲ τιμάς. Καὶ μολονότι αὐτοί, καθ’ ὃν χρόνον ἐζοῦσαν διέπραξαν ἀσεβείας, ἐνκωμιάσθησαν εἰς τὴν πόλιν, διότι τάχα ἔπραξαν πολλὰ καλὰ ἔργα. Αὐτὸ ὅμως εἶναι ψευδολογία καὶ ματαιότης.

Τρεμπέλα

Εἶδα ἐπίσης ἀσεβεῖς ἄρχοντας, ποὺ εἶχαν μεγάλας ἱερατικὰς θέσεις, νὰ ἐνταφιάζωνται μὲ τιμάς, καὶ αὐτοί, παρ’ ὅλον ὅτι ἦσαν ἀσεβεῖς, ἐγκωμιάσθησαν εἰς τὴν πόλιν ζωντανοὶ καὶ ἀποθαμένοι, ὅτι τάχα ἔπραξαν δικαιοσύνας καὶ ὅτι τόσον πολὺ εὐηργέτησαν. Αὐτὸ ὅμως εἶναι ματαιότης.

Ἐκκλ. 8,11

ὅτι οὐκ ἔστι γινομένη ἀντίρρησις ἀπὸ τῶν ποιούντων τὸ πονηρὸν ταχύ· διὰ τοῦτο ἐπληροφορήθη καρδία υἱῶν τοῦ ἀνθρώπου ἐν αὐτοῖς τοῦ ποιῆσαι τὸ πονηρόν.

Κολιτσάρα

Ἐπειδὴ δὲν γίνεται ἔλεγχος καὶ δὲν ἐπακολουθεῖ ἄμεσος τιμωρία ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι διαπράττουν τὸ πονηρόν, διὰ τοῦτο ἐνεθαρρύνθη καὶ ἐπείσθη ἡ καρδία τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν εἰς τὸ νὰ διαπράττῃ ἀφόβως τὸ κακόν.

Τρεμπέλα

Ἐπειδὴ δὲ δὲν ἐπακολουθεῖ ἀμέσως τιμωρία καὶ καταδίκη ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι διαπράττουν τὸ κακόν, διὰ τοῦτο ὁ νοῦς τῶν ἀσεβῶν ἀνθρώπων ἐπείσθη τελείως περὶ τούτου καὶ ἐσκληρύνθη εἰς τὸ νὰ διαπράττῃ τὸ κακόν.

Ἐκκλ. 8,12

ὃς ἥμαρτεν, ἐποίησε τὸ πονηρὸν ἀπὸ τότε καὶ ἀπὸ μακρότητος αὐτῶν· ὅτι καί γε γινώσκω ἐγὼ ὅτι ἐστὶν ἀγαθὸν τοῖς φοβουμένοις τὸν Θεόν, ὅπως φοβῶνται ἀπὸ προσώπου αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

Καίτοι ὁ ἁμαρτωλὸς ἡμάρτησε καὶ διέπραξε τὸ κακὸν ἀπ’ ἀρχῆς καὶ καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τῆς ζωῆς του, χωρὶς νὰ τιμωρηθῇ, παρ’ ὅλον τοῦτο ἐγὼ γνωρίζω ὅτι τὰ ἀγαθὰ καὶ ἡ εὐτυχία ὑπάρχουν εἰς ἐκείνους, ποὺ φοβοῦνται τὸν Θεόν. Τοῦτο δὲ τὸ λέγω καὶ τὸ διακηρύσσω, διὰ νὰ μάθουν καὶ ἄλλοι νὰ εὐλαβοῦνται καὶ νὰ σέβωνται τὸν Θεόν.

Τρεμπέλα

Καίτοι ὁ ἁμαρτωλὸς διέπραξε τὸ κακὸν ἐπὶ μακρὰ ἔτη, καθ’ ὅλην τὴν ζωήν του, καὶ δὲν ἐτιμωρήθη χάρις εἰς τὴν θείαν μακροθυμίαν, παρὰ ταῦτα ἐγὼ ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὰ ἀγαθὰ θὰ τὰ ἀπολαύσουν μόνον ὅσοι φοβοῦνται τὸν Θεόν, ἔτσι δὲ θὰ μάθουν νὰ τὸν εὐλαβοῦνται καὶ οἱ ἄλλοι.

Ἐκκλ. 8,13

καὶ ἀγαθὸν οὐκ ἔσται τῷ ἀσεβεῖ, καὶ οὐ μακρυνεῖ ἡμέρας ἐν σκιᾷ ὃς οὐκ ἔστι φοβούμενος ἀπὸ προσώπου τοῦ Θεοῦ.

Κολιτσάρα

Εἰς τὸν ἀσεβῆ δὲν ὑπάρχει οὔτε καὶ θὰ ὑπάρξῃ εὐτυχία. Δὲν θὰ ἴδῃ ἡμέρας μακρὰς ἐν ἡσυχία ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος δὲν φοβεῖται τὸν Θεόν.

Τρεμπέλα

Εἰς τὸν ἀσεβῆ δὲν θὰ ὑπάρξῃ εὐτυχία καὶ δὲν θὰ μακροημερεύσῃ. Αἱ ἡμέραι του θὰ παρέλθουν ὡς σκιά, διότι δὲν φοβεῖται τὴν παρουσίαν τοῦ Θεοῦ, ἐνώπιόν τοῦ ὁποίου ἁμαρτάνει.

Ἐκκλ. 8,14

ἔστι ματαιότης, ἣ πεποίηται ἐπὶ τῆς γῆς, ὅτι εἰσὶ δίκαιοι ὅτι φθάνει ἐπ’ αὐτοὺς ὡς ποίημα τῶν ἀσεβῶν, καὶ εἰσὶν ἀσεβεῖς ὅτι φθάνει πρὸς αὐτοὺς ὡς ποίημα τῶν δικαίων· εἶπα ὅτι καί γε τοῦτο ματαιότης.

Κολιτσάρα

Συμβαίνει ἕνα παράδοξον καὶ ἐκ πρώτης ὅψεως ἀντιφατικὸν γεγονὸς ἐδῶ εἰς τὴν γῆν· ὅτι δηλαδὴ ὑπάρχουν πολλοὶ δίκαιοι, εἰς τοὺς ὁποίους ἐπέρχονται ὅσα θὰ ἄπρεπε νὰ ἐπέλθουν ἐναντίον τῶν ἀσεβῶν. Καὶ ὑπάρχουν ἐξ ἀντιθέτου ἀσεβεῖς, οἱ ὁποῖοι ἀπολαμβάνουν αὐτὰ τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ ἀπολαύσουν οἱ δίκαιοι. Εἶπα λοιπὸν καὶ ἐγὼ ὅτι αὐτὸ εἶναι ἕνα πρᾶγμα παράδοξον καὶ ἄπρεπον.

Τρεμπέλα

Ὑπάρχει κάτι τὸ παράδοξον, ποὺ συμβαίνει εἰς τὴν γῆν· ὑπάρχουν δηλαδὴ δίκαιοι, εἰς τοὺς ὁποίους συμβαίνουν ὅσα ταιριάζουν εἰς τὰς πράξεις τῶν ἁμαρτωλῶν, καὶ ὑπάρχουν ἀσεβεῖς, εἰς τοὺς ὁποίους συμβαίνουν ὅσα ἀξίζουν εἰς τὰς πράξεις τῶν εὐσεβῶν. Ἐγὼ ὅμως εἶπα ὅτι καὶ αὐτὸ εἶναι ματαιότης.

Ἐκκλ. 8,15

καὶ ἐπῄνεσα ἐγὼ σὺν τὴν εὐφροσύνην, ὅτι οὐκ ἔστιν ἀγαθὸν τῷ ἀνθρώπῳ ὑπὸ τὸν ἥλιον, ὅτι εἰ μὴ φαγεῖν καὶ τοῦ πιεῖν καὶ τοῦ εὐφρανθῆναι, καὶ αὐτὸ συμπροσέσται αὐτῷ ἐν μόχθῳ αὐτοῦ ἡμέρας ζωῆς αὐτοῦ, ὅσας ἔδωκεν αὐτῷ ὁ Θεὸς ὑπὸ τὸν ἥλιον.

Κολιτσάρα

Διὰ τοῦτο ἐγὼ ἐξεθείασα καὶ ἐπροτίμησα τὴν εὐτυχίαν. Διότι δὲν ὑπάρχει ἄλλο ἀγαθὸν εἰς τὸν ἄνθρωπον κάτω ἀπὸ τὸν ἥλιον παρὰ μόνον τὸ νὰ φάγῃ, τὸ νὰ πίῃ καὶ τὸ πῶς θὰ εὐφρανθῇ. Αὐτὴ δὲ ἡ εὐφροσύνη θὰ τοῦ συμπαρασταθῇ εἰς τὰς πλήρεις κόπου καὶ ταλαιπωρίας ἡμέρας τῆς ζωῆς του, ὅσας βέβαια ὁ Θεὸς θὰ τοῦ χαρίσῃ κάτω ἀπὸ τὸν ἥλιον.

Τρεμπέλα

Δι’ αὐτὸ ἐγὼ ἐπῄνεσα καὶ ἐπροτίμησα τὴν εὐτυχίαν, διότι δὲν ὑπάρχει ἄλλο ἀγαθὸν διὰ τὸν ἄνθρωπον κάτω ἀπὸ τὸν ἥλιον, παρὰ μόνον τί θὰ φάγῃ καὶ τί θὰ πίῃ καὶ πῶς θὰ εὐχαριστηθῇ. Αὐτὸ μόνον θὰ τοῦ παρασταθῇ εἰς τὰς βασανισμένας ἡμέρας τῆς ζωῆς του, ὅσας ὁ Θεὸς θὰ τοῦ χαρίσῃ κάτω ἀπὸ τὸν ἥλιον.

Ἐκκλ. 8,16

Ἐν οἷς ἔδωκα τὴν καρδίαν μου τοῦ γνῶναι τὴν σοφίαν καὶ τοῦ ἰδεῖν τὸν περισπασμὸν τὸν πεποιημένον ἐπὶ τῆς γῆς, ὅτι καὶ ἐν ἡμέρᾳ καὶ ἐν νυκτὶ ὕπνον ὀφθαλμοῖς αὐτοῦ οὐκ ἔστι βλέπων.

Κολιτσάρα

Ἀκόμη δὲ ἐγὼ ἐπάνω εἰς τὰ πράγματα μὲ ὅλην μου τὴν ψυχὴν καὶ τὴν καρδίαν ἐπεχείρησα νὰ γνωρίσω σαφῶς καὶ νὰ κατανοήσω τοὺς κόπους καὶ τὰς ταλαιπωρίας τῶν ἀνθρώπων ἐπὶ τῆς γῆς καὶ τὴν αἰτίαν αὐτῶν. Διότι κάθε συνετὸς ἄνθρωπος ἀγρυπνεῖ ἡμέραν καὶ νύκτα διὰ τὴν λύσιν αὐτοῦ τοῦ προβλήματος.

Τρεμπέλα

Ἀκόμη ἐπεδόθην ὁλοψύχως διὰ νὰ ἐξηγήσω τὴν προσπάθειαν καὶ τοὺς κόπους, ποὺ καταβάλλονται ἐδῶ εἰς τὴν γῆν, διότι νύκτα καὶ ἡμέραν τὸ μάτι τοῦ συνετοῦ ἀνθρώπου δὲν εὑρίσκει ὕπνον,

Ἐκκλ. 8,17

καὶ εἶδον σὺν πάντα τὰ ποιήματα τοῦ Θεοῦ, ὅτι οὐ δυνήσεται ἄνθρωπος τοῦ εὑρεῖν σὺν τὸ ποίημα τὸ πεποιημένον ὑπὸ τὸν ἥλιον. ὅσα ἂν μοχθήσῃ ἄνθρωπος τοῦ ζητῆσαι, καὶ οὐχ εὑρήσει· καί γε ὅσα ἂν εἴπῃ σοφὸς τοῦ γνῶναι, οὐ δυνήσεται τοῦ εὑρεῖν.

