Δανιήλ

Κεφάλαιο Σωσάννα

Δαν. Σωσάννα,1

Καὶ ἦν ἀνὴρ οἰκῶν ἐν Βαβυλῶνι, καὶ ὄνομα αὐτῷ Ἰωακείμ.

Κολιτσάρα

Ὑπῆρχεν ἕνας ἀνήρ, κάτοικος τῆς Βαβυλῶνος, ὁ ὁποῖος ὠνομάζετο Ἰωακείμ.

Τρεμπέλα

Ὑπῆρχε κατὰ τοὺς χρόνους τῆς αἰχμαλωσίας τῶν Ἰουδαίων κάποιος ἄνδρας, ὁ ὁποῖος κατοικοῦσε εἰς τὴν Βαβυλῶνα καὶ ὠνομάζετο Ἰωακείμ.

Δαν. Σωσάννα,2

καὶ ἔλαβε γυναῖκα, ᾗ ὄνομα Σωσάννα, θυγάτηρ Χελκίου, καλὴ σφόδρα καὶ φοβουμένη τὸν Κύριον·

Κολιτσάρα

Αὐτὸς ἐπῆρεν ὡς σύζυγον του μίαν γυναῖκα, ἡ ὁποία ὠνομάζετο Σωσάννα καὶ ἦτο θυγάτηρ τοῦ Χελκίου. Αὐτὴ ἦτο ὠραιοτάτη καὶ πολὺ εὐσεβὴς ἐνώπιον τοῦ Κυρίου.

Τρεμπέλα

Αὐτὸς ἐνυμφεύθη μίαν γυναῖκα, ἡ ὁποία ὠνομάζετο Σωσάννα καὶ ἦταν κόρη τοῦ Χελκίου. Ἡ Σωσάννα ἦταν πάρα πολὺ ὡραία, ἀλλὰ καὶ πάρα πολὺ εὐσεβὴς ἐνώπιον τοῦ Κυρίου.

Δαν. Σωσάννα,3

καὶ οἱ γονεῖς αὐτῆς δίκαιοι καὶ ἐδίδαξαν τὴν θυγατέρα αὐτῶν κατὰ τὸν νόμον Μωϋσῆ.

Κολιτσάρα

Ἀλλὰ καὶ οἱ γονεῖς της ἐπίσης ἦσαν εὐσεβεῖς καὶ ἐνάρετοι. Ἐδίδαξαν δὲ καὶ ἐμόρφωσαν τὴν θυγατέρα αὐτῶν σύμφωνα μὲ τὸν νόμον τοῦ Μωϋσέως.

Τρεμπέλα

Καὶ οἱ γονεῖς της ἐπίσης ἦσαν εὐσεβεῖς, ἀγαθοὶ καὶ ἐνάρετοι, ἐδίδαξαν δὲ καὶ καθωδήγησαν τὴν θυγατέρα των σύμφωνα μὲ τὸν νόμον τοῦ Μωϋσῆ.

Δαν. Σωσάννα,4

καὶ ἦν Ἰωακεὶμ πλούσιος σφόδρα, καὶ ἦν αὐτῷ παράδεισος γειτνιῶν τῷ οἴκῳ αὐτοῦ· καὶ πρὸς αὐτὸν προσήγοντο οἱ Ἰουδαῖοι διὰ τὸ εἶναι αὐτὸν ἐνδοξότερον πάντων.

Κολιτσάρα

Ὁ Ἰωακεὶμ ἦτο πολὺ πλούσιος, εἶχε δὲ πλησίον τῆς οἰκίας του ἕνα ὡραῖον δενδροφυτευμένον κῆπον. Εἰς τὸν οἶκον τοῦ Ἰωακεὶμ προσήρχοντο τακτικὰ οἱ Ἰουδαῖοι, διότι αὐτὸς ἦτο ὁ ἐπισημότερος μεταξὺ ὅλων τῶν ἐκεῖ ἐγκατεστημένων Ἰουδαίων.

Τρεμπέλα

Ἦταν δὲ ὁ Ἰωακεὶμ πάρα πολὺ πλούσιος καὶ εἶχε κοντὰ εἰς τὸ σπίτι του εὐρύχωρον, ὡραῖον, δενδροφυτευμένον κῆπον. Καὶ οἱ Ἰουδαῖοι συνήθιζαν νὰ ἐπισκέπτωνται καὶ νὰ συχνάζουν πλησίον τοῦ Ἰωακείμ, διότι αὐτὸς ἦταν ὁ πλέον ἔνδοξος καὶ σεβαστὸς μεταξὺ ὅλων τῶν Ἰουδαίων, ποὺ ἦσαν ἐγκατεστημένοι εἰς τὴν Βαβυλῶνα.

Δαν. Σωσάννα,5

καὶ ἀπεδείχθησαν δύο πρεσβύτεροι ἐκ τοῦ λαοῦ κριταὶ ἐν τῷ ἐνιαυτῷ ἐκείνῳ, περὶ ὧν ἐλάλησεν ὁ δεσπότης, ὅτι ἐξῆλθεν ἀνομία ἐκ Βαβυλῶνος ἐκ πρεσβυτέρων κριτῶν, οἳ ἐδόκουν κυβερνᾶν τὸν λαόν.

Κολιτσάρα

Κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο ἀνεδείχθησαν ὡς δικασταὶ τοῦ λαοῦ δύο κατὰ τὴν ἡλικίαν πρεσβύτεροι Ἰουδαῖοι. Διὰ κάτι τέτοιους τύπους εἶχεν εἴπει κάπου ὁ Κύριος· ἡ παρανομία ἐβγῆκεν ἀπὸ τὴν Βαβυλῶνα, ἀπὸ γέροντας δικαστὰς οἱ ὁποῖοι ἐθεωροῦντο καὶ ἐνεφανίζοντο ὡς κυβερνῆται τοῦ λαοῦ.

Τρεμπέλα

Ἐξελέγησαν δὲ ἀπὸ τὸν λαὸν καὶ ὡρίσθησαν κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο δύο πρεσβύτεροι κατὰ τὴν ἡλικίαν, διὰ νὰ ἐνεργοῦν ὡς κριταὶ καὶ δικασταί. Διὰ τοὺς τέτοιου εἴδους ἀνόμους κριτὰς ὁ Κύριος εἶπεν: «Ἡ παρανομία ἐβγῆκε ἀπὸ τὴν Βαβυλῶνα, ἀπὸ πρεσβυτέρους κατὰ τὴν ἡλικίαν κριτάς, οἱ ὁποῖοι παρουσιάζοντο καὶ ἐκαμάρωναν ὡς κυβερνῆται καὶ καθοδηγηταὶ τοῦ λαοῦ»!

Δαν. Σωσάννα,6

οὗτοι προσεκαρτέρουν ἐν τῇ οἰκίᾳ Ἰωακείμ, καὶ ἤρχοντο πρὸς αὐτοὺς πάντες οἱ κρινόμενοι.

Κολιτσάρα

Αὐτοὶ προσήρχοντο συχνότερον καὶ ἕμενον ἐπὶ μακρότερον χρόνον εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ Ἰωακείμ. Πρὸς αὐτοὺς δὲ προσήρχοντο καὶ ὅλοι οἱ Ἰουδαῖοι, ὅσοι εἶχαν μεταξύ των διαφοράς.

Τρεμπέλα

Οἱ ἄνθρωποι αὐτοί, ὡς δικασταὶ ποὺ ἦσαν, ἐσύχναζαν καὶ παρέμεναν ἐπὶ μακρὰν χρόνον εἰς τὸ σπίτι τοῦ Ἰωακεὶμ καὶ τῆς Σωσάννας, τὸ ὁποῖον ἐχρησιμοποιεῖτο ὡς δικαστήριον τῶν Ἰουδαίων. Εἰς τοὺς πρεσβυτέρους δὲ αὐτοὺς προσήρχοντο καὶ προσέφευγαν ὅλοι οἱ Ἰουδαῖοι οἱ ὁποῖοι εἶχαν μεταξύ των διαφορὲς πρὸς ἐκδίκασιν.

Δαν. Σωσάννα,7

καὶ ἐγένετο ἡνίκα ἀπέτρεχεν ὁ λαὸς μέσον ἡμέρας, εἰσεπορεύετο Σωσάννα καὶ περιεπάτει ἐν τῷ παραδείσῳ τοῦ ἀνδρὸς αὐτῆς.

Κολιτσάρα

Κατὰ τὴν μεσημβρίαν, ὅταν οἱ ἐπισκέπται ἀπήρχοντο, ἡ Σωσάννα ἔκαμνε τὸν περίπατόν της εἰς τὸν κῆπον τοῦ ἀνδρός της.

Τρεμπέλα

Συνέβαινε δὲ τοῦτο: Ὅταν πλέον ὁ λαὸς ἀπέσυρετο καὶ ἔφευγε κατὰ τὸ μεσημέρι, ἡ Σωσάννα ἐπήγαινε καὶ ἔκαμνε τὸν περίπατόν της εἰς τὸν κῆπον τοῦ συζύγου της.

Δαν. Σωσάννα,8

καὶ ἐθεώρουν αὐτὴν οἱ δύο πρεσβύτεροι καθ’ ἡμέραν εἰσπορευομένην καὶ περιπατοῦσαν καὶ ἐγένοντο ἐν ἐπιθυμίᾳ αὐτῆς.

Κολιτσάρα

Οἱ δύο αὐτοὶ προχωρημένης ἡλικίας δικασταὶ τὴν περιειργάζοντο κάθε ἡμέραν, ὅταν αὐτὴ εἰσήρχετο εἰς τὸν κῆπον καὶ περιπατοῦσε. Ἐκυριεύθησαν δὲ ἀπὸ πονηρὰν σαρκικὴν ἐπιθυμίαν δι’ αὐτήν.

Τρεμπέλα

Οἱ δύο πρεσβύτεροι - δικασταὶ τὴν ἔβλεπαν μὲ προσοχὴν καὶ τὴν παρακολουθοῦσαν μὲ ἔνοχον περιέργειαν κάθε ἡμέραν, ὅταν αὐτὴ εἰσήρχετο καὶ ἔκαμνε τὸν περίπατόν της εἰς τὸν κήπον· ἡ συχνὴ αὐτὴ θέα ἔγινε ἀφορμὴ ὥστε νὰ κυριευθοῦν οἱ δύο πρεσβύτεροι ἀπὸ ἁμαρτωλὴν σαρκικὴν ἐπιθυμίαν πρὸς αὐτήν.

Δαν. Σωσάννα,9

καὶ διέστρεψαν τὸν ἑαυτῶν νοῦν καὶ ἐξέκλιναν τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτῶν τοῦ μὴ βλέπειν εἰς τὸν οὐρανόν, μηδὲ μνημονεύειν κριμάτων δικαίων.

Κολιτσάρα

Ὁ νοῦς των διεστράφη καὶ ἐσκοτίσθη καὶ δὲν ἠθέλησαν νὰ ἀνυψώσουν τὰ βλέμματά των πρὸς τὸν οὐρανόν, πρὸς τὸν δίκαιον καὶ παντεπόπτην Θεόν, οὔτε καὶ νὰ ἐνθυμηθοῦν τὰς δικαίας ἐντολὰς καὶ κρίσεις τοῦ Θεοῦ.

