Ὡσηέ

Κεφάλαιο 1

Ὡσ. 1,1

Λόγος Κυρίου, ὃς ἐγενήθη πρὸς Ὡσηὲ τὸν τοῦ Βεηρεὶ ἐν ἡμέραις Ὀζίου καὶ Ἰωάθαμ καὶ Ἄχαζ καὶ Ἐζεκίου βασιλέων Ἰούδα καὶ ἐν ἡμέραις Ἱεροβοὰμ υἱοῦ Ἰωὰς βασιλέως Ἰσραήλ.

Κολιτσάρα

Λόγος, τὸν ὁποῖον ὁ Κύριος εἶπε πρὸς τὸν Ὡσηέ, υἱὸν τοῦ Βεηρεί, καθ’ ὃν χρόνον βασιλεῖς τῆς Ἰουδαίας ἦσαν ὁ Ὀζίας, ὁ Ἰωάθαμ, ὁ Ἄχαζ καὶ ὁ Ἐζεκίας, βασιλεὺς δὲ τοῦ ἰσραηλιτικοῦ βασιλείου ὁ Ἱεροβοὰμ υἱὸς τοῦ Ἰωάς.

Τρεμπέλα

Τὸ βιβλίον αὐτὸ περιέχει τοὺς λόγους τοῦ Κυρίου, τοὺς ὁποίους εἶπεν εἰς τὸν Ὡσηέ, τὸν υἱὸν τοῦ Βεηρεῖ, κατὰ τὰ χρόνια ποὺ ἐβασίλευαν ὡς βασιλεῖς τοῦ Ἰούδα ὁ Ὀζίας, ὁ Ἰωάθαμ, ὁ Ἄχαζ καὶ ὁ Ἐζεκίας· καὶ κατὰ τὰ χρόνια, ποὺ ἐβασίλευεν εἰς τὸ βασίλειον τοῦ Ἰσραὴλ ὁ Ἱεροβοὰμ Β', ὁ υἱὸς τοῦ Ἰωάς.

Ὡσ. 1,2

Ἀρχὴ λόγου Κυρίου εἰς Ὡσηέ. καὶ εἶπε Κύριος πρὸς Ὡσηέ· βάδιζε, λαβὲ σεαυτῷ γυναῖκα πορνείας καὶ τέκνα πορνείας, διότι ἐκπορνεύουσα ἐκπορνεύσει ἡ γῆ ἀπὸ ὄπισθεν τοῦ Κυρίου.

Κολιτσάρα

Ὅταν ὁ Κύριος ἤρχισε νὰ ὁμιλῇ πρὸς τὸν Ὡσηὲ τοῦ εἶπε· «πήγαινε καὶ πάρε διὰ τὸν ἑαυτόν σου γυναῖκα ρέπουσαν πρὸς τὴν διαφθοράν, διεφθαρμένην, καὶ ἀπόκτησε τέκνα παράνομα, διότι ἡ χώρα αὐτή, ποὺ συμβολίζεται μὲ τὴν διεφθαρμένην γυναῖκα, θὰ περιπέσῃ εἰς φοβερὰν πνευματικὴν πορνείαν, θὰ ἀπομακρυνθῇ ἀπὸ τὸν Κύριον».

Τρεμπέλα

Ὁ πρῶτος λόγος, ποὺ ἐλάλησεν ὁ Κύριος πρὸς τὸν Ὡσηά, εἶναι ὁ ἀκόλουθος: «Πήγαινε, λάβε διὰ τὸν ἑαυτόν σου ὡς σύζυγον γυναῖκα, ποὺ ἔχει κλίσιν πρὸς τὴν πορνείαν, καὶ ἀπόκτησε μαζί της τέκνα παράνομα, διότι δὲν θὰ γνωρίζῃς ἂν εἶναι ἰδικά σου (ἢ κατ’ ἄλλην ἑρμηνείαν: Λάβε μαζί της καὶ τὰ παράνομα τέκνα, ποὺ ἀπέκτησεν αὐτὴ μὲ διαφόρους συζύγους)· διότι ἡ χώρα αὐτὴ τοῦ Ἰσραὴλ θὰ καταντήσῃ εἰς μισητὴν καὶ δυσώδη εἰδωλολατρίαν (πνευματικὴν πορνείαν( (ἢ κατ’ ἄλλην ἑρμηνείαν: Διότι ἡ χώρα αὐτὴ τοῦ Ἰσραὴλ κατήντησεν εἰς μισητὴν καὶ δυσώδη πνευματικὴν πορνείαν), μὲ τὸ νὰ λησμονήσῃ τὸν Κύριον καὶ ἀποστατήσῃ ἀπὸ Αὐτόν, τὸν μόνον ἀληθινὸν Θεόν».

Ὡσ. 1,3

καὶ ἐπορεύθη καὶ ἔλαβε τὴν Γόμερ θυγατέρα Δεβηλαΐμ, καὶ συνέλαβε καὶ ἔτεκεν αὐτῷ υἱόν.

Κολιτσάρα

Ὁ Ὡσηὲ ἐπῆγε πράγματι καὶ ἐπῆρεν ὡς σύζυγόν του τὴν Γόμερ, κόρην τοῦ Δεβηλαΐμ. Αὐτὴ συνέλαβε καὶ ἐγέννησεν εἰς τὸν Ὡσηὲ υἱόν.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Προφήτης, ὑπακούων εἰς τὸν Θεόν, ἐπῆγε καὶ ἔλαβεν ὡς σύζυγον τὴν Γόμερ, θυγατέρα τοῦ Δεβηλαΐμ· ἡ Γόμερ συνέλαβε καὶ ἐγέννησεν εἰς τὸν Ὡσηὲ υἱόν.

Ὡσ. 1,4

καὶ εἶπε Κύριος πρὸς αὐτόν· κάλεσον τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰεζραέλ, διότι ἔτι μικρὸν καὶ ἐκδικήσω τὸ αἷμα τοῦ Ἰεζραὲλ ἐπὶ τὸν οἶκον Ἰούδα καὶ καταπαύσω βασιλείαν οἴκου Ἰσραήλ.

Κολιτσάρα

Εἶπε τότε ὁ Κύριος πρὸς τὸν Ὡσηέ· «ὀνόμασε τὸν υἱόν σου αὐτὸν Ἰεζραέλ, διότι ἔπειτα ἀπὸ ὀλίγον χρόνον, εἰς ἀποκατάστασιν τῆς τιμῆς τοῦ βασιλείου Ἰούδα, θὰ ἀποστείλω τιμωρίας διὰ τὸ χυθὲν αἷμα εἰς τὴν κοιλάδα τοῦ Ἰεζραὲλ καὶ θὰ θέσω τέρμα εἰς τὸ βασίλειον τοῦ οἴκου Ἰσραήλ.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Κύριος εἶπε πρὸς τὸν Ὡσηέ: «Δῶσε εἰς τὸν υἱόν σου τὸ ὄνομα Ἰεζραέλ «σημαίνει: Ὁ Θεὸς σπείρει»· διότι, διὰ νὰ ἀποκαταστήσω τὴν τιμὴν τοῦ Ἰουδαϊκοῦ βασιλείου, θὰ ἀποστείλω ἐντὸς ὀλίγου τιμωρίες διὰ τὰ αἵματα, ποὺ ἐχύθησαν εἰς τὴν κοιλάδα Ἰεζραέλ, καὶ θὰ θέσω τέλος εἰς τὸ βασίλειον τοῦ Ἰσραήλ.

Ὡσ. 1,5

καὶ ἔσται ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ συντρίψω τὸ τόξον τοῦ Ἰσραὴλ ἐν κοιλάδι τοῦ Ἰεζραέλ.

Κολιτσάρα

Κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην θὰ συντρίψω τὰ πολεμικὰ τόξα τοῦ ἰσραηλιτικοῦ βασιλείου, θὰ ἐξουθενώσω δηλαδὴ τὴν δύναμίν του εἰς τὴν κοιλάδα τοῦ Ἰεζραέλ».

Τρεμπέλα

Καὶ κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην τῆς τιμωρίας θὰ συμβῇ τοῦτο· εἰς τὴν πεδιάδα Ἰεζραὲλ θὰ συντρίψω τὰ πολεμικὰ τόξα τοῦ Ἰσραήλ, ἐπειδὴ εἶναι ἀνάξιος νὰ φέρῃ τὸ τιμητικὸν ὄνομα Ἰσραήλ».

Ὡσ. 1,6

καὶ συνέλαβεν ἔτι καὶ ἔτεκε θυγατέρα, καὶ εἶπεν αὐτῷ· κάλεσον τὸ ὄνομα αὐτῆς, Οὐκ - ἠλεημένη, διότι οὐ μὴ προσθήσω ἔτι ἐλεῆσαι τὸν οἶκον Ἰσραήλ, ἀλλ’ ἢ ἀντιτασσόμενος ἀντιτάξομαι αὐτοῖς.

Κολιτσάρα

Συνέλαβεν πάλιν ἡ Γόμερ καὶ ἐγέννησε θυγατέρα· ὁ δὲ Θεὸς εἶπεν εἰς τὸν προφήτην· «δῶσε εἰς αὐτὴν ὄνομα Οὐκ - ἡλεημένη, διότι δὲν θὰ ἔχω πλέον τὴν πρόθεσιν νὰ ἐλεήσω τὸ βασίλειον τοῦ Ἰσραήλ, ἀλλὰ σταθερῶς καὶ ἀποτελεσματικῶς θὰ ἀντιταχθῶ ἐναντίον αὐτῶν.

Τρεμπέλα

Ἡ Γόμερ συνέλαβε πάλιν καὶ ἐγέννησε θυγατέρα. Καὶ ὁ Θεὸς εἶπεν εἰς τὸν προφήτην Ὡσηέ: «Ὀνόμασέ την «Μὴ ἠλεημένην», διότι δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ συγχωρήσω πλέον τὶς παρεκτροπὲς τοῦ οἴκου Ἰσραὴλ καὶ νὰ δείξω πρὸς αὐτὸν εὐσπλαγχνίαν καὶ ἔλεος· ἀντιθέτως θὰ ἀντιταχθῶ σταθερὰ καὶ μὲ ὅλην τὴν δύναμίν μου ἐναντίον τῶν Ἰσραηλιτῶν, ὥστε νὰ μὴ τοὺς συγχωρήσω καὶ σωθοῦν ἀπὸ τὴν τελείαν καταστροφήν.

Ὡσ. 1,7

τοὺς δὲ υἱοὺς Ἰούδα ἐλεήσω καὶ σώσω αὐτοὺς ἐν Κυρίῳ Θεῷ αὐτῶν καὶ οὐ σώσω αὐτοὺς ἐν τόξῳ οὐδὲ ἐν ῥομφαίᾳ οὐδὲ ἐν πολέμῳ οὐδὲ ἐν ἵπποις οὐδὲ ἐν ἱππεῦσι.

Κολιτσάρα

Τοὺς πολίτας ὅμως τοῦ ἰουδαϊκοῦ βασιλείου θὰ τοὺς ἐλεήσω, θὰ τοὺς σώσω διὰ τῆς δυνάμεως ἐμοῦ, τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ των, καὶ ὄχι μὲ τὸ τόξον, μὲ τὴν ρομφαίαν, μὲ πολέμους, οὔτε μὲ τὸ ἱππικόν, οὔτε μὲ τοὺς ἱππεῖς».

Τρεμπέλα

Ἀπ’ ἐναντίας τὸν οἶκον Ἰούδα θὰ τὸν εὐσπλαγχνισθῶ, καὶ θὰ σώσω τὸν Ἰουδαϊκὸν λαὸν διὰ τῆς δυνάμεως ἐμοῦ, τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ των· δὲν θὰ τοὺς σώσω διὰ τόξου, οὔτε διὰ ρομφαίας, οὔτε μὲ πόλεμον, ποὺ γίνεται μὲ ἀνθρώπινα πολεμικὰ μέσα, οὔτε διὰ πολεμικῶν ἵππων, οὔτε διὰ ἱππέων πολεμιστῶν».

Ὡσ. 1,8

καὶ ἀπεγαλάκτισε τὴν Οὐκ - ἠλεημένην, καὶ συνέλαβεν ἔτι καὶ ἔτεκεν υἱόν.

Κολιτσάρα

Ἡ Γόμερ ἀφοῦ ἀπεγαλάκτισε τὴν Οὐκ - ἠλεημένην, συνέλαβε πάλιν καὶ ἐγέννησεν υἱόν.

Τρεμπέλα

Ὅταν ἡ Γόμερ ἀπεγαλάκτισε τὴν «Μὴ ἠλεημενην», συνέλαβε διὰ τρίτην φορὰν καὶ ἐγέννησεν υἱόν.

Ὡσ. 1,9

καὶ εἶπε· κάλεσον τὸ ὄνομα αὐτοῦ Οὐ - λαός - μου, διότι ὑμεῖς οὐ λαός μου, καὶ ἐγὼ οὐκ εἰμὶ ὑμῶν.

Κολιτσάρα

Εἶτε δὲ ὁ Κύριος πρὸς τὸν Ὡσηέ· «δῶσε εἰς αὐτὸν ὄνομα Οὐ - λαός - μου, διότι σεῖς οἱ Ἰσραηλῖται δὲν εἶσθε πλέον λαός μου, καὶ ἐγὼ δὲν εἶμαι ἰδικός σας πατὴρ καὶ Θεός».

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Κύριος εἶπε πρὸς τὸν Ὡσηέ: «Ὀνόμασέ τον «Ὄχι λαός μου», διότι σεῖς οἱ Ἰσραηλῖται δὲν εἶσθε πλέον λαὸς ἰδικός μου, καὶ ἐγὼ δὲν θὰ ἀνήκω εἰς σᾶς· δὲν θὰ εἶμαι πλέον Πατέρας καὶ Θεὸς ἰδικός σας».

Κεφάλαιο 2

Ὡσ. 2,1

Καὶ ἦν ὁ ἀριθμὸς τῶν υἱῶν Ἰσραὴλ ὡς ἡ ἄμμος τῆς θαλάσσης, ἣ οὐκ ἐκμετρηθήσεται οὐδὲ ἐξαριθμηθήσεται. καὶ ἔσται ἐν τῷ τόπῳ, οὗ ἐρρέθη αὐτοῖς· οὐ λαός μου ὑμεῖς, κληθήσονται καὶ αὐτοὶ υἱοὶ Θεοῦ ζῶντος.

Κολιτσάρα

Ὁ ἀριθμὸς τῶν Ἰσραηλιτῶν εἶναι μέγας ὡς ἡ ἄμμος εἰς τὴν παραλίαν τῆς θαλάσσης, ἡ ὁποία δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μετρηθῇ καὶ οἱ κόκκοι της δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀριθμηθοῦν. Αὐτὸ θὰ πραγματοποιηθῇ εἰς τὸν τόπον ἐκεῖνον, ὅπου ὑπὸ τοῦ Κυρίου εἶχεν ἀναγγελθῆ εἰς τοὺς Ἰσραηλίτας, «δὲν εἶσθε λαός μου». Εἰς τὸν αὐτὸν τόπον θὰ ὀνομασθοῦν αὐτοὶ υἱοὶ τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος.

Τρεμπέλα

Παρ’ ὅλα αὐτὰ ὁ ἀριθμὸς ὅλων τῶν Ἰσραηλιτῶν (τῶν Ἰουδαίων καὶ Ἰσραηλιτῶν) θὰ αὐξηθῇ καὶ θὰ γίνῃ ὡσὰν τὴν ἄμμον, ποὺ εἶναι εἰς τὴν ἀκροθαλασσιάν, ἡ ὁποία εἶναι ἀδύνατον νὰ μετρηθῇ καὶ οἱ κόκκοι της εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀριθμηθοῦν. Καὶ θὰ συμβῇ τοῦτο: Εἰς τὸν ἴδιον ἐκεῖνον τόπον (τὴν Βαβυλῶνα), ὅπου τοὺς εἶχε λεχθῇ ἀπὸ τὸν Κύριον «σεῖς δὲν εἶσθε λαός μου», θὰ ὀνομασθοῦν καὶ αὐτοὶ «υἱοὶ τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι νεκρὸς ὅπως τὰ εἴδωλα, ἀλλὰ ζῇ πάντοτε».

Ὡσ. 2,2

καὶ συναχθήσονται υἱοὶ Ἰούδα καὶ οἱ υἱοὶ Ἰσραὴλ ἐπὶ τὸ αὐτὸ καὶ θήσονται ἑαυτοῖς ἀρχὴν μίαν καὶ ἀναβήσονται ἐκ τῆς γῆς, ὅτι μεγάλη ἡ ἡμέρα τοῦ Ἰεζραέλ.

Κολιτσάρα

Θὰ συγκεντρωθοῦν Ἰουδαῖοι καὶ Ἰσραηλῖται μαζῆ, διὰ νὰ ἀποτελέσουν μίαν ἑνότητα. Θὰ ἀναγνωρίσουν ὡς κεφαλήν των τὸν ἴδιον ἄρχοντα καὶ θὰ ἐπανέλθουν ἀπὸ τὴν χώραν τῆς ἐξορίας των. Διότι θὰ εἶναι μεγάλη ἡ ἡμέρα ἐκείνη τοῦ Ἰεζραέλ.

Τρεμπέλα

Καὶ οἱ τοῦ βασιλείου τοῦ Ἰούδα καὶ ἐκεῖνοι τοῦ βασιλείου τοῦ Ἰσραὴλ θὰ συγκεντρωθοῦν, θὰ συνενωθοῦν μεταξύ των εἰς ἕνα λαόν, σὰν μέλη τῆς ἰδίας οἰκογενείας, καὶ θὰ ἐκλέξουν καὶ θὰ ἀναδείξουν διὰ τοὺς ἑαυτούς των κοινὸν ἀρχηγὸν καὶ θὰ ἐπανέλθουν ἀπὸ τὶς χῶρες τῆς αἰχμαλωσίας των εἰς τὴν Παλαιστίνην (ἢ κατ’ ἄλλην ἑρμηνείαν: Θὰ διασκορπισθοῦν πέραν τῶν ὁρίων τῆς χώρας των), διότι θὰ εἶναι μεγάλη, ἔνδοξος καὶ λαμπρὰ ἡ ἡμέρα ἐκείνη τοῦ Ἰεζραέλ.

Ὡσ. 2,3

εἴπατε τῷ ἀδελφῷ ὑμῶν· λαός μου καὶ τῇ ἀδελφῇ ὑμῶν· ἠλεημένη.

Κολιτσάρα

Τότε ὀνομάσατε τὸν ἀδελφόν σας τὸν μέχρι πρὸ ὀλίγου «Οὐ - λαόν μου», «Λαόν μου» καὶ τὴν ἀδελφήν σας τὴν μέχρι πρὸ ὀλίγου «Οὐκ - ἠλεημένην», «Ἠλεημένην».

Τρεμπέλα

Καὶ εἰς τὴν νέαν κατάστασιν τῶν πραγμάτων ὀνομάσατε τὸν ἀδελφόν σας «λαός μου καὶ τὴν ἀδελφήν σας «ἠλεημένην».

Ὡσ. 2,4

Κρίθητε πρὸς τὴν μητέρα ὑμῶν, κρίθητε, ὅτι αὕτη οὐ γυνή μου, καὶ ἐγὼ οὐκ ἀνὴρ αὐτῆς. καὶ ἐξαρῶ τὴν πορνείαν αὐτῆς ἐκ προσώπου μου καὶ τὴν μοιχείαν αὐτῆς ἐκ μέσου μαστῶν αὐτῆς,

Κολιτσάρα

Κρίνατε καὶ δικάσατε τὴν μητέρα σας· κρίνατέ την, διότι αὐτὴ δὲν εἶναι σύζυγός μου καὶ ἐγὼ δὲν εἶμαι ὁ σύζυγός της. Καὶ θὰ διώξω ἀπὸ ἐμπρός μου τὴν πορνείαν της, καὶ τὴν μοιχείαν της ἀπὸ τοὺς μαστούς της. Θὰ καταπαύσω δηλαδὴ τὴν πνευματικὴν μοιχείαν, τὴν πρὸς τὰ εἴδωλα λατρείαν τοῦ ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ.

Τρεμπέλα

Σεῖς οἱ Ἰσραηλῖται, οἱ ὁποῖοι ἐπεστρέψατε πλησίον μου, ἐπιπλήξετε καὶ κατακρίνετε τὴν μητέρα σας (διαμαρτυρηθῆτε κατὰ τῆς εἰδωλολατρίας, ποὺ ἔχει ῆμεταξὺ τοῦ λαοῦ), διότι αὐτὴ δὲν εἶναι πλέον σύζυγός μου, ἀλλ’ οὔτε καὶ ἐγὼ εἶμαι πλέον ὁ σύζυγός της. Ἐπειδὴ συνεχίζει νὰ λατρεύῃ τὰ βδελυκτὰ εἴδωλα, θὰ σηκώσω καὶ θὰ ἐξαφανίσω ἀπὸ τὰ μάτια μου τὴν πνευματικήν της πορνείαν (τὴν εἰδωλολατρίαν) καὶ θὰ ἀπομακρύνω ἀπὸ τὶς ἀγκάλες της τοὺς μοιχοὺς ἐραστάς της, δηλαδὴ τοὺς εἰδωλολάτρες, οἱ ὁποῖοι νομίζουν ὅτι εἶναι ἀσφαλισμένοι εἰς τὴν ἀγκάλην της.

Ὡσ. 2,5

ὅπως ἂν ἐκδύσω αὐτὴν γυμνὴν καὶ ἀποκαταστήσω αὐτὴν καθὼς ἡμέρα γενέσεως αὐτῆς. καὶ θήσω αὐτὴν ἔρημον καὶ τάξω αὐτὴν ὡς γῆν ἄνυδρον καὶ ἀποκτενῶ αὐτὴν ἐν δίψει·

Κολιτσάρα

Ἔτσι θὰ ἀπογυμνώσω αὐτὴν καὶ θὰ τὴν παρουσιάσω τελείως γυμνήν, ὅπως ὅταν τὴν ἐγέννησεν ἡ μητέρα της. Θὰ καταστήσω αὐτὴν ἔρημον, θὰ τὴν κάμω ὡσὰν τὴν γῆν τὴν ξηρὰν καὶ τὴν ἄνυδρον, καὶ θὰ τὴν θανατώσω μὲ τὴν δίψαν.

Τρεμπέλα

Ἐὰν συνεχίζῃ νὰ ζῇ πνευματικὰ χωρισμένη ἀπὸ Ἐμέ, θὰ τὴν ἀπογυμνώσω καὶ θὰ τὴν παρουσιάσω τελείως γυμνήν, ὅπως ἦταν κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς γεννήσεώς της· καὶ θὰ τὴν καταστήσω τόσον γυμνήν, ὅσον καὶ ἡ ἔρημος, καὶ θὰ τὴν καταστήσω στεγνὴν ὅπως ἡ ξηρὰ γῆ καὶ θὰ τὴν ἀφήσω νὰ ἀποθάνῃ ἀπὸ τὴν δίψαν.

Ὡσ. 2,6

καὶ τὰ τέκνα αὐτῆς οὐ μὴ ἐλεήσω, ὅτι τέκνα πορνείας ἐστίν.

Κολιτσάρα

Οὔτε καὶ τὰ τέκνα της θὰ ἐλεήσω, διότι εἶναι τέκνα πορνείας, πνευματικῆς ἀπὸ τοῦ Θεοῦ ἀποστασίας.

Τρεμπέλα

Καὶ τὰ τέκνα της (τοὺς Ἰσραηλίτες) δὲν θὰ τὰ εὐσπλαγχνισθῶ, οὔτε θὰ τοὺς δείξω ἔλεος, διότι εἶναι τέκνα πνευματικῆς πορνείας (καρποὶ τῆς βδελυκτῆς εἰδωλολατρίας καὶ ἀποστασίας ἀπὸ Ἐμέ, τὸν Θεόν).

Ὡσ. 2,7

ὅτι ἐξεπόρνευσεν ἡ μήτηρ αὐτῶν, κατῄσχυνεν ἡ τεκοῦσα αὐτά, ὅτι εἶπε· πορεύσομαι ὀπίσω τῶν ἐραστῶν μου τῶν διδόντων μοι τοὺς ἄρτους μου καὶ τὸ ὕδωρ μου καὶ τὰ ἱμάτιά μου καὶ τὰ ὀθόνιά μου, τὸ ἔλαιόν μου καὶ πάντα ὅσα μοι καθήκει.

Κολιτσάρα

Διότι ἡ μητέρα των ἐξετράπη εἰς πορνείαν κατεντρόπιασε καὶ κατεξηυτέλισε τὰ τέκνα της, διότι μὲ ἀπερίγραπτον ἀναισχυντίαν εἶπε· «θὰ ἀκολουθήσω ἐγὼ τοὺς ἐραστάς μου, (δηλ. ἡ φυλὴ τοῦ Ἰσραὴλ θὰ ἀκολουθοῦσε τὰ εἴδωλα), διότι αὐτοὶ μοῦ δίδουν τὴν τροφήν μου, τὸ νερό μου, τὰ ἐνδύματά μου, τὰ λινὰ ὑφάσματά μου, τὸ λάδι μου καὶ ὅλα ὅσα μοῦ χρειάζονται».

Τρεμπέλα

Δὲν θὰ τὰ εὐσπλαγχνισθῶ, διότι ἡ μητέρα των ἔχει ἐκδοθῇ ὅλως διόλου, ὑπερβολικῶς, εἰς τὴν πνευματικὴν πορνείαν, καὶ αὐτὴ ἡ ὁποία τὰ ἐγέννησε, κατεντρόπιασε τὸν ἑαυτόν της μὲ τὸ νὰ εἴπῃ ἀναίσχυντα: «Θὰ ἀκολουθήσω τοὺς ἐραστάς μου (τὰ εἴδωλα), διότι αὐτοὶ μοῦ προσφέρουν τὸ ψωμί μου καὶ τὸ νερό μου, τὰ ἐνδύματά μου καὶ τὰ λινὰ ὑφάσματά μου, τὸ λάδι μου καὶ ὅλα, ὅσα μοῦ χρειάζονται καὶ μοῦ ταιριάζουν».

Ὡσ. 2,8

διὰ τοῦτο ἰδοὺ ἐγὼ φράσσω τὴν ὁδὸν αὐτῆς ἐν σκόλοψι καὶ ἀνοικοδομήσω τὰς ὁδούς, καὶ τὴν τρίβον αὐτῆς οὐ μὴ εὕρῃ·

Κολιτσάρα

Διὰ τὴν ἀναισχυντίαν της αὐτήν, ἰδοὺ ἐγὼ φράζω τὴν πρὸς τοὺς ἐραστὰς ὁδόν της μὲ παλούκια, θὰ ἀνεγείρω ὀδοφράγματα εἰς τοὺς δρόμους της καὶ ἔτσι δὲν θὰ εὕρῃ αὐτὴ τὸν δρόμον της πρὸς τὴν διαφθοράν.

Τρεμπέλα

Διὰ τοῦτο νά· Ἐγὼ θὰ φράξω τὸν ἀναίσχυντον δρόμον της πρὸς τὴν εἰδωλολατρίαν μὲ πασσάλους καὶ ἀγκάθια καὶ θὰ στήσω μεγάλα ἐμπόδια εἰς τὸν δρόμον της, ὥστε νὰ μὴ ἠμπορῇ νὰ εὕρῃ τὸν δρόμον, ποὺ ὁδηγεῖ εἰς τὴν πνευματικὴν πορνείαν.

Ὡσ. 2,9

καὶ καταδιώξεται τοὺς ἐραστὰς αὐτῆς καὶ οὐ μὴ καταλάβῃ αὐτοὺς καὶ ζητήσει αὐτοὺς καὶ οὐ μὴ εὕρῃ αὐτούς· καὶ ἐρεῖ· πορεύσομαι καὶ ἐπιστρέψω πρὸς τὸν ἄνδρα μου τὸν πρότερον, ὅτι καλῶς μοι ἦν τότε ἢ νῦν.

Κολιτσάρα

Θὰ προσπαθήσῃ καὶ θὰ τρέξῃ νὰ εὕρῃ τοὺς ἐραστάς της, ἀλλὰ δὲν θὰ τοὺς προφθάσῃ. Θὰ τοὺς ἀναζητήσῃ, καὶ δὲν θὰ τοὺς ἀνεύρῃ. Καὶ τότε θὰ εἴπῃ· «θὰ ἐπιστρέψω καὶ θὰ ἐπανέλθω πρὸς τὸν προηγούμενον καὶ νόμιμον ἄνδρα μου, διότι καλύτερα ἤμην τότε, παρὰ τώρα».

Τρεμπέλα

Αὐτὴ θὰ τρέξῃ μὲ μανίαν πίσω ἀπὸ τοὺς ἐραστάς της, ἀλλὰ δὲν θὰ τοὺς προφθάσῃ· καὶ θὰ τοὺς ἀναζητήσῃ ἐπιμόνως, ἀλλὰ δὲν θὰ τοὺς εὕρῃ· κατόπιν δὲ θὰ εἴπῃ: «Θὰ ἐπιστρέψω εἰς τὸν προηγούμενον σύζυγόν μου, διότι τότε ἦσαν πολὺ καλύτερα τὰ πράγματα, παρὰ τώρα».

Ὡσ. 2,10

καὶ αὐτὴ οὐκ ἔγνω ὅτι ἐγὼ ἔδωκα αὐτῇ τὸν σῖτον καὶ τὸν οἶνον καὶ τὸ ἔλαιον, καὶ ἀργύριον ἐπλήθυνα αὐτῇ· αὐτὴ δὲ ἀργυρᾶ καὶ χρυσᾶ ἐποίησε τῇ Βάαλ.

Κολιτσάρα

Αὐτή, ἡ μητέρα σας, δὲν κατώρθωσε νὰ ἐννοήσῃ ὅτι ἐγὼ ἔδωκα εἰς αὐτὴν τὸν σῖτον, τὸν οἶνον, τὸ ἔλαιον καὶ ἐπὶ πλέον πλοῦτον ἀργυρίου. Αὐτὴ ὅμως, μὲ ὅσα ἐγὼ τῆς εἶχα δώσει, κατεσκεύασεν ἀργυρᾶ καὶ χρυσᾶ εἴδωλα διὰ τὴν Ἀστάρτην, τὴν ἀναίσχυντον σύζυγον τοῦ βδελυροῦ εἰδώλου Βάαλ.

Τρεμπέλα

Καὶ αὐτὴ οὐδέποτε εἶχε συναισθανθῆ, ὅτι ὄχι τὰ εἴδωλα, ἀλλ’ Ἐγὼ ἤμουν ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος τῆς ἔδωκε τὸ σιτάρι, τὸ κρασί καὶ τὸ λάδι, καὶ Ἐγὼ τῆς ἔδωκα ὁλονὲν καὶ περισσότερον πλοῦτον ἀπὸ ἀσῆμι. Αὐτὴ ὅμως ἐσπατάλησε τὸν πλοῦτον αὐτὸν μὲ τὸ νὰ κατασκευάσῃ εἴδωλα ἀσημένια καὶ χρυσᾶ πρὸς τιμὴν τῆς Ἀστάρτης, τῆς σιχαμερῆς συζύγου τοῦ βδελυκτοῦ εἰδώλου Βάαλ.

Ὡσ. 2,11

διὰ τοῦτο ἐπιστρέψω καὶ κομιοῦμαι τὸν σῖτόν μου καθ’ ὥραν αὐτοῦ καὶ τὸν οἶνόν μου ἐν καιρῷ αὐτοῦ καὶ ἀφελοῦμαι τὰ ἱμάτιά μου καὶ τὰ ὀθόνιά μου τοῦ μὴ καλύπτειν τὴν ἀσχημοσύνην αὐτῆς.

Κολιτσάρα

Διὰ τοῦτο, δι’ ὅσα βδελυρὰ καὶ ἀναίσχυντα αὐτὴ ἔπραξεν, ἐγὼ θὰ πάρω καὶ θὰ κρατήσω διὰ τὸν ἑαυτόν μου τὸν σῖτον μου καὶ τὸν οἶνον μου, κατὰ τὸν καιρὸν τῆς συγκομιδῆς των. Θὰ ἀφαιρέσω ἀπὸ αὐτὴν τὰ ἐνδύματα, ποὺ τῆς εἶχα δώσει καὶ τὰ λινὰ ὑφάσματα, ὥστε νὰ μὴ ἠμπορῇ πλέον νὰ σκεπάσῃ τὴν γυμνότητά της.

Τρεμπέλα

Διὰ τοῦτο θὰ ἐπιστρέψω καὶ θὰ άφαιρέσω τὸ σιτάρι μου κατὰ τὴν ὥραν τοῦ θερισμοῦ καὶ τὸ κρασί μου εἰς τὸν κατάλληλον καιρόν (τῆς συγκομιδῆς). Θὰ ἀφαιρέσω ἀπὸ αὐτὴν τὰ ἐνδύματα, ποὺ τῆς ἔδωκα, καὶ τὰ λινὰ ὑφάσματα, ὥστε νὰ μὴ ἠμπορῇ νὰ σκεπάζῃ πλέον τὸ γυμνὸν τῆς σῶμα.

Ὡσ. 2,12

καὶ νῦν ἀποκαλύψω τὴν ἀκαθαρσίαν αὐτῆς ἐνώπιον τῶν ἐραστῶν αὐτῆς, καὶ οὐδεὶς οὐ μὴ ἐξέληται αὐτὴν ἐκ χειρός μου.

Κολιτσάρα

Τώρα θὰ ξεσκεπάσω τὴν βρωμερότητά της καὶ τὴν ἀναισχυντίαν της ἐνώπιον τῶν ἐραστῶν της καὶ κανεὶς δὲν θὰ ἠμπορέσῃ νὰ τὴν γλυτώσῃ ἀπὸ τὰ χέρια μου.

Τρεμπέλα

Τώρα δὲ θὰ ξεσκεπάσω τὴν ἀναίσχυντον γύμνωσιν της ἐμπρὸς εἰς τὰ μάτια τῶν ἐραστῶν της (τῶν εἰδώλων) καὶ κανεὶς δὲν θὰ ἠμπορέσῃ νὰ τὴν γλυτώσῃ ἀπὸ τὰ χέρια μου.

Ὡσ. 2,13

καὶ ἀποστρέψω πάσας τὰς εὐφροσύνας αὐτῆς, ἑορτὰς αὐτῆς καὶ τὰς νουμηνίας αὐτῆς καὶ τὰ σάββατα αὐτῆς καὶ πάσας τὰς πανηγύρεις αὐτῆς.

Κολιτσάρα

Θὰ σταματήσω ὅλας τὰς τέρψεις της, τὰς θρησκευτικὰς ἑορτὰς γενικῶς, εἰδικώτερα δὲ τὰς ἑορτὰς τῆς πρωτομηνιᾶς, τὰ σάββατα καὶ ὅλας τὰς μεγάλας πανηγύρεις της.

Τρεμπέλα

Καὶ θὰ καταργήσω ὅλες τὶς χαρὲς καὶ τὶς ψυχαγωγικές της ἐκδηλώσεις, τὶς θρησκευτικὲς ἑορτές της, τὶς ἑορτὲς τῆς πρώτης ἡμέρας ἑκάστου μηνὸς καὶ τὰ σάββατά της καὶ ὅλα τὰ μεγάλα καὶ πολυάνθρωπα πανηγύρια της.

Ὡσ. 2,14

καὶ ἀφανιῶ ἄμπελον αὐτῆς καὶ τὰς συκᾶς αὐτῆς, ὅσα εἶπε· μισθώματά μου ταῦτά ἐστιν ἃ ἔδωκάν μοι οἱ ἐρασταί μου, καὶ θήσομαι αὐτὰ εἰς μαρτύριον, καὶ καταφάγεται αὐτὰ τὰ θηρία τοῦ ἀγροῦ, καὶ τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ καὶ τὰ ἑρπετὰ τῆς γῆς.

Κολιτσάρα

Θὰ καταστρέψω τὰ ἀμπέλια της, τίς συκιές της καὶ ὅλα ἐκεῖνα, διὰ τὰ ὁποῖα εἶπεν· «αὐτὰ εἶναι ἡ ἀνταμοιβή μου, τὴν ὁποίαν μοῦ ἔδωκαν οἱ ἐρασταί μου». Θὰ τὰ κάμω, ὥστε νὰ εἶναι μαρτυρία πρὸς ὅλους διὰ τὴν τιμωρίαν τῆς φυλῆς τοῦ Ἰσραήλ. Θὰ τὰ καταφάγουν τὰ θηρία τῆς ὑπαίθρου, τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ καὶ τὰ ἑρπετὰ τῆς γῆς.

Τρεμπέλα

Ἀκόμη θὰ ἀφανίσω τὰ ἀμπέλια της καὶ τὶς συκιές της, διὰ τὰ ὁποῖα συνήθιζε νὰ λέγῃ: «Αὐτὰ εἶναι ἡ ἀμοιβὴ τῆς πορνείας μου (εἰδωλολατρίας), ποὺ μοῦ ἔδωκαν οἱ ἐρασταί μου (εἰδωλολάτραι)». Ὅλα αὐτὰ θὰ τὰ ἐξαφανίσω ἔτσι, ὥστε νὰ μαρτυροῦν τὴν τιμωρίαν των (τοῦ βασιλείου τοῦ Ἰσραήλ). Διότι ὅλα αὐτὰ θὰ τὰ καταφάγουν τὰ θηρία τῆς ὑπαίθρου καὶ τὰ πτηνὰ τοῦ οὐρανοῦ καὶ τὰ ἑρπετὰ τῆς γῆς.

Ὡσ. 2,15

καὶ ἐκδικήσω ἐπ’ αὐτὴν τὰς ἡμέρας τῶν Βααλείμ, ἐν αἷς ἐπέθυεν αὐτοῖς καὶ περιετίθετο τὰ ἐνώτια αὐτῆς καὶ τὰ καθόρμια αὐτῆς καὶ ἐπορεύετο ὀπίσω τῶν ἐραστῶν αὐτῆς, ἐμοῦ δὲ ἐπελάθετο, λέγει Κύριος. -

Κολιτσάρα

Ἔτσι θὰ τιμωρήσω τὴν φυλὴν τοῦ Ἰσραὴλ διὰ τὰς ἡμέρας, κατὰ τὰς ὁποίας ἐλάτρευσε τὰ εἴδωλα τοῦ Βάαλ, δι’ ἐκείνας κατὰ τὰς ὁποίας πολλὰς θυσίας προσέφερε δι’ αὐτὰ καὶ ἐφοροῦσεν ὡς στόλισμά της τὰ σκουλαρίκια καὶ τὰ περιδέραιά της, καὶ ἀκολουθοῦσε τοὺς ἐραστάς της. Ἐμὲ δὲ μὲ εἶχε λησμονήσει, λέγει ὁ Κύριος.

Τρεμπέλα

Ἔτσι θὰ τὴν τιμωρήσω (τὸ βασίλειον τοῦ Ἰσραήλ) διὰ τὶς ἡμέρες, ποὺ πανηγύριζε καὶ προσέφερε θυσίες εἰς τὰ εἴδωλα τοῦ Βάαλ καὶ ἐφοροῦσε διὰ στολισμὸν τὰ σκουλαρίκια της καὶ τὰ περιδέραιά της καὶ ἀκολουθοῦσε τοὺς ἐραστάς της (τὰ εἴδωλα), ἐνῶ Ἐμὲ μὲ ἐλησμόνησε, λέγει ὁ Κύριος.

Ὡσ. 2,16

Διὰ τοῦτο ἰδοὺ ἐγὼ πλανῶ αὐτὴν καὶ τάξω αὐτὴν ὡς ἔρημον καὶ λαλήσω ἐπὶ τὴν καρδίαν αὐτῆς

Κολιτσάρα

Διὰ τοῦτο ἐγὼ θὰ ὁδηγήσω τὴν φυλὴν Ἰσραὴλ εἰς περιπλάνησιν καὶ ἐξορίαν, θὰ καταστήσω ἔρημον καὶ ἀκατοίκητον τὴν χώραν της. Καὶ ὅταν ἐν τῇ θλίψει της μετανοήσῃ, ἐγὼ θὰ ὁμιλήσω εἰς τὴν καρδίαν της εἰρηνικά.

Τρεμπέλα

Ἕνεκα τῆς εἰδωλολατρικῆς αὐτῆς διαγωγῆς της νά· θὰ τὴν μαγεύσω, θὰ τὴν περιπλανήσω, θὰ τὴν ὁδηγήσω εἰς ἐξορίαν καὶ θὰ καταστήσω τὴν χώραν ἔρημον μέσα δὲ εἰς τὴν θλῖψιν τῆς ἐξορίας καὶ ἐρημώσεως θὰ ὁμιλήσω εἰς τὰ βάθη τῆς καρδίας της καὶ θὰ γίνω ἀκουστός.

Ὡσ. 2,17

καὶ δώσω αὐτῇ τὰ κτήματα αὐτῆς ἐκεῖθεν καὶ τὴν κοιλάδα Ἀχὼρ διανοῖξαι σύνεσιν αὐτῆς, καὶ ταπεινωθήσεται ἐκεῖ κατὰ τὰς ἡμέρας νηπιότητος αὐτῆς καὶ κατὰ τὰς ἡμέρας ἀναβάσεως αὐτῆς ἐκ γῆς Αἰγύπτου.

