Θρῆνοι Ἰερεμίου
Κεφάλαιο 1
Καὶ ἐγένετο μετὰ τὸ αἰχμαλωτισθῆναι τὸν Ἰσραήλ, καὶ Ἱερουσαλὴμ ἐρημωθῆναι, ἐκάθισεν Ἱερεμίας κλαίων, καὶ ἐθρήνησε τὸν θρῆνον τοῦτον ἐπὶ Ἱερουσαλὴμ καὶ εἶπε·
Κολιτσάρα
Ἔπειτα ἀπὸ τὴν αἰχμαλωσίαν τῶν Ἰσραηλιτῶν καὶ τὴν ἐρήμωσιν τῆς Ἱερουσαλήμ, ἐκάθισεν ὁ Ἱερεμίας κλαίων· καὶ ἐθρήνησε διὰ τὴν Ἱερουσαλὴμ αὐτὸν τὸν θρῆνον καὶ εἶπε·
Τρεμπέλα
Συνέβη δὲ τοῦτο: Μετὰ τὴν αἰχμαλωσίαν τῶν Ἰσραηλιτῶν καὶ τὴν ἐρήμωσιν τῆς Ἱερουσαλὴμ ἀπὸ τοὺς Βαβυλωνίους, ἐκάθησεν ὁ προφήτης Ἱερεμίας κλαίων καὶ ἐθρηνολόγησε τὴν Ἱερουσαλὴμ μὲ τὸ ἀκόλουθον μοιρολόγι καὶ εἶπε:
Θρ. Ἰερ. 1,1
Πῶς ἐκάθισε μόνη ἡ πόλις ἡ πεπληθυμμένη λαῶν; ἐγενήθη ὡς χήρα πεπληθυμμένη ἐν ἔθνεσιν, ἄρχουσα ἐν χώραις ἐγενήθη εἰς φόρον.
Κολιτσάρα
Πῶς ἀπέμεινε μόνη, ἔρημος ἀπὸ κατοίκους ἡ πόλις, ἡ ὁποία ἄλλοτε ἦτο γεμάτη ἀπὸ λαούς; Ἔγινεν ὡσὰν ἀπωρφανισμένη χήρα αὐτή, ποὺ ἦτο ἄλλοτε πολυάνθρωπος, μεταξὺ ὅλων τῶν ἐθνῶν. Πῶς ἡ ἀρχόντισσα ἀνάμεσα εἰς τὰς χώρας τῆς γῆς ἔγινε τώρα φόρου ὑποτελής!
Τρεμπέλα
Πῶς ἀπέμεινεν ἔρημη, χωρὶς κατοίκους, καὶ ἐκάθησε κάτω μόνη ἡ ἄλλοτε πολυάνθρωπος πόλις; Πῶς κατήντησεν ὡς χήρα, ποὺ ἐστερήθη τὸν σύζυγόν της, ἢ ἄλλοτε πολυάνθρωπος μεταξὺ ὅλων τῶν ἐθνῶν! Πῶς ἡ ἄλλοτε ἀρχόντισσα καὶ πριγκίπισσα μεταξὺ τῶν ἄλλων χωρῶν κατήντησε τώρα ὑπόδουλη καὶ φόρου ὑποτελής;
Θρ. Ἰερ. 1,2
Κλαίουσα ἔκλαυσεν ἐν νυκτί, καὶ τὰ δάκρυα αὐτῆς ἐπὶ τῶν σιαγόνων αὐτῆς, καὶ οὐχ ὑπάρχει ὁ παρακαλῶν αὐτὴν ἀπὸ πάντων τῶν ἀγαπώντων αὐτήν· πάντες οἱ φιλοῦντες αὐτὴν ἠθέτησαν ἐν αὐτῇ, ἐγένοντο αὐτῇ εἰς ἐχθρούς.
Κολιτσάρα
Πικρῶς ἔκλαυσε καὶ κλαίει κατὰ τὴν νύκτα. Τὰ δάκρυά της ρέουν εἰς τὰς παρειάς της. Δὲν ὑπάρχει κανεὶς ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἄλλοτε τὴν ἀγαποῦσαν νὰ τὴν παρηγορῇ! Ὅλοι ἐκεῖνοι ποὺ τὴν ἀγαποῦσαν, τὴν ἠρνήθησαν καὶ τὴν ἐπρόδωσαν. Ἔγιναν ἐχθροί της.
Τρεμπέλα
Κλαίει ἀκατάπαυστα καὶ χύνει πολλὰ δάκρυα καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῆς νύκτας, καὶ τὰ συνεχῆ δάκρυά της κυλοῦν εἰς τὰ μάγουλά της. Δὲν ὑπάρχει δὲ κανεὶς ἀπὸ ὅλους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἄλλοτε τὴν ἀγαποῦσαν, διὰ νὰ τὴν παρηγορήσῃ. Ὅλοι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἄλλοτε τὴν ἀγαποῦσαν τὴν ἀρνήθηκαν, τὴν ἐπρόδωσαν καὶ ἔγιναν ἐχθροί της.
Θρ. Ἰερ. 1,3
Μετῳκίσθη Ἰουδαία ἀπὸ ταπεινώσεως αὐτῆς καὶ ἀπὸ πλήθους δουλείας αὐτῆς· ἐκάθισεν ἐν ἔθνεσιν, οὐχ εὗρεν ἀνάπαυσιν· πάντες οἱ καταδιώκοντες αὐτὴν κατέλαβον αὐτὴν ἀναμέσον τῶν θλιβόντων.
Κολιτσάρα
Τὰ πλήθη τῶν Ἰουδαίων ἔπειτα ἀπὸ τὴν συντριβὴν καὶ τὸν ἐξευτελισμόν των, ἔπειτα ἀπὸ τὴν σκληρὰν δουλείαν των, μετεφέρθησαν ἐξόριστοι εἰς ξένας περιοχάς. Παραμένουν μεταξὺ τῶν ἐθνῶν διεσκορπισμένοι, χωρὶς νὰ εὑρίσκουν ἐκεῖ ἀνάπαυσιν. Ὅλοι ὅσοι τοὺς ἐμισοῦσαν καὶ τοὺς κατεδίωκαν, τοὺς κατέφθασαν, διὰ νὰ προσθέσουν πόνον εἰς τὸν πόνον των, ἐν μέσῳ ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι τοὺς θλίβουν.
Τρεμπέλα
Οἱ κάτοικοι τῆς Ἰουδαίας ἔγιναν αἰχμάλωτοι καὶ ὠδηγήθησαν εἰς τὴν ἐξορίαν ἔπειτα ἀπὸ πολλὲς ταπεινώσεις καὶ ἐξευτελισμοὺς καὶ ἔπειτα ἀπὸ βαρυτάτην δουλείαν. Οἱ ἐξόριστοι ὅμως αἰχμάλωτοι, διασκορπισμένοι μεταξὺ τῶν ἐθνῶν, δὲν εὑρίσκουν ἀνάπαυσιν. Ὅλοι ὅσοι τοὺς κατεδίωκαν τοὺς ἐπρόφθασαν μεταξὺ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι τοὺς καταπιέζουν καὶ τοὺς θλίβουν.
Θρ. Ἰερ. 1,4
Ὁδοὶ Σιὼν πενθοῦσι παρὰ τὸ μὴ εἶναι ἐρχομένους ἐν ἑορτῇ· πᾶσαι αἱ πύλαι αὐτῆς ἠφανισμέναι, οἱ ἱερεῖς αὐτῆς ἀναστενάζουσιν, αἱ παρθένοι αὐτῆς ἀγόμεναι, καὶ αὐτὴ πικραινομένη ἐν ἑαυτῇ.
Κολιτσάρα
Οἱ δρόμοι τῆς Σιὼν πενθοῦν, διότι δὲν ὑπάρχουν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι νὰ ἔρχωνται εἰς τὸν ναὸν κατὰ τὰς ἑορτάς. Ὅλαι αἱ πύλαι αὐτῆς ἔχουν καταστροφῆ. Οἱ ἱερεῖς τῆς ἀναστενάζουν, αἱ παρθένοι τῆς σύρονται εἰς αἰχμαλωσίαν καὶ ἐξευτελισμόν, καὶ ἡ ἰδία μένει ἐγκαταλελειμμένη εἰς τὴν μεγάλην της πικρίαν.
Τρεμπέλα
Οἱ δρόμοι τῆς Σιὼν εἶναι λυπημένοι, πενθοῦν, διότι δὲν ὑπάρχουν πλέον ἄνθρωποι διὰ νὰ τοὺς βαδίσουν καὶ ἔλθουν κατὰ τὶς ἑορτές (τὸ Πάσχα, τὴν Πεντηκοστήν, τὴν Σκηνοπηγίαν κλπ.) εἰς τὸν Ναόν, διὰ νὰ λατρεύσουν τὸν Θεόν. Ὅλες οἱ πύλες της, ὅπου ἄλλοτε ἐγίνοντο οἱ δημόσιες συναθροίσεις, εἶναι κατεστραμμένες καὶ ἔρημες· οἱ ἱερεῖς της ἀφήνουν βαθεῖς ἀναστεναγμούς, οἱ παρθένες της σύρονται αἰχμάλωτες, καὶ ἡ ἰδία (ἡ πόλις Σιών) μένει μόνη καὶ ἔρημη, βυθισμένη εἰς μεγάλην πικρίαν.
Θρ. Ἰερ. 1,5
Ἐγένοντο οἱ θλίβοντες αὐτὴν εἰς κεφαλήν, καὶ οἱ ἐχθροὶ αὐτῆς εὐθηνοῦσαν, ὅτι Κύριος ἐταπείνωσεν αὐτὴν ἐπὶ τὸ πλῆθος τῶν ἀσεβειῶν αὐτῆς· τὰ νήπια αὐτῆς ἐπορεύθησαν ἐν αἰχμαλωσίᾳ κατὰ πρόσωπον θλίβοντος.
Κολιτσάρα
Αὐτοὶ ποὺ τὴν καταδυναστεύουν καὶ τὴν θλίβουν ἔγιναν ἰσχυρότεροί της. Οἱ ἐχθροί της θριαμβεύουν καὶ εὐημεροῦν. Καὶ τοῦτο, διότι ὁ Κύριος τὴν ἐταπείνωσεν, ἐξ αἰτίας τῶν πολυαρίθμων ἀδικιῶν της. Καὶ αὐτὰ ἀκόμη τὰ νήπιά της ἐβάδισαν τὸν δρόμον τῆς αἰχμαλωσίας ἐνώπιον ἐκείνων, ποὺ τὴν καταθλίβουν.
Τρεμπέλα
Οἱ καταπιεσταί της ἔγιναν ἔνδοξοι καὶ ὑπερίσχυσαν, οἱ δὲ ἐχθροί της εὐφραίνονται καὶ εὐημεροῦν, διότι ὁ Κύριος τὴν ἐταπείνωσε καὶ τὴν ἐξηυτέλισεν ἕνεκα τοῦ πλήθους τῶν ἀσεβειῶν καὶ παρανομιῶν της. Ἀλλὰ καὶ τὰ νήπιά της ὠδηγήθησαν εἰς τὴν αἰχμαλωσίαν, συρόμενα βιαίως ἀπὸ ἐκείνους ποὺ τὰ κατατυραννοῦσαν.
Θρ. Ἰερ. 1,6
Καὶ ἐξῄρθη ἐκ θυγατρὸς Σιὼν πᾶσα ἡ εὐπρέπεια αὐτῆς· ἐγένοντο οἱ ἄρχοντες αὐτῆς ὡς κριοὶ οὐχ εὑρίσκοντες νομὴν καὶ ἐπορεύοντο ἐν οὐκ ἰσχύϊ κατὰ πρόσωπον διώκοντος.
Κολιτσάρα
Ἀφῃρέθη καὶ ἐχάθη πλέον ἀπὸ τὴν θυγατέρα Σιὼν ὅλη ἡ μεγαλοπρέπειά της. Οἱ ἄρχοντές της ἔγιναν ὡσὰν τὰ κριάρια, τὰ ὁποῖα δὲν εὑρίσκουν βοσκήν. Περιπατοῦν ἐξηντλημένοι ἐμπρὸς ἀπὸ αὐτούς, ποὺ τοὺς καταδιώκουν.
Τρεμπέλα
Ἀφηρέθη καὶ ἐχάθη ἀπὸ τὴν θυγατέρα Σιὼν ὅλη ἡ δόξα καὶ ἡ μεγαλοπρέπειά της (ὁ Ναός, ἡ βασιλεία, ἡ ἱερωσύνη). Οἱ ἄρχοντές της ἔγιναν ὡσὰν κριάρια, τὰ ὁποῖα δὲν εὑρίσκουν βοσκὴν καὶ τρέπονται εἰς φυγὴν ἐξηντλημένα ἐμπρὸς ἀπὸ ἐκείνους ποὺ τὰ κυνηγοῦν καὶ τὰ καταδιώκουν.
Θρ. Ἰερ. 1,7
Ἐμνήσθη Ἱερουσαλὴμ ἡμερῶν ταπεινώσεως αὐτῆς καὶ ἀπωσμῶν αὐτῆς· πάντα τὰ ἐπιθυμήματα αὐτῆς, ὅσα ἦν ἐξ ἡμερῶν ἀρχαίων, ἐν τῷ πεσεῖν τὸν λαὸν αὐτῆς εἰς χεῖρας θλίβοντος καὶ οὐκ ἦν ὁ βοηθῶν αὐτῇ, ἰδόντες οἱ ἐχθροὶ αὐτῆς ἐγέλασαν ἐπὶ μετοικεσίᾳ αὐτῆς.
Κολιτσάρα
Ἐνεθυμήθη ἡ Ἱερουσαλὴμ τὰς ἡμέρας τοῦ ἐξευτελισμοῦ καὶ τῶν ἀπωθήσεών της. Ὅλα τὰ ὡραῖα καὶ ἐπιθυμητὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα αὐτὴ κατεῖχεν ἀπὸ ἀρχαίων ἡμερῶν, περιῆλθαν εἰς χεῖρας τῶν ἐχθρῶν της, ὅταν ἡττήθη καὶ ἔπεσε συντριμμένος ὁ λαὸς της εἰς τὰ χέρια τῶν τυράννων της. Καὶ δὲν ὑπῆρχεν ἄνθρωπος, νὰ τὴν βοηθήσῃ. Οἱ δὲ ἐχθροί της ἰδόντες τὴν συντριβήν καὶ τὸν ἐξευτελισμόν της ἐγέλασαν μὲ χαιρεκακίαν διὰ τὴν αἰχμαλωσίαν καὶ τὴν ἐξορίαν τῶν κατοίκων της.
Τρεμπέλα
Ἡ Ἱερουσαλὴμ ἐνθυμεῖται τὶς ἡμέρες τῆς δυστυχίας, τοῦ ἐξευτελισμοῦ καὶ τῆς ἀπορρίψεώς της ἐκ μέρους ὅλων· ὅλα τὰ ὡραῖα καὶ πολὺ ἐπιθυμητὰ πράγματά της, τὰ ὁποῖα κατεῖχεν ἀπὸ παλαιοτάτων χρόνων, ἔπεσαν εἰς τὰ χέρια τῶν δυναστῶν της, ὅταν ἐνικήθη καὶ ὑπετάγη ὁ λαός της καὶ δὲν ὑπῆρχε πλέον ἄνθρωπος νὰ τὴν βοηθήσῃ. Καὶ τότε, ὅταν οἱ ἐχθροί της εἶδαν τὴν πτῶσιν, τὴν συντριβὴν καὶ τὴν ἐγκατάλειψίν της, ἐγέλασαν μὲ χαιρεκακίαν διὰ τὴν ἐξορίαν καὶ αἰχμαλωσίαν τῶν κατοίκων της.
Θρ. Ἰερ. 1,8
Ἁμαρτίαν ἥμαρτεν Ἱερουσαλήμ, διὰ τοῦτο εἰς σάλον ἐγένετο· πάντες οἱ δοξάζοντες αὐτὴν ἐταπείνωσαν αὐτήν, εἶδον γὰρ τὴν ἀσχημοσύνην αὐτῆς, καί γε αὐτὴ στενάζουσα καὶ ἀπεστράφη ὀπίσω.
Κολιτσάρα
Βαρύτατα ἡμάρτησεν ἡ Ἱερουσαλήμ. Διὰ τοῦτο καὶ περιέπεσεν εἰς αὐτὸν τὸν συγκλονισμὸν καὶ τὴν ἀναταραχήν. Ὅλοι ὅσοι προηγουμένως τὴν ἐτιμοῦσαν καὶ τὴν ἐδόξαζαν, τὴν κατεφρόνησαν. Εἶδαν γυμνὴν τὴν ταπείνωσιν καὶ τὸν ἐξευτελισμόν της. Καὶ αὐτὴ ἡ ἴδια στενάζει καὶ στρέφει τὸ πρόσωπόν της ἀλλοῦ, διὰ νὰ μὴ ἀντικρύσῃ τὰ περιφρονητικὰ βλέμματα.
Τρεμπέλα
Ἡ Ἱερουσαλὴμ ἁμάρτησε βαρύτατα, διὰ τοῦτο ὠλίσθησεν εἰς ταραχήν, συγκλονισμὸν καὶ μεγάλην πτῶσιν. Ὅλοι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι προηγουμένως τὴν ἐτιμοῦσαν καὶ τὴν ἐδόξαζαν, τὴν ἐπεριφρόνησαν καὶ τὴν ἐξηυτέλισαν, διότι εἶδαν τὴν γυμνότητά της· δηλαδὴ τὴν μεγάλην συμφοράν της ἕνεκα τῆς φανερώσεως τῶν πολλῶν καὶ αἰσχρῶν ἁμαρτιῶν της. Ἐμπρὸς εἰς τὴν μεγάλην αὐτὴν καταφρόνησιν ἡ ἰδία ἀναστενάζει βαθιὰ καὶ στρέφει τὸ πρόσωπον τῆς ἄλλου, διὰ νὰ ἀποφύγῃ τὰ βλέμματα ἐκείνων ποὺ τὴν περιφρονοῦν.
Θρ. Ἰερ. 1,9
Ἀκαθαρσία αὐτῆς πρὸς ποδῶν αὐτῆς, οὐκ ἐμνήσθη ἔσχατα αὐτῆς· καὶ κατεβίβασεν ὑπέρογκα, οὐκ ἔστιν ὁ παρακαλῶν αὐτήν· ἰδέ, Κύριε, τὴν ταπείνωσίν μου, ὅτι ἐμεγαλύνθη ὁ ἐχθρός.
Κολιτσάρα
Ὁ ρύπος της ἔφθασεν ἕως εἰς τὰ πόδια της. Δὲν ἐνεθυμήθη καθόλου τὸ τέλος της. Κατέπεσεν εἰς βάθος, δὲν ὑπάρχει κανεὶς νὰ τὴν παρηγόρησῃ. Σύ, Κύριε, ἰδὲ τὴν ἀθλίαν μου κατάστασιν, διότι ὁ ἐχθρὸς ἀλαζονεύεται καὶ θριαμβεύει ἐναντίον μου.
Τρεμπέλα
Ἡ ἔμμηνος ἀκαθαρσία της δὲν ἔμεινε κρυφή, ἐπροχώρησε καὶ κατέβη μέχρι τὰ πόδια της ἐκτεθειμένη εἰς κοινὴν θέαν! Κατὰ τὴν περίοδον τῆς εὐτυχίας της καθόλου δὲν ἐσκέφθη ὅτι τὸ τέλος της θὰ ἦταν τέτοιο. Διὰ τοῦτο καὶ ἡ τόσον μεγάλη καὶ καταπληκτικὴ πτῶσις της, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ κανεὶς ὁ ὁποῖος νὰ τὴν παρηγορήσῃ. «Ἰδέ, Κύριε, (λέγει ἡ Ἱερουσαλὴμ) τὴν ἀθλιότητα καὶ ἀφόρητον δυστυχίαν μου, διότι ὁ ἐχθρὸς ὑπερηφανεύεται καὶ θριαμβεύει εἰς βάρος μου».
Θρ. Ἰερ. 1,10
Χεῖρα αὐτοῦ ἐξεπέτασε θλίβων ἐπὶ πάντα τὰ ἐπιθυμήματα αὐτῆς· εἶδε γὰρ ἔθνη εἰσελθόντα εἰς τὸ ἁγίασμα αὐτῆς, ἃ ἐνετείλω μὴ εἰσελθεῖν αὐτὰ εἰς ἐκκλησίαν σου.
Κολιτσάρα
Ὁ σκληρὸς δυνάστης ἄπλωσε τὰ χέρια του εἰς ὅλα τὰ πολύτιμα αὐτῆς πράγματα. Εἶδεν ἡ Ἱερουσαλὴμ εἰδωλολάτρας νὰ εἰσέρχονται εἰς τὸν ἅγιον ναόν, διὰ τὸν ὁποῖον σὺ εἶχες δώσει ἐντολὴν νὰ μὴ εἰσέλθῃ κανεὶς ἀπὸ τοὺς εἰδωλολάτρας, οὔτε κἂν εἰς τὰς συγκεντρώσεις τοῦ λαοῦ σου.
Τρεμπέλα
Ὁ ἀδίστακτος δυνάστης ἄπλωσε τὰ χέρια του μὲ ἁρπακτικὴν διάθεσιν εἰς ὅλους τοὺς ἀξιολόγους καὶ πολυτίμους ἱεροὺς θησαυρούς της. Διότι ἡ Ἱερουσαλὴμ εἶδε τὰ εἰδωλολατρικὰ ἔθνη νὰ εἰσέρχωνται εἰς τὸν ἅγιον Ναόν της, διὰ τὰ ὁποῖα εἶχες δώσει ἀπαγορευτικὴν ἐντολὴν νὰ μὴ εἰσέρχωνται οὐδὲ κἀν εἰς τὶς λατρευτικὲς συγκεντρώσεις τοῦ λαοῦ σου.
Θρ. Ἰερ. 1,11
Πᾶς ὁ λαὸς αὐτῆς καταστενάζοντες, ζητοῦντες ἄρτον, ἔδωκαν τὰ ἐπιθυμήματα αὐτῆς ἐν βρώσει τοῦ ἐπιστρέψαι ψυχήν· ἰδέ, Κύριε, καὶ ἐπίβλεψον, ὅτι ἐγενήθη ἠτιμωμένη.
Κολιτσάρα
Ὅλος ὁ λαὸς τῆς Ἱερουσαλὴμ ἀναστενάζει κάτω ἀπὸ τὸ βάρος τῆς θλίψεως. Ζητοῦν νὰ εὔρουν ἄρτον. Ἔδωκαν τὰ πολύτιμα αὐτῶν ἀντικείμενα, εἰς εὔρεσιν ὀλίγης τροφῆς πρὸς συντήρησιν τῆς ζωῆς των. Ἴδε, Κύριε, ρῖψε τὸ βλέμμα σου, διότι ἡ Σιὼν εἶναι ἐξευτελισμένη καὶ καταφρονεμένη.
Τρεμπέλα
Ὅλος ὁ λαὸς τῆς Ἱερουσαλὴμ θρηνολογεῖ καὶ ἀναστενάζει πικρὰ κάτω ἀπὸ τὸ βάρος τῶν συμφορῶν, ζητῶν, λόγῳ τῆς πολιορκίας, νὰ εὔρη ψωμί. Ἀντάλλαξαν τὰ πολύτιμά των ἀντικείμενα διὰ τροφήν, ὥστε νὰ συντηρηθοῦν εἰς τὴν ζωὴν καὶ νὰ μὴ ἀποθάνουν. «Ἴδε, Κύριε, καὶ ρίψε εὐσπλαγχνικὸν τὸ βλέμμα σου, διότι ἐγὼ ἡ Σιὼν ἔχω κατεξευτελισθῆ».