Τρεμπέλα

Ἀπὸ τὴν θέαν αὐτὴν ἡ λογικὴ σκέψις των παρεμορφώθη, ὁ νοῦς των ἐσκοτίσθη καὶ διεστράφη, καὶ δὲν κατέβαλαν καμμίαν προσπάθειαν εἰς τὸ νὰ στρέφουν τὰ βλέμματά των εἰς τὸν Οὐρανόν, εἰς τὸν δίκαιον καὶ πανάγιον Θεόν, ἀλλ’ οὔτε καὶ ἐνεθυμήθησαν τὶς δίκαιες ἐντολὲς καὶ κρίσεις τοῦ Θεοῦ.

Δαν. Σωσάννα,10

καὶ ἦσαν ἀμφότεροι κατανενυγμένοι περὶ αὐτῆς καὶ οὐκ ἀνήγγειλαν ἀλλήλοις τὴν ὀδύνην αὐτῶν,

Κολιτσάρα

Εἶχαν καὶ οἱ δύο πληγωθῆ ἀπὸ τὸ σαρκικὸν πάθος των πρὸς αὐτήν. Δὲν ἀνεκοίνωσαν δὲ ὁ ἕνας πρὸς τὸν ἄλλον τὸν ἐσωτερικόν των πόνον ἀπὸ τὴν σφοδρότητα τοῦ σαρκικοῦ πάθους,

Τρεμπέλα

Εἶχαν δὲ καὶ οἱ δύο κυριευθῆ καὶ πληγωθῆ ἀπὸ τὴν σαρκικὴν ἐπιθυμίαν των πρὸς αὐτήν· ὅμως δὲν ἐγνωστοποίησεν ὁ ἕνας εἰς τὸν ἄλλον τὸν πόνον ποὺ ἐδοκίμαζαν εἰς τὸ βάθος τῆς ψυχῆς των ἀπὸ τὴν σφοδρότητα τοῦ σαρκικοῦ πάθους,

Δαν. Σωσάννα,11

ὅτι ᾐσχύνοντο ἀναγγεῖλαι τὴν ἐπιθυμίαν αὐτῶν ὅτι ἤθελον συγγενέσθαι αὐτῇ.

Κολιτσάρα

διότι ἐντρέποντο νὰ καταστήσῃ ὁ ἐνας πρὸς τὸν ἄλλον γνωστὴν τὴν ἐπιθυμίαν των, ὅτι δηλαδὴ εἶχαν πόθον νὰ ἔλθουν εἰς σαρκικὴν ἔνωσιν μὲ ἐκείνην.

Τρεμπέλα

διότι ἐντρέποντο νὰ ἀναγγείλῃ ὁ ἕνας εἰς τὸν ἄλλον τὴν λάγνον ἐπιθυμίαν ποὺ εἶχαν, νὰ ἔλθουν εἰς σαρκικὴν σχέσιν μὲ αὐτήν.

Δαν. Σωσάννα,12

καὶ παρετηροῦσαν φιλοτίμως καθ’ ἡμέραν ὁρᾶν αὐτήν.

Κολιτσάρα

Μὲ ἐπιμονὴν δὲ ἐξεμεταλλεύοντο κάθε εὐκαιρίαν, διὰ νὰ τὴν παρακολουθοῦν καὶ νὰ τὴν βλέπουν κάθε ἡμέραν.

Τρεμπέλα

Συνέχιζαν δὲ μὲ ἐπιμονήν, ἀνυπομονησίαν καὶ ἁμαρτωλὸν πόθον νὰ τὴν παρακολουθοῦν καὶ νὰ τὴν προσέχουν κάθε ἡμέραν.

Δαν. Σωσάννα,13

καὶ εἶπαν ἕτερος τῷ ἑτέρῳ· πορευθῶμεν δὴ εἰς οἶκον, ὅτι ἀρίστου ὥρα ἐστί. καὶ ἐξελθόντες διεχωρίσθησαν ἀπ’ ἀλλήλων,

Κολιτσάρα

Κάποιαν μεσημβρίαν, ὅταν ὅλοι εἶχαν ἀποχωρήσει, εἶπεν ὁ ἐνας εἰς τὸν ἄλλον· «ἂς πάμε πλέον εἰς τὸ σπίτι μας, διότι τώρα εἶναι ὥρα τοῦ γεύματος». Ἐβγῆκαν ἀπὸ τὸν κῆπον καὶ ἐχωρίσθησαν ὁ ἕνας ἀπὸ τὸν ἄλλον.

Τρεμπέλα

Ἕνα μεσημέρι, ὅταν ὡς συνήθως εἶχεν ἀποχωρήσει ὁ λαός, οἱ δύο πρεσβύτεροι - δικασταὶ (προσπαθοῦντες νὰ ἐξαπατήσουν ἀλλήλους) εἶπαν ὁ ἕνας εἰς τὸν ἄλλον: «Ἂς πάμε λοιπὸν εἰς τὸ σπίτι μας, διότι εἶναι ἡ ὥρα τοῦ γεύματος». Καὶ ἀφοῦ ἐβγῆκαν ἀπὸ τὸ σπίτι, ἐχωρίσθησαν ὁ ἕνας ἀπὸ τὸν ἄλλον.

Δαν. Σωσάννα,14

καὶ ἀνακάμψαντες ἦλθον ἐπὶ τὸ αὐτὸ καὶ ἀνετάζοντες ἀλλήλους τὴν αἰτίαν, ὡμολόγησαν τὴν ἐπιθυμίαν αὐτῶν· καὶ τότε κοινῇ συνετάξαντο καιρὸν ὅτε αὐτὴν δυνήσονται εὑρεῖν μόνην.

Κολιτσάρα

Ὅμως ὁ καθένας ἰδιαιτέρως ἐπέστρεψεν εἰς τὸν κῆπον τοῦ Ἰωακείμ, συνηντήθησαν, χωρὶς νὰ τὸ θέλουν, καὶ ἠρώτησαν ὁ ἔνας τὸν ἄλλον τὴν αἰτίαν, διὰ τὴν ὁποίαν ἐπέστρεψαν. Ὁμολόγησαν καὶ οἱ δύο τὴν ἐπιθυμίαν των. Τότε συνεφώνησαν μεταξύ των καὶ ὥρισαν καιρόν, κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ ἠμποροῦσαν νὰ εὔρουν αὐτὴν μόνην.

Τρεμπέλα

Ἐχωρίσθησαν ὅμως προσωρινῶς· διότι, ἀφοῦ ἐπέστρεψαν πάλιν ὁ καθένας χωριστά, σννηντήθησαν, χωρὶς νὰ τὸ περιμένουν, εἰς τὸ ἴδιον μέρος, εἰς τὸν κῆπον, καὶ οἱ δύο! Μὴ δυνάμενοι δὲ πλέον νὰ κρύπτωνται μεταξύ των, ἠρώτησαν ὁ ἕνας τὸν ἄλλον τὸν λόγον διὰ τὸν ὁποῖον ἐπέστρεψαν ὡμολόγησαν δὲ καὶ οἱ δύο τὴν ἀσελγῆ ἐπιθυμίαν των. Τότε συνεφώνησαν μεταξύ των καὶ ὥρισαν χρόνον, κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ ἠμποροῦσαν νὰ εὔρουν μόνην της τὴν Σωσάνναν.

Δαν. Σωσάννα,15

καὶ ἐγένετο ἐν τῷ παρατηρεῖν αὐτοὺς ἡμέραν εὔθετον εἰσῆλθέ ποτε καθὼς ἐχθὲς καὶ τρίτης ἡμέρας μετὰ δύο μόνων κορασίων καὶ ἐπεθύμησε λούσασθαι ἐν τῷ παραδείσῳ, ὅτι καῦμα ἦν.

Κολιτσάρα

Συνέβη δέ, ἐνῷ αὐτοὶ ἐπερίμεναν νὰ εὔρουν τὴν κατάλληλον ἡμέραν, ἡ Σωσάννα, ὅπως ἐσυνήθιζε καὶ κατὰ τὰς ἄλλας ἡμέρας, εἰσῆλθεν εἰς τὸν κῆπον, συνοδευομένη ἀπὸ δύο μόνον μικρὰς ὑπηρετρίας χωρὶς κανένα ἄλλον, διὰ νὰ λουσθῇ εἰς τὸν κῆπον, διότι ἔκαμνε ζέστη.

Τρεμπέλα

Σννέβη λοιπὸν τοῦτο: Ἐνῷ οἱ δύο πρεσβύτεροι ἐπερίμεναν τὴν κατάλληλον ἡμέραν διὰ νὰ τὴν εὔρουν μόνην της καὶ πραγματοποιήσουν τὸν σκοπόν των, ἡ Σωσάννα εἰσῆλθεν εἰς τὸν κῆπον, ὅπως συνήθιζε καὶ ἄλλοτε, χθὲς καὶ τὴν προχθεσινὴν ἡμέραν, μὲ δύο μόνον νεαρὲς ὑπηρέτριές της, διὰ νὰ λουσθῇ εἰς τὸν κῆπον, διότι ἔκαμνε ζέστην.

Δαν. Σωσάννα,16

καὶ οὐκ ἦν οὐδεὶς ἐκεῖ πλὴν οἱ δύο πρεσβύτεροι κεκρυμμένοι καὶ παρατηροῦντες αὐτήν.

Κολιτσάρα

Ἐκεῖ δὲν ὑπῆρχε κανένας ἄλλος πλὴν τῶν δύο πρεσβυτέρων, οἱ ὁποῖοι ἦσαν κρυμμένοι καὶ παρατηροῦσαν ἐμπαθῶς τὴν Σωσάνναν.

Τρεμπέλα

Ἐκεῖ δὲ εἰς τὸν κῆπον δὲν ὑπῆρχε κανεὶς ἄλλος, ἐκτὸς ἀπὸ τοὺς δύο πρεσβυτέρους, οἱ ὁποῖοι ἦσαν κρυμμένοι καὶ τὴν παρακολουθοῦσαν κυριευμένοι ἀπὸ τὴν ἁμαρτωλὴν ἐπιθυμίαν.

Δαν. Σωσάννα,17

καὶ εἶπε τοῖς κορασίοις· ἐνέγκατε δή μοι ἔλαιον καὶ σμήγματα καὶ τὰς θύρας τοῦ παραδείσου κλείσατε, ὅπως λούσωμαι.

Κολιτσάρα

Ἡ Σωσάννα εἶπεν εἰς τὰς δύο ὑπηρετρίας της· «φέρετέ μου ἀρωματικὸν ἔλαιον καὶ τὰ ἄλλα εἴδη καθαριότητος, καὶ κλείσατε τὰς θύρας τοῦ κήπου, διὰ νὰ λουσθῶ».

Τρεμπέλα

Ἡ Σωσάννα εἶπεν εἰς τὶς δύο νεαρὲς ὑπηρέτριές της: «Φέρετέ μου ἀρωματικὸν λάδι, βάλσαμον καὶ ἄλλα εἴδη καθαριότητος καὶ κλεῖστε τὶς θύρες τὸν κήπου, διὰ νὰ λουσθῶ».

Δαν. Σωσάννα,18

καὶ ἐποίησαν καθὼς εἶπε καὶ ἀπέκλεισαν τὰς θύρας τοῦ παραδείσου καὶ ἐξῆλθαν κατὰ τὰς πλαγίας θύρας ἐνέγκαι τὰ προστεταγμένα αὐταῖς καὶ οὐκ εἴδοσαν τοὺς πρεσβυτέρους, ὅτι ἦσαν κεκρυμμένοι.