Κολιτσάρα

Μετανοοῦσαν θὰ τὴν ἐπιστρέψω ἀπὸ τὴν ἐξορίαν, θὰ δώσω εἰς αὐτὴν τὰ κτήματα τῆς χώρας της καὶ τὴν κοιλάδα Ἀχὼρ καὶ θὰ τὴν βοηθήσω νὰ συνετισθῇ διὰ τὰ σφάλματά της. Θὰ ταπεινωθῇ τότε, ὅπως ἐταπεινώθη ἐκεῖ εἰς τὴν Αἴγυπτον, ὅταν ἐζοῦσε τὴν νηπιακήν της ἡλικίαν ὡς ἔθνος, κατὰ τὴν ἐποχήν, ποὺ ἐξῆλθεν ἀπὸ τὴν χώραν τῆς Αἰγύπτου.

Τρεμπέλα

Καὶ ἀφοῦ αὐτὴ μετανοήσῃ, θὰ τὴν ἐπιστρέψω ἀπὸ τὴν ἐξορίαν καὶ θὰ δώσω εἰς αὐτὴν τὰ κτήματά της καὶ τὴν περίφημον διὰ τὴν γονιμότητά της κοιλάδα Ἀχὼρ καὶ θὰ τὴν ἐνισχύσω, ὥστε νὰ συναισθανθῇ τὰ ὅσα ἁμαρτωλὰ διέπραξε. Μέσα δὲ εἰς τὴν μετάνοιαν καὶ συντριβήν της θὰ συνετισθῇ καὶ θὰ ταπεινωθῇ, ὅπως ἐταπεινώθη κατὰ τὶς πρῶτες ἡμέρες τῆς ἐθνικῆς της ἱστορίας, ὅταν ἐπέστρεψεν εἰς τὴν γῆν Χαναὰν ἀπὸ τὴν Αἴγυπτον.

Ὡσ. 2,18

καὶ ἔσται ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ, λέγει Κύριος, καλέσει με· ὁ ἀνὴρ μου, καὶ οὐ καλέσει με ἔτι Βααλείμ·

Κολιτσάρα

Κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην τῆς μετανοίας καὶ ταπεινώσεώς της, λέγει ὁ Κύριος: Θὰ μὲ ὀνομάζῃ «σύζυγός μου» καὶ δὲν θὰ ἐπικαλεσθῇ πλέον ἀντὶ ἐμοῦ τὰ εἴδωλα τοῦ Βαάλ.

Τρεμπέλα

Καὶ κατὰ τὴν εὐτυχῆ ἐκείνην ἡμέραν τῆς μετανοίας καὶ ἐπιστροφῆς, λέγει ὁ Κύριος, θὰ μὲ φωνάξῃ· «ὁ σύζυγός μου», καὶ δὲν θὰ φωνάζῃ πλέον «ὁ Βάαλ μου», ἐπικαλουμένη ἀντὶ ἐμοῦ τὴν λατρείαν τῶν εἰδώλων.

Ὡσ. 2,19

καὶ ἐξαρῶ τὰ ὀνόματα τῶν Βααλεὶμ ἐκ στόματος αὐτῆς καὶ οὐ μὴ μνησθῶσιν οὐκ ἔτι τὰ ὀνόματα αὐτῶν.

Κολιτσάρα

Ἐγὼ δὲ θὰ ἀφαιρέσω ἀπὸ τὸ στόμα τῆς φυλῆς τοῦ Ἰσραὴλ τὰ ὀνόματα τῶν εἰδώλων τοῦ Βαὰλ καὶ οὐδέποτε πλέον οἱ Ἰσραηλῖται θὰ ἐνθυμηθοῦν τὰ ὀνόματα αὐτῶν τῶν εἰδώλων.

Τρεμπέλα

Τότε θὰ ἀφαιρέσω ἀπὸ τὸ στόμα της τὰ εἰδωλολατρικὰ ὀνόματα καὶ τὶς ἐπικλήσεις πρὸς τὸν Βάαλ, καὶ τὰ ὀνόματα τῶν εἰδωλολατρικῦν αὐτῶν θεῶν οὐδέποτε θὰ μνημονεύωνται πλέον, διότι θὰ λησμονηθοῦν.

Ὡσ. 2,20

καὶ διαθήσομαι αὐτοῖς διαθήκην ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ μετὰ τῶν θηρίων τοῦ ἀγροῦ καὶ μετὰ τῶν πετεινῶν τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῶν ἑρπετῶν τῆς γῆς· καὶ τόξον καὶ ῥομφαίαν καὶ πόλεμον συντρίψω ἀπὸ τῆς γῆς καὶ κατοικιῶ σε ἐπ’ ἐλπίδι.

Κολιτσάρα

Κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην τῆς μετανοίας καὶ ἐπιστροφῆς των πρὸς ἐμέ, θὰ συνάψω νέαν συνθήκην εἰρήνης μὲ αὐτούς, ἀκόμη δὲ εἰρήνης καὶ μὲ τὰ θηρία τῆς ὑπαίθρου, μὲ τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ καὶ μὲ τὰ ἑρπετὰ τῆς γῆς. Θὰ συντρίψω καὶ θὰ ἐξαφανίσω ἀπὸ τὴν χώραν τοῦ Ἰσραὴλ τὸ πολεμικὸν τόξον καὶ τὴν ἐχθρικὴν ρομφαίαν καὶ τὸν πόλεμον, καὶ θὰ ἐγκαταστήσω αὐτοὺς μὲ ἀγαθὰς ἐλπίδας πρὸς μίαν εἰρηνικὴν ζωήν.

Τρεμπέλα

Καὶ κατὰ τὴν εὐλογημένην ἐκείνην ἡμέραν θὰ συνάψω διὰ λογαριασμόν των συνθήκην εἰρήνης μὲ τὰ θηρία τῆς ὑπαίθρου καὶ μὲ τὰ πτηνὰ τοῦ οὐρανοῦ καὶ μὲ τὰ ἑρπετὰ τῆς γῆς. Ἀκόμη θὰ συντρίψω καὶ θὰ ἐξαφανίσω ἀπὸ τὴν χώραν τοῦ Ἰσραὴλ τόξον καὶ ρομφαίαν καὶ πόλεμον καὶ θὰ σὲ ἐγκαταστήσω εἰς τὴν χώραν ἀσφαλῆ, εἰρηνικὸν καὶ μὲ μόνιμον σύντροφον τὴν ἐλπίδα.

Ὡσ. 2,21

καὶ μνηστεύσομαί σε ἐμαυτῷ εἰς τὸν αἰῶνα καὶ μνηστεύσομαί σε ἐμαυτῷ ἐν δικαιοσύνῃ καὶ ἐν κρίματι καὶ ἐν ἐλέει καὶ ἐν οἰκτιρμοῖς

Κολιτσάρα

Θὰ σὲ μνηστευθῶ τότε ὡς ἰδικήν μου διὰ παντός, θὰ σὲ πάρω ὡς ἰδικήν μου πλέον μνηστὴν καὶ θὰ σοῦ προσφέρω δικαιοσύνην, δικαίαν κρίσιν, τρυφερότητα καὶ εὐσπλαγχνίαν.

Τρεμπέλα

Καὶ τότε θὰ σὲ μνηστευθῶ (σὲ τὸν Ἰσραήλ) ὡς ἰδικήν μου μνηστὴν αἰωνίως· θὰ σὲ μνηστευθῶ καὶ θὰ σοῦ προσφέρω δικαιοσύνην καὶ δίκαιες καὶ φιλάνθρωπες ἀποφάσεις καὶ ἔλεος καὶ οἰκτιρμούς, εὐσπλαγχνίαν μεγάλην.

Ὡσ. 2,22

καὶ μνηστεύσομαί σε ἐμαυτῷ ἐν πίστει, καὶ ἐπιγνώσῃ τὸν Κύριον.

Κολιτσάρα

Θὰ σὲ μνηστευθῶ ὡς πιστὴν πλέον εἰς ἐμὲ καὶ σὺ θὰ γνωρίσῃς ἐμέ, τὸν Κύριον.

Τρεμπέλα

Ἀκόμη ἡ μνηστεία μου πρὸς σὲ θὰ εἶναι τρυφερά, γεμάτη συμπάθειαν καὶ πιστότητα· σὺ δὲ θὰ γνωρίσῃς καὶ θὰ ἀναγνωρίσῃς Ἐμέ, τὸν Κύριον.

Ὡσ. 2,23

καὶ ἔσται ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ, λέγει Κύριος, ἐπακούσομαι τῷ οὐρανῷ, καὶ αὐτὸς ἐπακούσεται τῇ γῇ,

Κολιτσάρα

Κατὰ τὴν εἰρηνικὴν ἐκείνην περίοδον, λέγει ὁ Κύριος, θὰ εἰσακούσω καὶ θὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ὁ οὐρανὸς θὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὴν γῆν, στέλλων ζωογόνον βροχὴν

Τρεμπέλα

Κατὰ δὲ τὴν εὐφρόσυνον καὶ εὐτυχισμένην ἐκείνην ἡμέραν θὰ συμβῇ τοῦτο, λέγει ὁ Κύριος· θὰ ὑπάρξῃ πλήρης ἁρμονία μεταξὺ οὐρανοῦ καὶ γῆς· θὰ ἀκούσω μὲ προσοχὴν εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ θὰ ἀπαντήσω· καὶ ὁ οὐρανὸς θὰ ἀκούσῃ μὲ προσοχὴν εἰς τὴν γῆν καὶ θὰ ἀπαντήσῃ μὲ βροχήν·

Ὡσ. 2,24

καὶ ἡ γῆ ἐπακούσεται τὸν σῖτον καὶ τὸν οἶνον καὶ τὸ ἔλαιον, καὶ αὐτὰ ἐπακούσεται τῷ Ἰεζραέλ.

Κολιτσάρα

ἡ δὲ γῆ θὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὸν οὐρανόν, παράγουσα σῖτον καὶ οἶνον καὶ ἔλαιον. Ὅλα δὲ αὐτὰ θὰ προσφερθοῦν διὰ τὴν εἰρηνικὴν καὶ ἁρμονικὴν ζωὴν τοῦ Ἰεζραέλ.

Τρεμπέλα

καὶ ἡ γῆ θὰ ἀκούσῃ μὲ προσοχὴν εἰς τὸν οὐρανόν, ποὺ τῆς ἔστειλε τὴν ζωογόνον βροχήν, καὶ θὰ δώσῃ ὡς καρπὸν τὸ σιτάρι καὶ τὸ κρασὶ καὶ τὸ λάδι· καὶ αὐτὰ θὰ ἀκούσουν μὲ προσοχὴν εἰς τὸν Ἰεζραὲλ καὶ θὰ ἀπαντήσουν. Ἑπομένως ὅλα - Θεός, οὐρανός, γῆ, Ἰσραήλ - θὰ συμβάλουν εἰς τὴν ἀποκατάστασιν τῆς ἁρμονίας καὶ τὴν ἐπικράτησιν τῆς θείας εὐνοίας εἰς τὴν χώραν.

Ὡσ. 2,25

καὶ σπερῶ αὐτὴν ἐμαυτῷ ἐπὶ τῆς γῆς καὶ ἐλεήσω τὴν Οὐκ - ἠλεημένην καὶ ἐρῶ τῷ Οὐ - λαῷ - μου· λαός μου εἶ σύ, καὶ αὐτὸς ἐρεῖ· Κύριος ὁ Θεός μου εἶ σύ.

Κολιτσάρα

Θὰ διασπείρω καὶ θὰ ἐγκαταστήσω τὸν νέον Ἰσραὴλ εἰς τὴν χώραν, θὰ ἐλεήσω τὴν Οὐκ - ἠλεημένην καὶ εἰς τὸν Οὐ - λαόν μου θὰ εἴπω· «σὺ εἶσαι λαός μου». Καὶ ἐκεῖνος θὰ ἀπαντήσῃ· «σὺ εἶσαι ὁ Κύριος καὶ ὁ Θεός μου».

Τρεμπέλα

Καὶ θὰ σκορπίσω καὶ θὰ σπείρω αὐτήν (τὸν νέον Ἰσραὴλ) δι’ Ἐμὲ εἰς τὴν γῆν· καὶ θὰ ἐλεήσω τὴν «μὴ ἠλεημένην» καὶ θὰ εἴπω εἰς τὸν «μὴ λαόν» μου: «Σὺ εἶσαι λαός μου» αὐτὸς δὲ θὰ εἴπῃ: «Σὺ εἶσαι ὁ Κύριος καὶ Θεός μου».

Κεφάλαιο 3

Ὡσ. 3,1

Καὶ εἶπε Κύριος πρός με· ἔτι πορεύθητι καὶ ἀγάπησον γυναῖκα ἀγαπῶσαν πονηρὰ καὶ μοιχαλίν, καθὼς ἀγαπᾷ ὁ Θεὸς τοὺς υἱοὺς Ἰσραὴλ καὶ αὐτοὶ ἀποβλέπουσιν ἐπὶ θεοὺς ἀλλοτρίους καὶ φιλοῦσι πέμματα μετὰ σταφίδων.

Κολιτσάρα

Ὁ Κύριος μου εἶπε· «πήγαινε πάλιν καὶ ἀγάπησε μίαν γυναῖκα μοιχαλίδα, γυναῖκα, ἡ ὀποία ἀγαπᾷ τὴν πονηρίαν· ἀγάπησέ την, ὅπως ἀγαπᾷ ὁ Θεὸς τοὺς Ἰσραηλίτας, οἱ ὁποῖοι ἐν τούτοις στρέφουν τὰ βλέμματά των καὶ δίδουν τὰς καρδίας των εἰς ξένους θεοὺς καὶ ἀγαποῦν τὰ γλυκίσματα τῶν εἰδώλων, πίττας μὲ σταφίδας».

Τρεμπέλα

Τότε ὁ Κύριος μοῦ εἶπε: «Πήγαινε πάλιν καὶ ἀγάπησε γυναῖκα, ἡ ὁποία ζῇ εἰς τὴν ἁμαρτίαν μὲ ἄλλον ἄνδρα, γυναῖκα μοιχαλίδα· ἀγάπησέ την, ὅπως ἀγαπᾷ ὁ Θεὸς τοὺς Ἰσραηλίτες, παρ’ ὅλον ὅτι αὐτοὶ στρέφονται πρὸς θεοὺς ξένους καὶ ἀγαποῦν τὰ εἰδωλολατρικὰ γλυκίσματα, τὶς σταφιδίσιες πίττες».

Ὡσ. 3,2

καὶ ἐμισθωσάμην ἐμαυτῷ πεντεκαίδεκα ἀργυρίου καὶ γομὸρ κριθῶν καὶ νέβελ οἴνου

Κολιτσάρα

Ἔπραξα, ὅπως ὁ Κύριος μὲ διέταξε, καὶ ἐμίσθωσα αὐτὴν διὰ τὸν ἑαυτόν μου ἀντὶ δεκαπέντε ἀργυρῶν σίκλων, ἑνὸς γομὸρ κριθῇς καὶ ἑνὸς ἀσκοῦ οἴνου.

Τρεμπέλα

Καὶ ἐγὼ ἔκαμα, ὅπως μοῦ εἶπεν ὁ Κύριος. Ἐμίσθωσα τὴν γυναῖκα αὐτὴν διὰ τὸν ἑαυτόν μου ἀντὶ δεκαπέντε ἀργυρῶν σίκλων, ἑνὸς γομὸρ κριθαριοῦ καὶ ἑνὸς ἀσκοῦ κρασιοῦ.

Ὡσ. 3,3

καὶ εἶπα πρὸς αὐτήν· ἡμέρας πολλὰς καθήσῃ ἐπ’ ἐμοὶ καὶ οὐ μὴ πορνεύσῃς, οὐδὲ μὴ γένῃ ἀνδρὶ ἑτέρῳ, καὶ ἐγὼ ἐπὶ σοί.

Κολιτσάρα

Καὶ εἶπα πρὸς αὐτήν. «Ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας θὰ μείνῃς κοντά μου ἥσυχος καὶ πιστή. Δὲν θὰ ἐκτραπῇς εἰς πορνείαν, δὲν θὰ ἔλθῃς εἰς ἔνωσιν μὲ ἄλλον ἄνδρα καὶ τότε ἐγὼ θὰ εἶμαι διὰ σὲ σύζυγος».

Τρεμπέλα

Καὶ εἶπα πρὸς αὐτήν: «Θὰ μείνῃς κοντά μου καὶ θὰ μὲ περιμένῃς ἐπὶ πολλὲς ἡμέρες· κατὰ τὸ διάστημα αὐτὸ τῆς δοκιμασίας δὲν θὰ πέσῃς εἰς πορνείαν, οὔτε θὰ συνευρεθῇς μὲ ἄλλον ἄνδρα καὶ κατόπιν θὰ γίνῃς ἰδική μου σύζυγος».

Ὡσ. 3,4

διότι ἡμέρας πολλὰς καθήσονται οἱ υἱοὶ Ἰσραὴλ οὐκ ὄντος βασιλέως οὐδὲ ὄντος ἄρχοντος οὐδὲ οὔσης θυσίας οὐδὲ ὄντος θυσιαστηρίου οὐδὲ ἱερατείας οὐδὲ δήλων.

Κολιτσάρα

Τοῦτο συμβολίζει τοὺς Ἰσραηλίτας, διότι καὶ αὐτοὶ θὰ παραμείνουν ἐπὶ πολὺν χρόνον χωρὶς βασιλέα, χωρὶς ἄρχοντας, χωρὶς θυσίας, χωρὶς θυσιαστήριον, χωρὶς ἱερατεῖον, χωρὶς τὸ ἐφώδ, τὴν «Δήλωσιν» καὶ «Ἀλήθειαν», διὰ τῆς ὁποίας ἐξεβράζετο ἡ βουλὴ τοῦ Θεοῦ.

Τρεμπέλα

Διότι οἱ Ἰσραηλῖται θὰ διανύσουν πολὺν χρόνον χωρὶς βασιλιᾶ καὶ χωρὶς ἄρχοντα, χωρὶς θυσίαν καὶ χωρὶς θυσιαστήριον, χωρὶς ἱερατεῖον καὶ χωρὶς τὸ ἐφώδ, τὸ ἱερατικὸν ἄμφιον τοῦ ἀρχιερέως, διὰ τοῦ ὁποίου ἀποκαλύπτεται τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ.

Ὡσ. 3,5

καὶ μετὰ ταῦτα ἐπιστρέψουσιν οἱ υἱοὶ Ἰσραὴλ καὶ ἐπιζητήσουσι Κύριον τὸν Θεὸν αὐτῶν καὶ Δαυῒδ τὸν βασιλέα αὐτῶν· καὶ ἐκστήσονται ἐπὶ τῷ Κυρίῳ καὶ ἐπὶ τοῖς ἀγαθοῖς αὐτοῦ ἐπ’ ἐσχάτων τῶν ἡμερῶν.

Κολιτσάρα

Μετὰ ταῦτα ὅμως οἱ Ἰσραηλῖται θὰ ἐπιστρέψουν καὶ θὰ ἀναζητήσουν Κύριον τὸν Θεόν των, ὁπότε ὡς βασιλέα των θὰ ἔχουν τὸν ἀπόγονον τοῦ Δαυΐδ, τὸν Μεσσίαν. Θὰ μείνουν κατάπληκτοι διὰ τὴν εὐλογίαν αὐτὴν τοῦ Κυρίου καὶ διὰ τὰ ἄλλα ἀγαθά, τὰ ὁποῖα θὰ τοὺς δώσῃ κατὰ τὴν νέαν αὐτὴν μεσσιακὴν ἐποχήν, ποὺ θὰ ἀρχίσῃ ἀπὸ τὰς ἡμέρας ἐκείνας.

Τρεμπέλα

Ἀλλ’ ἔπειτα ἀπὸ αὐτὰ οἱ Ἰσραηλῖται θὰ ἐπιστρέφουν καὶ θὰ ἀναζητήσουν πάλιν Κύριον τὸν Θεόν των καὶ τὸν ἀπόγονον τοῦ Δαβίδ, τοῦ βασιλιᾶ των, δηλαδὴ τὸν Μεσσίαν. Καὶ οἱ Ἰσραηλῖται θὰ ἐκπλήττονται, θὰ συγκλονίζωνται καὶ θὰ θαυμάζουν διὰ τὴν ἐμφάνισιν τοῦ Κυρίου καὶ τὰ πλούσια ἀγαθά του κατὰ τὶς ἡμέρες, ποὺ θὰ τελειώσῃ ἡ παλαιὰ ἐποχὴ καὶ θὰ ἀρχίσῃ ἡ νέα, ἡ ἐποχὴ τοῦ Μεσσία.

Κεφάλαιο 4

Ὡσ. 4,1

Ἀκούσατε λόγον Κυρίου, υἱοὶ Ἰσραήλ, ὅτι κρίσις τῷ Κυρίῳ πρὸς τοὺς κατοικοῦντας τὴν γῆν, διότι οὐκ ἔστιν ἀλήθεια οὐδὲ ἔλεος οὐδὲ ἐπίγνωσις Θεοῦ ἐπὶ τῆς γῆς.

Κολιτσάρα

Σεῖς οἱ Ἰσραηλῖται ἀκούσατε τὸν λόγον Κυρίου, διότι ὁ Κύριος θὰ κρίνῃ, θὰ δικάσῃ, θὰ τιμωρήσῃ τοὺς κατοίκους τῆς χώρας αὐτῆς, ἐπειδὴ δὲν ὑπάρχει μεταξύ των ἀλήθεια, οὔτε εὐσπλαγχνία, οὔτε γνῶσις καὶ σεβασμὸς τοῦ Θεοῦ.

Τρεμπέλα

Ἀκούστε τὸν λόγον Κυρίου, Ἰσραηλῖται· διότι ὁ Κύριος ἐγκαλεῖ τοὺς πολίτας τῆς χώρας σας, καθ’ ὅτι δὲν ὑπάρχει μεταξύ των εἰλικρίνεια καὶ ἀξιοπιστία, οὔτε εὐσπλαγχνία οὔτε πλήρης, τελεία καὶ βαθειὰ γνῶσις τοῦ Θεοῦ εἰς τὴν χώραν.

Ὡσ. 4,2

ἀρὰ καὶ ψεῦδος καὶ φόνος καὶ κλοπὴ καὶ μοιχεία κέχυται ἐπὶ τῆς γῆς, καὶ αἵματα ἐφ’ αἵμασι μίσγουσι.

Κολιτσάρα

Ἐξ ἀντιθέτου ἔχουν χυθῇ καὶ πλημμυρίσει τὴν χώραν σας κατάραι, ψεύδῃ, φόνοι, κλοπαί, μοιχεῖαι· τὰ δὲ αἵματα χύνονται συνεχῶς καὶ ἀνακατεύονται τὸ ἕνα μὲ τὸ ἄλλο.

Τρεμπέλα

Μόνον ὅρκοι, ἀναμεμειγμένοι μὲ λοιδορίες καὶ διαβολές, καὶ ψεύδη καὶ φόνοι καὶ κλοπὲς καὶ μοιχεῖες ἔχουν πλημμυρίσει τὴν χώραν, καὶ αἱματοχυσίες ἐπὶ αἱματοχυσιῶν, καὶ ἔτσι τὰ αἵματα ἀνακατεύονται μεταξύ των.

Ὡσ. 4,3

διὰ τοῦτο πενθήσει ἡ γῆ καὶ σμικρυνθήσεται σὺν πᾶσι τοῖς κατοικοῦσιν αὐτήν, σὺν τοῖς θηρίοις τοῦ ἀγροῦ καὶ σὺν τοῖς ἑρπετοῖς τῆς γῆς καὶ σὺν τοῖς πετεινοῖς τοῦ οὐρανοῦ, καὶ οἱ ἰχθύες τῆς θαλάσσης ἐκλείψουσιν,

Κολιτσάρα

Διὰ τοῦτο ἡ χώρα σας θὰ περιέλθῃ εἰς πένθος, οἱ κάτοικοί της θὰ ὀλιγοστεύσουν μαζῆ δὲ μὲ αὐτὴν θὰ ὀλιγοστεύσουν καὶ ὅσα ζωντανὰ κατοικοῦν εἰς αὐτήν, τὰ θηρία τοῦ ἀγροῦ, τὰ ἑρπετὰ τῆς γῆς καὶ τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ, καὶ αὐτὰ ἀκόμη τὰ ψάρια τῆς θαλάσσης θὰ ἐκλείψουν.

Τρεμπέλα

Διὰ τοῦτο ἡ χώρα σας θὰ βυθισθῇ εἰς πένθος, καὶ οἱ κάτοικοί της θὰ φθίνουν καὶ θὰ ὀλιγοστεύσουν μαζὶ μὲ αὐτοὺς θὰ ὀλιγοστεύουν καὶ τὰ θηρία τῆς ὑπαίθρου καὶ τὰ ἑρπετὰ τῆς γῆς καὶ τὰ πτηνὰ τοῦ οὐρανοῦ· ἀκόμη καὶ αὐτὰ τὰ ψάρια τῆς θαλάσσης θὰ ἀποθάνουν καὶ θὰ χαθοῦν.

Ὡσ. 4,4

ὅπως μηδεὶς μήτε δικάζηται μήτε ἐλέγχῃ μηδείς· ὁ δὲ λαός μου ὡς ἀντιλεγόμενος ἱερεύς.

Κολιτσάρα

Ἐξ αἰτίας τῆς γενικῆς πωρώσεως οὔτε κανεὶς θὰ δικάζεται διὰ τὰς παρανομίας του οὔτε καὶ κανεὶς θὰ διαμαρτύρεται διὰ τὴν ἁμαρτωλότητα αὐτήν. Ὁ δὲ τέως περιούσιος λαός μου θὰ εἶναι σὰν τὸν ἱερέα, ποὺ ἔχει χάσει τὴν ὑπόληψίν του καὶ συνεχῶς ἐπικρίνεται.

Τρεμπέλα

Εἶναι τόσον μεγάλη καὶ τόσον βαθειὰ ἡ διαφθορά, ὥστε κανεὶς δὲν θὰ δικάζεται, ἀλλ’ οὔτε καὶ κανεὶς θὰ διαμαρτύρεται δι’ ὅσα συμβαίνουν διότι ὁ ἐκλεκτὸς λαός μου θὰ ἔχῃ τόσον πολὺ διαφθαρῇ, ὥστε θὰ ὁμοιάζῃ πρὸς ἱερέα, ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει καμμίαν ὑπόληψιν καὶ ἐκτίμησιν διὰ τοῦτο καὶ ὅλοι τὸν κατηγοροῦν, ἀντὶ νὰ ὑπακούουν εἰς αὐτόν.

Ὡσ. 4,5

καὶ ἀσθενήσεις ἡμέρας, καὶ ἀσθενήσει ὁ προφήτης μετὰ σοῦ· νυκτὶ ὡμοίωσα τὴν μητέρα σου.

Κολιτσάρα

Σὺ δέ, ὦ λαέ μου, θὰ χάσῃς τὴν πνευματικήν σου ὑγείαν καὶ ἰσχύν, μαζῆ μὲ σὲ καὶ ὁ προφήτης θὰ χάσῃ τὴν πνευματικήν του δύναμιν καὶ ἰσχύν. Πρὸς νύκτα δὲ παρομοιάζω τὴν σκοτεινὴν ζωὴν τοῦ ἔθνους αὐτοῦ.

Τρεμπέλα

Καὶ σύ, λαὲ τοῦ Ἰσραήλ, θὰ παραπαίῃς καὶ θὰ σκοντάπτῃς μέσα εἰς τὸ ἄπλετον φῶς τῆς ἡμέρας· κατὰ τὸν ἴδιον τρόπον θὰ τρικλίζουν καὶ θὰ σκοντάπτουν μαζί σου καὶ οἱ ψευδοπροφῆται· τὴν δὲ μητέρα σου (ὁλόκληρον τὸ βασίλειον τοῦ Ἰσραὴλ) παρομοιάζω πρὸς ἄμορφον, ἀκαλλῆ, μαύρην νύκτα· δι’ αὐτὸ θὰ καταστροφῆς, διότι δὲν ἔχεις κανένα φῶς, ποὺ θὰ σὲ βοηθήσῃ νὰ ἐπιστρέψῃς.

Ὡσ. 4,6

ὡμοιώθη ὁ λαός μου ὡς οὐκ ἔχων γνῶσιν· ὅτι σὺ ἐπίγνωσιν ἀπώσω, κἀγὼ ἀπώσομαί σε τοῦ μὴ ἱερατεύειν μοι· καὶ ἐπελάθου νόμον Θεοῦ σου, κἀγὼ ἐπιλήσομαι τέκνων σου.

Κολιτσάρα

Ὁ λαός μου αὐτὸς ὠμοίασε πρὸς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει καθόλου γνῶσιν τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ θείου θελήματος. Ἐπειδὴ ὅμως σύ, λαέ μου, ἀπώθησες τὴν γνῶσιν τοῦ Θεοῦ, διὰ τοῦτο καὶ ἐγὼ θὰ σὲ ἀπωθήσω, ὥστε νὰ μὴ ὑπάρχουν διὰ σὲ ἱερεῖς καὶ ἱερατικαὶ προσφοραί. Σὺ ἐλησμόνησες τὸν νόμον τοῦ Θεοῦ σου, καὶ ἐγὼ θὰ λησμονήσω τὰ ἰδικά σου τέκνα.

Τρεμπέλα

Ὁ περιούσιος λαὸς ἔγινε ὅμοιος μὲ ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει οὐδὲ στοιχειώδη γνῶσιν ἐπειδὴ σύ, λαὲ τοῦ Ἰσραήλ, ἀπώθησες τὴν πλήρη, τελείαν καὶ βαθεῖαν γνῶσιν ἐμοῦ τοῦ Θεοῦ, διὰ τοῦτο θὰ σὲ ἀπωθήσω καὶ ἐγὼ ἀπὸ τοῦ vα εἶσαι ἱερεὺς ἰδικός μου καὶ νὰ μοῦ προσφέρῃς θυσίες· ἐφ’ ὅσον σὺ ἐλησμόνησες τὸν ἅγιον νόμον τοῦ Θεοῦ σου, διὰ τοῦτο καὶ ἐγὼ θὰ λησμονήσω τὰ τέκνα σου.

Ὡσ. 4,7

κατὰ τὸ πλῆθος αὐτῶν οὕτως ἥμαρτόν μοι· τὴν δόξαν αὐτῶν εἰς ἀτιμίαν θήσομαι.

Κολιτσάρα

Ὅσον πολυάριθμοι ὑπήρξατε εἰς τὴν χώραν σας, τόσον ἀναρίθμητοι ὑπῆρξαν καὶ αἱ ἁμαρτίαι σας ἐναντίον μου. Διὰ τοῦτο τὴν ἕως τώρα δόξαν σας, ἐγὼ θὰ μεταβάλω εἰς ἐξευτελισμόν.

Τρεμπέλα

Ὅσον περισσότερον ηὐξάνοντο καὶ ἐπληθύνοντο, τόσον καὶ περισσότερον ἁμάρταναν εἰς ἐμέ. Διὰ τοῦτο, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον αὐτοὶ θεωροῦν δόξαν καὶ τιμήν, θὰ τὸ μεταστρέψω εἰς ἐντροπὴν καὶ ἐξευτελισμόν.

Ὡσ. 4,8

ἁμαρτίας λαοῦ μου φάγονται καὶ ἐν ταῖς ἀδικίαις αὐτῶν λήψονται τὰς ψυχὰς αὐτῶν.

Κολιτσάρα

Οἱ ἱερεῖς εἰδικώτερον συμμετέχουν καὶ χορταίνουν καὶ αὐτοὶ ἀπὸ τὰς ἁμαρτίας τοῦ λαοῦ μου. Διὰ τοῦτο θὰ πληρώσουν μὲ τὴν ζωήν των τὰς πολλὰς ἀδικίας των.

Τρεμπέλα

(Οἱ ἱερεῖς) τρέφονται καὶ χορταίνουν μὲ τὶς ἁμαρτίες καὶ παρανομίες τοῦ ἐκλεκτοῦ λαοῦ μου· διὰ τοῦτο, ἕνεκα τῆς ἀπληστίας των αὐτῆς, καὶ ἐπειδὴ γίνονται ἠθικοὶ αὐτουργοὶ διὰ τὶς ἁμαρτίες τοῦ λαοῦ, θὰ ἀναλάβουν οἱ ἴδιοι τὴν εὐθύνην τῶν ἁμαρτιῶν αὐτῶν εἰς τὶς ψυχές των καὶ θὰ πληρώσουν μὲ τὴν ζωήν των.

Ὡσ. 4,9

καὶ ἔσται καθὼς ὁ λαὸς οὕτως καὶ ὁ ἱερεύς· καὶ ἐκδικήσω ἐπ’ αὐτὸν τὰς ὁδοὺς αὐτοῦ καὶ τὰ διαβούλια αὐτοῦ ἀνταποδώσω αὐτῷ.

Κολιτσάρα

Δὲν θὰ γίνῃ διάκρισις μεταξὺ λαϊκῶν καὶ ἱερέων· ὅπως οἱ λαϊκοὶ ἔτσι θὰ τιμωρηθοῦν καὶ οἱ ἱερεῖς. Θὰ τιμωρήσω τὸν λαὸν τοῦτον διὰ τοὺς ἁμαρτωλοὺς δρόμους τῆς ζωῆς του, θὰ ἀνταποδώσω εἰς αὐτὸν σύμφωνα μὲ τὰς ἁμαρτωλὰς ἐπιθυμίας τῆς καρδίας του καὶ τὰ πονηρά του σχέδια.

Τρεμπέλα

Καὶ θὰ συμβῇ τοῦτο· εἰς τὸ ζήτημα τῆς τιμωρίας δὲν θὰ ὑπάρξῃ διάκρισις· θὰ τιμωρηθοῦν οἱ ἱερεῖς ὅπως καὶ οἱ λαϊκοί. Θὰ τιμωρήσω τὰ ἔργα καὶ τὴν ὅλην συμπεριφορὰν τοῦ λαοῦ καὶ θὰ ἀνταποδώσω εἰς αὐτὸν σύμφωνα μὲ τὶς περίτεχνες παγίδες, ποὺ ἑτοιμάζει μὲ πανουργίαν, καὶ τὶς ἁμαρτωλὲς ἐπιθυμίες τῆς καρδίας του.

Ὡσ. 4,10

καὶ φάγονται καὶ οὐ μὴ ἐμπλησθῶσιν, ἐπόρνευσαν καὶ οὐ μὴ κατευθύνωσι, διότι τὸν Κύριον ἐγκατέλιπον τοῦ φυλάξαι. -

Κολιτσάρα

Θὰ τρώγουν καὶ δὲν θὰ χορταίνουν, θὰ ἐκτρέπωνται εἰς τὴν πορνείαν καὶ δὲν θὰ ἐπιτύχουν αὐτό, ποὺ θέλουν, τὴν χαρὰν καὶ τὴν εἰρήνην, ἐπειδὴ ἐγκατέλιπαν τὸν Κύριον καὶ δὲν ἐφύλαξαν τὸ θέλημά του.

Τρεμπέλα

Θὰ φάγουν, ἀλλ’ οὐδέποτε θὰ ἰκανοποιηθοῦν καὶ θὰ χορτάσουν ἐστράφησαν εἰς τὴν εἰδωλολατρίαν καὶ ἔτσι διέπραξαν πνευματικὴν πορνείαν ὅμως δὲν εὐωδώθησαν τὰ σχέδιά των καὶ δὲν ηὐξήθησαν περισσότερον, ὅπως ἤλπιζαν. Τοῦτο συνέβη, διότι ἐγκατέλειψαν τὸν Κύριον καὶ ἔπαυσαν νὰ φυλάσσουν τὶς ἐντολές του.

Ὡσ. 4,11

Πορνείαν καὶ οἶνον καὶ μέθυσμα ἐδέξατο καρδία λαοῦ μου.

Κολιτσάρα

Ἡ καρδία τοῦ λαοῦ μου ἐστράφη καὶ ἐδέχθη πορνείαν καὶ οἶνον καὶ μέθην.

Τρεμπέλα

Ἡ καρδία τοῦ ἐκλεκτοῦ λαοῦ μου ἀγάπησε μὲ πάθος, ἐκυλίσθη κυριολεκτικὰ εἰς τὴν πνευματικὴν πορνείαν (τὴν εἰδωλολατρίαν), τὸ κρασὶ καὶ τὴν μέθην, δηλαδὴ εἰς κάθε εἴδους τρυφήν· ὁ λαός μου ἔχασε τὴν καθαρότητα, τὴν ψυχραιμίαν καὶ τὴν αὐτοκυριαρχίαν του.

Ὡσ. 4,12

ἐν συμβόλοις ἐπηρώτων, καὶ ἐν ῥάβδοις αὐτοῦ ἀπήγγελλον αὐτῷ· πνεύματι πορνείας ἐπλανήθησαν καὶ ἐξεπόρνευσαν ἀπὸ τοῦ Θεοῦ αὐτῶν.

Κολιτσάρα

Μὲ διάφορα εἰδωλολατρικὰ σύμβολα, μὲ ἀγάλματα καὶ μὲ ράβδους, ἐσυμβουλεύοντο τοὺς εἰδωλικοὺς θεούς των· καὶ ἐκεῖνοι διὰ τῆς ραβδομαντείας ἔδιδαν εἰς αὐτοὺς ἀπαντήσεις. Ἀπεπλανήθησαν εἰς μεγάλην πνευματικὴν πορνείαν, διότι ἐγκατέλειψαν τὸν Θεόν των καὶ προσεκολλήθησαν εἰς τὰ εἴδωλα.

Τρεμπέλα

Ὁ λαὸς τοῦ Ἰσραὴλ ἐζητοῦσε συμβουλὴν ἀπὸ τὰ εἴδωλα μὲ διάφορα σημεῖα, καὶ οἱ ψευδοθεοὶ ἀνήγγελλαν εἰς αὐτὸν τὸ δῆθεν θέλημά των μὲ τὴν ραβδομαντείαν ὁ λαὸς ἀπεπλανήθη μὲ ἀκατάσχετον ὁρμὴν πρὸς τὴν πνευματικὴν πορνείαν «τὴν εἰδωλολατρίαν», παρεδόθη ἐξ ὁλοκλήρου εἰς αὐτὴν καὶ ἀπεμακρύνθη ἀπὸ τὸν Θεόν του.

Ὡσ. 4,13

ἐπὶ τὰς κορυφὰς τῶν ὀρέων ἐθυσίαζον καὶ ἐπὶ τοὺς βουνοὺς ἔθυον, ὑποκάτω δρυὸς καὶ λεύκης καὶ δένδρου συσκιάζοντος, ὅτι καλὸν σκέπη. διὰ τοῦτο ἐκπορνεύσουσιν αἱ θυγατέρες ὑμῶν, καὶ αἱ νύμφαι ὑμῶν μοιχεύσουσι·

Κολιτσάρα

Εἰς τὰς κορυφὰς τῶν ὑψηλῶν ὀρέων, ἐπάνω εἰς θυσιαστήρια εἰδώλων, προσέφεραν θυσίας καὶ εἰς τὰς κορυφὰς τῶν βουνῶν ἐθυσίαζαν, κάτω ἀπὸ δρῦν καὶ λεύκην καὶ δένδρον εὐσκιόφυλλον, διότι ἦτο εὐάρεστος εἰς αὐτοὺς ἡ σκιὰ τῶν κλάδων των. Ἐξ αἰτίας τῆς ἐκτροπῆς σας εἰς τὴν ἁμαρτωλότητα τῆς εἰδωλολατρείας, αἱ θυγατέρες σας θὰ ἐκδίδωνται ἀναισχύντως εἰς τὴν πορνείαν καὶ αἱ νύμφαι σας πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν σας θὰ παραδίδωνται εἰς τὴν μοιχείαν.

Τρεμπέλα

Οἱ Ἰσραηλῖται ἐπρόσφεραν θυσίες ἐπάνω εἰς τὶς ὑψηλὲς κορυφὲς τῶν βουνῶν καὶ θυσίες θυμιάματος ἐπάνω εἰς τοὺς λόφους, κάτω ἀπὸ βαλανιδιὲς καὶ λεῦκες καὶ βαθύσκια δένδρα· διότι ἡ παχειὰ σκιὰ τῶν κλάδων τῶν δένδρων αὐτῶν ἐθεωρεῖτο βοηθητικὴ διὰ συγκέντρωσιν καὶ προσευχήν. Ἔτσι, ὦ Ἰσραηλῖται, ἂν καὶ οἱ θυγατέρες σας θὰ παραδοθοῦν τελείως εἰς τὴν πορνείαν καὶ οἱ νύμφες σας θὰ μοιχεύωνται ἀναίσχυντα, θὰ παραχωρήσω νὰ συμβαίνουν αὐτὰ

Ὡσ. 4,14

καὶ οὐ μὴ ἐπισκέψωμαι ἐπὶ τὰς θυγατέρας ὑμῶν, ὅταν πορνεύσωσι, καὶ ἐπὶ τὰς νύμφας ὑμῶν, ὅταν μοιχεύσωσιν· ὅτι αὐτοὶ μετὰ τῶν πορνῶν συνεφύροντο καὶ μετὰ τῶν τετελεσμένων ἔθυον, καὶ ὁ λαὸς ὁ συνίων συνεπλέκετο μετὰ πόρνης. -

Κολιτσάρα

Δὲν θὰ ἐπισκεφθῶ μὲ ἀγάπην καὶ καλοσύνην τὰς θυγατέρας σας, ὅταν θὰ ἐκπορνεύωνται, οὔτε τὰς νύμφας σας ὅταν θὰ ἐκτρέπωνται εἰς τὴν μοιχείαν. Διότι καὶ αὐτοὶ οἱ ἰδιοί, οἱ γονεῖς καὶ οἱ σύζυγοι συνεφύροντο μὲ τὰς πόρνας καὶ μαζῆ μὲ τὰς ἱεροδούλους προσέφεραν θυσίας. Ἀκόμη δὲ καὶ οἱ μορφωμένοι μεταξὺ τοῦ λαοῦ συνεπλέκοντο μὲ τὰς πόρνας.