Κολιτσάρα

Παρετήρησα, λοιπόν, ὅτι ὅλα ὅσα συμβαίνουν εἰς τὴν ζωὴν τοῦ ἀνθρώπου καὶ ὅλα τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ, ὅσα γενικῶς γίνονται ὑπὸ τὸν ἥλιον, δὲν θὰ ἠμπορέσῃ ὁ ἄνθρωπος νὰ τὰ κατανοήσῃ, νὰ τὰ ἑρμηνεύσῃ καὶ νὰ τὰ αἰτιολόγησῃ πλήρως. Ὅσον καὶ ἂν κοπιάσῃ ὁ ἄνθρωπος εἰς τὴν ἔρευνάν του, δὲν θὰ εὕρῃ λύσιν. Καὶ αὐτὸς ἀκόμη ὁ σοφὸς ὅσα καὶ ἂν εἴπῃ ὅτι γνωρίζει ἐπάνω εἰς τὸ ζήτημα αὐτό, δὲν θὰ εὕρῃ καὶ δὲν θὰ παρουσιάσῃ τὴν ἀπολύτως ἰκανοποιητικὴν λύσιν.

Τρεμπέλα

καὶ παρετήρησα ὅτι ὅλα, ὅσα συμβαίνουν εἰς τὴν ζωὴν τοῦ ἀνθρώπου, καὶ ὅλα τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ, ὅσα γίνονται κάτω ἀπὸ τὸν ἥλιον, δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ τὰ ἐρευνήσῃ ὁ ἄνθρωπος, ὅσον καὶ ἂν κοπιάσῃ. Ἀκόμη καὶ ὅσα ὁ σοφὸς θὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι ἐγνώρισε, δὲν θὰ ἠμπορέσῃ νὰ τὰ ἀνεύρῃ καὶ νὰ τοὺς δώσῃ λύσιν.

Κεφάλαιο 9

Ἐκκλ. 9,1

Ὅτι σύμπαν τοῦτο ἔδωκα εἰς καρδίαν μου, καὶ καρδία μου σὺν πᾶν εἶδε τοῦτο, ὡς οἱ δίκαιοι καὶ οἱ σοφοὶ καὶ αἱ ἐργασίαι αὐτῶν ἐν χειρὶ τοῦ Θεοῦ, καί γε ἀγάπην καί γε μῖσος οὐκ ἔστιν εἰδὼς ὁ ἄνθρωπος· τὰ πάντα πρὸ προσώπου αὐτῶν, ματαιότης ἐν τοῖς πᾶσι.

Κολιτσάρα

Εἰς ὅλα τὰ περὶ ἐμὲ ἔστρεψα τὴν προσοχήν μου. Ὅλα τὰ ἐμελέτησεν ὁ νοῦς καὶ ἡ καρδία μου καὶ εἶδα τοῦτο· ὅτι δηλαδὴ οἱ δίκαιοι καὶ οἱ σοφοί, ὅπως ἐπίσης καὶ τὰ ἔργα των, εὑρίσκονται βεβαίως εἰς τὸ χέρι καὶ τὴν προστασίαν τοῦ Θεοῦ. Ὁ ἄνθρωπος ὅμως δὲν γνωρίζει εἰς βάθος καὶ πλάτος οὔτε τὴν ἀγάπην καὶ τὰς συνεπείας της, οὔτε τὸ μῖσος καὶ τὰς συνεπείας του. Ὅλα εἶναι ἄγνωστα καὶ ἐνδεχόμενα ἐνώπιόν των. Ματαιότης, λοιπόν, ὑπάρχει εἰς ὅλα τὰ πράγματα.

Τρεμπέλα

Εἰς ὅλα ἔστρεψα τὴν προσοχήν μου καὶ ὅλα τὰ ἐμελέτησεν ὁ νοῦς μου καὶ εἶδα ὅτι οἱ δίκαιοι καὶ οἱ εὐσεβεῖς καὶ τὰ ἔργα των εὑρίσκονται ὑπὸ τὴν ἀπόλυτον προστασίαν καὶ τὴν σοφὴν κατεύθυνσιν τοῦ παντοδυνάμου Θεοῦ. Ὁ ἄνθρωπος ὅμως δὲν γνωρίζει ποῖος εἶναι ἄξιος ἀγάπης ἢ ἀποστροφῆς καὶ μίσους· ὅλα τὰ μέλλοντα εἶναι ἄγνωστα εἰς αὐτόν.

Ἐκκλ. 9,2

συνάντημα ἓν τῷ δικαίῳ καὶ τῷ ἀσεβεῖ, τῷ ἀγαθῷ καὶ τῷ κακῷ καὶ τῷ καθαρῷ καὶ τῷ ἀκαθάρτῳ καὶ τῷ θυσιάζοντι καὶ τῷ μὴ θυσιάζοντι· ὡς ὁ ἀγαθός, ὡς ὁ ἁμαρτάνων· ὡς ὁ ὀμνύων, καθὼς ὁ τὸν ὅρκον φοβούμενος.

Κολιτσάρα

Κοινὴ συνάντησις καὶ κοινὴ τύχη ἐπιφυλάσσεται εἰς τὸν δίκαιον καὶ εἰς τὸν ἀσεβῆ, εἰς τὸν ἀγαθὸν καὶ εἰς τὸν κακόν, εἰς τὸν νομικῶς καθαρὸν καὶ εἰς τὸν νομικῶς ἀκάθαρτον· εἰς ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος προσφέρει θυσίας, καὶ εἰς ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος δὲν θυσιάζει τίποτε. Ὅπως ὁ ἀγαθός, ἔτσι καὶ ἐκεῖνος ποὺ καταπατεῖ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ὅπως ἐκεῖνος ποὺ ὁρκίζεται ψευδῶς, ἔτσι καὶ ἐκεῖνος ποὺ εὐλαβεῖται καὶ φοβεῖται τὸν ὅρκον.

Τρεμπέλα

Εἰς ὅλα κυριαρχεῖ ἡ ματαιότης. Κοινὴ ἡ τύχη, καὶ εἰς τὸν δίκαιον καὶ εἰς τὸν ἀσεβῆ, εἰς τὸν ἀγαθὸν καὶ εἰς τὸν κακόν, εἰς τὸν καθαρὸν καὶ τὸν ἀκάθαρτον σύμφωνα μὲ τὸν Μωσαϊκὸν νόμον, εἰς ἐκεῖνον ποὺ προσφέρει θυσίας καὶ εἰς ἐκεῖνον ποὺ δὲν θυσιάζει· ὅπως ὁ ἀγαθός, ἔτσι καὶ ἐκεῖνος ποὺ ἁμαρτάνει· ὅπως ἐκεῖνος ποὺ κάμνει ἀνευλαβεῖς ὅρκους, ἔτσι καὶ ἐκεῖνος ποὺ εὐλαβεῖται καὶ φοβεῖται τὸν ὅρκον.

Ἐκκλ. 9,3

τοῦτο πονηρὸν ἐν παντὶ πεποιημένῳ ὑπὸ τὸν ἥλιον, ὅτι συνάντημα ἓν τοῖς πᾶσι· καί γε καρδία υἱῶν τοῦ ἀνθρώπου ἐπληρώθη πονηροῦ, καὶ περιφέρεια ἐν καρδίᾳ αὐτῶν ἐν ζωῇ αὐτῶν, καὶ ὀπίσω αὐτῶν πρὸς τοὺς νεκρούς.

Κολιτσάρα

Εἶναι ἄδικον καὶ σκανδαλῶδες νὰ ἔχουν ὅλοι καὶ ὅλα τὴν αὐτὴν τύχην, καὶ κοινὴ συνάντησις νὰ ὑπάρχῃ δι’ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους. Ἕνεκα τούτου ἐγέμισεν ἀπὸ κακὸν καὶ ἐπωρώθη ἡ καρδία τοῦ ἀνθρώπου. Παραφέρεται καὶ ὁρμᾷ πρὸς τὸ κακὸν ἡ καρδία τῶν ἀνθρώπων, ἐν ὅσῳ ζοῦν, καὶ ἀποθνήσκοντες κατευθύνονται πρὸς τοὺς νεκροὺς εἰς τὸν ᾅδην.

Τρεμπέλα

Αὐτὸ τὸ κακὸν καὶ ἄδικον συμβαίνει εἰς ὅλα, ὅσα γίνονται κάτω ἀπὸ τὸν ἥλιον, ὅτι ὅλων εἶναι μία κοινὴ συνάντησις, ὁ θάνατος. Καὶ παρὰ ταῦτα τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι ἡ ἠθικὴ πώρωσις καὶ ἡ ἠθικὴ παραφορὰ τῆς καρδίας τῶν ἀνθρώπων ἐν ὅσῳ ζοῦν καὶ κατευθύνονται ὅλοι πρὸς τοὺς νεκρούς, εἰς τὸν Ἅδην.

Ἐκκλ. 9,4

ὅτι τίς ὃς κοινωνεῖ πρὸς πάντας τοὺς ζῶντας; ἔστιν ἐλπίς, ὅτι ὁ κύων ὁ ζῶν, αὐτὸς ἀγαθὸς ὑπὲρ τὸν λέοντα τὸν νεκρόν.

Κολιτσάρα

Διότι ποιὸς εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἐπικοινωνεῖ μὲ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, ποὺ ζοῦν εἰς τὴν γῆν; Αὐτὸς ποὺ ζῇ· αὐτὸς ἔχει τὴν ἐλπίδα τῆς ἐπικοινωνίας. Ὅταν ὅμως ἀποθάνῃ, χάνει τὴν ἐπικοινωνίαν του πρὸς τὴν γῆν. Διότι ἕνα ζωντανὸ σκυλὶ εἶναι ἀνώτερο ἀπὸ ἕνα λέοντα μεγαλοπρεπῆ, ἀλλὰ νεκρόν.

Τρεμπέλα

Διότι ποῖος εἶναι ἐκεῖνος, ποὺ ἐπικοινωνεῖ μὲ ὅλους τοὺς ζωντανούς; Ἐκεῖνος ποὺ ζῇ ἀκόμη. Αὐτὸς ἔχει κάποιαν ἐλπίδα. Ἡ ἐλπὶς ταιριάζει πιὸ πολὺ εἰς τὸ εὐτελὲς ἀλλὰ ζωντανὸ σκυλί, διότι αὐτὸ εἶναι ἀνώτερον ἀπὸ τὸ μεγαλοπρεπὲς ἀλλὰ ψόφιο λεοντάρι.

Ἐκκλ. 9,5

ὅτι οἱ ζῶντες γνώσονται ὅτι ἀποθανοῦνται, καὶ οἱ νεκροὶ οὐκ εἰσὶ γινώσκοντες οὐδέν· καὶ οὐκ ἔστιν αὐτοῖς ἔτι μισθός, ὅτι ἐπελήσθη ἡ μνήμη αὐτῶν·

Κολιτσάρα

Οἱ ζωντανοὶ γνωρίζουν, ὅτι ὀπωσδήποτε θὰ ἀποθάνουν. Οἱ νεκροὶ δὲν γνωρίζουν τίποτε σχετικῶς μὲ τοὺς ζωντανούς. Εἰς τοὺς νεκροὺς δὲν ὑπάρχει πλέον πιθανότης ἀμοιβῆς, ὅπως ὑπῆρχε, ὅταν εὑρίσκοντο εἰς τὴν γῆν. Ἀλλὰ καὶ αὐτὴ ἡ ἀνάμνησίς των ἐλησμονήθη μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων.

Τρεμπέλα

Διότι οἱ ζωντανοὶ γνωρίζουν ὅτι θὰ ἀποθάνουν, οἱ νεκροὶ ὅμως τίποτε δὲν γνωρίζουν διὰ τοὺς ζωντανούς. Δὲν ὑπάρχει πλέον δι’ αὐτοὺς ὠφέλεια καὶ ἀνταμοιβὴ τῶν κόπων των, διότι ἡ μνήμη των ἐλησμονήθη.

Ἐκκλ. 9,6

καί γε ἀγάπη αὐτῶν καί γε μῖσος αὐτῶν καί γε ζῆλος αὐτῶν ἤδη ἀπώλετο, καί γε μερὶς οὐκ ἔστιν αὐτοῖς ἔτι εἰς τὸν αἰῶνα ἐν παντὶ τῷ πεποιημένῳ ὑπὸ τὸν ἥλιον.