Κολιτσάρα

Αἱ κορασίδες ἐκεῖναι ἔκαμαν ὅπως εἶπεν εἰς αὐτὰς ἡ Σωσάννα. Ἔπειτα ἐβγῆκαν ἀπὸ τὰς πλαγίας θύρας τοῦ κήπου, διὰ νὰ φέρουν ἐκεῖνα που ἡ κυρία των τὰς εἶχε διατάξει. Δὲν εἶδαν δὲ τοὺς πρεσβυτέρους, διότι ἐκεῖνοι ἦσαν κρυμμένοι.

Τρεμπέλα

Οἱ δύο ὑπηρέτριες ἔκαμαν ὅπως τοὺς εἶπεν ἡ Σωσάννα καὶ ἔκλεισαν τὶς θύρες τοῦ κῆπου. Κατόπιν ἐβγῆκαν ἀπὸ τὶς πλάγιες θύρες τοῦ κῆπου, διὰ νὰ φέρουν ἀπὸ τὸ σπίτι ὅσα τοὺς εἶχε προστάξει. Δὲν εἶδαν δὲ οἱ δύο ὑπηρέτριες τοὺς πρεσβυτέρους, διότι αὐτοὶ ἦσαν κρυμμένοι.

Δαν. Σωσάννα,19

καὶ ἐγένετο ὡς ἐξήλθοσαν τὰ κοράσια, καὶ ἀνέστησαν οἱ δύο πρεσβῦται καὶ ἐπέδραμον αὐτῇ

Κολιτσάρα

Ὅταν, λοιπόν, ἐξῆλθαν τὰ δύο κοράσια, ἐσηκώθησαν οἱ δύο αὐτοὶ πρεσβύτεροι καὶ ἔτρεξαν πρὸς τὴν Σωσάνναν

Τρεμπέλα

Τότε ὅμως σννέβη τοῦτο: Μόλις ἐβγῆκαν ἀπὸ τὸν κῆπον οἱ δύο νεαρὲς κόρες, οἱ δύο πρεσβύτεροι ἐπήδησαν ἀπὸ τὸν κρυψῶνα των, ὥρμησαν πρὸς τὴν Σωσάνναν

Δαν. Σωσάννα,20

καὶ εἶπον· ἰδοὺ αἱ θύραι τοῦ παραδείσου κέκλεινται, καὶ οὐδεὶς θεωρεῖ ἡμᾶς, καὶ ἐν ἐπιθυμίᾳ σού ἐσμεν· διὸ συγκατάθου ἡμῖν καὶ γενοῦ μεθ’ ἡμῶν·

Κολιτσάρα

καὶ εἶπαν· «ἰδοὺ αἱ θύραι τοῦ κήπου εἶναι κλεισταὶ καὶ κανεὶς δὲν μᾶς βλέπει. Ἐπιθυμοῦμεν νὰ ἐνωθοῦμε σαρκικῶς μαζῆ σου. Λοιπόν, χωρὶς καμμίαν ἀντίστασιν, ἐνώσου μαζῆ μας.

Τρεμπέλα

καὶ εἶπαν: «Ἰδού· οἱ θύρες τὸν κήπου εἶναι κλειστὲς καὶ κανεὶς δὲν μᾶς βλέπει. Ποθοῦμεν νὰ σννευρεθῶμεν μαζί σου. Δῶσε λοιπὸν τὴν συγκατάθεσίν σου χωρὶς κανένα δισταγμὸν καὶ ἑνώσου μαζί μας.

Δαν. Σωσάννα,21

εἰ δὲ μή, καταμαρτυρήσομέν σου ὅτι ἦν μετὰ σοῦ νεανίσκος καὶ διὰ τοῦτο ἐξαπέστειλας τὰ κοράσια ἀπὸ σοῦ.

Κολιτσάρα

Εὰν τυχὸν καὶ δὲν ὑποχωρήσῃς εἰς τὴν πρότασίν μας, θὰ καταθέσωμεν μαρτυρίαν ἐναντίον σου, ὅτι κάποιος νέος ἦτο μαζῆ σου καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἀπεμάκρυνες ἀπὸ κοντά σου τὰ δύο κοράσια».

Τρεμπέλα

Διαφορετικά, ἐὰν δὲν ὑποχωρήσῃς εἰς αὐτὸ ποὺ σοῦ προτείνομεν, θὰ μαρτυρήσωμεν ἐναντίον σου ὅτι ἦταν μαζί σου κάποιος νεαρὸς καὶ δι’ αὐτὸ ἀπεμάκρυνες τὶς νεαρὲς ὑπηρέτριες ἀπὸ κοντά σου»!

Δαν. Σωσάννα,22

καὶ ἀνεστέναξε Σωσάννα καὶ εἶπε· στενά μοι πάντοθεν· ἐάν τε γὰρ τοῦτο πράξω, θάνατός μοί ἐστιν, ἐάν τε μὴ πράξω, οὐκ ἐκφεύξομαι τὰς χεῖρας ὑμῶν.

Κολιτσάρα

Ἡ Σωσσάνα ἀνεστέναξε καὶ εἶπε· «ἀπὸ παντοῦ ὑπάρχει στενοχωρία. Εὑρίσκομαι εἰς ἀδιέξοδον, διότι ἐὰν ὑποχωρήσω καὶ πράξω αὐτό, ποὺ μοῦ προτείνετε, μὲ περιμένει ὁ θάνατος ποὺ προκαλεῖ ἡ ἁμαρτία. Ἐὰν ἀρνηθῶ νὰ πράξω τὸ πονηρόν, δὲν θὰ γλυτώσω ἀπὸ τὰ χέρια σας.

Τρεμπέλα

Ἡ Σωσάννα ἐμπρὸς εἰς τὴν ἀπειλὴν αὐτὴν ἀνεστέναξε βαθιὰ καὶ εἶπεν: «Εἶμαι στριμωγμένη, παγιδευμένη ἀπὸ παντοῦ· δὲν ὑπάρχει διέξοδος! Διότι ἐὰν συγκατατεθῶ καὶ πράξω αὐτὸ ποὺ μοῦ ζητεῖτε, μὲ περιμένει θάνατος· ἐὰν ἀρνηθῶ καὶ δὲν τὸ πράξω, δὲν θὰ γλυτώσω ἀπὸ τὰ χέρια σας.

Δαν. Σωσάννα,23

αἱρετώτερόν μοί ἐστι μὴ πράξασαν ἐμπεσεῖν εἰς χεῖρας ὑμῶν ἢ ἁμαρτεῖν ἐνώπιον Κυρίου.

Κολιτσάρα

Ὅμως εἶναι προτιμότερον δι’ ἐμὲ νὰ μὴ ἁμαρτήσω καὶ νὰ πέσω εἰς τὰ χέρια σας, παρὰ νὰ ἁμαρτήσω ἐνώπιον τοῦ Κυρίου».

Τρεμπέλα

Εἶναι προτιμότερον ὅμως εἰς ἐμὲ νὰ μὴ τὸ πράξω καὶ νὰ πέσω ἀθώα καὶ καθαρὴ εἰς τὰ χέρια σας, παρὰ νὰ ἁμαρτήσω ἐνώπιον τοῦ Κυρίου»!

Δαν. Σωσάννα,24

καὶ ἀνεβόησε φωνῇ μεγάλῃ Σωσάννα, ἐβόησαν δὲ καὶ οἱ δύο πρεσβῦται κατέναντι αὐτῆς.

Κολιτσάρα

Ἀμέσως ἡ Σωσάννα ἐφώναξε μὲ μεγάλην κραυγήν. Ἐφώναξαν ταυτοχρόνως καὶ οἱ δύο πρεσβύτεροι, ποὺ εὑρίσκοντο πλησίον της.

Τρεμπέλα

Καὶ ἀμέσως ἡ ἁγνὴ Σωσάννα ἐφώναξε μὲ πολὺ δυνατὴν φωνὴν ταυτοχρόνως ὅμως ἐφώναξαν καὶ οἱ δύο πρεσβύτεροι, ποὺ εὑρίσκοντο πλησίον της, διὰ νὰ καλύψουν τὴν ἐνοχήν των.

Δαν. Σωσάννα,25

καὶ δραμὼν ὁ εἷς ἤνοιξε τὰς θύρας τοῦ παραδείσου.

Κολιτσάρα

Ὁ ἕνας ἀπὸ αὐτοὺς ἔτρεξε καὶ ἤνοιξε τὰς θύρας, τοῦ κήπου.

Τρεμπέλα

Ὁ ἕνας δὲ ἀπὸ τοὺς δύο ἔτρεξε καὶ ἄνοιξε τὶς θύρες τοῦ κήπου.

Δαν. Σωσάννα,26

ὡς δὲ ἤκουσαν τὴν κραυγὴν ἐν τῷ παραδείσῳ οἱ ἐκ τῆς οἰκίας, εἰσεπήδησαν διὰ τῆς πλαγίας θύρας ἰδεῖν τὸ συμβεβηκὸς αὐτῇ.

Κολιτσάρα

Ὅταν δὲ οἱ ὑπηρέται τῆς οἰκίας τοῦ Ἰωακεὶμ ἤκουσαν τὰς εἰς τὸν κῆπον κραυγάς, εἰσώρμησαν ἀπὸ τὴν πλαγίαν θύραν τοῦ κήπου, διὰ νὰ ἴδουν τί εἶχε συμβῆ εἰς τὴν Σωσάνναν.

Τρεμπέλα

Μόλις οἱ ὑπηρέται τοῦ σπιτιοῦ τοῦ Ἰωακεὶμ ἄκουσαν τὶς δυνατὲς φωνὲς εἰς τὸν κῆπον, ὥρμησαν μέσα εἰς αὐτὸν ἀπὸ τὴν πλαγίαν εἴσοδόν του, διὰ νὰ ἴδουν τὶ συμβαίνει εἰς τὴν κυρίαν των, τὴν Σωσάνναν.

Δαν. Σωσάννα,27

ἡνίκα δὲ εἶπαν οἱ πρεσβῦται τοὺς λόγους αὐτῶν, κατῃσχύνθησαν οἱ δοῦλοι σφόδρα, ὅτι πώποτε οὐκ ἐρρήθη λόγος τοιοῦτος περὶ Σωσάννης.

Κολιτσάρα

Ὅταν οἱ δύο ἐκεῖνοι πρεσβύτεροι εἶπαν τὰς ψευδολογίας των ἐναντίον τῆς Σωσάννης, κατεντροπιάσθησαν οἱ ὑπηρέται, διότι ποτὲ ἄλλοτε δὲν εἶχε λεχθῇ τέτοιος πονηρὸς λόγος διὰ τὴν Σωσάνναν.

Τρεμπέλα

Ὅταν δὲ οἱ δύο πρεσβύτεροι εἶπαν τὶς ψευδεῖς κατηγορίες των κατὰ τῆς Σωσάννας, οἱ ὑπηρέται ἐδοκίμασαν πολὺ μεγάλην ἐντροπήν, διότι οὐδέποτε ἄλλοτε εἶχε λεχθῇ τέτοιος βαρὺς καὶ πονηρὸς λόγος διὰ τὴν Σωσάνναν.