Τρεμπέλα

καὶ δὲν θὰ τιμωρήσω σωφρονιστικῶς τὶς θυγατέρες σας, ὅταν θὰ πορνεύουν, οὔτε τὶς νύμφες σας, ὅταν θὰ μοιχεύωνται· διότι καὶ αὐτοὶ οἱ ἴδιοι οἱ πατέρες καὶ οἱ γαμβροὶ ἀνακατεύονται καὶ λερώνονται μὲ πόρνες καὶ θυσιάζουν εἰς τὰ εἴδωλα μαζὶ μὲ ἱερόδουλες, θυσιάζουν μὲ τοὺς ἱερομύστας τοῦ εἰδώλου Βεελφεγώρ, ὡς ἤδη τελειοτέρους. Καὶ αὐτοὶ ἀκόμη οἱ συνετοὶ καὶ ὀρθοφρονοῦντες ἀπὸ τὸν λαὸν συνευρίσκονται μὲ πόρνες!

Ὡσ. 4,15

Σὺ δέ, Ἰσραήλ, μὴ ἀγνόει, καὶ Ἰούδα, μὴ εἰσπορεύεσθε εἰς Γάλγαλα καὶ μὴ ἀναβαίνετε εἰς τὸν Οἶκον Ὦν καὶ μὴ ὀμνύετε ζῶντα Κύριον.

Κολιτσάρα

Σύ, Ἰσραηλιτικὲ λαέ, δὲν ἔπρεπε νὰ ἀγνοῇς τὸν Θεὸν καὶ τὸ θέλημά του. Καὶ σύ, λαὲ τοῦ Ἰούδα, δὲν ἔπρεπε νὰ εἰσέρχεσαι εἰς τὰ Γάλγαλα, εἰς τὴν χώραν τῆς εἰδωλολατρείας, καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ ἀνέρχεσθε εἰς τὸν εἰδωλολατρικὸν ναὸν τῆς Ὦν καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ ὁρκίζεσθε εἰς τὸν ζῶντα ἀληθινὸν Θεόν.

Τρεμπέλα

Σὺ δέ, Ἰσραηλιτικὲ λαέ, δὲν ἔπρεπε νὰ ἀγνοῇς τὸν ἕνα καὶ μόνον ἀληθινὸν Θεὸν καὶ τὸ ἅγιον θέλημά του. Ἀλλ’ ἐπίσης καὶ σύ, Ἰουδαϊκὲ λαέ, δὲν ἔπρεπε νὰ εἰσέρχεσαι εἰς τὰ Γάλγαλα, ποὺ εἶναι κέντρον εἰδωλολατρίας, καὶ νὰ ἀνεβαίνῃς εἰς τὸν εἰδωλολατρικὸν ναὸν τῆς Ὦν (= εἰς τὴν Βαιθήλ) καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ ὁρκίζεσθε ἐκεῖ εἰς τὸ ὄνομα τοῦ ζῶντος Θεοῦ.

Ὡσ. 4,16

διότι ὡς δάμαλις παροιστρῶσα παροίστρησεν Ἰσραήλ· νῦν νεμήσει αὐτοὺς Κύριος ὡς ἀμνὸν ἐν εὐρυχώρῳ.

Κολιτσάρα

Ἀλλὰ ὁ ἰσραηλιτικὸς λαὸς ἀφηνίασε, ὅπως ἡ δάμαλις τὴν ὁποίαν κεντᾷ ὁ οἶστρος. Θὰ ἔλθῃ ὅμως ἐποχή, ὁπότε θὰ ποιμάνῃ αὐτὸς ὁ Θεὸς ὡς ἀμνοὺς εἰς μεγάλην εὔφορον περιοχήν.

Τρεμπέλα

Διότι ὁ Ἰσραηλιτικὸς λαὸς ἔχει κυριευθῆ ἐξ ὁλοκλήρου ἀπὸ οἶστρον, ὅπως ἡ νεαρὴ ἀτίθαση δαμαλίδα, ὅταν κεντηθῇ ἀπὸ βοϊδόμυγαν· ἔτσι καὶ ὁ Ἰσραὴλ ἐκυριεύθη ἀπὸ οἶστρον καὶ ἀπέβαλε κάθε χαλινὸν ἠθικῆς. Ὅμως θὰ ἔλθῃ ἐποχή, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ τοὺς ποιμάνῃ ὁ Κύριος ὡς ἀμνοὺς εἰς ἀνοικτὴν καὶ πλατεῖαν πεδιάδα.

Ὡσ. 4,17

μέτοχος εἰδώλων Ἐφραὶμ ἔθηκεν ἑαυτῷ σκάνδαλα,

Κολιτσάρα

Τώρα ὅμως ἡ φυλὴ Ἐφραίμ καὶ αἱ ἄλλαι ἐννέα φυλαὶ τοῦ Ἰσραὴλ λαμβάνουν μέρος εἰς τὴν λατρείαν τῶν εἰδώλων, θέτουν μόνοι των προσκόμματα εἰς τοὺς δρόμους των.

Τρεμπέλα

Ὁ Ἐφραίμ - οἱ δέκα φυλές, ποὺ ἀπεσχίσθησαν καὶ ἀπετέλεσαν τὸ βόρειον βασίλειον τοῦ Ἰσραήλ - ἀπηρνήθη τὸν Θεὸν καὶ ἔγινε συγκοινωνὸς καὶ συμμέτοχος εἰς τὴν λατρείαν τῶν εἰδώλων ἔτσι ἔθεσεν εἰς τὸν ἑαυτόν του ἐμπόδια καὶ προσκόμματα

Ὡσ. 4,18

ᾑρέτισε Χαναναίους· πορνεύοντες ἐξεπόρνευσαν, ἠγάπησαν ἀτιμίαν ἐκ φρυάγματος αὐτῶν.

Κολιτσάρα

Ἀφῆκαν τὸν ἀληθινὸν Θεὸν καὶ ἐπροτίμησαν τοὺς Χαναναίους. Ἐξετράπησαν εἰς ἀπερίγραπτον πνευματικὴν καὶ σωματικὴν πορνείαν, ἠγάπησαν τὸν ἐξευτελισμὸν καὶ τὴν καταισχύνην μέσα εἰς τὰ φρυάγματα τῶν βακχικῶν ὀργίων των.

Τρεμπέλα

μὲ τὸ νὰ προτιμήσῃ τὴν εἰδωλολατρικὴν καὶ ὀργιαστικὴν θρησκείαν τῶν Χαναναίων. Οἱ δέκα φυλὲς ἐρρίφθησαν κυριολεκτικῶς μὲ ἀκάθεκτον ὁρμὴν καὶ βουλιμίαν εἰς τὴν σαρκικὴν καὶ τὴν πνευματικὴν πορνείαν (τὴν εἰδωλολατρίαν)· ἐπροτίμησαν τὴν ἐντροπὴν καὶ καταισχύνην μέσα εἰς τὴν αὐθάδειαν καὶ ὑπεροψίαν τῶν εἰδωλολατρικῶν ὀργίων των (κατ’ ἄλλους: Ἐπροτίμησαν τὴν ἐντροπὴν καὶ καταισχύνην, ἀπὸ τὸ καύχημα καὶ τὴν δόξαν των, τὸν Κύριον).

Ὡσ. 4,19

συστροφὴ πνεύματος σὺ εἶ ἐν ταῖς πτέρυξιν αὐτῆς, καὶ καταισχυνθήσονται ἐκ τῶν θυσιαστηρίων αὐτῶν.

Κολιτσάρα

Διὰ τοῦτο πνεῦμα καταιγίδος θὰ τοὺς ἀφαρπάσῃ εἰς τὸν στροβιλισμόν του, ὡσὰν εἰς τεραστίας πτέρυγας, θὰ τοὺς ἐκτινάξῃ εἰς ἐξορίαν καὶ θὰ καταισχυνθοῦν, διότι τὰ εἰδωλολατρικά των θυσιαστήρια θὰ ἀποδειχθοῦν ψευδῆ καὶ ἀνίκανα νὰ τοὺς βοηθήσουν.

Τρεμπέλα

Διὰ τοῦτο σύ, Ἰσραηλιτικὲ λαέ, ἔχεις ἐμπλακῇ κατὰ τὸν ἀνεμοστρόβιλον τῆς θείας ὀργῆς εἰς τὰ τεράστια πτερὰ τῆς θείας αὐτῆς ὀργῆς, ἡ ὁποία συναρπάζει τὰ πάντα, καὶ θὰ ἐκτιναχθῇς εἰς ἐξορίαν καὶ θὰ γεμίσῃς ἐντροπὴν καὶ καταισχύνην, διότι τὰ θυσιαστήρια τῶν εἰδώλων, ὅπου ἐθυσίαζες, θὰ ἀποδειχθοῦν ἀδύναμα καὶ ἀνίκανα νὰ σὲ βοηθήσουν.

Κεφάλαιο 5

Ὡσ. 5,1

Ἀκούσατε ταῦτα, οἱ ἱερεῖς, καὶ προσέχετε, οἶκος Ἰσραήλ, καὶ ὁ οἶκος τοῦ βασιλέως, ἐνωτίζεσθε, διότι πρὸς ὑμᾶς ἐστι τὸ κρίμα· ὅτι παγὶς ἐγενήθητε τῇ σκοπιᾷ καὶ ὡς δίκτυον ἐκτεταμένον ἐπὶ τὸ Ἰταβύριον,

Κολιτσάρα

Ἱερεῖς, ἀκούσατε αὐτά, λαὲ τοῦ Ἰσραήλ, δῶσε προσοχήν. Αὐλὴ τοῦ βασιλέως ἀκροάσου καλὰ αὐτὰ ποὺ θὰ εἴπω, διότι ἡ μέλλουσα καταδίκη ἀφορᾷ σᾶς, ἐπειδὴ σεῖς οἱ φρουροὶ ἀπὸ τὸ φυλάκιον, ὅπου ἔπρεπε νὰ ἐπιβλέπετε καὶ νὰ περιφρουρῆτε τὸν λαόν, ἐγίνατε παγὶς τοῦ κακοῦ διὰ τὸν λαόν, δίκτυον ἀπλωμένον εἰς τὸ ὄρος Ἰταβύριον, διὰ νὰ συλλαμβάνῃ καὶ δεσμεύῃ εἰς τὴν πονηρίαν τοὺς ἀνθρώπους.

Τρεμπέλα

Σεῖς, οἱ ἱερεῖς, ἀκοῦστε αὐτά, καὶ σεῖς, λαὲ τοῦ Ἰσραήλ, δῶστε προσοχήν, καὶ σεῖς, ποὺ ἀποτελεῖτε τὸν βασιλικὸν οἶκον, ἀκροασθῆτε, ἐπειδὴ εἰς ὅλους σας ἀφορᾷ ἡ καταδίκη, τὴν ὁποίαν θὰ ἐκφέρω· διότι σεῖς ἐγίνατε διὰ τοὺς ἀνθρώπους τοῦ λαοῦ σας παγίδα εἰς τὴν Σκοπιάν (τὴν πόλιν Μασσηφὰ τῆς Γαλαάδ;) καὶ δίκτυ ἀπλωμένο εἰς τὸ ὄρος Ἰταβύριον (Θαβώρ;).

Ὡσ. 5,2

ὃ οἱ ἀγρεύοντες τὴν θήραν κατέπηξαν. ἐγὼ δὲ παιδευτὴς ὑμῶν·

Κολιτσάρα

Ἐκάματε σεῖς διὰ τοὺς ἀνθρώπους ὅ,τι διὰ τὰ θηράματα κάμνουν οἱ κυνηγοί, οἱ ὁποῖοι ἀπλώνουν πυκνὰς παγίδας. Διὰ τοῦτο ἐγὼ θὰ σᾶς παιδεύσω καὶ θὰ σᾶς τιμωρήσω.

Τρεμπέλα

Ἐγίνατε δίκτυ καὶ παγίδα, δηλαδὴ παγιδευτικὰ μέσα, τὰ ὁποῖα οἱ κυνηγοί, ποὺ συλλαμβάνουν τὰ διάφορα ζῶα, ἔχουν κρύψει καὶ σκάψει διὰ νὰ ἀγρεύσουν τὰ θηράματά των κατὰ παρόμοιον τρόπον ἐνεργεῖτε καὶ σεῖς μὲ τὴν εἰδωλολατρίαν. Διὰ τοῦτο θὰ σᾶς παιδαγωγήσω διὰ τῆς τιμωρίας τῆς αἰχμαλωσίας.

Ὡσ. 5,3

ἐγὼ ἔγνων τὸν Ἐφραίμ, καὶ Ἰσραὴλ οὐκ ἀπέστη ἀπ’ ἐμοῦ· διότι νῦν ἐξεπόρνευσεν Ἐφραίμ, ἐμιάνθη Ἰσραήλ.

Κολιτσάρα

Ἐγνώρισα ἐγὼ καλὰ τὸν Ἐφραὶμ καὶ τὸ μάτι μου δὲν ἀπεμακρύνθη ἀπὸ τὸν ἰσραηλιτικὸν λαόν. Διὰ τοῦτο καὶ γνωρίζω τώρα καλά, ὅτι ἡ φυλὴ Ἐφραὶμ ἐξετράπη πρὸς τὴν πορνείαν, ὅπως ἐπίσης καὶ οἱ ἄλλοι Ἰσραηλῖται ἐμολύνθησαν βαθύτατα.

Τρεμπέλα

Ἐγὼ ἐγνώρισα καλὰ τὸν Ἐφραίμ, καὶ ὁ Ἰσραὴλ δὲν διέφυγε τὴν προσοχήν μου διὰ τοῦτο τώρα γνωρίζω πολὺ καλά, ὅτι ὁ Ἐφραὶμ ἔχει ἐπιδοθῇ κατὰ τρόπον ἀναίσχυντον εἰς τὴν πνευματικὴν πορνείαν καὶ ὁ Ἰσραηλιτικὸς λαὸς ἔχει μολυνθῆ καὶ βεβηλωθῆ.

Ὡσ. 5,4

οὐκ ἔδωκαν τὰ διαβούλια αὐτῶν τοῦ ἐπιστρέψαι πρὸς τὸν Θεὸν αὐτῶν, ὅτι πνεῦμα πορνείας ἐν αὐτοῖς ἐστι, τὸν δὲ Κύριον οὐκ ἐπέγνωσαν.

Κολιτσάρα

Τόσον διεφθάρησαν, ὥστε οὔτε ἐσκέφθησαν οὔτε σκέπτονται μὲ τὸν νοῦν καὶ τὴν καρδίαν των νὰ ἐπιστρέψουν πρὸς τὸν Θεόν των, διότι πνεῦμα ἀποστασίας ὑπάρχει μέσα των καὶ κυριαρχεῖ εἰς τὰς καρδίας των καὶ ἔτσι ἠγνόησαν καὶ ἀγνοοῦν ἐξ ὁλοκλήρου τὸν Κύριον καὶ Θεόν.

Τρεμπέλα

Ἐπωρώθησαν τόσον πολύ, ὥστε οὔτε κἂν σκέπτονται νὰ μετανοήσουν καὶ νὰ ἐπιστρέψουν εἰς τὸν Θεόν των διότι τοὺς ἐκυρίευσεν ἰσχυρὰ ἐπιθυμία καὶ μεγάλη ὁρμὴ σωματικῆς καὶ εἰδωλολατρικῆς πορνείας, καὶ δὲν ἐγνώρισαν οὔτε γνωρίζουν πλέον τὸν Κύριον.

Ὡσ. 5,5

καὶ ταπεινωθήσεται ἡ ὕβρις τοῦ Ἰσραὴλ εἰς πρόσωπον αὐτοῦ, καὶ Ἰσραὴλ καὶ Ἐφραὶμ ἀσθενήσουσιν ἐν ταῖς ἀδικίαις αὐτῶν, καὶ ἀσθενήσει καὶ Ἰούδας μετ’ αὐτῶν.

Κολιτσάρα

Διὰ τοῦτο θὰ ταπεινωθῇ ἡ ὑπερηφάνεια τοῦ ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ· ἀνάγλυφος θὰ φανῇ ἡ καταισχύνη του εἰς τὸ πρόσωπόν του. Αἱ φυλαὶ τοῦ Ἰσραήλ, καὶ περισσότερον ἡ φυλὴ τοῦ Ἐφραίμ, θὰ χάσουν τὴν πνευματικὴν καὶ ἐθνικὴν δύναμίν των μέσα εἰς τὰς ἀδικίας των. Μαζῆ δὲ μὲ αὐτοὺς καὶ ἡ φυλὴ Ἰούδα θὰ χάσῃ τὴν δύναμίν της.

Τρεμπέλα

Θὰ ταπεινωθῇ ἡ ἔπαρσις, ἡ αὐθάδεια, ἡ ἀναισχυντία, ἡ καταφρόνησις καὶ ἡ ἀποστασία ἀπὸ τὸν Θεὸν τοῦ Ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ καὶ ἔτσι θὰ γίνῃ καταφανὴς εἰς τὰ πρόσωπά των ὁ καρπὸς τῆς ἀσεβείας καὶ εἰδωλολατρίας. Καὶ ὁ Ἰσραηλιτικὸς λαὸς μὲ ἐπὶ κεφαλῆς τὴν φυλὴν τοῦ Ἐφραὶμ θὰ ἀδυνατίσουν καὶ θὰ ἡττηθοῦν κατὰ τὸν καιρὸν τῆς αἰχμαλωσίας ἕνεκα τῶν ἀδικιῶν των μαζί των ὅμως θὰ ἀδυνατίσῃ καὶ θὰ ἡττηθῇ καὶ τὸ βασίλειον τοῦ Ἰούδα, διότι θὰ πέσῃ καὶ αὐτὸ εἰς τὴν εἰδωλολατρίαν.

Ὡσ. 5,6

μετὰ προβάτων καὶ μόσχων πορεύσονται τοῦ ἐκζητῆσαι τὸν Κύριον καὶ οὐ μὴ εὕρωσιν αὐτόν, ὅτι ἐκκέκλικεν ἀπ’ αὐτῶν,

Κολιτσάρα

Φέροντες πρόβατα καὶ μόσχους πρὸς θυσίαν θὰ πορευθοῦν νὰ ἀναζητήσουν τὸν Κύριον, διὰ νὰ εὔρουν συγχώρησιν καὶ ἐξιλέωσιν. Δὲν θὰ τὴν εὔρουν ὅμως, διότι ὁ Θεὸς θὰ ἔχει πλέον ἀπομακρυνθῆ ἀπὸ αὐτούς.

Τρεμπέλα

Μέσα δὲ εἰς τὰ δεινά, ποὺ θὰ τοὺς εὕρουν, θὰ ἐπιχειρήσουν νὰ ζητήσουν τὸν Κύριον καὶ νὰ τὸν ἐξιλεώσουν μὲ θυσίες προβάτων καὶ μόσχων δὲν θὰ τὸν εὔρουν ὅμως, διότι ὁ Κύριος ἀπεμακρύνθη πλέον ἀπὸ αὐτούς,

Ὡσ. 5,7

ὅτι τὸν Κύριον ἐγκατέλιπον, ὅτι τέκνα ἀλλότρια ἐγεννήθησαν αὐτοῖς· νῦν καταφάγεται αὐτοὺς ἡ ἐρυσίβη, καὶ τοὺς κλήρους αὐτῶν. -

Κολιτσάρα

Τοῦτο δέ, ἐπειδὴ αὐτοὶ πρῶτοι ἐγκατέλειψαν τὸν Κύριον, ἐγέννησαν καὶ ἀνέθρεψαν μέσα εἰς τὴν ἁμαρτίαν τέκνα ξένα πρὸς τὸν Θεόν. Καὶ τώρα ὁ ἐχθρὸς ὡς ἄλλη ἐρυσίβη θὰ καταφάγῃ αὐτοὺς καὶ τὰ ἐκ κληρονομίας κτήματά των.

Τρεμπέλα

ἐπειδὴ αὐτοὶ πρῶτοι τὸν ἐγκατέλειψαν διότι, ἕνεκα τῆς ἐπιμειξίας των μὲ ἀλλοφύλους, ἐγεννήθησαν εἰς αὐτοὺς τέκνα νόθα, δηλαδὴ ἀποστάται ἀπὸ τὸν Κύριον (ἢ κατ’ ἄλλην ἑρμηνείαν: Διότι τὰ τέκνα, ποὺ ἐγεννήθησαν ἀπὸ Ἰσραηλίτιδες, ἀνετέθησαν ὄχι εἰς τὸν Θεόν, ἀλλ’ εἰς τὰ εἴδωλα). Τώρα πρόκειται πολὺ σύντομα τὸ πλῆθος τῶν ἐχθρῶν, ὡσὰν ἄλλη ἐρυσίβη, νὰ καταστρέψῃ καὶ αὐτοὺς καὶ τὰ κτήματά των, ποὺ ἀπέκτησαν ἐκ κληρονομίας.

Ὡσ. 5,8

Σαλπίσατε σάλπιγγι ἐπὶ τοὺς βουνούς, ἠχήσατε ἐπὶ τῶν ὑψηλῶν, κηρύξατε ἐν τῷ οἴκῳ Ὦν· ἐξέστη Βενιαμίν,

Κολιτσάρα

Σαλπίσατε, λοιπόν, οἱ σαλπιγκταὶ μὲ σάλπιγγας εἰς τὰ βουνά, κάμετε νὰ ἀντηχήσῃ τὸ σάλπισμα ἐπάνω εἰς τοὺς ὑψηλοὺς τόπους, διαλαλήσατε μὲ μεγάλην φωνὴν μέσα εἰς τὸν εἰδωλολατρικὸν οἶκον Ὤν· ἡ φυλὴ τοῦ Βενιαμὶν ἔμεινε κατάπληκτος.

Τρεμπέλα

Σαλπίστε πολεμικὸν συναγερμὸν μὲ σάλπιγγα εἰς τὰ βουνά, κάμετε νὰ ἀκουσθῇ ὁ ἦχος τῆς πολεμικῆς σάλπιγγος ἐπάνω εἰς τοὺς ὑψηλοὺς τόπους, φωνάξτε τὴν πολεμικὴν κραυγὴν μέσα εἰς τὸν εἰδωλολατρικὸν οἶκον Ὦν (= τὴν Βαιθήλ). Οἱ ἄνδρες τῆς φυλῆς Βενιαμίν - τὸ νότιον βασίλειον - ἐξεπλάγησαν.

Ὡσ. 5,9

Ἐφραὶμ εἰς ἀφανισμὸν ἐγένετο ἐν ἡμέραις ἐλέγχου· ἐν ταῖς φυλαῖς τοῦ Ἰσραὴλ ἔδειξα πιστά.

Κολιτσάρα

Ἡ βασιλεύουσα φυλὴ Ἐφραὶμ ἠρημώθη καὶ ἠφανίσθη κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς κρίσεώς της ὑπὸ τοῦ Κυρίου. Εἰς τὰς φυλὰς τοῦ Ἰσραὴλ ἔδειξα τὰς πιστάς, τὰς ἀληθινὰς καὶ ἀνεκκλήτους ἀποφάσεις μου.

Τρεμπέλα

Ἡ φυλὴ τοῦ Ἐφραίμ - τὸ βόρειον βασίλειον - θὰ καταστροφῇ, ὅταν ἔλθουν οἱ ἡμέρες τῆς τιμωρίας τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία θὰ πραγματοποιηθῇ δι’ ἐπιθέσεως τῶν Ἀσσυρίων. Εἰς τὶς δέκα φυλὲς τοῦ Ἰσραὴλ ἔχω προαναγγείλει ἀληθινές, συγκεκριμένες, ἀνέκκλητες ἀποφάσεις.

Ὡσ. 5,10

ἐγένοντο οἱ ἄρχοντες Ἰούδα ὡς μετατιθέντες ὅρια, ἐπ’ αὐτοὺς ἐκχεῶ ὡς ὕδωρ τὸ ὅρμημά μου.

Κολιτσάρα

Οἱ ἄρχοντες τῆς φυλῆς Ἰούδα ἔγιναν ὡσὰν τοὺς πονηροὺς καὶ ἀπλήστους ἐκείνους, ποὺ μεταθέτουν τὰ ὅριά των μέσα εἰς τὰ γειτονικὰ κτήματα. Ἐναντίον αὐτῶν θὰ ἀφήσω νὰ ἐκχυθῇ ὡσὰν ὁρμητικὸς χείμαρρος ἡ ὀργή μου.

Τρεμπέλα

Οἱ ἄρχοντες τοῦ βασιλείου τοῦ Ἰούδα ἐνεργοῦν ὡς ἄνθρωποι, ποὺ μεταθέτουν τὰ σύνορα τῶν ἀγρῶν ἔτσι ἀκριβῶς μεταθέτουν καὶ αὐτοὶ τοὺς νόμους μου. Ἐναντίον τῶν θὰ χύσω ὡσὰν ὁρμητικὸν χείμαρρον τὴν ὀργήν μου.

Ὡσ. 5,11

κατεδυνάστευσεν Ἐφραὶμ τὸν ἀντίδικον αὐτοῦ, κατεπάτησε κρίμα, ὅτι ἤρξατο πορεύεσθαι ὀπίσω τῶν ματαίων.

Κολιτσάρα

Ἡ φυλὴ τοῦ Ἐφραὶμ κατεδυνάστευσε τὴν ἀντίδικόν της φυλὴν τοῦ Ἰούδα, κατεπάτησε κάθε δικαιοσύνην, διότι εἶχεν ἤδη ἀρχίσει νὰ ἀκολουθῇ τὰ μάταια εἴδωλα.

Τρεμπέλα

Ἡ φυλὴ τοῦ Ἐφραίμ - τὸ βόρειον βασίλειον - ἐτυράννησε καὶ κατέθλιψε τὴν ἀντίδικον τῆς φυλὴν τοῦ Ἰούδα (ἢ κατ’ ἄλλην ἑρμηνείαν: Κατεδυνάστευσε ὡς ἐχθρὸν τὸν ἰδικόν μου νόμον, τὸν ὁποῖον ἐμίσησε), κατεπάτησε τὸ ἔννομον δίκαιον, διότι ἀγάπησε τὰ εἴδωλα καὶ τὰ ἀκολούθησε.

Ὡσ. 5,12

καὶ ἐγὼ ὡς ταραχὴ τῷ Ἐφραὶμ καὶ ὡς κέντρον τῷ οἴκῳ Ἰούδα.

Κολιτσάρα

Διὰ τοῦτο καὶ ἐγὼ θὰ ἐπιφέρω ἀναταραχὴν εἰς τὴν φυλὴν τοῦ Ἐφραίμ, θὰ γίνω κεντρί, διὰ νὰ ξυπνήσῃ πρὸς μετάνοιαν τὸ βασίλειον τοῦ Ἰούδα.

Τρεμπέλα

Ἕνεκα ὅλων αὐτῶν ἐγὼ ὁ Κύριος θὰ προκαλέσω κοινωνικὴν ἀναταραχὴν καὶ πολεμικὴν ἀπειλὴν εἰς τὸν Ἐφραίμ - τὸν Ἰσραηλιτικὸν λαόν - καὶ εἰς τὸν Ἰούδαν - τὸ νότιον βασίλειον - θὰ γίνω βουκέντρα ξυπνήματος διὰ μετάνοιαν· διότι ἐνῷ θὰ βλέπῃ τὸν Ἰσραὴλ νὰ καταστρέφεται, αὐτὸς θὰ ἀγρυπνῇ καὶ θὰ ἀγωνιᾷ διὰ τὸ ἰδικόν του μέλλον.

Ὡσ. 5,13

καὶ εἶδεν Ἐφραὶμ τὴν νόσον αὐτοῦ καὶ Ἰούδας τὴν ὀδύνην αὐτοῦ, καὶ ἐπορεύθη Ἐφραὶμ πρὸς Ἀσσυρίους καὶ ἀπέστειλε πρέσβεις πρὸς βασιλέα Ἰαρείμ· καὶ αὐτὸς οὐκ ἠδυνάσθη ἰάσασθαι ὑμᾶς, καὶ οὐ μὴ διαπαύσῃ ἐξ ὑμῶν ὀδύνη.

Κολιτσάρα

Ἡ φυλὴ τοῦ Ἐφραὶμ καὶ αἱ ἄλλαι ἐννέα φυλαὶ τοῦ Ἰσραὴλ εἶδαν τὴν ἠθικὴν καὶ πνευματικήν των ἀσθένειαν, τὸ δὲ βασίλειον τοῦ Ἰούδα ἠσθάνθη τὴν ἰδικήν του ὀδύνην. Οἱ Ἰσραηλῖται τότε ἀντὶ νὰ στραφοῦν πρὸς τὸν Θεόν, ἔστειλαν πρέσβεις πρὸς τοὺς Ἀσσυρίους καὶ παρεκάλεσαν τὸν βασιλέα τῶν Ἀσσυρίων Ἰαρείμ, νὰ ἔλθῃ εἰς βοήθειάν των. Αὐτὸς ὅμως δὲν ἠμπόρεσε νὰ σᾶς θεραπεύσῃ καὶ δὲν πρόκειται νὰ καταπραΰνῃ ποτὲ τὸν πόνον σας.

Τρεμπέλα

Ὅταν δὲ ὁ Ἐφραίμ - τὸ βασίλειον τοῦ Ἰσραήλ - διεπίστωσε τὴν μεγάλην ἀδυναμίαν του, καὶ τὸ βασίλειον τοῦ Ἰούδα τὸ πλῆθος τῶν ὀδυνῶν του, ὁ Ἐφραὶμ προσέφυγε πρὸς τοὺς Ἀσσυρίους καὶ ἔστειλε πρεσβευτὰς πρὸς τὸν Ἀσσύριον βασιλιᾶ Ἰαρείμ (ποὺ σημαίνει ἐκδικητής) νὰ ζητήσῃ βοήθειαν. Ἐνῷ ὅμως προσεκαλέσατε τὸν Ἰαρεὶμ ὡς ἐκδικητήν, αὐτὸς δὲν ἠμπόρεσε νὰ σᾶς θεραπεύσῃ· ἔτσι δὲν θὰ σταματήσουν ἀπὸ τοῦ νὰ ἐπέρχωνται εἰς σᾶς ἡ μία μετὰ τὴν ἄλλην οἱ ὀδύνες.

Ὡσ. 5,14

διότι ἐγώ εἰμι ὡς πανθὴρ τῷ Ἐφραὶμ καὶ ὡς λέων τῷ οἴκῳ Ἰούδα· καὶ ἐγὼ ἁρπῶμαι καὶ πορεύσομαι καὶ λήψομαι, καὶ οὐκ ἔσται ὁ ἐξαιρούμενος.

Κολιτσάρα

Διότι ἐγὼ θὰ εἶμαι ὡς πάνθηρ ἐναντίον τοῦ Ἐφραὶμ καὶ ὡς λέων ἐναντίον τοῦ οἴκου Ἰούδα. Ἐγὼ θὰ ἁρπάξω καὶ θὰ πάρω τὸ θήραμα καὶ θὰ ἀναχωρήσω καὶ κανεὶς δὲν θὰ ἠμπορέσῃ νὰ μοῦ τὸ ἀφαιρέσῃ ἀπὸ τὰ χέρια μου.

Τρεμπέλα

Διότι ἐγὼ ὁ Κύριος θὰ ὁρμήσω ταχύτατα ὡς πάνθηρας κατὰ τοῦ Ἐφραίμ - του βασιλείου τῶν Ἰσραηλιτῶν - καὶ ὡς φοβερὸν λιοντάρι κατὰ τοῦ βασιλείου τοῦ Ἰούδα. Ἐγὼ ὁ ἴδιος ὡς ταχὺς καὶ φοβερὸς θὰ ἁρπάξω καὶ θὰ φύγω καὶ θὰ μεταφέρω τὴν λείαν μου - Ἰσραηλίτες καὶ Ἰουδαίους - ἕνεκα δὲ τῆς ἀκαταγωνίστου δυνάμεώς μου κανεὶς δὲν θὰ ἠμπορέσῃ νὰ ἀποσπάσῃ τὴν λείαν ἀπὸ τὰ χέρια μου.

Ὡσ. 5,15

πορεύσομαι καὶ ἐπιστρέψω εἰς τὸν τόπον μου, ἕως οὗ ἀφανισθῶσι· καὶ ζητήσουσι τὸ πρόσωπόν μου, ἐν θλίψει αὐτῶν ὀρθριοῦσι πρός με λέγοντες·

Κολιτσάρα

Θὰ φύγω καὶ θὰ ἐπανέλθω εἰς τὸν τόπον μου, μέχρις ὅτου ἐξολοθρευθοῦν. Ὑπὸ τὸ βάρος δὲ τῆς θλίψεώς των θὰ μετανοήσουν καὶ θὰ μὲ ζητήσουν. Πρωΐ-πρωῒ θὰ ἐξυπνοῦν, θὰ παρουσιάζωνται πρὸς ἐμὲ καὶ θὰ λέγουν μεταξύ των:

Τρεμπέλα

Καὶ ὅπως τὰ θηρία μετὰ τὸ κυνήγι ἐπιστρέφουν εἰς τὶς φωλιές των, ἔτσι καὶ Ἐγώ· θὰ πορευθῶ καὶ θὰ ἐπιστρέφω εἰς τὸν τόπον μου, μέχρις ὅτου ἐξολοθρευθοῦν. Θὰ ἀποσυρθῶ, μέχρις ὅτου διὰ τῆς τιμωρίας παιδαγωγηθοῦν καὶ μετανοήσουν καὶ εἰς τὴν ἀνάγκην των μὲ ζητήσουν· θὰ μὲ ζητοῦν πρωΐ-πρωῒ μὲ ἀγωνίαν καὶ ἀνυπομονησίαν, λέγοντες ὁ ἕνας πρὸς τὸν ἄλλον:

Κεφάλαιο 6

Ὡσ. 6,1

Πορευθῶμεν καὶ ἐπιστρέψωμεν πρὸς Κύριον τὸν Θεὸν ἡμῶν, ὅτι αὐτὸς ἥρπακε καὶ ἰάσεται ἡμᾶς, πατάξει καὶ μοτώσει ἡμᾶς·

Κολιτσάρα

Ἐλᾶτε, ἃς ἐπιστρέψωμεν ἐν μετανοίᾳ πρὸς τὸν Κύριον καὶ Θεόν μας, διότι αὐτὸς ὁ ὁποῖος ἐπέτρεψε καὶ μᾶς διήρπασαν, αὐτὸς καὶ θὰ μᾶς θεραπεύσῃ. Αὐτὸς ποὺ μᾶς ἐμαστίγωσεν, αὐτὸς καὶ θὰ ἐπουλώσῃ τὰ τραύματά μας.

Τρεμπέλα

Οἱ Ἰσραηλῖται λέγουν ὁ ἕνας πρὸς τὸν ἄλλον: «Ἐμπρὸς ἂς μετανοήσωμεν καὶ ἂς ἐπιστρέψωμεν εἰς τὸν Κύριον τὸν Θεόν μας, διότι Αὐτός, ποὺ μᾶς ἔχει ἁρπάσει καὶ «καταξεσχίσει», Αὐτὸς καὶ θὰ μᾶς θεραπεύσῃ· Αὐτὸς ποὺ μᾶς ἔχει μαστιγώσει, Αὐτὸς θὰ ἐπιδέσῃ καὶ θὰ ἐπουλώσῃ τις πληγές μας.

Ὡσ. 6,2

ὑγιάσει ἡμᾶς μετὰ δύο ἡμέρας, ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῇ τρίτῃ ἐξαναστησόμεθα καὶ ζησόμεθα ἐνώπιον αὐτοῦ

Κολιτσάρα

Ἠμπορεῖ αὐτὸς ἐντὸς δύο ἡμερῶν νὰ μᾶς ἀποδώσῃ τὴν ὑγείαν μας καὶ κατὰ τὴν τρίτην ἡμέραν θὰ ἐγερθῶμεν ἀπὸ τὴν κλίνην τῆς ἀσθενείας μας καὶ θὰ ζήσωμεν ἐνώπιόν του καὶ ἀπὸ τὴν προστασίαν του.

Τρεμπέλα

Πολὺ σύντομα, ὕστερα ἀπὸ δύο μόλις ἡμέρες, θὰ μᾶς κάμῃ ὑγιεῖς, θὰ μᾶς ἀναζωογονήσῃ· καὶ τὴν τρίτην ἡμέραν θὰ σηκωθῶμεν ἀπὸ τὸ κρεββάτι τοῦ πόνου καὶ θὰ ζήσωμεν κάτω ἀπὸ τὸ προστατευτικὸν βλέμμα του

Ὡσ. 6,3

καὶ γνωσόμεθα· διώξωμεν τοῦ γνῶναι τὸν Κύριον, ὡς ὄρθρον ἕτοιμον εὑρήσομεν αὐτόν, καὶ ἥξει ὡς ὑετὸς ἡμῖν πρώϊμος καὶ ὄψιμος γῇ.

Κολιτσάρα

Τότε καὶ θὰ τὸν γνωρίσωμεν. Ἂς ἐπιδιώξωμεν, λοιπόν, μὲ τὴν καρδίαν μας νὰ γνωρίσωμεν τὸν Κύριον. Θὰ τὸν εὕρωμεν πρόθυμον καὶ ἕτοιμον νὰ μᾶς βοηθήσῃ· ἡ ἔλευσίς του θὰ εἶναι βεβαία, ὅπως ἡ ἔλευσις τοῦ ὡραίου ὄρθρου. Θὰ ἔλθῃ εἰς τὸν κατάλληλον καιρόν, ὅπως ἔρχεται ἀπὸ τὸν οὐρανὸν εἰς τὴν γῆν ἡ πρώϊμος καὶ ἡ ὄψιμος βροχή.

Τρεμπέλα

καὶ τότε θὰ Τὸν γνωρίσωμεν καλύτερα. Ἂς ἐπιδιώξωμεν λοιπὸν καὶ ἂς ἀγωνισθῶμεν μὲ προθυμίαν νὰ γνωρίσωμεν τὸν Κύριον. Θὰ Τὸν εὕρωμεν ὡς ὄρθρον φωτεινόν, ὁ ὁποῖος διαλύει τὸ σκοτάδι τῆς νύκτας· ἔτσι καὶ Αὐτὸς εἶναι ἕτοιμος νὰ διαλύσῃ τὸ σκοτάδι τῆς ἀγνωσίας καὶ νὰ μᾶς ἀπαλλάξῃ ἀπὸ τοὺς πειρασμούς. Ὁ Κύριος θὰ ἔλθῃ εἰς βοήθειάν μας εἰς τὴν κατάλληλον ὥραν, ὅπως ἡ πρώϊμη καὶ ὄψιμη βροχὴ εἰς τὴν γῆν, καὶ θὰ μᾶς παράσχῃ ἀφθονίαν ἀγαθῶν».

Ὡσ. 6,4

τί σοι ποιήσω Ἐφραίμ; τί σοι ποιήσω Ἰούδα; τὸ δὲ ἔλεος ὑμῶν ὡς νεφέλη πρωϊνὴ καὶ ὡς δρόσος ὀρθρινὴ πορευομένη. -

Κολιτσάρα

Θὰ μᾶς ἐρωτήσῃ· «τί θέλεις νὰ σοῦ κάμω, ἰσραηλιτικὲ λαέ; Τί θέλεις νὰ κάμω εἰς σέ, ἰουδαϊκὲ λαέ; Ἡ ἀγάπη σας εἶναι προσωρινὴ καὶ διαλύεται ὡσὰν τὴν πρωϊνὴν ὁμίχλην, φεύγει καὶ χάνεται ὅπως ἡ πρωϊνὴ δροσιά.

Τρεμπέλα

Ὁ Θεὸς ὡς πατέρας φιλόστοργος ἐρωτᾷ: Τί νὰ σοῦ κάμω, λαὲ τοῦ Ἐφραίμ (Ἰσραήλ); Τί νὰ σοῦ κάμω, λαὲ τοῦ Ἰούδα; Διότι ἡ πρὸς ἐμὲ ἀγάπη σας ὁμοιάζει πρὸς πρωϊνὴν λεπτὴν ὁμίχλην, πρὸς πρωϊνὴν δροσιάν, ἡ ὁποία διαλύεται καὶ φεύγει.