Κολιτσάρα

Ἡ ἀγάπη των καὶ τὰ μίση των, ὅπως καὶ ἡ μεταξύ των ζηλοφθονία, ἔχουν ἤδη ἐξαφανισθῆ καὶ δὲν ἔχουν αὐτοὶ καμμίαν πλέον συμμετοχὴν εἰς κάθε τι, τὸ ὁποῖον συμβαίνει εἰς τὴν ὑφήλιον.

Τρεμπέλα

Καὶ ἡ ἀγάπη, ποὺ εἶχαν αὐτοί, καὶ τὸ μῖσος των καὶ ἡ ζηλοτυπία των ἐχάθησαν πλέον δι’ αὐτούς, ἔπαυσαν. Δὲν ὑπάρχει δι’ αὐτοὺς ὑλικὴ ἀμοιβὴ δι’ ὅλα, ὅσα ἔπραξαν εἰς τὴν παροῦσαν ζωήν.

Ἐκκλ. 9,7

Δεῦρο φάγε ἐν εὐφροσύνῃ τὸν ἄρτον σου καὶ πίε ἐν καρδίᾳ ἀγαθῇ οἶνόν σου, ὅτι ἤδη εὐδόκησεν ὁ Θεὸς τὰ ποιήματά σου.

Κολιτσάρα

Ἔλα, λοιπόν, ἄνθρωπε, φάγε μὲ εὐχαρίστησιν τὰ φαγητά σου καὶ πίε μὲ καλὴ καρδιὰ τὸν οἶνον σου, διότι ὁ Θεὸς ἠθέλησε καὶ ηὐλόγησε τὰ ἔργα τῶν χειρῶν σου.

Τρεμπέλα

Ἐμπρὸς λοιπόν, φάγε μὲ εὐχαρίστησιν τὸ ψωμί σου καὶ πίε μὲ καλὴ καρδία τὸ κρασί σου, ἀπόλαυσε τὰ ὑλικὰ ἀγαθά, διότι ὁ Θεὸς εὐηρεστήθη καὶ εὐλόγησε τὰ ἔργα σου.

Ἐκκλ. 9,8

ἐν παντὶ καιρῷ ἔστωσαν ἱμάτιά σου λευκά, καὶ ἔλαιον ἐπὶ κεφαλῆς σου μὴ ὑστερησάτω.

Κολιτσάρα

Πάντοτε νὰ ἐνδύεσαι μὲ λευκὰ ὡραῖα ἐνδύματα, καὶ τὸ μυρωμένον ἔλαιον ἂς μὴ λείψῃ ἀπὸ τὴν κεφαλήν σου.

Τρεμπέλα

Πάντοτε τὰ ἐνδύματά σου νὰ εἶναι λευκὰ καὶ φρεσκοπλυμένα εἰς ἔνδειξιν χαρᾶς, καὶ τὸ εὐωδιαστὸ λάδι ἂς μὴ λείψῃ ἀπὸ τὸ κεφάλι σου.

Ἐκκλ. 9,9

καὶ ἰδὲ ζωὴν μετὰ γυναικός, ἧς ἠγάπησας, πάσας τὰς ἡμέρας ζωῆς ματαιότητός σου τὰς δοθείσας σοι ὑπὸ τὸν ἥλιον, ὅτι αὐτὸ μερίς σου ἐν τῇ ζωῇ σου καὶ ἐν τῷ μόχθῳ σου, ᾧ σὺ μοχθεῖς ὑπὸ τὸν ἥλιον.

Κολιτσάρα

Γνώρισε καὶ ἀπόλαυσε τὴν καλὴν ζωὴν μὲ τὴν γυναῖκα, τὴν ὁποίαν ἠγάπησες, καθ’ ὅλας τὰς ἡμέρας τῆς προσκαίρου αὐτῆς ζωῆς σου, αἱ ὁποῖαι σοῦ ἐδόθησαν νὰ ζῇς εἰς τὴν γῆν ὑπὸ τὸν ἥλιον. Διότι τὰ ἀγαθὰ αὐτὰ σοῦ ἐδόθησαν ὡς μερίδιον καὶ κληρονομία σου ἀπὸ τὸν Θεόν. Αὐτά, διὰ τὰ ὁποῖα καὶ σὺ εἰργάσθης μὲ κόπον καὶ μόχθον εἰς τὴν γῆν.

Τρεμπέλα

Ἀπόλαυσε τὴν ζωήν σου μὲ τὴν νόμιμον γυναῖκα, ποὺ ἠγάπησες, ὅλας τὰς ἡμέρας τῆς προσκαίρου ζωῆς σου, ὅση θὰ σοῦ χαρισθῇ κάτω ἀπὸ τὸν ἥλιον, ὅλες τίς ἡμέρες σου τὶς μάταιες, διότι αὐτὸ θὰ εἶναι τὸ κέρδος σου εἰς τὴν ζωὴν καὶ διὰ τὸν κόπον, ποὺ θὰ καταβάλλῃς ἐδῶ εἰς τὴν γῆν κάτω ἀπὸ τὸν ἥλιον.

Ἐκκλ. 9,10

πάντα, ὅσα ἂν εὕρῃ ἡ χείρ σου τοῦ ποιῆσαι, ὡς ἡ δύναμίς σου ποίησον, ὅτι οὐκ ἔστι ποίημα καὶ λογισμὸς καὶ γνῶσις καὶ σοφία ἐν ᾅδῃ, ὅπου σὺ πορεύῃ ἐκεῖ.

Κολιτσάρα

Ὅλα ὅσα εἶναι τοῦ χεριοῦ σου καὶ ἠμπορεῖς νὰ τὰ κάμῃς, κάμε τα μὲ ὅλην σου τὴν δραστηριότητα. Διότι εἰς τὸν ᾅδην, ὅπου καὶ σὺ κατευθύνεσαι, ὅπως ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, δὲν ὑπάρχει δυνατότης διὰ κανένα ἔργον, οὔτε διὰ σχέδιον, οὔτε γνῶσις καὶ σοφία, ὅπως ὑπάρχει εἰς τὴν γῆν.

Τρεμπέλα

Ὅλα, ὅσα βρεθοῦν εἰς τὰ χέρια σου καὶ δύνασαι νὰ τὰ κάμῃς, κάμε τα μὲ ὅλην σου τὴν δραστηριότητα, διότι εἰς τὸν Ἅδην, ὅπου καὶ σὺ κατευθύνεσαι ὅπως ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, δὲν ὑπάρχει δρᾶσις, σχέδια, γνῶσις καὶ σοφία.

Ἐκκλ. 9,11

Ἐπέστρεψα καὶ εἶδον ὑπὸ τὸν ἥλιον ὅτι οὐ τοῖς κούφοις ὁ δρόμος καὶ οὐ τοῖς δυνατοῖς ὁ πόλεμος καί γε οὐ τῷ σοφῷ ἄρτος καί γε οὐ τοῖς συνετοῖς πλοῦτος καί γε οὐ τοῖς γινώσκουσι χάρις, ὅτι καιρὸς καὶ ἀπάντημα συναντήσεται τοῖς πᾶσιν αὐτοῖς.

Κολιτσάρα

Πάλιν ἐγὼ παρετήρησα μὲ προσοχὴν εἰς τὴν γῆν κάτω ἀπὸ τὸν ἥλιον καὶ εἶδα ὅτι πολλὲς φορὲς δὲν ὑπερέχουν εἰς τὸν δρόμον οἱ ταχεῖς τοὺς πόδας καὶ ἐλαφροί, οὔτε ἡ νίκη δίδεται κατὰ τοὺς πολέμους εἰς τοὺς δυνατούς, ἀκόμη δὲ καὶ ὁ ἄρτος δὲν δίδεται εἰς τὸν σοφὸν οὔτε ὁ πλοῦτος εἰς τὸν συνετόν· οὔτε ἀναγνωρίζεται καμμία χάρις καὶ ἐκτίμησις εἰς τοὺς ἔχοντας γνῶσιν. Ὑπάρχουν περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁ ποίας αὐτοὶ θὰ συναντήσουν δυσκολίας καὶ ἐναντιότητας.

Τρεμπέλα

Καὶ πάλιν παρετήρησα καὶ εἶδα εἰς τὸν κόσμον αὐτόν, ὅτι ἡ νίκη εἰς τὸν δρόμον δὲν κερδίζεται ἀπὸ ἐκείνους ποὺ εἶναι ἐλαφροὶ εἰς τὰ πόδια, οὔτε ἡ νίκη εἰς ἕνα πόλεμον ἀπὸ τοὺς δυνατούς, οὔτε ἀκόμη εἰς τοὺς σοφοὺς δίδεται τὸ ψωμὶ καὶ εἰς τοὺς συνετοὺς ὁ πλοῦτος καὶ εἰς τοὺς γραμματισμένους ἡ χάρις, διότι ἀπρόοπτες περιστάσεις καὶ ἐναντιότητες θὰ συναντήσουν ὅλους αὐτούς.

Ἐκκλ. 9,12

ὅτι καί γε οὐκ ἔγνω ὁ ἄνθρωπος τὸν καιρὸν αὐτοῦ· ὡς οἱ ἰχθύες οἱ θηρευόμενοι ἐν ἀμφιβλήστρῳ κακῷ καὶ ὡς ὄρνεα τὰ θηρευόμενα ἐν παγίδι, ὡς αὐτὰ παγιδεύονται οἱ υἱοὶ τοῦ ἀνθρώπου εἰς καιρὸν πονηρόν, ὅταν ἐπιπέσῃ ἐπ’ αὐτοὺς ἄφνω.

Κολιτσάρα

Ὁ ἄνθρωπος, βεβαίως, δὲν γνωρίζει, τί θὰ τοῦ συμβῇ κατὰ τὰς ἡμέρας τῆς ζωῆς του. Ὅπως τὰ ψάρια συλλαμβάνονται εἰς τὸ ὀλέθριον δι’ αὐτὰ δίκτυον, ὅπως τὰ πτηνὰ συλλαμβάνονται εἰς τὴν παγίδα, ἔτσι καὶ οἱ ἄνθρωποι παγιδεύονται εἰς κάποιαν μοιραίαν καὶ κακὴν στιγμήν, ὅταν ἐπέλθῃ ἐναντίον των αἰφνίδιος ὁ κίνδυνος, ὁ θάνατος.

Τρεμπέλα

Ὁ ἄνθρωπος πρὸ παντὸς δὲν γνωρίζει τὰς μεγάλας καὶ ἀποφασιστικὰς στιγμὰς τῆς ζωῆς του. Ὅπως τὰ ψάρια πιάνονται εἰς τὸ ἀνεπάντεχον δίκτυον καὶ ὅπως τὰ πουλιὰ συλλαμβάνονται εἰς τὴν ἀπροσδόκητον παγίδα, ἔτσι παγιδεύονται καὶ οἱ ἄνθρωποι κατὰ τὴν κακὴν ὥραν τοῦ θανάτου, ὅταν ξαφνικὰ πέσῃ ἐπάνω τους.

Ἐκκλ. 9,13

Καί γε τοῦτο εἶδον σοφίαν ὑπὸ τὸν ἥλιον, καὶ μεγάλη ἐστὶ πρός με·

Κολιτσάρα

Εἶδα ἀκόμη καὶ κάτι ἄλλο, ποὺ συμβαίνει εἰς τὴν γῆν ὑπὸ τὸν ἥλιον, καὶ τὸ ὁποῖον κατ’ ἐμὲ εἶναι μεγάλη σοφία.

Τρεμπέλα

Ἀκόμη παρετήρησα καὶ εἶδα κάτω ἀπὸ τὸν ἥλιον ὡς ἀπόδειξιν σοφίας καὶ τοῦτο, τὸ ὁποῖον εἰς ἐμὲ φαίνεται ὡς μεγάλη καὶ ἀξιοπρόσεκτος σοφία.

Ἐκκλ. 9,14

πόλις μικρὰ καὶ ἄνδρες ἐν αὐτῇ ὀλίγοι, καὶ ἔλθῃ ἐπ’ αὐτὴν βασιλεὺς μέγας καὶ κυκλώσῃ αὐτὴν καὶ οἰκοδομήσῃ ἐπ’ αὐτὴν χάρακας μεγάλους·

Κολιτσάρα

Ἐναντίον μιᾶς μικρᾶς πόλεως, μέσα εἰς τὴν ὁποίαν οἱ ὑπερασπισταί της ἄνδρες ἦσαν ὀλίγοι, ἐπῆλθεν ἕνας μεγάλος βασιλεύς. Τὴν περιεκύκλωσε, ἀνήγειρε γύρω ἀπὸ αὐτὴν χαρακώματα καὶ ἐτοποθέτησε μεγάλας πολιορκητικὰς μηχανάς.