Δαν. Σωσάννα,28

Καὶ ἐγένετο τῇ ἐπαύριον ὡς συνῆλθεν ὁ λαὸς πρὸς τὸν ἄνδρα αὐτῆς Ἰωακείμ, ἦλθον οἱ δύο πρεσβῦται πλήρεις τῆς ἀνόμου ἐννοίας κατὰ Σωσάννης τοῦ θανατῶσαι αὐτὴν καὶ εἶπαν ἔμπροσθεν τοῦ λαοῦ·

Κολιτσάρα

Κατὰ τὴν ἑπομένην ἡμέραν ὁ λαὸς τῶν Ἰουδαίων συνεκεντρώθη εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ ἀνδρὸς τῆς Σωσάννης, τοῦ Ἰωακείμ. Ἐκεῖ προσῆλθον καὶ οἱ δύο πρεσβύτεροι ἔχοντες στερεὰν τὴν ἀπόφασιν τῆς παρανομίας εἰς τὸν ἐσκοτισμένον νοῦν των ἐναντίον τῆς Σωσάννης, διὰ νὰ τὴν καταδικάσουν εἰς θάνατον. Αὐτοὶ λοιπὸν εἶπαν ἐνώπιον ὅλου τοῦ λαοῦ·

Τρεμπέλα

Τὴν ἑπομένην ἡμέραν συνέβη τοῦτο: Ὅταν συνεκεντρώθη ὁ λαὸς εἰς τὸ σπίτι τοῦ συζύγου τῆς Σωσάννας, τοῦ Ἰωακείμ, προσῆλθαν οἱ δύο πρεσβύτεροι μὲ σταθερὰν εἰς τὸν νοῦν των τὴν συκοφαντικὴν καὶ ἄνομον ἀπόφασιν κατὰ τῆς Σωσάννας, διὰ νὰ τὴν καταδικάσουν εἰς θάνατον. Καὶ οἱ ἀναίσχυντοι πρεσβύτεροι ἀπηυθύνθησαν πρὸς τὸ συγκεντρωμένον πλῆθος καὶ εἶπαν:

Δαν. Σωσάννα,29

ἀποστείλατε ἐπὶ Σωσάνναν θυγατέρα Χελκίου, ἥ ἐστι γυνὴ Ἰωακείμ· οἱ δὲ ἀπέστειλαν.

Κολιτσάρα

«Στείλατε ἄνθρωπον καὶ φέρετε ἐδῶ τὴν Σωσάνναν, τὴν θυγατέρα τοῦ Χελκίου, ἡ ὁποία εἶναι σύζυγος τοῦ Ἰωακείμ». Ἐκεῖνοι ἀπέστειλαν πρὸς τοῦτο ἀνθρώπους.

Τρεμπέλα

«Στείλετε κάποιον καὶ φέρετε ἐδῶ τὴν Σωσάνναν, τὴν θυγατέρα τοῦ Χελκίου, ἡ ὁποία εἶναι σύζυγος τὸν Ἰωακείμ». Ἡ δὲ συνάθροισις τοῦ λαοῦ ἀπέστειλε διὰ τὸν σκοπὸν τοῦτον ἀνθρώπους.

Δαν. Σωσάννα,30

καὶ ἦλθεν αὐτὴ καὶ οἱ γονεῖς αὐτῆς καὶ τὰ τέκνα αὐτῆς καὶ πάντες οἱ συγγενεῖς αὐτῆς·

Κολιτσάρα

Ἡ Σωσάννα ἦλθε. Μαζῆ δὲ μὲ αὐτὴν ἦλθαν οἱ γονεῖς της, τὰ τέκνα της καὶ ὅλοι οἱ συγγενεῖς της.

Τρεμπέλα

Ἦλθεν ἡ Σωσάννα, μαζὶ δὲ μὲ αὐτὴν καὶ οἱ γονεῖς της καὶ τὰ τέκνα της καὶ ὅλοι οἱ συγγενεῖς της.

Δαν. Σωσάννα,31

ἡ δὲ Σωσάννα ἦν τρυφερὰ σφόδρα καὶ καλὴ τῷ εἴδει.

Κολιτσάρα

Ἡ Σωσάννα ἦτο τρυφερώτατον καὶ ὠραιότατον πλάσμα.

Τρεμπέλα

Ἦταν δὲ ἡ Σωσάννα πάρα πολὺ χαριτωμένη, τρυφερή, μὲ λεπτὰ χαρακτηριστικὰ καὶ ὡραιότατη εἰς τὴν ὄψιν.

Δαν. Σωσάννα,32

οἱ δὲ παράνομοι ἐκέλευσαν ἀποκαλυφθῆναι αὐτήν, ἦν γὰρ κατακεκαλυμμένη, ὅπως ἐμπλησθῶσι τοῦ κάλλους αὐτῆς·

Κολιτσάρα

Ἐπειδὴ δὲ ἡ Σωσσάνα ἦτο σκεπασμένη, οἱ παράνομοι ἐκεῖνοι πρεσβύτεροι δικασταί της διέταξαν νὰ ἀφαιρέσουν τὴν καλύπτραν της, διὰ νὰ ἴδουν πάλιν ἐμπαθῶς καὶ χορτάσουν βλέποντες τὸ κάλλος της.

Τρεμπέλα

Ἐπειδὴ δὲ ἦταν σκεπασμένη μὲ πέπλον, οἱ ἀχρεῖοι καὶ παράνομοι κριταὶ της διέταξαν νὰ ἀφαιρέσουν τὴν καλύπτραν τῆς κεφαλῆς της διὰ νὰ χορτάσουν βλέποντες ἐμπαθῶς τὸ ἐξαίρετον κάλλος της!

Δαν. Σωσάννα,33

ἔκλαιον δὲ οἱ παρ’ αὐτῆς καὶ πάντες οἱ ἰδόντες αὐτήν.

Κολιτσάρα

Οἱ συγγενεῖς της καὶ ὅλοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι τὴν εἶχαν γνωρίσει, ἔκλαιαν.

Τρεμπέλα

Ἔκλαιαν δὲ ὅλοι οἱ συγγενεῖς της καὶ ὅλοι ὅσοι τὴν ἐγνώριζαν (κατ’ ἄλλην ἑρμηνείαν: Ὅσοι τὴν εἶδαν).

Δαν. Σωσάννα,34

ἀναστάντες δὲ οἱ δύο πρεσβῦται ἐν μέσῳ τῷ λαῷ ἔθηκαν τὰς χεῖρας ἐπὶ τὴν κεφαλὴν αὐτῆς·

Κολιτσάρα

Ἐσηκώθησαν τότε οἱ δύο πρεσβύτεροι ἐν μέσῳ τοῦ συγκεντρωθέντος πλήθους καὶ ἔθεσαν τὰ χέρια των ἐπάνω εἰς τὴν κεφαλὴν τῆς Σωσάννης.

Τρεμπέλα

Τότε οἱ δύο πρεσβύτεροι, ἀφοῦ ἐσηκώθησαν μεταξὺ τοῦ λαοῦ ποὺ εἶχε συγκεντρωθῆ, ἔθεσαν τὰ χέρια των ἐπάνω εἰς τὴν κεφαλήν της, ὁρκιζόμενοι μὲ αὐτὸν τὸν τρόπον καὶ βεβαιώνοντες διὰ τὴν ἐνοχήν της.

Δαν. Σωσάννα,35

ἡ δὲ κλαίουσα ἀνέβλεψεν εἰς τὸν οὐρανόν, ὅτι ἦν ἡ καρδία αὐτῆς πεποιθυῖα ἐπὶ τῷ Κυρίῳ.

Κολιτσάρα

Ἐκείνη κλαίουσα ὕψωσε τὰ βλέμματά της εἰς τὸν οὐρανόν, διότι ἡ καρδία της εἶχεν ἀπόλυτον πεποίθησιν εἰς τὸν Κύριον.

Τρεμπέλα

Ἡ δὲ Σωσάννα κλαίουσα ὕψωσε τὸ βλέμμα της εἰς τὸν οὐρανόν, διότι ἡ ἁγνὴ καρδία της εἶχεν ἀπόλυτον πεποίθησιν εἰς τὸν παντογνώστην καὶ καρδιογνώστην Κύριον.

Δαν. Σωσάννα,36

εἶπον δὲ οἱ πρεσβῦται· περιπατούντων ἡμῶν ἐν τῷ παραδείσῳ μόνων, εἰσῆλθεν αὕτη μετὰ δύο παιδισκῶν καὶ ἀπέκλεισε τὰς θύρας τοῦ παραδείσου καὶ ἀπέλυσε τὰς παιδίσκας·

Κολιτσάρα

Οἱ δύο πρεσβύτεροι εἶπαν· «τὴν ὥραν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡμεῖς περιπατούσαμεν μόνοι εἰς τὸν κῆπον, εἰσῆλθεν αὐτὴ μαζῆ με δύο ὑπηρετρίας καὶ ἔκλεισε τὰς θύρας τοῦ κήπου, ἔδιωξε δὲ τὰς ὑπηρετρίας της.

Τρεμπέλα

Καὶ οἱ δύο πρεσβύτεροι κριταὶ εἶπαν: «Ἐνῷ ἐπεριπατούσαμε μόνοι μας εἰς τὸν κῆπον, ἡ γυναῖκα αὐτὴ εἰσῆλθεν εἰς τὸν κῆπον μὲ δύο ὑπηρέτριες, ἔκλεισε τὶς πόρτες τοῦ κῆπου καὶ ἀπέλυσε τὶς ὑπηρέτριες.

Δαν. Σωσάννα,37

καὶ ἦλθε πρὸς αὐτὴν νεανίσκος, ὃς ἦν κεκρυμμένος, καὶ ἀνέπεσε μετ’ αὐτῆς.

Κολιτσάρα

Τότε ἦλθε πρὸς αὐτὴν ἔνας νεαρὸς ἀνήρ, ὁ ὁποῖος ἦτο κάπου ἐκεῖ κρυμμένος, καὶ ἔπεσε μαζῆ μὲ αὐτὴν διὰ τὴν ἁμαρτίαν.

Τρεμπέλα

Τότε ἦλθε πρὸς αὐτὴν ἕνας νεαρός, ὁ ὁποῖος ἦταν κρυμμένος, καὶ ἔπεσε μαζί της διὰ τὴν ἁμαρτίαν.

Δαν. Σωσάννα,38

ἡμεῖς δὲ ὄντες ἐν τῇ γωνίᾳ τοῦ παραδείσου, ἰδόντες τὴν ἀνομίαν ἐδράμομεν ἐπ’ αὐτούς· καὶ ἰδόντες συγγινομένους αὐτούς,

Κολιτσάρα

Ἡμεῖς εὑρισκόμενοι εἰς κάποιαν γωνίαν τοῦ κήπου, εἴδαμεν μὲ τὰ μάτια μας τὴν παρανομίαν αὐτὴν καὶ ἐτρέξαμεν πρὸς αὐτούς. Τοὺς εἴδαμεν νὰ ἁμαρτάνουν.