Ὡσ. 6,5

Διὰ τοῦτο ἀπεθέρισα τοὺς προφήτας ὑμῶν, ἀπέκτεινα αὐτοὺς ἐν ῥήματι στόματός μου, καὶ τὸ κρίμα μου ὡς φῶς ἐξελεύσεται·

Κολιτσάρα

Διὰ τοῦτο ἐθέρισα τοὺς ψευδοπροφήτας σας, τοὺς ἐφόνευσα μὲ τὸ πρόσταγμα τοῦ στόματός μου. Ἡ δικαία μου κρίσις θὰ ἐξέλθῃ καὶ θὰ λάμψη ὡσὰν τὸ φῶς.

Τρεμπέλα

Ἕνεκα τῆς ἀσταθείας καὶ ἐπιπολαιότητός σας αὐτῆς, ἀπέκοψα θερίζων τοὺς ψευδοπροφήτας σας, τοὺς ἐφόνευσα μὲ τὸν λόγον τοῦ στόματός μου· οἱ καταδικαστικὲς ἀποφάσεις μου θὰ ἀκτινοβολήσουν ὅπως τὸ φῶς.

Ὡσ. 6,6

διότι ἔλεος θέλω καὶ οὐ θυσίαν καὶ ἐπίγνωσιν Θεοῦ ἢ ὁλοκαυτώματα.

Κολιτσάρα

Διότι ἐγὼ προτιμῶ τὴν πρὸς ἐμὲ ἀγάπην σας καὶ ὄχι τὰς τυπικὰς θυσίας, τὴν ἐπίγνωσιν του θείου θελήματος περισσότερον ἀπὸ τὰ ὁλοκαυτώματα.

Τρεμπέλα

Διότι ἔλεος καὶ συμπάθειαν θέλω καὶ ὄχι ἐξωτερικὴν τυπικὴν θυσίαν, ποὺ δὲν ἐμψυχώνεται ἀπὸ ἐσωτερικὴν ἀγαθὴν διάθεσιν καὶ εὐσκλαγχνίαν θέλω ἀκριβὴ γνῶσιν τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ θελήματός του, περισσότερον ἀπὸ τὶς θυσίες ὁλοκαυτωμάτων.

Ὡσ. 6,7

αὐτοὶ δέ εἰσιν ὡς ἄνθρωπος παραβαίνων διαθήκην· ἐκεῖ κατεφρόνησέ μου

Κολιτσάρα

Οἱ Ἰσραηλῖται ὅμως παραβαίνουν καὶ καταπατοῦν τὴν Διαθήκην μου ὡς ἄνθρωπος ἁμαρτωλὸς καὶ ἀναίσθητος. Καὶ μὲ τὰς παραβάσεις των αὐτὰς ἐκεῖ μὲ κατεφρόνησαν.

Τρεμπέλα

Δυστυχῶς ὅμως οἱ Ἰσραηλῖται μὲ τὴν εἰδωλολατρίαν των εἶναι ὡς ἄνθρωποι, ποὺ παραβαίνουν καὶ καταπατοῦν τὴν Διαθήκην μου· ἐκεῖ εἰς τὸ βόρειον βασίλειον οἱ Ἰσραηλῖται μὲ ἐπεριφρόνησαν.

Ὡσ. 6,8

Γαλαὰδ πόλις ἐργαζομένη μάταια, ταράσσουσα ὕδωρ,

Κολιτσάρα

Ἡ χώρα Γαλαὰδ ἀκολουθεῖ τὰ μάταια εἴδωλα. Ἀναταράσσει τὴν κοινωνίαν, ὅπως ἡ θύελλα τὸ ὕδωρ τῆς θαλάσσης.

Τρεμπέλα

Ἡ Γαλαὰδ μὲ ἐπεριφρόνησε, διότι λατρεύει τὰ εἴδωλα· ἔγινε κέντρον εἰδωλολατρίας καὶ ταράσσει τὸ ὕδωρ τῆς διδασκαλίας μὲ τὸ νὰ τὴν προσφέρῃ θολὴν καὶ ὄχι καθαρὰν εἰς τὸν λαόν (ἢ κατ’ ἄλλην ἑρμηνείαν: Δημιουργεῖ κοινωνικὴν ἀναταραχήν).

Ὡσ. 6,9

καὶ ἡ ἰσχύς σου ἀνδρὸς πειρατοῦ· ἔκρυψαν ἱερεῖς ὁδόν, ἐφόνευσαν Σίκιμα, ὅτι ἀνομίαν ἐποίησαν.

Κολιτσάρα

Ἡ δύναμίς σου, χώρα Γαλαάδ, ἐκδηλώνεται εἰς πειρατείας ἐκ μέρους τῶν ἀνδρῶν σου. Καὶ αὐτοὶ ἀκόμη οἱ ἱερεῖς τοῦ Ἰσραὴλ ἐκρύβησαν καὶ ἔστησαν ἐνέδραν παρὰ τὴν ὁδόν, ποὺ ὁδηγεῖ εἰς τὰ Σίκιμα, καὶ ἐφόνευσαν τοὺς διερχομένους, διὰ νὰ τοὺς ληστεύσουν καὶ ἔτσι διέπραξαν ἀνομίαν μεγάλην.

Τρεμπέλα

Ἡ δύναμίς σου, Γαλαάδ, ὁμοιάζει μὲ ἐκείνην τῶν πειρατῶν, οἱ ὁποῖοι ἐπιτίθενται κρυφὰ καὶ ληστεύουν τοὺς ναυτιλλομένους. Οἱ ἱερεῖς δὲν ἀπεκάλυψαν τὴν παρανομίαν, ποὺ ἐγένετο εἰς Ἐμέ, ἔκρυψαν τὴν θείαν ὁδὸν καὶ δὲν ἔδειξαν τὸν ζῆλον, ποὺ εἶχαν δείξει ἄλλοτε εἰς τὰ Σίκιμα ὁ προπάτοράς των Λευῒ μὲ συνεργὸν τὸν ἀδελφόν του Συμεών, ὅταν οἱ κάτοικοι τῆς Συχὲμ ἁμάρτησαν εἰς τὴν ἀδελφήν των Δείναν. (ἢ κατ’ ἄλλην ἑρμηνείαν: Συμμορία ἱερέων ἐλήστευσαν καὶ ἐφόνευσαν ὅσους διήρχοντο τὸν δρόμον, ποὺ ὁδηγεῖ πρὸς τὰ Σίκιμα - ὁποία ἄνομος καὶ ἄτιμος συμπεριφορά!)

Ὡσ. 6,10

ἐν τῷ οἴκῳ τοῦ Ἰσραὴλ εἶδον φρικώδη ἐκεῖ, πορνείαν τοῦ Ἐφραίμ· ἐμιάνθη Ἰσραὴλ καὶ Ἰούδα.

Κολιτσάρα

Εἶδα ἐγὼ φρικτὰ γεγονότα εἰς τὸ βασίλειον τοῦ Ἰσραήλ, εἶδα τὴν πνευματικὴν καὶ σωματικὴν πορνείαν τῆς φυλῆς τοῦ Ἐφραίμ. Ἐμολύνθη καὶ ὁ ἰσραηλιτικὸς καὶ ὁ Ἰουδαϊκὸς λαός.

Τρεμπέλα

Εἰς τὸν Ἰσραηλιτικὸν λαὸν εἶδα νὰ συμβαίνουν φρικτὰ καὶ τρομακτικὰ γεγονότα· εἶδα τὴν βδελυκτὴν σωματικὴν καὶ πνευματικὴν πορνείαν (τὴν εἰδωλολατρίαν) τῆς φυλῆς τοῦ Ἐφραίμ· τὸ βασίλειον τοῦ Ἰσραὴλ καὶ τὸ βασίλειον τοῦ Ἰούδα ἐμολύνθησαν ἀπὸ τὴν σιχαμερὴν εἰδωλολατρίαν.

Ὡσ. 6,11

ἄρχου τρυγᾶν σεαυτῷ ἐν τῷ ἐπιστρέφειν με τὴν αἰχμαλωσίαν τοῦ λαοῦ μου ἐν τῷ ἰάσασθαί με τὸν Ἰσραήλ.

Κολιτσάρα

Μετανοημένος ὅμως κατόπιν διὰ τὰς παρανομίας σου, θὰ ἀρχίσῃς νὰ τρυγᾷς καὶ ὠφέλη ἀπὸ τὰς τιμωρίας αὐτάς, ὅταν ἐγὼ θὰ ἐπαναφέρω τὸν λαόν μου ἀπὸ τὴν ἐξορίαν, ὅταν θὰ θεραπεύσω τὸν ἰσραηλιτικὸν λαόν.

Τρεμπέλα

Δὲν ἠθέλησες, Ἰουδαϊκὲ λαέ, νὰ γνωρίσῃς τὸ θεῖον θέλημα καὶ νὰ τρυγήσῃς τοὺς καρποὺς τῆς ἀρετῆς· ἄρχισε ἔστω καὶ μετὰ τὴν αἰχμαλωσίαν νὰ ζῇς κατὰ τὸν θεῖον νόμον καὶ νὰ τρυγᾷς διὰ τὸν ἑαυτόν σου καρποὺς ἀρετῆς, ὅταν, μετὰ τὴν ἐπιστροφὴν ἀπὸ τὴν αἰχμαλωσίαν, θὰ παρηγορήσω καὶ θὰ θεραπεύσω τὸν Ἰσραηλιτικὸν λαόν.

Κεφάλαιο 7

Ὡσ. 7,1

Καὶ ἀποκαλυφθήσεται ἡ ἀδικία Ἐφραὶμ καὶ ἡ κακία Σαμαρείας, ὅτι εἰργάσαντο ψευδῆ· καὶ κλέπτης πρὸς αὐτὸν εἰσελεύσεται, ἐκδιδύσκων λῃστὴς ἐν τῇ ὁδῷ αὐτοῦ,

Κολιτσάρα

Τότε θὰ φανερωθοῦν αἱ παρανομίαι τῆς φυλῆς Ἐφραὶμ καὶ ἡ κακία τῶν Σαμαριτῶν, διότι εἰργάσθησαν τὸ ψεῦδος καὶ τὴν δολιότητα. Κλέπται θὰ εἰσχωρήσουν εἰς τὴν κοινωνίαν των, λῃσταὶ οἱ ὁποῖοι θὰ ἀπογυμνώνουν τοὺς διαβάτας εἰς τοὺς δρόμους τῆς χώρας.

Τρεμπέλα

Καὶ τότε θὰ ἀποκαλυφθῇ ἡ διαφθορὰ καὶ ἡ ἐνοχὴ τοῦ Ἐφραίμ - τοῦ Ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ - καὶ ἡ παρανομία τῆς Σαμαρείας, διότι ἡ ὅλη συμπεριφορά των εἶναι ψευδής, ἀπατηλὴ καὶ δολία. Παντοῦ μαίνεται ἡ κλοπὴ καὶ ἡ λῃστεία. Κλέπται παραβιάζουν κρυφὰ καὶ ἀπογυμνώνουν ὅλους ἀπὸ τὰ ἀγαθά· λῃσταὶ ληστεύουν, λαφυραγωγοῦν καὶ ἀπογυμνώνουν ἀνοικτὰ εἰς τοὺς δρόμους τοὺς διαβάτες·

Ὡσ. 7,2

ὅπως συνᾴδωσιν ὡς ᾄδοντες τῇ καρδίᾳ αὐτῶν. πάσας τὰς κακίας αὐτῶν ἐμνήσθην· νῦν ἐκύκλωσαν αὐτοὺς τὰ διαβούλια αὐτῶν, ἀπέναντι τοῦ προσώπου μου ἐγένοντο.

Κολιτσάρα

Ἀναίσθητοι δὲ καὶ ἀμετανόητοι μέσα εἰς τὴν ἁμαρτωλότητά των, θὰ τραγουδοῦν μαζῆ μὲ ὅλην των τὴν καρδίαν, ὅπως οἱ τραγουδισταί. Ἐγὼ ὅμως ἐνθυμοῦμαι ὅλας αὐτῶν τὰς παρανομίας. Αἱ ἁμαρτωλαὶ ἐπιθυμίαι των καὶ τὰ πονηρὰ σχέδιά των, ἀπὸ τὰ ὁποῖα προήρχοντο αἱ κακαὶ πράξεις των, τοὺς περιεκύκλωσαν πλέον ἀπὸ ὅλα τὰ σημεῖα. Ὅλαι αἱ πράξεις των καὶ ὅλοι αὐτοὶ εἶναι ἐμπρὸς εἰς τὰ μάτια μου.

Τρεμπέλα

οἱ ἐχθροὶ θὰ ἐπιπέσουν ὡς κλέπται καὶ λῃσταί, αὐτοὶ ὅμως ἔχουν διαστραφῇ τόσον πολύ, ὥστε ἀντὶ νὰ θρηνοῦν καὶ νὰ ὀλοφύρωνται, θὰ τραγουδοῦν, ὅπως οἱ συνηθισμένοι τραγουδισταί, μὲ ὅλην των τὴν καρδία! Ἐγὼ ὅμως δὲν ἔχω λησμονήσει ὅλα τὰ ἁμαρτωλὰ ἔργα των, τὰ ὁποῖα καὶ θὰ τιμωρήσω. Τώρα δὲ οἱ πονηρές των σκέψεις (ἢ κατ’ ἄλλην ἑρμηνείαν: Τὰ πονηρά των ἔργα) τοὺς περιεκύκλωσαν, ὡσὰν μάρτυρες κατηγορίας. Ὅλες οἱ ἐνέργειές των ἔγιναν ἐνώπιον τῶν ὀφθαλμῶν μου καὶ οἱ ἀνομίες τῶν εἶναι γυμνὲς ἐνώπιόν μου.

Ὡσ. 7,3

ἐν ταῖς κακίαις αὐτῶν εὔφραναν βασιλεῖς καὶ ἐν τοῖς ψεύδεσιν αὐτῶν ἄρχοντας·

Κολιτσάρα

Μὲ τὰς ποικίλας καὶ πολυαρίθμους κακίας των εὐφραίνουν τοὺς πονηροὺς βασιλεῖς των καὶ μὲ τὰς ψευδολογίας των κολακεύουν τοὺς ἁμαρτωλοὺς ἄρχοντάς των.

Τρεμπέλα

Οἱ πολῖται μὲ τὶς κακοήθειές των διασκεδάζουν καὶ εὐχαριστοῦν τοὺς διεφθαρμένους βασιλεῖς των καὶ μὲ τὶς ψεύτικες κολακεῖες των (ἢ κατ’ ἄλλην ἑρμηνείαν: Τὰ εἴδωλά των) εὐφραίνουν τοὺς ἄρχοντάς των.

Ὡσ. 7,4

πάντες μοιχεύοντες, ὡς κλίβανος καιόμενος εἰς πέψιν κατακαύματος ἀπὸ τῆς φλογός, ἀπὸ φυράσεως στέατος ἕως τοῦ ζυμωθῆναι αὐτό.

Κολιτσάρα

Ὅλοι εἶναι μοιχοί, καιόμενοι ἀπὸ τὸ ἁμαρτωλὸν σαρκικὸν πάθος, ὡσὰν κλίβανος, ὁ ὁποῖος καταβροχθίζει μέσα εἰς τὰς φλόγας του τὰ ριπτόμενα ξύλα καὶ περιμένει ὁλόθερμος τὸ ζυμωθὲν ἄλευρον, ἕως ὅτου ὁλοκληρωθῇ ἡ ζύμωσίς του.

Τρεμπέλα

Ὅλοι των εἶναι μοιχοί, δοῦλοι τοῦ σαρκικοῦ πάθους· πυρούμενοι ἀπὸ τὴν φωτιὰ τοῦ πάθους τῆς ἀσελγείας, ὁμοιάζουν πρὸς ἀναμμένον φοῦρνον, ὁ ὁποῖος ἀνάπτεται καὶ πυρώνεται ἀπὸ δυνατὴν φωτιὰ διὰ τὸ ψήσιμον ἄρτων, ἐν ἀναμονὴ τοῦ ἀλεύρου ποὺ ἐζυμώθη, μέχρις ὅτου τελειώσῃ ἡ ζύμωσίς του.

Ὡσ. 7,5

αἱ ἡμέραι τῶν βασιλέων ὑμῶν, ἤρξαντο οἱ ἄρχοντες θυμοῦσθαι ἐξ οἴνου, ἐξέτεινε τὴν χεῖρα αὐτοῦ μετὰ λοιμῶν·

Κολιτσάρα

Κατὰ τὰς ἡμέρας τῶν βασιλικῶν ἑορτῶν πρῶτοι οἱ ἄρχοντες ἀρχίζουν νὰ πίνουν οἶνον, νὰ ἔρχωνται εἰς εὐθυμίαν, νὰ μεθοῦν, ὁ δὲ βασιλεὺς ἀπλώνει τὸ χέρι του καὶ συντρώγει εἰς συμπόσια μὲ διεφθαρμένους ἀνθρώπους.

Τρεμπέλα

Κατὰ τὶς ἐτήσιες ἑορτὲς τῶν γενεθλίων τῶν βασιλέων σας, οἱ ἄρχοντες ἀρχίζουν νὰ μεθοῦν μὲ κρασί, ἐνῷ ὁ βασιλιᾶς δέχεται τὴν ὑποταγὴν καὶ τὰ σεβάσματα διεφθαρμένων ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι τὸν εἰρωνεύονται καὶ τὸν περιγελοῦν (ἢ κατ’ ἄλλην ἑρμηνείαν: Ἐνῷ ὁ βασιλιᾶς τρώγει εἰς συμπόσια μαζὶ μὲ ἀνθρώπους διεφθαρμένους).

Ὡσ. 7,6

διότι ἀνεκαύθησαν ὡς κλίβανος αἱ καρδίαι αὐτῶν, ἐν τῷ καταράσσειν αὐτούς, ὅλην τὴν νύκτα ὕπνου Ἐφραὶμ ἐνεπλήσθη, πρωῒ ἐγενήθη, ἀνεκαύθη ὡς πυρὸς φέγγος.

Κολιτσάρα

Αἱ καρδίαι τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν ἐξεκαύθησαν, ὅπως ὁ κλίβανος, καὶ ἀπὸ τὴν φλόγα τῶν παθῶν των ἤρχισαν νὰ κτυποῦν καὶ νὰ φονεύουν ὁ ἐνας τὸν ἄλλον. Μεθυσμένοι δὲ ἔπειτα οἱ Ἰσραηλῖται ἐχόρτασαν τὸν ὕπνον κοιμώμενοι καθ’ ὅλην τὴν νύκτα. Ἐξύπνησαν τὴν πρωΐαν καὶ πάλιν ἤναψαν μέσα των ὡσὰν πυρκαϊὰ τὰ πάθη.

Τρεμπέλα

Ἐνῶ ὅμως οἱ διεφθαρμένοι αὐτοὶ ἄνθρωποι συντρώγουν μὲ τὸν βασιλιᾶ, οἱ καρδιές των ἄναψαν ὡς φοῦρνος, καθὼς ὁ ἕνας ἐπιτίθεται καὶ κτυπᾷ ἢ φονεύει τὸν ἄλλον. Ὅλην τὴν νύκτα ὁ Ἐφραίμ - οἱ Ἰσραηλῖται - ἐχόρτασαν τὸν ὕπνον καὶ τὰ πάθη των ἠρέμησαν. Τὸ πρωῒ ὅμως, ὅταν ἐξύπνησαν καὶ ἐσηκώθησαν, τὰ πάθη των πάλιν ἄναψαν καὶ ἐξήφθησαν ὡσὰν πυρκαϊά, ποὺ ἀνεζωπυρώθη.

Ὡσ. 7,7

πάντες ἐθερμάνθησαν ὡς κλίβανος καὶ κατέφαγον τοὺς κριτὰς αὐτῶν· πάντες οἱ βασιλεῖς αὐτῶν ἔπεσαν, οὐκ ἦν ἐν αὐτοῖς ὁ ἐπικαλούμενος πρός με. -

Κολιτσάρα

Ὅλοι ἐφλογίσθησαν ἀπὸ τὰ πάθη ὡσὰν κλίβανος, ἐφόνευσαν τοὺς ἄρχοντάς των καὶ πολλοὶ βασιλεῖς ἔπεσαν δολοφονημένοι. Καὶ ὅμως μέσα εἰς αὐτὴν τὴν φλόγα τῶν παθῶν, τὴν ἀναταραχὴν καὶ τὸ αἷμα, κανεὶς δὲν εὑρέθη μεταξὺ αὐτῶν νὰ μὲ ἐπικαλεσθῇ.

Τρεμπέλα

Καὶ ὄχι μόνον οἱ ἄρχοντες, ἀλλ’ ὅλοι ἐφλογίσθησαν ἀπὸ τὰ πάθη ὡς φοῦρνος· καὶ πυρωμένοι ἀπὸ τὴν φωτιὰ τῆς κακίας καὶ τῶν παθῶν των, ἐφόνευσαν τοὺς βασιλεῖς καὶ τοὺς ἄρχοντές των. Ὅλοι οἱ βασιλεῖς των ἔπεσαν εἰς τὴν εἰδωλολατρίαν καὶ τὴν διαφθοράν (ἢ κατ’ ἄλλην ἑρμηνείαν: Ἐδολοφονήθησαν ὁ ἕνας κατόπιν τοῦ ἄλλου). Παρ’ ὅλην δὲ τὴν μεγάλην αὐτὴν διαφθορὰν καὶ αἱματοχυσίαν, δὲν εὑρέθη μεταξύ των κανείς, ποὺ νὰ στραφῇ πρὸς Ἐμὲ καὶ νὰ μὲ προσκαλέσῃ εἰς βοήθειαν.

Ὡσ. 7,8

Ἐφραὶμ ἐν τοῖς λαοῖς αὐτοῦ συνεμίγνυτο, Ἐφραὶμ ἐγένετο ἐγκρυφίας οὐ μεταστρεφόμενος.

Κολιτσάρα

Οἱ Ἰσραηλῖται ἤρχοντο εἰς ἐπιμιξίαν μὲ τοὺς εἰδωλολατρικοὺς λαούς, ἔγιναν πίττα εἰς τὴν φωτιάν, ἡ ὁποία ψήνεται ἀπὸ τὴν μίαν μόνον ὄψιν.

Τρεμπέλα

Ὁ Ἐφραιμ - ὁ Ἰσραηλιτικὸς λαός - κατὰ παράβασιν τοῦ νόμου τοῦ Θεοῦ ἤρχετο εἰς ἐπιμειξίαν με τοὺς εἰδωλολατρικοὺς λαούς, μὲ τοὺς ὁποίους συνανεστρέφετο. Κατήντησαν πίττα (λαγάνα), ψημένη εἰς τὴν φωτιὰ ἀπὸ τὴν μίαν μόνον πλευρὰν καὶ ἄψητη ἀπὸ τὴν ἄλλην· ἄρα ἀκατάλληλη διὰ νὰ φαγωθῇ.

Ὡσ. 7,9

κατέφαγον ἀλλότριοι τὴν ἰσχὺν αὐτοῦ, αὐτὸς δὲ οὐκ ἔγνω· καὶ πολιαὶ ἐξήνθησαν αὐτῷ, καὶ αὐτὸς οὐκ ἔγνω.

Κολιτσάρα

Ξένοι λαοὶ καὶ ἄνθρωποι κατέφαγον τὴν δύναμιν τοῦ ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ. Ὁ λαὸς ὅμως αὐτὸς δὲν συνῃσθάνθη τὴν κατάστασίν του καὶ τὴν αἰτίαν αὐτῆς. Ἔβγαλαν ἄσπρα μαλλιὰ οἱ Ἰσραηλῖται, ἐγεύθησαν ἐπὶ πολλὰ ἔτη τὰς ὀδυνηρὰς συνεπείας τῆς ἁμαρτωλότητός των, καὶ ὅμως κανεὶς δὲν κατενόησε τὴν αἰτίαν τῆς δυστυχίας καὶ δὲν ἐπεστράφη ἐν μετανοίᾳ πρὸς ἐμέ.

Τρεμπέλα

Ξένα ἔθνη, ἀλλόφυλοι, οἱ Σύροι καὶ οἱ Ἀσσύριοι, ἀπεμύζησαν τὴν δύναμιν τοῦ Ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ καὶ κυριολεκτικὰ κατεβρόχθισαν τὰ ἀγαθά του, ὁ ἴδιος ὅμως δὲν συνησθάνθη τίποτε ἀπὸ ὅλα αὐτὰ (ἢ κατ’ ἄλλην ἑρμηνείαν: Δὲν ἐγνώρισε τὸν Θεόν, ποὺ τὸν ἐπαιδαγωγοῦσε). Τὰ μαλλιά του ἄσπρισαν ἀπὸ τὶς πολυετεῖς δοκιμασίες, ἀλλ’ οὔτε αὐτὲς οὔτε ὁ χρόνος ἐδίδαξαν τοὺς Ἰσραηλίτες αὐτό, ποὺ πρέπει νὰ γίνῃ.

Ὡσ. 7,10

καὶ ταπεινωθήσεται ἡ ὕβρις Ἰσραὴλ εἰς πρόσωπον αὐτοῦ, καὶ οὐκ ἐπέστρεψαν πρὸς Κύριον τὸν Θεὸν αὐτῶν καὶ οὐκ ἐξεζήτησαν αὐτὸν ἐν πᾶσι τούτοις.

Κολιτσάρα

Θὰ συντριβῇ ἡ ὑπερηφάνειά των, θὰ ἐξευτελισθοῦν ἀναμεταξύ των οἱ Ἰσραηλῖται· καὶ ὅμως δὲν θὰ ἐπιστρέψουν ἐν μετανοίᾳ πρὸς τὸν Κύριον καὶ Θεόν των, δὲν θὰ τὸν ἀναζητήσουν ὡς λυτρωτήν των, παρ’ ὅλας τὰς συμφορὰς καὶ τὰς ὀδύνας των.

Τρεμπέλα

Ἡ ὑπερηφάνεια, ἡ ἀσέβεια καὶ τὸ σκληροτράχηλον τοῦ Ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ θὰ ταπεινωθοῦν καὶ θὰ συντριβοῦν, μὲ καταφανῆ τὰ σημάδια εἰς τὸ πρόσωπόν του· ἐν τούτοις οἱ Ἰσραηλῖται δὲν θέλουν νὰ ἐπιστρέψουν εἰς τὸν Κύριον, τὸν Θεόν των, παρ’ ὅλα δὲ τὰ παθήματα καὶ τὴν δυστυχίαν των, ἀρνοῦνται νὰ ζητήσουν μὲ τὴν καρδία των τὸν Κύριον καὶ ἀδιαφόρησαν πρὸς Αὐτόν.

Ὡσ. 7,11

καὶ ἦν Ἐφραὶμ ὡς περιστερὰ ἄνους οὐκ ἔχουσα καρδίαν· Αἴγυπτον ἐπεκαλεῖτο καὶ εἰς Ἀσσυρίους ἐπορεύθησαν.

Κολιτσάρα

Ὁ Ἰσραηλιτικὸς λαὸς εἶναι ὡσὰν μία ἀνόητος καὶ ἀπερίσκεπτος περιπλανωμένη ἐδῶ καὶ ἐκεῖ περιστερά, ποὺ δὲν ἔχει συναίσθησιν. Ἔτσι καὶ αὐτοί, ἄλλοτε ἐπεκαλοῦντο εἰς βοήθειάν των τὴν Αἴγυπτον, καὶ ἄλλοτε ἐπήγαιναν ἱκέται πρὸς τοὺς Ἀσσυρίους.

Τρεμπέλα

Ἐπίσης ὁ Ἐφραίμ - οἱ Ἰσραηλῖται - ὑπῆρξε μωρὸς καὶ ἀνόητος, ὅπως τὸ περιστέρι, ποὺ περιφέρεται ἀνόητα καὶ δὲν διαθέτει νοημοσύνην. Καὶ ὅπως ἐκεῖνο, ἐνῷ βλέπει τοὺς ἐχθροὺς νὰ τοῦ ἀφαιροῦν τοὺς νεοσσούς, δὲν φεύγει, ἀλλὰ συνεχίζει νὰ μένῃ εἰς τὴν φωλιὰ του, ἔτσι καὶ αὐτοὶ ἔτρεχαν πρὸς τοὺς ἐχθρούς των καὶ ἄλλοτε μὲν ἐπροσκαλοῦσαν εἰς βοήθειαν τοὺς Αἰγυπτίους, ἄλλοτε δὲ μετέβαιναν καὶ ἐζητοῦσαν βοήθειαν ἀπὸ τοὺς Ἀσσυρίους.

Ὡσ. 7,12

καθὼς ἂν πορεύωνται, ἐπιβαλῶ ἐπ’ αὐτοὺς τὸ δίκτυόν μου· καθὼς τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ κατάξω αὐτούς, παιδεύσω αὐτοὺς ἐν τῇ ἀκοῇ τῆς θλίψεως αὐτῶν.

Κολιτσάρα

Τώρα ὅμως, καθὼς θὰ περιπλανῶνται ἀπὸ ’δῶ καὶ ἀπὸ ’κει, θὰ ρίψω ἐπάνω τους τὸ δίκτυόν μου. Θὰ τοὺς συλλάβω, ὅπως τὸ δίκτυον συλλαμβάνει τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ. Θὰ τοὺς τιμωρήσω σύμφωνα μὲ ὅσα ἔχουν ἀκούσει περὶ τιμωριῶν, ποὺ ἐπιβάλλει ἡ δικαιοσύνη εἰς τοὺς παραβάτας.

Τρεμπέλα

Ἐνῷ ὅμως αὐτοὶ θὰ πορεύωνται διὰ νὰ συνάψουν συμμαχίαν καὶ νὰ ζητήσουν βοήθειαν ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς των, Ἐγὼ θὰ ρίψω καὶ θὰ ἀπλώσω τὸ δίκτυ μου καὶ θὰ τοὺς συλλάβω, ὅπως συλλαμβάνονται εἰς τὰ δίκτυα τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ· θὰ συντρίψω τὴν ὑπερηφάνειάν των καὶ θὰ τοὺς ταπεινώσω· θὰ τοὺς τιμωρήσω διὰ τὴν δυστροπίαν των, σύμφωνα μὲ ὅσα τοὺς ἔχω προαναγγείλει διὰ τὶς θλίψεις, οἱ ὁποῖες τοὺς περιμένουν ἀπὸ τὴν θείαν δικαιοσύνην.

Ὡσ. 7,13

οὐαὶ αὐτοῖς, ὅτι ἀπεπήδησαν ἀπ’ ἐμοῦ· δείλαιοί εἰσιν, ὅτι ἠσέβησαν εἰς ἐμέ· ἐγὼ δὲ ἐλυτρωσάμην αὐτούς, αὐτοὶ δὲ κατελάλησαν κατ’ ἐμοῦ ψευδῆ.

Κολιτσάρα

Ἀλλοίμονον εἰς αὐτούς! Διότι βιαστικὰ καὶ μὲ ἅλματα ἀπεμακρύνθησαν ἀπὸ ἐμέ. Εἶναι ἄθλιοι καὶ δυστυχεῖς, διότι ἔδειξαν πρὸς ἐμὲ ἀσέβειαν. Ἐγὼ ὅμως πολλὲς φορὲς τοὺς ἐγλύτωσα ἀπὸ τὰς θλίψεις των, αὐτοὶ ὅμως ἐξήμεσαν ψευδολογίας ἐναντίον μου. Ἐφάνησαν ἀχάριστοι.

Τρεμπέλα

Ἀλλοίμονον εἰς αὐτούς, διότι ἔφυγαν καὶ ἀπεμακρύνθησαν ἀπὸ Ἐμὲ μὲ μεγάλα βήματα! Εἶναι ἄθλιοι καὶ ταλαίπωροι, διότι ἐδείχθησαν ἀσεβεῖς εἰς Ἐμέ. Ἐγὼ μὲν τοὺς διέσωσα ἐπανειλημμένως, αὐτοὶ ὅμως ἔδειξαν ἀγνωμοσύνην καὶ κατεφέρθησαν ἐναντίον μου μὲ ψεύδη.

Ὡσ. 7,14

καὶ οὐκ ἐβόησαν πρός με αἱ καρδίαι αὐτῶν, ἀλλ’ ἢ ὠλόλυζον ἐν ταῖς κοίταις αὐτῶν· ἐπὶ σίτῳ καὶ οἴνῳ κατετέμνοντο.

Κολιτσάρα

Δὲν ἔκραξαν πρὸς ἐμὲ ἐκ βάθους τῶν καρδιῶν των, ἀλλὰ ὠλόλυζαν κατὰ τὸ διάστημα τῆς νυκτὸς εἰς τὴν κλίνην των. Πεινασμένοι καὶ ταλαιπωρημένοι ἐχάρασσον καὶ κατέκοπτον τὸ σῶμα των διὰ τὴν ἔλλειψιν σίτου καὶ οἴνου.

Τρεμπέλα

Δὲν ἐφώναξαν δυνατὰ εἰς Ἐμὲ ἀπὸ τὰ βάθη τῶν καρδιῶν των, παρὰ μόνον ὠλοφύροντο κατὰ τὴν νύκτα εἰς τὴν κλίνην των. Καὶ ἐνῷ εἶχαν τὸ σιτάρι καὶ τὸ κρασί, τὰ ἰδικά μου δῶρα, καὶ τὰ ἀπελάμβαναν, ἔκαμναν ἐντομὲς εἰς τὰ σώματά των πρὸς τιμὴν τῶν εἰδώλων, καταστίζοντες τὰ στήθη καὶ τοὺς βραχίονές των (ἢ κατ’ ἄλλην ἑρμηνείαν: Πεινασμένοι κατέκοπταν τὸ σῶμα των διὰ τὴν ἔλλειψιν σιταριοῦ καὶ κρασιοῦ).

Ὡσ. 7,15

ἐπαιδεύθησαν ἐν ἐμοί, κἀγὼ κατίσχυσα τοὺς βραχίονας αὐτῶν, καὶ εἰς ἐμὲ ἐλογίσαντο πονηρά.

Κολιτσάρα

Μὲ πολλοὺς τρόπους ἐγὼ τοὺς ἐπαιδαγώγησα. Ἐνίσχυσα τὰς χεῖρας των εἰς περίοδον πολέμων, καὶ ὅμως αὐτοὶ ἐσκέφθησαν πονηρὰ ἐναντίον μου.

Τρεμπέλα

Ἐνῷ ἐπαιδαγωγήθησαν ἀπὸ Ἐμὲ καὶ ἐνῷ πολλὲς φορὲς ἐνίσχυσα τοὺς βραχίονές των εἰς τοὺς πολέμους, ἐν τούτοις αὐτοὶ ἐφέρθησαν μὲ ἀχαριστίαν, ἐσκέφθησαν ἐναντίον μου πονηρὰ καὶ ἐσχεδίασαν πῶς νὰ μὲ βλάψουν.

Ὡσ. 7,16

ἀπεστράφησαν εἰς οὐδέν, ἐγένοντο ὡς τόξον ἐντεταμένον· πεσοῦνται ἐν ῥομφαίᾳ οἱ ἄρχοντες αὐτῶν δι’ ἀπαιδευσίαν γλώσσης αὐτῶν· οὗτος ὁ φαυλισμὸς αὐτῶν ἐν γῇ Αἰγύπτῳ.

Κολιτσάρα

Κατήντησαν ὡσὰν ἕνα τίποτε. Τὸ ψυχικόν των ἄγχος τοὺς ἔκαμε νὰ ἀμοιάζουν μὲ τεντωμένον τόξον. Οἱ ἄρχοντές των θὰ πέσουν ἐν στόματι ρομφαίας, διότι ἐφάνησαν ἀγροῖκοι καὶ βάρβαροι. Ἔτσι θὰ γελάσῃ εἰς βάρος των καὶ θὰ τοὺς ἐξευτελίσῃ ἡ Αἴγυπτος.

Τρεμπέλα

Ἐπειδὴ ὅμως μὲ ἐγκατέλειψαν, ἐξευτελίσθησαν ἐντελῶς· δὲν εὑρῆκαν καμμίαν ὠφέλειαν ἀπὸ τὰ εἴδωλα καὶ κατήντησαν ἐλαττωματικὸν τόξον, τὸ ὁποῖον εἶναι πάντοτε τεντωμένον καὶ ἄρα ἀκατάλληλον νὰ ρίψῃ βέλη. Οἱ ἄρχοντες καὶ οἱ ἡγέται των θὰ περάσουν ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ ξίφους, διότι ἐφάνησαν ἀμόρφωτοι, ἀπρόσεκτοι καὶ ἐγωϊσταὶ εἰς τὰ λόγια των· ἔτσι θὰ γίνουν ὁ περίγελος καὶ ἡ περιφρόνησις τῶν Αἰγυπτίων, πρὸς τοὺς ὁποίους εἶχαν καταφύγει ζητοῦντες βοήθειαν.

Κεφάλαιο 8

Ὡσ. 8,1

Εἰς κόλπον αὐτῶν ὡς γῆ, ὡς ἀετὸς ἐπὶ οἶκον Κυρίου, ἀνθ’ ὧν παρέβησαν τὴν διαθήκην μου καὶ κατὰ τοῦ νόμου μου ἠσέβησαν.

Κολιτσάρα

Ὁ ἐχθρὸς θὰ ἐπέλθῃ ἐν μέσῳ αὐτῶν, διὰ νὰ μεταβάλῃ τὴν χώραν των εἰς γῆν ἔρημον· ὡς ἀετὸς ἐναντίον τοῦ λαοῦ τοῦ Κυρίου, διότι αὐτοὶ παρέβησαν τὴν Διαθήκην μου καὶ ἠσέβησαν ἐναντίον τοῦ Νόμου μου.

Τρεμπέλα

(Ἡ πολεμικὴ σάλπιγξ ἠχεῖ:) Ὁ ἐχθρός, ὁ στρατὸς τῶν Ἀσσυρίων, ἔφθασεν εἰς τὸ ἐσωτερικὸν τῆς χώρας, ἡ ὁποία θὰ γίνῃ ἔρημος· οἱ Ἀσσύριοι μὲ ταχύτητα καὶ ὁρμὴν ἀετοῦ θὰ ἐπιπέσουν μὲ μανίαν ἐναντίον τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ, ἐπειδὴ οἱ Ἰσραηλῖται παρέβησαν τὴν διαθήκην μου καὶ ἀσέβησαν κατὰ τοῦ ἁγίου νόμου μου.

Ὡσ. 8,2

ἐμὲ κεκράξονται· ὁ Θεός, ἐγνώκαμέν σε.

Κολιτσάρα

Ὑπὸ τὸ βάρος δὲ τῶν θλίψεων, θὰ φωνάξουν τότε πρὸς ἐμέ· «σὺ εἷσαι ὁ Θεός μας· σὲ ἀναγνωρίζομεν πλέον ὡς Κύριόν μας».

Τρεμπέλα

Τότε μέσα εἰς τὰ δεινὰ τῆς συμφορᾶς των καὶ ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ φόβου ματαίως θὰ φωνάξουν πρὸς Ἐμέ: «Σὺ εἶσαι ὁ Θεός μας· σὲ ὁμολογοῦμεν καὶ σὲ ἀναγνωρίζομεν ὡς Κύριόν μας».

Ὡσ. 8,3

ὅτι Ἰσραὴλ ἀπεστρέψατο ἀγαθά, ἐχθρὸν κατεδίωξαν.

Κολιτσάρα

Οἱ Ἰσραηλῖται ἀπεστράφησαν τὰ ἀγαθά, τὸν Θεὸν καὶ τὰς δωρεάς του. Ἐπεδίωξαν τὸ κακὸν ἐναντίον τοῦ ἑαυτοῦ των, ἐπροτίμησαν τοὺς ἐχθρούς των.

Τρεμπέλα

(Ἀλλ’ ὁ Κύριος, τοῦ ὁποίου παρέβησαν τὴν διαθήκην, ἀπαντᾷ εἰς τὴν ὑποκριτικὴν ἐπίκλησιν τοῦ Ἰσραήλ: Δὲν ἀκούω τὴν ἐπίκλησίν σας), διότι ὁ Ἰσραηλατικὸς λαὸς ἀπέρριψε καὶ ἀπελάκτισε τὰ ἀγαθὰ (ἢ κατ’ ἄλλην ἑρμηνείαν: Ἀπέρριψε τὸν Θεόν, ὁ Ὁποῖος εἶναι γεμᾶτος ἀγαθότητα) καὶ προσεχώρησαν μὲ τὴν ἐλευθέραν θέλησίν των εἰς τὸν ἐχθρόν, τὸ κακόν (ἐπεδίωξαν τὴν φιλίαν τῶν ἐχθρῶν των Ἀσσυρίων).

Ὡσ. 8,4

ἑαυτοῖς ἐβασίλευσαν καὶ οὐ δι’ ἐμοῦ· ἦρξαν καὶ οὐκ ἐγνώρισάν μοι· τὸ ἀργύριον αὐτῶν καὶ τὸ χρυσίον αὐτῶν ἐποίησαν ἑαυτοῖς εἴδωλα, ὅπως ἐξολοθρευθῶσιν.

Κολιτσάρα

Ἵδρυσαν ἰδικόν των βασίλειον, ἀνεκήρυξαν ἰδικόν των βασιλέα, χωρὶς τὴν ἰδικήν μου γνώμην. Ἐγκατέστησαν ἄρχοντας, διὰ τοὺς ὁποίους δὲν με ἠρώτησαν. Μὲ τὸ ἀργύριόν των καὶ τὸ χρυσίον των κατεσκεύασαν διὰ τὸν ἑαυτόν τους εἴδωλα, διὰ νὰ ἐξολοθρευθοῦν ἀπὸ αὐτὰ καὶ μὲ αὐτά.