Τρεμπέλα

Νὰ εἶναι δηλαδὴ μία πόλις μικρὴ καὶ εἰς αὐτὴν νὰ εὑρίσκωνται ὀλίγοι ἄξιοι πολεμισταὶ καὶ ὑπερασπισταί της· νὰ ἔλθῃ ὅμως ἐναντίον της ἕνας μεγάλος βασιλεὺς καὶ νὰ τὴν πολιορκήσῃ καὶ κτίσῃ πύργους ὑψηλοὺς καὶ κατασκευάσῃ γύρω της μεγάλα χαρακώματα καὶ πολιορκητικὰς μηχανάς.

Ἐκκλ. 9,15

καὶ εὕρῃ ἐν αὐτῇ ἄνδρα πένητα σοφόν, καὶ διασώσει αὐτὸς τὴν πόλιν ἐν τῇ σοφίᾳ αὐτοῦ· καὶ ἄνθρωπος οὐκ ἐμνήσθη σὺν τοῦ ἀνδρὸς τοῦ πένητος ἐκείνου.

Κολιτσάρα

Εὐρέθηκε ὅμως μέσα εἰς τὴν πόλιν αὐτὴν ἕνας ἄνθρωπος πτωχὸς καὶ ἄσημος, συνετὸς ὅμως, καὶ διέσωσε τὴν πόλιν μὲ τὴν ἱκανότητά του. Αὐτὸν ὅμως τὸν πτωχόν, ἀλλὰ σοφόν, ἄνθρωπον κανεὶς κατόπιν δὲν τὸν ἐνεθυμήθη

Τρεμπέλα

Ἀλλὰ νὰ εὑρεθῇ εἰς τὴν πόλιν αὐτὴν ἕνας ἄνθρωπος πτωχὸς καὶ σοφὸς καὶ μὲ τὴν ἐξυπνάδα του νὰ σώσῃ τὴν πόλιν αὐτήν. Κανεὶς ὅμως δὲν ἐθυμήθηκε μὲ εὐγνωμοσύνην τὴν πρᾶξιν τοῦ πτωχοῦ ἐκείνου σοφοῦ.

Ἐκκλ. 9,16

καὶ εἶπα ἐγώ· ἀγαθὴ σοφία ὑπὲρ δύναμιν, καὶ σοφία τοῦ πένητος ἐξουδενωμένη, καὶ οἱ λόγοι αὐτοῦ οὐκ εἰσὶν ἀκουόμενοι.

Κολιτσάρα

Εἶπα, λοιπόν, τότε ἐγὼ ἀπὸ μέσα μου· «ἀνωτέρα πάντων ἡ σοφία ἀπὸ τὴν δύναμιν», ἔστω καὶ ἂν εἶδα νὰ καταφρονῆται ἡ σοφία τοῦ πτωχοῦ αὐτοῦ ἀνθρώπου καὶ οἱ λόγοι του νὰ μὴ εἰσακούωνται πλέον.

Τρεμπέλα

Καὶ εἶπα τότε ἐγώ, ὅτι ἡ σοφία εἶναι ἀνωτέρα ἀπὸ τὴν δύναμιν. Ἡ σοφία ὅμως τοῦ πτωχοῦ περιεφρονήθη καὶ αἱ συμβουλαί του δὲν συζητοῦνται πλέον, ἀλλ’ ἐλησμονήθησαν ἐξ αἰτίας τῆς πτωχείας του.

Ἐκκλ. 9,17

λόγοι σοφῶν ἐν ἀναπαύσει ἀκούονται ὑπὲρ κραυγὴν ἐξουσιαζόντων ἐν ἀφροσύναις.

Κολιτσάρα

Οἱ λόγοι πάντως τῶν σοφῶν ἀκούονται μὲ ἠρεμίαν καὶ εὐχαρίστησιν, καὶ προτιμῶνται ἀπὸ τὰς κραυγὰς τῶν ἀρχόντων, οἱ ὁποῖοι ἀσκοῦν τὴν ἐξουσίαν των ἀσυνέτως.

Τρεμπέλα

Τὰ λόγια τῶν σοφῶν ἀκούονται μὲ ἠρεμίαν, ὄχι ὅμως καὶ αἱ κραυγαὶ ἐκείνων ποὺ διοικοῦν μὲ ἀφροσύνην.

Ἐκκλ. 9,18

ἀγαθὴ σοφία ὑπὲρ σκεύη πολέμου, καὶ ἁμαρτάνων εἷς ἀπολέσει ἀγαθωσύνην πολλήν.

Κολιτσάρα

Προτιμοτέρα εἶναι ἡ σοφία καὶ ἀπὸ αὐτὰ τὰ πολεμικὰ μέσα, ἐνῷ ἐνας ἁμαρτωλὸς καὶ ἀσύνετος εἶναι δυνατὸν νὰ καταστρέψῃ πολλὴν καὶ πολλῶν τὴν εὐτυχίαν.

Τρεμπέλα

Ἡ σοφία εἶναι προτιμοτέρα ἀπὸ τὰ πολεμικὰ ὅπλα, τοὐναντίον δὲ ἕνας ἁμαρτωλὸς θὰ προξενήσῃ πολλὲς συμφορές.

Κεφάλαιο 10

Ἐκκλ. 10,1

Μυῖαι θανατοῦσαι σαπριοῦσι σκευασίαν ἐλαίου ἡδύσματος· τίμιον ὀλίγον σοφίας ὑπὲρ δόξαν ἀφροσύνης μεγάλην.

Κολιτσάρα

Μυῖγες, ποὺ ἐψόφησαν μέσα εἰς μυρωμένον ἔλαιον, τὸ κάνουν βρώμικον. Προτιμοτέρα εἶναι ἔστω καὶ ὀλίγη σοφία, ἀπὸ τὴν μεγάλην δόξαν τῶν ἀφρόνων.

Τρεμπέλα

Οἱ μυῖγες ποὺ ἐψόφησαν μέσα εἰς τὸ μύρον, τὸ βρωμίζουν. Εἶναι περισσότερον πολύτιμος ὀλίγη σοφία, παρὰ ἡ δόξα μεγάλης ἀφροσύνης.

Ἐκκλ. 10,2

καρδία σοφοῦ εἰς δεξιὸν αὐτοῦ, καὶ καρδία ἄφρονος εἰς ἀριστερὸν αὐτοῦ·

Κολιτσάρα

Ἡ καρδία τοῦ σοφοῦ εἶναι πάντοτε εἰς τὰ δεξιά του, σκέπτεται, δηλαδή, τὰ ὀρθὰ καὶ τὰ δίκαια. Ἡ καρδία τοῦ ἀσυνέτου εἶναι εἰς τὰ ἀριστερά, σκέπτεται μωρὰ καὶ ἐπιβλαβῆ.

Τρεμπέλα

Ἡ καρδία τοῦ σοφοῦ εἶναι εἰς τὰ δεξιά του καὶ ἡ καρδία τοῦ ἄφρονος εἰς τὸ ἀριστερόν του μέρος. Δηλαδή, ὁ νοῦς τοῦ σοφοῦ σκέπτεται πάντοτε τὰ ὀρθά, ὁ δὲ νοῦς τοῦ ἄφρονος τὰ ψεύτικα καὶ τὰ διεστραμμένα.

Ἐκκλ. 10,3

καί γε ἐν ὁδῷ ὅταν ἄφρων πορεύηται, καρδία αὐτοῦ ὑστερήσει, καὶ ἃ λογιεῖται πάντα ἀφροσύνη ἐστίν.

Κολιτσάρα

Καὶ εἰς τὴν πορείαν τῆς καθημερινῆς του ζωῆς ὁ ἀσύνετος ὑστερεῖ εἰς ὀρθοφροσύνην, διότι ὅλα ὅσα συλλογίζεται εἶναι ἀνόητα καὶ ἀσύνετα.

Τρεμπέλα

Ὅταν ὁ ἄφρων βαδίζῃ εἰς τὸν δρόμον, ὁ νοῦς του δὲν δυσκολεύεται νὰ φανερώσῃ εἰς ὅλους ὅτι, ὅσα σκέπτεται καὶ πράττει, ὅλη του ἡ διαγωγή, εἶναι ἀφροσύνη.

Ἐκκλ. 10,4

ἐὰν πνεῦμα τοῦ ἐξουσιάζοντος ἀναβῇ ἐπὶ σέ, τόπον σου μὴ ἀφῇς, ὅτι ἴαμα καταπαύσει ἁμαρτίας μεγάλας.

Κολιτσάρα

Ἐὰν ἡ ὁργὴ ἑνὸς ἄρχοντος ἐκσπάσῃ καὶ στραφῇ ἐναντίον σου, μὴ ταραχθῇς καὶ μὴ δώσῃς ἀφορμήν, διότι ἡ ἠρεμία θὰ καταπαύσῃ καὶ θὰ προλάβῃ μεγάλα κακά.

Τρεμπέλα

Ἐὰν ὁ θυμὸς ἐνὸς ἄρχοντος πέσῃ ἐπάνω σου, νὰ μὴ τὰ χάσῃς καὶ νὰ μὴ ἀντισταθῇς μὲ θυμόν, διότι ἡ ἀταραξία σου θὰ προλάβῃ μεγάλα κακά.

Ἐκκλ. 10,5

ἔστι πονηρία, ἣν εἶδον ὑπὸ τὸν ἥλιον, ὡς ἀκούσιον ὃ ἐξῆλθεν ἀπὸ προσώπου ἐξουσιάζοντος·

Κολιτσάρα

Εἶδα ἐγὼ καὶ ἕνα ἄλλο κακὸν κάτω ἀπὸ τὸν ἥλιον εἰς τὴν γῆν· τὸ γεγονὸς ὅτι ἕνας ἄρχων ἀπερισκέπτως ἐξουσιάζει καὶ διατάσσει.

Τρεμπέλα

Ὑπάρχει ἕνα μεγάλο κακόν, ποὺ εἶδα κάτω ἀπὸ τὸν ἥλιον, καὶ αὐτὸ εἶναι ἡ αὐθαιρεσία ἑνὸς ἄρχοντος·

Ἐκκλ. 10,6

ἐδόθη ὁ ἄφρων ἐν ὕψεσι μεγάλοις, καὶ πλούσιοι ἐν ταπεινῷ καθήσονται.

Κολιτσάρα

Εἰς τοὺς ἀσυνέτους δίδονται μερικὲς φορὲς ὑψηλὰ ἀξιώματα, ἐνῷ ἀντιθέτως οἱ πλούσιοι κατὰ τὴν γνῶσιν καὶ τὴν σοφίαν κάθονται χαμηλότερα.

Τρεμπέλα

νὰ ἀνεβῇ δηλαδὴ ὁ ἄφρων εἰς μεγάλα ἀξιώματα, καὶ οἱ πλούσιοι καὶ οἱ σοφοὶ νὰ καθίσουν εἰς εὐτελεῖς τόπους.

Ἐκκλ. 10,7

εἶδον δούλους ἐφ’ ἵππους καὶ ἄρχοντας πορευομένους ὡς δούλους ἐπὶ τῆς γῆς.

Κολιτσάρα

Εἶδα δούλους νὰ κάθωνται ἐπάνω εἰς μεγαλοπρεπεῖς ἵππους, καὶ πρώην ἄρχοντας νὰ βαδίζουν μὲ τὰ πόδια εἰς τὴν γῆν ὡσὰν δοῦλοι.

Τρεμπέλα

Εἶδα δούλους νὰ εἶναι καβαλλαρέοι καὶ ἄρχοντες νὰ βαδίζουν πεζοὶ εἰς τὴν γῆν, σὰν δοῦλοι.

Ἐκκλ. 10,8

ὁ ὀρύσσων βόθρον εἰς αὐτὸν ἐμπεσεῖται, καὶ καθαιροῦντα φραγμόν, δήξεται αὐτὸν ὄφις.