Τρεμπέλα

Ἡμεῖς δέ, εὑρισκόμενοι εἰς κάποιαν γωνίαν τοῦ κήπου, ὅταν εἴδαμε τὴν παρανομίαν αὐτήν, ἐτρέξαμε πρὸς τὸ μέρος των. Καὶ ἐνῷ τοὺς εἴδαμε νὰ ἁμαρτάνουν,

Δαν. Σωσάννα,39

ἐκείνου μὲν οὐκ ἠδυνήθημεν ἐγκρατεῖς γενέσθαι διὰ τὸ ἰσχύειν αὐτὸν ὑπὲρ ἡμᾶς καὶ ἀνοίξαντα τὰς θύρας ἐκπεπηδηκέναι,

Κολιτσάρα

Ἐκεῖνον, βεβαίως, τὸν νεαρὸν ἄνδρα δὲν ἠμπορέσαμεν νὰ τὸν συλλάβωμεν, διότι ἦτο ἰσχυρότερος ἀπὸ ἡμᾶς. Ἤνοιξε τὴν θύραν καὶ ἐπήδησε ἔξω ἀπὸ τὸν κῆπον.

Τρεμπέλα

δὲν ἠμπορέσαμεν νὰ συλλάβωμεν καὶ κρατήσωμεν τὸν νεαρὸν ἐκεῖνον ἄνδρα, διότι αὐτὸς ἦταν πιὸ δυνατὸς ἀπὸ ἡμᾶς καὶ ἄνοιξε τὴν θύραν τοῦ κήπου, ἐπήδησεν ἔξω καὶ ἐτράπη εἰς φυγήν.

Δαν. Σωσάννα,40

ταύτης δὲ ἐπιλαβόμενοι ἐπηρωτῶμεν· τίς ἦν ὁ νεανίσκος,

Κολιτσάρα

Συνελάβομεν ὅμως αὐτὴν καὶ τὴν ἐρωτούσαμεν: Ποιὸς ἦτο ὁ νεαρὸς ἐκεῖνος ἀνήρ;

Τρεμπέλα

Συνελάβαμε ὅμως αὐτὴν καὶ ἀρχίσαμε νὰ τὴν ἐρωτῶμεν νὰ μᾶς εἰπῇ ποῖος ἦταν ὁ νεαρὸς ἐκεῖνος.

Δαν. Σωσάννα,41

καὶ οὐκ ἠθέλησεν ἀγγεῖλαι ἡμῖν. ταῦτα μαρτυροῦμεν. καὶ ἐπίστευσεν αὐτοῖς ἡ συναγωγὴ ὡς πρεσβυτέροις τοῦ λαοῦ καὶ κριταῖς καὶ κατέκριναν αὐτὴν ἀποθανεῖν.

Κολιτσάρα

Αὐτὴ δὲν ἠθέλησε νὰ μᾶς τὸν φανερώσῃ. Αὐτὰς τὰς μαρτυρίας καταθέτομεν». Ὅλος ὁ συγκεντρωμένος ἐκεῖ λαὸς ἐπίστευσεν εἰς τὴν καταμαρτυρίαν ἐκείνων, διότι ἦσαν μεγαλύτεροι κατὰ τὴν ἡλικίαν καὶ δικασταὶ ὡς πρὸς τὸ ἀξίωμα. Ὅλοι κατεδίκασαν τὴν Σωσάνναν εἰς θάνατον.

Τρεμπέλα

Ἀλλ’ αὐτὴ ἠρνήθη νὰ μᾶς ἀπαντήσῃ καὶ νὰ μᾶς τὸν φανερώσῃ. Αὐτὰ τὰ γεγονότα καταθέτομεν ὡς μαρτυρίες». Ἐφ’ ὅσον δὲ αὐτοὶ ἦσαν πρεσβύτεροι (ὡς πρὸς τὴν ἡλικίαν) καὶ κριταὶ (δικασταὶ κατὰ τὸ ἀξίωμα), ἡ συνάθροισις τοῦ λαοῦ ἐπίστευσεν εἰς τὴν μαρτυρίαν των. Ἔτσι ὅλοι ὅσοι ἦσαν συγκεντρωμένοι κατεδίκασαν τὴν Σωσάνναν εἰς θάνατον.

Δαν. Σωσάννα,42

ἀνεβόησε δὲ φωνῇ μεγάλῃ Σωσάννα καὶ εἶπεν· ὁ Θεὸς ὁ αἰώνιος ὁ τῶν κρυπτῶν γνώστης, ὁ εἰδὼς τὰ πάντα πρὶν γενέσεως αὐτῶν,

Κολιτσάρα

Ἡ Σωσάννα ἔκραξε τότε μὲ μεγάλην φωνὴν πρὸς τὸν Θεὸν καὶ εἶπε· «Σὺ ὁ αἰώνιος Θεός, ὁ ὁποῖος γνωρίζεις τὰ κρυπτὰ τῶν ἀνθρώπων, γνωρίζεις τὰ πάντα καὶ πρὶν ἀκόμη γίνουν,

Τρεμπέλα

Τότε ἡ ἀθώα Σωσάννα ἐφώναξε μὲ πολὺ δυνατὴν φωνὴν καὶ εἶπεν: «Αἰώνιε Θεέ, Σὺ ὁ ὁποῖος γνωρίζεις τὰ μυστικά, τὰ κρυμμένα καὶ ἀπόρρητα τῶν ἀνθρώπων Σὺ ὁ ὁποῖος γνωρίζεις τὰ πάντα πρὶν ἀκόμη γίνουν·

Δαν. Σωσάννα,43

σὺ ἐπίστασαι ὅτι ψευδῆ μου κατεμαρτύρησαν· καὶ ἰδοὺ ἀποθνήσκω μὴ ποιήσασα μηδὲν ὧν οὗτοι ἐπονηρεύσαντο κατ’ ἐμοῦ.

Κολιτσάρα

σὺ γνωρίζεις πολὺ καλά, ὅτι ψεύδη εἶναι ὅλα ὅσα κατέθεσαν αὐτοὶ ἐναντίον μου. Ἰδού, ἐξ αἰτίας τῆς ψευδολογίας των κατεδικάσθην εἰς θάνατον. Πεθαίνω χωρὶς νὰ ἔχω πράξει τίποτε ἀπὸ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα αὐτοὶ ἐν τῇ πονηρίᾳ των ἐμηχανορράφησαν ἐναντίον μου».

Τρεμπέλα

Σύ, Κύριε, γνωρίζεις πολὺ καλὰ ὅτι ὅλα ὅσα κατέθεσαν εἰς βάρος μου εἶναι ψευδῆ. Καὶ τώρα, νά! Κατεδικάσθην εἰς θάνατον καὶ πρόκειται νὰ ἀποθάνω, χωρὶς νὰ ἔχω κάμει τίποτε ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα αὐτοὶ μὲ πονηρίαν ἐδολοπλόκησαν καὶ ἐραδιούργησαν ἐνάντίον μου!»

Δαν. Σωσάννα,44

Καὶ εἰσήκουσε Κύριος τῆς φωνῆς αὐτῆς.

Κολιτσάρα

Ὁ Κύριος ἤκουσε τὴν φωνὴν τῆς προσευχῆς της.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ παντογνώστης καὶ δικαιοκρίτης Θεὸς ἄκουσε τὴν φωνὴν τῆς προσευχῆς της.

Δαν. Σωσάννα,45

καὶ ἀπαγομένης αὐτῆς ἀπολέσθαι, ὁ Θεὸς ἐξήγειρε τὸ πνεῦμα τὸ ἅγιον παιδαρίου νεωτέρου, ᾧ ὄνομα Δανιήλ,

Κολιτσάρα

Καὶ ἰδού, ἐνῷ ἐκείνη ὠδηγεῖτο εἰς θανατικὴν ἐκτέλεσιν, ὁ Θεὸς διήγειρε καὶ ἐφώτισε τὴν ἁγίαν ψυχὴν ἑνὸς νεαροῦ παιδαρίου, ποὺ ὠνομάζετο Δανιήλ.

Τρεμπέλα

Ἐνῷ λοιπὸν ἡ Σωσάννα ὡδηγεῖτο πρὸς θανατικὴν ἐκτέλεσιν, ὁ Θεὸς διήγειρε, παρεκίνησε καὶ διέθεσεν εὐμενῶς ὑπὲρ αὐτῆς τὴν ἁγίαν ψυχὴν ἐνὸς νεαροῦ ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος ὠνομάζετο Δανιήλ·

Δαν. Σωσάννα,46

καὶ ἐβόησε φωνῇ μεγάλῃ· ἀθῷος ἐγὼ ἀπὸ τοῦ αἵματος ταύτης.

Κολιτσάρα

Αὐτὸς μὲ μεγάλην φωνὴν ἐφώναξε καὶ εἶπε· «ἀθῶος εἶμαι ἐγὼ ἀπὸ τὴν εὐθύνην τοῦ ἀδίκου αὐτοῦ αἵματος, ποὺ πρόκειται νὰ χυθῇ».

Τρεμπέλα

Ὁ Δανιὴλ αὐτὸς ἐφώναξε μὲ πολὺ δυνατὴν φωνὴν καὶ εἶπεν: «Ἐγὼ εἶμαι ἀθῶος ἀπὸ τὴν ἄδικον καταδίκην εἰς θάνατον τῆς γυναίκας αὐτῆς!»

Δαν. Σωσάννα,47

ἐπέστρεψε δὲ πᾶς ὁ λαὸς πρὸς αὐτὸν καὶ εἶπαν· τίς ὁ λόγος οὗτος, ὃν σὺ λελάληκας;

Κολιτσάρα

Ὅλος ὁ λαὸς ἐστράφη πρὸς τὸν Δανιὴλ καὶ τοῦ εἶπαν· «τί σημαίνει αὐτὸς ὁ λόγος, τὸν ὁποῖον εἶπες;»

Τρεμπέλα

Εἰς τὸ ἄκουσμα τῶν λόγων αὐτῶν ὅλος ὁ λαὸς ἐστράφη πρὸς τὸν Δανιὴλ καὶ τὸν ἐρώτησαν: «Τί σημαίνει ὁ λόγος αὐτός, τὸν ὁποῖον σὺ εἶπες;»

Δαν. Σωσάννα,48

ὁ δὲ στὰς ἐν μέσῳ αὐτῶν εἶπεν· οὕτως μωροὶ οἱ υἱοὶ Ἰσραήλ; οὐκ ἀνακρίναντες οὐδὲ τὸ σαφὲς ἐπιγνόντες κατεκρίνατε θυγατέρα Ἰσραήλ;

Κολιτσάρα

ὁ Δανιὴλ ἐστάθη ἀνάμεσα ἀπὸ αὐτοὺς καὶ εἶπε· «τόσον μωροὶ εἶσθε σεῖς, οἱ Ἰσραηλῖται; Χωρὶς νὰ ἐρευνήσετε τὴν ὑπόθεσιν, χωρὶς τίποτε τὸ σαφὲς καὶ συγκεκριμένον νὰ γνωρίζετε, κατεδικάσατε τὴν θυγατέρα αὐτὴν τοῦ Ἰσραὴλ εἰς θάνατον;

Τρεμπέλα

Τότε ὁ Δανιήλ, ἀφοῦ ἐστάθη εἰς τὸ μέσον τοῦ πλήθους, ἀπάντησε: «Τόσον πολὺ ἀνόητοι εἶσθε, ἀπόγονοι τοῦ Ἰσραήλ! Χωρὶς νὰ ἐρευνήσετε μὲ προσοχὴν τὴν ὑπόθεσιν καὶ χωρὶς νὰ ἔχετε μάθει κάτι τὸ συγκεκριμένον, τὸ ἀληθινὸν καὶ τὸ σαφές, κατεδικάσατε εἰς θάνατον μίαν θυγατέρα τοῦ Ἰσραήλ;

Δαν. Σωσάννα,49

ἀναστρέψατε εἰς τὸ κριτήριον· ψευδῆ γὰρ οὗτοι κατεμαρτύρησαν αὐτῆς.