Τρεμπέλα

Ἐχωρίσθησαν καὶ ἴδρυσαν βασίλειον ἰδικόν των καὶ ἐχειροτόνησαν διὰ τὸν ἑαυτόν των βασιλιᾶ (τὸν Ἱεροβοάμ) χωρὶς τὴν ἰδικήν μου συγκατάθεσιν καὶ ἔγκρισιν ἀνέδειξαν ἄρχοντας, χωρὶς νὰ μὲ συμβουλευθοῦν καὶ νὰ μοῦ τὸ γνωρίσουν. Μὲ τὸ ἀσῆμι καὶ τὸ χρυσάφι τους κατεσκεύασαν πολυτελῆ εἴδωλα, διὰ νὰ τὰ λατρεύουν, οὐσιαστικῶς ὅμως διὰ νὰ καταστραφοῦν.

Ὡσ. 8,5

ἀπότριψαι τὸν μόσχον σου, Σαμάρεια· παρωξύνθη ὁ θυμός μου ἐπ’ αὐτούς· ἕως τίνος οὐ μὴ δύνωνται καθαρισθῆναι ἐν τῷ Ἰσραήλ;

Κολιτσάρα

Κάτοικοι τῆς Σαμαρείας, συντρίψατε καὶ ἐξαφανίσατε τὸν χρυσοῦν εἰδωλολατρικὸν μόσχον σας. Ἔχει πλέον παροξυνθῇ ἡ ὀργή μου ἐναντίον ἐκείνων, ποὺ τὸν προσκυνοῦν. Ἕως πότε δὲν θὰ θέλετε νὰ καθαρισθῆτε ἀπὸ τὸν μολυσμόν, ποῦ ὑπάρχει ἀνάμεσα εἰς τὸν ἰσραηλιτικὸν λαόν;

Τρεμπέλα

Ἀπόβαλε, σύντριψε τὸ εἴδωλον τοῦ χρυσοῦ μόσχου σου, Σαμάρεια· ἄναψε ὁ θυμός μου εἰς τὸν ὕψιστον βαθμὸν ἐναντίον αὐτῶν, ποὺ προσκυνοῦν τοῦτο τὸ εἴδωλον. Μέχρι πότε σεῖς, ποὺ ἐγίνατε ἀκάθαρτοι ἕνεκα τῆς εἰδωλολατρίας, θὰ μένετε ἀδιόρθωτοι καὶ δὲν θὰ θελήσετε νὰ καθαρισθῆτε ἀπὸ τὸν μολυσμὸν τῆς εἰδωλολατρίας, ποὺ ὑπάρχει εἰς τὸν Ἰσραηλιτικὸν λαόν;

Ὡσ. 8,6

καὶ αὐτὸ τέκτων ἐποίησε, καὶ οὐ θεός ἐστι· διότι πλανῶν ἦν ὁ μόσχος σου, Σαμάρεια.

Κολιτσάρα

Ἔργον τεχνίτου, ἀνθρώπου χρυσοχόου, εἶναι ὁ εἰδωλολατρικός σας μόσχος καὶ ὄχι Θεός. Πλάνη διὰ σᾶς εἶναι ὁ μόσχος σας, ὦ Σαμαρεῖται!

Τρεμπέλα

Αὐτὸ δὲ τὸ ἄγαλμα τοῦ μόσχου εἶναι ἔργον ἀνθρώπου τεχνίτου, τοῦ χρυσοχόου, καὶ δὲν εἶναι θεός· ἑπομένως σὲ ἐπλάνησε τὸ ἄγαλμα τοῦ χρυσοῦ μόσχου σου, Σαμάρεια!

Ὡσ. 8,7

ὅτι ἀνεμόφθορα ἔσπειραν, καὶ ἡ καταστροφὴ αὐτῶν ἐκδέξεται αὐτά· δράγμα οὐκ ἔχον ἰσχὺν τοῦ ποιῆσαι ἄλευρον· ἐὰν δὲ καὶ ποιήσῃ, ἀλλότριοι καταφάγονται αὐτό.

Κολιτσάρα

Τὰ ὅσα ἐσπείρατε θὰ τὰ κατακαύσῃ ὁ λίβας. Καταστροφὴ ἀναμένει τὰ σιτηρά σας. Οἱ θερισταὶ θὰ δένουν εἰς δεμάτια στάχυα ἄκαρπα, ποὺ δὲν θὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ δώσουν ἄλευρον. Ἀλλὰ καὶ ἐὰν ἡ χώρα σας εὐφορήσῃ καὶ παραγάγῃ σῖτον καὶ καρπούς, ξένοι θὰ καταφάγουν τὰ προϊόντα της.

Τρεμπέλα

Λοιπὸν κανένα καρπὸν καὶ καμμίαν ὠφέλειαν δὲν θὰ ἔχετε ἀπὸ τὰ εἴδωλα· διότι μὲ ὅλα αὐτὰ εἶναι ὡσὰν νὰ ἔσπειραν οἱ κάτοικοί σου, Σαμάρεια, καὶ ὁ ἄνεμος νὰ κατέστρεψε τὰ σπαρτά, ὥστε ὁ στάχυς των ἀπ’ ἔξω μὲν νὰ φαίνεται γεμᾶτος, ἀπὸ μέσα ὅμως νὰ εἶναι κούφιος, ἄδειος· ἔτσι τὰ στάχυα ποὺ ἐθερίσθησαν, δὲν εἶχαν μέσα καρπόν (σιτάρι) καὶ ἑπομένως δὲν ἦσαν ἱκανὰ νὰ δώσουν ἄλευρν ἀλλὰ καὶ ἂν ἀκόμη δὲν καταστραφοῦν τὰ σιτηρὰ καὶ παραγάγουν καρπόν, καὶ πάλιν δὲν θὰ τὰ καρπωθῆτε σεῖς· οἱ ξένοι καὶ οἱ ἀλλόφυλοι θὰ τὰ καταφάγουν.

Ὡσ. 8,8

κατεπόθη Ἰσραήλ, νῦν ἐγένετο ἐν τοῖς ἔθνεσιν ὡς σκεῦος ἄχρηστον,

Κολιτσάρα

Ὁ ἰσραηλιτικὸς λαὸς ἔχει καταφαγωθῆ ἀπὸ τοὺς γύρω λαούς, κατήντησε πλέον ὡς ἕνα σκεῦος ἄχρηστον μεταξύ των.

Τρεμπέλα

Ὁ Ἰσραηλιτικὸς λαὸς κατεφαγώθη, κατεβροχθίσθη, τώρα ἐχάθη ὡσὰν ἄχρηστον σκεῦος μεταξὺ τῶν εἰδωλολατρικῶν λαῶν,

Ὡσ. 8,9

ὅτι αὐτοὶ ἀνέβησαν εἰς Ἀσσυρίους· ἀνέθαλε καθ’ ἑαυτὸν Ἐφραίμ, δῶρα ἠγάπησαν·

Κολιτσάρα

Διότι αὐτοὶ οἱ ἴδιοι μετέβησαν εἰς τοὺς Ἀσσυρίους, διὰ νὰ ζητήσουν ἀπὸ ἐκείνους βοήθειαν. Οἱ Ἀσσύριοι ἐζήτησαν καὶ ἔλαβαν δῶρα, οἱ δὲ Ἰσραηλῖται μετὰ τὴν προσφορὰν τῶν δώρων ἀνεθάρρησαν.

Τρεμπέλα

διότι μόνοι των οἱ Ἰσραηλῖται προσέτρεξαν διὰ βοήθειαν εἰς τοὺς Ἀσσυρίους. Ἕνεκα τῆς συμμαχίας αὐτῆς οἱ Ἰσραηλῖται ἄρχισαν νὰ ἀναθαρροῦν, ὡσὰν δένδρον, ποὺ εἶχε μαρανθῇ καὶ ἄρχισε νὰ πρασινίζῃ καὶ νὰ ἀναζῇ. Καὶ τοῦτο ἐπειδὴ ὁ Ἐφραίμ (ὁ Ἰσραηλιτικὸς λαός) ἀπέκτησε διὰ δώρων συμμάχους τοὺς Ἀσσυρίους, διότι ὁ Ἐφραὶμ ἀγάπησε ὄχι νὰ λαμβάνῃ, ἀλλὰ νὰ δίδῃ δῶρα.

Ὡσ. 8,10

διὰ τοῦτο παραδοθήσονται ἐν τοῖς ἔθνεσι. νῦν εἰσδέξομαι αὐτούς, καὶ κοπάσουσι μικρὸν τοῦ χρίειν βασιλέα καὶ ἄρχοντας.

Κολιτσάρα

Διὰ τοῦτο καὶ θὰ παραδοθοῦν ἡττημένοι καὶ αἰχμάλωτοι μεταξὺ τῶν εἰδωλολατρικῶν λαῶν. Πρὸς τὸ παρὸν τοὺς ἀνέχομαι, ἀλλὰ μετ’ ὀλίγον χρόνον θὰ παύσουν πλέον νὰ χρίουν βασιλεῖς καὶ νὰ ἐκλέγουν ἄρχοντας εἰς τὸν τόπον των,

Τρεμπέλα

Ὅμως δὲν θὰ ἔχουν καμμίαν ὠφέλειαν διότι, ἕνεκα τῆς συμπεριφορᾶς των αὐτῆς, θὰ ἐγκαταλειφθοῦν ἀπὸ τὸν Θεόν, θὰ αἰχμαλωτισθοῦν καὶ θὰ παραδοθοῦν εἰς τὰ ἔθνη καὶ εἰς ποικίλες δοκιμασίες καὶ θλίψεις. Γρήγορα θὰ τοὺς καλέσω εἰς κρίσιν καὶ θὰ τοὺς δικάσω (ἢ κατ’ ἄλλην ἑρμηνείαν: Θὰ τοὺς δεχθῶ εἰς τὴν ἐχθρικὴν χώραν τῆς ἐξορίας των)· καὶ εὑρισκόμενοι ὑπὸ τὴν ἐξουσίαν τῶν ἐχθρῶν θὰ σταματήσουν πρὸς μικρὸν χρόνον νὰ χρίουν βασιλιᾶ, να ἐκλέγουν καὶ νὰ ἀνεβάζουν εἰς τὴν ἐξουσίαν ἄρχοντες.

Ὡσ. 8,11

ὅτι ἐπλήθυνεν Ἐφραὶμ θυσιαστήρια, εἰς ἁμαρτίας ἐγένοντο αὐτῷ θυσιαστήρια ἠγαπημένα.

Κολιτσάρα

διότι ἐπολλαπλασίασαν τὰ εἰδωλολατρικά των θυσιαστήρια. Ἀλλὰ τὰ ἀγαπημένα των αὐτὰ εἰδωλολατρικὰ θυσιαστήρια ἔγιναν αἰτία τῆς ἁμαρτίας των καὶ τῆς καταστροφῆς των.

Τρεμπέλα

Διότι οἱ Ἰσραηλῖται συνεχίζουν νὰ αὐξάνουν ὁλονὲν καὶ περισσότερον τὰ εἰδωλολατρικά των θυσιαστήρια. Τὰ παράνομα αὐτὰ θυσιαστήρια τὰ ἀγάπησαν, ἐδόθησαν ὁλοψύχως εἰς αὐτά· ὅμως αὐτὰ τοὺς ἔρριψαν εἰς πολλὲς ἁμαρτίες.

Ὡσ. 8,12

καταγράψω αὐτῷ πλῆθος καὶ τὰ νόμιμα αὐτοῦ, εἰς ἀλλότρια ἐλογίσθησαν θυσιαστήρια τὰ ἠγαπημένα.

Κολιτσάρα

Ὅπως εἰς τὸ παρελθόν, ἔτσι καὶ τώρα γραπτῶς παραδίδω εἰς αὐτοὺς πολλὰς ἐντολὰς τοῦ Νόμου μου, βάσει τῶν ὁποίων ἦσαν καὶ εἶναι εἰς θέσιν νὰ κρίνουν, ὡς ξένα καὶ ἐπιβλαβῆ δι’ αὐτοὺς τὰ ἀγαπημένα των εἰδωλολατρικὰ θυσιαστήρια.

Τρεμπέλα

Ἐγὼ ὅμως ἔγραψα διὰ τοὺς Ἰσραηλῖτες πολλοὺς νόμους καὶ ἄρθρα τοῦ Νόμου, σύμφωνα μὲ τοὺς ὁποίους ἔπρεπε νὰ θεωροῦνται ξένα τὰ ἀγαπημένα ἀπὸ αὐτοὺς παράνομα θυσιαστήρια (ἢ κατ’ ἄλλην ἑρμηνείαν: Ἐγὼ ὅμως, πρὸς ἔλεγχον τῆς μεγάλης ἀσεβείας των, θὰ καταγράψω, ὥστε νὰ μένῃ ἀνεξάλειπτη ἡ μνήμη, τὸ πλῆθος τῶν θυσιαστηρίων αὐτῶν καὶ τῶν νόμων, ποὺ ἐφεύραν δι’ αὐτά οἱ Ἰσραηλῖται· αὐτὰ δὲ τὰ παράνομα εἰδωλολατρικὰ θυσιαστήρια τὰ ἀγάπησαν καὶ ἔδειξαν δι’ αὐτὰ πολλὴν φροντίδα, ἐνῷ τὰ θεῖα θυσιαστήρια τὰ ἐγκατέλειψαν ἀπεριποίητα).

Ὡσ. 8,13

διότι ἐὰν θύσωσι θυσίαν καὶ φάγωσι κρέα, Κύριος οὐ προσδέξεται αὐτά· νῦν μνησθήσεται τὰς ἀδικίας αὐτῶν καὶ ἐκδικήσει τὰς ἁμαρτίας αὐτῶν. αὐτοὶ εἰς Αἴγυπτον ἀπέστρεψαν καὶ ἐν Ἀσσυρίοις ἀκάθαρτα φάγονται.

Κολιτσάρα

Διότι, ἐὰν προσφέρουν θυσίας ἐπάνω εἰς αὐτὰ καὶ φάγουν τὰ κρέατα τῶν εἰδωλολατρικῶν θυσιῶν, ὁ Κύριος, φυσικά, δὲν θὰ δεχθῇ τὰς θυσίας των. Ἀλλὰ θὰ ἐνθυμηθῇ τὰς ἀδικίας των καὶ θὰ τοὺς τιμωρήσῃ διὰ τὰς ἁμαρτίας των. Θὰ ἐπανέλθουν δοῦλοι, ὅπως ἦσαν ἄλλοτε, εἰς τὴν Αἴγυπτον, καὶ εἰς τοὺς Ἀσσυρίους καὶ ἐκεῖ θὰ τρώγουν τροφάς, τὰς ὁποίας ὁ Νόμος χαρακτηρίζει ὡς ἀκαθάρτους.

Τρεμπέλα

Διότι, ἐὰν προσφέρουν εἰς τὰ εἰδωλολατρικὰ θυσιαστήρια θυσίαν καὶ φάγουν ἀπὸ τὰ κρέατα τῶν θυσιῶν αὐτῶν, ὁ Κύριος δὲν θὰ δεχθῇ τὶς θυσίες αὐτές, διότι προσεφέρθησαν εἰς τὰ εἴδωλα. Ἀπ’ ἐναντίας θὰ ἐνθυμηθῇ τὶς ἀδικίες καὶ τὴν ἐνοχήν των καὶ θὰ τιμωρήσῃ τὶς ἁμαρτίες των. Θὰ ὑποχρεωθοῦν νὰ μεταβοῦν δοῦλοι εἰς ἐξορίαν, ὅπως παλαιότερα εἰς τὴν Αἴγυπτον καὶ εἰς τοὺς Ἀσσυρίους, καὶ θὰ φάγουν τροφές, ποὺ εἶναι σύμφωνα μὲ τὸν νόμον ἀκάθαρτες.

Ὡσ. 8,14

καὶ ἐπελάθετο Ἰσραὴλ τοῦ ποιήσαντος αὐτὸν καὶ ᾠκοδόμησαν τεμένη, καὶ Ἰούδας ἐπλήθυνε πόλεις τετειχισμένας· καὶ ἐξαποστελῶ πῦρ εἰς τὰς πόλεις αὐτοῦ, καὶ καταφάγεται τὰ θεμέλια αὐτῶν.

Κολιτσάρα

Οἱ Ἰσραηλῖται ἐλησμόνησαν τὸν δημιουργόν των Θεόν, ἔκτισαν εἰδωλολατρικοὺς ναοὺς καὶ θυσιαστήρια καὶ οἱ Ἰουδαῖοι διὰ τὴν ἀσφάλειάν των ἐπολλαπλασίασαν τὰς ὠχυρωμένας πόλεις των, λησμονοῦντες τὸν Θεὸν ὡς βοηθόν των. Θὰ στείλω ὅμως φωτιὰν ἐναντίον τῶν πόλεών των, ἡ ὁποία καὶ θὰ καταφάγῃ αὐτὰς ἐκ θεμελίων.

Τρεμπέλα

Διότι ὁ Ἰσραηλιτικὸς λαός (τὸ βόρειον βασίλειον) ἐλησμόνησε τὸν Δημιουργόν του καὶ ἔκτισεν εἰδωλολατρικοὺς ναοὺς καὶ θυσιαστήρια· ὁ δὲ Ἰουδαϊκὸς λαός (τὸ νότιον βασίλειον) ἐπολλαπλασίασε τὶς ὀχυρὲς πόλεις καὶ ἐνεπιστεύθη τὴν ἀσφάλειάν του εἰς τὰ τείχη, παρὰ εἰς τὸν παντοδύναμον Θεόν. Ἐγὼ ὅμως (ὁ Θεός) θὰ ἐξαποστείλω φωτιὰ εἰς τὶς πόλεις του, ἡ ὁποία θὰ τὶς καταφάγῃ καὶ θὰ τὶς καταστρέψῃ ἐκ θεμελίων.

Κεφάλαιο 9

Ὡσ. 9,1

Μὴ χαῖρε Ἰσραήλ, μηδὲ εὐφραίνου καθὼς οἱ λαοί, διότι ἐπόρνευσας ἀπὸ τοῦ Θεοῦ σου· ἠγάπησας δόματα ἐπὶ πάντα ἅλωνα σίτου.

Κολιτσάρα

Ἰσραηλῖται, μὴ χαίρετε καὶ μὴ εὐφραίνεσθε, ὅπως οἱ ἄλλοι εἰδωλολατρικοὶ λαοί, ἐπειδὴ ἐξετράπητε εἰς εἰδωλολατρικὰς πορνείας καὶ ἔχετε ἀπομακρυνθῇ ἀπὸ τὸν Θεόν σας. Ἠγάπησες ἁμαρτωλὰ δόματα δι’ εἰδωλολατρικοὺς θεούς, ἀπὸ ὅλα τὰ ἁλώνια τοῦ σίτου σου.

Τρεμπέλα

Μὴ χαίρῃς, λαὲ τοῦ Ἰσραήλ, διὰ τὶς εἰδωλολατρικὲς ἑορτές σου, καὶ μὴ εὐφραίνεσαι, ὅπως ἀγάλλονται οἱ ἄλλοι εἰδωλολατρικοὶ λαοί, διότι σὺ ἀπεμακρύνθης ἀπὸ τὸν Θεόν σου καὶ μὲ τὴν λατρείαν τῶν εἰδώλων ὠμοίασες πρὸς πόρνην· ἀγάπησες τὴν ἐπαίσχυντον ἀμοιβὴν τῶν πορνῶν, ἀφοῦ ἀπὸ τὰ χορηγούμενα ἀπὸ Ἐμὲ ἀγαθὰ προσέφερες τὶς ἀπαρχὲς τοῦ σιταριοῦ τῶν ἁλωνιῶν εἰς τὰ εἴδωλα.

Ὡσ. 9,2

ἅλων καὶ ληνὸς οὐκ ἔγνω αὐτούς, καὶ ὁ οἶνος ἐψεύσατο αὐτούς.

Κολιτσάρα

Ἀλλὰ πλούσιον εἰς σῖτον ἁλώνι σου καὶ γεμᾶτος ἀπὸ κρασὶ ληνός σου δὲν σᾶς ἐγνώρισε πλέον. Σᾶς διέψευσεν ἡ παραγωγὴ τοῦ οἴνου καὶ τοῦ σίτου, διότι δὲν ἀνταπεκρίθη εἰς τὰς προσδοκίας σας.

Τρεμπέλα

Ἐπειδὴ προσεφέρατε εἰς τὰ εἴδωλα τοὺς καρπούς, τὸ σιτάρι τοῦ ἁλωνιοῦ καὶ τὸ κρασὶ τοῦ ληνοῦ σας, δὲν σᾶς ἐγνώρισαν καὶ κατὰ τὴν ἐποχὴν τοῦ τρύγου ἡ παραγωγὴ τοῦ οἴνου διέψευσε τὶς ἐλπίδες σας.

Ὡσ. 9,3

οὐ κατῴκησαν ἐν τῇ γῇ τοῦ Κυρίου· κατῴκησεν Ἐφραὶμ Αἴγυπτον, καὶ ἐν Ἀσσυρίοις ἀκάθαρτα φάγονται.

Κολιτσάρα

Οἱ Ἰσραηλῖται διὰ τὰς ἁμαρτίας των δὲν θὰ παραμείνουν πλέον εἰς τὴν Παλαιστίνην, εἰς τὴν γῆν ποὺ τοὺς εἶχε δώσει ὁ Κύριος. Ἀλλὰ θὰ μεταφερθοῦν ὡς ἐξόριστοι καὶ δοῦλοι εἰς τοὺς Ἀσσυρίους, ὅπως ἄλλοτε εἰς τὴν Αἴγυπτον, ὅπου καὶ θὰ τρώγουν φαγητά, τὰ ὁποῖα ὁ Νόμος χαρακτηρίζει ἀκάθαρτα.

Τρεμπέλα

Δὲν θὰ κατοικήσουν πλέον οἱ Ἰσραηλῖται, ὅπως κατοικοῦσαν εἰς τὴν Παλαιστίνην, τὴν χώραν τὴν ἀφιερωμένην εἰς τὸν Θεόν· ἐπειδὴ ἐζήλευσαν τὴν Αἰγυπτιακὴν ἀσέβειαν, θὰ ἐπιστρέφουν ἐκεῖ ὡς δοῦλοι καὶ θὰ κατοικήσουν πάλιν ἐκεῖ· καὶ ἀκόμη θὰ μεταφερθοῦν αἰχμάλωτοι εἰς τὴν Ἀσσυρίαν, ὅπου θὰ τρώγουν τροφές, ποὺ σύμφωνα μὲ τὸν Μωσαϊκὸν νόμον εἶναι ἀκάθαρτες.

Ὡσ. 9,4

οὐκ ἔσπεισαν τῷ Κυρίῳ οἶνον καὶ οὐχ ἥδυναν αὐτῷ· αἱ θυσίαι αὐτῶν ὡς ἄρτος πένθους αὐτοῖς, πάντες οἱ ἐσθίοντες αὐτὰ μιανθήσονται, διότι οἱ ἄρτοι αὐτῶν ταῖς ψυχαῖς αὐτῶν οὐκ εἰσελεύσονται εἰς τὸν οἶκον Κυρίου.

Κολιτσάρα

Δὲν προσέφεραν εἰς τὸν ἀληθινὸν Θεὸν θυσίαν οἴνου, οὔτε τὰς ἄλλας εὐαρέστους θυσίας. Προσέφεραν ὅμως εἰς ξένους εἰδωλολατρικοὺς θεούς. Αἱ θυσίαι των ὅμως αὐταὶ εἶναι ὡς ἄρτος πένθους καὶ ὅλοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι τὰς τρώγουν, θὰ μολυνθοῦν, διότι αἱ θυσίαι των εἶναι εἰς βάρος αὐτῶν τῶν ἰδίων· δὲν θὰ γίνουν δεκταὶ εἰς τὸν ναὸν τοῦ Κυρίου.

Τρεμπέλα

Οἱ Ἰσραηλῖται δὲν θὰ χύσουν πλέον παλαιὸ δυνατὸ κρασί ὡς θυσίαν σπονδῆς εἰς τὸν Κύριον, καὶ οἱ θυσίες των, ὡς θυσίες εἰδώλων, δὲν θὰ Τὸν εὐχαριστοῦν. Οἱ θυσίες των θὰ εἶναι ἀκάθαρτες διὰ τὸν Κύριον, δυσάρεστες καὶ βδελυκτές, ὅπως ὁ ἄρτος, ποὺ προσφέρεται εἰς τοὺς πενθούντας διὰ τὸν θάνατον κάποιου προσώπου. Ὅλοι, ὅσοι τρώγουν ἀπὸ τὶς τροφὲς τῶν θυσιῶν αὐτῶν, θὰ μολυνθοῦν,διότι οἱ τροφές των θὰ εἶναι μόνον δι’ αὐτούς, ἐφ’ ὅσον δὲν προσεφέροντο ὅπως ἔπρεπε καὶ μὲ εἰλικρίνειαν εἰς τὸν Ναὸν τοῦ Κυρίου.

Ὡσ. 9,5

τί ποιήσετε ἐν ἡμέραις πανηγύρεως καὶ ἐν ἡμέρᾳ ἑορτῆς τοῦ Κυρίου;

Κολιτσάρα

Ἐκεῖ, εἰς τὴν χώραν τῆς ἐξορίας ποὺ θὰ ζῆτε, τί θὰ κάμετε κατὰ τὰς μεγάλας θρησκευτικάς σας πανηγύρεις, κατὰ τὰς ἐπισήμους ἡμέρας τῆς ἑορτῆς τοῦ Κυρίου;

Τρεμπέλα

Τί θὰ κάμετε ἐκεῖ εἰς τὴν ἐξορίαν κατὰ τὶς ἡμέρες τῶν μεγάλων θρησκευτικῶν πανηγύρεων, ποὺ ἑορτάζετε σύμφωνα μὲ τὴν Μωσαϊκὴν νομοθεσίαν, καὶ κατὰ τὴν πανηγυρικὴν ἡμέραν τῆς ἑορτῆς τοῦ Κυρίου;

Ὡσ. 9,6

διὰ τοῦτο ἰδοὺ πορεύσονται ἐκ ταλαιπωρίας Αἰγύπτου, καὶ ἐκδέξεται αὐτοὺς Μέμφις, καὶ θάψει αὐτοὺς Μαχμάς· τὸ ἀργύριον αὐτῶν ὄλεθρος κληρονομήσει αὐτό, ἄκανθαι ἐν τοῖς σκηνώμασιν αὐτῶν.

Κολιτσάρα

Διὰ τὰς παρανομίας των ἰδού, θὰ ὁδηγηθοῦν ἐξόριστοι καὶ δοῦλοι εἰς τὴν Αἴγυπτον, θὰ δοκιμάσουν ταλαιπωρίας ἐπάνω εἰς τὰς ταλαιπωρίας, θὰ φθάσουν εἰς τὴν πρωτεύουσαν τῆς Αἰγύπτου τὴν Μέμφιδα. Θὰ ταλαιπωρηθοῦν καὶ θὰ ἀποθάνουν ἐκεῖ καὶ θὰ ἐνταφιασθοῦν εἰς Μαχμάς. Ἡ περιουσία των καὶ ὅλα τὰ ἀλλὰ ἀγαθά των θὰ παραδοθοῦν εἰς τὸν ὄλεθρον. Ἄλλοι θὰ τοὺς κληρονομήσουν καὶ εἰς τὴν χώραν των θὰ φυτρώνουν ἀγκάθια.

Τρεμπέλα

Διὰ τὶς παρανομίες των νά· θὰ πορευθοῦν μὲν εἰς τὴν Αἴγυπτον, ἀλλὰ θὰ ταλαιπωρηθοῦν μεταβαίνοντες ἀπὸ τὴν μίαν πόλιν εἰς τὴν ἄλλην· καταφεύγοντες εἰς τὴν Αἴγυπτον θὰ τοὺς δεχθῇ ἡ Μέμφις, ἡ ὠχυρωμένη πρωτεύουσα τῆς Κάτω Αἰγύπτου, καὶ κατόπιν ἡ γειτονικὴ πρὸς τὴν Μέμφιδα πόλις Μαχμὰς καὶ ἐκεῖ θὰ ἀποθάνουν καὶ θὰ ἐνταφιασθοῦν. Ὅ,τι καὶ ὅσα ἀπέκτησαν μὲ τὰ χρήματά των, θὰ καταστραφοῦν (κατ’ ἄλλην ἑρμηνείαν: Ὅσα ἔλαβαν ἀπὸ τὸν Θεὸν καὶ τὰ κατεξώδευαν διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν εἰδώλων, θὰ καταστραφοῦν - ἢ κατ’ ἄλλην: Ὅσα δῶρα προσέφεραν εἰς τοὺς Αἰγυπτίους, διὰ νὰ τοὺς ἔχουν συμμάχους, ματαίως τὰ προσέφεραν θὰ ἀποδειχθοῦν ἀνωφελῆ)· καὶ τὰ κτήματά των θὰ μείνουν ἀκαλλιέργητα, ὥστε θὰ φυτρώσουν εἰς αὐτὰ ἀγκάθια (ἢ κατ’ ἄλλην ἑρμηνείαν: Νομίζοντες ὅτι θὰ ἀπολαύσουν ἡσυχίαν μὲ τὴν ἐγκατάστασίν των εἰς τὴν Αἴγυπτον, οἱ συμφορὲς θὰ εἶναι συνεχεῖς καὶ θὰ τοὺς κεντοῦν ὅπως τὰ ἀγκάθια).

Ὡσ. 9,7

ἥκασιν αἱ ἡμέραι τῆς ἐκδικήσεως, ἥκασιν αἱ ἡμέραι τῆς ἀνταποδόσεώς σου, καὶ κακωθήσεται Ἰσραὴλ ὥσπερ ὁ προφήτης ὁ παρεξεστηκώς, ἄνθρωπος ὁ πνευματοφόρος· ὑπὸ τοῦ πλήθους τῶν ἀδικιῶν σου ἐπληθύνθη μανία σου.

Κολιτσάρα

Ἔφθασαν πλέον αἱ ἡμέραι τῆς δικαίας τιμωρίας σας. Ἔφθασαν πλέον αἱ ἡμέραι, κατὰ τὰς ὁποίας ἡ θεία δικαιοσύνη θὰ ἀνταποδώσῃ εἰς σᾶς κατὰ τὰ ἔργα σας. Θὰ τιμωρηθοῦν καὶ θὰ κακοποιηθοῦν οἱ Ἰσραηλῖται μὲ αὐστηρότητα καὶ σκληρότητα, ὅπως αὐστηρῶς τιμωρεῖται ὁ προφήτης τοῦ Θεοῦ, ὁ πνευματοφόρος αὐτὸς ἄνθρωπος, ὅταν παραστρατήσῃ ἀπὸ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ἐξ αἰτίας τῶν πολυαρίθμων παρανομιῶν των περιέπεσαν εἰς ἀλλόφρονας μανίας.

Τρεμπέλα

Ἔφθασν οἱ ἡμέρες τῆς τιμωρίας σου, Ἰσραηλιτικὲ λαέ, ἔφθασαν οἱ ἡμέρες τῆς ἀνταμοιβῆς τῆς ἀποστασίας σου. Οἱ Ἰσραηλῖται θὰ κακουχηθοῦν, θὰ ταλαιπωρηθοῦν καὶ θὰ τιμωρηθοῦν, ὅπως τιμωρεῖται ὁ προφήτης τοῦ Θεοῦ, ὁ πνευματικὸς ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ἔχει παρεκκλίνει ἀπὸ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ἕνεκα τοῦ πλήθους τῶν ἀδικιῶν καὶ τῶν παρανομιῶν σου, θὰ σὲ κυριεύσῃ μεγάλη ἔκστασις, παραφροσύνη καὶ ἀμηχανία.

Ὡσ. 9,8

σκοπὸς Ἐφραὶμ μετὰ Θεοῦ· προφήτης, παγὶς σκολιὰ ἐπὶ πάσας τὰς ὁδοὺς αὐτοῦ· μανίαν ἐν οἴκῳ Κυρίου κατέπηξαν.

Κολιτσάρα

Οἱ θεόσταλτοι προφῆται τοῦ ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ, φρουροὶ καὶ καθοδηγηταὶ αὐτοῦ, ἦσαν ἄλλοτε μετὰ τοῦ Θεοῦ. Τώρα ὅμως ἔγιναν δολία καὶ ὀλεθρία παγὶς εἰς ὅλας τὰς πορείας τοῦ λαοῦ. Διέδοσαν καὶ ἐγκατέστησαν εἰς τὴν χώραν τοῦ Κυρίου μεγάλην ἀφροσύνην.

Τρεμπέλα

Οἱ προφῆται τοῦ Ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ, οἱ σκοποὶ καὶ φρουροί του, σταλμένοι ἀπὸ τὸν Θεόν, ἦσαν μαζὶ μὲ τὸν Θεὸν καὶ τὸ θέλημα Ἐκείνου ἐξήγγελλαν. Τώρα ὅμως οἱ προφῆται αὐτοὶ ἐργάζονται τὰ ἀντίθετα· ἔγιναν παγίδες μὲ σχέδια δόλια εἰς ὅλες τὶς ἐκδηλώσεις τῆς ζωῆς τοῦ λαοῦ· καὶ κυριευμένοι ἀπὸ μανίαν καὶ παραφροσύνην δὲν ἔστησαν σιχαμερὰ εἴδωλα μόνον εἰς τὶς ἄλλες πόλεις, ἀλλὰ καὶ μέσα εἰς τὸν Ναὸν τοῦ Θεοῦ (ἢ κατ’ ἄλλην ἑρμηνείαν: Κυριευμένοι ἀπὸ μανίαν καὶ παραφροσύνην ἐκήρυξαν εἰς τὸν οἶκον τοῦ Κυρίου, δηλαδὴ τὸν λαόν, ψευδοπροφητεῖες καὶ τὶς κατέστησαν πιστευτές, βέβαιες καὶ μόνιμες).

Ὡσ. 9,9

ἐφθάρησαν κατὰ τὰς ἡμέρας τοῦ βουνοῦ· μνησθήσεται ἀδικίας αὐτῶν, ἐκδικήσει ἁμαρτίας αὐτῶν. -

Κολιτσάρα

Διεφθάρησαν κατὰ τὰς ἡμέρας αὐτὰς μὲ τὴν λατρείαν τῶν εἰδώλων ἐπάνω εἰς τὸ βουνόν. Ὁ Κύριος θὰ ἔχῃ ἐνώπιόν του τὰς πολυαρίθμους ἀδικίας των καὶ θὰ τοὺς τιμωρήσῃ διὰ τὰς ἁμαρτίας των.

Τρεμπέλα

Διεφθάρησαν ψυχικῶς μὲ τὴν διεφθαρμένην λατρείαν καὶ τὶς θυσίες εἰς τὰ εἴδωλα, ὅπως κατὰ τὶς ἡμέρες, ποὺ διεπράχθησαν οἱ φρικαλεότητες εἰς τὸν «βουνόν», δηλαδὴ τὴν Γαβαά. Διὰ τοῦτο ὁ Κύριος θὰ ἐνθυμηθῇ τὶς ἀνομίες καὶ τὴν ἐνοχήν των καὶ θὰ τιμωρήσῃ τἰς ἁμαρτίες των.

Ὡσ. 9,10

Ὡς σταφυλὴν ἐν ἐρήμῳ εὗρον τὸν Ἰσραὴλ καὶ ὡς σκοπὸν ἐν συκῇ πρώϊμον πατέρας αὐτῶν εἶδον· αὐτοὶ εἰσῆλθον πρὸς τὸν Βεελφεγὼρ καὶ ἀπηλλοτριώθησαν εἰς αἰσχύνην, καὶ ἐγένοντο οἱ ἐβδελυγμένοι ὡς οἱ ἠγαπημένοι.

Κολιτσάρα

Ἠγάπησα τὸν Ἰσραηλιτικὸν λαόν, ὅπως ὁ ἄνθρωπος ἀγαπᾷ εἰς περιοχὴν ἔρημον δροσιστικὴν σταφυλήν· καὶ ὡσὰν ἕνα πρώϊμον καρπὸν ἐπάνω εἰς τὴν συκῆν, ἔτσι ἐπρόσεξα τοὺς προγόνους των. Ἐκεῖνοι ὅμως εἰσῆλθαν εἰς τὸν εἰδωλολατρικὸν τόπον τοῦ Βεελφεγὼρ καὶ πρὸς καταισχύνην των ἀπεμακρύνθησαν ἀπὸ ἐμέ. Καὶ ἐτσι, ὅσον προηγουμένως μοῦ ἦσαν ἀγαπητοί, τόσον τώρα ἔγιναν εἰς ἐμὲ βδελυροὶ καὶ ἄξιοι ἀποστροφῆς.

Τρεμπέλα

Ἀπὸ τὰ πολὺ παλαιὰ χρόνια μέσα εἰς τὴν ἔρημον τῶν ἀνθρώπων, ποὺ συζοῦσαν εἰς τὴν ἀσέβειαν καὶ τὴν παρανομίαν, εἶδα καὶ ἐπρόσεξα τὴν ἀρετὴν τοῦ Ἀβραὰμ καὶ τῶν διαδόχων του καὶ τὴν ἐτρύγησα· ἔκαμα μὲ αὐτοὺς συνθῆκες καὶ ἀγάπησα τὸν Ἰσραηλιτικὸν λαόν. Τὸν ἀγάπησα ὅπως ἐκεῖνος, ποὺ εὑρίσκει εἰς τὴν καυστικὴν καὶ κατάξερη ἔρημον δροσιστικὸν σταφύλι, καὶ ὅπως ἐκεῖνος, ποὺ προσέχει εἰς τὴν κορυφὴν τῆς συκιᾶς σῦκον πρώϊμον. Οἱ Ἰσραηλῖται ὅμως ἐλησμόνησαν τὶς εὐεργεσίες μου καὶ εἰσῆλθαν εἰς τὸν τόπον, ὅπου εὑρίσκετο τὸ ἄγαλμα τοῦ Χαναανιτικοῦ θεοῦ Βεελφεγώρ· ἐλάτρευσαν δὲ τὸν θεὸν αὐτὸν καὶ ἀπεξενώθησαν ἀπὸ Ἐμὲ ἀποκομίζοντες ἀπὸ τὴν λατρείαν αὐτὴν μόνον ἐντροπήν. Ἕνεκα τῆς ἀσεβείας των αὐτῆς, οἱ ἄλλοτε ἀγαπημένοι Ἰσραηλῖται ἔγιναν μισητοί, ὅπως οἱ σιχαμεροὶ Μωαβῖται, ἀφοῦ ἐλάτρευσαν τὸ εἴδωλον τῶν Μωαβιτῶν.

Ὡσ. 9,11

Ἐφραὶμ ὡς ὄρνεον ἐξεπετάσθη, αἱ δόξαι αὐτῶν ἐκ τόκων καὶ ὠδίνων καὶ συλλήψεων·

Κολιτσάρα

Οἱ Ἰσραηλῖται ἐπέταξαν ὡσὰν τὰ πουλιὰ μακρὰν ἀπὸ ἐμὲ καὶ ἐχάθησαν. Ἐχάθη ἡ δόξα καὶ ἡ χαρά των ἀπὸ τὴν γέννησιν τῶν τέκνων, ἀπὸ τὰς ὠδῖνας τοῦ τοκετοῦ, ἀπὸ τὴν κυοφορίαν ἐμβρύων.

Τρεμπέλα

Ὁ Ἐφραίμ (οἱ Ἰσραηλῖται) πολὺ γρήγορα ἐπέταξαν σὰν τὰ πουλιὰ καὶ ἔφυγαν μακριὰ ἀπὸ Ἐμὲ μαζί των ἐπέταξαν καὶ ὅλες οἱ δόξες, ποὺ προήρχοντο ἀπὸ τὶς πολλὲς γεννήσεις καὶ ὠδῖνες καὶ συλλήψεις ἐμβρύων (ἢ κατ’ ἄλλην ἑρμηνείαν: Οἱ Ἰσραηλῖται πολὺ γρήγορα θὰ ὁδηγηθοῦν ὡς αἰχμάλωτοι εἰς ξένον τόπον, ὁπότε ματαίως καυχῶνται διὰ τὴν πολυτεκνίαν καὶ πολυγονίαν, τὶς ὁποῖες θεωροῦν ὡς δόξαν).

Ὡσ. 9,12

διότι καὶ ἐὰν ἐκθρέψωσι τὰ τέκνα αὐτῶν, ἀτεκνωθήσονται ἐξ ἀνθρώπων· διότι καὶ οὐαὶ αὐτοῖς ἐστι, σάρξ μου ἐξ αὐτῶν.

Κολιτσάρα

Διότι, ἐὰν γεννήσουν καὶ ἀναθρέψουν πολλὰ ἔστω τέκνα, θὰ μείνουν ἄτεκνοι ἐν μέσῳ τῶν ἀνθρώπων, διότι κατάρα ὑπάρχει πάντοτε εἰς βάρος των, μολονότι κατάγονται ἀπὸ ἐμέ.