Κολιτσάρα

Ἐκεῖνος, ποὺ σκάπτει λάκκον διὰ τὸν ἄλλον, θὰ πέσῃ ὁ ἴδιος μέσα εἰς αὐτόν. Ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος κρημνίζει ἀδίκως τὸν ξηρότοιχον ἀπὸ τὸν ἀγρὸν τοῦ γείτονός του, δὲν ἀποκλείεται νὰ τὸν δαγκώση τὸ φίδι.

Τρεμπέλα

Ὅποιος ἀνοίγει βόθρον διὰ τὸν ἄλλον, θὰ πέσῃ ὁ ἴδιος μέσα εἰς αὐτόν, καὶ ὅποιος γκρεμίζει τοῖχον ἀπὸ ξερολίθι, θὰ τὸν συναντήσῃ καὶ θὰ τὸν δαγκώσῃ φίδι.

Ἐκκλ. 10,9

ἐξαίρων λίθους διαπονηθήσεται ἐν αὐτοῖς, σχίζων ξύλα κινδυνεύσει ἐν αὐτοῖς.

Κολιτσάρα

Ἐκεῖνος ποὺ βγάζει καὶ μεταφέρει λίθους, θὰ καταπονηθῇ. Καὶ ἐκεῖνος ποὺ μὲ τὸ τσεκούρι σχίζει ξύλα, κινδυνεύει νὰ κτυπηθῇ, ἂν δὲν προσέξῃ.

Τρεμπέλα

Ἐκεῖνος ποὺ βγάζει ἢ μετακινεῖ λιθάρια, θὰ κουρασθῇ ἀπὸ αὐτά, καὶ ἐκεῖνος ποὺ σχίζει ξύλα, θὰ κινδυνεύσῃ νὰ πληγωθῇ ἀπὸ αὐτά.

Ἐκκλ. 10,10

ἐὰν ἐκπέσῃ τὸ σιδήριον, καὶ αὐτὸς πρόσωπον ἐτάραξε, καὶ δυνάμεις δυναμώσει, καὶ περισσεία τοῦ ἀνδρείου σοφία.

Κολιτσάρα

Ἐὰν πεταχθῇ τὸ σίδερο ἀπὸ τὸ στυλιάρι, θὰ τρομάξῃ ὁ ξυλοκόπος καὶ θὰ στενοχωρηθῇ καὶ θὰ καταβάλῃ προσπαθείας νὰ διορθώσῃ τὸ τσεκούρι του. Αὐτὸ εἶναι σοφία καὶ δραστηριότης τοῦ ἐπιμελοῦς ξυλοκόπου.

Τρεμπέλα

Ἐὰν στομώσῃ ἢ βγῇ ἀπὸ τὸ ξύλον τὸ σιδερένιο ὄργανον (τὸ τσεκούρι π.χ.), τότε ὁ ξυλοσχίστης θὰ στενοχωρηθῇ καὶ θὰ καταβάλῃ τὰς δυνάμεις του νὰ τὸ ἀκονίση ἢ νὰ τὸ ἐπιδιορθώσῃ· ἑπομένως τὸ κέρδος τοῦ ἱκανοῦ εἶναι ἡ σοφία του.

Ἐκκλ. 10,11

ἐὰν δάκῃ ὄφις ἐν οὐ ψιθυρισμῷ, καὶ οὐκ ἔστι περισσεία τῷ ἐπᾴδοντι.

Κολιτσάρα

Ἐὰν ἕνας ὀφιοδαμαστὴς δαγκωθῇ ἀπὸ τὸ φίδι του, διότι δὲν εἶπεν ὅπως ἔπρεπε τοὺς μαγικοὺς ψιθυρισμούς, τίποτε πλέον δὲν τὸν ὠφελοῦν οἱ ψιθυρισμοὶ αὐτοί.

Τρεμπέλα

Ἐὰν τὸ φίδι δαγκάσῃ τὸν ὀφιοδαμαστήν, πρὶν προλάβῃ νὰ χρησιμοποιήσῃ μαγικὰ καὶ γοητευτικὰ μέσα, τότε ποία ἡ ὠφέλεια εἰς αὐτὸν ποὺ γοητεύει;

Ἐκκλ. 10,12

λόγοι στόματος σοφοῦ χάρις, καὶ χείλη ἄφρονος καταποντιοῦσιν αὐτόν·

Κολιτσάρα

Τὰ λόγια τοῦ σοφοῦ δίδουν εὐχαρίστησιν καὶ χαράν. Ἐνῷ τὰ λόγια τοῦ ἄφρονος θὰ καταποντίσουν καὶ αὐτὸν τὸν ἴδιον.

Τρεμπέλα

Τὰ λόγια τοῦ σοφοῦ δίδουν χάριν, ἐνῷ τὰ λόγια τοῦ ἄφρονος θὰ τὸν βουλιάξουν.

Ἐκκλ. 10,13

ἀρχὴ λόγων στόματος αὐτοῦ ἀφροσύνη, καὶ ἐσχάτη στόματος αὐτοῦ περιφέρεια πονηρά,

Κολιτσάρα

Ἀπ’ ἀρχῆς τὰ λόγια τοῦ ἄφρονος εἶναι ἀμυαλωσύνη, καὶ ἕως τέλος εἶναι κακὴ καὶ ἀνόητος παραφορά.

Τρεμπέλα

Ἀπ’ ἀρχῆς τὰ λόγια τοῦ ἄφρονος εἶναι ἀμυαλωσύνη καὶ μέχρι τέλους εἶναι παραφορὰ κακὴ καὶ ἀνοησία.

Ἐκκλ. 10,14

καὶ ὁ ἄφρων πληθύνει λόγους. οὐκ ἔγνω ἄνθρωπος τί τὸ γενόμενον, καὶ τί τὸ ἐσόμενον, ὅτι ὀπίσω αὐτοῦ, τίς ἀναγγελεῖ αὐτῷ;

Κολιτσάρα

Ὁ ἀσύνετος λέγει πάρα πολλὰ λόγια, εἶναι φλύαρος. Ὁ ἄνθρωπος δὲν γνωρίζει ποιὸ εἶναι αὐτὸ ποὺ τώρα γίνεται, τί εἶναι ἐκεῖνο που θὰ γίνῃ εἰς τὸ μέλλον, διότι δὲν ὑπάρχει καὶ κανεὶς νὰ τοῦ ἀποκαλύψῃ αὐτά.

Τρεμπέλα

Ὁ ἄφρων εἶναι φλύαρος εἰς τοὺς λόγους του. Κανεὶς ἄνθρωπος δὲν γνωρίζει τί θὰ γίνῃ καὶ ποῖον θὰ εἶναι τὸ μέλλον του· διότι ποῖος θὰ τοῦ τὸ φανερώσῃ;

Ἐκκλ. 10,15

μόχθος τῶν ἀφρόνων κοπώσει αὐτούς, ὃς οὐκ ἔγνω τοῦ πορευθῆναι εἰς πόλιν.

Κολιτσάρα

Ὁ κόπος τῆς ἐργασίας καταβάλλει εὔκολα τοὺς ἀσυνέτους καὶ ραθύμους. Ὁ ἄμυαλος καὶ τεμπέλης δὲν εἶναι ἱκανὸς οὔτε εἰς τὴν πόλιν νὰ μεταβῇ, διότι φοβεῖται τὴν κούρασιν.

Τρεμπέλα

Ὁ κόπος καταβάλλει τοὺς ἄφρονας καὶ ἀσεβεῖς. Ὁ ἄφρων δὲν εἶναι ἱκανὸς οὔτε εἰς τὴν πόλιν νὰ μεταβῇ. Φοβεῖται τὴν κούρασιν.

Ἐκκλ. 10,16

οὐαί σοι, πόλις, ἧς ὁ βασιλεύς σου νεώτερος καὶ οἱ ἄρχοντές σου πρωῒ ἐσθίουσι.

Κολιτσάρα

Ἀλλοίμονον εἰς σέ, πόλις, ἡ ὁποία ἔχεις βασιλέα νεαρὸν καὶ ἄπειρον καὶ τῆς ὁποίας οἱ ἄρχοντες παρακάθηνται ἀπὸ πρωΐας εἰς συμπόσια.

Τρεμπέλα

Ἀλλοίμονόν σου, πόλις, τῆς ὁποίας ὁ βασιλεὺς συμπεριφέρεται ὡς παιδὶ καὶ οἱ ἄρχοντές σου τρώγουν καὶ διασκεδάζουν τὸ πρωΐ, ἤτοι εἰς ὥραν ποὺ ἔπρεπε νὰ ἐργάζωνται διὰ τὸ καλὸν τοῦ κράτους.

Ἐκκλ. 10,17

μακαρία σύ, γῆ, ἧς ὁ βασιλεύς σου υἱὸς ἐλευθέρων καὶ οἱ ἄρχοντές σου πρὸς καιρὸν φάγονται ἐν δυνάμει καὶ οὐκ αἰσχυνθήσονται.

Κολιτσάρα

Εὐτυχισμένη εἶσαι σύ, ἡ χώρα, ποὺ ἔχεις βασιλέα υἱὸν ἐλευθέρων καὶ εὐσεβῶν ἀνθρώπων, οἱ δὲ ἄρχοντές σου τρώγουν μὲ μέτρον εἰς τὴν κατάλληλον ὥραν. Αὐτοί, βασιλεὺς καὶ ἄρχοντες, δὲν θὰ ἐντροπιασθοῦν ποτέ.

Τρεμπέλα

Εὐτυχισμένη εἶσαι σὺ ἡ χώρα, τῆς ὁποίας ὁ βασιλεὺς εἶναι ἀπόγονος ἐλευθέρων, εὐγενῶν καὶ ἐναρέτων ἀνθρώπων καὶ οἱ ἄρχοντές σου τρώγουν μὲ μέτρον καὶ τὴν κανονικὴν ὥραν διὰ τὴν σωματικήν των ἐνίσχυσιν. Αὐτοὶ δὲν πρόκειται νὰ ἐντροπιασθοῦν ποτέ.

Ἐκκλ. 10,18

ἐν ὀκνηρίαις ταπεινωθήσεται ἡ δόκωσις, καὶ ἐν ἀργίᾳ χειρῶν στάξει ἡ οἰκία.

Κολιτσάρα

Ἀπὸ τὴν ὀκνηρίαν τοῦ οἰκοδεσπότου καὶ τῶν ἐργατῶν θὰ πέσῃ ἡ ξυλίνη σκέπη τοῦ σπιτιοῦ. Καὶ ἐξ αἰτίας τῆς τεμπελιᾶς τῶν χειρῶν των ἡ οἰκία θὰ σταλάζῃ.

Τρεμπέλα

Ἐξ αἰτίας τῆς ὀκνηρίας τοῦ οἰκοδεσπότου ἡ ξυλίνη στέγη τῆς οἰκίας του θὰ πέσῃ καὶ ἐξ αἰτίας τῆς ἀργίας τῶν χειρῶν του θὰ σταλάζῃ τὸ σπίτι. Καὶ τὸ κρατικὸν οἰκοδόμημα θὰ καταρρεύση ἐξ αἰτίας τοῦ ὀκνηροῦ βασιλέως καὶ τῶν ἀδιαφόρων ἀρχόντων του, διότι οἱ τοιοῦτοι

Ἐκκλ. 10,19

εἰς γέλωτα ποιοῦσιν ἄρτον καὶ οἶνον καὶ ἔλαιον τοῦ εὐφρανθῆναι ζῶντας, καὶ τοῦ ἀργυρίου ταπεινώσει ἐπακούσεται τὰ πάντα.

Κολιτσάρα

Οἱ ἀσύνετοι ἄρχοντες κατὰ τὸ διάστημα τῆς ζωῆς των παραθέτουν πλούσια φαγητὰ καὶ οἶνον καὶ πολύτιμα μύρα, διὰ νὰ εὐφραίνωνται, καὶ γελοῦν. Μὲ τὸ ἀργύριόν των προσπαθοῦν νὰ ταπεινώσουν καὶ ταπεινώνουν τοὺς πάντας καὶ τὰ πάντα.

Τρεμπέλα

ὀργανώνουν συμπόσια διὰ διασκέδασιν καὶ γέλια καὶ ὁ οἶνος καὶ τὰ μύρα τοὺς εὐφραίνουν, ἐφ’ ὅσον ζοῦν. Εἰς τὸ χρῆμα ὑποδουλώνονται τὰ πάντα.