Κολιτσάρα

Ἐπιστρέψατε εἰς τὸ δικαστήριον, διότι αὐτοὶ οἱ πρεσβύτεροι κατέθεσαν ψευδεῖς μαρτυρίας ἐναντίον της».

Τρεμπέλα

Μὴ προχωρεῖτε· γυρίστε πίσω εἰς τὸ δικαστήριον. Διότι οἱ πρεσβύτεροι αὐτοὶ κριταί, οἱ ὁποῖοι ὑπῆρξαν κατήγοροι καὶ μάρτυρες, κατέθεσαν ἐναντίον τῆς ψευδεῖς μαρτυρίες».

Δαν. Σωσάννα,50

καὶ ἀνέστρεψε πᾶς ὁ λαὸς μετὰ σπουδῆς. καὶ εἶπαν αὐτῷ οἱ πρεσβύτεροι· δεῦρο κάθισον ἐν μέσῳ ἡμῶν καὶ ἀνάγγειλον ἡμῖν, ὅτι σοὶ δέδωκεν ὁ Θεὸς τὸ πρεσβεῖον.

Κολιτσάρα

Ὅλος ὁ λαὸς ἐπέστρεψε βιαστικὰ εἰς τὸ δικαστήριον. Οἱ πρεσβύτεροι μὲ προφανῆ εἰρωνείαν εἶπαν εἰς τὸν Δανιήλ· «ἔλα, λοιπόν, κάθισε ἀνάμεσά μας καὶ εἰπὲ τὴν γνώμην σου, διότι φαίνεται ὅτι ἔδωσεν ὁ Θεὸς εἰς σὲ τὸ δικαίωμα τοῦ πρεσβυτέρου, νὰ κρίνῃς καὶ νὰ δικάζῃς»!

Τρεμπέλα

Τότε ὅλος ὁ λαὸς ἐπέστρεψε βιαστικὰ εἰς τὴν αἴθουσαν τοῦ δικαστηρίου. Καὶ οἱ πρεσβύτεροι τοῦ λαοῦ εἶπαν εἰς τὸν Δανιήλ: «Ἔλα, κάθησε μεταξύ μας καὶ πές μας τὶ ἀκριβῶς ἐννοεῖς, διότι φαίνεται ὅτι ὁ Θεὸς παρεχώρησεν εἰς σὲ τὸ δικαίωμα καὶ τὴν τιμὴν ποὺ ἔχουν οἱ πρεσβύτεροι νὰ δικάζουν καὶ νὰ κρίνουν».

Δαν. Σωσάννα,51

καὶ εἶπε πρὸς αὐτοὺς Δανιήλ· διαχωρίσατε αὐτοὺς ἀπ’ ἀλλήλων μακράν, καὶ ἀνακρινῶ αὐτούς.

Κολιτσάρα

Ὁ Δανιὴλ εἶπε πρὸς τὸν λαόν· «χωρίσατε τὸν ἕνα μακρυὰ ἀπὸ τὸν ἄλλον καὶ ἐγὼ θὰ τοὺς ἐξετάσω ἰδιαιτέρως».

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Δανιὴλ εἶπε πρὸς αὐτούς: «Χωρίσατε τὸν ἕνα πρεσβύτερον - κριτήν (κατήγορον τῆς Σωσάννας) μακριὰ ἀπὸ τὸν ἄλλον, καὶ ἐγὼ θὰ τοὺς ἀνακρίνω, θὰ τοὺς ἐξετάσω χωριστά».

Δαν. Σωσάννα,52

ὡς δὲ διεχωρίσθησαν εἷς ἀπὸ τοῦ ἑνός, ἐκάλεσε τὸν ἕνα αὐτῶν καὶ εἶπε πρὸς αὐτόν· πεπαλαιωμένε ἡμερῶν κακῶν, νῦν ἥκασιν αἱ ἁμαρτίαι σου, ἃς ἐποίεις τὸ πρότερον

Κολιτσάρα

Ὅταν ἐχώρισαν τὸν ἕνα ἀπὸ τὸν ἄλλον, ἐκάλεσε τὸν πρῶτον ἀπὸ τοὺς δύο ὁ Δανιὴλ καὶ εἶπε πρὸς αὐτόν·

Τρεμπέλα

Ὅταν δὲ τοὺς ἐχώρισαν, ὁ Δανιὴλ ἐκάλεσε τὸν ἕνα ἀπὸ αὐτοὺς καὶ τοῦ εἶπε: «Γέρικο λείψανον, ποὺ ἐγήρασες μέσα εἰς τὴν ἀνομίαν καὶ τὴν ἁμαρτίαν, ἦλθεν ὁ καιρὸς νὰ ἀποκαλυφθοῦν οἱ ἁμαρτιές σου, τὶς ὁποῖες ἔκαμες εἰς τὸ παρελθόν.

Δαν. Σωσάννα,53

κρίνων κρίσεις ἀδίκους καὶ τοὺς μὲν ἀθῴους κατακρίνων, ἀπολύων δὲ τοὺς αἰτίους, λέγοντος τοῦ Κυρίου· ἀθῷον καὶ δίκαιον οὐκ ἀποκτενεῖς·

Κολιτσάρα

«ἐξέδιδες ἀδίκους ἀποφάσεις, διὰ τῶν ὁποίων τοὺς μὲν ἀθώους κατεδίκαζες, τοὺς δὲ ἐνόχους ἠθώωνες καὶ ἀπέλυες, μολονότι ὁ Κύριος ἔλεγε: Δὲν θὰ καταδικάσῃς καὶ δὲν θὰ παραδώσῃς εἰς θάνατον ἀθῷον καὶ δίκαιον ἄνθρωπον.

Τρεμπέλα

Μέχρι τώρα ἐξέδιδες ἄδικες ἀποφάσεις, μὲ τὶς ὁποῖες κατεδίκαζες ὡς ἐνόχους τοὺς ἀθώους, ἀθώωνες δὲ καὶ ἄφηνες ἐλευθέρους τοὺς ἐνόχους, παρ’ ὅλον ὅτι ὁ Κύριος λέγει· «ἄνθρωπον ἀθῶον καὶ δίκαιον δὲν θὰ καταδικάσῃς εἰς θάνατον».

Δαν. Σωσάννα,54

νῦν οὖν ταύτην εἴπερ εἶδες, εἰπόν· ὑπὸ τί δένδρον εἶδες αὐτοὺς ὁμιλοῦντας ἀλλήλοις; ὁ δὲ εἶπεν· ὑπὸ σχῖνον.

Κολιτσάρα

Ἐάν, λοιπόν, πράγματι εἶδες τὴν γυναῖκα αὐτὴν νὰ ἁμαρτάνῃ, εἰπέ μας τώρα, κάτω ἀπὸ ποιὸ δένδρον εἶδες αὐτὴν καὶ τὸν νεαρὸν νὰ διαπράττουν ἁμαρτίαν;» Ὁ γέρων ἐκεῖνος ἀπήντησε· «κάτω ἀπὸ ἕνα σχῖνον».

Τρεμπέλα

Τώρα λοιπόν, ἐφ’ ὅσον, ὅπως ἰσχυρίζεσαι, εἶδες μὲ τὰ μάτια σου αὐτήν (τὴν Σωσάνναν) νὰ ἁμαρτάνῃ, πές μας· κάτω ἀπὸ ποιὸ δένδρον εἶδες αὐτούς (τὴν Σωσάνναν καὶ τὸν νεαρόν) νὰ ἁμαρτάνουν;» Καὶ ὁ πρεσβύτερος - κριτὴς ἀπάντησε: «Κάτω ἀπὸ ἕνα σχῖνον».

Δαν. Σωσάννα,55

εἶπε δὲ Δανιήλ· ὀρθῶς ἔψευσαι εἰς τὴν σεαυτοῦ κεφαλήν· ἤδη γὰρ ἄγγελος Θεοῦ λαβὼν φάσιν παρὰ τοῦ Θεοῦ σχίσει σε μέσον.

Κολιτσάρα

Ὁ Δανιὴλ τοῦ ἀπήντησε· «ὁλοφάνερα καὶ ἀναισχύντως ψεύδεσαι εἰς βάρος ὅμως τοῦ κεφαλιοῦ σου, εἰς βάρος τῆς ζωῆς σου. Διότι ὁ ἄγγελος τοῦ Θεοῦ ἔλαβε πλέον ἐντολὴν παρὰ τοῦ Θεοῦ νὰ σὲ σχίσῃ εἰς τὸ μέσον».

Τρεμπέλα

Τότε ὁ Δανιὴλ τοῦ εἶπεν: «Ὡραῖα τὰ λέγεις! Ψεύδεσαι ὅμως ἀσύστολα εἰς βάρος τοῦ ἰδικοῦ σου κεφαλιοῦ, τῆς ἰδικῆς σου ζωῆς! Διότι ἤδη ὁ ἄγγελος τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ παρέλαβε τὴν παρὰ τοῦ Θεοῦ ἐναντίον σου καταδικαστικὴν ἀπόφασιν, θὰ σὲ σχίσῃ εἰς τὸ μέσον!»

Δαν. Σωσάννα,56

καὶ μεταστήσας αὐτὸν ἐκέλευσε προσαγαγεῖν τὸν ἕτερον· καὶ εἶπεν αὐτῷ· σπέρμα Χαναὰν καὶ οὐκ Ἰούδα, τὸ κάλλος ἐξηπάτησέ σε, καὶ ἐπιθυμία διέστρεψε τὴν καρδίαν σου·

Κολιτσάρα

Ἀφοῦ ἀπεμάκρυνεν αὐτόν, διέταξε νὰ παρουσιασθῇ ἐνώπιόν του ὁ ἄλλος πρεσβύτερος καὶ ἠρώτησεν αὐτόν· «πονηρὲ ἀπόγονε τοῦ ἁμαρτωλοῦ Χαναὰν καὶ ὄχι τοῦ Ἰούδα, σὲ ἐξηπάτησε τὸ κάλλος καὶ διέστρεψε τὴν καρδίαν σου ἡ πονηρὰ ἐπιθυμία.

Τρεμπέλα

Ἀφοῦ δὲ ὁ Δανιὴλ ἀπεμάκρυνε τὸν πρεσβύτερον ποὺ ἀνέκρινε, διέταξε νὰ παρουσιασθῇ ἐνώπιόν του ὁ ἄλλος. Ὅταν δὲ παρουσιάσθη, ὁ Δανιὴλ εἶπε πρὸς αὐτόν: «Ἀπόγονε τῶν ἁμαρτωλῶν καὶ καταραμένων ἀπὸ τὸν Θεὸν Χαναναίων καὶ ὄχι τοῦ εὐλογημένου Ἰούδα, τὸ ἐξαίρετον κάλλος της (τῆς Σωσάννας) σὲ ἐξηπάτησε καὶ ἡ ἁμαρτωλὴ ἐπιθυμία διέφθειρε τὴν καρδιά σου.