Θρ. Ἰερ. 1,12
Οἱ πρὸς ὑμᾶς πάντες παραπορευόμενοι ὁδόν, ἐπιστρέψατε καὶ ἴδετε εἰ ἔστιν ἄλγος κατὰ τὸ ἄλγος μου, ὃ ἐγενήθη· φθεγξάμενος ἐν ἐμοὶ ἐταπείνωσέ με Κύριος ἐν ἡμέρᾳ ὀργῆς θυμοῦ αὐτοῦ.
Κολιτσάρα
Σεῖς, οἱ ὁποῖοι διέρχεσθε κοντά μου, ρίψατε ἕνα βλέμμα, ἴδετε ἐὰν ὑπάρχῃ ἀλλοῦ τόσος πόνος, ὅσος εἶναι ὁ ἰδικός μου! Καὶ ὁ πόνος αὐτὸς ἔπεσεν ἐπάνω μου, ὅταν ὁ Κύριος κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς ὀργῆς καὶ τοῦ θυμοῦ του ὡμίλησεν ἐναντίον μου καὶ μὲ ἐταπείνωσεν.
Τρεμπέλα
«Ὅλοι σεῖς, διαβάται, οἱ ὁποῖοι διέρχεσθε ἀπὸ κοντά μου, στρέψατε τὸ βλέμμα σας, προσέξατε καὶ σκεφθῆτε ἐὰν ὑπάρχῃ πουθενὰ ἀλλοῦ τόσος πόνος, ὅσος εἶναι ὁ πόνος ποὺ μὲ ἐκτύπησεν! Ὁ πόνος αὐτὸς προεκλήθη εἰς ἐμέ, ὅταν ὁ Κύριος κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς δικαίας ὀργῆς καὶ τοῦ θυμοῦ του ὡμίλησεν ἐναντίον μου, ἁπλῶς μόνον ἐπρόσταξε καὶ μὲ ἔρριψε κάτω ταπεινωμένην καὶ ἐξηυτελισμενην.
Θρ. Ἰερ. 1,13
Ἐξ ὕψους αὐτοῦ ἀπέστειλε πῦρ, ἐν τοῖς ὀστέοις μου κατήγαγεν αὐτό· διεπέτασε δίκτυον τοῖς ποσί μου, ἀπέστρεψέ με εἰς τὰ ὀπίσω, ἔδωκέ με ἠφανισμένην, ὅλην τὴν ἡμέραν ὠδυνωμένην.
Κολιτσάρα
Ἀπὸ τὸ ὕψος τοῦ οὐρανίου θρόνου του ἔρριψε πῦρ, τὸ ἔβαλε μέσα εἰς τὰ κόκκαλά μου. Ἄπλωσε δίκτυον εἰς τὰ πόδια μου, μὲ ἀνέτρεψε, μὲ παρέδωσεν εἰς ὄλεθρον καὶ ἐξαφανισμόν. Ὅλην τὴν ἡμέραν μὲ ἔκαμε νὰ ὑποφέρω καὶ νὰ ὁδυνῶμαι.
Τρεμπέλα
Ἀπὸ τὸ ὕψος ὅπου εὑρίσκεται ὁ οὐράνιος θρόνος του ἔρριψε κάτω φωτιὰ καὶ τὴν ἔβαλε μέσα εἰς τὰ κόκκαλά μου· ἄπλωσε δίκτυον εἰς τὰ πόδια μου καὶ μὲ συνέλαβεν ἔτσι, ὥστε νὰ μοῦ εἶναι ἀδύνατον νὰ ξεφύγω, μὲ ἀνέτρεψε καὶ μὲ ἀναποδογύρισε μὲ παρέδωκεν εἰς καταστροφὴν καὶ ἐρήμωσιν καὶ μὲ ἀφῆκε νὰ πονῶ καὶ νὰ ὑποφέρω καθ’ ὅλην τὴν διαρκειαν τῆς ἡμέρας, δηλαδὴ νὰ τιμωροῦμαι συνεχῶς.
Θρ. Ἰερ. 1,14
Ἐγρηγορήθη ἐπὶ τὰ ἀσεβήματά μου· ἐν χερσί μου συνεπλάκησαν, ἀνέβησαν ἐπὶ τὸν τράχηλόν μου· ἠσθένησεν ἡ ἰσχύς μου, ὅτι ἔδωκε Κύριος ἐν χερσί μου ὀδύνας, οὐ δυνήσομαι στῆναι.
Κολιτσάρα
Παρηκολούθησεν ἄγρυπνος τὰς ἀσεβείας μου. Αὐταὶ περιεπλάκησαν εἰς τὰ χέρια μου, ἀνεβησαν ἕως ἐπάνω εἰς τὸν τράχηλόν μου, μὲ κατεβάρυναν καὶ μὲ κατεπόντισαν. Ἡ δύναμίς μου ἐξησθένησε, διότι ὁ Κύριος ἔδωσεν εἰς τὰ χέρια μου πόνους δυνατούς. Δὲν ἠμπορῶ πλέον νὰ σταθῶ εἰς τὰ πόδια μου!
Τρεμπέλα
Ὁ Κύριος παρηκολούθησεν ἄγρυπνος τὰ πταίσματα, τὶς ὕβρεις καὶ τὶς ἀσέβειές μου· ὅλα αὐτὰ τὰ ἁμαρτήματα τὰ ὁποῖα διέπραξα περιεπλέχθησαν εἰς τὰ χέρια μου, ἀνέβησαν μέχρι τὸν τράχηλόν μου καὶ μὲ κατεβάρυναν. Ἡ δύναμις καὶ ἡ ρώμη τοῦ σώματός μου ἐξησθένησε, διότι ὁ Κύριος ἐπέβαλεν εἰς τὰ χέρια μου ὀδυνηρὰ καταναγκαστικὰ ἔργα· δὲν ἠμπορῶ πλέον νὰ ἀνθέξω καὶ νὰ ἀντισταθῶ.
Θρ. Ἰερ. 1,15
Ἐξῆρε πάντας τοὺς ἰσχυρούς μου ὁ Κύριος ἐκ μέσου μου, ἐκάλεσεν ἐπ’ ἐμὲ καιρὸν τοῦ συντρίψαι ἐκλεκτούς μου· ληνὸν ἐπάτησε Κύριος παρθένῳ θυγατρὶ Ἰούδα, ἐπὶ τούτοις ἐγὼ κλαίω.
Κολιτσάρα
Αφῄρεσε καὶ ἀπέρριψεν ὁ Κύριος ἐκ μέσου μου ὅλους τοὺς ὑπερασπιστάς μου. Ὥρισεν ἐναντίον μου καιρὸν εἰς συντριβὴν τῶν ἐκλεκτῶν μου ἀνθρώπων. Ὁ Κύριος ἐπάτησεν ὑπὸ τοὺς πόδας του εἰς, τὸν ληνὸν ἐμέ, τὴν παρθένον, θυγατέρα τοῦ Ἰούδα· καὶ ἐγὼ κλαίω δι’ ὅλα αὐτά!
Τρεμπέλα
Ὁ Κύριος ἀπεδοκίμασε καὶ ἀφήρεσεν ἐκ μέσου μου ὅλους τοὺς γενναίους ὑπερασπιστάς μου, καθώρισεν ἐναντίον μου καιρὸν διὰ νὰ συντρίψῃ τοὺς νέους μου, τοὺς ἀρίστους τῶν ἀνθρώπων. Ὁ Κύριος κατεπάτησεν εἰς τὸν ληνόν του ἐμὲ τὴν παρθένον του, τὴν Ἰουδαίαν, ὅπως πατεῖ κανεὶς τὰ σταφύλια εἰς τὸ πατητήρι· καὶ διὰ τοῦτο ἐγὼ κλαίω!
Θρ. Ἰερ. 1,16
Ὁ ὀφθαλμός μου κατήγαγεν ὕδωρ, ὅτι ἐμακρύνθη ἀπ’ ἐμοῦ ὁ παρακαλῶν με, ὁ ἐπιστρέφων ψυχήν μου· ἐγένοντο οἱ υἱοί μου ἠφανισμένοι, ὅτι ἐκραταιώθη ὁ ἐχθρός.
Κολιτσάρα
Τὰ μάτια μου χύνουν δάκρυα ὡσὰν τὸ νερὸ τῆς πηγῆς, διότι ἔχει ἀπομακρυνθῆ ἀπὸ ἐμὲ ὁ Κύριος τῆς παρηγορίας μου, ὁ μόνος ἱκανὸς νὰ ἐπαναφέρῃ καὶ στηρίξῃ τὴν ζωήν μου. Τὰ παιδιά μου ἔχουν πλέον ἐξαφανισθῆ, διότι ὁ ἐχθρὸς ὑπερίσχυσεν ἐναντίον μου.
Τρεμπέλα
Τὰ μάτια μου χύνουν δάκρυα ὡσὰν νερό, διότι ἔχει ἀπομακρυνθῆ ἀπὸ ἐμὲ ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος μὲ παρηγορεῖ καὶ μὲ ἀναπαύει, ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θὰ συνεφέρῃ καὶ θὰ ἀναζωογονήσῃ τὴν ἐξηντλημένην ἀπὸ τοὺς πόνους καὶ τὴν ὀδύνην ψυχήν μου. Τὰ παιδιά μου ἔχουν καταστροφῆ καὶ ἀφανισθῆ, διότι ὁ ἐχθρὸς ἐδείχθη ἰσχυρότερος καὶ κραταιότερός μου».
Θρ. Ἰερ. 1,17
Διεπέτασε Σιὼν χεῖρας αὐτῆς, οὐκ ἔστιν ὁ παρακαλῶν αὐτήν· ἐνετείλατο Κύριος τῷ Ἰακώβ, κύκλῳ αὐτοῦ οἱ θλίβοντες αὐτόν, ἐγενήθη Ἱερουσαλὴμ εἰς ἀποκαθημένην ἀναμέσον αὐτῶν.
Κολιτσάρα
Ἅπλωσε τὰ χέρια της ἡ Σιὼν ζητοῦσα βοήθειαν καὶ δὲν ὑπάρχει κανεὶς νὰ τὴν παρηγορήσῃ καὶ νὰ τὴν βοηθήσῃ. Ἔδωσεν ἐντολὰς ὁ Κύριος εἰς τὸν Ἰακώβ, ἐξέφερεν ἀπειλάς. Καὶ ἰδοὺ ὅτι οἱ καταδυναστεύοντες αὐτὸν τὸν περιεκύκλωσαν. Ἡ Ἱερουσαλὴμ ἔγινεν ἀκάθαρτος ἀνάμεσα εἰς αὐτούς, ὡσὰν τὴν ἀποκαθημένην γυναῖκα.
Τρεμπέλα
Ἡ Σιών (λέγει ὁ Προφήτης) ἄπλωσε καὶ ὕψωσε τὰ χέρια της ζητοῦσα βοήθειαν, δὲν ὑπάρχει ὅμως ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θὰ τὴν παρηγορήσῃ καὶ τὴν ἀναπαύσῃ. Ἔδωκε προστάγματα καὶ ἐντολὲς ὁ Κύριος εἰς τοὺς ἀπογόνους τοῦ Ἰακώβ· τοὺς παρήγγειλε νὰ ἀγρυπνοῦν, διότι οἱ ἐχθροί, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἕτοιμοι νὰ τοὺς καταδυναστεύσουν, τοὺς ἔχουν περικυκλώσει. Ἡ Ἱερουσαλὴμ ἔγινε μεταξύ των βδελυκτὴ καὶ σιχαμερή, ὅπως ἡ γυναῖκα ποὺ εὑρίσκεται εἰς τὴν ἔμμηνον ρῦσιν της.
Θρ. Ἰερ. 1,18
Δίκαιός ἐστι Κύριος, ὅτι τὸ στόμα αὐτοῦ παρεπίκραναν· ἀκούσατε δή, πάντες οἱ λαοί, καὶ ἴδετε τὸ ἄλγος μου· παρθένοι μου καὶ νεανίσκοι μου ἐπορεύθησαν ἐν αἰχμαλωσίᾳ.
Κολιτσάρα
Δίκαιος εἶναι ὁ Κύριος, διότι ὁ λαός του τὸν παρεπίκρανεν, ἐπειδὴ δὲν ὑπήκουσεν εἰς τὰ λόγια τοῦ στόματός του. Ἀκούσατε, λοιπόν, ὅλοι οἱ λαοί, ἰδέτε τὴν ὀδύνην μου. Αἱ παρθένοι μου καὶ οἱ νέοι μου ἄνδρες ἀπήχθησαν εἰς αἰχμαλωσίαν.
Τρεμπέλα
(Ἡ Ἱερουσαλὴμ ἀναγνωρίζει τὴν ἐνοχήν της καὶ λέγει:) «Δίκαιος εἶναι ὁ Κύριος, ὁ Ὁποῖος μὲ ἐτιμώρησε, διότι οἱ Ἰσραηλῖται τὸν ἔχουν πολὺ πικράνει καὶ παροργίσει, ἐπειδὴ δὲν ὑπήκουσαν εἰς τὰ λόγια τοῦ στόματός του. Ἀκοῦστε λοιπόν, ὅλοι οἱ λαοί, καὶ ἴδετε τὴν ὀδύνην καὶ τὴν συμφοράν μου. Οἱ παρθένες μου καὶ οἱ νέοι μου ὠδηγήθησαν εἰς αἰχμαλωσίαν.
Θρ. Ἰερ. 1,19
Ἐκάλεσα τοὺς ἐραστάς μου, αὐτοὶ δὲ παρελογίσαντό με· οἱ ἱερεῖς μου καὶ οἱ πρεσβύτεροί μου ἐν τῇ πόλει ἐξέλιπον, ὅτι ἐζήτησαν βρῶσιν αὐτοῖς, ἵνα ἐπιστρέψωσι ψυχὰς αὐτῶν, καὶ οὐχ εὗρον.
Κολιτσάρα
Προσεκάλεσα τοὺς ἄλλοτε φίλους μου, ἀλλὰ αὐτοὶ μὲ ἐγέλασαν καὶ μὲ ἐπρόδωσαν. Οἱ ἱερεῖς μου καὶ οἱ πρεσβύτεροί μου ἔλειψαν πλέον ἀπὸ τὴν πόλιν, διότι περιέρχονται ἀναζητοῦντες τροφὰς διὰ τὸν ἑαυτόν των, διὰ νὰ διατηρήσουν τὴν ζωήν των, καὶ δὲν εὑρίσκουν.
Τρεμπέλα
Προσεκάλεσα τοὺς ἄλλοτε ἐραστάς μου (τοὺς ψευδοπροφήτας, τοὺς τερατοσκόπους καὶ τοὺς δαίμονας, τὰ εἴδωλα), αὐτοὶ ὅμως μὲ ἀπάτησαν, μὲ ἐγέλασαν. Οἱ ἱερεῖς μου καὶ οἱ πρεσβύτεροί μου ἀπέθαναν, ἔλειψαν πλέον ἀπὸ τὴν πόλιν, διότι, ἂν καὶ ἀνεζήτησαν τροφὴν διὰ τὸν ἑαυτόν των, διὰ νὰ συντηρηθοῦν καὶ ἐπιζήσουν, δὲν εὑρῆκαν.
Θρ. Ἰερ. 1,20
Ἰδέ, Κύριε, ὅτι θλίβομαι· ἡ κοιλία μου ἐταράχθη, καὶ ἡ καρδία μου ἐστράφη ἐν ἐμοί, ὅτι παραπικραίνουσα παρεπικράνθην· ἔξωθεν ἠτέκνωσέ με μάχαιρα ὥσπερ θάνατος ἐν οἴκῳ.
Κολιτσάρα
Ἰδέ, Κύριε, ὅτι θλίβομαι. Τὰ σπλάγχνα μου ἐταράχθησαν. Ἡ καρδία μου ἀνεστατώθη ἐντός μου, διότι ἐγὼ μὲ τὸ νὰ παραπικράνω σὲ ἐπικράνθην πολὺ καὶ ἡ ἴδια. Ἀπ’ ἔξω μὲ ἐστέρησεν ἀπὸ τὰ τέκνα μου ἡ ἐχθρικὴ μάχαιρα, ὅπως εἰς τὰς οἰκίας ἡ θανατηφόρος νόσος.
Τρεμπέλα
Ἰδέ, Κύριε, θλίβομαι, εὑρίσκομαι εἰς ἀπόγνωσιν τὰ σπλάγχνα μου, ὅλα τὰ ἐντός μου ἐταράχθησαν, εὑρίσκονται εἰς ἀναβρασμόν, καὶ ἡ καρδία μου ἔχει ἀναστατωθῇ μέσα μου, διότι μὲ τὸ νὰ παροργίζω Σὲ ἀνεστατώθην, ἐπικράνθην, ἐλυπήθην πολὺ καὶ ἐγώ. Ἔξω ἀπὸ τὶς οἰκίες καὶ τὰ τείχη ἡ μάχαιρα τῶν ἐχθρῶν μὲ ἔχει ἀφήσει ὀρφανὴν καὶ στερημένην ἀπὸ τὰ τέκνα μου, ὅπως καὶ ἡ θανατηφόρος ἀσθένεια μέσα εἰς τὶς οἰκίες.
Θρ. Ἰερ. 1,21
Ἀκούσατε δή, ὅτι στενάζω ἐγώ, οὐκ ἔστιν ὁ παρακαλῶν με· πάντες οἱ ἐχθροί μου ἤκουσαν τὰ κακά μου καὶ ἐχάρησαν, ὅτι σὺ ἐποίησας· ἐπήγαγες ἡμέραν, ἐκάλεσας καιρόν, ἐγένοντο ὅμοιοι ἐμοί.
Κολιτσάρα
Ἀκούσατε, λοιπόν, ὅτι ἐγὼ στενάζω συνεχῶς καὶ δὲν ὑπάρχει κανεὶς νὰ μὲ παρηγορήσῃ. Ὅλοι οἱ ἐχθροί μου ἐπληροφορήθησαν τὰς συμφοράς μου καὶ ἐχάρησαν, διότι σὺ ἀπέστειλες αὐτὰς ἐναντίον μου. Φέρε, Κύριε, ἐναντίον αὐτῶν τὴν ἡμέραν τῆς δικαίας σου ὀργῆς. Ὅρισε τὸν κατάλληλον πρὸς τοῦτο καιρόν, διὰ νὰ γίνουν καὶ αὐτοὶ ὅμοιοι μὲ ἐμὲ ὡς πρὸς τὴν θλῖψιν καὶ τὸν πόνον.
Τρεμπέλα
Ἀκοῦστε λοιπόν, διότι ἐγὼ ἀναστενάζω μὲ ἀλλεπαλλήλους στεναγμούς, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ κανεὶς νὰ μὲ παρηγορήσῃ καὶ ἀναπαύσῃ. Ὅλοι οἱ ἐχθροί μου ἔμαθαν τὶς συμφορὲς ποὺ μὲ ἐκτύπησαν καὶ ἐχαιρεκάκησαν, διότι Σὺ ὁ Κύριος ἐπροκάλεσες αὐτὴν τὴν συμφοράν. Φέρε, Κύριε, ἐναντίον των τὴν ἡμέραν τῆς δικαίας ὀργῆς σου, περὶ τῆς ὁποίας «ὡμίλησες διὰ τῶν Προφητῶν σου· ὅρισε τὸν κατάλληλον πρὸς τὸν σκοπὸν αὐτὸν καιρόν, διὰ νὰ πάθουν καὶ αὐτοὶ ὅσα ἔπαθα ἐγὼ καὶ νὰ γίνουν ἔτσι ὅμοιοι μὲ ἐμέ, θλιβόμενοι καὶ ὀδυνώμενοι.
Θρ. Ἰερ. 1,22
Εἰσέλθοι πᾶσα ἡ κακία αὐτῶν κατὰ πρόσωπόν σου, καὶ ἐπιφύλλισον αὐτοῖς, ὃν τρόπον ἐποίησαν ἐπιφυλλίδα περὶ πάντων τῶν ἁμαρτημάτων μου, ὅτι πολλοὶ οἱ στεναγμοί μου, καὶ ἡ καρδία μου λυπεῖται.
Κολιτσάρα
Ἂς παρουσιασθῇ καὶ ἂς ἀπακαλυφθῇ ἐνώπιόν σου ὅλη ἡ κακία των. Τρύγησέ τους, ὅπως αὐτοὶ ἐτρύγησαν ἐμὲ ἐξ αἰτίας τῶν ἁμαρτιῶν μου. Πρᾶξε εἰς αὐτοὺς ὅ,τι καὶ εἰς ἐμέ, διότι οἱ στεναγμοί μου εἶναι πολλοὶ καὶ ἡ καρδία μου βαρύνεται συνεχῶς ἀπὸ τὴν λύπην καὶ τὸν πόνον.
Τρεμπέλα
Εἴθε νὰ ἐμφανισθῇ καὶ νὰ παρουσιασθῇ ἐνώπιόν Σου ὅλη ἡ κακοήθειά των· ἀναζήτησέ τους μὲ πολλὴν προσοχὴν καὶ τρύγησέ τους, ὅπως αὐτοὶ μὲ μετεχειρίσθησαν καὶ μὲ ἐτρύγησαν ἕνεκα τῶν ἰδικῶν μου ἁμαρτημάτων καὶ τοῦτο διότι οἱ ἀλλεπάλληλοι στεναγμοί μου εἶναι πολλοὶ καὶ ἡ καρδία μου λυπεῖται βαθύτατα».
Κεφάλαιο 2
Θρ. Ἰερ. 2,1
Πῶς ἐγνόφωσεν ἐν ὀργῇ αὐτοῦ Κύριος τὴν θυγατέρα Σιών; κατέρριψεν ἐξ οὐρανοῦ εἰς γῆν δόξασμα Ἰσραήλ, καὶ οὐκ ἐμνήσθη ὑποποδίου ποδῶν αὐτοῦ ἐν ἡμέρᾳ ὀργῆς αὐτοῦ.
Κολιτσάρα
Πῶς ἐν τῇ δικαίᾳ του ὀργῇ ὁ Κύριος ἐβύθισεν εἰς τὸ σκότος τὴν θυγατέρα του Σιών; Ἔρριψε καὶ ἐκρήμνισε τὴν δόξαν τοῦ Ἰσραὴλ ἀπὸ τὸν οὐρανὸν κάτω εἰς τὸ χῶμα! Κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς ὀργῆς του δὲν ἐνεθυμήθη τὸν ἰσραηλιτικὸν λαόν, τὸν ὁποῖον ἄλλοτε εἶχεν ὀνομάσει ὑποπόδιον τῶν ποδῶν του.
Τρεμπέλα
Πῶς ἐβύθισεν εἰς σκοτεινὸν καὶ ἀνεμῶδες σύνεφον κατὰ τὴν δικαίαν ὀργήν του ὁ Κύριος τὴν θυγατέρα του Σιών; Κατεκρήμνισεν ἀπὸ τὸ ὕψος τοῦ οὐρανοῦ εἰς τὴν γῆν τὴν δόξαν, τὸ κάλλος καὶ τὸ σέμνωμα τοῦ Ἰσραήλ, καὶ δὲν ἐνεθυμήθη κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς δικαίας ὀργῆς του τὸν Ναὸν τῆς Σιών (ἢ τὸν Ἰσραηλιτικὸν λαόν, ὁ ὁποῖος ἀξιώθηκε νὰ ἔχῃ γνῶσιν τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ), τὸν τόπον, ἐπάνω εἰς τὸν ὁποῖον πατοῦν ὡσὰν εἰς ἄλλο στήριγμα οἱ πόδες του, διότι αὐτὸς εἶναι τόπος ἱερὸς καὶ ἅγιος!
Θρ. Ἰερ. 2,2
Κατεπόντισε Κύριος οὐ φεισάμενος πάντα τὰ ὡραῖα Ἰακώβ, καθεῖλεν ἐν θυμῷ αὐτοῦ τὰ ὀχυρώματα τῆς θυγατρὸς Ἰούδα, ἐκόλλησεν εἰς τὴν γῆν, ἐβεβήλωσε βασιλέα αὐτῆς καὶ ἄρχοντας αὐτῆς.