Τρεμπέλα

Διότι καὶ ἂν ἀκόμη ἀναθρέψουν τὰ πολλὰ παιδι των, θὰ τὰ χάσουν καὶ θὰ τὰ στερηθοῦν γρήγορα ἐκ μέσου τῶν ἀνθρώπων. Ἀλλοίμονον εἰς αὐτοὺς τοὺς ἰδίους, ἔστω καὶ ἂν ἔχωμεν κάποιαν συγγένειαν, διότι τοὺς ἐγκατέλειψα, καὶ ἐγκαταλειφθέντες ἔπραξαν ἔργα ἀξία κατάρας.

Ὡσ. 9,13

Ἐφραίμ, ὃν τρόπον εἶδον, εἰς θήραν παρέστησαν τὰ τέκνα αὐτῶν, καὶ Ἐφραὶμ τοῦ ἐξαγαγεῖν εἰς ἀποκέντησιν τὰ τέκνα αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

Εἶδα τοὺς Ἰσραηλίτας καὶ τὰ τέκνα των, ὡς ἐὰν εἶχαν γίνει ἀξιοθρήνητον θήραμα τῶν ἐχθρῶν των. Τοὺς εἶδα νὰ ὁδηγοῦνται αὐτοὶ καὶ τὰ τέκνα των πρὸς σφαγήν.

Τρεμπέλα

Εἶδα τὸν Ἐφραίμ (τοὺς Ἰσραηλῖτες) καὶ τὰ τέκνα των νὰ ἔχουν γίνει θήραμα, αἰχμάλωτοι τῶν ἐχθρῶν τω·ν εἶδα αὐτοὺς νὰ ὁδηγοῦν τὰ παιδιὰ εἰς σφαγὴν ἐπομένως κανένα ἄλλον δὲν πρέπει νὰ αἰτιῶνται διὰ τὴν ἀτεκνίαν των, παρὰ μόνον τοὺς ἑαυτούς των.

Ὡσ. 9,14

δὸς αὐτοῖς, Κύριε· τί δώσεις αὐτοῖς; δὸς αὐτοῖς μήτραν ἀτεκνοῦσαν καὶ μαστοὺς ξηρούς.

Κολιτσάρα

Δῶσε, Κύριε, εἰς αὐτούς· τί νὰ τοὺς δώσῃς; Εἰς τὴν θλιβερὰν κατάστασιν, ποὺ περιῆλθον, δῶσε τους γυναῖκας στείρας καὶ μαστοὺς ξηρούς, χωρὶς γάλα.

Τρεμπέλα

(Ὁ προφήτης λέγει:) Δῶσε εἰς αὐτούς, Κύριε· τί θὰ δώσῃς εἰς αὐτούς: Ἐπειδὴ ἔχουν ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν πολυτεκνίαν των, νομίζοντες ὅτι ἔτσι θὰ κατισχύσουν τῶν ἐχθρῶν των, καὶ περιφρονοῦν τὴν βοήθειάν σου, δῶσε τους γυναῖκες στεῖρες καὶ ἄτεκνες καὶ μαστοὺς στεγνοὺς ἀπὸ γάλα, ἀνικάνους διὰ θηλασμόν.

Ὡσ. 9,15

πᾶσαι αἱ κακίαι αὐτῶν ἐν Γαλγάλ, ὅτι ἐκεῖ ἐμίσησα αὐτούς· διὰ τὰς κακίας τῶν ἐπιτηδευμάτων αὐτῶν ἐκ τοῦ οἴκου μου ἐκβαλῶ αὐτούς, οὐ μὴ προσθήσω τοῦ ἀγαπῆσαι αὐτούς· πάντες οἱ ἄρχοντες αὐτῶν ἀπειθοῦντες.

Κολιτσάρα

Ὅλαι αἱ κακίαι των ἐπληθύνθησαν εἰς τὴν χώραν των, εἰς τὰ Γάλγαλα. Ἐκεῖ μένοντας τοὺς ἐμίσησα διὰ τὴν εἰδωλολατρείαν των. Ἐξ αἰτίας τῶν πονηρῶν ἔργων των θὰ τοὺς ἐκδιώξω ἀπὸ τὴν χώραν μου, ἀπὸ τὴν Παλαιστίνην, καὶ δὲν θὰ ἔχω πλέον τὴν διάθεσιν, νὰ τοὺς περιβάλω με ἀγάπην. Ὅλοι οἱ ἄρχοντές των ἦσαν καὶ εἶναι ἀπειθεῖς καὶ ἀνυπάκοοι ἀπέναντί μου.

Τρεμπέλα

Ὅλη ἡ δυσσέβεια καὶ ἡ εἰδωλολατρία των ἔχουν συγκεντρωθῆ εἰς τὰ Γάλγαλα, τὸ κέντρον τῆς εἰδωλολατρίας· δι’ ὅσα ἄνομα καὶ βδελυκτὰ πράττουν ἐκεῖ, τοὺς ἐμίσησα. Ἕνεκα δὲ τῆς ὅλης εἰδωλολατρικῆς των συμπεριφορᾶς θὰ τοὺς ἐκδιώξω καὶ θὰ τοὺς ἐξορίσω ἀπὸ τὸν οἶκον μου, τὴν Παλαιστίνην, καὶ δὲν θὰ συνεχίσω νὰ τοὺς ἀγαπῶ πλέον. Ὅλοι οἱ ἄρχοντές των ἀπειθοῦν εἰς Ἐμέ, τὸν Θεόν.

Ὡσ. 9,16

ἐπόνεσεν Ἐφραίμ· τὰς ῥίζας αὐτοῦ ἐξηράνθη, καρπὸν οὐκ ἔτι μὴ ἐνέγκῃ· διότι καὶ ἐὰν γεννήσωσιν, ἀποκτενῶ τὰ ἐπιθυμήματα κοιλίας αὐτῶν.

Κολιτσάρα

Ὁ ἰσραηλιτικὸς λαὸς ἐπόνεσεν ἀπὸ τὰς θλίψεις αὐτάς, ὁμοιάζει μὲ δένδρον, τοῦ ὁποίου αἱ ρίζαι ἔχουν ξηρανθῇ καὶ τὸ ὁποῖον δὲν θὰ ἀποδώσῃ πλέον καρπόν. Διότι αὐτοὶ καὶ ἂν γεννήσουν τέκνα, ἐγὼ θὰ φονεύσω τοὺς ἀγαπητοὺς εἰς αὐτοὺς καρποὺς τῆς κοιλίας των.

Τρεμπέλα

Ὁ Ἐφραίμ (ὁ Ἰσραηλιτικὸς λαός) ἐθλίβη, ὑπέφερεν. Ὁμοιάζει μὲ δένδρον, τοῦ ὁποίου οἱ ρίζες ἐξηράνθησαν καὶ ἑπομένως δὲν ἠμπορεῖ πλέον νὰ καρποφορήσῃ (δὲν θὰ ἠμπορέσουν πλέον νὰ γεννήσουν ἀπογόνους). Ἀλλὰ καὶ ἂν ἀκόμη τεκνογονήσουν, θὰ θανατώσω τοὺς ἐπιθυμητοὺς καὶ ἀγαπημένους καρποὺς τῆς κοιλίας των, παραδίδων αὐτοὺς εἰς τοὺς ἐχθρούς των.

Ὡσ. 9,17

ἀπώσεται αὐτοὺς ὁ Θεός, ὅτι οὐκ εἰσήκουσαν αὐτοῦ, καὶ ἔσονται πλανῆται ἐν τοῖς ἔθνεσιν.

Κολιτσάρα

Θὰ τοὺς ἀπομακρύνῃ ὁ Θεὸς ἀπὸ κοντά του, διότι δὲν ὑπήκουσαν εἰς αὐτόν. Θὰ περιπλανῶνται ἀπάτριδες μεταξὺ τῶν εἰδωλολατρικῶν ἐθνῶν.

Τρεμπέλα

(Ὁμιλεῖ ὁ προφήτης καὶ λέγει:) Ὁ Θεὸς θὰ τοὺς ἀποδιώξῃ καὶ θὰ τοὺς ἀπομακρύνη ἀπὸ τὴν Παλαιστίνην, διότι, ἐνῷ τοὺς προειδοποιοῦσε τί τοὺς ἀνέμενεν ἐὰν ἀποστατήσουν, δὲν τὸν ὑπήκουσαν. Ἔτσι τώρα θὰ αἰχμαλωτισθοῦν, θὰ διασκορπισθοῦν καὶ θὰ περιπλανῶνται ἀπάτριδες μεταξὺ τῶν εἰδωλολατρικῶν ἐθνῶν.

Κεφάλαιο 10

Ὡσ. 10,1

Ἄμπελος εὐκληματοῦσα Ἰσραήλ, ὁ καρπὸς εὐθηνῶν αὐτῆς· κατὰ τὸ πλῆθος τῶν καρπῶν αὐτῆς ἐπλήθυνε τὰ θυσιαστήρια, κατὰ τὰ ἀγαθὰ τῆς γῆς αὐτοῦ ᾠκοδόμησε στήλας.

Κολιτσάρα

Ὁ ἰσραηλιτικὸς λαός μου ὁμοιάζει μὲ ἄμπελον, ποὺ ἔχει ὡραῖα κλήματα, καὶ πλῆθος εἶναι οἱ καρποὶ αὐτῆς. Ἀλλὰ ὅσον μεγαλύτερον ἦτο τὸ πλῆθος τῶν καρπῶν της, τόσον καὶ αὐτοὶ ἐπολλαπλασίαζαν τὰ εἰδωλολατρικά των θυσιαστήρια. Ὅσον πλουσιώτερα ἦσαν τὰ ἀγαθὰ τῆς χώρας των, τόσον καὶ περισσότερος εἰδωλολατρικὰς στήλας ὕψωναν.

Τρεμπέλα

Ὁ Ἰσραηλιτικὸς λαὸς ὡμοίαζε μὲ ἄμπελον φουντωμένην, καταπράσινον, ἀκμάζουσαν, μὲ ἀφθονίαν καρπῶν. Δὲν ἐχρησιμοποίησεν ὅμως τὸ πολὺ πλῆθος τῶν καρπῶν πρὸς τιμὴν τοῦ Θεοῦ· ἀλλ’ ὅσον περισσότερον ἐπληθύνοντο οἱ καρποί, τόσον περισσότερον ἐπληθύνοντο καὶ τὰ εἰδωλολατρικὰ θυσιαστήρια, ποὺ ἔκτιζεν! Ὅσον περισσότερον πλούσια ἐγίνοντο τὰ ἀγαθὰ τῆς γῆς, τόσον περισσότερες εἰδωλολατρικὲς λίθινες στῆλες ὕψωνεν!

Ὡσ. 10,2

ἐμέρισαν καρδίας αὐτῶν, νῦν ἀφανισθήσονται· αὐτὸς κατασκάψει τὰ θυσιαστήρια αὐτῶν, ταλαιπωρήσουσιν αἱ στῆλαι αὐτῶν.

Κολιτσάρα

Διπρόσωποι ἀνεδείχθησαν, ἐμοίρασαν τὰς καρδίας αὐτῶν μεταξὺ τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ καὶ τῶν ματαίων εἰδώλων. Δι’ αὐτὸ καὶ τώρα θὰ ἐξολοθρευθοῦν. Αὐτὸς ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς θὰ κατασκάψῃ καὶ θὰ κρημνίσῃ τὰ εἰδωλολατρικά των θυσιαστήρια. Θὰ συντριβοῦν αἱ εἰδωλολατρικαί των στῆλαι.

Τρεμπέλα

Οἱ Ἰσραηλῖται ἐμοίρασαν τὶς καρδιές των μεταξὺ τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ εἰδώλου Βάαλ· πολὺ σύντομα λοιπόν, ἐπειδὴ συνέβη τοῦτο καὶ ὁ καθένας ἀσεβεῖ ἀπὸ καρδίας, θὰ φθάσῃ ἡ ὥρα τῆς ἀπωλείας των, θὰ καταστραφοῦν. Αὐτὸς ὁ ἴδιος ὁ Θεός, μέσῳ τῶν Βαβυλωνίων, θὰ κατασκάψῃ τὰ θυσιαστήριά των καὶ οἱ εἰδωλολατρικὲς στῆλες θὰ κατακομματιασθοῦν καὶ θὰ καταστραφοῦν.

Ὡσ. 10,3

διότι νῦν ἐροῦσιν· οὐκ ἔστι βασιλεὺς ἡμῖν, ὅτι οὐκ ἐφοβήθημεν τὸν Κύριον, ὁ δὲ βασιλεὺς τί ποιήσει ἡμῖν;

Κολιτσάρα

Αὐτοὶ δέ, εἰς ἐξορίαν εὑρισκόμενοι, θὰ ὁμολογοῦν· «δὲν ὑπάρχει πλέον εἰς ἡμᾶς βασιλεύς, διότι δὲν ἐφοβήθημεν τὸν Κύριον. Ἀλλὰ καὶ τί ἠμποροῦσε νὰ ἔχῃ κάμει πρὸς ἡμᾶς ὁ βασιλεύς, ἐφ’ ὅσον αὐτὸς ὁ ἴδιος θὰ ἦτο διεφθαρμένος;

Τρεμπέλα

Αὐτοὶ δέ, ὅταν ἴδουν ὅτι τὸ βασίλειόν των κατελύθη, θὰ ὁμολογήσουν καὶ θὰ εἴπουν: «Δὲν ἔχομεν βασιλιᾶ, διότι δὲν ἐφοβήθημεν τὸν μόνον ἀληθινὸν Θεόν, τὸν Κύριον ἀλλὰ καὶ ὁ βασιλιᾶς εἰς τί θὰ ἠμποροῦσε νὰ μᾶς βοηθήσῃ;

Ὡσ. 10,4

λαλῶν ῥήματα προφάσεις ψευδεῖς διαθήσεται διαθήκην· ἀνατελεῖ ὡς ἄγρωστις κρίμα ἐπὶ χέρσον ἀγροῦ.

Κολιτσάρα

Θὰ ἐπινοοῦσε καὶ θὰ ἔλεγε λόγια ἁμαρτωλῶν προφάσεων, θὰ συνῆπτεν ἀλλὰ καὶ θὰ παρέβαινεν ἐγγράφους συμφωνίας. Ἡ καταδίκη τῆς χώρας μας εἰς ἐρήμωσιν θὰ ἐπήρχετο ἐναντίον μας, ὅπως ἡ ἀγριάδα κάνει ἄγονον καὶ χέρσον ἕνα ἀγρόν».

Τρεμπέλα

Ὁ βασιλιᾶς μας μᾶς ἐξαπατοῦσε ψευδόμενος καὶ προφασιζόμενος ἄλλοτε ἄλλα· μὲ διάφορα προσχήματα καὶ ψευδολογίες συνῆπτε συμφωνίες καὶ συμμαχίες μὲ τοὺς Ἀσσυρίους καὶ τοὺς Αἰγυπτίους, τὶς ὁποῖες παρέβαλε. Διὰ τοῦτο ἡ ἐναντίον μας δικαία καταδίκη καὶ καταστροφὴ θὰ ἔλθῃ καὶ θὰ ἀπλωθῇ ἀκωλύτως, ὅπως ἀπλώνεται καὶ πληθύνεται ἡ ἀγριάδα εἰς χέρσον χωράφι, χωρὶς νὰ τὴν ἐνοχλῇ ἀλέτρι ἢ σκαπάνη».

Ὡσ. 10,5

τῷ μόσχῳ τοῦ οἴκου Ὦν παροικήσουσιν οἱ κατοικοῦντες Σαμάρειαν, ὅτι ἐπένθησε λαὸς αὐτοῦ ἐπ’ αὐτόν· καὶ καθὼς παρεπίκραναν αὐτόν, ἐπιχαροῦνται ἐπὶ τὴν δόξαν αὐτοῦ, ὅτι μετῳκίσθη ἀπ’ αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

Ἐξ αἰτίας τοῦ εἰδωλολατρικοῦ μόσχου, ποὺ ὑπῆρχεν εἰς τὸν οἶκον Ὦν, οἱ κάτοικοι τῆς Σαμαρείας θὰ μετοικήσουν εἰς τόπους τῆς ἐξορίας καὶ ἔτσι ὁ λαὸς τοῦ εἰδωλολατρικοῦ αὐτοῦ μόσχου, θὰ πενθήσῃ ἐξ αἰτίας τοῦ εἰδώλου του. Καὶ καθὼς ἐπικράνθησαν καὶ ἐπένθησαν ἐξ αἰτίας τοῦ εἰδώλου των, θὰ χαροῦν διὰ τὴν δόξαν του, διότι αὐτὸ θὰ μετοικήσῃ μαζῆ μὲ τὸν λαὸν εἰς τὴν ἐξορίαν.

Τρεμπέλα

Ἕνεκα τοῦ εἰδώλου τοῦ χρυσοῦ μόσχου, τὸ ὁποῖον εὑρίσκετο εἰς τὸν εἰδωλολατρικὸν οἶκον τῆς Ὦν (εἰς τὴν Βαιθήλ), οἱ κάτοικοι τῆς Σαμαρείας θὰ ὁδηγηθοῦν εἰς ἐξορίαν, καὶ ἔτσι οἱ πιστοὶ τοῦ εἰδώλου ἐκείνου θὰ πενθήσουν ἐξ αἰτίας τοῦ ψευδοθεοῦ των (ἢ κατ’ ἄλλην ἑρμηνείαν: Οἱ κάτοικοι τῆς Σαμαρείας, ὅταν ἔλθουν ἐναντίον των τὰ κακά, θὰ καταφύγουν εἰς τὸ ἄγαλμα τοῦ χρυσοῦ μόσχου εἰς τὸν οἶκον Ὦν, θὰ τὸ περικυκλώσουν καὶ θὰ τὸ ἰκετεύουν νὰ τοὺς βοηθήσῃ! Ὅμως ὄχι μόνον δὲν θὰ τοὺς βοηθήσῃ, ἀλλὰ καὶ αὐτὸ θὰ ὁδηγηθῇ εἰς τὴν ἐξορίαν, μὲ ἀποτέλεσμα οἱ πιστοὶ τοῦ ψευδοθεοῦ νὰ πενθήσουν διὰ τὴν ἀτίμωσίν του). Καὶ ἐπειδὴ οἱ Ἰσραηλῖται ἐξώργισαν τὸν Κύριον, θὰ χαροῦν διὰ τὴν δόξαν τοῦ εἰδώλου τοῦ χρυσοῦ μόσχου, διότι θὰ μεταφερθῇ καὶ αὐτὸ μαζὶ μὲ τὸν λαὸν εἰς τὴν ἐξορίαν ἀπὸ τοὺς Βαβυλωνίους, οἱ ὁποῖοι θὰ τιμήσουν τὸ ἄγαλμα τῶν Ἰσραηλιτῶν ὡς θεόν!

Ὡσ. 10,6

καὶ αὐτὸν εἰς Ἀσσυρίους δήσαντες ἀπήνεγκαν ξένια τῷ βασιλεῖ Ἰαρείμ· ἐν δόματι Ἐφραὶμ δέξεται, καὶ αἰσχυνθήσεται Ἰσραὴλ ἐν τῇ βουλῇ αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

Αὐτὸν ἀφοῦ τὸν δέσουν φορτίον μὲ τὰ ἄλλα λάφυρα τῶν Ἀσσυρίων, θὰ τὸν προσφέρουν ὡς δῶρον των εἰς τὸν βασιλέα Ἰαρείμ. Μὲ τὸ δῶρον αὐτὸ θὰ γίνῃ δεκτὸς εἰς τὸν τόπον τῆς ἐξορίας ὁ ἰσραηλιτικὸς λαὸς ἀλλὰ καὶ θὰ κατεξευτελισθῇ ἐξ αἰτίας τοῦ εἰδώλου του, εἰς τὴν προστασίαν τοῦ ὁποίου τόσας εἶχε στηρίξει ἐλπίδας.

Τρεμπέλα

Οἱ Ἰσραηλῖται, ἀφοῦ δέσουν καὶ φορτώσουν τὸν χρυσοῦν μόσχον εἰς μεταφορικὸν μέσον, θὰ τὸν μεταφέρουν καὶ θὰ τὸν παραδώσουν ὡς δῶρον εἰς τὸν Ἀσσύριον βασιλιᾶ Ἰαρείμ. Καὶ ὁ μὲν Ἀσσύριος βασιλιᾶς θὰ δεχθῇ τὸ εἴδωλον ὡς δῶρον τοῦ Ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ, ἀλλ’ ὁ λαὸς δὲν θὰ ἔχῃ ἐξ ἀφορμῆς αὐτοῦ καμμίαν βοήθειαν. Ἀπ’ ἐναντίας τὸ δῶρον τοῦτο θὰ ἀποτελέσῃ ἐντροπὴν δι’ αὐτούς, ἕνεκα τῶν βουλῶν τῶν Χαλδαίων, οἱ ὁποῖοι θὰ κατακόψουν τὸ ἄγαλμα τοῦ χρυσοῦ μόσχου καὶ θὰ τὸ χωνεύσουν!

Ὡσ. 10,7

ἀπέρριψε Σαμάρεια βασιλέα αὐτῆς ὡς φρύγανον ἐπὶ προσώπου ὕδατος.

Κολιτσάρα

Οἱ κάτοικοι τῆς Σαμαρείας ἀπέρριπτον τοὺς βασιλεῖς των, ὡσὰν φρύγανα ἐπάνω εἰς τὸ τρέχον ὕδωρ.

Τρεμπέλα

Οἱ κάτοικοι τῆς Σαμαρείας ἐξεθρόνιζαν τοὺς βασιλεῖς των, τὸν ἕνα κατόπιν τοῦ ἄλλου, καὶ τοὺς ἔρριχναν ὡσὰν ξερὰ χαμόκλαδα εἰς τὸ ὁρμητικὸν ρεῦμα τοῦ νεροῦ (ἢ κατ’ ἄλλην ἑρμηνείαν: Ἡ βασιλεία θὰ ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τὴν Σαμάρειαν, ὅπως τὸ ἐλαφρὸ ξερὸ χαμόκλαδο, ποὺ παρασύρεται ἀπὸ τὸ νερό).

Ὡσ. 10,8

καὶ ἐξαρθήσονται βωμοὶ Ὦν, ἁμαρτήματα τοῦ Ἰσραήλ· ἄκανθαι καὶ τρίβολοι ἀναβήσονται ἐπὶ τὰ θυσιαστήρια αὐτῶν· καὶ ἐροῦσι τοῖς ὄρεσι· καλύψατε ἡμᾶς, καὶ τοῖς βουνοῖς· πέσατε ἐφ’ ἡμᾶς. -

Κολιτσάρα

Θὰ καταστραφοῦν οἱ εἰδωλολατρικοὶ βωμοὶ εἰς Ὦν, αἱ ἑστίαι αὐταὶ τῶν ἁμαρτημάτων τοῦ Ἰσραήλ. Ἀγκάθια καὶ τριβόλια θὰ φυτρώσουν καὶ θὰ κατακλύσουν τὰ θυσιαστήρια ἐκεῖνα. Τόση θὰ εἶναι ἡ καταστροφὴ τῆς περιοχῆς Ἰσραήλ, ὥστε θὰ ποῦν οἱ κάτοικοι εἰς τὰ ὄρη· «σκεπάσατέ μας»· καὶ εἰς τὰ βουνά «πέσατε ἐπάνω μας».

Τρεμπέλα

θὰ ἀφανισθοῦν ἐπίσης οἱ εἰδωλολατρικοὶ βωμοί, ποὺ ὑπάρχουν εἰς τὴν Ὦν, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦν τὰ ἁμαρτήματα τοῦ λαοῦ, διότι δι’ αὐτῶν παρώργιζαν τὸν Θεόν. Θὰ ἐρημωθοῦν τόσον πολύ, ὥστε εἰς τοὺς πολυσυχνάστους ἐκείνους τόπους τῆς λατρείας θὰ φυτρώσουν ἀγκάθια καὶ τριβόλια. Τόση δὲ θὰ εἶναι ἡ δυστυχία καὶ τὰ ἀνυπόφορα δεινὰ τῶν Ἰσραηλιτῶν, ὥστε θὰ εἴπουν εἰς τὰ ὄρη: «Σκεπάστε μας νὰ ἀποθάνωμεν διὰ μιᾶς καὶ νὰ γλυτώσωμεν ἀπὸ τὰ ἀνυπόφορα βάσανά μας»· καὶ εἰς τὰ βουνά:«Πέσατε ἐπάνω μας, διὰ νὰ γλυτώσωμεν ἀπὸ τὸ ξίφος τῶν Βαβυλωνίων».

Ὡσ. 10,9

Ἀφ’ οὗ οἱ βουνοί, ἥμαρτεν Ἰσραήλ, ἐκεῖ ἔστησαν· οὐ μὴ καταλάβῃ αὐτοὺς ἐν τῷ βουνῷ πόλεμος ἐπὶ τὰ τέκνα ἀδικίας;

Κολιτσάρα

Οἱ Ἰσραηλῖται ἀπὸ τότε, ποὺ ὑπάρχουν τὰ βουνά, ἀπὸ τῆς ἀρχῆς δηλαδὴ τῆς ὑπάρξεώς των, διέπραξαν ἁμαρτίας. Ἐκεῖ εἰς τὰ βουνὰ ἔστησαν εἰδωλολατρικὰ θυσιαστήρια. Εἶναι, λοιπόν, δυνατόν, ἐναντίον αὐτῶν καὶ τῶν τέκνων τῆς ἀδικίας νὰ μὴ ἐπέλθῃ καταστρεπτικὸς δι’ αὐτοὺς πόλεμος, ὅπως εἰς τὸ βουνὸν Γαβαά;

Τρεμπέλα

Ἀπὸ τότε ποὺ ὑπῆρξαν τὰ βουνά, ἡ Γαβαά, ὅπου ἐλατρεύοντο τὰ εἴδωλα καὶ ὅπου ὑπῆρχαν τὰ θυσιαστήριά των, ἀπὸ τότε ἁμάρτησε ὁ Ἰσραηλιτικὸς λαὸς καὶ ἔμεινεν ἐκεῖ ἀμετακίνητος εἰς τὴν εἰδωλολατρίαν. Πῶς λοιπὸν νὰ μὴ ἔλθῃ ἐναντίον των, ἐφ’ ὅσον εἶναι τέκνα ἀδικίας, πόλεμος καταστρεπτικὸς εἰς τὰ βουνά, ὅπως ἄλλοτε εἰς τὰ ἴδια βουνὰ τῆς Γαβαά, ὅπου ἐξωλοθρεύθη σχεδὸν ὁλόκληρος ἡ φυλὴ τοῦ Βενιαμίν;

Ὡσ. 10,10

ἦλθε παιδεῦσαι αὐτούς, καὶ συναχθήσονται ἐπ’ αὐτοὺς λαοὶ ἐν τῷ παιδεύεσθαι αὐτοὺς ἐν ταῖς δυσὶν ἀδικίαις αὐτῶν.

Κολιτσάρα

Ὁ πόλεμος ἐπῆλθεν ἐναντίον των, διὰ νὰ τοὺς τιμωρήσῃ. Λαοὶ πολλοὶ ἔχουν συναχθῇ κατὰ τῶν Ἰσραηλιτῶν πρὸς τιμωρίαν των διὰ τὰς δύο μεγάλας ἀδικίας, ποὺ ἔχουν αὐτοὶ διαπράξει.

Τρεμπέλα

Διότι ἦλθεν ἐναντίον τῶν τέκνων τῆς ἀδικίας πόλεμος διὰ νὰ τὰ τιμωρήσῃ· θὰ συναχθοῦν ἐναντίον τῶν Ἰσραηλιτῶν λαοὶ πολλοί, διὰ νὰ τοὺς τιμωρήσουν διὰ τὰ δύο μεγάλα ἐγκλήματά των.

Ὡσ. 10,11

Ἐφραὶμ δάμαλις δεδιδαγμένη ἀγαπᾶν νεῖκος, ἐγὼ δὲ ἐπελεύσομαι ἐπὶ τὸ κάλλιστον τοῦ τραχήλου αὐτῆς· ἐπιβιβῶ Ἐφραὶμ καὶ παρασιωπήσομαι Ἰούδαν, ἐνισχύσει αὐτῷ Ἰακώβ.

Κολιτσάρα

Ὁ Ἰσραηλιτικὸς λαὸς ὁμοιάζει μὲ δάμαλιν, ποὺ ἔχει μάθει νὰ ἀγριεύῃ καὶ νὰ μὴ ὑπακούῃ. Ἐγὼ ὅμως θὰ βάλω τὸν ζυγόν μου ἐπάνω εἰς τὸν ὑπερήφανον τράχηλόν της, θὰ ἐπιθέσω ἐπὶ τοῦ ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ ζυγόν, δηλαδὴ τυραννίαν ἄλλων ἐθνῶν. Θὰ σιωπήσω ὅμως καὶ θὰ περιφρουρήσω τὸν ἰουδαϊκὸν λαόν, διότι δι’ αὐτὸν ἰσχύει καὶ τὸν ἐνισχύει ἡ προφητεία τοῦ Ἰακώβ.

Τρεμπέλα

Ὁ Ἐφραίμ (ὁ Ἰσραηλιτικὸς λαὸς) ὁμοιάζει μὲ δαμαλίδα, ποὺ εἶναι καλὰ ἐκπαιδευμένη, ὥστε νὰ μένῃ ἀδάμαστος καὶ νὰ μὴ δέχεται ζυγὸν εἰς τὸν τράχηλόν της· Ἐγὼ ὅμως (λέγει ὁ Θεός) θὰ τὴν δαμάσω, θὰ τὴν ταπεινώσω καὶ θὰ θέσω εἰς τὸν ὑπερήφανον καὶ μεγαλοπρεπῆ τράχηλόν της ζυγὸν θὰ ἐπιθέσω εἰς τὸν Ἐφραίμ (τὸν Ἰσραηλιτικὸν λαόν) ζυγόν (τὴν τυραννίαν τῶν ἐθνικῶν), θὰ ἀντιπαρέλθω ὅμως σιωπηλὸς τὸν Ἰουδαϊκὸν λαόν, διότι δι’ αὐτὸν ἰσχύει καὶ τὸν ἐνδυναμώνει ἡ προφητεία καὶ ἡ ἀρετὴ τοῦ Ἰακώβ.

Ὡσ. 10,12

σπείρατε ἑαυτοῖς εἰς δικαιοσύνην, τρυγήσατε εἰς καρπὸν ζωῆς, φωτίσατε ἑαυτοῖς φῶς γνώσεως, ἐκζητήσατε τὸν Κύριον ἕως τοῦ ἐλθεῖν γενήματα δικαιοσύνης ὑμῖν.

Κολιτσάρα

Σπείρατε πρὸς τὸ συμφέρον σας δικαιοσύνην, τηρήσατε τὰς ἐντολάς μου, διότι ἔτσι θὰ τρυγήσετε καρπὸν ζωῆς. Φωτίσατε τὸν ἑαυτόν σας μὲ τὸ φῶς τῆς θείας γνώσεως, ἀναζητήσατε καὶ παρακαλέσατε τὸν Κύριον, διὰ νὰ ἀποστείλῃ πρὸς σᾶς τοὺς καρποὺς τῆς δικαιοσύνης.

Τρεμπέλα

Σπείρατε, Ἰσραηλῖται, διὰ τὸ συμφέρον σας ἀληθινὴν θεοσέβειαν καὶ πᾶσαν ἀρετήν, μὲ τὸν τρόπον δὲ αὐτὸν θὰ τρυγήσετε καρπὸν ζωῆς καὶ θὰ ἀποφύγετε τὸ ξίφος τῶν ἐχθρῶν. Φωτίσατε τοὺς ἑαυτούς σας μὲ τὸ φῶς τῆς ἐπιγνώσεως τοῦ Θεοῦ, ἀπομακρυνόμενοι ἀπὸ τὰ εἴδωλα. Ἐπιζητήσατε τὸν Κύριον διὰ θερμῆς προσευχῆς, ἕως ὅτου καμφθῇ καὶ εὐδοκήσῃ νὰ ἀποδώσῃ εἰς σᾶς τοὺς καρποὺς τῆς θεοσεβείας καὶ ἀρετῆς σας.

Ὡσ. 10,13

ἱνατί παρεσιωπήσατε ἀσέβειαν καὶ τὰς ἀδικίας αὐτῆς ἐτρυγήσατε; ἐφάγετε καρπὸν ψευδῆ, ὅτι ἤλπισας ἐν τοῖς ἁμαρτήμασί σου, ἐν πλήθει δυνάμεώς σου.

Κολιτσάρα

Διατί παρασιωπᾶτε καὶ ἀδιαφορεῖτε διὰ τὴν ἀσέβειάν σας καὶ ἔτσι τρυγᾶτε ὡς καρπούς της τὰς ἁμαρτωλὰς καὶ ἐπιβλαβεῖς συνεπείας της; Ἐπιβλαβῆ καρπὸν ἐφάγατε, ὅταν ἐστηρίξατε τὰς ἐλπίδας τῆς εὐτυχίας σας εἰς τὰ ἁμαρτήματά σας καὶ εἰς τὸ πλῆθος τῆς δυνάμεώς σας.

Τρεμπέλα

Διατί ἐπροσπεράσατε σιωπηλοὶ καὶ μὲ ἀδιαφορίαν τὴν ἀσέβειαν καὶ μὲ αὐτὸν τὸν τρόπον ἐτρυγήσατε τὰ ἐπίχειρα τῆς ἀσεβείας καὶ ἀποστασίας σας; Μάταιες, ἀπατηλὲς ἐλπίδες ἦταν ὁ καρπός, τὸν ὁποῖον ἐφάγατε, διότι ἐστηρίξατε τὶς ἐλπίδες σας εἰς τὴν ἀποστασίαν σας, εἰς τὸ πολυπληθὲς τοῦ λαοῦ, εἰς τὰ ὅπλα καὶ τὰ ὀχυρωματικά σας ἔργα.

Ὡσ. 10,14

καὶ ἐξαναστήσεται ἀπώλεια ἐν τῷ λαῷ σου, καὶ πάντα τὰ περιτετειχισμένα σου οἰχήσεται· ὡς ἄρχων Σαλαμὰν ἐκ τοῦ οἴκου τοῦ Ἱεροβάαλ, ἐν ἡμέραις πολέμου μητέρα ἐπὶ τέκνοις ἠδάφισαν.

Κολιτσάρα

Θὰ ἀνορθωθῇ καὶ θὰ ἐπέλθῃ καταστροφὴ ἐναντίον τοῦ λαοῦ σου. Ὅλα τὰ ὀχυρώματά σου, φρούρια καὶ πόλεις, θὰ ἐξαφανισθοῦν κατεστραμμένα. Θὰ συμβῇ ὅ,τι καὶ μὲ τὸν ἄρχοντα Σαλαμάν, τὸν καταγόμενον ἀπὸ τὸν οἶκον Ἱεροβάαλ, ὁ ὁποῖος ἐν καιρῷ πολέμου συνέτριψεν εἰς τὸ ἔδαφος κεφαλὰς μητέρων καὶ τέκνων.

Τρεμπέλα

Ὅμως τὸ ἀποτέλεσμα ὅλων αὐτῶν θὰ εἶναι ἐντελῶς ἀντίθετον. Διότι τὸν πολυάριθμον καὶ πολεμιστὴν λαόν σου μὲ τὰ πολεμικά του ἅρματα θὰ τὸν εὕρῃ ἔκδηλος καταστροφή, καὶ ὅλες οἱ ὠχυρωμένες πόλεις, τὰ τείχη καὶ τὰ φρούρια θὰ ἀφανισθοῦν. Καθὼς ὁ ἄρχων Σαλαμὰν ἀπὸ τὸν οἶκον τοῦ Ἱεροβάαλ ἐν καιρῷ πολέμου συνέτριψεν εἰς τὸ ἔδαφος τὶς κεφαλὲς τῶν μητέρων μαζὶ μὲ τὰ τέκνα των,

Ὡσ. 10,15

οὕτως ποιήσω ὑμῖν, οἶκος τοῦ Ἰσραήλ, ἀπὸ προσώπου ἀδικίας κακιῶν ὑμῶν.

Κολιτσάρα

Τὰ ἴδια θὰ κάμω καὶ ἐγὼ ἐναντίον σας, ὦ Ἰσραηλῖται, ἐξ αἰτίας τῶν ἀδικιῶν καὶ κακιῶν σας.

Τρεμπέλα

ἔτσι θὰ κάμω καὶ εἰς σᾶς, λαὲ τοῦ Ἰσραήλ, ἕνεκα τῶν πολλῶν ἀδικιῶν καὶ τῶν μεγάλων κακιῶν σας.

Κεφάλαιο 11

Ὡσ. 11,1

Ὄρθρου ἀπερρίφησαν, ἀπερρίφη βασιλεὺς Ἰσραήλ· ὅτι νήπιος Ἰσραήλ, καὶ ἐγὼ ἠγάπησα αὐτὸν καὶ ἐξ Αἰγύπτου μετεκάλεσα τὰ τέκνα αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

Ὡσάν εἰς ὄρθρον, ὅταν ἀκόμη ἐκοιμῶντο, ἀπερρίφθησαν αἰφνιδίως οἱ Ἰσραηλῖται. Ἀπερρίφθη ὁ βασιλεὺς τοῦ Ἰσραήλ. Ὅταν ὁ ἰσραηλιτικὸς λαὸς διήρχετο τὴν νηπιακήν του ἡλικίαν, ἐγὼ τὸν ἠγάπησα καὶ τὸν ἐκάλεσα ἀπὸ τὴν Αἴγυπτον, αὐτὸν καὶ τοὺς ἀπογόνους του.

Τρεμπέλα

Ἐνῶ οἱ Ἰσραηλῖται ἐπερίμεναν τὴν βοήθειαν τῶν Ἀσσυρίων νὰ φανῇ εἰς αὐτοὺς ὡς ὄρθρος, δηλαδὴ ἔξαφνα καὶ ταχύτατα, εἰς τόσον σύντομον χρόνον, ὅσον διαρκεῖ ὁ ὄρθρος, ἀπερρίφθησαν· ἀπερρίφθη ὁ βασιλιᾶς τοῦ Ἰσραήλ. Διότι οἱ Ἰσραηλῖται θὰ ὑποστοῦν τὴν τιμωρίαν τῆς καταστροφῆς καὶ αἰχμαλωσίας ἕνεκα τῆς ἀνοησίας καὶ τῆς νηπιώδους διανοίας των (ἢ κατ’ ἄλλην ἑρμηνείαν: Ὅταν ὁ Ἰσραὴλ ἦταν εἰς νηπιακὴν ἡλικίαν, Ἐγὼ τὸν ἀγάπησα). Ἐγὼ ἀγάπησα τὸν Ἰσραηλιτικὸν λαὸν καὶ ἐκάλεσα τοὺς ἀπογόνους τοῦ Ἰακώβ (τοῦ Ἰσραήλ) ἀπὸ τὴν Αἴγυπτον καὶ τοὺς ἐλευθέρωσα ἀπὸ τὴν δουλείαν.

Ὡσ. 11,2

καθὼς μετεκάλεσα αὐτούς, οὕτως ἀπῴχοντο ἐκ προσώπου μου· αὐτοὶ τοῖς Βααλεὶμ ἔθυον καὶ τοῖς γλυπτοῖς ἐθυμίων.

Κολιτσάρα

Μὲ ὅσην ἀγάπην καὶ δύναμιν ἐκάλεσα αὐτοὺς ἀπὸ τὴν δουλείαν τῆς Αἰγύπτου, μὲ τόσην ὁρμὴν καὶ ἀδιαφορίαν ἀπεμακρύνθησαν ἀπὸ ἐμέ. Αὐτοὶ ἐθυσίαζαν εἰς τὰ διάφορα ἀγάλματα τοῦ Βάαλ καὶ προσέφεραν θυμιάματα εἰς τὰ γλυπτὰ εἴδωλα.

Τρεμπέλα

Ἀλλὰ μὲ ὅσην δύναμιν ἀγάπης τοὺς ἐκάλεσα καὶ τοὺς ἀπήλλαξα ἀπὸ τὴν δουλείαν τῆς Αἰγύπτου, μὲ τόσην δύναμιν ἀγνωμοσύνης αὐτοὶ ἔστρεψαν τὰ νῶτα των καὶ ἀπεμακρύνθησαν ἀπὸ Ἐμέ. Αὐτοὶ ἐθυσίαζαν εἰς τὰ εἴδωλα τοῦ Βάαλ καὶ ἐπρόσφεραν θυμίαμα εἰς τὰ γλυπτὰ εἴδωλα τῶν ἄλλων θεῶν.

Ὡσ. 11,3

καὶ ἐγὼ συνεπόδισα τὸν Ἐφραίμ, ἀνέλαβον αὐτὸν ἐπὶ τὸν βραχίονά μου, καὶ οὐκ ἔγνωσαν ὅτι ἴαμαι αὐτούς.

Κολιτσάρα

Ἐγὼ ἐν τούτοις εἶμαι ἐκεῖνος ποὺ ἔμαθα τὸν λαὸν τοῦ Ἰσραὴλ νὰ στέκεται εἰς τὰ πόδια του καὶ νὰ βαδίζῃ. Τὸν ἐπῆρα εἰς τὴν ἀγκαλιά μου· ἄλλα αὐτοὶ δὲν ἀνεγνώρισαν ὅτι ἐγὼ τοὺς ἐθεράπευσα καὶ τοὺς ἐγλύτωσα ἀπὸ τὰ δεινὰ τῆς δουλείας.