Δαν. Σωσάννα,57

οὕτως ἐποιεῖτε θυγατράσιν Ἰσραήλ, καὶ ἐκεῖναι φοβούμεναι ὡμίλουν ὑμῖν, ἀλλ’ οὐ θυγάτηρ Ἰούδα ὑπέμεινε τὴν ἀνομίαν ὑμῶν.

Κολιτσάρα

Τέτοιες παρανομίες διεπράττετε μὲ τὰς θυγατέρας τοῦ Ἰσραήλ, ἐπειδὴ δὲ ἐκεῖναι σᾶς ἐφοβοῦντο, ὑποχωροῦσαν εἰς τὰς ἀνηθίκους προτάσεις σας καὶ ἤρχοντο εἰς σχέσεις μαζῆ σας. Ἀλλ’ ἰδοὺ ὅτι μία θυγάτηρ τῆς φυλῆς τοῦ Ἰούδα δὲν ἠνέχθη τὴν παρανομίαν σας.

Τρεμπέλα

Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπον ἔχετε συμπεριφερθῆ καὶ οἱ δύο σας πρὸς τὶς θυγατέρες τοῦ Ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ (τοῦ βορείου βασιλείου, ποὺ εἶχεν ἀποστατήσει ἀπὸ τὸν Θεὸν καὶ ἐζοῦσε εἰς τὴν ἁμαρτίαν), καὶ ἐκεῖνες, ἐπειδὴ σᾶς ἐφοβοῦντο, δὲν ἀνθίσταντο καὶ ὑποχωροῦσαν εἰς τοὺς ἐκβιασμούς σας καὶ συνευρίσκοντο μαζί σας. Ἀλλ’ ἐδῶ ὑπάρχει, μία θυγατέρα τοῦ Ἰούδα (τοῦ νοτίου βασιλείου, ποὺ εἶχε μείνει πιστὸν εἰς τὸν ἀληθινὸν Θεόν), ἡ ὁποία δὲν ὑπεχώρησε καὶ δὲν ἠνέχθη τὴν ἀνήθικον πρότασίν σας, τὴν παρανομίαν σας!

Δαν. Σωσάννα,58

νῦν οὖν λέγε μοι· ὑπὸ τί δένδρον κατέλαβες αὐτοὺς ὁμιλοῦντας ἀλλήλοις; ὁ δὲ εἶπεν· ὑπὸ πρῖνον.

Κολιτσάρα

Τώρα, λοιπόν, εἰπέ μου· κάτω ἀπὸ ποιὸ δένδρον συνέλαβες αὐτοὺς νὰ ἁμαρτάνουν;» Ἐκεῖνος εἶπε· «κάτω ἀπὸ ἕνα πρινάρι».

Τρεμπέλα

Τώρα λοιπὸν πές μου· κάτω ἀπὸ ποιὸ δένδρον τοὺς συνέλαβες (τὴν Σωσάνναν καὶ τὸν νεαρόν) νὰ ἁμαρτάνουν;» Ὁ δὲ πρεσβύτερος - κριτὴς ἀπάντησε: «Κάτω ἀπὸ ἕνα πουρνάρι».

Δαν. Σωσάννα,59

εἶπε δὲ αὐτῷ Δανιήλ· ὀρθῶς ἔψευσαι καὶ σὺ εἰς τὴν σεαυτοῦ κεφαλήν· μένει γὰρ ὁ ἄγγελος τοῦ Θεοῦ τὴν ῥομφαίαν ἔχων πρίσαι σε μέσον, ὅπως ἐξολοθρεύσῃ ὑμᾶς.

Κολιτσάρα

Ὁ Δανιὴλ τοῦ ἀπήντησε· «ὁλοφάνερα καὶ ἀναισχύντως ψεύδεσαι καὶ σὺ εἰς βάρος τοῦ κεφαλιοῦ σου, εἰς βάρος τῆς ζωῆς σου. Διότι ὁ ἄγγελος τοῦ Θεοῦ μὲ τὴν ρομφαίαν εἰς τὸ χέρι περιμένει τὴν στιγμὴν νὰ σὲ πριονίσῃ εἰς τὸ μέσον καὶ νὰ ἐξολοθρεύσῃ καὶ τοὺς δυό σας».

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Δανιὴλ τοῦ εἶπε: «Μάλιστα! Ψεύδεσαι ὅμως καὶ σὺ ὁλοφάνερα καὶ ἀσύστολα εἰς βάρος τοῦ ἰδικοῦ σου κεφαλιοῦ, τῆς ἰδικῆς σου ζωῆς! Διότι ὁ ἄγγελος τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος κρατεῖ τὸ πλατὺ καὶ μεγάλο ἀμφίστομον σπαθί, ἀναμένει τὴν ὥραν ποὺ θὰ σὲ πριονίσῃ εἰς τὸ μέσον, διὰ νὰ ἐξολοθρεύσῃ ἔτσι καὶ τοὺς δύο σας».

Δαν. Σωσάννα,60

καὶ ἀνεβόησε πᾶσα ἡ συναγωγὴ φωνῇ μεγάλῃ καὶ εὐλόγησαν τῷ Θεῷ τῷ σώζοντι τοὺς ἐλπίζοντας ἐπ’ αὐτόν.

Κολιτσάρα

Τότε ὅλος ὁ λαὸς ὁ συγκεντρωμένος ἐκραύγασε μὲ φωνὴν μεγάλην καὶ ἐδόξασαν τὸν Θεόν, ὁ ὁποῖος σῴζει τοὺς ἀθώους ἀνθρώπους ποὺ στηρίζουν εἰς αὐτὸν τὰς ἐλπίδας των.

Τρεμπέλα

Τότε ὅλος ὁ συγκεντρωμένος λαός, ποὺ παρηκολούθησε τὴν ἀνάκρισιν, ἐφώναξε δυνατὰ μὲ φωνὴν ἰσχυρὰν καὶ ἐδόξασαν τὸν Θεόν, ὁ ὁποῖος σώζει τὶς ψυχὲς ὅλων ὅσοι στηρίζουν μὲ πίστιν τὶς ἐλπίδες των εἰς Ἐκεῖνον.

Δαν. Σωσάννα,61

καὶ ἀνέστησαν ἐπὶ τοὺς δύο πρεσβύτας, ὅτι συνέστησεν αὐτοὺς Δανιὴλ ἐκ τοῦ στόματος αὐτῶν ψευδομαρτυρήσαντας, καὶ ἐποίησαν αὐτοῖς ὃν τρόπον ἐπονηρεύσαντο τῷ πλησίον,

Κολιτσάρα

Ἐξηγέρθησαν δὲ ἐναντίον τῶν δύο ἐκείνων πρεσβυτέρων, διότι ὁ Δανιὴλ τοὺς ἀπέδειξεν ἀπὸ τὰς ἰδίας αὐτῶν μαρτυρίας ὅτι ἐψευδομαρτύρηοαν, ἐπέβαλαν ὁμοφώνως εἰς αὐτοὺς τὴν ποινήν, τὴν ὁποίαν ἐκεῖνοι ἐν τῇ πονηρίᾳ των ἤθελαν νὰ ἐπιβάλουν εἰς τὴν πλησίον των, τὴν Σωσάνναν.

Τρεμπέλα

Καὶ τὸ συγκεντρωμένον πλῆθος ἐξηγέρθη ἐναντίον τῶν δύο πρεσβυτέρων, διότι ὁ Δανιὴλ τοὺς ἀπέδειξεν ἀπὸ τὶς ἰδικές των καταθέσεις, οἱ ὁποῖες δὲν συμφωνοῦσαν μεταξύ των, ὅτι εἶναι ψευδομάρτυρες. Καὶ ὁ λαὸς ἐπέβαλεν εἰς αὐτοὺς τὴν ἰδίαν ποινὴν τὴν ὁποίαν ἐκεῖνοι μὲ τὴν κακίαν καὶ πονηρίαν των ἐπροσπάθησαν νὰ ἐπιβάλουν εἰς τὸν πλησίον (τὴν Σωσάνναν).

Δαν. Σωσάννα,62

ποιῆσαι κατὰ τὸν νόμον Μωϋσῆ, καὶ ἀπέκτειναν αὐτούς· καὶ ἐσώθη αἷμα ἀναίτιον ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ.

Κολιτσάρα

Διὰ νὰ ἐκπληρωθῇ δὲ ὁ νόμος τοῦ Μωϋσέως, ποὺ διατάσσει νὰ ἐπιβάλλεται εἰς τὸν ψευδομάρτυρα ἡ ποινή ποὺ θὰ ἐπεβάλλετο εἰς τὸν ἀδίκως κατασυκοφαντούμενον, τοὺς ἐφόνευσαν. Καὶ ἔτσι διεσώθη ἀπὸ βέβαιον θάνατον κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην μία ἀθώα ὕπαρξις.

Τρεμπέλα

Διὰ νὰ ἐκπληρωθῇ δὲ ὁ Νόμος τοῦ Μωϋσῆ «ποὺ ὁρίζει νὰ τιμωρῆται ὁ ψευδομάρτυς μὲ τὴν ἰδίαν τιμωρίαν μὲ τὴν ὁποίαν ἐπεχείρησε νὰ τιμωρήσῃ τὸ πρόσωπον ποὺ ἐσυκοφάντησε», τοὺς ἐφόνευσαν. Τοιουτοτρόπως κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην διεσώθη ἀπὸ τὴν εἰς θάνατον καταδίκην ἕνας ἀθῶος ἄνθρωπος «ἡ Σωσάννα».

Δαν. Σωσάννα,63

Χελκίας δὲ καὶ ἡ γυνὴ αὐτοῦ ᾔνεσαν τὸν Θεὸν περὶ τῆς θυγατρὸς αὐτῶν μετὰ Ἰωακεὶμ τοῦ ἀνδρὸς αὐτῆς καὶ τῶν συγγενῶν πάντων, ὅτι οὐχ εὑρέθη ἐν αὐτῇ ἄσχημον πρᾶγμα.

Κολιτσάρα

Ὁ Χελκίας καὶ ἡ σύζυγος του ἐδόξασαν τὸν Θεὸν διὰ τὴν σωτηρίαν τῆς θυγατρός των, μαζῆ μὲ τὸν Ἰωακείμ, τὸν σύζυγον τῆς Σωσάννης, καὶ μὲ ὅλους τοὺς συγγενεῖς των. Διότι δὲν εὑρέθη καμμία πονηρὰ πρᾶξις, καμμία ἐνοχὴ εἰς αὐτήν.

Τρεμπέλα

Ὁ Χελκίας δὲ καὶ ἡ σύζυγός του ἐδόξασαν τὸν Θεὸν διὰ τὴν ἀθώωσιν τῆς θυγατρός των, τῆς Σωσάννας, μαζὶ μὲ τὸν σύζυγόν της, τὸν Ἰωακείμ, καὶ μὲ ὅλους τοὺς συγγενεῖς των· διότι δὲν διεπιστώθη εἰς βάρος της καμμία ἐνοχὴ διὰ κάτι τὸ ἄτιμον καὶ ἐπονείδιστον.

Δαν. Σωσάννα,64

καὶ Δανιὴλ ἐγένετο μέγας ἐνώπιον τοῦ λαοῦ ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης καὶ ἐπέκεινα.