Ἐκκλ. 10,20

καί γε ἐν συνειδήσει σου βασιλέα μὴ καταράσῃ, καὶ ἐν ταμιείοις κοιτώνων σου μὴ καταράσῃ πλούσιον· ὅτι πετεινὸν τοῦ οὐρανοῦ ἀποίσει σὺν τὴν φωνήν σου, καὶ ὁ ἔχων τὰς πτέρυγας ἀπαγγελεῖ λόγον σου.

Κολιτσάρα

Σὺ ὅμως οὔτε ἀπὸ μέσα σου μὴ σκεφθῇς καὶ εἴπῃς κάτι κακὸν ἐναντίον τοῦ βασιλέως· καὶ εἰς τὸ ἐσωτερικώτερον δωμάτιόν σου, τὸν κοιτῶνα σου, μὴ κατακρίνῃς τὸν πλούσιον ἄρχοντα. Διότι κάποιο πουλὶ τοῦ οὐρανοῦ θὰ μεταφέρῃ τὴν κατηγορίαν σου πρὸς αὐτόν. Ὁ πτερωτὸς αὐτὸς ἀγγελιαφόρος θὰ ἀναγγείλῃ εἰς ἐκεῖνον τὰ ἐπικριτικὰ λόγια σου.

Τρεμπέλα

Μὲ τὴν σκέψιν σου νὰ μὴ καταρασθῇς τὸν βασιλέα καὶ εἰς τὸ ὑπνοδωμάτιόν σου νὰ μὴ καταρασθῇς τὸν ἰσχυρόν, διότι κάποιο πουλὶ τοῦ οὐρανοῦ θὰ μεταφέρῃ εἰς αὐτὸν τὴν φωνήν σου, καὶ ἐκεῖνο ποὺ πετᾷ, θὰ προδώσῃ τὰ λόγια σου εἰς αὐτόν.

Κεφάλαιο 11

Ἐκκλ. 11,1

Ἀπόστειλον τὸν ἄρτον σου ἐπὶ πρόσωπον τοῦ ὕδατος, ὅτι ἐν πλήθει ἡμερῶν εὑρήσεις αὐτόν·

Κολιτσάρα

Σπεῖρε τὸ σιτάρι σου κατὰ τὸ φθινόπωρον εἰς τὸν καιρὸν τῶν βροχῶν. Ἔπειτα δὲ ἀπὸ ὡρισμένον χρόνον θὰ μαζεύσῃς αὐτὸ πολὺ περισσότερον.

Τρεμπέλα

Ρίξε τὸ ψωμί σου εἰς τὴν ἐπιφάνειαν τοῦ νεροῦ καὶ ἔπειτα ἀπὸ πολλὲς ἡμέρες θὰ τὸ εὕρῃς.

Ἐκκλ. 11,2

δὸς μερίδα τοῖς ἑπτὰ καί γε τοῖς ὀκτώ, ὅτι οὐ γινώσκεις τί ἔσται πονηρὸν ἐπὶ τὴν γῆν.

Κολιτσάρα

Μοίρασε τὸ ψωμί σου εἰς πολλοὺς καὶ εἰς ἀκόμη περισσοτέρους, ποὺ πεινοῦν. Διότι δὲν γνωρίζεις, ποιὰ δυστυχία ἠμπορεῖ ἀργότερα νὰ εὕρῃ καὶ σὲ τὸν ἴδιον εἰς τὴν γῆν αὐτήν.

Τρεμπέλα

Δῶσε μερίδιον ἀπὸ τὰ ἀγαθά σου εἰς πολλοὺς καὶ εἰς ἀκόμη περισσοτέρους, διότι δὲν γνωρίζεις ἂν αὔριον ἔλθῃ ἡ ἀνέχεια καὶ ἡ οἰκονομικὴ κρίσις καὶ εὕρῃ καὶ σένα.

Ἐκκλ. 11,3

ἐὰν πλησθῶσι τὰ νέφη ὑετοῦ, ἐπὶ τὴν γῆν ἐκχέουσι· καὶ ἐὰν πέσῃ ξύλον ἐν τῷ νότῳ καὶ ἐὰν ἐν τῷ βορρᾷ, τόπῳ, οὗ πεσεῖται τὸ ξύλον ἐκεῖ ἔσται.

Κολιτσάρα

Ἐὰν πυκνωθοῦν τὰ νέφη καὶ γεμίσουν τὸν οὐρανόν, θὰ ἀναλυθοῦν εἰς βροχήν. Ἐὰν ἕνα δένδρον φυτευθῇ ὀπουδήποτε εἰς τὴν γῆν, εἴτε εἰς τὸν βορρᾶν εἴτε εἰς τὸν νότον, ἐκεῖ θὰ ὑπάρχῃ, ἐκεῖ θὰ καρποφορῇ.

Τρεμπέλα

Ὅταν τὰ σύννεφα φορτωθοῦν ἀπὸ βροχήν, τὴν ρίχνουν εἰς τὴν γῆν· καὶ ἂν ἕνα δένδρον πέσῃ εἴτε πρὸς νότον εἴτε πρὸς βορρᾶν, εἰς τὸν τόπον ὅπου θὰ πέσῃ, ἐκεῖ καὶ θὰ μείνῃ, διὰ τὴν ὠφέλειαν ἐκείνων ποὺ κατοικοῦν ἐκεῖ.

Ἐκκλ. 11,4

τηρῶν ἄνεμον οὐ σπερεῖ, καὶ βλέπων ἐν ταῖς νεφέλαις οὐ θερίσει.

Κολιτσάρα

Ἐκεῖνος ποὺ προσέχει πολὺ τοὺς ἀνέμους καὶ λεπτολογεῖ, ποτὲ δὲν θὰ σπείρῃ. Καὶ ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος συνεχῶς παρατηρεῖ τὰ σύννεφα, ποτὲ δὲν θὰ θερίσῃ.

Τρεμπέλα

Ὅποιος κυττάζει τὸν ἄνεμον, ποὺ φέρει βροχήν, δὲν θὰ σπείρῃ ποτέ, καὶ ὅποιος κυττάζει τὰ σύννεφα, δὲν θὰ θερίσῃ ποτέ.

Ἐκκλ. 11,5

ἐν οἷς οὐκ ἔστι γινώσκων τίς ἡ ὁδὸς τοῦ πνεύματος. ὡς ὀστᾶ ἐν γαστρὶ κυοφορούσης, οὕτως οὐ γνώσῃ τὰ ποιήματα τοῦ Θεοῦ, ὅσα ποιήσει σὺν τὰ πάντα.

Κολιτσάρα

Ὅπως ὁ ἄνθρωπος δὲν γνωρίζει τὴν κίνησιν καὶ τὴν κατεύθυνσιν τοῦ ἀνέμου, δὲν γνωρίζει πῶς διαμορφώνεται τὸ σῶμα καὶ τὰ ὀστᾶ τοῦ ἐμβρύου μέσα εἰς τὴν κοιλίαν τῆς μητρός του, ἔτσι δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζῃ καὶ τὰ θεῖα δημιουργήματα· πῶς, δηλαδή, ὁ Θεὸς ἐδημιούργησε καὶ κυβερνᾷ τὰ πάντα.

Τρεμπέλα

Ὅπως δὲν ὑπάρχει ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος νὰ γνωρίζῃ ποία εἶναι ἡ κατεύθυνσις τοῦ ἀνέμου, ἢ πῶς διαμορφοῦται καὶ ἐξελίσσεται τὸ ἔμβρυον εἰς τὴν κοιλίαν τῆς ἐγκύου, κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον δὲν δύνασαι νὰ ἐννοήσῃς τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ, πῶς δηλαδὴ ἐργάζεται ἡ σοφή του Πρόνοια.

Ἐκκλ. 11,6

ἐν τῷ πρωῒ σπεῖρον τὸ σπέρμα σου, καὶ εἰς ἑσπέραν μὴ ἀφέτω ἡ χείρ σου, ὅτι οὐ γινώσκεις ποῖον στοιχήσει, ἢ τοῦτο ἢ τοῦτο, καὶ ἐὰν τὰ δύο ἐπὶ τὸ αὐτὸ ἀγαθά.

Κολιτσάρα

Σπεῖρε τὸ σιτάρι σου κατὰ τὸ διάστημα τῆς ἡμέρας, καὶ κατὰ τὴν ἑσπέραν ἀκόμη ἂς μὴ σταματήσῃ τὸ χέρι σου νὰ σπέρνῃ. Διότι δὲν γνωρίζεις, ποιοὶ σπόροι θὰ εὐδοκιμήσουν αὐτοὶ ἢ ἐκεῖνοι ἢ καὶ οἱ δύο μαζῆ.

Τρεμπέλα

Σπεῖρε τὸν σπόρον σου εἰς τὸ χωράφι τὸ πρωΐ, καὶ τὸ ἀπογεῦμα ἂς μὴ παύσῃ τὸ χέρι σου τὴν σποράν, διότι δὲν γνωρίζεις ποῖος σπόρος θὰ εὐδοκιμήσῃ, αὐτὸς ἢ ἐκεῖνος, ἂν δὲ εὐδοκιμήσουν καὶ οἱ δύο, αὐτὸ θὰ εἶναι εὐτυχία.

Ἐκκλ. 11,7

καὶ γλυκὺ τὸ φῶς καὶ ἀγαθὸν τοῖς ὀφθαλμοῖς τοῦ βλέπειν σὺν τὸν ἥλιον·

Κολιτσάρα

Ὡραῖον καὶ γλυκὺ εἶναι τὸ φῶς. Εὐχάριστον εἰς τοὺς ὀφθαλμοὺς νὰ βλέπουν τὸν ἥλιον, εὐχάριστος ἡ ζωὴ διὰ τὸν ἄνθρωπον.

Τρεμπέλα

Βεβαίως τὸ να βλέπῃ κανεὶς εἶναι γλυκὸ καὶ εὐχάριστον εἰς τὰ μάτια, νὰ βλέπῃ δηλαδὴ τὸν ἥλιον, ἤτοι νὰ ζῇ. Ἡ ζωὴ εἶναι γλυκειά.

Ἐκκλ. 11,8

ὅτι καὶ ἐὰν ἔτη πολλὰ ζήσεται ὁ ἄνθρωπος, ἐν πᾶσιν αὐτοῖς εὐφρανθήσεται καὶ μνησθήσεται τὰς ἡμέρας τοῦ σκότους, ὅτι πολλαὶ ἔσονται· πᾶν τὸ ἐρχόμενον ματαιότης.

Κολιτσάρα

Καὶ ἐὰν πολλὰ χρόνια ζήσῃ ὁ ἄνθρωπος εἰς τὴν γῆν, κατὰ τὸ διάστημα ὅλων αὐτῶν τῶν ἐτῶν θὰ εὐφρανθῇ. Θὰ ἐνθυμῆται ὅμως καὶ τὰς σκοτεινὰς ἡμέρας τοῦ θανάτου, αἱ ὁποῖαι θὰ εἶναι πολλαί, ἀπροσμέτρητοι. Ἀλλὰ κάθε τι, ποὺ συμβαίνει εἰς τὴν ζωήν μας, εἶναι μάταιον καὶ παροδικόν.

Τρεμπέλα

Καὶ ἂν ἀκόμη ζήσῃ πολλὰ ἔτη ὁ ἄνθρωπος καὶ χαρῇ εἰς ὅλα αὐτά, ἂς ἐνθυμῆται ὅμως καὶ τὸν θάνατον, ἤτοι τὰς σκοτεινὰς ἡμέρας τοῦ τάφου, διότι αὐταὶ θὰ εἶναι περισσότεραι ἀπὸ τὰς ἡμέρας τῆς παρούσης ζωῆς, αἰώνιαι. Καὶ τὸ ὑπόλοιπον τῆς ζωῆς μας ἐπὶ τῆς γῆς εἶναι οὐσιαστικῶς καὶ αὐτὸ ματαιότης.

Ἐκκλ. 11,9

Εὐφραίνου, νεανίσκε, ἐν νεότητί σου, καὶ ἀγαθυνάτω σε ἡ καρδία σου ἐν ἡμέραις νεότητός σου, καὶ περιπάτει ἐν ὁδοῖς καρδίας σου ἄμωμος καὶ μὴ ἐν ὁράσει ὀφθαλμῶν σου καὶ γνῶθι ὅτι ἐπὶ πᾶσι τούτοις ἄξει σε ὁ Θεὸς ἐν κρίσει.