Κολιτσάρα
Ὁ Κύριος κατεπόντισε, χωρὶς εὐσπλαγχνίαν καὶ οἶκτον, ὅλα τὰ ὡραῖα τῶν ἀπογόνων τοῦ Ἰακώβ. Ἐπάνω εἰς τὸν δίκαιον θυμόν του ἐκρήμνισε τὰ ὀχυρώματα τῆς Σιών, τὰ ἔρριψε καὶ τὰ ἐκόλλησεν εἰς τὴν γῆν. Βεβήλους καὶ μολυσμένους κατέστησε τὸν βασιλέα της καὶ τοὺς ἄρχοντάς της.
Τρεμπέλα
Ὁ Κύριος ἔρριψεν εἰς τὸ βάθος, κατεβύθισε χωρὶς εὐσπλαγχνίαν καὶ ἔλεος ὅλα τὰ ἔνδοξα προνόμια, ὅλην τὴν νομικὴν λατρείαν τοῦ Ἰακώβ· ἐπάνω εἰς τὸν δίκαιον θυμόν του κατεκρήμνισεν ὅλα τὰ ὀχυρὰ φρούρια καὶ τείχη τῆς θυγατρὸς τοῦ Ἰούδα, τὰ ἰσοπέδωσε, τὰ ἐκόλλησε κυριολεκτικῶς εἰς τὴν γῆν· κατέστησε βεβήλους καὶ ἀκαθάρτους τὸν βασιλιᾶ της (ἐπέτρεψε νὰ βεβηλωθῇ τὸ στέμμα, τὸ ὁποῖον ἐφοροῦσε ὡς χρισμένος καὶ ἁγιασμένος ἀπὸ τὸν Θεόν) καὶ τοὺς ἄρχοντάς της.
Θρ. Ἰερ. 2,3
Συνέκλασεν ἐν ὀργῇ θυμοῦ αὐτοῦ πᾶν κέρας Ἰσραήλ, ἀπέστρεψεν ὀπίσω δεξιὰν αὐτοῦ ἀπὸ προσώπου ἐχθροῦ καὶ ἀνῆψεν ἐν Ἰακὼβ ὡς πῦρ φλόγα, καὶ κατέφαγε πάντα τὰ κύκλῳ.
Κολιτσάρα
Ἐπάνω εἰς τὴν ἔκρηξιν τῆς δικαίας του ὀργῆς κατέκοψε καὶ συνέτριψεν ὁ Κύριος ὅλην τὴν δύναμιν τοῦ ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ. Ἀπέσυρεν εἰς τὰ ὀπίσω ἄπρακτον καὶ ἀνενέργητον τὴν παντοδύναμον δεξιάν του ἐνώπιον τοῦ ἐχθροῦ, ποὺ ἐπήρχετο κατὰ τοῦ Ἰσραήλ. Ἤναψε μεγάλην φλόγα καταστροφῆς εἰς τὸν Ἰακώβ, ἡ ὁποία καὶ κατέφαγεν ὅλην τὴν περιοχήν.
Τρεμπέλα
Ἐπάνω εἰς τὴν δικαίαν ἐκρηξιν τῆς σφοδρᾶς ἀγανακτήσεώς του ἐτσάκισε μὲ βίαιον τρόπον ὅλην τὴν δύναμιν (ἤ, κατ’ ἄλλους: Ὅλες τὶς φυλές) τοῦ Ἰσραήλ, ἀπέσυρε τὴν προστατευτικὴν καὶ παντοκρατορικὴν δεξιάν του κατὰ τὴν ὥραν τῆς ἐπιθέσεως τῶν ἐχθρῶν καὶ ἐπέτρεψεν εἰς αὐτοὺς τὴν νίκην· ἄναψε δὲ φωτιὰ εἰς τὸν Ἰακώβ, ἡ ὁποία ὡς μεγάλη φλόγα κατέστρεψε καὶ κατέφαγεν ὅλα ὅσα εὑρίσκοντο γύρω ἀπὸ αὐτήν.
Θρ. Ἰερ. 2,4
Ἐνέτεινε τόξον αὐτοῦ ὡς ἐχθρός, ἐστερέωσε δεξιὰν αὐτοῦ ὡς ὑπεναντίος καὶ ἀπέκτεινε πάντα τὰ ἐπιθυμήματα τῶν ὀφθαλμῶν μου ἐν σκηνῇ θυγατρὸς Σιών, ἐξέχεεν ὡς πῦρ τὸν θυμὸν αὐτοῦ.
Κολιτσάρα
Ἐτέντωσεν ὁ Κύριος τὸ τόξον του ἐναντίον τοῦ ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ, ὡς ἐὰν ἦτο ἐχθρός του. Κατηύθυνε σταθερὰ τὴν δεξιάν του ἐναντίον αὐτοῦ ὡσὰν εἰς ἀντίθετόν του. Ἐθανάτωσεν ὅλα τὰ ἀγαπητά μου πρόσωπα εἰς τὴν κατοικίαν τῆς θυγατρὸς Σιών. Ἐξέχυσε τὸν θυμόν του ὡς καταστρεπτικὸν πῦρ.
Τρεμπέλα
Ὁ Κύριος (ἀπεστράφη ἐντελῶς τὸν λαόν του) ἐτέντωσε τὸ τόξον του ὡς ἐχθρὸς κατὰ τοῦ Ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ, κατηύθυνε σταθερὰ τὴν δεξιάν του ἐναντίον των ὡς πολέμιος καὶ ἐφόνευσεν ὅλα τὰ πολύτιμα καὶ πολὺ ἀγαπημένα μου πρόσωπα «τοὺς υἱούς, τὶς θυγατέρες καὶ ὅ,τι ἄλλο ἀγαπητὸν καὶ προσφιλές» εἰς τὸν οἶκον τῆς θυγατέρας Σιών «τὸν Ναόν» καὶ ἐξέχυσε τὸν δίκαιον θυμόν του ὡς φωτιά.
Θρ. Ἰερ. 2,5
Ἐγενήθη Κύριος ὡς ἐχθρός, κατεπόντισεν Ἰσραήλ, κατεπόντισε πάσας τὰς βάρεις αὐτῆς, διέφθειρε τὰ ὀχυρώματα αὐτοῦ καὶ ἐπλήθυνε τῇ θυγατρὶ Ἰούδα ταπεινουμένην καὶ τεταπεινωμένην.
Κολιτσάρα
Ὡσὰν ἐχθρὸς ἔγινεν ὁ Κύριος· κατεπόντισεν εἰς ἀπύθμενον βάθος τὸν ἰσραηλιτικὸν λαόν. Κατέστρεψε τὰ πολύτιμα ἀνάκτορά του, ἐκρήμνισε καὶ ἐξηφάνισε τὰ ὀχυρά του τείχη, ἐπολλαπλασίασε τὰς συμφορὰς ἐναντίον τῆς Ἱερουσαλήμ, ἡ ὁποία ἐταπεινώθη καὶ ταπεινώνεται συνεχῶς.
Τρεμπέλα
Λόγῳ τῆς ἁμαρτωλῆς διαγωγῆς των ὁ Κύριος τοὺς ἐφέρθη ὡς ἐχθρός, ἔρριψεν εἰς τὸ βάθος τὸν Ἰσραήλ, κατεβύθισε τὰ πολτελῆ ἀνάκτορα, τὶς ἀκροπόλεις καὶ τὰ φρούριά του, ἐπολλαπλασίασε τὶς συμφορὲς κατὰ τῆς θυγατέρας τοῦ Ἰούδα, τῆς Ἱερουσαλήμ, ἡ ὁποία ἐδοκίμασε συνεχεῖς ταπεινώσεις· ἐταπεινώθη καὶ συνεχῶς ταπεινώνεται.
Θρ. Ἰερ. 2,6
Καὶ διεπέτασεν ὡς ἄμπελον τὸ σκήνωμα αὐτοῦ, διέφθειρεν ἑορτὴν αὐτοῦ· ἐπελάθετο Κύριος ἃ ἐποίησεν ἐν Σιὼν ἑορτῆς καὶ σαββάτου καὶ παρώξυνεν ἐμβριμήματι ὀργῆς αὐτοῦ βασιλέα καὶ ἱερέα καὶ ἄρχοντα.
Κολιτσάρα
Ὡσὰν φραγμὸν ἐγκαταλελειμμένης ἀμπέλου ἐκρήμνισεν ὁ Κύριος τὸ σκήνωμά του. Κατήργησε κάθε ἑορτήν του εἰς τὴν Ἱερουσαλήμ, ἐλησμόνησεν ὁ Κύριος, ὅσα θαυμαστὰ ἄλλοτε εἶχε κάμει εἰς τὴν Σιών, τὰς ἑορτασίμους ἡμέρας καὶ τὴν ἀργίαν τοῦ Σαββάτου. Ἀπέρριψεν εἰς τὸν βρασμὸν τῆς ὀργῆς του βασιλεῖς, ἱερεῖς καὶ ἄρχοντας.
Τρεμπέλα
Ἄπλωσε, ἔρριψε καὶ ἐσκόρπισεν ὡς ἄμπελον ἀφύλακτον καὶ κατέστρεψε τὴν κατοικίαν του, τὴν πόλιν του, καὶ κατήργησε κάθε ἑορτήν του (εἰς τὴν Ἱερουσαλήμ). Ὁ Κύριος ἐλησμόνησεν ὅσα καθώρισε νὰ ἑορτάζωνται σύμφωνα μὲ τὸν Νόμον εἰς τὴν Ἱερουσαλήμ, δηλαδὴ τὶς ἑορτάσιμες ἡμέρες καὶ τὴν κατ’ ἐξοχὴν τιμωμένην ἡμέραν τοῦ Σαββάτου. Ἐπάνω δὲ εἰς τὸν βρασμὸν τῆς ὑπερβολικῆς ὀργῆς του ἀπέρριψε μὲ περιφρόνησιν καὶ ἀγανάκτησιν βασιλεῖς καὶ ἱερεῖς καὶ ἄρχοντας.
Θρ. Ἰερ. 2,7
Ἀπώσατο Κύριος θυσιαστήριον αὐτοῦ, ἀπετίναξεν ἁγίασμα αὐτοῦ, συνέτριψεν ἐν χειρὶ ἐχθροῦ τεῖχος βάρεων αὐτῆς· φωνὴν ἔδωκαν ἐν οἴκῳ Κυρίου ὡς ἐν ἡμέρᾳ ἑορτῆς.
Κολιτσάρα
Ἀηδίασε καὶ ἀπώθησεν ὁ Κύριος τὸ θυσιαστήριόν του. Ἀπετίναξε τὸν ἅγιον ναόν του, συνέτριψε μὲ τὰ χέρια τῶν ἐχθρῶν του τὸ τεῖχος μαζῆ μὲ τὰς ἐπάλξεις αὐτοῦ. Κραυγαὶ ἠκούσθησαν εἰς τὸν ναὸν τοῦ Κυρίου, ὅπως κατὰ τὰς ἡμέρας τῶν ἑορτῶν, ὄχι ὅμως ἑόρτιοι.
Τρεμπέλα
Ὁ Κύριος ἀπεδοκίμασε καὶ ἀπέρριψε τὸ θυσιαστήριον του, ἔρριψε μὲ ἀπότομον τίναγμα τὸν ἅγιον Ναόν του, συνέτριψε μὲ τὰ χέρια τῶν ἐχθρῶν Βαβυλωνίων τὸ τεῖχος μαζὶ μὲ τὶς ἐπάλξεις καὶ τὰ φρούρια. Ἐχθρικοὶ ἀλαλαγμοὶ θριάμβων ἀκούσθηκαν εἰς τὸν Ναὸν τοῦ Κυρίου, ὅπως ἠκούοντο κατά τὶς ἡμέρες τῶν ἑορτῶν φωνὲς ἐνθουσιώδεις καὶ πανηγυρικές!
Θρ. Ἰερ. 2,8
Καὶ ἐπέστρεψε Κύριος τοῦ διαφθεῖραι τεῖχος θυγατρὸς Σιών· ἐξέτεινε μέτρον, οὐκ ἀπέστρεψε χεῖρα αὐτοῦ ἀπὸ καταπατήματος, καὶ ἐπένθησε τὸ προτείχισμα, καὶ τεῖχος ὁμοθυμαδὸν ἠσθένησεν.
Κολιτσάρα
Ὁ Κύριος ἐπῆλθε, διὰ νὰ καταστρέψει τὰ τείχη τῆς θυγατρὸς Σιών. Ἅπλωσε τὸ μέτρον του καὶ δὲν ἀπέσυρε τὸ χέρι του ἀπὸ τὸ ἔργον τῆς καταστροφῆς, μέχρις ὅτου τὸ ὠλοκλήρωσεν. Ἔτσι τὸ ἐξωτερικὸν τεῖχος κατεστραμμένον φαίνεται σὰν νὰ πενθῇ, καὶ τὸ ἐσωτερικὸν τεῖχος συγχρόνως ἔχει ἐξασθενήσει καὶ καταπέσει.
Τρεμπέλα
Καὶ ὁ Κύριος ἐστράφη μὲ σταθερὰν ἀπόφασιν νὰ καταστρέψῃ τὰ τείχη τῆς θυγατέρας Σιών, τῆς Ἱερουσαλήμ. Ἐτέντωσε τὸ σχοινὶ τοῦ μέτρου, ἐξέδωκε δηλαδὴ τὴν δικαίαν καὶ ἀκριβὴ ψῆφον του διὰ τὴν καταστροφήν, καὶ δὲν ἀπέσυρε τὸ τιμωρητικὸν χέρι του, μέχρις ὅτου κατεδάφισε καὶ κατέστρεψε πλήρως ὅ,τι εἶχε νά καταστρέψῃ. Τοιουτοτρόπως τὸ κατεστραμμένον ἐξωτερικὸν τεῖχος φαίνεται ὡσὰν νὰ πενθῇ, ταυτοχρόνως δὲ τὸ ἐσωτερικὸν τεῖχος ἀδυνάτισε καὶ κατέπεσεν.
Θρ. Ἰερ. 2,9
Ἐνεπάγησαν εἰς γῆν πύλαι αὐτῆς, ἀπώλεσε καὶ συνέτριψε μοχλοὺς αὐτῆς· βασιλέα αὐτῆς καὶ ἄρχοντα αὐτῆς ἐν τοῖς ἔθνεσιν· οὐκ ἔστι νόμος, καί γε προφῆται αὐτῆς οὐκ εἶδον ὅρασιν παρὰ Κυρίου.
Κολιτσάρα
Αἱ πύλαι ἀπὸ τὰ τείχη ἔπεσαν καὶ ἐχώθησαν εἰς τὴν γῆν. Ὁ Κύριος κατέστρεψε καὶ συνέτριψε τοὺς μοχλοὺς τῶν πυλῶν τῆς πόλεως. Αἰχμαλώτους εἰς τὰ διάφορα ἔθνη ὡδήγησε τὸν βασιλέα της καὶ τοὺς ἄρχοντάς της. Δὲν ὑπάρχει πλέον ὁ νόμος Κυρίου εἰς τὴν Ἰουδαίαν καὶ οἱ προφῆται της δὲν βλέπουν ὁράματα στελλόμενα ἐκ μέρους τοῦ Κυρίου.
Τρεμπέλα
Οἱ πύλες τῶν τειχῶν τῆς Ἱερουσαλὴμ ἔπεσαν, ἐσφηνώθησαν καὶ ἐχώθησαν μέσα εἰς τὸ ἔδαφος· ὁ Κύριος κατέστρεψε καὶ συνέτριψε τοὺς μοχλούς της, μὲ τοὺς ὁποίους διετηροῦντο κλειστὲς καὶ ἀπαραβίαστες οἱ πύλες τῆς πόλεως. Τὸν βασιλιᾶ τῆς Ἱερουσαλὴμ καὶ τοὺς ἄρχοντάς της τοὺς ἀπέστειλεν αἰχμαλώτους μεταξὺ τῶν εἰδωλολατρικῶν ἐθνῶν. Δὲν ὑπάρχει εἰς τὸ ἑξῆς Νόμος, καὶ ἐπὶ πλέον οἱ ψευδοπροφῆται της δὲν βλέπουν ὁράματα ποὺ στέλλονται ἀπὸ τὸν Κύριον· (ἤ, κατ’ ἄλλην ἑρμηνείαν: Καὶ ἐπὶ πλέον οἱ γνήσιοι Προφῆται της δὲν δέχονται παρήγορα ἀποκαλυπτικὰ ὁράματα καὶ ὀπτασίες ποὺ στέλλονται ἀπὸ τὸν Κύριον).
Θρ. Ἰερ. 2,10
Ἐκάθισαν εἰς τὴν γῆν, ἐσιώπησαν πρεσβύτεροι θυγατρὸς Σιών, ἀνεβίβασαν χοῦν ἐπὶ τὴν κεφαλὴν αὐτῶν, περιεζώσαντο σάκκους, κατήγαγον εἰς γῆν ἀρχηγοὺς παρθένους ἐν Ἱερουσαλήμ.
Κολιτσάρα
Ἐκάθισαν κάτω εἰς τὸ χῶμα οἱ αἰχμαλωτισθέντες· σιωπηλοὶ ἀπὸ τὸ βάρος τοῦ πόνου ἔμειναν οἱ γεροντότεροι τῆς κόρης μου, τῆς Σιών. Ἔρριψαν χῶμα ἐπάνω εἰς τὴν κεφαλήν των, ἐζώσθησαν τρίχινους σάκκους πένθους. Καὶ αὐταὶ αἱ διακρινόμεναι διὰ τὴν εὐγενῆ καταγωγὴν καὶ τὸν πλοῦτον των παρθένοι ἔπεσαν καὶ ἐκυλίσθησαν εἰς τὸ ἔδαφος τῆς Ἱερουσαλήμ.
Τρεμπέλα
Ταπεινωμένοι ἐκάθησαν κατὰ γῆς ὅσοι αἰχμαλωτίσθηκαν ἐσιώπησαν, κυριευμένοι ἀπὸ θλῖψιν, καὶ δὲν καθοδηγοῦν πλέον μὲ τὸν λόγον των οἱ πρεσβύτεροι τῆς θυγατέρας μου Σιών, τῆς Ἱερουσαλήμ. Λόγῳ τοῦ πένθους των ἔρριψαν χῶμα (στάχτη) ἐπάνω εἰς τὴν κεφαλήν των καὶ ἐφόρεσαν τρίχινον πένθιμον ἔνδυμα. Ἐπίσης οἱ εὐγενεῖς καὶ πλούσιες νεαρὲς κόρες τῶν ἀρχόντων καὶ τῶν ἐπισήμων ἐταπεινώθησαν καὶ ἐκυλίσθησαν εἰς τὸ ἔδαφος τῆς Ἱερουσαλήμ.
Θρ. Ἰερ. 2,11
Ἐξέλιπον ἐν δάκρυσιν οἱ ὀφθαλμοί μου, ἐταράχθη ἡ καρδία μου, ἐξεχύθη εἰς τὴν γῆν ἡ δόξα μου ἐπὶ τὸ σύντριμμα τῆς θυγατρὸς τοῦ λαοῦ μου ἐν τῷ ἐκλείπειν νήπιον καὶ θηλάζοντα ἐν πλατείαις πόλεως.
Κολιτσάρα
Ἔσβησαν τὰ μάτια μου ἀπὸ τὰ πολλὰ δάκρυα, ἐταράχθη ἡ καρδία μου, ἐκυλίσθη εἰς τὺ χῶμα ἡ δόξα μου, ἐξ αἰτίας τῆς συντριβῇς τῆς θυγατρὸς τοῦ λαοῦ μου, ὅταν καὶ τὰ νήπια ἀκόμη καὶ τὰ θηλάζοντα ἔσβηναν καὶ ξεψυχοῦσαν ἀπὸ τὴν πεῖναν εἰς τὰς πλατείας τῆς πόλεως.
Τρεμπέλα
Ἔσβησαν τὰ μάτια μου ἀπὸ τὰ πολλὰ δάκρυα· ἡ καρδιά μου συγκλονίζεται, κτυπᾷ γρήγορα καὶ βίαια· ἡ ψυχή μου ἐχύθη, ἐσκορπίσθη κατὰ γῆς, ἕνεκα τῆς συντριβῆς καὶ καταστροφῆς τῆς θυγατέρας τοῦ λαοῦ μου· μάλιστα δέ, διότι καὶ αὐτὰ τὰ νήπια καὶ τὰ θηλάζοντα βρέφη ἐξεψυχοῦσαν λόγῳ τῆς πείνας εἰς τὶς πλατεῖες τῆς πόλεως.
Θρ. Ἰερ. 2,12
Ταῖς μητράσιν αὐτῶν εἶπαν· ποῦ σῖτος καὶ οἶνος; ἐν τῷ ἐκλύεσθαι αὐτοὺς ὡς τραυματίας ἐν πλατείαις πόλεως, ἐν τῷ ἐκχεῖσθαι ψυχὰς αὐτῶν εἰς κόλπον μητέρων αὐτῶν.
Κολιτσάρα
Ἐφώναζαν τὰ νήπια πρὸς τὰς μητέρας των, «ψωμί», «νερό», ὅταν παρέλυον εἰς τὰς πλατείας ἀπὸ τὴν πεῖναν, ὡσὰν τραυματίαι βαρέως πληγωμένοι· ὅταν ἔσβηναν καὶ ἐξεψυχοῦσαν, εἰς τὴν ἀγκάλην τῶν μητέρων των.
Τρεμπέλα
Τὰ πεινασμένα νήπια ἐφώναζαν εἰς τις μητέρες των· «ποῦ ὑπάρχει ψωμὶ καὶ νερό;», Καθὼς ἔπεφταν λιπόθυμα εἰς τὶς πλατεῖες τῆς πόλεως, ὅπως οἱ τραυματίαι, καὶ καθὼς ἐξεψυχοῦσαν εἰς τὴν ἀγκάλην τῶν μητέρων των.
Θρ. Ἰερ. 2,13
Τί μαρτυρήσω σοι ἢ τί ὁμοιώσω σοι, θύγατερ Ἱερουσαλήμ; τίς σώσει σε καὶ παρακαλέσει σε, παρθένος θύγατερ Σιών; ὅτι ἐμεγαλύνθη ποτήριον συντριβῆς σου· τίς ἰάσεταί σε;
Κολιτσάρα
Μὲ τί νὰ σὲ παραβάλλω; Πρὸς τί νὰ σὲ παρομοιώσω, θυγάτηρ Ἱερουσαλήμ; Ποιὸς εἶναι εἰς θέσιν νὰ σὲ σώσῃ καὶ νὰ σὲ παρηγορήσῃ, παρθένος θυγάτηρ Σιών; Διότι τὸ ποτήριον τῆς καταστροφῆς σου εἶναι βαθὺ καὶ πλατύ. Ποιὸς τάχα εἶναι εἰς θέσιν νὰ σὲ θεραπεύσῃ;
Τρεμπέλα
Μὲ τί νὰ σὲ συγκρίνω ἢ μὲ τί νὰ σὲ παρομοιάσω, θυγατέρα μου Ἱερουσαλήμ; Ποῖος ἠμπορεῖ νὰ σὲ σώσῃ καὶ νὰ σὲ παρηγορήσῃ, παρθένε θυγατέρα μου Σιών; Διότι τὸ ποτήριον τῆς καταστροφῆς σου εἶναι μεγάλο καὶ βαθύ! Ποῖος ἠμπορεῖ νὰ σὲ θεραπεύσῃ;
Θρ. Ἰερ. 2,14
Προφῆταί σου εἴδοσάν σοι μάταια καὶ ἀφροσύνην καὶ οὐκ ἀπεκάλυψαν ἐπὶ τὴν ἀδικίαν σου τοῦ ἐπιστρέψαι αἰχμαλωσίαν σου, καὶ εἴδοσάν σοι λήμματα μάταια καὶ ἐξώσματα.