Τρεμπέλα

Ἐγὼ ὡσὰν ἄλλη στοργικὴ τροφὸς ἐσπαργάνωσα τὸν Ἐφραίμ (τὸν Ἰσραηλιτικὸν λαὸν) καὶ τὸν ἀνέλαβα εἰς τὴν ἀγκαλιά μου. Οἱ Ἰσραηλῖται ὅμως αὐτοὶ δὲν ἀνεγνώρισαν ὅτι, μὲ τὸ νὰ ἐξολοθρεύω ἄλλα ἔθνη, ἰάτρευα καὶ ὠφελοῦσα αὐτούς, διότι τοὺς ἀπήλλασσα ἀπὸ τὴν δουλείαν.

Ὡσ. 11,4

ἐν διαφθορᾷ ἀνθρώπων ἐξέτεινα αὐτοὺς ἐν δεσμοῖς ἀγαπήσεώς μου καὶ ἔσομαι αὐτοῖς ὡς ῥαπίζων ἄνθρωπος ἐπὶ τὰς σιαγόνας αὐτοῦ· καὶ ἐπιβλέψομαι πρὸς αὐτόν, δυνήσομαι αὐτῷ.

Κολιτσάρα

Ἄνθρωποι ἐξωλοθρεύθησαν, ὅταν ἐγὼ ἥπλωνα πρὸς αὐτοὺς τὰ χέρια μου ἐν τῷ δεσμῷ τῆς ἀγάπης μου. Ἐγὼ θὰ εἶμαι δι’ αὐτούς, ὅπως ὁ στοργικὸς πατήρ, ὁ ὁποῖος ραπίζει τὰς παρειὰς τοῦ παιδιοῦ του εἰς διόρθωσιν. Θὰ ἐπιβλέψω μὲ στοργὴν πρὸς τὸν λαὸν αὐτὸν καὶ μὲ τὴν ἄπειρον δύναμίν μου θὰ τὸν σώσω.

Τρεμπέλα

Τότε ποὺ εὑρίσκοντο εἰς τὸν φθοροποιὸν λάκκον τῆς δουλείας τῆς Αἰγύπτου, ἔρριψα τὰ σχοινιὰ τῆς ἀγάπης μου καὶ τοὺς ἀνέσυρα. Ἐπειδὴ τοὺς ἀγάπησα ὡς μικρὸ παιδί, ὅταν τοὺς τιμωρῷ, ὁμοιάζω μὲ φιλόστοργον πατέρα, ποὺ ραπίζει τὸ παιδί του εἰς τὶς σιαγόνες πρὸς παιδαγωγίαν. Καὶ ἀφοῦ τοὺς τιμωρήσω, θὰ ρίψω εἰς αὐτοὺς εὐσπλαγχνικὸν βλέμμα καὶ θὰ ἠμπορέσω νὰ τοὺς σώσω (ἢ κατ’ ἄλλην ἑρμηνείαν: Θὰ τοὺς κυττάξω μὲ αὐστηρὸν βλέμμα, καὶ αὐτὸ θὰ εἶναι ἀρκετὸν διὰ νὰ γίνω κύριός των καὶ νὰ ἐξαφανίσω τὴν ἁμαρτίαν, ποὺ ὑπάρχει μεταξύ των).

Ὡσ. 11,5

κατῴκησεν Ἐφραὶμ ἐν Αἰγύπτῳ, καὶ Ἀσσοὺρ αὐτὸς βασιλεὺς αὐτοῦ, ὅτι οὐκ ἠθέλησεν ἐπιστρέψαι.

Κολιτσάρα

Ἀλλὰ ὁ ἰσραηλιτικὸς λαὸς διὰ τὰς ἁμαρτίας μου μετεφέρθη αἰχμάλωτος εἰς τὴν χώραν τῆς Αἰγύπτου. Οἱ Ἀσσύριοι θὰ βασιλεύουν ἐπάνω εἰς αὐτόν, διότι δὲν ἠθέλησε νὰ ἐπιστρέψῃ ἐν μετανοίᾳ πρὸς τὸν Θεόν του.

Τρεμπέλα

Ὀσεσδήποτε φορὲς καὶ ἂν καταφύγῃ ὁ Ἐφραίμ (ὁ Ἰσραηλιτικὸς λαός) εἰς τὴν Αἴγυπτον, ζητῶν ἀπὸ ἐκεῖ βοήθειαν καὶ συμμαχίαν, δὲν θὰ ἀποφύγῃ τὴν ὑποδούλωσίν του εἰς τοὺς Ἀσσυρίους, διότι δὲν ἠθέλησε νὰ ἐπιστρέψῃ ἀπὸ τὴν εἰδωλολατρίαν ἐν μετανοίᾳ εἰς Ἐμὲ, τὸν Θεόν του (ἢ κατ’ ἄλλην ἑρμηνείαν: Ὁ Ἐφραὶμ θὰ ὁδηγηθῇ αἰχμάλωτος εἰς τὴν Αἴγυπτον, καὶ οἱ Ἀσσύριοι θὰ κυριαρχήσουν ἐπ’ αὐτοῦ, διότι...).

Ὡσ. 11,6

καὶ ἠσθένησε ῥομφαία ἐν ταῖς πόλεσιν αὐτοῦ καὶ κατέπαυσεν ἐν ταῖς χερσὶν αὐτοῦ, καὶ φάγονται ἐκ τῶν διαβουλίων αὐτῶν.

Κολιτσάρα

Ἡ πολεμική του ρομφαία ἔγινε ἀσθενὴς καὶ ἀδύνατος διὰ τὴν ὑπεράσπισιν τῶν πόλεών του. Τὰ χέρια του ἠτόνησαν καὶ ἔπαυσαν νὰ τὴν χειρίζωνται. Ἔτσι δὲ θὰ φάγουν καὶ θὰ ἀπολαύσουν τοὺς καρποὺς τῶν κακῶν ἐπιθυμιῶν καὶ ἀποφάσεών των.

Τρεμπέλα

Ἡ πολεμικὴ ρομφαία ἀπεδείχθη ἀνίσχυρος εἰς τὰ χέρια των, διὰ νὰ ὑπερασπίσουν τις πόλεις των, καὶ οἱ πολεμικοὶ ἄνδρες ἔπαυσαν νὰ ἐνεργοῦν κάτι τὸ πολεμικὸν ἔτσι θὰ δρέψουν ἀναγκαστικῶς τοὺς καρπούς τῶν πονηρῶν των βουλευμάτων καὶ ἀποφάσεων.

Ὡσ. 11,7

καὶ ὁ λαὸς αὐτοῦ ἐπικρεμάμενος ἐκ τῆς κατοικίας αὐτοῦ, καὶ ὁ Θεὸς ἐπὶ τὰ τίμια αὐτοῦ θυμωθήσεται, καὶ οὐ μὴ ὑψώσῃ αὐτόν.

Κολιτσάρα

Ὁ ταλαιπωρημένος τότε εἰς τὴν ἐξορίαν του ἰσραηλιτικὸς λαός, θὰ λαχταρᾶ καὶ θὰ κρέμαται διὰ τὴν πάτριον γῆν. Ὁ Θεὸς ὅμως διὰ τὰς ἁμαρτίας του ἔχει ὀργισθῆ ἐναντίον τῶν πολυτίμων του πραγμάτων, δηλαδὴ ἐναντίον τοῦ λαοῦ, τῆς χώρας καὶ τοῦ ναοῦ. Δὲν θὰ ἐνισχύσῃ εἰς ἐπάνοδον καὶ δὲν θὰ δοξάσῃ τὸν ἰσραηλιτικὸν λαόν.

Τρεμπέλα

Ὁ Ἰσραηλιτικὸς λαός, εὑρισκόμενος ἐξόριστος καὶ αἰχμάλωτος, θὰ κρέμεται κυριολεκτικὰ καὶ θὰ λαχταρὰ τὴν πατρίδα του· ὁ Θεὸς ὅμως θὰ ὀργισθῇ κατὰ τῶν ὁσίων καὶ ἱερῶν τοῦ Ἰσραήλ, δηλαδὴ κατὰ τὸν Ναοῦ καὶ ὅσων ὑπάρχουν εἰς αὐτόν, καὶ δὲν θὰ ὑψώσῃ τὸν Ἰσραὴλ ἀνιστῶν εἰς τὴν Σαμάρειαν βασιλέα ἢ ἄρχοντας.

Ὡσ. 11,8

τί σε διαθῶμαι, Ἐφραίμ; ὑπερασπιῶ σου, Ἰσραήλ; τί σε διαθῶ; ὡς Ἀδαμὰ θήσομαί σε καὶ ὡς Σεβνείμ; μετεστράφη ἡ καρδία μου ἐν τῷ αὐτῷ, συνεταράχθη ἡ μεταμέλειά μου.

Κολιτσάρα

Πῶς νὰ διατεθῶ ἀπέναντί σου, ἰσραηλιτικὲ λαέ; Νὰ σὲ ὑπερασπίσω ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς, ποὺ σὲ ἀπειλοῦν καὶ σὲ θλίβουν; Πῶς νὰ σὲ μεταχειρισθῶ; Νὰ σὲ φέρω εἰς τὴν κατάστασιν τῶν πόλεων Ἀδαμὰ καὶ Σεβνείμ, ποῦ κατεστράφησαν; Συνεστράφη ἐντός μου ἡ καρδία μου, συνεκλονίσθη ἡ μεταμέλειά μου.

Τρεμπέλα

Πῶς νὰ διατεθῶ ἀπέναντί σου, Ἐφραίμ (Ἰσραηλιτικὲ λαέ); Νὰ σὲ ὑπερασπίσω, Ἰσραήλ; Πῶς νὰ σοῦ συμπεριφερθῶ; Νὰ σὲ καταστρέψω ὅπως τὶς πόλεις Ἄδαμα καὶ Σεβωείμ, ποὺ κατεστράφησαν μὲ τὰ Σόδομα καὶ τὰ Γόμορρα; Ἐν ὅσῳ σὲ κατηγορῶ, συστρέφεται ἡ καρδία μου, συγκλονιζόμενος δὲ καὶ κατακλυζόμενος ἀπὸ τὴν πρὸς σὲ φιλοστοργίαν μου ἔχω μεταμεληθῆ·

Ὡσ. 11,9

οὐ μὴ ποιήσω κατὰ τὴν ὀργὴν τοῦ θυμοῦ μου, οὐ μὴ ἐγκαταλίπω τοῦ ἐξαλειφθῆναι τὸν Ἐφραίμ· διότι Θεὸς ἐγώ εἰμι καὶ οὐκ ἄνθρωπος· ἐν σοὶ ἅγιος, καὶ οὐκ εἰσελεύσομαι εἰς πόλιν.

Κολιτσάρα

Δὲν θὰ πράξω, ὅπως μου ὑπαγορεύει ἡ δικαία ὀργὴ τοῦ θυμοῦ μου. Δὲν θὰ ἐγκαταλείψω τοὺς Ἰσραηλίτας, ὥστε νὰ ἐξαφανισθοῦν ἀπὸ προσώπου τῆς γῆς, διότι ἐγὼ εἶμαι Θεὸς καὶ ὀχι ἄνθρωπος. Ὑπάρχουν καὶ κάποιοι πιστοὶ καὶ δίκαιοι ἀνάμεσα εἰς τὸν λαόν σου, Ἰσραήλ. Διὰ τοῦτο δὲν θὰ εἰσέλθω εἰς τὰς πόλεις σου, διὰ νὰ καταστρέψω αὐτὰς ἐξ ὁλοκλήρου.

Τρεμπέλα

καὶ δὲν θὰ ἐνεργήσω σύμφωνα μὲ τὴν ὀργὴν τοῦ θυμοῦ μου. Δὲν θὰ ἐγκαταλείψω τὸν Ἐφραίμ (τὸν Ἰσραηλιτικὸν λαόν), ὥστε νὰ ἐξολοθρευθῇ. Διότι Ἑγὼ εἶμαι Θεὸς ἀγαθὸς καὶ ὄχι ἄνθρωπος, ποὺ δίδει τὴν νίκην εἰς τὴν ὀργήν. Διότι εἶμαι ἅγιος καὶ καθιστῶ γνωστὴν μεταξύ σου τὴν ἁγιότητά μου καὶ δὲν θὰ εἰσέλθω εἰς τὶς πόλεις σου διὰ νὰ σὲ καταστρέψω (ἢ κατ’ ἄλλην ἑρμηνείαν: Διότι ὑπάρχουν ἅγιοι μεταξύ σου καὶ χάριν αὐτῶν δὲν θὰ εἰσέλθω εἰς τὶς πόλεις σου διὰ νὰ σὲ καταστρέψω).

Ὡσ. 11,10

ὀπίσω Κυρίου πορεύσομαι· ὡς λέων ἐρεύξεται, ὅτι αὐτὸς ὠρύσεται, καὶ ἐκστήσονται τέκνα ὑδάτων.

Κολιτσάρα

Καὶ ὁ Ἰσραὴλ συντετριμμένος ἀπὸ τὴν ἀγάπην τοῦ Κυρίου λέγει· «ὀπίσω ἀπὸ τὸν Κύριον θὰ πορευθῶ. Ὁ Κύριος θὰ βρυχηθῇ ὡς λέων. Ὅταν δὲ ἐκεῖνος βρυχηθῇ ὡς λέων ἐν τῇ δυνάμει του, ὅλοι θὰ ταραχθοῦν ὅπως ταράσσονται τὰ ψάρια εἰς ἀπροσδόκητον θόρυβον τῶν ὑδάτων».

Τρεμπέλα

Ὁ Ἰσραηλιτικὸς λαὸς ἀπαντᾷ εἰς τὴν φιλανθρωπίαν αὐτὴν τοῦ Θεοῦ: «Ἐγὼ ὁ ἀποστάτης θὰ ἀκολουθήσω τὸν Κύριον. Ὁ παντοδύναμος Κύριος θὰ βρυχηθῇ ὡσὰν λιοντάρι· ὅταν δὲ βρυχηθῇ καὶ οὐρλιάζῃ ὡσὰν λιοντάρι, θὰ γεμίσῃ φόβον καὶ τρόμον τοὺς Βαβυλωνίους, ὅπως τρομοκρατοῦνται τὰ ψάρια, τὰ ὁποῖα οὔτε κτύπον ἀνέχονται οὔτε σκιὰν ἀνθρωπίνην».

Ὡσ. 11,11

ἐκστήσονται ὡς ὄρνεον ἐξ Αἰγύπτου καὶ ὡς περιστερὰ ἐκ γῆς Ἀσσυρίων· καὶ ἀποκαταστήσω αὐτοὺς εἰς τοὺς οἴκους αὐτῶν, λέγει Κύριος.

Κολιτσάρα

Οἱ Ἰσραηλῖται θὰ πτερυγίσουν ἀπὸ τὴν Αἴγυπτον ὡσὰν πτηνά, ὡσὰν περιστεραὶ ἀπὸ τὴν χώραν τῶν Ἀσσυρίων. Ἐγὼ δὲ θὰ ἀποκαταστήσω αὐτοὺς εἰς τὰς οἰκίας των, λέγει ὁ Κύριος.

Τρεμπέλα

Οἱ Ἰσραηλῖται θὰ πετάξουν ὡς πτηνὰ καὶ θὰ φύγουν ἀπὸ τὴν Αἴγυπτον καὶ ὡς περιστερὲς ἀπὸ τὴν χώραν τῶν Ἀσσυρίων. Καὶ ἐγὼ θὰ τοὺς ἀποκαταστήσω εἰς τὴν πατρίδα καὶ τοὺς οἴκους των, λέγει ὁ Κύριος.

Κεφάλαιο 12

Ὡσ. 12,1

Ἐκύκλωσέ με ἐν ψεύδει Ἐφραὶμ καὶ ἐν ἀσεβείαις οἶκος Ἰσραὴλ καὶ Ἰούδα. νῦν ἔγνω αὐτοὺς ὁ Θεός, καὶ λαὸς ἅγιος κεκλήσεται Θεοῦ.

Κολιτσάρα

Μὲ περιεκύκλωσαν οἱ Ἰσραηλῖται μὲ τὰς ψευδαλογίας των, μὲ τὰς ἀσεβείας των ἡ φυλὴ Ἰσραὴλ καὶ Ἰούδα. Ὁ Θεὸς ὅμως ἀποβλέπων εἰς μετάνοιάν των θὰ τοὺς δεχθῇ καὶ θὰ τοὺς ἀναγνωρίσῃ ὡς λαόν του. Καὶ ἔτσι αὐτοὶ θὰ κληθοῦν πάλιν λαὸς ἅγιος τοῦ Θεοῦ.

Τρεμπέλα

Ὁ Ἐφραίμ (ὁ Ἰσραηλιτικὸς λαός) μὲ περιεκύκλωσε μὲ τὴν ψευδῆ λατρείαν, τὴν εἰδωλολατρίαν μαζὶ δὲ μὲ τὶς δολιότητες καὶ διπλοπροσωπίες τοῦ Ἰσραὴλ μὲ περιεκύκλωσαν καὶ ἐκεῖνες τοῦ Ἰουδαϊκοῦ λαοῦ (τοῦ νοτίου βασιλείου). Ὅμως, παρ’ ὅλον ὅτι εἶναι τέτοιοι, ὁ Θεὸς τοὺς ἀγάπησε καὶ θὰ τοὺς ἀποκαταστήσῃ· θὰ τοὺς ὀνομάσῃ καὶ θὰ τοὺς ἀναγνωρίσῃ λαὸν ἅγιον, ἀφιερωμένον εἰς τὸν Θεόν.

Ὡσ. 12,2

ὁ δὲ Ἐφραὶμ πονηρὸν πνεῦμα ἐδίωξε, καύσωνα ὅλην τὴν ἡμέραν· κενὰ καὶ μάταια ἐπλήθυνε καὶ διαθήκην μετὰ Ἀσσυρίων διέθετο, καὶ ἔλαιον εἰς Αἴγυπτον ἐνεπορεύετο.

Κολιτσάρα

Προηγουμένως ὅμως ὁ ἰσραηλιτικὸς λαὸς ἀφέθη νὰ στροβιλισθῇ εἰς βίαιον ἄνεμον, ἐρρίφθη εἰς φοβερὸν καύσωνα καθ’ ὅλας τὰς ἡμέρας τῆς ζωῆς του. Πολλὰ κούφια καὶ ψευδῆ ἀγάλματα κατεσκεύασε. Συνῆψε συμφωνίαν μὲ τοὺς Ἀσσυρίους, καὶ ἔλαιον φιλίας διεπραγματεύετο εἰς τὴν Αἴγυπτον.

Τρεμπέλα

Ἀλλὰ πρὶν ἀπὸ τὴν ἀποκατάστασιν αὐτὴν ὁ Ἐφραὶμ ἐπεζήτησε τὸν ὁρμητικὸν ἄνεμον τῶν κακῶν καὶ τῶν θλίψεων, ἐπεδίωξεν ὅλην τὴν ἡμέραν τῆς ζωῆς του τὸν ἀφόρητον καύσωνα τῶν συμφορῶν. Πῶς; Μὲ τὸ νὰ κατασκευάσει πλῆθος κούφια εἴδωλα καὶ μάταια θυσιαστήρια τῶν εἰδώλων καὶ μὲ τὸ νὰ συνάψῃ συμφωνίες μὲ τοὺς Ἀσσυρίους καὶ μὲ τὸ νὰ προσφέρῃ εἰς τοὺς Αἰγυπτίους ὡς δῶρον φιλίας λάδι.

Ὡσ. 12,3

καὶ κρίσις τῷ Κυρίῳ πρὸς Ἰούδαν τοῦ ἐκδικῆσαι τὸν Ἰακώβ· κατὰ τὰς ὁδοὺς αὐτοῦ καὶ κατὰ τὰ ἐπιτηδεύματα αὐτοῦ ἀποδώσει αὐτῷ.

Κολιτσάρα

Ὁ Κύριος θὰ κρίνῃ καὶ θὰ δικάσῃ ἐκ παραλλήλου πρὸς τὸν ἰσραηλιτικὸν λαὸν καὶ αὐτὴν τὴν φυλὴν τοῦ Ἰούδα ὅλους τοὺς ἀπογόνους τοῦ Ἰακώβ. Θὰ ἀποδώσῃ εἰς αὐτοὺς ἀνάλογα πρὸς τὰ κακὰ ἔργα των, πρὸς τὰς πορείας τῆς ζωῆς των.

Τρεμπέλα

Ὁ Κύριος θὰ κατακρίνῃ καὶ θὰ καταδικάσῃ ἐκτὸς ἀπὸ τὶς δέκα φυλὲς τοῦ Ἰσραήλ (τὸ βόρειον βασίλειον) καὶ τὸ βασίλειον τοῦ Ἰούδα (τὶς δύο φυλὲς τοῦ νοτίου βασιλείου). Ἔτσι θὰ τιμωρήσῃ ὅλους τοὺς ἀπογόνους τοῦ δικαίου Ἰακώβ, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐμιμήθησαν τὴν ἀρετὴν τοῦ Πατριάρχου. Θὰ τοὺς τιμωρήσῃ ἀξίως καὶ ἀναλόγως πρὸς τὴν ὅλην διαγωγὴν καὶ τὰ πονηρά των ἔργα.

Ὡσ. 12,4

ἐν τῇ κοιλίᾳ ἐπτέρνισε τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ καὶ ἐν κόποις αὐτοῦ ἐνίσχυσε πρὸς Θεὸν

Κολιτσάρα

Ἄλλοτε ὁ Ἰακώβ, εἰς τὴν κοιλίαν τῆς μητρός του, ὑπεσκέλισε τὸν ἀδελφόν του τὸν Ἡσαῦ, μὲ κόπον δὲ εἰς πάλην μετὰ τοῦ Θεοῦ ὑπερίσχυσεν αὐτοῦ.

Τρεμπέλα

Ὁ Ἰακώβ,ὅταν ἀκόμη εὑρίσκετο εἰς τὴν κοιλίαν τῆς μητέρας του μὲ τὸν δίδυμον ἀδελφὸν τοῦ Ἡσαῦ, παρηγκώνισε τὸν ἀδελφόν του καὶ τὸν ὑπεσκέλισε· καὶ εἰς τὴν ἀνδρικήν του ἡλικίαν ἔπειτα ἀπὸ κόπον, ἀγῶνα καὶ πάλην μὲ τὸν Θεὸν ἀνεδείχθη ἰσχυρός.

Ὡσ. 12,5

καὶ ἐνίσχυσε μετὰ ἀγγέλου, καὶ ἠδυνάσθη. ἔκλαυσαν καὶ ἐδεήθησάν μου, ἐν τῷ οἴκῳ Ὦν εὕροσάν με, καὶ ἐκεῖ ἐλαλήθη πρὸς αὐτούς.

Κολιτσάρα

Ἐπάλαισεν ἐναντίον τοῦ ἀγγέλου καὶ ἀνεδείχθη ἰσχυρότερος. Ἔκλαυσαν καὶ μὲ θερμὰς δεήσεις μὲ παρεκάλεσαν οἱ Ἰσραηλῖται. Μὲ εὑρῆκαν εἰς τὴν Βαιθήλ, ἡ ὁποία ἔγινε οἶκος τοῦ εἰδώλου Ὦν, καὶ ἐκεῖ ὡμίλησα πρὸς αὐτούς.

Τρεμπέλα

Ὁ Ἰακὼβ ἐπάλαισε γενναῖα μὲ ἄγγελον καὶ τὸν ἐνίκησεν. Οἱ ἀπόγονοι τοῦ Ἰακώβ, οἱ Ἰσραηλῖται, μὲ παρεκάλεσαν μὲ δάκρυα καὶ μὲ εὐρῆκαν εἰς τὴν Βαιθήλ, (ποὺ ἔγινε ἀργότερα οἶκος τοῦ εἰδωλολατρικοῦ θεοῦ Ὦν), ἐκεῖ δὲ τοὺς ἐμίλησα.

Ὡσ. 12,6

ὁ δὲ Κύριος ὁ Θεὸς ὁ παντοκράτωρ ἔσται μνημόσυνον αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

Εἶπα· Κύριος ὁ Θεὸς ὁ παντοκράτωρ, αὐτὸς νὰ εἶναι πάντοτε εἰς τὴν μνήμην καὶ τὴν καρδίαν τοῦ λαοῦ.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Κύριος, ὁ Θεὸς ὁ Παντοκράτωρ, θὰ μνημονεύεται πάντοτε ἀπὸ τὸν Ἰσραηλιτικὸν λαόν.

Ὡσ. 12,7

καὶ σὺ ἐν Θεῷ σου ἐπιστρέψεις· ἔλεον καὶ κρίμα φυλάσσου καὶ ἔγγιζε πρὸς τὸν Θεόν σου διαπαντός. -

Κολιτσάρα

Καὶ σύ, λαέ, πρέπει νὰ ἐπιστρέψῃς πρὸς τὸν Θεόν σου. Φύλαττε εὐσπλαγχνίαν καὶ δικαιοσύνην καὶ ἔτσι πλησίαζε πρὸς τὸν Θεόν σου διὰ παντός.

Τρεμπέλα

Καὶ σύ, λαὲ τοῦ Ἰσραήλ, ἂν καὶ εἶσαι τώρα ἀπειθὴς καὶ ἄτακτος, ἀφοῦ παιδαγωγηθῇς ἀπὸ τὸν Θεόν, νὰ ἐπιστρέψῃς. Πρόσεχε δὲ νὰ φυλάσσῃς εὐσπλαγχνίαν καὶ δικαιοσύνην καὶ μὴ παραπλανᾶσαι εἰς εἰδωλολατρίαν, ἀλλὰ πλησίαζε συνεχῶς εἰς τὸν Θεὸν μὲ τὸ νὰ τηρῇς πάντοτε καὶ σταθερὰ τὰ θεῖα προστάγματα.

Ὡσ. 12,8

Χαναὰν ἐν χειρὶ αὐτοῦ ζυγὸς ἀδικίας, καταδυναστεύειν ἠγάπησε.

Κολιτσάρα

Οἱ κάτοικοι τῆς Χαναὰν κρατοῦν εἰς τὰ χέρια των ζυγὸν ἄδικον. Ἀγαποῦν νὰ καταδυναστεύουν καὶ ἐκμεταλλεύωνται τοὺς ἄλλους.

Τρεμπέλα

Ὁ μὲν Θεὸς αὐτὰ ζητεῖ ἀπὸ τὸν λαὸν τοῦ Ἰσραήλ· αὐτὸς δὲ ἔγινε ὅμοιος πρὸς τοὺς Χαναναίους, οἱ ὁποῖοι κρατοῦν εἰς τὰ χέρια των ζυγαριὰν ἀδικίας· εἶναι πλεονέκται καὶ ἄδικον ἀρέσκονται νὰ καταδυναστεύουν, νὰ καταπιέζουν καὶ νὰ ἐκμεταλλεύωνται.

Ὡσ. 12,9

καὶ εἶπεν Ἐφραίμ· πλὴν πεπλούτηκα, εὕρηκα ἀναψυχὴν ἐμαυτῷ. πάντες οἱ πόνοι αὐτοῦ οὐχ εὑρεθήσονται αὐτῷ, δι’ ἀδικίας ἃς ἥμαρτεν.

Κολιτσάρα

Ἀλλὰ καὶ ὁ ἰσραηλιτικὸς λαὸς εἶπε: Ἐγὼ ἐν τούτοις ἔχω πλουτήσει· εὑρῆκα καὶ ἐξησφάλισα διὰ τὸν ἑαυτόν μου ἄνετον καὶ εὐχάριστον ζωήν. Ἀλλὰ ὅλοι αὐτοὶ οἱ κόποι του δὲν θὰ ἀποβοῦν εἰς δικαίωσίν του καὶ εἰς τὸ καλόν του ἐξ αἰτίας τῶν ἀδικιῶν, τὰς ὁποίας διέπραξε.

Τρεμπέλα

Ὁ Ἐφραίμ (ὁ Ἰσραηλιτικὸς λαός) εἶπε γεμᾶτος αὐταρέσκειαν: «Ὅμως ἐγὼ ἔχω πλουτήσει, ἔχω εὕρει ἄνεσιν, ἀναψυχὴν καὶ ἀνάπαυσιν ἀπὸ τὸν καύσωνα παντὸς πειρασμοῦ». Καὶ ὅμως δὲν θὰ συμβῇ αὐτό! Διότι ὅλοι οἱ κόποι του διὰ τὸν πλουτισμόν του θὰ ἀποβοῦν μάταιοι! Εἰς τίποτε δὲν θὰ τὸν ὠφελήσουν, ἕνεκα τῶν παρανομιῶν, τὶς ὁποῖες διέπραξε καὶ διὰ τὶς ὁποῖες εἶναι ἔνοχος.

Ὡσ. 12,10

ἐγὼ δὲ Κύριος ὁ Θεός σου ἀνήγαγόν σε ἐκ γῆς Αἰγύπτου, ἔτι κατοικιῶ σε ἐν σκηναῖς καθὼς ἡμέρᾳ ἑορτῆς.

Κολιτσάρα

Ἐγώ, ὁ Κύριος καὶ Θεός σου, ὁ ὁποῖος ἐλευθέρους σᾶς ἔφερα ἀπὸ τὴν γῆν τῆς Αἰγύπτου, θὰ σᾶς διώξω ἀπὸ τὰς κατοικίας σας καὶ θὰ σᾶς βάλω νὰ κατοικήσετε κάτω ἀπὸ σκηνάς, ὅπως κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς ἑορτῆς τῆς Σκηνοπηγίας.

Τρεμπέλα

Ἐγὼ δὲ ὁ Κύριος καὶ Θεός σου, ὅπως σὲ ἐλευθέρωσα καὶ σὲ ἀνέβασα ἀπὸ τὴν χώραν τῆς Αἰγύπτου καὶ σὲ ἐγκατέστησα εἰς τὴν Χαναάν, ἔτσι θὰ σὲ μετοικίσω καὶ πάλιν καὶ θὰ σὲ ἐγκαταστήσω εἰς σκηνές, ὅπως συνήθιζες νὰ κατοικῇς εἰς σκηνὲς κατὰ τὴν ἑορτὴν τῆς Σκηνοπηγίας.

Ὡσ. 12,11

καὶ λαλήσω πρὸς προφήτας, καὶ ἐγὼ ὁράσεις ἐπλήθυνα καὶ ἐν χερσὶ προφητῶν ὡμοιώθην.

Κολιτσάρα

Ἐγώ, ὁμιλῶ πρὸς τοὺς προφήτας, ἐγὼ ἔδειξα εἰς αὐτοὺς πολυάριθμα ὁράματα. Διὰ μέσου αὐτῶν ὡς διὰ τῶν χειρῶν των, παρουσιάσθην εἰς τὸν λαόν.

Τρεμπέλα

Ἔχω ὁμιλήσει πρὸς τοὺς προφήτας (καὶ δι’ αὐτῶν εἰς σᾶς) καὶ Ἐγὼ ἀπεκάλυψα εἰς αὐτοὺς πλῆθος ὀπτασιῶν, ὁραμάτων καὶ τύπων καὶ ἐφανέρωσα τὸ θέλημά μου εἰς τὸν λαὸν ἐπάνω εἰς τὰ καθημερινὰ γεγονότα διὰ τῶν προφητῶν αὐτῶν.

Ὡσ. 12,12

εἰ μὴ Γαλαὰδ ἐστιν, ἄρα ψευδεῖς ἦσαν ἐν Γαλγὰλ ἄρχοντες θυσιάζοντες, καὶ τὰ θυσιαστήρια αὐτῶν ὡς χελῶναι ἐπὶ χέρσον ἀγροῦ.

Κολιτσάρα

Εἰς τὴν Γαλαὰδ δὲν ὑπάρχει, εἰμὴ ἁμαρτωλότης καὶ εἰδωλολατρεία. Ἄρα καὶ αὐτοὶ καὶ οἱ ἄρχοντες εἰς Γάλγαλα, ἐφ’ ὅσον ἐθυσίαζαν εἰς τὰ εἴδωλα, ἦσαν ψευδολόγοι καὶ ἀπατεῶνες. Καὶ τὰ θυσιαστήρια αὐτῶν εἶναι πολυάριθμα εἰς τὴν χώραν, ὅπως αἱ χελῶναι εἰς τοὺς χέρσους ἀγρούς.

Τρεμπέλα

Ὁ Θεὸς ἔτσι ἐνουθετοῦσε τὸν Ἰσραηλιτικὸν λαόν. Αὐτὸς ὅμως ἀνέβαινεν εἰς τὰ Γάλγαλα, ὅπου ἦσαν ναοὶ τῶν εἰδώλων. Ἐκεῖ εἰς τὰ εἰδωλολατρικὰ Γάλγαλα καὶ εἰς τὴν πόλιν τῆς Γαλαάδ, ὅπου ἦσαν τὰ εἴδωλα καὶ ἡ ἁμαρτία, τόσον οἱ Ἰσραηλῖται, ὅσον καὶ οἱ ἄρχοντές των, ποὺ ἀνέβαιναν καὶ ἐθυσίαζαν εἰς τὰ εἴδωλα, ἦσαν ψεῦτες καὶ ἀπατεῶνες. Τὰ εἰδωλολατρικὰ θυσιαστήριά των ἐγέμισαν τὴν χώραν, ὅπως γεμίζουν ἀπὸ χελῶνες τὰ χέρσα χωράφια.

Ὡσ. 12,13

καὶ ἀνεχώρησεν Ἰακὼβ εἰς πεδίον Συρίας, καὶ ἐδούλευσεν Ἰσραὴλ ἐν γυναικὶ καὶ ἐν γυναικὶ ἐφυλάξατο.

Κολιτσάρα

Ὁ Ἰακὼβ εἶχεν ἀναχωρήσει εἰς τὴν πεδιάδα τῆς Συρίας, εἰργάσθη ἐκεῖ ὡς δοῦλος διὰ τὴν ἀπόκτησιν τῆς συζύγου. Πρὸς χάριν τῆς γυναικός του αὐτῆς ἐφύλαξε πρόβατα.

Τρεμπέλα

Ὁ Ἰακὼβ ἀνεχώρησεν ἀπὸ τὴν Χαναὰν καὶ μετέβη εἰς τὴν πεδιάδα τῆς Συρίας πλησίον τοῦ Λάβαν. Εἰς αὐτὸν ὁ Ἰακὼβ εἰργάσθη σκληρὰ ὡς δοῦλος, διὰ νὰ ἀποκτήσῃ ὡς σύζυγον τὴν θυγατέρα τοῦ Λάβαν καὶ πρὸς χάριν τῆς γυναικὸς αὐτῆς ἐφύλαξε τὰ πρόβατα τοῦ Λάβαν.

Ὡσ. 12,14

καὶ ἐν προφήτῃ ἀνήγαγε Κύριος τὸν Ἰσραὴλ ἐκ γῆς Αἰγύπτου, καὶ ἐν προφήτῃ διεφυλάχθη.

Κολιτσάρα

Ὁ Κύριος ὅμως, διὰ μέσου τοῦ προφήτου Μωϋσέως ἀνέβασε τὸν πολυάριθμον ἰσραηλιτικὸν λαὸν ἀπὸ τὴν χώραν τῆς δουλείας, ἀπὸ τὴν Αἴγυπτον, καὶ ὑπὸ τὴν καθοδήγησιν καὶ ἠγεσίαν αὐτοῦ τοῦ προφήτου διετηρήθη ὁ λαός.

Τρεμπέλα

Ἐπίσης ὁ Κύριος ἐλευθέρωσε καὶ ὡδήγησε τὸν Ἰσραηλιτικὸν λαὸν ἀπὸ τὴν Αἴγυπτον διὰ τοῦ προφήτου Μωϋσέως καὶ διὰ τοῦ ἰδίου προφήτου τοὺς διεφύλαξεν εἰς τὴν ἔρημον ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς των.

Ὡσ. 12,15

ἐθύμωσεν Ἐφραὶμ καὶ παρώργισε, καὶ τὸ αἷμα αὐτοῦ ἐπ’ αὐτὸν ἐκχυθήσεται, καὶ τὸν ὀνειδισμὸν αὐτοῦ ἀνταποδώσει αὐτῷ Κύριος.

Κολιτσάρα

Ὁ Ἰσραηλιτικὸς ὅμως λαός, παραβλέπων τὰς τόσας δωρεὰς τοῦ Θεοῦ, ἐφέρθη προκλητικῶς ἀπέναντί του. Ἐξώργισε τὸν Θεὸν ἐναντίον του. Διὰ τοῦτο καὶ ἐξ αἰτίας τῶν ἁμαρτιῶν του θὰ χυθῇ ἐπάνω του τὸ αἷμα τῆς φυλῆς του, διότι ὁ Κύριος θὰ ἀνταποδώσῃ εἰς αὐτὸν τοὺς ὀνειδισμοὺς καὶ τὰς ὕβρεις του.

Τρεμπέλα

Ἔτσι ἐφέρθη ὁ Ἰακὼβ καὶ διὰ τὴν ἀρετήν του ἔτσι τὸν εὐηργέτησεν ὁ Θεός. Ὅμως ὁ ἀπόγονος τοῦ Ἐφραίμ (ὁ Ἰσραηλιτικὸς λαός) ὕβρισε καὶ ἐπροκάλεσε τὸν Θεὸν μὲ τὴν διαγωγήν του καὶ Τὸν ἐξώργισεν ἐναντίον του. Ἀλλὰ κανεὶς ἄλλος δὲν πταίει διὰ τὴν καταστροφήν του, διότι ἡ ἐνοχὴ καὶ ἡ εὐθύνη διὰ τὸ αἷμα, ποὺ ἔχυσε, θὰ ἐπέλθῃ ἐπάνω του· ὁ δὲ Κύριος θὰ ἀνταποδώσῃ εἰς αὐτὸν κατάλληλον καὶ δικαίαν τιμωρίαν, ἀναλόγως τῶν δυσσεβειῶν του.

Κεφάλαιο 13

Ὡσ. 13,1

Κατὰ τὸν λόγον Ἐφραὶμ δικαιώματα ἔλαβεν αὐτὸς ἐν τῷ Ἰσραὴλ καὶ ἔθετο αὐτὰ τῇ Βάαλ καὶ ἀπέθανε.

Κολιτσάρα

Ὠμιλοῦσεν ἀπὸ θέσεως ἰσχύος ἡ φυλὴ τοῦ Ἐφραὶμ καὶ ἐζητοῦσε καὶ ἐλάμβανε δικαιώματα ἀπὸ τὸν ἰσραηλιτικὸν λαόν, τὰ ὁποῖα ἐν τούτοις κατέθετεν εἰς τὸ εἴδωλον Βαάλ. Διὰ τοῦτο καὶ ἐπέσυρε τὴν καταστροφήν της.

Τρεμπέλα

Ἡ φυλὴ τοῦ Ἐφραίμ, ὅσον χρόνον ὡμιλοῦσε ταπεινά, μὲ φόβον καὶ χωρὶς προπέτειαν κατὰ τοῦ Θεοῦ (ἢ ἐπειδὴ διατηροῦσε στρατόν), ὑπερεῖχεν εἰς δύναμιν μεταξὺ τῶν ἄλλων φυλῶν. Ἐνῷ δὲ ἔλαβεν ἀπὸ ἐμὲ τὸν Θεὸν δικαιώματα καὶ νόμους, σύμφωνα μὲ τοὺς ὁποίους ἔπρεπε νὰ ζῇ καὶ νὰ πολιτεύεται, ἀγάπησε ἀντ’ αὐτῶν τὶς παρανομίες τῶν εἰδώλων καὶ κατέθετεν αὐτὰ εἰς τὴν Βάαλ, τὴν ὁποίαν ἐλάτρευε. Διὰ τοῦτο ἐτρύγησεν ἀπὸ τὰ εἴδωλα ἀντὶ ζωῆς καταστροφὴν καὶ θάνατον.

Ὡσ. 13,2

καὶ νῦν προσέθεντο τοῦ ἁμαρτάνειν ἔτι, καὶ ἐποίησαν ἑαυτοῖς χώνευμα ἐκ τοῦ ἀργυρίου αὐτῶν κατ’ εἰκόνα εἰδώλων, ἔργα τεκτόνων συντετελεσμένα αὐτοῖς· αὐτοὶ λέγουσι· θύσατε ἀνθρώπους, μόσχοι γὰρ ἐκλελοίπασι.

Κολιτσάρα

Ἀλλὰ καὶ τώρα οἱ τῆς φυλῆς Ἐφραὶμ ἐξακολουθοῦν ἀκόμη νὰ ἁμαρτάνουν. Κατεσκεύασαν ἀγάλματα χωνευτὰ ἀπὸ τὸν ἄργυρόν των κατὰ τὰς εἰκόνας τῶν εἰδώλων, ἔργα τεχνιτῶν, κατεσκευασμένα ἀπὸ χέρια ἀνθρώπων. Ἐπάνω δὲ εἰς τὴν ἀλλοφροσύνην τῆς εἰδωλολατρείας των λέγουν· «θυσιάσατε ἀνθρώπους, διότι δὲν ὑπάρχουν πλέον μόσχοι».