Κολιτσάρα

Ἀπόλαυσε λοιπόν, νεαρέ, τὴν νεότητά σου, ἂς εὐφρανθῇ ἡ καρδιά σου κατὰ τὰς ἡμέρας τῆς νεότητός σου· βάδιζε ὅμως τὰς ὁδούς, τὰς ὁποίας ὑπαγορεύει εἰς σὲ ἡ καρδία σου, χωρὶς ἐκτροπάς, χωρὶς ψεγάδια. Μὴ παρασύρεσαι ἀπὸ τὰς πρώτας ἐντυπώσεις τῶν ὀφθαλμῶν σου. Ἔχε δὲ ὑπ’ ὄψιν σου, ὅτι ὁ Θεός, ὁ ὁποῖος σὲ βλέπει, θὰ σὲ κρίνῃ δι’ ὅλα τὰ ἔργα σου.

Τρεμπέλα

Ἂς χαίρεσαι, ὦ νέε, κατὰ τὴν νεότητά σου καὶ ἡ καρδία σου ἂς εὐφραίνεται κατὰ τὴν νεανικήν σου ἡλικίαν καὶ ἂς ἀκολουθῇ τὰς ἐπιθυμίας τῆς καρδίας σου χωρὶς ψεγάδι καὶ μῶμον καὶ μὴ ἐπηρεάζεσαι ἀπὸ τὰς πρώτας ἐντυπώσεις τῶν ὀφθαλμῶν σου. Νὰ ξεύρῃς ὅμως ὅτι δι’ ὅλα αὐτὰ θὰ σὲ κρίνῃ ὁ Θεός.

Ἐκκλ. 11,10

καὶ ἀπόστησον θυμὸν ἀπὸ καρδίας σου καὶ παράγαγε πονηρίαν ἀπὸ σαρκός σου, ὅτι ἡ νεότης καὶ ἡ ἄνοια ματαιότης.

Κολιτσάρα

Διῶξε τὸν θυμὸν ἀπὸ τὴν καρδίαν σου. Διῶξε ἀπὸ κοντά σου τὰς πονηρὰς ἐπιθυμίας, διότι ἡ νεότης καὶ ἡ ἀμυαλωσύνη εἶναι ματαιότης.

Τρεμπέλα

Διῶξε λοιπὸν τὴν ἀγανάκτησιν ἀπὸ τὴν καρδίαν σου, ἐπειδὴ δὲν ἠμπορεῖς νὰ ἀπολαύσῃς τὰ ἐπίγεια, διῶξε ἀπὸ κοντά σου τὰς σαρκικὰς ἐπιθυμίας σου, διότι ἡ νεότης καὶ ἡ ἀνοησία εἶναι πρᾶγμα μάταιον καὶ πρόσκαιρον.

Κεφάλαιο 12

Ἐκκλ. 12,1

Καὶ μνήσθητι τοῦ κτίσαντός σε ἐν ἡμέραις νεότητός σου, ἕως ὅτου μὴ ἔλθωσιν ἡμέραι τῆς κακίας καὶ φθάσωσιν ἔτη, ἐν οἷς ἐρεῖς· οὐκ ἔστι μοι ἐν αὐτοῖς θέλημα·

Κολιτσάρα

Κατὰ τὰ ἔτη τῆς νεότητός σου, καὶ πάντοτε, νὰ ἐνθυμῆσαι τὸν δημιουργόν σου, διὰ νὰ μὴ ἔλθουν ἡμέραι πόνου καὶ ταλαιπωρίας τοῦ γήρατος καὶ φθάσουν ἔτη, κατὰ τὰ ὁποῖα θὰ πῇς· «δὲν ἔχω πλέον τὴν θέλησιν καὶ τὴν δύναμιν δι’ αὐτὰ τὰ πράγματα, διὰ τὸν σεβασμὸν καὶ τὴν ὑπακοὴν πρὸς τὸν Θεόν».

Τρεμπέλα

Νὰ ἐνθυμῆσαι καὶ νὰ φοβῆσαι, νέε μου, κατὰ τὰ νεανικὰ σου χρόνια, ἀλλὰ καὶ πάντοτε, τὸν Πλάστην σου, διὰ νὰ μὴ ἔλθουν αἱ ἡμέραι τοῦ πόνου, ἤτοι τοῦ γήρατος, καὶ φθάσουν τὰ ἔτη, κατὰ τὰ ὁποῖα θὰ πῇς· δὲν αἰσθάνομαι πλέον καμμίαν ὄρεξιν δι’ αὐτὰ τὰ πράγματα, δηλαδὴ νὰ φοβοῦμαι τὸν Θεὸν καὶ νὰ ζῶ μὲ σωφροσύνην κ.τ.τ.

Ἐκκλ. 12,2

ἕως οὗ μὴ σκοτισθῇ ὁ ἥλιος καὶ τὸ φῶς καὶ ἡ σελήνη καὶ οἱ ἀστέρες, καὶ ἐπιστρέψωσι τὰ νέφη ὀπίσω τοῦ ὑετοῦ·

Κολιτσάρα

Νὰ ἐνθυμῆσαι τὸν πλάστην σου, πρὶν σκοτισθοῦν διὰ σὲ ὁ ἥλιος, τὸ φῶς, ἡ σελήνη καὶ οἱ ἀστέρες, καὶ ἐπανέλθουν ἔπειτα βαρυφορτωμένα πάλιν τὰ σύννεφα τῆς βροχῆς καὶ παραταθῇ ὁ χειμῶνας τῆς ζωῆς σου.

Τρεμπέλα

(Νὰ ἐνθυμῆσαι τὸν Θεόν) προτοῦ, λόγῳ τοῦ γήρατος, σκοτεινιάσῃ γιὰ σένα ὁ ἥλιος καὶ τὸ φῶς τῆς ἡμέρας καὶ τὸ φεγγάρι καὶ τὰ ἀστέρια καὶ ξαναέλθουν ἀπειλητικὰ τὰ σύννεφα ἔπειτα ἀπὸ τὴν βροχὴν καὶ ἐπαναληφθῇ ἡ βροχή, δηλαδὴ ὁ ἕνας πόνος θὰ διαδέχεται τὸν ἄλλον.

Ἐκκλ. 12,3

ἐν ἡμέρᾳ, ᾗ ἐὰν σαλευθῶσι φύλακες τῆς οἰκίας καὶ διαστραφῶσιν ἄνδρες τῆς δυνάμεως, καὶ ἤργησαν αἱ ἀλήθουσαι, ὅτι ὠλιγώθησαν, καὶ σκοτάσουσιν αἱ βλέπουσαι ἐν ταῖς ὀπαῖς·

Κολιτσάρα

Κατὰ τὰς ἡμέρας τῶν γηρατείων σου θὰ τρέμουν οἱ φύλακες τοῦ σώματός σου, τὰ χέρια σου, θὰ κυρτωθοῦν οἱ ὦμοι σου καὶ θὰ ἀδυνατίσουν τὰ πόδια σου, τὰ ὁποῖα σὰν ἰσχυροὶ ἄνδρες σὲ συγκρατοῦσαν. Τὰ δόντια σου, τὰ ὁποῖα ἄλλοτε ἄλεθαν τὰς τροφὰς θὰ βραδύνουν εἰς τὸ ἄλεσμά των. Ἔμειναν ἄλλωστε λιγοστά, τὰ περισσότερα ἔπεσαν. Αἱ κόραι τῶν ὀφθαλμῶν σου, αἱ ὁποῖαι ἀπὸ τὶς κόγχες των, σὰν ἀπὸ παράθυρα, βλέπουν, θὰ καλυφθοῦν ἀπὸ τὸ σκοτάδι.

Τρεμπέλα

Εἰς τὴν ἐποχὴν τῶν προχωρημένων γηρατείων θὰ τρέμουν οἱ φύλακες τοῦ σώματος, τὸ κεφάλι καὶ τὰ χέρια, καὶ οἱ δυνατοὶ ἄνδρες, τὰ πόδια, ποὺ βαστάζουν τὸ σῶμα, δὲν θὰ ἀντέχουν καὶ δὲν θὰ στεριώνουν, καὶ ἐκεῖναι ποὺ ἀλέθουν, τὰ δόντια δηλαδή, θὰ ἀργήσουν, διότι ἔμειναν ὀλίγα ἢ ἔπεσαν τελείως ὅλα, καὶ θὰ σκοτισθοῦν τὰ μάτια, ποὺ κυττάζουν μέσα ἀπὸ τὰ βλέφαρα καὶ τὶς κόγχες, ποὺ ὁμοιάζουν σὰν παράθυρα.

Ἐκκλ. 12,4

καὶ κλείσουσι θύρας ἐν ἀγορᾷ, ἐν ἀσθενείᾳ φωνῆς τῆς ἀληθούσης, καὶ ἀναστήσεται εἰς φωνὴν τοῦ στρουθίου, καὶ ταπεινωθήσονται πᾶσαι αἱ θυγατέρες τοῦ ᾄσματος·

Κολιτσάρα

Τότε τὰ θυρόφυλλα τοῦ στόματός σου, τὰ χείλη καὶ αἱ σιαγόνες σου, θὰ κλεισθοῦν καὶ θὰ παύσουν νὰ ἀγορεύουν. Ἡ φωνὴ τοῦ στόματός σου θὰ ἀδυνατήσῃ, θὰ γίνῃ λεπτὴ σὰν τὸ λάλημα τοῦ στρουθίου. Τὰ αὐτιὰ καὶ ἡ γλῶσσα σου, ὄργανα ἄλλοτε τοῦ τραγουδιοῦ σου, θὰ ἀδυνατήσουν.

Τρεμπέλα

Καὶ τότε θὰ κλείσουν αἱ σιαγόνες καὶ τὰ χείλη, ὥστε νὰ μὴ ἀνοίγουν καὶ νὰ μὴ ὁμιλοῦν, καὶ ἡ φωνὴ τοῦ στόματος θὰ ἀδυνατίσῃ καὶ θὰ γίνῃ λεπτὴ ὡσὰν τὸ λάλημα τοῦ πουλιοῦ, καὶ τὰ αὐτιὰ καὶ ἡ γλῶσσα, ποὺ ὑπηρετοῦν εἰς τὸ τραγούδι, θὰ ἀδυνατίσουν.

Ἐκκλ. 12,5

καὶ ἀπὸ ὕψους ὄψονται, καὶ θάμβοι ἐν τῇ ὁδῷ· καὶ ἀνθήσῃ τὸ ἀμύγδαλον, καὶ παχυνθῇ ἡ ἀκρίς, καὶ διασκεδασθῇ ἡ κάππαρις, ὅτι ἐπορεύθη ὁ ἄνθρωπος εἰς οἶκον αἰῶνος αὐτοῦ, καὶ ἐκύκλωσαν ἐν ἀγορᾷ οἱ κοπτόμενοι·

Κολιτσάρα

Θὰ βλέπουν τὰ γεροντικὰ μάτια μὲ φόβον τὸν ἀνήφορον καὶ θὰ θαμπώνουν εἰς τὸν δρόμον. Θὰ ἀνθήσῃ ἡ ἀμυγδαλιά, θὰ ἀσπρίσῃ δηλαδὴ τὸ κεφάλι τοῦ γέροντος. Τὰ εὐκίνητα ἄλλοτε, ὡσὰν ἀκρίδες, πόδια του, θὰ γίνουν δυσκίνητα. Ἡ ὄρεξις διὰ τὰ φαγητὰ καὶ τὰς ἀπολαύσεις τῆς ζωῆς θὰ μειωθῇ εἰς τὸ ἐλάχιστον. Καὶ ὁ ἄνθρωπος θὰ ὁδηγηθῇ πλέον εἰς τὴν τελευταίαν ἐπίγειον κατοικίαν του, τὸν τάφον. Θὰ τὸν περιστοιχίζουν πενθοῦντες οἱ οἰκεῖοι του καὶ οἱ πληρωμένοι μοιρολογηταί.