Κολιτσάρα
Οἱ ψευδοπροφῆται σου εἶδαν καὶ εἶπαν εἰς σὲ ἀνυπόστατα καὶ ἀσύνετα. Δὲν σοῦ ἐφανέρωσαν τὰς ἁμαρτίας σου, ὥστε νὰ μετανοήσῃς καὶ νὰ προληφθῇ ἡ αἰχμαλωσία σου! Εἶδαν καὶ ἀνεκοίνωσαν εἰς σὲ ἀπατηλὰς ὁράσεις, ψευδεῖς καὶ παραπλανητικάς.
Τρεμπέλα
Οἱ ψευδοπροφῆται καὶ οἱ ψευδοδιδάσκαλοί σου εἶδαν περὶ σοῦ ψευδεῖς δράσεις καὶ σοῦ ἐδίδαξαν πράγματα ἀπατηλὰ καὶ ἀσύνετα· καὶ δὲν σοῦ ἐφανέρωσαν τὴν ἐνοχήν σου, ὥστε νὰ μετανοήσῃς καὶ νὰ ἀποφευχθῇ ἡ αἰχμαλωσία τῶν κατοίκων σου. Σοῦ ἀνεκοίνωσαν ἀποκαλύψεις καὶ ὁράματα μάταια, ἀπατηλὰ καὶ παραπλανητικά, μὲ τὰ ὁποῖα σὲ ἀπωθοῦσαν ἀπὸ τοῦ νὰ συναισθανθῇς τὴν ἐνοχήν σου καὶ νὰ μετανοήσῃς.
Θρ. Ἰερ. 2,15
Ἐκρότησαν ἐπὶ σὲ χεῖρας πάντες οἱ παραπορευόμενοι ὁδόν, ἐσύρισαν καὶ ἐκίνησαν τὴν κεφαλὴν αὐτῶν ἐπὶ τὴν θυγατέρα Ἱερουσαλήμ· αὕτη ἡ πόλις, ἐροῦσι, στέφανος εὐφροσύνης πάσης τῆς γῆς.
Κολιτσάρα
Ὅλοι ὅσοι διήρχοντο κοντά σου ἐχειροκροτοῦσαν μὲ χαιρεκακίαν. Ἔβγαλαν σύριγμα εἰρωνικὸν ἀπὸ τὰ χείλη των, ἐκινοῦσαν χλευαστικῶς τὴν κεφαλήν των εἰς βάρος τῆς θυγατρὸς Ἱερουσαλήμ. «Αὐτὴ εἶναι ἡ πόλις, ἔλεγαν, ἡ ὁποία ἦτο ἄλλοτε ὁ στέφανος καὶ ἡ χαρὰ ὅλης τῆς οἰκουμένης»!
Τρεμπέλα
Ἐχειροκρότησαν μὲ χαιρεκακίαν ἐναντίον σου ὅλοι οἱ ὁδοιπόροι ποὺ διήρχοντο ἀπὸ κοντά σου· ἐσφύριξαν εἰρωνικὰ καὶ ἐκούνησαν περιπαικτικὰ τὴν κεφαλήν των εἰς βάρος τῆς θυγατέρας Ἱερουσαλήμ· εἶπαν χλευαστικά: «Αὐτὴ εἶναι ἡ πόλις, ἡ ὁποία ὑπῆρξεν ἄλλοτε ὁ στέφανος καὶ ἡ εὐφροσύνη ὅλης τῆς γῆς»!
Θρ. Ἰερ. 2,16
Διήνοιξαν ἐπὶ σὲ στόμα αὐτῶν πάντες οἱ ἐχθροί σου, ἐσύρισαν καὶ ἔβρυξαν ὀδόντας, καὶ εἶπαν· κατεπίομεν αὐτήν, πλὴν αὕτη ἡ ἡμέρα, ἣν προσεδοκῶμεν, εὕρομεν αὐτήν, εἴδομεν.
Κολιτσάρα
Ὅλοι οἱ ἐχθροί σου ἤνοιξαν διάπλατα τὸ στόμα των ἐναντίον σου. Ἐσφύριζαν εἰρωνικῶς εἰς βάρος σου, ἔτριζαν τὰ δόντια των καὶ εἶπαν· «τὴν κατεπίομεν! Αὐτὴ ἀκριβῶς εἶναι ἡ ἡμέρα, τὴν ὁποίαν ἐπεριμέναμεν, τὴν εὑρήκαμεν καὶ τὴν εἴδαμεν»!
Τρεμπέλα
Ἄνοιξαν διάπλατα τὸ στόμα των ἐναντίον σου ὅλοι οἱ ἐχθροί σου· ἐσφύριξαν εἰρωνικὰ εἰς βάρος σου, ἔτριξαν ἀπειλητικὰ τὰ δόντια των καὶ εἶπαν: «Τὴν ἐκατάπιαμε! Ἰδού, αὐτὴ εἶναι ἡ ἡμέρα, τὴν ὁποίαν ἐπεριμέναμε· τελικῶς τὴν εὐρήκαμε, τὴν εἴδαμε!»
Θρ. Ἰερ. 2,17
Ἐποίησε Κύριος ἃ ἐνεθυμήθη, συνετέλεσε ῥήματα αὐτοῦ, ἃ ἐνετείλατο ἐξ ἡμερῶν ἀρχαίων, καθεῖλε καὶ οὐκ ἐφείσατο, καὶ ηὔφρανεν ἐπὶ σὲ ἐχθρόν, ὕψωσε κέρας θλίβοντός σε.
Κολιτσάρα
Ὁ Κύριος ἐπραγιματοποίησεν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶχε σκεφθῇ καὶ ἀποφασίσει. Ἐξεπλήρωσε τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ἀπὸ ἀρχαιότατα χρόνια εἶχε προαναγγείλει. Ἐκρήμνισε τὸν λαόν του καὶ δὲν τὸν ἐσπλαγχνίσθη. Ἔκαμε τὸν ἐχθρόν σου νὰ χαρῇ διὰ τὸ κατάντημά σου. Ὕψωσε τὴν δύναμιν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι σὲ καταδυναστεύουν.
Τρεμπέλα
Ὁ Κύριος ἔκρινε δικαίως καὶ ἔφερεν εἰς πέρας ὅσα εἶχε σκεφθῇ καὶ σχεδιάσει, ἐξεπλήρωσε τὰ ἀπειλητικὰ λόγια του, τὰ ὁποῖα εἶχε προαναγγείλει ἀπὸ τὰ ἀρχαιότατα χρόνια· ἐκρήμνισε (τὴν Ἱερουσαλήμ, ἐτιμώρησε τὸν λαόν) καὶ δὲν ἔδειξεν εὐσπλαγχνίαν καὶ ἀκόμη ἔκαμε τὸν ἐχθρόν σου νὰ χαρῇ διὰ τὴν καταστροφήν σου· ἐνίσχυσε δὲ καὶ ὕψωσε τὴν δύναμιν ἐκείνων οἱ ὁποῖοι σὲ καταπιέζουν καὶ σὲ καταθλίβουν.
Θρ. Ἰερ. 2,18
Ἐβόησε καρδία αὐτῶν πρὸς Κύριον· τείχη Σιών, καταγάγετε ὡς χειμάρρους δάκρυα ἡμέρας καὶ νυκτός· μὴ δῷς ἔκνηψιν σεαυτῇ, μὴ σιωπήσαιτο, θύγατερ, ὁ ὀφθαλμός σου.
Κολιτσάρα
Ἡ καρδία τῶν θλιβομένων κράζει πρὸς τὸν Κύριον: Καὶ σεῖς, κρημνισμένα τείχη τῆς Σιών, χάσατε ἡμέραν καὶ νύκτα ἄφθονα δάκρυα ὡσὰν χειμάρρους. Μὴ ἠρεμήσῃς καὶ ἀνανήψῃς, θυγάτηρ μου Ἱερουσαλήμ. Ὁ ὀφθαλμός σου ἂς μὴ παύσῃ νὰ χύνῃ δάκρυα.
Τρεμπέλα
Ἡ καρδία ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἐπέζησαν τῆς καταστροφῆς φωνάζει δυνατὰ πρὸς τὸν Κύριον: Καὶ σεῖς, κατεστραμμένα τείχη τῆς Σιών, χύσατε ἄφθονα δάκρυα ὡσὰν ὁρμητικοὺς χειμάρρους, ἡμέραν καὶ νύκτα. Μὴ ἀφήσῃς τὸν ἑαυτόν σου νὰ ἀνανήψῃ καὶ νὰ ἠρεμήσῃ· ἂς μὴ σταματήσῃ, θυγατέρα μου Ἱερουσαλήμ, ὁ ὀφθαλμός σου ἀπὸ τοῦ νὰ χύνῃ συνεχῶς δάκρυα.
Θρ. Ἰερ. 2,19
Ἀνάστα, ἀγαλλίασαι ἐν νυκτὶ εἰς ἀρχὰς φυλακῆς σου, ἔκχεον ὡς ὕδωρ καρδίαν σου ἀπέναντι προσώπου Κυρίου, ἆρον πρὸς αὐτὸν χεῖράς σου περὶ ψυχῆς νηπίων σου τῶν ἐκλυομένων λιμῷ ἐπ’ ἀρχῆς πασῶν ἐξόδων.
Κολιτσάρα
Σήκω, κράξε, κατὰ τὴν νύκτα, εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς νυκτὸς χῦσε τὴν καρδίαν σου, ὅπως χύνεται τὸ νερό, ἐνώπιον τοῦ Κυρίου. Ὕψωσε πρὸς αὐτὸν ἰκετευτικὰ τὰ χέρια σου, διὰ τὴν ζωὴν τῶν νηπίων σου, τὰ ὁποῖα παραλύουν καὶ πεθαίνουν ἀπὸ τὸν λιμὸν εἰς τὰς γωνίας ὅλων τῶν ὁδῶν.
Τρεμπέλα
Σήκω ἐπάνω! Ἄφησε κραυγὴν πόνου, ἡ ὁποία ὅμως δὲν παύει νὰ ἔχῃ εἰς τὸ βάθος ἀγαλλίασιν, κράξε εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς νυκτὸς καὶ καθ’ ὅλην τὴν διάρκειάν της· ἄνοιξε τὴν καρδιά σου, ἔκχυσέ την, ὅπως χύνεται τὸ νερό, ἐνώπιον τοῦ Κυρίου· ὕψωσε δεητικὰ τὰ χέρια σου πρὸς Αὐτὸν διὰ τὴν ζωὴν τῶν νηπίων σου, τὰ ὁποῖα λιποθυμοῦν καὶ ἀποθνήσκουν ἀπὸ τὴν πεῖναν εἰς τὶς γωνιὲς ὅλων τῶν δρόμων.
Θρ. Ἰερ. 2,20
Ἰδέ, Κύριε, καὶ ἐπίβλεψον τίνι ἐπεφύλλισας οὕτως· εἰ φάγονται γυναῖκες καρπὸν κοιλίας αὐτῶν; ἐπιφυλλίδα ἐποίησε μάγειρος· φονευθήσονται νήπια θηλάζοντα μαστούς; ἀποκτενεῖς ἐν ἁγιάσματι Κυρίου ἱερέα καὶ προφήτην;
Κολιτσάρα
Ρῖψε ἕνα βλέμμα, Κύριε, καὶ ἰδὲ ποῖον ἐξεφύλλισες καὶ ἐρήμωσες μὲ τέτοιαν σκληρότητα. Ἔφθασαν, λοιπόν, αἱ γυναῖκες μέχρι τοῦ σημείου νὰ φάγουν τὸν καρπὸν τῆς κοιλίας των; Κρεοπῶλαι καὶ μάγειροι ἐτρύγησαν τὴν πόλιν. Ἐσφάγησαν νήπια, ἐνῷ ἀκόμη ἐθήλαζαν μαστούς. Ἐθανατώθησαν ἱερεῖς καὶ προφῆται εἰς τὸν ναὸν τοῦ Κυρίου!
Τρεμπέλα
«Ἰδέ, Κύριε, καὶ ρῖψε προσεκτικὸν τὸ βλέμμα σου καὶ πρόσεξε ποῖον ἐτρύγησες μὲ τόσην λεπτομέρειαν καὶ σκληρότητα! Ἔπρεπε λοιπόν οἱ γυναῖκες νὰ φθάσουν μέχρι τοῦ σημείου νὰ φάγουν τὰ νήπιά των, τὸν καρπὸν τῆς κοιλίας των; Οἱ κρεοπῶλαι καὶ οἱ μάγειροι ἐτρύγησαν τὰ νήπια· ἔπρεπε νὰ σφάξουν (καὶ νὰ ψήσουν) τὰ νήπια, ἐνῷ αὐτὰ ἐθήλαζαν ακόμη τοὺς μητρικοὺς μαστούς; Ἔπρεπε νὰ φονεύσῃς, χρησιμοποιῶν ὡς ὄργανα τοὺς ἐχθρούς, μέσα εἰς τὸν Ναὸν τοῦ Κυρίου ἱερεῖς καὶ προφήτας;
Θρ. Ἰερ. 2,21
Ἐκοιμήθησαν εἰς τὴν ἔξοδον παιδάριον καὶ πρεσβύτης. παρθένοι μου καὶ νεανίσκοι μου ἐπορεύθησαν ἐν αἰχμαλωσίᾳ· ἐν ῥομφαίᾳ καὶ ἐν λιμῷ ἀπέκτεινας, ἐν ἡμέρᾳ ὀργῆς σου ἐμαγείρευσας, οὐκ ἐφείσω.
Κολιτσάρα
Μικρὰ παιδιὰ καὶ γέροντες ἐκοιμήθησαν τὸν αἰώνιον ὕπνον εἰς τοὺς δρόμους τῆς πόλεως. Αἱ παρθένοι μου καὶ οἱ νέοι ἄνδρες ὠδηγήθησαν βιαίως εἰς τὴν αἰχμαλωσίαν. Μὲ τὴν ἐχθρικὴν ρομφαίαν καὶ μὲ τὴν πεῖναν τοὺς ἐθανάτωσες. Κατὰ τὴν μέραν τῆς ὀργῆς σου ὡς ζῶα πρὸς σφαγὴν τοὺς παρέδωσες εἰς τοὺς δημίους. Δὲν τοὺς ἐλυπήθης.
Τρεμπέλα
Ἐξαπλωμένα εἶναι εἰς ὅλους τοὺς δρόμους τὰ πτώματα μικρῶν παιδιῶν καὶ πρεσβυτῶν, οἱ ὁποῖοι κοιμοῦνται τὸν αἰώνιον ὕπνον. Οἱ παρθένες μου καὶ οἱ νέοι μου μετέβησαν, συρόμενοι βιαίως, εἰς τὴν αἰχμαλωσίαν. Μὲ πλατὺ καὶ ἀμφίστομον ἐχθρικὸν σπαθὶ καὶ μὲ πεῖναν τοὺς ἐφόνευσες, κατὰ δὲ τὴν ἡμέραν τῆς δικαίας ὀργῆς σου τοὺς κατακρεούργησες, ἀφοῦ τοὺς παρέδωκες εἰς τὰ χέρια τῶν δημίων - ἐχθρῶν! Δὲν τοὺς ἐλυπήθης!
Θρ. Ἰερ. 2,22
Ἐκάλεσεν ἡμέραν ἑορτῆς παροικίας μου κυκλόθεν, καὶ οὐκ ἐγένοντο ἐν ἡμέρᾳ ὀργῆς Κυρίου ἀνασῳζόμενος καὶ καταλελειμμένος, ὡς ἐπεκράτησα καὶ ἐπλήθυνα ἐχθρούς μου πάντας.
Κολιτσάρα
Ὅπως εἰς ἡμέραν ἑορτῆς ἐκαλοῦσες ὁλόγυρα τοὺς προσκυνητάς, ἐτσι προσεκάλεσες τώρα τὴν φρίκην καὶ τὸν τρόμον. Κατὰ τὴν τρομερὰν ἡμέραν τῆς ὀργῆς τοῦ Κυρίου κανεὶς δὲν διεσώθη, κανεὶς δὲν ἀπέμενε. Αὐτοὺς τοὺς ὁποίους ἐκράττησα εἰς τὴν ἀγκάλην μου καὶ τοὺς ἐλίκνισα, αὐτοὺς ποὺ ἀνέθρεψα καὶ ἐπλήθυνα, τοὺς κατέκοψεν ὁ ἐχθρός μου.
Τρεμπέλα
Ἐκάλεσες (ἢ ἐκάλεσεν ὁ Κύριος) ὅλους αὐτούς (εἰς τὴν Ἱερουσαλήμ) εἰς τὸν ὄλεθρον καὶ τὴν σφαγήν, ὅπως ἐκαλοῦσες ἄλλοτε ἀπὸ ὅλα τὰ γύρω μέρη τοὺς προσκυνητὰς εἰς ἡμέραν ἑορτῆς εἰς τὸν Ναόν· ἔτσι, ὥστε κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς δικαίας ὀργῆς τοῦ Κυρίου οὐδεὶς διεσώθη καὶ κανεὶς δὲν ἐπέζησεν. Ὅλους τοὺς ἐχθρούς μου, τοὺς ὁποίους (ἐγὼ ὁ Κύριος) εἶχα ὑπὸ τὴν ἐξουσίαν μου, τοὺς ἐνίσχυσα καὶ τοὺς ἐπλήθυνα ἐναντίον των (κατὰ τὸ ἑβραϊκὸν κείμενον: Ἐκείνους τοὺς ὁποίους ἐξέθρεψα καὶ ἀνέδειξα ὁ ἐχθρός μου τοὺς ἐξωλόθρευσεν)».
Κεφάλαιο 3
Θρ. Ἰερ. 3,1
Ἐγὼ ἀνὴρ ὁ βλέπων πτωχείαν ἐν ῥάβδῳ θυμοῦ αὐτοῦ ἐπ’ ἐμέ·
Κολιτσάρα
Ἐγὼ εἶμαι ἕνας ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ἐγνώριζα τὴν ἀθλιότητα ὑπὸ τὰ κτυπήματα τῆς ὀργῆς τοῦ Κυρίου.
Τρεμπέλα
Ἐγὼ εἶμαι ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ἔχει δοκιμασθῇ καὶ ἐξοικειωθῇ μὲ τὸν πόνον καὶ τὴν θλῖψιν κάτω ἀπὸ τὰ κτυπήματα, ποὺ μοῦ ἐπέφερεν ὁ θυμὸς τοῦ Κυρίου.
Θρ. Ἰερ. 3,2
παρέλαβέ με καὶ ἀπήγαγέ με εἰς σκότος καὶ οὐ φῶς,
Κολιτσάρα
Μὲ παρέλαβε καὶ μὲ ὡδήγησεν ὄχι εἰς τὸ φῶς, ἀλλὰ εἰς τὸ σκότος.
Τρεμπέλα
Μὲ παρέλαβε καὶ μὲ ὡδήγησεν εἰς τὸ σκοτάδι 9τὴν δυστυχίαν καὶ τὸν πόνον) καὶ ὄχι εἰς τὸ φῶς.
Θρ. Ἰερ. 3,3
πλὴν ἐν ἐμοὶ ἐπέστρεψε χεῖρα αὐτοῦ ὅλην τὴν ἡμέραν.
Κολιτσάρα
Ἐναντίον μου ἔστρεψε τὴν τιμωρὸν δεξιάν του ὅλας τὰς ἡμέρας.
Τρεμπέλα
Ἐναντίον μου καὶ ὄχι ἐναντίον κανενὸς ἄλλου ἔστρεψε τὸ τιμωρητικὸν του χέρι ἐπανειλημμένως, καθ’ ὅλην τὴν ἡμέραν.
Θρ. Ἰερ. 3,4
Ἐπαλαίωσε σάρκα μου καὶ δέρμα μου, ὀστέα μου συνέτριψεν·
Κολιτσάρα
Ἐμαύρισε με τὰ κτυπήματα καὶ ἔφθειρε τὴν σάρκα μου καὶ τὸ δέρμα μου. Συνέτριψε τὰ κόκκαλά μου.
Τρεμπέλα
Μὲ τὰ κτυπήματα ποὺ μοῦ κατέφερε καὶ τὶς πληγὲς ἔχει μελανιάσει, ἔχει φθείρει τὴν σάρκα μου καὶ τὸ δέρμα μου· συνέτριψε τὰ ὀστά μου.
Θρ. Ἰερ. 3,5
ἀνῳκοδόμησε κατ’ ἐμοῦ καὶ ἐκύκλωσε κεφαλήν μου καὶ ἐμόχθησεν,
Κολιτσάρα
Κατεσκεύασε καὶ ἔβαλεν ἐπάνω μου βαρὺν ζυγόν. Συνέσφιξε τὴν κεφαλήν μου καὶ τὴν ἔκαμε νὰ δοκιμάσῃ πόνον καὶ μόχθον.
Τρεμπέλα
Ἔκτισε γύρω-γύρω ἀπὸ ἐμὲ πρόχωμα (ὅπως αὐτοὶ ποὺ ἀποκλείουν καὶ πολιορκοῦν τὶς πόλεις) καὶ συνέσφιγξεν ὡσὰν εἰς κλοιὸν τὴν κεφαλήν μου, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ δοκιμάσῃ αὐτὴ πολὺν πόνον καὶ κόπον.
Θρ. Ἰερ. 3,6
ἐν σκοτεινοῖς ἐκάθισέ με ὡς νεκροὺς αἰῶνος.
Κολιτσάρα
Μὲ ἐκάθισεν εἰς σκοτεινοὺς τόπους, ὅπως καὶ ὅπου εἶναι οἱ ἀπ’ ἀρχαιοτάτων χρόνων νεκροί.
Τρεμπέλα
Μὲ ἔκαμε νὰ καθήσω εἰς τὸν σκοτεινὸν τῆς μαύρης συμφορᾶς Ἅδην, ὅπου λησμονημένος καὶ ἐγκαταλελειμμένος κινδυνεύω νὰ ἀποθάνω, ὅπως οἱ νεκροὶ ποὺ ἀπέθαναν πρὶν ἀπὸ πολλὰ χρόνια καὶ τοὺς ὁποίους οὐδεὶς πλέον ἐνθυμεῖται.
Θρ. Ἰερ. 3,7
Ἀνῳκοδόμησε κατ’ ἐμοῦ, καὶ οὐκ ἐξελεύσομαι, ἐβάρυνε χαλκόν μου·
Κολιτσάρα
Ὕψωσε ὁλόγυρά μου φραγμόν, ἀπὸ ὅπου δὲν ἠμπορῶ νὰ ἐξέλθω. Βαρειὲς εἶναι αἱ χάλκινες χειροπέδες μου.
Τρεμπέλα
Μὲ περιέφραξε γύρω-γύρω καὶ μὲ ἀπεμόνωσεν, ὥστε νὰ μὴ ἠμπορῶ νὰ ἐξέλθω· μὲ καταπιέζει μὲ βαρειὲς χάλκινες ἁλυσίδες εἰς τὰ χέρια.
Θρ. Ἰερ. 3,8
καί γε κεκράξομαι καὶ βοήσω, ἀπέφραξε προσευχήν μου·
Κολιτσάρα
Καὶ ὅταν ἀκόμα κράζω πρὸς αὐτὸν καὶ βοῶ ζητῶν τὴν βοήθειάν του, αὐτὸς μοῦ σταματᾶ τὴν προσευχήν· δὲν τὴν δέχεται.
Τρεμπέλα
Ἀκόμη καὶ ὅταν φωνάξω δυνατὰ καὶ βοήσω πρὸς Αὐτὸν διὰ βοήθειαν, μοῦ κλείει τὸ στόμα καὶ δὲν δέχεται τὴν προσευχήν μου.
Θρ. Ἰερ. 3,9
ἀνῳκοδόμησεν ὁδούς μου, ἐνέφραξε τρίβους μου, ἐτάραξεν.
Κολιτσάρα
Ἔκλεισε μὲ τεῖχος ὁλόγυρα τοὺς δρόμους μου, Ἔφραξε τὰς διαβάσεις μου, μὲ συνεκλόνισε μὲ τὰς θλίψεις καὶ τοὺς πόνους.