Τρεμπέλα

Οἱ φυλὲς ὅμως τοῦ Ἐφραὶμ δὲν ἐσωφρονίσθησαν ἀπὸ τὸν θάνατον· συνέχιζαν καὶ τώρα νὰ ἁμαρτάνουν καὶ κατεσκεύασαν εἰδωλολατρικὰ ἀγάλματα ἰδικῆς των ἐπινοήσεως, χωνευτὰ ἀπὸ τὸν ἄργυρόν των· κατεσκεύασαν ἐπίσης ἔργα τεχνιτῶν (ἢ κατ’ ἄλλους ξύλινα ἀγάλματα, ξόανα), τὰ ὁποῖα οἱ ἴδιοι ἐπεξειργάσθησαν. Καὶ ὄχι μόνον κατεσκεύασαν τέτοια εἴδωλα, ἀλλ’ ἔφθασαν εἰς τέτοιο σημεῖον καταπτώσεως καὶ πωρώσεως, ὥστε (οἱ ἱερεῖς) παρακινοῦσαν καὶ ἔλεγαν: «Θυσιάστε ἀνθρώπους, διότι δὲν ὑπάρχουν πλέον μοσχάρια»!

Ὡσ. 13,3

διὰ τοῦτο ἔσονται ὡς νεφέλη πρωϊνὴ καὶ ὡς δρόσος ὀρθρινὴ πορευομένη, ὥσπερ χνοῦς ἀποφυσώμενος ἀφ’ ἅλωνος καὶ ὡς ἀτμὶς ἀπὸ δακρύων.

Κολιτσάρα

Ἐξ αἰτίας τῆς διαφθορᾶς καὶ εἰδωλολατρείας των αὐτῆς, θὰ γίνουν καὶ θὰ σβήσουν ὡσὰν τὴν πρωϊνὴν ὁμίχλην, ἡ ὁποία διαλύεται. Ὡσὰν τὴν πρωϊνὴν δρόσον, ἡ ὁποία ταχέως παρέρχεται, ὅπως τὸ χνούδι, τὸ ὁποῖον φυσᾷ ὁ ἄνεμος μακρυὰ ἀπὸ τὸ ἁλῶνι. Ὡσὰν τὸ δάκρυον ἀπὸ τὰ μάτια.

Τρεμπέλα

Διὰ τοῦτο οἱ Ἰσραηλῖται, ἕνεκα τῆς ὑπερβολικῆς των ἀσεβείας καὶ διαφθορᾶς, θὰ ἀφανισθοῦν ἐμπρὸς εἰς τὴν ἔφοδον τῶν ἐχθρῶν των, ὅπως εὔκολα καὶ γρήγορα ἐξαφανίζεται ἐμπρὸς εἰς τὶς ἀκτῖνες τοῦ ἡλίου ἡ πρωϊνὴ νεφέλη καὶ ἡ ὀρθρινὴ δρόσος· καὶ ὅπως τὸ ψιλὸν καὶ τριμμένον ἄχυρον, τὸ ὁποῖον φυσᾷ καὶ ἁρπάζει ὁ ἄνεμος σὰν χνούδι ἀπὸ τὸ ἁλῶνι καὶ τὸ ἀπομακρύνει· καὶ ὅπως ἐξατμίζεται τὸ δάκρυ ἀπὸ τὰ μάτια (ἢ κατ’ ἄλλην γραφήν: Ὅπως διαλύεται ὁ καπνός, ποὺ βγαίνει ἀπὸ τὴν καπνοδόχον).

Ὡσ. 13,4

ἐγὼ δὲ Κύριος ὁ Θεός σου ὁ στερεῶν τὸν οὐρανὸν καὶ κτίζων γῆν, οὗ αἱ χεῖρες ἔκτισαν πᾶσαν τὴν στρατιὰν τοῦ οὐρανοῦ, καὶ οὐ παρέδειξά σοι αὐτὰ τοῦ πορεύεσθαι ὀπίσω αὐτῶν· καὶ ἐγὼ ἀνήγαγόν σε ἐκ γῆς Αἰγύπτου, καὶ Θεὸν πλὴν ἐμοῦ οὐ γνώσῃ, καὶ σῴζων οὐκ ἔστι πάρεξ ἐμοῦ.

Κολιτσάρα

Ἐγὼ ὅμως εἶμαι Κύριος ὁ Θεός σου, ὁ ὁποῖος ἐστερέωσα τὸν οὐρανὸν καὶ ἔκτισα τὴν γῆν. Ἐγὼ εἶμαι ἐκεῖνος, τοῦ ὁποίου αἱ χεῖρες ἐδημιούργησαν ὅλην τὴν στρατιὰν τῶν ἀστέρων τοῦ οὐρανοῦ καὶ ὄχι μόνον δὲν σοῦ ὑπέδειξα ἀλλὰ καὶ ρητῶς σοῦ ἀπηγόρευσα νὰ τὰ μεταβάλλῃς εἰς εἴδωλα καὶ νὰ τὰ ἀκολουθῇς ὡς ἐὰν ἦσαν θεοί. Ἐγὼ σὲ ἔβγαλα ἐλεύθερον ἀπὸ τὴν γῆν τῆς Αἰγύπτου, διὰ τοῦτο δὲν πρέπει νὰ γνωρίσῃς καὶ νὰ λατρεύσῃς καὶ νὰ ἀκολουθήσῃς ἄλλον Θεὸν πλὴν ἐμοῦ. Ἐγὼ εἶμαι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος δίδω σωτηρίαν, καὶ ἐκτὸς ἐμοῦ δὲν ὑπάρχει ἄλλος.

Τρεμπέλα

Καὶ σὺ μὲν ἐθυσίαζες εἰς τὰ εἴδωλα, ὡσὰν νὰ ἦσαν κύριοι καὶ θεοί· Κύριος ὁ Θεός σου ὅμως εἶμαι Ἑγώ, ὁ ὁποῖος ἐστηριξα στερεὰ τὸν οὐρανὸν καὶ ἔκτισα τὴν γῆν, ὥστε νὰ ὑπάρχῃ ὅπως ἐκτίσθη ἀπ’ ἀρχῆς. Ἐγὼ εἶμαι Κύριος ὁ Θεός σου, τοῦ ὁποίου τὰ χέρια ἐδημιούργησαν τὰ πλήθη τῶν ἀστέρων τοῦ οὐρανοῦ· καὶ δὲν τὰ ἐπρόβαλα ἐνώπιόν σου διὰ νὰ τὰ προσκυνῇς καὶ νὰ τὰ λατρεύης ὡς θεούς, ἀλλὰ διὰ νὰ θαυμάζῃς καὶ νὰ λατρεύης Ἐμέ, τὸν Δημιουργόν των. Ἐγὼ εἶμαι Κύριος ὁ Θεός σου, ὁ ὁποῖος κατόπιν σὲ ἐλευθέρωσα καὶ σὲ ἀνέβασα ἀπὸ τὴν χώραν τῆς Αἰγύπτου εἰς τὴν Χαναάν. Σοῦ ἔδωσα δὲ ἐντολὴν καὶ ὥρισα νὰ μὴ ἀναγνωρίζῃς καὶ νὰ μὴ θεωρῇς ἄλλον θεὸν ἐκτὸς ἀπὸ Ἐμέ, διότι δὲν ὑπάρχει κανεὶς ἄλλος, ὁ ὁποῖος ἔχει τὴν δύναμιν νὰ σῴζῃ, ἐκτὸς ἀπὸ Ἐμέ.

Ὡσ. 13,5

ἐγὼ ἐποίμαινόν σε ἐν τῇ ἐρήμῳ, ἐν γῇ ἀοικήτῳ

Κολιτσάρα

Ἐγὼ σὲ καθοδηγοῦσα καὶ σὲ διέτρεφα εἰς τὴν ἔρημον, εἰς χώραν ἀκατοίκητον.

Τρεμπέλα

Ἐγὼ σὲ ἐποίμανα εἰς τὴν ἔρημον, εἰς χώραν ἀκατοίκητον·

Ὡσ. 13,6

κατὰ τὰς νομὰς αὐτῶν. καὶ ἐνεπλήσθησαν εἰς πλησμονήν, καὶ ὑψώθησαν αἱ καρδίαι αὐτῶν· ἕνεκα τούτου ἐπελάθοντό μου.

Κολιτσάρα

Ἐχορηγοῦσα εἰς τοὺς προγόνους σου τὰς ἀπαραιτήτους τροφάς. Ἐκεῖνοι δὲ ἔφαγον καθ’ ὑπερβολήν, ἐχορτάσθησαν μὲ τὸ παραπάνω, ὑπερηφανεύθησαν αἱ καρδίαι των μέσα εἰς τὴν ἀφθονίαν τῶν ἀγαθῶν καὶ ἕνεκα τούτου μὲ ἐλησμόνησαν καὶ μὲ ἐγατέλειψαν.

Τρεμπέλα

ἐχορηγοῦσα κατὰ τὴν διέλευσιν τῶν προγόνων σου διὰ μέσου τῆς ἐρήμου τὰ ἀναγκαῖα διὰ τὴν συντήρησίν των ἀγαθά. Καὶ ἐκεῖνοι ἔφαγαν καὶ ἀπήλαυσαν τὰ ἀγαθὰ μέχρι κορεσμοῦ καὶ μέσα εἰς τὰ ἄφθονα ἀγαθὰ ὑπερηφανεύθησαν αἱ καρδίαι των διὰ τοῦτο ἐλησμόνησαν Ἐμὲ τὸν εὐεργέτην των καὶ μὲ ἐγκατέλειψαν.

Ὡσ. 13,7

καὶ ἔσομαι αὐτοῖς ὡς πανθὴρ καὶ ὡς πάρδαλις κατὰ τὴν ὁδὸν Ἀσσυρίων·

Κολιτσάρα

Διὰ τοῦτο ἐγὼ θὰ εἶμαι δι’ αὐτοὺς ὡς ἄγριος πάνθηρ, ὡς λεοπάρδαλις εἰς τὴν ὁδὸν των πρὸς τὴν Ἀσσυρίαν.

Τρεμπέλα

Ἐπειδὴ ὑπερηφανεύθησαν, θὰ συμπεριφερθῶ πρὸς αὐτοὺς ὡσὰν ἄγριος πάνθηρας καὶ ὡσὰν λεοπάρδαλις, παραμονεύων εἰς τὸν δρόμον των πρὸς τοὺς Ἀσσυρίους·

Ὡσ. 13,8

ἀπαντήσομαι αὐτοῖς ὡς ἄρκος ἀπορουμένη καὶ διαρρήξω συγκλεισμὸν καρδίας αὐτῶν, καὶ καταφάγονται αὐτοὺς ἐκεῖ σκύμνοι δρυμοῦ, θηρία ἀγροῦ διασπάσει αὐτούς.

Κολιτσάρα

Θὰ ὁρμήσω ἐναντίον των ὡσὰν ἄρκτος ἀγριεμένη ἀπὸ τὴν πεῖναν. Θὰ διαρρήξω τὸ στῆθος των, τὸ ὁποῖον περικλείει τὴν ἁμαρτωλὴν καρδίαν των. Ἐκεῖ θὰ τοὺς καταφάγουν νεαροὶ πεινασμένοι λέοντες τοῦ δρυμοῦ. Θηρία τοῦ ἀγροῦ θὰ τοὺς κατασπαράξουν.

Τρεμπέλα

θὰ ὁρμήσω ἐναντίον των μὲ ἀσυγκράτητον μανίαν ὡσὰν ἀρκούδα πεινασμένη, ποὺ πιέζεται καὶ δὲν ἠμπορεῖ νὰ φύγῃ (ἢ κατ’ ἄλλην ἑρμηνείαν: Ποὺ στενοχωρεῖται ἀφόρητα, διότι οἱ κυνηγοὶ τῆς ἀφῄρεσαν τὰ νεογνά), καὶ θὰ ξεσχίσω τὸ σφικτοκλεισμένον στῆθος, τὸ ὁποῖον περικλείει τὴν πωρωμένην καρδίαν των, καὶ ἐκεῖ εἰς τὴν ἐχθρικὴν χώραν θὰ τοὺς καταφάγουν τὰ νεαρὰ λιοντάρια τοῦ δάσους, τὰ δὲ ἄγρια θηρία θὰ τοὺς κατακομματιάσουν.

Ὡσ. 13,9

τῇ διαφθορᾷ σου, Ἰσραήλ, τίς βοηθήσει;

Κολιτσάρα

Εἰς αὐτὴν λοιπὸν τὴν καταστροφήν σου, ποιός, ὦ ἰσραηλιτικὲ λαέ, θὰ σὲ βοηθήσῃ;

Τρεμπέλα

Ποῖος θὰ σὲ βοηθήσῃ, Ἰσραηλιτικὲ λαέ, εἰς αὐτὴν τὴν ὁλοκληρωτικὴν ἐρήμωσίν σου;

Ὡσ. 13,10

ποῦ ὁ βασιλεύς σου οὗτος; καὶ διασωσάτω σε ἐν πάσαις ταῖς πόλεσί σου· κρινάτω σε ὃν εἶπας· δός μοι βασιλέα καὶ ἄρχοντα.

Κολιτσάρα

Ποῦ εἶναι αὐτὸς ὁ βασιλεύς σου; Ἂς σὲ ὑπερασπίσῃ ἐναντίον τῶν ἐχθρῶν σου καὶ ἂς διασώσῃ τὰς πόλεις σου. Ἂς σὲ διοικήσῃ καὶ ἂς σὲ κατευθύνῃ ὁ βασιλεύς, διὰ τὸν ὁποῖον σὺ εἶπες· «δός μου βασιλέα ὡς ἄρχοντά μου».

Τρεμπέλα

Ποὺ εἶναι αὐτὸς ὁ βασιλιᾶς σου; Ἂς ἔλθῃ λοιπὸν τώρα νὰ σὲ προστατεύσω καὶ νὰ σὲ διασώσῃ εἰς ὅλες τὶς πόλεις σου· ἂς ἀναλάβῃ τὴν ὑπεράσπισίν σου ὁ βασιλιᾶς σου, διὰ τὸν ὁποῖον σὺ μὲ παρεκάλεσες καὶ μοῦ εἶπες: «Δός μου βασιλιᾶ ὡς ἄρχοντα».

Ὡσ. 13,11

καὶ ἔδωκά σοι βασιλέα ἐν ὀργῇ μου καὶ ἔσχον ἐν τῷ θυμῷ μου

Κολιτσάρα

Ὠργίσθην διὰ τὸ αἴτημά σου καὶ σοῦ ἔδωκα τότε βασιλέα. Ὠργίσθην ὅμως βραδύτερον πολὺ περισσότερον

Τρεμπέλα

Ἐγὼ ὠργίσθηκα τότε διὰ τὸ ἀνόητον αἴτημα καὶ θέλημά σου καὶ σοῦ ἔδωκα βασιλιᾶ, καὶ μακροθυμῶν, χωρὶς ὅμως νὰ ἀρέσκωμαι εἰς τὸ αἴτημα αὐτό, ἐνέδωκα εἰς τὴν ἄδικον αὐτὴν σύμπνοιαν καὶ συμφωνίαν σας καὶ ὠργίσθηκα πολὺ μὲ τὸ πλῆθος τῶν ἁμαρτιῶν σου,

Ὡσ. 13,12

συστροφὴν ἀδικίας. Ἐφραίμ, ἐγκεκρυμμένη ἡ ἁμαρτία αὐτοῦ·

Κολιτσάρα

διὰ τὸ πλῆθος τῶν ἀδικιῶν τῶν ἰδικῶν σου καὶ ἐκείνου. Ἰσραηλιτικὲ λαέ, ἡ τιμωρία σου μένει κρυμμένη, ἀλλ’ ὄχι ὅμως ἄγνωστος εἰς ἐμέ.

Τρεμπέλα

τὶς ὁποῖες συγκεντρώνεις καὶ συνενώνεις καὶ πολλαπλασιάζεις καὶ ἔτσι προχωρεῖς ὁλονὲν βαθύτερον εἰς τὴν ἄβυσσον τῆς ἀνομίας. Τοῦ Ἐφραίμ (τοῦ Ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ) ἡ ἀνομία ἔχει ριζωθῆ βαθιά· δύσκολα ἠμπορεῖ νὰ ξερριζωθῇ.

Ὡσ. 13,13

ὠδῖνες ὡς τικτούσης ἥξουσιν αὐτῷ. οὗτος ὁ υἱός σου ὁ φρόνιμος, διότι οὐ μὴ ὑποστῇ ἐν συντριβῇ τέκνων.

Κολιτσάρα

Θὰ τιμωρηθῇς δι’ αὐτήν. Θὰ ἐπέλθουν ἐναντίον σου μεγάλοι πόνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ ὁμοιάζουν μὲ τὰς ὠδῖνας τοῦ τοκετοῦ. Φυλὴ τοῦ Ἰσραήλ, αὐτὰ εἶναι τὰ παιδιά σου τὰ φρόνιμα! Εἶναι εἰς τὴν πραγματικότητα ἀσύνετα καὶ ἄφρονα. Διὰ τοῦτο δὲν θὰ ἠμπορέσουν νὰ ἀντισταθοῦν εἰς ἐπιδρομὴν ἐχθρῶν, ὅταν ἐκεῖνοι ἐν τῇ μανίᾳ των θὰ συντρίβουν τὰ τέκνα των.

Τρεμπέλα

Διὰ τοῦτο θὰ παραχωρήσω νὰ ἐπέλθουν ἐναντίον του πόνοι τόσον ἰσχυροί, ὅμοιοι πρὸς ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ὑποφέρει ἡ γυναῖκα, ὅταν γεννᾷ. Ποῖος δὲ θὰ τὸν σώσῃ; Μήπως ὁ υἱός σου, ὁ βασιλιᾶς αὐτὸς τῆς φυλῆς Ἐφραίμ, τὸν ὁποῖον ὡς φρόνιμον ἀνέβασες εἰς τὸν θρόνον; Δὲν πρόκειται ὅμως νὰ σὲ ὠφελήσῃ εἰς τίποτε, διότι αὐτός, ἐνῷ τὰ τέκνα σου θὰ συντρίβωνται, δὲν θὰ ἠμπορέσῃ να ἀντισταθῇ εἰς τοὺς ἐχθροὺς καὶ θὰ συλληφθῇ αἰχμάλωτος.

Ὡσ. 13,14

ἐκ χειρὸς ᾅδου ῥύσομαι καὶ ἐκ θανάτου λυτρώσομαι αὐτούς. ποῦ ἡ δίκη σου, θάνατε; ποῦ τὸ κέντρον σου, ᾅδη; παράκλησις κέκρυπται ἀπὸ ὀφθαλμῶν μου,

Κολιτσάρα

Ἐγὼ ὅμως εἶμαι Θεὸς ἐλέους καὶ θὰ σὲ γλυτώσω ἀπὸ τὰ δεσμὰ τοῦ ᾅδου. Θὰ σὲ λυτρώσω ἀπὸ τὸν θάνατον καὶ τότε θὰ διαλαλήσω· «ποὺ εἶναι ἡ καταδίκη σου, ὦ θάνατε, ἐναντίον τῶν ἀνθρώπων; Ποῦ εἶναι τὸ δηλητηριῶδες κεντρί σου, ὦ ᾅδῃ;» Ἀλλὰ ἐπὶ τοῦ παρόντος ἡ παρηγορία σου, ὦ λαὲ τοῦ Ἰσραήλ, ἔχει ἀποκρυβῆ ἀπὸ τὸ μάτια μου. Δὲν θὰ σοῦ δοθῇ.

Τρεμπέλα

Ἀλλ’ Ἐγὼ θὰ τοὺς σώσω ἀπὸ τὰ χέρια τοῦ ἅδου καὶ θὰ τοὺς λυτρώσω ἀπὸ τὸν θάνατον, δηλαδὴ ἀπὸ τὴν αἰχμαλωσίαν. «Ποὺ εἶναι ἡ καταδίκη, ἡ τιμωρία, οἱ πληγὲς ποὺ ἐπιφέρεις, θάνατε; Ποὺ εἶναι τὸ φαρμακερὸ κεντρί σου, ἅδῃ;» Μέχρι τότε ὅμως, ποὺ θὰ σώσω τὸν Ἰσραηλιτικὸν λαόν, ἡ παρηγορία καὶ ἡ ἐλπίδα τῆς σωτηρίας φαίνεται ὅτι ἔχει κρυβῆ ἀπὸ τὰ μάτια μου καὶ δὲν θὰ σοῦ δοθῇ·

Ὡσ. 13,15

διότι οὗτος ἀνὰ μέσον ἀδελφῶν διαστελεῖ· ἐπάξει καύσωνα ἄνεμον Κύριος ἐκ τῆς ἐρήμου ἐπ’ αὐτόν, καὶ ἀναξηρανεῖ τὰς φλέβας αὐτοῦ, ἐξερημώσει τὰς πηγὰς αὐτοῦ· αὐτὸς καταξηρανεῖ τὴν γῆν αὐτοῦ καὶ πάντα τὰ σκεύη τὰ ἐπιθυμητὰ αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

Τοῦτο δέ, διότι ὦ Ἐφραίμ, ὁ ἰσραηλιτικὸς λαὸς ἔχει χωρισθῇ ἀπὸ τὸν ἀδελφόν του ἰουδαϊκὸν λαόν. Δι’ αὐτὸ καὶ ὁ Κύριος θὰ ἐπιφέρῃ ἐναντίον τοῦ ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ καυστικὸν ἄνεμον ἀπὸ τὴν ἔρημον, ἐχθροὺς φοβερούς, οἱ ὁποῖοι θὰ ξηράνουν τὰς πλουτοπαραγωγικὰς πηγὰς τῆς γῆς, θὰ ἐρημώσουν τὴν περιοχήν. Αὐτοὶ θὰ μεταβάλουν εἰς κατάξηρον τὴν χώραν του καὶ θὰ λεηλατήσουν καὶ θὰ καταστρέψουν ὅλα τὰ πολύτιμά του ἀντικείμενα.

Τρεμπέλα

διότι τοὺς ἀδελφούς, ποὺ εἶναι αἰχμάλωτοι, θὰ τοὺς χωρίζῃ μεταξύ των ὁ θάνατος (ἢ κατ’ ἄλλην ἑρμηνείαν: Διότι αὐτός, ὁ Ἐφραίμ, ἐχωρίσθη ἀπὸ τὸν ἀδελφὸν Ἰουδαϊκὸν λαόν)· ὁ Κύριος θὰ ἐπιφέρῃ ἐναντίον τοῦ Ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ καυστικὸν ἄνεμον ἀπὸ τὴν ἔρημον (ἐχθρούς) καὶ θὰ ἀποξηράνῃ τὶς πλουτοφόρες πηγές του καὶ θὰ ἐρημώσῃ ἐντελῶς τὶς πηγὲς τῆς χώρας του. Αὐτὸς θὰ ξηράνῃ ὅλως διόλου τὴν χώραν του οἱ ἐχθροὶ θὰ λεηλατήσουν ὅλα τὰ πολύτιμα ἀντικείμενά του - τὰ χρυσᾶ καὶ τὰ ἀργυρᾶ - τὰ ὁποῖα πάντοτε ἐπιθυμοῦν καὶ ὀρέγονται οἱ ἐχθροί.

Κεφάλαιο 14

Ὡσ. 14,1

Ἀφανισθήσεται Σαμάρεια, ὅτι ἀντέστη πρὸς τὸν Θεὸν αὐτῆς· ἐν ῥομφαίᾳ πεσοῦνται αὐτοί, καὶ τὰ ὑποτίτθια αὐτῶν ἐδαφισθήσονται, καὶ αἱ ἐν γαστρὶ ἔχουσαι αὐτῶν διαρραγήσονται.

Κολιτσάρα

Ἡ Σαμάρεια θὰ ἐξαφανισθῇ, διότι ἀντεστάθηκε πρὸς τὸν Θεόν της. Ἐν στόματι ρομφαίας, θὰ φονευθοῦν ἀπὸ τοὺς ἐχθροὺς οἱ μεγάλοι κατὰ τὴν ἡλικίαν. Τὰ θηλάζοντα βρέφη θὰ συντρίβωνται κάτω εἰς τὸ ἔδαφος καὶ θὰ σχίζωνται αἱ κοιλίαι τῶν ἐγκύων γυναικῶν.

Τρεμπέλα

Ἐπειδὴ ἡ Σαμάρεια ἀντεστάθη εἰς τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, θὰ ἑξαφανισθῇ. Οἱ μὲν ἄνδρες της θὰ φονευθοῦν ἀπὸ τὴν ρομφαίαν (τὸ μεγάλο, πλατύ, ἀμφίστομον σπαθί), καὶ τὰ βυζανιάρικα βρέφη των θὰ συντριβοῦν, ἐκσφενδονιζόμενα μὲ δύναμιν εἰς τὸ ἔδαφος, τῶν δὲ ἐγκύων γυναικῶν θὰ ξεσχισθοῦν οἱ κοιλιές, ὥστε νὰ ἀπολεσθοῦν μαζὶ μὲ τὰ ἔμβρυά των.

Ὡσ. 14,2

ἐπιστράφηθι, Ἰσραήλ, πρὸς Κύριον τὸν Θεόν σου, διότι ἠσθένησαν ἐν ταῖς ἀδικίαις σου.

Κολιτσάρα

Ἐπιστρέψατε, ὦ Ἰσραηλῖται, πρὸς Κύριον τὸν Θεόν σας, διότι ἔχετε περιέλθει εἰς ἀδυναμίαν καὶ ἀσθένειαν ἐξ αἰτίας τῶν ἁμαρτιῶν σας.

Τρεμπέλα

Διὰ νὰ μὴ ὑποστῆτε ὅλα αὐτὰ τὰ δεινά, Ἰσραηλῖται, ἐπιστρέψατε πρὸς τὸν Κύριον, τὸν Θεόν σας, διότι ὅλα, ὅσα ἐπάθατε μὲ τὸ νὰ παραδοθῆτε εἰς τοὺς ἐχθρούς σας, τὰ ὑπέστητε ἕνεκα τῶν ἁμαρτιῶν καὶ τῆς ἐνοχῆς σας.

Ὡσ. 14,3

λάβετε μεθ’ ἑαυτῶν λόγους καὶ ἐπιστράφητε πρὸς Κύριον τὸν Θεὸν ὑμῶν· εἴπατε αὐτῷ, ὅπως μὴ λάβητε ἀδικίαν καὶ λάβητε ἀγαθά, καὶ ἀνταποδώσομεν καρπὸν χειλέων ἡμῶν.

Κολιτσάρα

Πάρετε μαζῆ σας λόγους, προπαρασκευασθῆτε, διὰ νὰ συνομιλήσετε μὲ τὸν Κύριον. Ἐπιστραφῆτε ἐν μετανοίᾳ πρὸς Κύριον τὸν Θεόν σας. Εἴπατε εἰς αὐτὸν τὰς ἁμαρτίας σας, διὰ νὰ μὴ λάβετε τὰ ἐπίχειρα τῶν κακιῶν σας, ἀλλὰ νὰ ἀπολαύσετε ἀγαθὰ ἐκ μέρους τοῦ Κυρίου. Καὶ τότε λυτρωμένοι θὰ ἀνταποδώσωμεν πρὸς τὸν Κύριον, ἀντὶ παντὸς ἄλλου καρποῦ, θερμὴν τὴν εὐγνωμοσύνην τῆς καρδίας μας διὰ τοῦ στόματός μας.

Τρεμπέλα

Σᾶς συμβουλεύω νὰ λάβετε ὡς δῶρα πρὸς ἐξιλέωσιν τοῦ Κυρίου ὄχι χρυσάφι οὔτε ἀσῆμι, ἀλλὰ στααθερὰν ἀπόφασιν δι’ εἰλικρινῆ μετάνοιαν, καὶ ἐπιστρέψατε πρὸς τὸν Κύριον, τὸν Θεόν σας. Ἱκετεύσατε τὸν Θεὸν καὶ εἴπατέ Του λόγους ἐξομολογήσεως καὶ μετανοίας, διὰ νὰ μὴ λάβετε τοὺς καρποὺς τῶν ἁμαρτιῶν σας - τὴν αἰχμαλωσίαν καὶ τὰ ἐξ αὐτῆς φοβερὰ δεινά - ἀλλὰ νὰ ἀπολαύσετε τὰ παντὸς εἴδους ἀγαθὰ τῆς μετανοίας. Προσθέσατε δὲ ἀκόμη καὶ τοῦτο: Ὑποσχόμεθα ὅτι δὲν θὰ ὁμολογῶμεν πλέον τὰ εἴδωλα ὡς θεούς, ἀλλ’ ἀπὸ τὰ χείλη μας θὰ βγαίνῃ ὡς καρπὸς θερμῆς εὐγνωμοσύνης ἡ ὁμολογία τοῦ Ὀνόματός Σου καὶ τῶν εὐεργεσιῶν Σου.

Ὡσ. 14,4

Ἀσσοὺρ οὐ μὴ σώσῃ ἡμᾶς, ἐφ’ ἵππον οὐκ ἀναβησόμεθα· οὐκέτι μὴ εἴπωμεν· θεοὶ ἡμῶν, τοῖς ἔργοις τῶν χειρῶν ἡμῶν· ὁ ἐν σοὶ ἐλεήσει ὀρφανόν.

Κολιτσάρα

Δὲν θὰ ζητήσωμεν τότε νὰ μᾶς σώσουν οἱ Ἀσσύριοι, οὔτε καὶ θὰ χρειασθῶμεν ἱππικόν, διὰ νὰ ἀποκρούσωμεν τοὺς ἐχθρούς μας. Δὲν θὰ εἴπωμεν πλέον εἰς τὰ κατασκευάσματα τῶν χειρῶν μας, ὅτι εἶναι οἱ θεοί μας. Θὰ ἁπαλυνθοῦν αἱ καρδίαι καὶ κάθε ἄνθρωπος θὰ εὐσπλαγχνίζεται τὰ ὀρφανόν.

Τρεμπέλα

Ποτὲ πλέον δὲν θὰ στηρίξωμεν τὶς ἐλπίδες μας εἰς κανένα ἄνθρωπον. Δὲν θὰ καταφύγωμεν εἰς τοὺς Ἀσσυρίους, διότι οἱ Ἀσσύριοι δὲν ἠμποροῦν νὰ μᾶς σώσουν· δὲν θὰ ἀνεβοῦμε εἰς ἵππους, διότι δὲν θὰ στηριχθῶμεν εἰς τὴν δύναμιν τοῦ ἱππικοῦ μας· ποτὲ πλέον δὲν θὰ εἴπωμεν εἰς τὰ εἴδωλα, εἰς τὰ ἔργα αὐτὰ τῶν χειρῶν μας, «εἶσθε θεοί μας». Διότι Σὺ εἶσαι ὁ μόνος, εἰς τὸν Ὁποῖον τὰ ὀρφανὰ εὑρίσκουν εὐσπλαγχνίαν καὶ ἔλεος. (Κατ’ ἄλλην ἑρμηνείαν: Ἐγὼ ὁ Θεός σου, ὁ ὁποῖος κατοικῶ μεταξύ σου, θὰ σὲ ἐλεήσω, Ἰσραήλ, ὁ ὁποῖος ἔμεινες ὀρφανός, ἐπειδὴ ἀπεμακρύνθης ἀπὸ Ἐμὲ καὶ ἐστερήθης τῆς προστασίας καὶ τῆς προνοίας μου. Ἢ κατ’ ἄλλην, ὀλιγώτερον πιθανὴν ἑρμηνείαν: Καθένας ποὺ κατοικεῖ μεταξύ σου, θὰ εὐσπλαγχνίζεται τὸ ὀρφανόν).

Ὡσ. 14,5

ἰάσομαι τὰς κατοικίας αὐτῶν, ἀγαπήσω αὐτοὺς ὁμολόγως, ὅτι ἀποστρέψω τὴν ὀργήν μου ἀπ’ αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

Ἐγὼ θὰ βοηθήσω νὰ ἀποκατασταθοῦν αἱ πόλεις καὶ αἱ κατοικίαι των. Θὰ τοὺς ἀγαπήσω ὁλοφάνερα, ὥστε καὶ οἱ ἴδιοι νὰ βλέπουν καὶ νὰ διακηρύσσουν τὴν ἀγάπην μου. Διότι θὰ ἔχω ἀπομακρύνει πλέον τὴν ὀργήν μου ἀπὸ αὐτούς.

Τρεμπέλα

Ἐγὼ ὁ Θεός, ἀφοῦ οἱ Ἰσραηλῖται ἐπανέλθουν ἀπὸ τὴν αἰχμαλωσίαν εἰς τὴν πατρίδα των, θὰ τοὺς ἰατρεύσω ἀπὸ τὴν μεγάλην ταλαιπωρίαν, ποὺ ὑπέστησαν θὰ τοὺς ἀποκαταστήσω εἰς τὶς πόλεις καὶ τὰ χωριά των· θὰ τοὺς ἀγαπήσω ἀναμφιβόλως καὶ γνησίως μὲ ὅλην μου τὴν καρδιά, διότι, ἐφ’ ὅσον ἐπέστρεψαν, θὰ ἀποστρέψω τὴν ὀργήν μου ἀπὸ αὐτούς.

Ὡσ. 14,6

ἔσομαι ὡς δρόσος τῷ Ἰσραήλ, ἀνθήσει ὡς κρίνον καὶ βαλεῖ τὰς ῥίζας αὐτοῦ ὡς ὁ Λίβανος·

Κολιτσάρα

Θὰ εἶμαι διὰ τὸν Ἰσραὴλ ὅπως ἡ ζωογόνος καὶ εὐεργετικὴ δρόσος. Αὐτὸς δὲ θὰ ἀνθήσῃ ὡσὰν κρῖνον, θὰ ρίψῃ βοθείας τὰς ρίζας του, ὅπως αἱ κέδροι τοῦ Λιβάνου.

Τρεμπέλα

Θὰ ἐπιχορηγήσω εἰς τὸν Ἰσραηλιτικὸν λαὸν τὶς εὐεργεσίες μου ὡς δρόσος, καὶ αὐτὸς θὰ ἀνθίσῃ ὡς κρίνος καὶ θὰ ρίψῃ βαθιὰ τὶς ρίζες, ὅπως ἡ κέδρος τοῦ Λιβάνου.

Ὡσ. 14,7

πορεύσονται οἱ κλάδοι αὐτοῦ, καὶ ἔσται ὡς ἐλαία κατάκαρπος, καὶ ἡ ὀσφρασία αὐτοῦ ὡς Λιβάνου·

Κολιτσάρα

Θὰ ἐκταθοῦν ἰσχυροὶ οἱ κλάδοι του, θὰ εἶναι ὡς ἐλαία κατάκαρπος καὶ ἡ ὀσμή του εὐώδης, ὅπως ἡ εὐωδία τοῦ Λιβάνου.

Τρεμπέλα

Θὰ ἀπλωθοῦν καὶ θὰ ἐπεκταθοῦν τὰ κλαδιά του (θὰ γίνῃ πολυπληθής) καὶ θὰ γίνῃ ὡς ἐλιὰ κατάφορτη ἀπὸ καρπούς, ἡ δὲ ὀσμή του εὐώδης, ὅπως ἐκείνη τοῦ Λιβάνου.

Ὡσ. 14,8

ἐπιστρέψουσι καὶ καθιοῦνται ὑπὸ τὴν σκέπην αὐτοῦ, ζήσονται καὶ μεθυσθήσονται σίτῳ· καὶ ἐξανθήσει ὡς ἄμπελος μνημόσυνον αὐτοῦ, ὡς οἶνος Λιβάνου.

Κολιτσάρα

Θὰ ἐπιστρέψουν ἀπὸ τὴν αἰχμαλωσίαν καὶ θὰ ἐγκατασταθοῦν ἀσφαλεῖς κάτω ἀπὸ τὴν προστασίαν τοῦ Θεοῦ. Θὰ ζήσουν καὶ θὰ χορτάσουν ἀπὸ τὰ πλήθη τῶν σιτηρῶν. Θὰ ἀνθήσῃ καὶ θὰ καρποφορήσῃ ὁ ἰσραηλιτικὸς λαός, ὅπως ἡ ἄμπελος. Τὸ ὄνομά του θὰ εἶναι ζηλευτόν, ὅπως ὁ εὐώδης οἶνος τοῦ Λιβάνου.

Τρεμπέλα

Οἱ Ἰσραηλῖται θὰ ἐπιστρέφουν ἀπὸ τὴν αἰχμαλωσίαν καὶ θὰ καθίσουν ὑπὸ τὴν ἀσφαλῆ σκέπην καὶ μόνιμον προστασίαν τοῦ Θεοῦ· θὰ ζήσουν καὶ θὰ χορτάσουν ἀπὸ τὴν ἀφθονίαν τοῦ σιταριοῦ. Τὸ ὄνομα τοῦ Ἰσραὴλ θὰ γίνῃ καὶ πάλιν περίφημον, ὅπως τὰ ἀμπέλια καὶ ὅπως τὸ μυρωδάτο κρασί, ποὺ παράγεται ἀπὸ ἀμπέλια, τὰ ὁποῖα καλλιεργοῦνται εἰς τὸ ὄρος τοῦ Λιβάνου.

Ὡσ. 14,9

τῷ Ἐφραίμ, τί αὐτῷ ἔτι καὶ εἰδώλοις; ἐγὼ ἐταπείνωσα αὐτόν, καὶ ἐγὼ κατισχύσω αὐτόν· ἐγὼ ὡς ἄρκευθος πυκάζουσα, ἐξ ἐμοῦ ὁ καρπός σου εὕρηται.

Κολιτσάρα

Καὶ λοιπόν, ποία σχέσις ὑπάρχει πλέον μεταξὺ τοῦ ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ καὶ τῶν εἰδώλων; Καμμία. Ἐγὼ τὸν ἐταπείνωσα διὰ τὰς ἁμαρτίας του, λέγει ὁ Κύριος, ἐγὼ καὶ θὰ τὸν ἐνισχύσω. Ἐγὼ θὰ εἶμαι δι’ αὐτὸν ὡσὰν πυκνόφυλλος κέδρος. Ἀπὸ ἐμὲ θὰ προέρχεται ἡ πλουσία καρποφορία σου.

Τρεμπέλα

Κατόπιν τῆς προστασίας καὶ ὄλων αὐτῶν τῶν εὐλογιῶν καὶ δωρεῶν, ποὺ θὰ ἀπολαύση ὁ Ἐφραὶμ ἀπὸ Ἐμέ, ποίαν σχέσιν ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ πλέον μὲ τὰ εἴδωλα; Ἀσφαλῶς καμμίαν. Ἐγὼ εἶμαι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος, ἀφοῦ τὸν ἐπαιδαγώγησα, τὸν ἐταπείνωσα καὶ τὸν κατέστησα ἀδύνατον καὶ Ἐγὼ εἶμαι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ τὸν ἐνισχύσω. Ἐγὼ θὰ εἶμαι διὰ τὸν Ἰσραηλιτικὸν λαὸν ὡς πυκνόφυλλος καὶ σκιερὰ μικρὴ (ἀκανθώδης) κέδρος. Ἀπὸ Ἐμὲ θὰ προέρχεται ἡ δύναμις καὶ ὁ πλοῦτος τῆς καρποφορίας σου, Ἰσραηλιτικὲ λαέ.

Ὡσ. 14,10

τίς σοφὸς καὶ συνήσει ταῦτα; ἢ συνετὸς καὶ ἐπιγνώσεται αὐτά; ὅτι εὐθεῖαι αἱ ὁδοὶ τοῦ Κυρίου, καὶ δίκαιοι πορεύσονται ἐν αὐταῖς, οἱ δὲ ἀσεβεῖς ἀσθενήσουσιν ἐν αὐταῖς.

Κολιτσάρα

Ποιὸς εἶναι σοφὸς καὶ θὰ θελήσῃ νὰ ἐννοήσῃ αὐτά; Ἢ ποιὸς εἶναι συνετὸς καὶ θὰ θελήσῃ νὰ τὸ γνωρίσῃ κατ’ ἀκρίβειαν; Ὅτι δηλαδὴ αἱ ὁδοὶ τοῦ Κυρίου εἶναι εὐθεῖαι καὶ οἱ δίκαιοι θὰ πορευθοῦν ἀσφαλεῖς εἰς αὐτάς, οἱ δὲ ἀσεβεῖς θὰ ἐξασθενήσουν καὶ θὰ καταστραφοῦν.

Τρεμπέλα

Ποῖος εἶναι ὁ σοφὸς ἄνδρας, ὁ ὁποῖος θὰ ἐμβαθύνῃ καὶ θὰ κατανοήσῃ αὐτά; Ἢ ποῖος εἶναι ὁ γνωστικὸς καὶ ἔξυπνος, ὁ ὁποῖος θὰ διακρίνῃ καὶ θὰ γνωρίσῃ με ἀκρίβειαν αὐτά; Διότι αἱ ὁδοὶ τοῦ Κυρίου εἶναι ὀρθαὶ καὶ ἀληθιναί, καὶ οἱ δίκαιοι θὰ βαδίσουν εἰς αὐτὰς μὲ ἀσφάλειαν καὶ ἐπιτυχίαν, οἱ δὲ ἀσεβεῖς θὰ σκοντάψουν εἰς αὐτὰς καὶ θὰ δρέψουν τὰ ἐπίχειρα τῆς ἀσεβείας των.