Τρεμπέλα

Καὶ οἱ γέροντες θὰ φοβοῦνται τὸν ἀνήφορον καὶ εἰς τὸν δρόμον θὰ θαμπώνουν καὶ θὰ βλέπουν φόβητρα. Καὶ θὰ ἀνθήσῃ τότε ἡ ἀμυγδαλιά, θὰ ἀσπρίσουν δηλαδὴ τὰ μαλλιά, καὶ ὁ γέρων θὰ γίνῃ δυσκίνητος σὰν τὴν παχειὰ ἀκρίδα, καὶ ἡ κάππαρις θὰ σκορπισθῇ, θὰ σβήσουν δηλαδὴ αἱ ἐπιθυμίαι, καὶ ἡ ψυχὴ θὰ χωρισθῇ ἀπὸ τὸ σῶμα καὶ ὁ ἄνθρωπος θὰ ὁδηγηθῇ πλέον εἰς τὴν αἰωνίαν κατοικίαν του, τὸν τάφον, θὰ τὸν περιστοιχίζουν δὲ οἱ πενθοῦντες οἰκεῖοι του καὶ οἱ ἐξ ἐπαγγέλματος μοιρολογισταί.

Ἐκκλ. 12,6

ἕως ὅτου μὴ ἀνατραπῇ τὸ σχοινίον τοῦ ἀργυρίου, καὶ συντριβῇ τὸ ἀνθέμιον τοῦ χρυσίου, καὶ συντριβῇ ὑδρία ἐπὶ τῇ πηγῇ, καὶ συντροχάσῃ ὁ τροχὸς ἐπὶ τὸν λάκκον,

Κολιτσάρα

Λοιπόν, νὰ ἐνθυμῆσαι τὸν Πλάστην σου, πρὶν τὸ πολύτιμον ἀσημένιο νῆμα τῆς ζωῆς σου κοπῇ, πρὶν συντριβῇ τὸ χρυσὸ ἀνθοδοχεῖον τοῦ βίου σου, πρὶν σπάσῃ ἡ ὑδρία εἰς τὴν πηγὴν καὶ τὸ μαγγάνι ξεδιπλωθῇ καὶ κινηθῇ ὁλοταχῶς μέσα εἰς τὸ πηγάδι.

Τρεμπέλα

Ἐνθυμήσου τὸν Θεόν, προτοῦ νὰ κοπῇ ἡ ἀσημένια ἁλυσίδα, τὸ νῆμα τῆς ζωῆς σου, καὶ σπάσῃ ἡ θήκη τοῦ χρυσοῦ, ἡ ζωή σου, καὶ τσακισθῇ τὸ κανάτι εἰς τὴν πηγὴν καὶ τὸ μαγγάνι κατρακυλήση εἰς τὸ πηγάδι καὶ ὁ βίος καταλήξη εἰς τὸν τάφον καὶ τὸν Ἅδην.

Ἐκκλ. 12,7

καὶ ἐπιστρέψῃ ὁ χοῦς ἐπὶ τὴν γῆν, ὡς ἦν, καὶ τὸ πνεῦμα ἐπιστρέψῃ πρὸς τὸν Θεόν, ὃς ἔδωκεν αὐτό.

Κολιτσάρα

Καὶ τότε θὰ ἐπιστρέψῃ πλέον τὸ χῶμα, τὸ σῶμα δηλαδή, εἰς τὴν γῆν, ὅπου καὶ ὅπως ἦτο πρὶν πλασθῇ. Ἡ ψυχὴ ὅμως θὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὸν Θεόν, ὁ ὁποῖος τὴν ἔπλασε καὶ τὴν ἔδωκε.

Τρεμπέλα

Καὶ τότε θὰ γυρίσῃ τὸ χῶμα, τὸ σῶμα δηλαδή, εἰς τὴν γῆν, ὅπως ἦτο προτοῦ νὰ πλασθῇ, ἡ δὲ ψυχὴ θὰ γυρίσῃ πάλιν εἰς τὸν Θεόν, ὁ ὁποῖος τὴν ἔδωκε.

Ἐκκλ. 12,8

ματαιότης ματαιοτήτων, εἶπεν ὁ ἐκκλησιαστής, τὰ πάντα ματαιότης.

Κολιτσάρα

Καὶ πάλιν ὁ Ἐκκλησιαστὴς λέγει καὶ ἐπαναλαμβάνει· ματαιότης ματαιοτήτων τὰ πάντα εἶναι ματαιότης.

Τρεμπέλα

Καὶ πάλιν λέγει ὁ Ἐκκλησιαστής· ματαιότης ματαιοτήτων, ὅλα εἶναι μάταια.

Ἐκκλ. 12,9

Καὶ περισσὸν ὅτι ἐγένετο ἐκκλησιαστὴς σοφός, ὅτι ἐδίδαξε γνῶσιν σὺν τὸν λαόν, καὶ οὖς ἐξιχνιάσεται κόσμιον παραβολῶν.

Κολιτσάρα

Σοφὸς μὲ τὸ παραπάνω ἔγινεν ὁ Ἐκκλησιαστής, τὴν δὲ σοφίαν του αὐτὴν καὶ γνῶσιν τὴν ἐδίδαξεν εἰς τὸν λαόν. Κάθε δὲ αὐτὶ ἀνθρώπου ἠμπορεῖ, ἐὰν θέλῃ, νὰ ἐξερευνήσῃ καὶ ἐξιχνιάσῃ τὸν πλοῦτον τῶν ὡραίων αὐτῶν παραβολῶν.

Τρεμπέλα

Ἐπὶ πλέον ὁ Ἐκκλησιαστὴς ἔγινε σοφὸς καὶ ἐδίδαξεν ἀληθινὴν γνῶσιν εἰς τὸν λαόν. Καὶ τὸ αὐτὶ ποὺ ἀκούει, θὰ εὕρῃ τὴν ἀξίαν τῶν παροιμιῶν του.

Ἐκκλ. 12,10

πολλὰ ἐζήτησεν ἐκκλησιαστὴς τοῦ εὑρεῖν λόγους θελήματος καὶ γεγραμμένον εὐθύτητος, λόγους ἀληθείας.

Κολιτσάρα

Πολλὰς ἐρεύνας καὶ ἀναζητήσεις ἔκαμεν ὁ Ἐκκλησιαστής, διὰ νὰ εὕρῃ ὡραίους καὶ εὐαρέστους λόγους, καὶ νὰ καταγράψῃ τοὺς λόγους αὐτοὺς τῆς σοφίας καὶ ἀληθείας μὲ ἀκρίβειαν καὶ εὐθύτητα.

Τρεμπέλα

Ἔπειτα ἀπὸ πολλὰς ἐρεύνας ὁ Ἐκκλησιαστὴς προσεπάθησε νὰ εὕρῃ λόγους εὐαρέστους καὶ νὰ καταγράψῃ ἐπακριβῶς καὶ μὲ εὐθύτητα λόγους τῆς ἀληθείας.

Ἐκκλ. 12,11

Λόγοι σοφῶν ὡς τὰ βούκεντρα καὶ ὡς ἧλοι πεφυτευμένοι, οἳ παρὰ τῶν συνθεμάτων ἐδόθησαν ἐκ ποιμένος ἑνὸς

Κολιτσάρα

Οἱ λόγοι τῶν σοφῶν ὁμοιάζουν ὡσὰν τὴν βουκέντραν, ποὺ κεντοῦν εἰς κίνησιν καὶ ἐργασίαν. Ὁμοιάζουν μὲ καρφωμένα καρφιὰ διὰ τὴν ψυχὴν τοῦ ἀκροατοῦ. Οἱ σοφοὶ αὐτοὶ λόγοι ἀποτελοῦν συλλογήν· τοὺς ἔχει δὲ ἐμπνεύσει ὁ ἕνας καὶ μοναδικὸς ποιμήν, ὁ Θεός.

Τρεμπέλα

Οἱ λόγοι τῶν σοφῶν καὶ θεοπνεύστων ἀνδρῶν ὁμοιάζουν μὲ βούκεντρα, ποὺ ὠθοῦν εἰς ξύπνημα καὶ πρόοδον πνευματικήν, καὶ σὰν καρφιὰ καρφωμένα, διότι εἶναι λόγια μόνιμα, ποὺ προκαλοῦν ζωηρὰν ἐντύπωσιν εἰς τὸν ἀκροατήν. Οἱ λόγοι αὐτοὶ ἀποτελοῦν συλλογὰς καὶ ἐνεπνεύσθησαν ἀπὸ τὸν ἕνα καὶ τὸν αὐτὸν Ποιμένα, τὸν Θεόν.

Ἐκκλ. 12,12

καὶ περισσὸν ἐξ αὐτῶν. υἱέ μου, φύλαξαι, τοῦ ποιῆσαι βιβλία πολλά· οὐκ ἔστι περασμός, καὶ μελέτη πολλὴ κόπωσις σαρκός.

Κολιτσάρα

Εἶναι αὐτοὶ ἀρκετοί. Παιδί μου, πρόσεξε, διὰ νὰ σὲ ὁδηγήσουν εἰς τὴν ὀρθὴν ἀντίληψιν τῆς ζωῆς καὶ τοῦ καθήκοντος. Παιδί μου, πρόσεξε νὰ μὴ μαζέψῃς πολλὰ βιβλία. Δὲν τελειώνουν αὐτὰ ποτέ. Καὶ μὴ λησμονῇς, ὅτι ἡ πολλὴ μελέτη εἶναι καταπόνησις τοῦ πνεύματος καὶ τοῦ σώματος.

Τρεμπέλα

Καὶ ἐπὶ πλέον, παιδί μου, πρέπει νὰ διδαχθῇς ἀπὸ αὐτὰ καὶ νὰ τὰ ἐφαρμόζῃς. Τὸ νὰ γράψῃ κανεὶς πολλὰ βιβλία δὲν ἔχει ὄφελος, καὶ ἡ πολλὴ μελέτη εἶναι κόπωσις σωματικὴ καὶ ψυχική.

Ἐκκλ. 12,13

Τέλος λόγου, τὸ πᾶν ἄκουε· τὸν Θεὸν φοβοῦ καὶ τὰς ἐντολὰς αὐτοῦ φύλασσε, ὅτι τοῦτο πᾶς ὁ ἄνθρωπος.

Κολιτσάρα

Ἂς κατακλείσωμεν τὸν λόγον μας μὲ τὸ σύνθημα· Ὅλα τὰ λόγια αὐτὰ ἄκουέ τα· νὰ φοβῆσαι τὸν Θεόν, νὰ τηρῇς τὰς ἐντολάς του, διότι εἰς αὐτὸ ἔγκειται ἡ ἀξία καὶ ὁ προορισμὸς παντὸς ἀνθρώπου.

Τρεμπέλα

Τὸ δὲ τελικὸν συμπέρασμα τῆς ὅλης διδασκαλίας τοῦ βιβλίου αὐτοῦ ἤκουε ποῖον εἶναι· νὰ φοβῆσαι τὸν Θεὸν καὶ νὰ τηρῇς τὰς ἐντολάς του, διότι ἡ διπλὴ αὐτὴ ἐντολὴ εἶναι ὅλος ὁ σκοπὸς καὶ ὁ προορισμὸς τοῦ ἀνθρώπου εἰς τὴν γῆν.

Ἐκκλ. 12,14

ὅτι σύμπαν τὸ ποίημα ὁ Θεὸς ἄξει ἐν κρίσει, ἐν παντὶ παρεωραμένῳ, ἐὰν ἀγαθὸν καὶ ἐὰν πονηρόν.

Κολιτσάρα

Καὶ μὴ λησμονῇς ὅτι ὁ Θεὸς θὰ κρίνῃ ὅλας ἀνεξαιρέτως τὰς πράξεις τῶν ἀνθρώπων, ὅσον ἀπόκρυφοι καὶ λησμονημένοι ἂν εἶναι αὐταί· τόσον τὰς καλὰς ὅσον καὶ τὰς κακάς.

Τρεμπέλα

Διότι ὅλας τὰς πράξεις ὁ Θεὸς θὰ τὰς ὁδηγήσῃ εἰς τὴν παγκόσμιον κρίσιν, καὶ κάθε ἀπόκρυφον καὶ τὰς ἐν ἀγνοίᾳ ἀκόμη πράξεις, εἴτε καλαὶ εἶναι αὗται εἴτε κακαί, θὰ τὰς φανερώσῃ καὶ θὰ ἀποδώσῃ δικαιοσύνην.