Τρεμπέλα
Ὕψωσε τεῖχος γύρω-γύρω ἀπὸ τοὺς δρόμους μου, ἔφραξε καὶ ἀπέκλεισε τὰ μονοπάτιά μου· μὲ συνετάραξε λόγῳ τῶν θλίψεων καὶ τῶν δοκιμασιῶν, ποὺ ἐπέτρεψε νὰ μὲ κτυπήσουν.
Θρ. Ἰερ. 3,10
Ἄρκος ἐνεδρεύουσα αὐτός μοι, λέων ἐν κρυφαίοις·
Κολιτσάρα
Ἔγινεν εἰς ἐμὲ ὁ Κύριος ὡσὰν παραμονεύουσα ἄρκτος, ἄγρυπνος λέων εἰς κρύφους τόπους.
Τρεμπέλα
Δι’ ἐμὲ ὁ Κύριος ἔγινε ὡσὰν ἀρκούδα, ἡ ὁποία παραμονεύει τὸ θήραμά της, καὶ ὡσὰν λιοντάρι, τὸ ὁποῖον καραδοκεῖ εἰς κρυφοὺς τόπους ἄγρυπνον κατὰ τοῦ θύματός του.
Θρ. Ἰερ. 3,11
κατεδίωξεν ἀφεστηκότα καὶ κατέπαυσέ με, ἔθετό με ἠφανισμένην.
Κολιτσάρα
Μὲ κατεδίωξε, καθὼς ἔφευγα μακράν, καὶ μὲ συνέλαβε. Μὲ ἐσταμάτησε, μὲ ἐξηφάνισε κάτω ἀπὸ τὰ πλήγματα τῆς θείας του δικαιοσύνης.
Τρεμπέλα
Μὲ κατεδίωξε, καθὼς ἔτρεχα νὰ φύγω μακριά, μὲ ἐπρόφθασε, μὲ ἐσταμάτησε καὶ μὲ συνέλαβε· μὲ ἐκτύπησε καὶ μὲ ἐξαφάνισε.
Θρ. Ἰερ. 3,12
ἐνέτεινε τόξον αὐτοῦ καὶ ἐστήλωσέ με ὡς σκοπὸν εἰς βέλος.
Κολιτσάρα
Ἐτέντωσε τὸ τόξον του, μὲ ἔστησεν ὡς στόχον εἰς τὰ βέλη του.
Τρεμπέλα
Ἐτέντωσε τὸ τόξον του καὶ μὲ ἔστησεν ὡς στόχον διὰ τὰ βέλη του.
Θρ. Ἰερ. 3,13
Εἰσήγαγεν ἐν τοῖς νεφροῖς μου ἰοὺς φαρέτρας αὐτοῦ·
Κολιτσάρα
Ἐφύτευσεν εἰς τὰ νεφρά μου τὰ δηλητηριασμένα βέλη τῆς φαρέτρας του.
Τρεμπέλα
Ἐξετόξευσε καὶ ἐφύτευσε μέσα εἰς τὰ νεφρά μου τὰ ἀλειμμένα μὲ θανατηφόρον δηλητήριον βέλη τῆς φαρέτρας του.
Θρ. Ἰερ. 3,14
ἐγενήθην γέλως παντὶ λαῷ μου, ψαλμὸς αὐτῶν ὅλην τὴν ἡμέραν·
Κολιτσάρα
Ἔγινα περίγελως εἰς ὅλον τὸν λαόν μου, εἰρωνικὸν τραγούδι τῶν ὅλας τὰς ἡμέρας.
Τρεμπέλα
Ἔγινα ἀντικείμενον γέλωτος καὶ χλευασμοῦ εἰς ὅλον τὸν λαόν μου, εἰρωνικὸν τραγούδι των ὅλην τὴν ἡμέραν.
Θρ. Ἰερ. 3,15
ἐχόρτασέ με πικρίας, ἐμέθυσέ με χολῆς.
Κολιτσάρα
Μὲ ἐχόρτασεν ἀπὸ πικρίας, μὲ ἐπότισε καὶ μὲ ἐμέθυσεν ἀπὸ κατάπικρον χολήν.
Τρεμπέλα
Μὲ ἐχόρτασεν ἀπὸ πικρίαν, μὲ ἐπότισε καὶ μὲ ἐμέθυσεν ἀπὸ κατάπικρη χολήν.
Θρ. Ἰερ. 3,16
Καὶ ἐξέβαλε ψήφῳ ὀδόντας μου, ἐψώμισέ με σποδόν·
Κολιτσάρα
Ἔσπασε μὲ χαλίκια τὰ δόντια μου καὶ μοῦ τὰ ἔβγαλε. Μοῦ ἔδωκεν ἀντὶ ἄρτου στάκτην.
Τρεμπέλα
Ἔσπασε τὰ δόντια μου μὲ μικρὴ πέτρα (χαλίκι) καὶ μοῦ τὰ ἔβγαλε· μοῦ ἔδωκε δὲ ἀντὶ ψωμί, στάκτην!
Θρ. Ἰερ. 3,17
καὶ ἀπώσατο ἐξ εἰρήνης ψυχήν μου,
Κολιτσάρα
Ἐδίωξε τὴν εἰρήνην ἀπὸ τὴν ζωήν μου.
Τρεμπέλα
Μοῦ ἐστέρησε τὴν εἰρήνην, τὴν ἀπεμάκρυνεν ἀπὸ τὴν ζωήν μου·
Θρ. Ἰερ. 3,18
ἐπελαθόμην ἀγαθά, καὶ εἶπα· ἀπώλετο νῖκός μου καὶ ἡ ἐλπίς μου ἀπὸ Κυρίου.
Κολιτσάρα
Καὶ εἰς αὐτὴν τὴν θλιβερὰν κατάστασιν εὑρισκόμενος ἐλησμόνησα, ὅτι ὑπάρχουν ἀγαθὰ εἰς τὴν γῆν καὶ εἶπα: Ἐχάθη πλέον ἀπὸ ἐμὲ ὁριστικῶς ἡ νίκη μου κατὰ τῶν συμφορῶν καὶ τῶν ἐχθρῶν, καὶ ἡ ἐλπίς μου ἀπὸ τὸν Κύριον.
Τρεμπέλα
ἐλησμόνησα τὰ ἀγαθὰ καὶ τὶ εἶναι εὐτυχία καὶ εἶπα κατ’ ἐμαυτόν: «Ἐχάθη πλέον ὁριστικῶς ἡ νίκη μου κατὰ τῶν συμφορῶν καὶ τῶν ἐχθρῶν, καὶ κάθε ἐλπίδα μου ποὺ ἐστήριζα εἰς τὸν Κύριον».
Θρ. Ἰερ. 3,19
Ἐμνήσθην ἀπὸ πτωχείας μου καὶ ἐκ διωγμοῦ μου πικρίας καὶ χολῆς μου·
Κολιτσάρα
Βυθισμένος εἰς τὰς θλίψεις καὶ εἰς τοὺς διωγμούς μου σκέπτομαι καὶ ξανασκέπτομαι τὰς πικρίας μου, τὰς συμφοράς μου, ποὺ εἶναι πικραὶ ὅπως ἡ χολή.
Τρεμπέλα
Εἰς τὴν ἀπελπιστικὴν αὐτὴν κατάστασιν σκέπτομαι συνεχῶς, λόγῳ τῆς ἀθλιότητος, τοῦ πόνου καὶ τῶν διωγμῶν μου, μόνον δυστυχίες καὶ συμφορές, οἱ ὁποῖες εἶναι κατάπικρες, ὅπως ἡ χολή.
Θρ. Ἰερ. 3,20
μνησθήσεται καὶ καταδολεσχήσει ἐπ’ ἐμὲ ἡ ψυχή μου·
Κολιτσάρα
Αὐτὰ πάντοτε ἀναλογίζομαι, μὲ αὐτὰ ἀσχολεῖται συνεχῶς ἡ ψυχή μου.
Τρεμπέλα
Αὐτὰ ἐνθυμοῦμαι συνεχῶς καὶ γύρω ἀπὸ αὐτὰ συγκεντρώνω τὴν διάνοιάν μου καὶ τὰ μελετῶ κατ’ ἐμαυτόν.
Θρ. Ἰερ. 3,21
ταύτην τάξω εἰς τὴν καρδίαν μου, διὰ τοῦτο ὑπομενῶ.
Κολιτσάρα
Αὐτὴν τὴν θλῖψιν ἀνακαλῶ συνεχῶς εἰς τὴν καρδίαν μου· διὰ τὴν ἀπαλλαγήν μου ἀπὸ αὐτὴν δεικνύω ὑπομονὴν καὶ ἔχω ἐλπίδα.
Τρεμπέλα
Τὴν ἐνθύμησιν αὐτὴν τῆς ἀκριβοῦς γνώσεως τῆς καταστάσεώς μου θὰ ἐναποθέσω εἰς τὴν καρδίαν μου καὶ θὰ ὑπομείνω τὴν παιδαγωγίαν τοῦ Θεοῦ μὲ ἐλπίδα εἰς τὸ ἔλεός του.
Θρ. Ἰερ. 3,22
Τὰ ἐλέη Κυρίου, ὅτι οὐκ ἐξέλιπέ με, ὅτι οὐ συνετελέσθησαν οἱ οἰκτιρμοὶ αὐτοῦ· μῆνας εἰς τὰς πρωΐας ἐλέησον, Κύριε, ὅτι οὐ συνετελέσθημεν, ὅτι οὐ συνετελέσθησαν οἱ οἰκτιρμοὶ αὐτοῦ.
Κολιτσάρα
Εἰς τὰ ἐλέη τοῦ Κυρίου ἐλπίζω, διότι αὐτὰ δὲν μὲ ἐγκατέλειψαν. Δὲν ἐξηντλήθησαν οἱ οἰκτιρμοί του. Κάθε ἡμέραν ὅλους αὐτοὺς τοὺς μῆνας κράζω· ἐλέησέ με, Κύριε, διότι οὔτε ἡμεῖς ἐχάθημεν οὔτε οἱ οἰκτιρμοί σου ἐξηντλήθησαν.
Τρεμπέλα
Διότι ἀσφαλῶς τὰ ἐλέη καὶ ἡ εὐσπλαγχνία τοῦ Θεοῦ δὲν ἔπαυσαν νὰ ἐκδηλώνωνται πρὸς Ἐμέ, ἐπειδὴ δὲν ἐξηντλήθησαν οἱ οἰκτιρμοί του. Κάθε ἡμέραν ὅλους τοὺς μῆνες φωνάζω καὶ ἱκετεύω, Κύριε, ἐλέησον, διότι οὔτε ἐμεῖς ἐχαθήκαμε ἐντελῶς, ἀλλ’ οὔτε καὶ οἱ οἰκτιρμοὶ καὶ ἡ εὐσπλαγχνία σου ἐξηντλήθησαν.
Θρ. Ἰερ. 3,23
καινὰ εἰς τὰς πρωΐας, πολλὴ ἡ πίστις σου.
Κολιτσάρα
Καθ’ ἑκάστην πρωΐαν νέα ἐλέη ἐξαποστέλλεις· μεγάλη εἶναι ἡ ἀξιοπιστία σου, Κύριε.
Τρεμπέλα
Κάθε πρωῒ στέλλεις καινούργια ἐλέη καὶ οἰκτιρμούς· ἡ ἀξιοπιστία σου, Κύριε, εἶναι πολὺ μεγάλη.
Θρ. Ἰερ. 3,24
μερίς μου Κύριος, εἶπεν ἡ ψυχή μου· διὰ τοῦτο ὑπομενῶ αὐτῷ.
Κολιτσάρα
Τὸ μερίδιον τῆς κληρονομίας μου εἶναι ὁ Κύριος, ἔτσι εἶπεν ἡ ψυχή μου. Δὰ τοῦτο ὑπομένω καὶ περιμένω ἀπὸ Αὐτὸν σωτηρίαν.
Τρεμπέλα
Δὲν ἔχω ἄλλο καταφύγιον, εἰς τὸ ὁποῖον νὰ προσφύγω· μερίδιον τῆς κληρονομίας μου εἶναι ὁ Κύριος, εἶπεν ἡ ψυχή μου. Διὰ τοῦτο θὰ περιμένω τὴν σωτηρίαν μὲ πολλὴν ὑπομονὴν καὶ ἔχων ἀκράδαντον ἐλπίδα εἰς τὴν βοήθειαν τοῦ Κυρίου.
Θρ. Ἰερ. 3,25
Ἀγαθὸς Κύριος τοῖς ὑπομένουσιν αὐτόν, ψυχὴ ἣ ζητήσει αὐτὸν ἀγαθὸν
Κολιτσάρα
Ἀγαθὸς καὶ εὐεργετικὸς εἶναι ὁ Κύριος εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δεικνύουν ὑπομονήν, πρὸς αὐτόν. Ψυχὴ δέ, ἡ ὁποία θὰ ζητήσῃ μὲ πίστιν κάτι τὸ ἀγαθὸν ἀπὸ αὐτὸν
Τρεμπέλα
Ὁ Κύριος εἶναι ἀγαθὸς καὶ εὐεργετικὸς εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι τὸν ὑπομένουν καὶ τὸν ἐμπιστεύονται· ἡ ψυχὴ ἐκείνη ποὺ θὰ τὸν ἀναζητήσῃ ὡς ἀγαθόν (ἤ, κατ’ ἄλλην ἑρμηνείαν: Θὰ ζητήσῃ ἀπὸ αὐτὸν μὲ πίστιν κάποιο ἀγαθόν),
Θρ. Ἰερ. 3,26
καὶ ὑπομενεῖ καὶ ἡσυχάσει εἰς τὸ σωτήριον Κυρίου.
Κολιτσάρα
καὶ θὰ δείξῃ ὑπομονήν, θὰ εὔρη ἀνάπαυσιν καὶ εἰρήνην εἰς τὴν σωτηρίαν της ἐκ μέρους τοῦ Κυρίου.
Τρεμπέλα
θὰ δείξῃ ὑπομονήν, καὶ ἀνάπαυσιν θὰ εὕρῃ εἰς τὴν σωτηρίαν τῆς ἐκ μέρους τοῦ Κυρίου.
Θρ. Ἰερ. 3,27
ἀγαθὸν ἀνδρί, ὅταν ἄρῃ ζυγὸν ἐν νεότητι αὐτοῦ.
Κολιτσάρα
Εἶναι καλὸν διὰ τὸν ἄνθρωπον, ὅταν σηκώνῃ μὲ πίστιν καὶ ὑπομονὴν τὸν ζυγὸν τῶν θλίψεων ἀπὸ τὴν νεότητα του.
Τρεμπέλα
Εἶναι καλόν, χρήσιμον καὶ ὠφέλιμον διὰ τὸν ἄνθρωπον νὰ σηκώνῃ, μὲ ὑπομονὴν καὶ ἐμπιστοσύνην εἰς τὸν Θεόν, ἀπὸ τὴν νεότητά του τὸν ζυγὸν τῶν δοκιμασιῶν, τὶς ὁποῖες παραχωρεῖ εἰς αὐτὸν ὁ Κύριος.
Θρ. Ἰερ. 3,28
Καθήσεται κατὰ μόνας καὶ σιωπήσεται, ὅτι ᾖρεν ἐφ’ ἑαυτῷ·
Κολιτσάρα
Θὰ καθίσῃ κατὰ μόνας, θὰ μείνῃ σιωπηλός, διότι σηκώνει μὲ ἀνδρείαν τὸν ζυγὸν τῆς δοκιμασίας του.
Τρεμπέλα
Νὰ καθήσῃ κατάμονος, χωρισμένος ἀπὸ τοὺς ἄλλους καὶ σιωπηλός, διότι σηκώνει μὲ καρτερίαν, ἐλπίδα καὶ ἀνδρείαν τὸν ζυγὸν τῶν δοκιμασιῶν του·
Θρ. Ἰερ. 3,30
δώσει τῷ παίοντι αὐτὸν σιαγόνα, χορτασθήσεται ὀνειδισμῶν.
Κολιτσάρα
Ὅταν ὁ Κύριος τὸν κτυπᾷ θὰ στρέφῃ τὴν παρειὰν του πρὸς αὐτόν. Θὰ χορτάσῃ ἀπὸ ὀνειδισμούς, θὰ ὑπομείνῃ αὐτά,
Τρεμπέλα
νὰ γυρίζῃ τὴν σιαγόνα του εἰς τὸν Κύριον, ὁ Ὁποῖος τὸν ραπίζει σύμφωνα μὲ τὴν στοργικὴν παιδαγωγίαν του, καὶ νὰ χορτάσῃ ἀπὸ ὀνειδισμούς.
Θρ. Ἰερ. 3,31
Ὅτι οὐκ εἰς τὸν αἰῶνα ἀπώσεται Κύριος.
Κολιτσάρα
καὶ ἃς εἶναι βέβαιος ὅτι ὁ Κύριος δὲν θὰ τὸν ἀπωθήσῃ διὰ παντός.
Τρεμπέλα
(Ἂς ὑπομείνῃ ὅλα αὐτὰ μὲ καρτερίαν,) διότι ὁ Κύριος δὲν πρόκειται νὰ τὸν ἀπορρίψῃ καὶ νὰ τὸν ἀπωθήσῃ παντοτινά.
Θρ. Ἰερ. 3,32
ὅτι ὁ ταπεινώσας οἰκτειρήσει κατὰ τὸ πλῆθος τοῦ ἐλέους αὐτοῦ·
Κολιτσάρα
Διότι ὁ Κύριος, ὁ ὁποῖος τὸν ἐταπείνωσε, θὰ τὸν λυπηθῇ καὶ θὰ τὸν ἐλεήσῃ σύμφωνα μὲ τὸ ἀπροσμέτρητον μέγα ἔλεός του.
Τρεμπέλα
Διότι Ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος τὸν ἐταπείνωσε θὰ τὸν λυπηθῇ καὶ θὰ τὸν εὐσπλαγχνισθῇ σύμφωνα μὲ τὸ ἄπειρον ἔλεός του.
Θρ. Ἰερ. 3,33
ὅτι οὐκ ἀπεκρίθη ἀπὸ καρδίας αὐτοῦ καὶ ἐταπείνωσεν υἱοὺς ἀνδρός.
Κολιτσάρα
Διότι δὲν εἶναι ὅτι ὁ Κύριός μὲ εὐχαρίστησιν ταπεινώνει καὶ θλίβει τοὺς υἱοὺς τῶν ἀνθρώπων.
Τρεμπέλα
Διότι ὁ φιλάνθρωπος καὶ ἐλεήμων Κύριος παιδαγωγεῖ τὸν ἄνθρωπον πρὸς ὠφέλειαν καὶ δὲν τιμωρεῖ οὔτε ταπεινώνει τοὺς υἱοὺς τῶν ἀνθρώπων μὲ εὐχαρίστησιν, ἐπειδὴ τοῦ ἀρέσει.
Θρ. Ἰερ. 3,34
Τοῦ ταπεινῶσαι ὑπὸ τοὺς πόδας αὐτοῦ πάντας δεσμίους γῆς,
Κολιτσάρα
Δὲν θέλει νὰ ποδοπατοῦνται κάτω ἀπὸ τοὺς πόδας τοῦ νικητοῦ ὅλοι οἱ αἰχμάλωτοι τῆς χώρας,
Τρεμπέλα
Τὸ νὰ ταπεινώνωνται καὶ νὰ ποδοπατοῦνται ἀπὸ τὸν νικητὴν ὅλοι οἱ αἰχμάλωτοι μιᾶς χώρας, ἡ ὁποία ἡττήθη·
Θρ. Ἰερ. 3,35
τοῦ ἐκκλῖναι κρίσιν ἀνδρὸς κατέναντι προσώπου Ὑψίστου,
Κολιτσάρα
νὰ διαστρέφεται καὶ νὰ καταπατῆται τὸ δίκαιον ἑνὸς ἀνθρώπου ἐνώπιον τοῦ Ὑψίστου Θεοῦ.
Τρεμπέλα
τὸ νὰ διαστρέφεται καὶ νὰ καταπατῆται τὸ δίκαιον ἑνὸς ἀνθρώπου κατὰ τρόπον προσβλητικὸν ἐνώπιον τοῦ Ὑψίστου Θεοῦ·
Θρ. Ἰερ. 3,36
καταδικάσαι ἄνθρωπον ἐν τῷ κρίνεσθαι αὐτὸν Κύριος οὐκ εἶπε.
Κολιτσάρα
Ποτὲ δὲν ἔδωσεν ἐντολὴν ὁ Κύριος νὰ καταδικάζεται ἐνας ἀθῷος ἄνθρωπος εἰς κάποιαν δίκην.
Τρεμπέλα
τὸ νὰ καταδικάζεται εἰς μίαν δίκην μὲ δόλον ἄνθρωπος ἀθῶος, ὅλα αὐτὰ δὲν τὰ διέταξεν οὔτε τὰ ἠθέλησεν ὁ Κύριος.
Θρ. Ἰερ. 3,37
Τίς οὕτως εἶπε, καὶ ἐγενήθη; Κύριος οὐκ ἐνετείλατο.
Κολιτσάρα
Ποιὸς ἔδωσε τέτοιαν διαταγὴν καὶ ἔγιναν αὐτά; Ὁ Κύριος δὲν ἔδωσε τέτοιας ἐντολάς.
Τρεμπέλα
Ποῖος ἔδωσε τέτοιαν διαταγὴν καὶ ἔγιναν αὐτά; Ὁ Κύριος δὲν διέταξε τέτοια πράγματα.
Θρ. Ἰερ. 3,38
ἐκ στόματος Ὑψίστου οὐκ ἐξελεύσεται τὰ κακὰ καὶ τὸ ἀγαθόν;
Κολιτσάρα
Ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ Κυρίου δὲν θὰ ἐξέλθῃ ἡ ἐντολὴ διὰ τὸ καλὸν καὶ ἡ παραχώρησις διὰ τὸ κακόν;
Τρεμπέλα
Διότι ἀπὸ ποὺ ἀλλοῦ, παρὰ ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ Κυρίου δὲν θὰ ἐξέλθῃ ἡ ἐντολὴ διὰ τὸ ἀγαθὸν καὶ ἡ παραχώρησις διὰ τὴν τιμωρίαν καὶ τὸ κακόν;
Θρ. Ἰερ. 3,39
τί γογγύσει ἄνθρωπος ζῶν, ἀνὴρ περὶ τῆς ἁμαρτίας αὐτοῦ;
Κολιτσάρα
Διατί, λοιπόν, παραπονεῖται κάθε ἄνθρωπος, ἐπειδὴ τιμωρεῖται ἐξ αἰτίας τῶν ἁμαρτιῶν του;
Τρεμπέλα
Διατί λοιπὸν κάθε ζωντανὸς ἄνθρωπος νὰ ἀγανακτήσῃ παραπονούμενος, ἐπειδὴ τιμωρεῖται διὰ τὶς ἁμαρτίες ποὺ πράττει ὁ ἴδιος μὲ τὴν ἐλευθέραν θέλησίν του;
Θρ. Ἰερ. 3,40
Ἐξηρευνήθη ἡ ὁδὸς ἡμῶν καὶ ἠτάσθη, καὶ ἐπιστρέψομεν ἕως Κυρίου·
Κολιτσάρα
Ἂς ἀνερευνήσωμεν ἐπιμελῶς τὸν δρόμον τῆς ζωῆς μας, ἂς τὸν ἐξετάσωμεν μὲ προσοχήν, καὶ ἂς ἐπιστρέψωμεν ἐν μετανοίᾳ πάλιν πρὸς τὸν Κύριον.
Τρεμπέλα
Ἂς ἐρευνήσωμεν λοιπὸν μὲ ἐνδιαφέρον καὶ ἐπιμέλειαν τὴν ὅλην ἀναστροφὴν καὶ συμπεριφοράν μας, ἂς τὴν ἐξετάσωμεν καὶ ἂς σκεφθῶμεν βαθιὰ καὶ ἂς ἐπιστρέψωμεν μὲ μετάνοιαν εἰς τὸν Κύριον.
Θρ. Ἰερ. 3,41
ἀναλάβωμεν καρδίας ἡμῶν ἐπὶ χειρῶν πρὸς ὑψηλὸν ἐν οὐρανῷ·
Κολιτσάρα
Ἂς πιάσωμεν μὲ τὰ δυό μας τὰ χέρια τὰς καρδίας μας, ἂς τὰς ἀνυψώσωμεν πρὸς τὸν οὐρανόν.
Τρεμπέλα
Ἂς πιάσωμεν μὲ τὰ χέρια τὶς καρδιές μας καὶ ἄς τὶς ὑψώσωμεν ἀπὸ τὰ γήϊνα πρὸς τὸν ὑψηλὸν Θεόν, ὁ Ὁποῖος κατοικεῖ εἰς τὸν οὐρανόν.
Θρ. Ἰερ. 3,42
ἡμαρτήσαμεν, ἠσεβήσαμεν, καὶ οὐχ ἱλάσθης.
Κολιτσάρα
Ἂς ὁμολογήσωμεν ὅτι ἡμαρτήσαμεν, διεπράξαμεν ἀσεβείας· καὶ διὰ τοῦτο ὁ Θεὸς ἐν τῇ δικαιοσύνῃ του δὲν ἐφάνη ἵλεως πρὸς ἡμᾶς.
Τρεμπέλα
Ἂς ὁμολογήσωμεν ὅτι ἔχομεν ἁμαρτήσει, ὅτι ἔχομεν ἀσεβήσει, καὶ ἑπομένως δικαίως δὲν ἐφάνης (Κύριε) εὐσπλαγχνικὸς ἀπέναντί μας καὶ δικαίως πάσχομεν.
Θρ. Ἰερ. 3,43
Ἐπεσκέπασας ἐν θυμῷ καὶ ἀπεδίωξας ἡμᾶς· ἀπέκτεινας, οὐκ ἐφείσω.
Κολιτσάρα
Ἐπάνω εἰς τὸν δίκαιον θυμόν σου ἐσκέπασες τὸ πρόσωπόν σου, διὰ νὰ μὴ μᾶς ἴδῃς· καὶ μᾶς ἐξεδίωξες, μᾶς ἐθανάτωσες καὶ δὲν μᾶς ἐλυπήθης.
Τρεμπέλα
Ἐπάνω εἰς τὸν δίκαιον θυμόν σου διὰ τὶς ἀσέβειές μας ἐσκέπασες καὶ ἔκαμες ὥστε νὰ μὴ φαίνεται τὸ πρόσωπόν σου (ἤ, κατ’ ἄλλην ἑρμηνείαν: Μᾶς ἐκάλυψες διὰ τοῦ θυμοῦ σου) καὶ μᾶς ἔδιωξες μακριά· μᾶς ἐφόνευσες καὶ δὲν μᾶς ἐλυπήθης.
Θρ. Ἰερ. 3,44
Ἐπεσκέπασας νεφέλην σεαυτῷ ἕνεκεν προσευχῆς,
Κολιτσάρα
Ἐσκέπασες τὸ πρόσωπόν σου μὲ νεφέλην, ὥστε νὰ μὴ φανῇ ἐνώπιόν σου ἡ προσευχή μας.
Τρεμπέλα
Κατεκάλυψες τὸ πρόσωπόν σου μὲ πυκνὸν σύννεφον, ὥστε νὰ μὴ ἠμπορῇ νὰ τὸ διαπεράσῃ ἡ προσευχή μας καὶ νὰ φθάσῃ εἰς Σέ·
Θρ. Ἰερ. 3,45
καμμύσαι με καὶ ἀπωσθῆναι ἔθηκας ἡμᾶς ἐν μέσῳ τῶν λαῶν.
Κολιτσάρα
Ἔκλεισες τὰ μάτια σου ἀπὸ ἐμέ, μὲ ἀπώθησες, μᾶς διεσκόρπισες ἐν μέσῳ ξένων λαῶν.
Τρεμπέλα
ἔκλεισες τὰ μάτια σου ἀπὸ ἐμέ, μὲ περιεφρόνησες καὶ μὲ ἀπώθησες· μᾶς διεσκόρπισες μεταξὺ τῶν ξένων λαῶν.
Θρ. Ἰερ. 3,46
Διήνοιξαν ἐφ’ ἡμᾶς τὸ στόμα αὐτῶν πάντες οἱ ἐχθροὶ ἡμῶν·
Κολιτσάρα
Ἔτσι δὲ ὅλοι οἱ ἐχθροί μας ἤνοιξαν διάπλατα τὸ στόμα των, διὰ νὰ μᾶς καταπίουν.
Τρεμπέλα
Ἄνοιξαν διάπλατα τὸ στόμα των λοιδοροῦντες ἢ ζητοῦντες νὰ μᾶς καταπιοῦν ὅλοι οἱ ἐχθροί μας.
Θρ. Ἰερ. 3,47
φόβος καὶ θυμὸς ἐγενήθη ἡμῖν, ἔπαρσις καὶ συντριβή.
Κολιτσάρα
Φόβος μᾶς ἐκυρίευσεν ἐξ αἰτίας τοῦ δικαίου θυμοῦ σου. Μᾶς ἐσήκωσες ὑψηλὰ καὶ μᾶς συνέτριψες κάτω.
Τρεμπέλα
Ἀπὸ τὶς ποικίλες συμφορὲς ποὺ μᾶς ἐκτύπησαν καὶ ἐξ αἰτίας τοῦ δικαίου θυμοῦ σου μᾶς ἐκυρίευσε φόβος· οἱ ἐχθροί, ἐπαιρόμενοι ἐναντίον μας, μᾶς συνέτριψαν (ἤ, κατ’ ἄλλην ἑρμηνείαν: Συνετρίβημεν λόγῳ τῆς ἐπάρσεως καὶ τῆς ἀλαζονείας μας).
Θρ. Ἰερ. 3,48
ἀφέσεις ὑδάτων κατάξει ὁ ὀφθαλμός μου ἐπὶ τὸ σύντριμμα τῆς θυγατρὸς τοῦ λαοῦ μου.
Κολιτσάρα
Χειμάρρους ὑδάτων θὰ ἀναβλύσουν οἱ ὀφθαλμοί μας διὰ τὴν συντριβὴν τῆς θυγατρὸς τοῦ λαοῦ μου, τῆς Ἱερουσαλήμ.
Τρεμπέλα
Ἀσταμάτητοι χείμαρροι δακρύων θὰ τρέξουν ἀπὸ τὰ μάτια μου διὰ τὴν συντριβὴν καὶ ἐρήμωσιν τῆς θυγατέρας τοῦ λαοῦ μου, τῆς Ἱερουσαλήμ.
Θρ. Ἰερ. 3,49
Ὁ ὀφθαλμός μου κατεπόθη, καὶ οὐ σιγήσομαι τοῦ μὴ εἶναι ἔκνηψιν,
Κολιτσάρα
Ἐπνίγησαν εἰς τὰ δάκρυα οἱ ὀφθαλμοί μου. Δὲν θὰ παύσω νὰ θρηνῶ καὶ νὰ κλαίω, διότι δὲν ὑπάρχει εἰς ἐμὲ τρόπος ἀνανήψεως καὶ σωτηρίας.
Τρεμπέλα
Τὰ μάτια μου ἐπνίγησαν εἰς τὰ δάκρυα, ἐσκοτείνιασαν δὲν θὰ παύσω δὲ νὰ θρηνῶ καὶ νὰ κλαίω, διότι δὲν ὑπάρχει δι’ ἐμὲ ὁ Κύριος νὰ ἀγρυπνῇ, ἀφοῦ δὲν μὲ προσέχει λόγῳ τῶν ἁμαρτιῶν μου.
Θρ. Ἰερ. 3,50
ἕως οὗ διακύψῃ καὶ ἴδῃ Κύριος ἐξ οὐρανοῦ·
Κολιτσάρα
Θὰ πενθῶ καὶ θὰ κλαίω, μέχρις ὅτου ὁ Κύριος σκύψῃ ἀπὸ τὸν οὐρανὸν καὶ ἴδῃ τὴν θλῖψιν μου.
Τρεμπέλα
Δὲν θὰ σταματήσω νὰ θρηνῶ, μέχρις ὅτου ὁ Κύριος συγκαταβῇ καὶ σκύψῃ ἀπὸ τὸν οὐρανὸν καὶ ἰδῇ τὴν μεγάλην δοκιμασίαν μου.
Θρ. Ἰερ. 3,51
ὁ ὀφθαλμός μου ἐπιφυλλιεῖ ἐπὶ τὴν ψυχήν μου παρὰ πάσας θυγατέρας πόλεως.
Κολιτσάρα
Τὰ δάκρυα τῶν ὀφθαλμῶν μου καταπονοῦν τὴν ψυχήν μου. Κλαίω δι’ ὅλας τὰς θυγατέρας τῆς πόλεως.
Τρεμπέλα
Τὰ δάκρυα ποὺ χύνονται ἀπὸ τὰ μάτια μου δὲν μὲ ἀνακουφίζουν, ἀλλὰ μὲ κουράζουν, τρυγοῦν κυριολεκτικά (ἀπομυζοῦν) τὴν ψυχήν μου δι’ ὅλες (ἤ, κατ’ ἄλλους: Περισσότερον ἀπὸ ὅλες) τὶς θυγατέρες τῆς πόλεως.
Θρ. Ἰερ. 3,52
Θηρεύοντες ἐθήρευσάν με ὡς στρουθίον πάντες οἱ ἐχθροί μου δωρεάν,
Κολιτσάρα
Ὅλοι οἱ ἐχθροί μου ἐντελῶς ἀδίκως μὲ ἐκυνήγησαν μὲ ἐπιμονήν, ὡσὰν στρουθίον.
Τρεμπέλα
Ἀναιτίως, ἀδίκως, χωρὶς ἀφορμὴν ὅλοι οἱ ἐχθροί μου μὲ ἐκυνήγησαν ἐπιμόνως, ὅπως κυνηγοῦν τὰ σπουργίτια.
Θρ. Ἰερ. 3,53
ἐθανάτωσαν ἐν λάκκῳ ζωήν μου καὶ ἐπέθηκαν λίθον ἐπ’ ἐμοί.
Κολιτσάρα
Μὲ ἔρριψαν εἰς τὸν τάφον ὡς νεκρόν· ἔβαλαν εἰς τὸ στόμιον τοῦ λάκκου βαρὺν λίθον.
Τρεμπέλα
Μὲ ἔρριψαν εἰς τὸν λάκκον ὡσὰν νεκρόν, καὶ ἔκλεισαν τὸ στόμιον τοῦ λάκκου μὲ βαρὺν λίθον.
Θρ. Ἰερ. 3,54
ὑπερεχύθη ὕδωρ ἐπὶ τὴν κεφαλήν μου· εἶπα· ἀπῶσμαι.
Κολιτσάρα
Ἐπλημμύρισε τὸ νερό, ἐσκέπασε τὴν κεφαλήν μου. Εἶπα· ἔχω πλέον χάσει κάθε ἐλπίδα σωτηρίας.
Τρεμπέλα
Ἐπλημμύρισε τὸ νερόν, ἐσκέπασε τὴν κεφαλήν μου. Εἶπα: «Ἐχάθηκα! Ἔχασα κάθε ἐλπίδα νὰ ἐπιζήσω!»
Θρ. Ἰερ. 3,55
Ἐπεκαλεσάμην τὸ ὄνομά σου, Κύριε, ἐκ λάκκου κατωτάτου·
Κολιτσάρα
Προσηυχήθην καὶ ἐπεκαλέσθην τὸ ὄνομά σου, Κύριε, ἀπὸ τὸν βαθύτατον αὐτὸν λάκκον.
Τρεμπέλα
Τότε ἐπικαλέσθηκα τὸ ὄνομά σου, Κύριε, ἀπὸ τὸν βαθύτατον ἐκεῖνον λάκκον.
Θρ. Ἰερ. 3,56
φωνήν μου ἤκουσας· μὴ κρύψῃς τὰ ὦτά σου εἰς τὴν δέησίν μου.
Κολιτσάρα
Σὺ δὲ ἤκουσες τὴν φωνὴν τῆς προσευχῆς, μου. Δὲν ἔκλεισες τὰ αὐτιά σου εἰς τὴν δέησίν μου.
Τρεμπέλα
Σὺ δὲ ἄκυυσες τὴν ἰκετευτικὴν φωνήν μου μὴ ἀπυσύρῃς τὰ αὐτιά σου ἀπὸ τοῦ νὰ ἀκούσουν τὴν δέησίν μου.
Θρ. Ἰερ. 3,57
εἰς τὴν βοήθειάν μου ἤγγισας ἐν ἡμέρᾳ, ᾗ ἐπεκαλεσάμην σε· εἶπάς μοι· μὴ φοβοῦ.
Κολιτσάρα
Μὲ ἐπλησίασες καὶ μὲ ἐβοήθησες κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην, ποὺ ἐγὼ σὲ ἐπεκαλέσθην διὰ τῆς προσευχῆς. Μοῦ εἶπες· μὴ φοβεῖσαι.
Τρεμπέλα
Μὲ ἐπλησίασες καὶ ἦλθες εἰς βοήθειάν μου κατὰ τὴν ἡμέραν, κατὰ τὴν ὁποίαν Σὲ ἐπικαλέσθηκά· μοῦ εἶπες: «Μὴ φοβᾶσαι!»
Θρ. Ἰερ. 3,58
Ἐδίκασας, Κύριε, τὰς δίκας τῆς ψυχῆς μου, ἐλυτρώσω τὴν ζωήν μου·
Κολιτσάρα
Σὺ Κύριε, ἔγινες ὁ δίκαιος δικαστὴς εἰς τὰς ὑποθέσεις τῆς ζωῆς μου. Ἔσωσες καὶ διεφύλαξες τὴν ζωήν μου.
Τρεμπέλα
Κύριε, ἀνέλαβες νὰ ὑπερασπίσῃς τὰ δίκαιά μου, ἔσωσες καὶ διεφύλαξες τὴν ζωήν μου.
Θρ. Ἰερ. 3,59
εἶδες, Κύριε, τὰς ταραχάς μου, ἔκρινας τὴν κρίσιν μου·
Κολιτσάρα
Εἶδες, Κύριε, τὴν ἀναστάτωσιν καὶ τοὺς συγκλονισμούς, ποὺ μοῦ ἐπέφεραν οἱ ἐχθροί μου, ἀνέλαβες πλέον σὺ νὰ ἐκδικάσῃς τὴν δίκην μου, νὰ μοῦ ἀποδώσῃς τὸ δίκαιον.
Τρεμπέλα
Εἶδες, Κύριε, τὶς θλίψεις καὶ τὶς συμφορές, τὶς ὁποῖες ἐπροξένησαν εἰς ἐμὲ οἱ ἐχθροί μου· ἀνέλαβες πλέον Σὺ νὰ ἐκδικάσῃς μὲ δικαιοσύνην τὴν ὑπόθεσιν μου.
Θρ. Ἰερ. 3,60
εἶδες πᾶσαν τὴν ἐκδίκησιν αὐτῶν εἰς πάντας διαλογισμοὺς αὐτῶν ἐν ἐμοί.
Κολιτσάρα
Καὶ εἰς τοὺς διαλογισμούς των ἀκόμη, ποὺ εἶχαν ἐναντίον μου, εἶδες σύ, Κύριε, ὅλην τὴν ἐκδικητικήν των μανίαν.
Τρεμπέλα
Εἶδες ὅλα τὰ ἐκδικητικὰ σχέδιά των καὶ τὶς μυστικὲς σννωμοτικὲς ἐνέργειές των ἐναντίον μου.
Θρ. Ἰερ. 3,61
Ἤκουσας τὸν ὀνειδισμὸν αὐτῶν, πάντας τοὺς διαλογισμοὺς αὐτῶν κατ’ ἐμοῦ,
Κολιτσάρα
Ἤκουσες τοὺς ἐμπαιγμοὺς καὶ τοὺς ἐξευτελισμούς των καὶ τοὺς κρυφοὺς λογισμοὺς των, ποὺ ἔτρεφαν ἐναντίον μου.
Τρεμπέλα
Ἄκουσες ὅλες τὶς ἐναντίον μου φανερὲς λοιδορίες καὶ κατηγορίες, ὅλες τὶς μυστικὲς συνωμοσίες των.
Θρ. Ἰερ. 3,62
χείλη ἐπανισταμένων μοι καὶ μελέτας αὐτῶν κατ’ ἐμοῦ ὅλην τὴν ἡμέραν,
Κολιτσάρα
Ἤκουσες τὰ ἀπειλητικὰ λόγια τῶν ἐχθρῶν μου καὶ ὅσα αὐτοὶ ἐμελετοῦσαν καὶ ἐσχεδίαζαν ἐναντίον μου ὅλας τὰς ἡμέρας.
Τρεμπέλα
Ἄκουσες τὶς ἀπειλὲς ποὺ ἐξετόξευαν ἐναντίον μου ὅσοι ἐπαναστατοῦσαν κατ’ ἐμοῦ, καὶ ἐγνώρισες τὰ σχέδια ποὺ κατέστρωναν εἰς βάρος μου ὅλες τὶς ἡμέρες.
Θρ. Ἰερ. 3,63
καθέδραν αὐτῶν καὶ ἀνάστασιν αὐτῶν· ἐπίβλεψον ἐπὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτῶν.
Κολιτσάρα
Σὺ γνωρίζεις πότε ἀναπαύονται καὶ πότε σηκώνονται. Ἰδὲ τὴν κακότητα, ποὺ ἐκφράζουν οἱ ὀφθαλμοί των.
Τρεμπέλα
Σὺ γνωρίζεις πότε (ἤ: Ἐὰν) κάθονται καὶ ἡσυχάζουν καὶ πότε (ἤ: Ἐὰν) σηκώνονται διὰ νὰ δράσουν. Ἰδὲ τοὺς σκοπούς των, τὰ ἐγκληματικὰ σχέδια ποὺ ἑτοιμάζουν (ἤ, κατ’ ἄλλην ἑρμηνείαν: Τὰ γεμᾶτα μῖσος καὶ κακότητα ὑπερήφανα μάτια των).
Θρ. Ἰερ. 3,64
Ἀποδώσεις αὐτοῖς ἀνταπόδομα, Κύριε, κατὰ τὰ ἔργα τῶν χειρῶν αὐτῶν.
Κολιτσάρα
Σύ, Κύριε, θὰ ἀνταποδώσῃς εἰς αὐτοὺς τὴν δικαίαν τιμωρίαν, ἀνάλογα μὲ τὰ ἔργα τῶν χειρῶν των.
Τρεμπέλα
Σύ, Κύριε, θὰ ἀνταποδώσῃς εἰς αὐτοὺς τὴν δικαίαν τιμωρίαν, ἀναλόγως τῶν ἔργων τῶν χειρῶν των.
Θρ. Ἰερ. 3,65
ἀποδώσεις αὐτοῖς ὑπερασπισμὸν καρδίας, μόχθον σου αὐτοῖς,
Κολιτσάρα
Θὰ ἀποδώσῃς εἰς αὐτοὺς κατὰ τὴν πώρωσιν τῆς καρδίας των· τὸ βάρος τῆς τιμωρίας σου θὰ ἐπιπέσῃ εἰς αὐτούς.
Τρεμπέλα
Σύ, Κύριε, θὰ ἀνταποδώσῃς εἰς αὐτοὺς κατὰ τὴν σκληρότητα καὶ πώρωσιν τῆς καρδιᾶς των· τὸ βάρος τῆς καταθλιπτικῆς τιμωρίας σου θὰ πέσῃ ἐπάνω των.
Θρ. Ἰερ. 3,66
καταδιώξεις ἐν ὀργῇ καὶ ἐξαναλώσεις αὐτοὺς ὑποκάτωθεν τοῦ οὐρανοῦ, Κύριε.
Κολιτσάρα
Θὰ τοὺς καταδιώξῃς ἐν τῇ δικαίᾳ σου ὀργῇ. Θὰ τοὺς ἐξολοθρεύσῃς καὶ θὰ τοὺς ἐξαφανίσῃς ἀπὸ τὸ πρόσωπον τοῦ οὐρανοῦ, Κύριε.
Τρεμπέλα
Θὰ τοὺς καταδιώξῃς κατὰ τὴν δικαίαν ὀργήν σου, θὰ τοὺς ἐξολοθρεύσῃς καὶ θὰ τοὺς ἐκμηδενίσῃς ἀπὸ τὸ κάτω μέρος τοῦ οὐρανοῦ (ἀπὸ τὸ πρόσωπον τῆς γῆς), Κύριε.
Κεφάλαιο 4
Θρ. Ἰερ. 4,1
Πῶς ἀμαυρωθήσεται χρυσίον, ἀλλοιωθήσεται τὸ ἀργύριον τὸ ἀγαθόν; ἐξεχύθησαν λίθοι ἅγιοι ἀπ’ ἀρχῆς πασῶν ἐξόδων.
Κολιτσάρα
Πῶς ἐμαύρισεν ὁ χρυσός, πῶς ἠλλοιώθη ὁ ἐκλεκτὸς ἄργυρος! Ἐξεχύθησαν καὶ διεσκορπίσθησαν εἰς τὰς γωνίας ὅλων τῶν ὁδῶν οἱ πολύτιμοι ἱεροὶ λίθοι!
Τρεμπέλα
Πῶς ἐσκοτείνιασε, ἐμαύρισε τὸ ἀστραφτερὸ χρυσάφι; Πῶς ἔχει ἀλλοιωθῆ τὸ ἐκλεκτὸν ἀσῆμι; Ἐσκορπίσθησαν τὰ πολύτιμα ἱερὰ πετράδια εἰς τὶς γωνίες ὅλων τῶν δρόμων!
Θρ. Ἰερ. 4,2
Υἱοὶ Σιὼν οἱ τίμιοι, οἱ ἐπῃρμένοι ἐν χρυσίῳ, πῶς ἐλογίσθησαν εἰς ἀγγεῖα ὀστράκινα, ἔργα χειρῶν κεραμέως;
Κολιτσάρα
Τὰ τέκνα τῆς Σιών, τὰ πολύτιμα αὐτὰ διαμάντια, ἀνώτεροι καὶ ἀπὸ τὸν χρυσόν, πῶς ἐθεωρήθησαν ὡσὰν πήλινα ἀγγεῖα, ἔργα κεραμοποιοῦ καὶ συνετρίβησαν;
Τρεμπέλα
Τὰ τέκνα τῆς Σιών, οἱ πολυτιμότατοι αὐτοὶ λίθοι, οἱ ἀνώτεροι καὶ ἀπὸ τὸ χρυσάφι, πῶς ἐλογαριάσθησαν καὶ συνετρίβησαν ὡς δοχεῖα εὔθραυστα καὶ χωματένια, ἔργα κατεσκευασμένα ἀπὸ τὰ χέρια κεραμέως;
Θρ. Ἰερ. 4,3
Καί γε δράκοντες ἐξέδυσαν μαστούς, ἐθήλασαν σκύμνοι αὐτῶν· θυγατέρες λαοῦ μου εἰς ἀνίατον ὡς στρουθίον ἐν ἐρήμῳ.
Κολιτσάρα
Τὰ μικρὰ τῶν θηρίων εὑρίσκουν τὴν θηλὴν τοῦ μητρικοῦ μαστοῦ καὶ οἱ σκύμνοι τῶν λεόντων θηλάζουν τὸ γάλα τῶν μητέρων των. Αἱ θυγατέρες ὅμως τοῦ λαοῦ μου ἀποστεωμέναι ἀπὸ τὴν πεῖναν, ὡσὰν στρουθία εἰς τὴν ἔρημον ποὺ δὲν εὑρίσκουν κόκκον διὰ νὰ τραφοῦν, ἀδυνατοῦν νὰ γαλουχήσουν τὰ παιδιά των.
Τρεμπέλα
Καὶ αὐτὰ ἀκόμη τὰ μικρὰ τῶν δρακόντων (ἀγρίων θηρίων) εὑρίσκουν τὴν θηλὴν τοῦ μαστοῦ τῆς μητέρας των καὶ τὰ μικρὰ λιοντάρια θηλάζουν τὸ γάλα τῆς μητέρας των ἐνῷ οἱ θυγατέρες τὸν λαοῦ μου, σκελετωμένες ἕνεκα τῆς πείνας, ἀδυνατοῦν νὰ θηλάσουν τὰ βρέφη των, διότι εἶναι ὡσὰν τὰ σπουργίτια εἰς τὴν ἔρημον, ποὺ δὲν εὑρίσκουν κανένα κόκκον διὰ νὰ τραφοῦν.
Θρ. Ἰερ. 4,4
Ἐκολλήθη ἡ γλῶσσα θηλάζοντος πρὸς τὸν φάρυγγα αὐτοῦ ἐν δίψει· νήπια ᾔτησαν ἄρτον, ὁ διακλῶν οὐκ ἔστιν αὐτοῖς.
Κολιτσάρα
Ἡ γλῶσσα τοῦ θηλάζοντος βρέφους ἐκολλήθη εἰς τὸν λάρυγγα αὐτοῦ ἀπὸ τὴν ἔλλειψιν γάλακτος. Τὰ νήπια ἐζήτησαν ὀλίγον ἄρτον καὶ δὲν ὑπάρχει κανεὶς νὰ κόψῃ δι’ αὐτὰ ἕνα κομμάτι.
Τρεμπέλα
Ἡ γλῶσσα τῶν βρεφῶν ποὺ θηλάζουν ἐκόλλησεν εἰς τὸν λάργυγά των ἀπὸ τὴν δίψαν (ἔλλειψιν μητρικοῦ γάλακτος ἢ νεροῦ)· τὰ νήπια ἐζήτησαν ψωμί, δὲν ὑπάρχει ὅμως κανεὶς νὰ κόψῃ ἕνα κόμματι, διὰ νὰ τοὺς δώσῃ.
Θρ. Ἰερ. 4,5
Οἱ ἔσθοντες τὰς τρυφὰς ἠφανίσθησαν ἐν ταῖς ἐξόδοις, οἱ τιθηνούμενοι ἐπὶ κόκκων περιεβάλλοντο κοπρίας.
Κολιτσάρα
Ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐτρυφοῦσαν εἰς πολυτελῆ τραπέζια, ἐξηφανίσθησαν εἰς τοὺς δρόμους. Ἐκεῖνοι ποὺ εἶχαν διατραφῆ καὶ ἀνατραφῆ ἐπάνω εἰς τὰς πορφύρας, κυλίονται τώρα εἰς τὴν κόπρον.
Τρεμπέλα
Οἱ καλομαθημένοι καὶ καλοαναθρεμμένοι ἀπέθαναν εἰς τοὺς δρόμους· ὅσοι εἶχαν ἀνατραφῇ μὲ πλούσια καὶ ἐκλεκτὰ γεύματα εἰς ἐπίσημα τραπέζια, τώρα κυλίονται εἰς τὴν κοπριάν.
Θρ. Ἰερ. 4,6
Καὶ ἐμεγαλύνθη ἀνομία θυγατρὸς λαοῦ μου ὑπὲρ ἀνομίας Σοδόμων τῆς κατεστραμμένης ὥσπερ σπουδῇ, καὶ οὐκ ἐπόνεσαν ἐν αὐτῇ χεῖρας.
Κολιτσάρα
Αἱ παρανομίαι τῆς θυγατρὸς τοῦ λαοῦ μου, τῆς Σιών, ἐπληθύνθησαν περισσότερον ἀπὸ τὰς παρανομίας τῶν Σοδόμων, τῆς πόλεως αὐτῆς, ἡ ὁποία κατεστράφη ἀμέσως, χωρὶς νὰ κοπιάσουν ἐναντίον της αἱ ἐχθρικαὶ χεῖρες.
Τρεμπέλα
Διότι οἱ παραβάσεις τῶν ἁγίων νόμων τοῦ Θεοῦ ἐκ μέρους τῆς θυγατέρας τοῦ λαοῦ μου, δηλαδὴ τῆς Ἱερουσαλήμ, ἐπληθύνθησαν περισσότερον ἀπὸ τὶς παραβάσεις τῶν κατοίκων τῶν Σοδόμων, τὰ ὁποῖα κατεστράφησαν αἰφνιδίως καὶ ἀμέσως, χωρὶς νὰ τὰ ἐγγίσουν καὶ νὰ τὰ πληγώσουν καὶ χωρὶς νὰ κοπιάσουν διὰ τὴν καταστροφήν των ἀνθρώπινα χέρια, ὅπως ἐκοπίασαν οἱ ἐχθροὶ διὰ τὴν ἅλωσιν καὶ καταστροφὴν τῆς Ἱερουσαλήμ.
Θρ. Ἰερ. 4,7
Ἐκαθαριώθησαν Ναζιραῖοι αὐτῆς ὑπὲρ χιόνα, ἔλαμψαν ὑπὲρ γάλα, ἐπυρώθησαν ὑπὲρ λίθους σαπφείρου τὸ ἀπόσπασμα αὐτῶν.
Κολιτσάρα
Ἄλλοτε οἱ Ναζιραῖοι της ἦσαν καθαροὶ καὶ κατάλευκοι, περισσότερον ἀπὸ τὸ χιόνι. Ἔλαμπαν περισσότερον ἀπὸ τὸ γάλα. Ἡ ἀκτινοβολία των ἦτο λαμπρότερα ἀπὸ τὰς πυρώδεις ἀκτῖνας, ποὺ ρίπτει ὁ σάπφειρος.
Τρεμπέλα
Ἄλλοτε οἱ Ναζιραῖοι τῆς Ἱερουσαλὴμ ἦσαν ὁλοκάθαροι, περισσότερον λευκοὶ καὶ ἀπὸ τὸ χιόνι, ἔλαμπαν μὲ τὴν λευκότητά των περισσότερον ἀπὸ τὸ γάλα· ἡ ἀκτινοβολία των ἦταν ἰσχυρότερη καὶ φωτεινότερη ἀπὸ ἐκείνην ποὺ ἐκπέμπει ὁ πολύτιμος λίθος σάπφειρος (ζαφείρι).
Θρ. Ἰερ. 4,8
Ἐσκότασεν ὑπὲρ ἀσβόλην τὸ εἶδος αὐτῶν, οὐκ ἐπεγνώσθησαν ἐν ταῖς ἐξόδοις· ἐπάγη δέρμα αὐτῶν ἐπὶ τὰ ὀστέα αὐτῶν, ἐξηράνθησαν, ἐγενήθησαν ὥσπερ ξύλον.
Κολιτσάρα
Τώρα ὅμως ἡ μορφή των ἔγινε περισσότερον σκοτεινὴ καὶ μελανὴ ἀπὸ τὴν καπνιάν. Ἀγνώριστοι κατήντησαν εἰς τοὺς δρόμους τῆς ζωῆς των. Ἐκόλλησε τὸ δέρμα των ἐπάνω εἰς τὰ κόκκαλά των. Ἐξηράνθησαν, ἔγιναν ὡσὰν τὸ ξύλον.
Τρεμπέλα
Τώρα ὅμως ἡ ἄλλοτε φωτεινὴ ὄψις των (τῶν Ναζιραίων) ἔγινε σκοτεινὴ καὶ μαύρη περισσότερον ἀπὸ τὴν καπνιά, κατήντησαν ἀγνώριστοι εἰς τοὺς δρόμους· ἐσκελετώθησαν, τὸ δέρμα των ἐκόλλησεν εἰς τὰ ὀστᾶ των, ἐκοκκάλιασαν, ἔγιναν ὅπως τὰ ξηρὰ ξύλα.
Θρ. Ἰερ. 4,9
Καλοὶ ἦσαν οἱ τραυματίαι ῥομφαίας ἢ οἱ τραυματίαι λιμοῦ· ἐπορεύθησαν ἐκκεκεντημένοι ἀπὸ γεννημάτων ἀγρῶν.
Κολιτσάρα
Κερδισμένοι ἦσαν αὐτοί, ποὺ ἔπεσαν ἐν στόματι ρομφαίας, παρὰ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἀποθνήσκουν ἀπὸ τὴν πεῖναν. Ὑπέκυψαν κατεξηντλημένοι ἐξ αἰτίας τῆς ἐλλείψεως προϊόντων τοῦ ἀγροῦ.
Τρεμπέλα
Ἦσαν εὐτυχέστεροι ὅσοι ἐφονεύθησαν μὲ τὸ πλατὺ καὶ μεγάλο ἀμφίστομον σπαθὶ τοῦ ἐχθροῦ, ἀπὸ ἐκείνους ποὺ ἀπέθαναν ἀπὸ τὴν πεῖναν. Ἔλειωσαν, ἐξηντλήθησαν καὶ ἀπέθαναν λόγῳ ἐλλείψεως ἀγροτικῶν προϊόντων.
Θρ. Ἰερ. 4,10
Χεῖρες γυναικῶν οἰκτιρμόνων ἥψησαν τὰ παιδία αὐτῶν, ἐγενήθησαν εἰς βρῶσιν αὐταῖς ἐν τῷ συντρίμματι τῆς θυγατρὸς τοῦ λαοῦ μου.
Κολιτσάρα
Τρυφεραὶ καὶ στοργικαὶ γυναῖκες ἔψησαν μὲ τὰ ἴδια των τὰ χέρια τὰ παιδιά των, τὰ ἔκαμαν φαγητόν των κατὰ τὸ διάστημα τῆς συντριβῇς καὶ τῆς ταλαιπωρίας τῆς θυγατρὸς τοῦ λαοῦ μου, τῆς Σιών.
Τρεμπέλα
Στοργικές, εὐσπλαγχνικὲς γυναῖκες ἔψησαν μὲ τὰ χέρια των τὰ παιδιά των, τὰ ὁποῖα καὶ ἀπετέλεσαν τὴν τροφήν των κατὰ τὴν ἅλωσιν καὶ τὴν καταστροφὴν τῆς θυγατέρας τοῦ λαοῦ μου, τῆς Ἱερουσαλήμ.
Θρ. Ἰερ. 4,11
Συνετέλεσε Κύριος θυμὸν αὐτοῦ, ἐξέχεε θυμὸν ὀργῆς αὐτοῦ καὶ ἀνῆψε πῦρ ἐν Σιών, καὶ κατέφαγε τὰ θεμέλια αὐτῆς.
Κολιτσάρα
Ὥλοκλήρωσεν ὁ Κύριος τὸν θυμόν του ἐναντίον μας. Ἄδειασε τὸν θυμὸν τῆς ὀργῆς του ἐναντίον μας καὶ ἤναψε φωτιὰν καταστροφῆς εἰς τὴν Σιών, ἡ ὁποία καὶ τὴν κατέφαγε μέχρι τῶν θελεμίων της.
Τρεμπέλα
Ἔφερεν εἰς πέρας, ἐξήντλησεν ὁ Κύριος τὸν θυμόν του, ἐξεθύμανε ἀπὸ τὴν δικαίαν ὀργήν του καὶ ἄναψε φωτιὰ εἰς τὴν Σιών, ἡ ὁποία καὶ κατέφαγε τὰ θεμέλιά της.
Θρ. Ἰερ. 4,12
Οὐκ ἐπίστευσαν βασιλεῖς γῆς, πάντες οἱ κατοικοῦντες τὴν οἰκουμένην, ὅτι εἰσελεύσεται ἐχθρὸς καὶ ἐκθλίβων διὰ τῶν πυλῶν Ἱερουσαλήμ.
Κολιτσάρα
Οἱ βασιλεῖς τῆς γῆς καὶ ὅλοι οἱ κάτοικοι τῆς οἰκουμένης δὲν ἐπίστευσαν, ὅτι θὰ εἰσήρχετο ὁ ἐχθρός, ὁ δυνάστης, διὰ μέσου τῶν πυλῶν τῆς Ἱερουσαλήμ.
Τρεμπέλα
Οἱ βασιλεῖς τῆς γῆς οὐδέποτε ἐπίστευσαν, ὅπως ἐπίσης καὶ οἱ κάτοικοι τῆς οἰκουμένης, ὅτι ἦταν δυνατὸν νὰ εἰσέλθῃ ἐχθρὸς καὶ πολέμιος καταπιεστὴς διὰ τῶν πυλῶν τῆς Ἱερουσαλήμ.
Θρ. Ἰερ. 4,13
Ἐξ ἁμαρτιῶν προφητῶν αὐτῆς, ἀδικιῶν ἱερέων αὐτῆς τῶν ἐκχεόντων αἷμα δίκαιον ἐν μέσῳ αὐτῆς.
Κολιτσάρα
Αὐτὸ ἔγινεν ἀπὸ τὰς ἁμαρτίας τῶν ψευδοπροφητῶν, ἀπὸ τὰς ἀδικίας τῶν ἱερέων της, οἱ ὁποῖοι ἔχυναν αἷμα δικαίων ἀνθρώπων μέσα εἰς αὐτήν.
Τρεμπέλα
Οἱ συμφορὲς αὐτὲς προεκλήθησαν λόγῳ τῶν ἁμαρτιῶν τῶν ψευδοπροφητῶν τῆς Ἱερουσαλὴμ καὶ τῶν ἀδικιῶν τῶν ἱερέων της, οἱ ὁποῖοι ἔχυναν τὸ αἷμα τῶν δικαίων εἰς τὸ μέσον τῆς πόλεως.
Θρ. Ἰερ. 4,14
Ἐσαλεύθησαν ἐγρήγοροι αὐτῆς ἐν ταῖς ἐξόδοις, ἐμολύνθησαν ἐν αἵματι· ἐν τῷ μὴ δύνασθαι αὐτοὺς ἥψαντο ἐνδυμάτων αὐτῶν.
Κολιτσάρα
Συνεκλονίσθησαν, ἐκυριεύθησαν ἀπὸ τρόμον οἱ φρουροί της καθὼς γυρίζουν εἰς τοὺς δρόμους· ἐμολύνθησαν ἀπὸ αἵματα. Δὲν ἠμποροῦσαν νὰ ἐγγίσουν τὰ μολυσμένα ἀπὸ τὸ αἷμα ἐνδύματά των.
Τρεμπέλα
Ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἔπρεπε νὰ ἀγρυπνοῦν καὶ νὰ τὴν φρουροῦν συνεκλονίσθησαν, ἐπανικοβλήθησαν, καθὼς περιπλανῶνται περιφρονημένοι εἰς τοὺς δρόμους· ἐμολύνθησαν ἀπὸ τὰ αἵματα τῶν ἀθώων θυμάτων των. Προκειμένου νὰ τοὺς σύρουν πρὸς τὸν τάφον, ἐπειδὴ δὲν ἠμποροῦσαν νὰ τοὺς ἐγγίσουν διότι ἦσαν μολυσμένοι (νομικῶς ἀκάθαρτοι), τοὺς ἔπιασαν καὶ τοὺς ἔσυραν ἀπὸ τὰ ἐνδύματά των (ἤ, κατ’ ἄλλην ἑρμηνείαν: Ἐπειδὴ ἦσαν μολυσμένοι μὲ αἷμα, ὅ,τι δὲν ἔπρεπε νὰ ἐγγίσουν τὸ ἐγγίζουν μὲ τὰ ἐνδύματά των ἤ, κατ’ ἄλλους: Ἦσαν μολυσμένοι μὲ αἷμα, ἔτσι ὥστε κανεὶς δὲν ἐτολμοῦσε νὰ ἐγγίσῃ τὰ ροῦχα των).
Θρ. Ἰερ. 4,15
Ἀπόστητε ἀκαθάρτων - καλέσατε αὐτούς - ἀπόστητε, ἀπόστητε, μὴ ἅπτεσθε, ὅτι ἀνήφθησαν καί γε ἐσαλεύθησαν· εἴπατε ἐν τοῖς ἔθνεσιν· οὐ μὴ προσθῶσι τοῦ παροικεῖν.
Κολιτσάρα
Φωνάξατε πρὸς αὐτούς· φύγετε καὶ φυλαχθῆτε ἀπὸ τὰ ἀκάθαρτα. Ἀπομακρυνθῆτε, ἀπομακρυνθῆτε, μὴ ἐγγίζετε· φωτιὰ ἔχει ἀναφθῆ. Κατελήφθησαν ἀπὸ τρόμον. Εἴπατε καὶ ἂς μάθουν τὰ ἔθνη· δὲν θὰ ἀνθέξουν καὶ δὲν τοὺς εἶναι πλέον δυνατὸν νὰ μείνουν μεταξὺ τῶν ξένων ἐθνῶν.
Τρεμπέλα
Ὁ λαὸς φωνάζει δι’ αὐτοὺς πρὸς τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους: «Φυλαχθῆτε, σταθῆτε μακριὰ ἀπὸ τοὺς νομικῶς ἀκαθάρτους! Φυλαχθῆτε! φυλαχθῆτε! ἀπομακρυνθῆτε! μὴ ἐγγίζετε!» Διότι φωτιὰ ἔχει ἀναφθῇ καὶ ἔχουν ἐπίσης συγκλονισθῇ, τρικλίζουν. Εἴπατε καὶ ἂς τὸ πληροφορηθοῦν τὰ ἔθνη: Δὲν θὰ ἀνθέξουν, δὲν θὰ τοὺς ἐπιτρέπεται πλέον νὰ παραμένουν ἔστω καὶ μεταξὺ τῶν εἰδωλολατρικῶν ἐθνῶν!
Θρ. Ἰερ. 4,16
Πρόσωπον Κυρίου μερὶς αὐτῶν, οὐ προσθήσει ἐπιβλέψαι αὐτοῖς· πρόσωπον ἱερέων οὐκ ἔλαβον, πρεσβύτας οὐκ ἠλέησαν.
Κολιτσάρα
Ὁ Κύριος ἦτο ἄλλοτε ἡ ἐλπὶς καὶ ἡ κληρονομία των. Αὐτὸς ὅμως δὲν πρόκειται πλέον νὰ ἐπιβλέψῃ μὲ εὐμένειαν εἰς αὐτοὺς καὶ νὰ τοὺς βοηθήσῃ. Πρόσωπα τῶν ἱερέων δὲν τὰ ἐσεβάσθησαν, τοὺς γέροντας δὲν τοὺς ἐλυπήθησαν.
Τρεμπέλα
Διότι ὁ Κύριος ἦταν ἡ κληρονομία, ἡ ἐλπίδα καὶ τὸ στήριγμά των (ἐνῷ τώρα τοὺς ἀπώθησε). Δὲν θὰ ἐπιβλέψῃ πλέον μὲ εὐμενὲς βλέμμα πρὸς αὐτούς, διὰ νὰ τοὺς βοηθήσῃ. Τὰ πρόσωπα τῶν εὐσεβῶν ἱερέων δὲν τὰ ἐσεβάσθησαν (οἱ ἐχθροί, ἢ ὁ λαός, ἤ οἱ ἀσεβεῖς ἱερεῖς καὶ ψευδοπροφῆται), τοὺς δὲ ἐναρέτους γέροντας δὲν τοὺς ἐλυπήθησαν.
Θρ. Ἰερ. 4,17
Ἔτι ὄντων ἡμῶν ἐξέλιπον οἱ ὀφθαλμοὶ ἡμῶν εἰς τὴν βοήθειαν ἡμῶν μάταια· ἀποσκοπευόντων ἡμῶν ἀπεσκοπεύσαμεν εἰς ἔθνος οὐ σῷζον.
Κολιτσάρα
Ἐνῷ ἀκόμη εἴμεθα ἐλεύθεροι, ἔσβησαν τὰ μάτια μας ἀπὸ τὰ δάκρυα, καθ’ ὃν χρόνον ἐζητούσαμεν, ἀλλὰ ματαίως, βοήθειαν. Ἐστρέφαμεν τὰ μάτια μας καὶ παρετηρούσαμεν μὲ προσοχὴν πρὸς ἔθνος, ἀπὸ τὸ ὁποῖον ὅμως καμμίαν βοήθειαν καὶ σωτηρίαν δὲν ἐλάβομεν.
Τρεμπέλα
Ἐνῷ ἀκόμη ἤμεθα ἐλεύθεροι, καὶ πρὶν ἀκόμη καταληφθῶ καὶ καταστραφῇ ἡ Ἱερουσαλήμ, ἔσβησαν τὰ μάτια μας ἀπὸ τὰ πολλὰ δάκρυα, ἐνῷ ἀνεμέναμε ματαίως βοήθειαν. Ὡσὰν ἄλλοι σκοποὶ εἰς τὴν σκοπιάν των, εἴχαμε ἐπιμόνως στραμμένη τὴν προσοχήν μας πρὸς ἕνα ἔθνος (τὸ Αἰγυπτιακόν), τὸ ὁποῖον ὅμως καμμίαν βοήθειαν δὲν ἤθελε, ἀλλ’ οὔτε καὶ ἦταν δυνατὸν νὰ μᾶς προσφέρῃ.
Θρ. Ἰερ. 4,18
Ἐθηρεύσαμεν μικροὺς ἡμῶν τοῦ μὴ πορεύεσθαι ἐν ταῖς πλατείαις ἡμῶν·
Κολιτσάρα
Ὡσὰν ἄγρυπνοι κυνηγοὶ παρηκολουθούσαμεν μὲ προσοχὴν τὰ μικρά μας παιδιά, νὰ μὴ κυκλοφοροῦν εἰς τὰς πλατείας μας.
Τρεμπέλα
Ὡσὰν ἄγρυπνοι κυνηγοὶ παρακολουθούσαμε μὲ πολλὴν προσοχὴν τὰ μικρά μας παιδιά, διὰ νὰ μὴ κυκλοφοροῦν εἰς τὶς πλατεῖες μας καὶ φονευθοῦν (διότι οἱ Βαβυλώνιοι ἔρριχναν τὰ βέλη των μέσα εἰς τὴν πόλιν ἀπὸ τὶς ὑψηλὲς πολιορκητικὲς μηχανὲς ποὺ ἔστησαν γύρω-γύρω ἀπὸ τὰ τείχη τῆς Ἱερουσαλήμ).
Θρ. Ἰερ. 4,19
ἤγγικεν ὁ καιρὸς ἡμῶν, ἐπληρώθησαν αἱ ἡμέραι ἡμῶν, πάρεστιν ὁ καιρὸς ἡμῶν. Κοῦφοι ἐγένοντο οἱ διώκοντες ἡμᾶς ὑπὲρ ἀετοὺς οὐρανοῦ, ἐπὶ τῶν ὀρέων ἐξέπτησαν, ἐν ἐρήμῳ ἐνήδρευσαν ἡμᾶς.
Κολιτσάρα
Διότι εἶχε φθάσει πλέον ὁ καιρὸς τῆς τιμωρίας μας. Συνεπληρώθησαν αἱ ἡμέραι τῆς μακροθυμίας τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς ζωῆς ἡμῶν. Ἔφθασεν ὁ καιρὸς τῆς θείας ὀργῆς. Ταχύτατοι ἔγιναν οἱ ἐχθροί, οἱ ὁποῖοι μᾶς κατεδίωκαν. Ἔφευγαν ταχύτερον ἀπὸ τοὺς ἀετοὺς τοῦ οὐρανοῦ. Ἐπέταξαν ἐπάνω εἰς τὰ ὄρη, μᾶς ἔστησαν ἐνέδρας εἰς ἐρημικοὺς τόπους.
Τρεμπέλα
Ἐπλησίασεν ὁ καιρὸς τῆς τιμωρίας μας, συνεπληρώθησαν οἱ ἡμέρες τῆς θείας μακροθυμίας καὶ τῆς ζωῆς μᾶς, ἔφθασεν ὁ καιρὸς διὰ νὰ ἐκσπάσῃ ἡ δικαία ὀργὴ τοῦ Θεοῦ ἐναντίον μας. Οἱ ἐχθροί, οἱ ὁποῖοι μᾶς ἐδίωκαν, ἔγιναν ταχύτατοι, περισσότερον ταχεῖς καὶ ἀπὸ τοὺς ἀετοὺς τοῦ οὐρανοῦ· ἐπέταξαν ἐπάνω εἰς τὰ ὄρη, μᾶς ἔστησαν ἐνέδρες εἰς τόπους ἐρημικούς.
Θρ. Ἰερ. 4,20
Πνεῦμα προσώπου ἡμῶν χριστὸς Κυρίου συνελήφθη ἐν ταῖς διαφθοραῖς αὐτῶν, οὗ εἴπαμεν· ἐν τῇ σκιᾷ αὐτοῦ ζησόμεθα ἐν τοῖς ἔθνεσι.
Κολιτσάρα
Ἡ πνοὴ τοῦ προσώπου μας, ὁ ἄρχων χρισμένος ἀπὸ τὸν Κύριον, ὁ βασιλεύς μας, συνελήφθη εἰς τὰς καταστρεπτικὰς ἐκείνων ἐνέδρας. Διὰ τὸν βασιλέα μας εἴχαμεν ἐλπίσει καὶ εἴπαμε· κάτω ἀπὸ τὴν σκέπην του θὰ ζήσωμεν ἀνάμεσα εἰς τὰ ἄλλα ἔθνη.
Τρεμπέλα
Ἡ πνοὴ τοῦ προσώπου μας (αὐτὸς ποὺ εἶναι ἡ ζωὴ τοῦ ἔθνους μας), ὁ βασιλιᾶς μας (Σεδεκίας), ὁ ὁποῖος ἔχει χρισθῆ ἀπὸ τὸν Κύριον, συνελήφθη εἰς τὶς ὀλέθριες παγίδες ποὺ τοῦ ἔστησαν οἱ ἐχθροί. Διὰ τὸν βασιλιᾶ μας αὐτὸν εἴχαμε εἰπεῖ: «Κάτω ἀπὸ τὴν σκέπην καὶ τὴν προστασίαν του θὰ ζήσωμεν (εὑρισκόμενοι) μεταξὺ τῶν ἄλλων ἐθνῶν».
Θρ. Ἰερ. 4,21
Χαῖρε καὶ εὐφραίνου, θύγατερ Ἰδουμαίας ἡ κατοικοῦσα ἐπὶ γῆς· καί γε ἐπὶ σὲ διελεύσεται τὸ ποτήριον Κυρίου καὶ μεθυσθήσῃ καὶ ἀποχεεῖς.
Κολιτσάρα
Ὁ λαὸς τῆς Ἰδουμαίας, ποὺ κατοικεῖ τὴν χώραν αὐτήν, ἂς χαίρῃ καὶ ἂς εὐφραίνεται διὰ τὴν καταστροφήν μας! Μάθε ὅμως, ὅτι τὸ ποτήριον τῆς ὀργῆς τοῦ Κυρίου θὰ, ἔλθῃ καὶ εἰς σέ. Θὰ μεθύσῃς ἀπὸ τὴν πικρίαν του καὶ θὰ τὸ ἐμέσῃς.
Τρεμπέλα
Χαῖρε καὶ εὐφραίνου, θυγατέρα τῆς Ἰδουμαίας (λαὲ τῆς Ἰδουμαίας), ποὺ κατοικεῖς εἰς τὴν χώραν αὐτήν· πανηγύριζε εὐφρόσυνα διὰ τὴν καταστροφὴν ἡμῶν τῶν Ἰουδαίων! Ἀλλὰ θὰ ἔλθῃ ὁπωσδήποτε καὶ εἰς σὲ τὸ ποτήριον τῆς ὀργῆς τοῦ Κυρίου· θὰ μεθύσῃς ἀπὸ τὴν ὑπερβολὴν τῶν δεινῶν ποὺ θὰ σὲ κτυπήσουν, καὶ θὰ ἐμέσης τὸ ποτήριον τοῦτο! (ἤ, κατὰ τὸ Ἑβραϊκόν: Θὰ μεθύσῃς καὶ θὰ γυμνωθῇς, ἐκτεθειμένη εἰς κοινὴν περιφρόνησιν!)
Θρ. Ἰερ. 4,22
Ἐξέλιπεν ἡ ἀνομία σου, θύγατερ Σιών, οὐ προσθήσει τοῦ ἀποικίσαι σε. ἐπεσκέψατο ἀνομίας σου, θύγατερ Ἐδώμ· ἀπεκάλυψεν ἐπὶ τὰ ἀσεβήματά σου.
Κολιτσάρα
Θυγάτηρ Σιών, ἔλλειψε καὶ ἐξηφανίσθη ἡ παρανομία σου. Δὲν θέλει ὁ Κύριος νὰ παροικῇς ἐξόριστος πλέον εἰς λαοὺς ξένους. Ὁ Κύριος ἐπεσκέφθη καὶ σέ, ὦ κόρη τῆς Ἰδουμαίας, ἀλλὰ διὰ νὰ σὲ τιμωρήσῃ. Ἔφερεν εἰς φῶς τὰς ἀσεβείας σου.
Τρεμπέλα
Ἐξιλεώθη τώρα ἡ ἁμαρτία σου, ἐξηφανίσθη, θυγατέρα μου Σιών! Ὁ Κύριος δὲν θὰ σὲ τιμωρήσῃ πλέον μὲ ἐξορίαν, ὥστε νὰ παροικῇς εἰς ξένην χώραν. Ἀλλ’ ὁ Κύριος ἐπεσκέφθη καὶ σέ, θυγατέρα τῆς Ἰδουμαίας, διὰ νὰ σὲ τιμωρήσῃ διὰ τὶς ἁμαρτίες καὶ τὴν χαιρεκακίαν σου εἰς βάρος τῆς Ἱερουσαλήμ! Ὁ Κύριος ἀπεκάλυψε καὶ ἐφανέρωσε τὶς ἀσέβειές σου.
Κεφάλαιο 5
Θρ. Ἰερ. 5,1
Μνήσθητι, Κύριε, ὅ,τι ἐγενήθη ἡμῖν· ἐπίβλεψον καὶ ἰδὲ τὸν ὀνειδισμὸν ἡμῶν.
Κολιτσάρα
Ἐνθυμήσου, Κύριε, ὅλα αὐτά, τὰ ὁποῖα μᾶς συνέβησαν. Ἐπίβλεψε καὶ ἰδὲ τοὺς ἐξευτελισμοὺς καὶ τοὺς ἐμπαιγμούς μας.
Τρεμπέλα
Ἐνθυμήσου, Κύριε, ὅλα τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα συνέβησαν εἰς ἡμᾶς. Ρίψε εὐσπλαγχνικὸν τὸ βλέμμα σου καὶ ἴδε τὴν καταφρόνησιν καὶ τοὺς ἐξευτελισμούς μας.
Θρ. Ἰερ. 5,2
κληρονομία ἡμῶν μετεστράφη ἀλλοτρίοις, οἱ οἶκοι ἡμῶν ξένοις.
Κολιτσάρα
Ἡ κληρονομία μας, ἡ γῆ τῶν πατέρων μας, ἔπεσεν εἰς τὰ χέρια ἀλλοεθνῶν. Τὰ σπίτια μας εἰς τοὺς ξένους.
Τρεμπέλα
Ἡ κληρονομία μας, ἡ πατρίδα μας, ἐπέρασεν εἰς τὰ χέρια ἄλλων ἐθνῶν καὶ τὰ σπίτια μας εἰς τὰ χέρια ξένων.
Θρ. Ἰερ. 5,3
ὀρφανοὶ ἐγενήθημεν, οὐχ ὑπάρχει πατήρ· μητέρες ἡμῶν ὡς αἱ χῆραι.
Κολιτσάρα
Ἐγίναμεν ὀρφανοί. Δὲν ὑπάρχει πατέρας πλέον εἰς ἡμᾶς. Αἱ μητέρες μας ἔγιναν χῆραι.
Τρεμπέλα
Ἐγίναμε ὀρφανοί, δὲν ὑπάρχει δι’ ἡμᾶς πατέρας· οἱ μητέρες μας ἔγιναν ὅπως οἱ χῆρες.
Θρ. Ἰερ. 5,4
ὕδωρ ἡμῶν ἐν ἀργυρίῳ ἐπίομεν, ξύλα ἡμῶν ἐν ἀλλάγματι ἦλθεν ἐπὶ τὸν τράχηλον ἡμῶν.
Κολιτσάρα
Καὶ αὐτὸ τὸ νερό, ποὺ ἠθέλαμεν νὰ πίωμεν, τὸ ἀγοράζομεν ἀντὶ χρημάτων. Τὰ ξύλα τὰ ἐπρομηθευόμεθα μὲ χρηματικὸν ἀντάλλαγμα. Τὰ ἐφορτωνόμεθα εἰς τὸν τράχηλόν μας, διὰ νὰ τὰ μεταφέρωμεν.
Τρεμπέλα
Τὸ νερό μας, ποὺ ἠθελήσαμε νὰ πιοῦμε, τὸ ἀγοράζαμε μὲ χρήματα· καὶ τὰ καυσόξυλά μας τὰ ἐπρομηθευόμεθα μὲ χρηματικὸν ἀντάλλαγμα καὶ τὰ ἐφορτωνόμεθα εἰς τοὺς ὤμους μας, προκειμένου νὰ τὰ μεταφέρωμεν.
Θρ. Ἰερ. 5,5
ἐδιώχθημεν, ἐκοπιάσαμεν, οὐκ ἀνεπαύθημεν.
Κολιτσάρα
Κατεδιώχθημεν ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς, ἐκοπιάσαμεν, δὲν εὑρήκαμεν στιγμὴν ἀναπαύσεως καὶ ἠρεμίας.
Τρεμπέλα
Κατεδιώχθημεν ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς μας, ἐκοπιάσαμεν μέχρις ἑξαντλήσεως, δὲν μᾶς ἐπέτρεψαν νὰ ἀναπαυθῶμεν.
Θρ. Ἰερ. 5,6
Αἴγυπτος ἔδωκε χεῖρα, Ἀσσοὺρ εἰς πλησμονὴν αὐτῶν.
Κολιτσάρα
Ἡ Αἴγυπτος μᾶς ἔδωσε χεῖρα βοηθείας διὰ τὴν συντήρησίν μας. Οἱ Ἀσσύριοι τοὺς ἐχόρτασαν.
Τρεμπέλα
Ἡ Αἴγυπτος μᾶς ἐβοήθησε διὰ τὴν συντήρησίν μας· οἱ Ἀσσύριοι τοὺς «χόρτασαν (ὅσους εὑρίσκοντο εἰς τὴν ἐξορίαν).
Θρ. Ἰερ. 5,7
οἱ πατέρες ἡμῶν ἥμαρτον, οὐχ ὑπάρχουσιν· ἡμεῖς τὰ ἀνομήματα αὐτῶν ὑπέσχομεν.
Κολιτσάρα
Οἱ πατέρες μας, οἱ ὁποῖοι ἡμάρτησαν, δὲν ὑπάρχουν πλέον. Ἡμεῖς δὲ πληρώνομεν τὰς ἁμαρτίας ἐκείνων.
Τρεμπέλα
Οἱ πρόγονοί μας (οἱ ὁποῖοι) ἁμάρτησαν, ἀπέθαναν, δὲν ὑπάρχουν πλέον· ἠμεῖς δέ, οἱ ἀπόγονοί των, φέρομεν τὸ βάρος τῆς ἐνοχῆς των καὶ ὑποφέρομεν (τιμωρούμεθα) ἀντὶ ἐκείνων.
Θρ. Ἰερ. 5,8
δοῦλοι ἐκυρίευσαν ἡμῶν, λυτρούμενος οὐκ ἔστιν ἐκ τῆς χειρὸς αὐτῶν.
Κολιτσάρα
Οἱ δοῦλοι μας ἔγιναν κύριοί μας. Κανεὶς δὲν ὑπάρχει, ὁ ὁποῖος νὰ ἠμπορέσῃ νὰ μᾶς σώσῃ ἀπὸ τὰ χέρια αὐτῶν.
Τρεμπέλα
Οἱ δοῦλοι τοῦ βασιλιᾶ τῆς Βαβυλῶνος, δηλαδὴ οἱ ἀξιωματοῦχοι του, ἔγιναν κύριοι καὶ κυβερνῆται μας· δὲν ὑπάρχει κανεὶς νὰ μᾶς λυτρώσῃ ἀπὸ τὰ χέρια των.
Θρ. Ἰερ. 5,9
ἐν ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν εἰσοίσομεν ἄρτον ἡμῶν, ἀπὸ προσώπου ῥομφαίας τῆς ἐρήμου.
Κολιτσάρα
Μὲ κίνδυνον τῆς ζωῆς μας ἐξοικονομοῦμεν καὶ μεταφέρομεν τὸν ἄρτον μας. Ἀπειλούμεθα ἀπὸ τὴν ρομφαίαν τῶν ἀνθρώπων τῆς ἐρήμου.
Τρεμπέλα
Μὲ κίνδυνον τῆς ζωῆς μας ἐξοικονομοῦμεν τὴν τροφήν μας καὶ μεταφέρομεν τὰ γεννήματά μας κάτω ἀπὸ τὴν ἀπειλὴν τοῦ σπαθιοῦ τῶν ἐπιδρομέων τῆς ἐρήμου, οἱ ὁποῖοι ἐπιτίθενται ἐναντίον μας.
Θρ. Ἰερ. 5,10
τὸ δέρμα ἡμῶν ὡς κλίβανος ἐπελιώθη, συνεσπάσθησαν ἀπὸ προσώπου καταιγίδων λιμοῦ.
Κολιτσάρα
Τὸ δέρμα μας ἐμαύρισεν, ὅπως ὁ φοῦρνος ἀπὸ τὴν καπνιά. Ἐσυρικνώθησαν τὰ σώματά μας ἐξ αἰτίας τοῦ φοβεροτάτου λιμοῦ.
Τρεμπέλα
Τὸ δέρμα μας ἐμελάνιασε, ἐμαύρισε, ὅπως ὁ φοῦρνος ἀπὸ τὸν καπνόν· τὰ σώματά μας ἐζάρωσαν, ἐσούρωσαν, ἐστέγνωσαν καὶ ἐξηράνθησαν ἐξ αἰτίας τῆς φοβερῆς πείνας, ἡ ὁποία μᾶς ἐκτύπησεν ὡσὰν καταιγίδα.
Θρ. Ἰερ. 5,11
γυναῖκας ἐν Σιὼν ἐταπείνωσαν, παρθένους ἐν πόλεσιν Ἰούδα.
Κολιτσάρα
Οἱ ἐχθροὶ ἐκακοποίησαν καὶ ἐξηυτέλισαν γυναῖκας εἰς τὴν Σιών, καὶ παρθένους εἰς τὰς διαφόρους πόλεις τῆς Ἰουδαίας.
Τρεμπέλα
Οἱ ἐχθροὶ ἐξηυτέλισαν καὶ ἀτίμασαν γυναῖκες εἰς τὴν Σιὼν καὶ παρθένους εἰς τὶς διαφορες πόλεις τῆς Ἰουδαίας.
Θρ. Ἰερ. 5,12
ἄρχοντες ἐν χερσὶν αὐτῶν ἐκρεμάσθησαν, πρεσβύτεροι οὐκ ἐδοξάσθησαν.
Κολιτσάρα
Οἱ ἄρχοντές μας ἐκρεμάσθησαν ἀπὸ τὰ χέρια καὶ ἐβασανίσθησαν· οἱ γέροντες μας δὲν ἐτιμήθησαν.
Τρεμπέλα
Ἄρχοντες ἐκρεμάσθησαν ἀπὸ τὰ χέρια των, οἱ πρεσβύτεροι κατὰ τὴν ἡλικίαν δὲν ἔτυχαν σεβασμοῦ καὶ τιμῆς.
Θρ. Ἰερ. 5,13
ἐκλεκτοὶ κλαυθμὸν ἀνέλαβον, καὶ νεανίσκοι ἐν ξύλῳ ἠσθένησαν.
Κολιτσάρα
Ἐκλεκτοὶ πολῖται μας ἐξέσπασαν εἰς κλαυθμούς. Οἱ νέοι ἄνδρες ἐξησθένησαν ἀπὸ τὰ βαρειὰ φορτώματα τῶν ξύλων.
Τρεμπέλα
Πολῖται ἐπίσημοι καὶ ἐκλεκτοὶ ἐξέσπασαν εἰς θρήνους, καὶ νέοι ἄνδρες ἐξησθένησαν καὶ ἐκάμφθησαν κάτω ἀπὸ τὸ βάρος ὑπερβολικῶν φορτωμάτων ξύλων.
Θρ. Ἰερ. 5,14
καὶ πρεσβύται ἀπὸ πύλης κατέπαυσαν, ἐκλεκτοὶ ἐκ ψαλμῶν αὐτῶν κατέπαυσαν.
Κολιτσάρα
Οἱ γέροντες ἔπαυσαν πλέον νὰ συχνάζουν εἰς τὴν πύλην τῆς πόλεως. Οἱ ἐκλεκτοὶ ψάλται ἐσταμάτησαν τοὺς ὕμνους των.
Τρεμπέλα
Οἱ γέροντες ἔπαυσαν πλέον νὰ συγκεντρώνωνται εἰς τὴν πύλην τῆς πόλεως διὰ νὰ συζητοῦν, νὰ συμβουλεύουν καὶ ἀποφασίζουν ἐπὶ δικαστικῶν ζητημάτων. Οἱ ἐκλεκτοί (νεαροί) ψάλται ἐσταμάτησαν πλέον τὶς ψαλμωδίες των.
Θρ. Ἰερ. 5,15
κατέλυσε χαρὰ καρδίας ἡμῶν, ἐστράφη εἰς πένθος ὁ χορὸς ἡμῶν,
Κολιτσάρα
Κατελύθη καὶ ἔσβησεν ἡ χαρὰ τῆς καρδίας μας. Οἱ χαρμόσυνοι χοροί μας μετεστράφησαν εἰς πένθος.
Τρεμπέλα
Ἡ χαρὰ ἠφανίσθη, διελύθη ἀπὸ τὴν καρδιά μας· οἱ χαρούμενοι χοροί μας μετεβλήθησαν εἰς πένθος.
Θρ. Ἰερ. 5,16
ἔπεσεν ὁ στέφανος ἡμῶν τῆς κεφαλῆς· οὐαὶ δὴ ἡμῖν, ὅτι ἡμάρτομεν.
Κολιτσάρα
Ἔπεσεν ὁ στέφανος τῆς δόξης ἀπὸ τὴν κεφαλήν μας. Ἀλλοίμονον εἰς ἡμᾶς, διότι διεπράξαμεν ἁμαρτίας!
Τρεμπέλα
Ἔπεσε τὸ στεφάνι τῆς δόξης μας (τοῦ βασιλείου καὶ τῆς ἱερωσύνης) ἀπὸ τὸ κεφάλι μας. Ἀλλοίμονον εἰς ἠμᾶς, διότι ἁμαρτήσαμε!
Θρ. Ἰερ. 5,17
περὶ τούτου ἐγενήθη ὀδυνηρὰ ἡ καρδία ἡμῶν, περὶ τούτου ἐσκότασαν οἱ ὀφθαλμοὶ ἡμῶν.
Κολιτσάρα
Ἕνεκα τούτου κατεπλημμύρισεν ἡ ὀδύνη τὴν καρδίαν μας· ἐξ αἰτίας τῶν ἁμαρτιῶν μας οἱ ὀφθαλμοί μας ἐκαλύφθησαν ἀπὸ σκότος. Δὲν βλέπουν.
Τρεμπέλα
Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἐπλημμύρισεν ἀπὸ ὀδύνην καὶ πόνον ἡ καρδιά μας· αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἐσκοτείνιασαν, ἐτυφλώθησαν τὰ μάτια μας.
Θρ. Ἰερ. 5,18
ἐπ’ ὄρος Σιών, ὅτι ἠφανίσθη, ἀλώπεκες διῆλθον ἐν αὐτῇ.
Κολιτσάρα
Ἐπάνω εἰς τὸ ὄρος Σιών, τὸ ὁποῖον ἠρημώθη, ἐπέρασαν ἀλώπεκες.
Τρεμπέλα
Ἐπάνω εἰς τὸ ὄρος Σιών, ὅπου ὑπῆρχεν ὁ Ναὸς καὶ πλήθη ἱερέων καὶ πιστῶν, ἐπειδὴ τοῦτο ἐρημώθηκε πλέον, περιπλανῶνται ἐλεύθερα καὶ ἄφοβα ἀλεποῦδες.
Θρ. Ἰερ. 5,19
σὺ δέ, Κύριε, εἰς τὸν αἰῶνα κατοικήσεις, ὁ θρόνος σου εἰς γενεὰν καὶ γενεάν.
Κολιτσάρα
Σὺ ὅμως, Κύριε, μένεις εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ὁ θρόνος σου ὑπάρχει ἀπὸ γενεὰς γενεῶν.
Τρεμπέλα
Σὺ ὅμως, Κύριε, κατοικεῖς εἰς τὸν αἰῶνα· ὁ θρόνος σου διαμένει ἀσάλευτος αἰωνίως, ἀπὸ τῆς μιᾶς γενεᾶς εἰς τὴν ἄλλην γενεάν.
Θρ. Ἰερ. 5,20
ἱνατί εἰς νῖκος ἐπιλήσῃ ἡμῶν, καταλείψεις ἡμᾶς εἰς μακρότητα ἡμερῶν;
Κολιτσάρα
Διατί μᾶς ἐγκαταλείπεις εἰς τὴν κατάστασιν αὐτὴν τῆς ἥττης μας; Μᾶς ἀφῆκες ἐπὶ τόσον μακρὸν χρόνον;
Τρεμπέλα
Διατί μᾶς λησμονεῖς ἐντελῶς εἰς τὴν κατάστασιν τῆς ἥττας καὶ τῆς ἀθλιότητός μας· διατί μᾶς ἐγκαταλείπεις ἐπὶ τόσον μακρὰν χρονικὸν διάστημα;
Θρ. Ἰερ. 5,21
ἐπίστρεψον ἡμᾶς, Κύριε, πρός σε, καὶ ἐπιστραφησόμεθα· καὶ ἀνακαίνισον ἡμέρας ἡμῶν καθὼς ἔμπροσθεν.
Κολιτσάρα
Γύρισέ μας ἐν μετανοίᾳ πρὸς σέ, Κύριε, καὶ ἡμεῖς θὰ ἐπιστρέψωμεν. Ἀνανέωσε καὶ ξανακαινούργωσε τὰς ἡμέρας μας, ὅπως προηγουμένως.
Τρεμπέλα
Ἐπανάφερέ μας, Κύριε, ἐν μετανοίᾳ πρὸς Σέ (ἤ: Ἀποκατάστησέ μας, Κύριε, εἰς τὴν προηγουμένην εὔνοιάν σου καὶ δῶσε μας πάλιν εἰρήνην καὶ χαράν), καὶ ἡμεῖς θὰ ἐπιστρέψωμεν! (ἤ: Καὶ τοῦτο ἀρκεῖ διὰ νὰ ἐπιστρέψωμεν καὶ σωθῶμεν). Ξεκαινούργωσέ μας, δῶσε μας τὴν παλαιὰν εὐρωστίαν καὶ τὸν παλαιὸν δυναμισμόν, ὅπως καὶ προηγουμένως.
Θρ. Ἰερ. 5,22
ὅτι ἀπωθούμενος ἀπώσω ἡμᾶς, ὠργίσθης ἐφ’ ἡμᾶς ἕως σφόδρα.
Κολιτσάρα
Διότι μέχρι σήμερον μᾶς ἀπώθησές μὲ σφοδρότητα. Καὶ τοῦτο, διότι δικαίως ὠργίσθης πολὺ ἐναντίον μας.
Τρεμπέλα
Διότι Σὺ μᾶς ἀπώθησες ἐντελῶς καὶ μᾶς ἀπέρριψες μὲ σφοδρότητα· διότι δικαίως ἐξέσπασεν ἡ ὀργή σου ἐναντίον μας μὲ πολλὴν δύναμιν.