Κολιτσάρα

Ὁ δὲ Δανιὴλ ἀπὸ τὴν ἡμέραν ἐκείνην καὶ ἔπειτα ἀνεδείχθη μέγας ἐνώπιον τοῦ ἰουδαϊκοῦ λαοῦ.

Τρεμπέλα

Ὁ δὲ Δανιὴλ ἐξετιμήθη, ἀνεγνωρίσθη καὶ ἀνεδείχθη μέγας ἐνώπιον τοῦ λαοῦ τῶν Ἰουδαίων ἀπὸ τὴν ἡμέραν ἐκείνην καὶ ἔπειτα.

Κεφάλαιο 1

Δαν. 1,1

Ἐν ἔτει τρίτῳ τῆς βασιλείας Ἰωακεὶμ βασιλέως Ἰούδα ἦλθε Ναβουχοδονόσορ ὁ βασιλεὺς Βαβυλῶνος εἰς Ἱερουσαλὴμ καὶ ἐπολιόρκει αὐτήν.

Κολιτσάρα

Κατὰ τὸ τρίτον ἔτος τῆς βασιλείας τοῦ Ἰωακείμ, βασιλέως τοῦ βασιλείου Ἰούδα, ὁ Ναβουχσδονόσορ, ὁ βασιλεὺς τῆς Βαβυλῶνος, ἐπῆλθεν ἐναντίον τῆς Ἱερουσαλὴμ καὶ τὴν ἐπαλιορκοῦσε.

Τρεμπέλα

Κατὰ τὸ τρίτον ἔτος τῆς βασιλείας τοῦ Ἰωακείμ, βασιλιᾶ τοῦ βασιλείου τοῦ Ἰούδα, ὁ Ναβουχοδονόσορ, ὁ βασιλιᾶς τῆς Βαβυλῶνος, ἐπέδραμε κατὰ τῆς Ἱερουσαλὴμ καὶ τὴν ἐπολιορκοῦσε.

Δαν. 1,2

καὶ ἔδωκε Κύριος ἐν χειρὶ αὐτοῦ τὸν Ἰωακεὶμ βασιλέα Ἰούδα καὶ ἀπὸ μέρους τῶν σκευῶν οἴκου τοῦ Θεοῦ, καὶ ἤνεγκεν αὐτὰ εἰς γῆν Σενναὰρ οἴκου τοῦ Θεοῦ αὐτοῦ· καὶ τὰ σκεύη εἰσήνεγκεν εἰς τὸν οἶκον θησαυροῦ τοῦ Θεοῦ αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

Ὁ Κύριος παρέδωκεν εἰς τὰ χέρια αὐτοῦ αἰχμάλωτον τὸν Ἰωακείμ, βασιλέα Ἰούδα, καὶ ἕνα μέρος ἀπὸ τὰ ἱερὰ σκεύη τοῦ ναοῦ τοῦ Θεοῦ, τὰ ὁποῖα αὐτὸς ἔφερεν εἰς τὴν χώραν Σενναὰρ εἰς τὸν ναὸν τοῦ θεοῦ του. Τὰ σκεύη αὐτὰ τὰ ἔφερε καὶ τὰ ἀπέθεσεν εἰς τὸ θησαυροφυλάκιον τοῦ ναοῦ τοῦ θεοῦ του.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Κύριος παρέδωκεν αἰχμάλωτον εἰς τὰ χέρια τοῦ Ναβουχοδονόσορος τὸν Ἰωακείμ, βασιλιᾶ τοῦ βασιλείου τοῦ Ἰούδα, ὅπως ἐπίσης καὶ ἕνα μέρος ἀπὸ τὰ ἱερὰ σκεύη τοῦ Ναοῦ τοῦ Θεοῦ, τὰ ὁποῖα ὁ Ναβουχοδονόσορ μετέφερεν εἰς τὴν χώραν Σενναάρ, δηλαδὴ τὴν Βαβυλῶνα, διὰ τὸν ναὸν τοῦ Θεοῦ του, τοῦ Μαρδούχ, πολιούχου τῆς Βαβυλῶνος καὶ προστάτου τοῦ Ναβουχοδονόσορος. Τὰ ἱερὰ αὐτὰ σκεύη ὁ βασιλιᾶς τῆς Βαβυλῶνος τὰ ἐτοποθέτησεν εἰς τὸ θησαυροφυλάκιον τοῦ Θεοῦ του.

Δαν. 1,3

καὶ εἶπεν ὁ βασιλεὺς τῷ Ἀσφανὲζ τῷ ἀρχιευνούχῳ αὐτοῦ εἰσαγαγεῖν ἀπὸ τῶν υἱῶν τῆς αἰχμαλωσίας Ἰσραὴλ καὶ ἀπὸ τοῦ σπέρματος τῆς βασιλείας καὶ ἀπὸ τῶν φορθομμὶν

Κολιτσάρα

Ὁ βασιλεὺς ἔδωσεν ἐντολὴν εἰς τὸν Ἀσφανὲζ τὸν ἀρχιευνοῦχον νὰ ἐκλέξῃ καὶ νὰ ὁδηγήσῃ εἰς τὰ βασιλικὰ ἀνάκτορα ἀπὸ τοὺς αἰχμαλώτους Ἰσραηλίτας, μάλιστα δὲ ἀπὸ ὅσους κατήγοντο ἀπὸ βασιλικὸν γένος καὶ ἀπὸ τοὺς εὐγενεῖς,

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ βασιλιᾶς Ναβουχοδονόσορ διέταξε τὸν Ἀσφανέζ, τὸν ἀρχιευνοῦχον του, ὁ ὁποῖος ἦταν ὁ μεγάλος αὐλάρχης του, νὰ ἐκλέξῃ καὶ νὰ φέρῃ εἰς τὰ ἀνάκτορα ἀπὸ τοὺς αἰχμαλώτους Ἰσραηλῖτες καὶ ἰδιαιτέρως ἀπὸ τοὺς ἀπογόνους τῶν Ἰουδαίων βασιλέων καὶ ἀπὸ τοὺς εὐγενεῖς,

Δαν. 1,4

νεανίσκους, οἷς οὐκ ἔστιν ἐν αὐτοῖς μῶμος καὶ καλοὺς τῇ ὄψει καὶ συνιέντας ἐν πάσῃ σοφίᾳ καὶ γινώσκοντας γνῶσιν καὶ διανοουμένους φρόνησιν καὶ οἷς ἐστιν ἰσχὺς ἐν αὐτοῖς ἑστάναι ἐν τῷ οἴκῳ ἐνώπιον τοῦ βασιλέως, καὶ διδάξαι αὐτοὺς γράμματα καὶ γλῶσσαν Χαλδαίων.

Κολιτσάρα

νέους ἄνδρας, εἰς τοὺς ὁποίους δὲν θὰ ὑπῆρχε κανένα σωματικὸν ἐλάττωμα, θὰ ἦσαν ὡραῖοι κατὰ τὴν ἐμφάνισιν, ἱκανοὶ πρὸς κάθε σοφίαν, μορφωμένοι καὶ ἐπιστήμονες, εὐφυεῖς, μὲ ζωτικότητα ψυχῆς καὶ σώματος, διὰ νὰ παρίστανται εἰς τὸν βασιλικὸν οἶκον ἐνώπιον τοῦ βασιλέως. Ἐπὶ πλέον θὰ ἔπρεπεν ὁ Ἀσφανὲζ νὰ φροντίσῃ, ὥστε αὐτοὶ νὰ διδαχθοῦν τὰ γράμματα καὶ τὴν γλῶσσαν τῶν Χαλδαίων.

Τρεμπέλα

νέους κατὰ τὴν ἡλικίαν, εἰς τοὺς ὁποίους νὰ μὴ ὑπάρχῃ σωματικὸν ἐλάττωμα (νὰ εἶναι ἀρτιμελεῖς), ὡραίους κατὰ τὴν ἐμφάνισιν, ἐμπείρους εἰς κάθε εἶδος σοφίας, προικισμένους καὶ δεκτικοὺς ἀγωγῆς, ὥστε νὰ ἀφομοιώνουν πᾶσαν γνῶσιν, εὐφυεῖς δὲ καὶ ὀξυδερκεῖς καὶ ἱκανούς, καταλλήλους καὶ σφριγηλούς, ὥστε νὰ δύνανται νὰ ὑπηρετοῦν εἰς τὴν βασιλικὴν αὐλήν. Τοὺς νέους αὐτοὺς ἔπρεπε νὰ προσέξῃ ὁ Ἀσφανὰζ ὥστε νὰ τοὺς διδάξῃ τὴν φιλολογίαν (καὶ γενικῶς τὴν ἐπιστήμην), τὴν γλῶσσαν καὶ τὴν γραφὴν τῶν Χαλδαίων (Βαβυλωνίων).

Δαν. 1,5

καὶ διέταξεν αὐτοῖς ὁ βασιλεὺς τὸ τῆς ἡμέρας καθ’ ἡμέραν ἀπὸ τῆς τραπέζης τοῦ βασιλέως καὶ ἀπὸ τοῦ οἴνου τοῦ ποτοῦ αὐτοῦ καὶ θρέψαι αὐτοὺς ἔτη τρία καὶ μετὰ ταῦτα στῆναι ἐνώπιον τοῦ βασιλέως.

Κολιτσάρα

Διέταξεν ἀκόμη ὁ βασιλεὺς νὰ παρέχεται εἰς αὐτοὺς κάθε ἡμέραν τροφὴ ἀπὸ τὴν βασιλικὴν τράπεζαν καὶ οἶνος ἀπὸ ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον πίνει ὁ βασιλεύς. Ἔτσι νὰ τοὺς θρέψουν καὶ νὰ τοὺς διαπαιδαγωγήσουν ἐπὶ τρία ἔτη καὶ ἔπειτα νὰ ἐμφανισθοῦν ἐνώπιον τοῦ βασιλέως.

Τρεμπέλα

Ὁ βασιλιᾶς Ναβουχοδονόσορ ἔδωκεν ἐπίσης διαταγὴν νὰ χορηγῆται εἰς αὐτοὺς καθημερινῶς τροφὴ ἀπὸ τὴν βασιλικὴν τράπεζαν καὶ κρασὶ ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔπινεν ὁ ἴδιος ὁ βασιλιᾶς. Οἱ νέοι θὰ ἐτρέφοντο καὶ θὰ ἐξεπαιδεύοντο ἐπὶ τρία ἔτη· μετὰ τὴν περίοδον αὐτὴν θὰ ἔπρεπε νὰ ἐμφανισθοῦν ἐνώπιον τοῦ βασιλιᾶ καὶ νὰ ἀναλάβουν ὑπηρεσίαν εἰς τὴν βασιλικὴν αὐλήν.

Δαν. 1,6

καὶ ἐγένετο ἐν αὐτοῖς ἐκ τῶν υἱῶν Ἰούδα Δανιὴλ καὶ Ἀνανίας καὶ Ἀζαρίας καὶ Μισαήλ.

Κολιτσάρα

Μεταξὺ τῶν Ἰουδαίων, ποὺ ἐπελέγησαν, ἦσαν ὁ Δανιήλ, ὁ Ἀνανίας, ὁ Ἀζαρίας καὶ ὁ Μισαήλ.

Τρεμπέλα

Μεταξὺ τῶν εὐγενῶν Ἰουδαίων νέων, οἱ ὁποῖοι ἐπελέγησαν διὰ νὰ ὑπηρετοῦν εἰς τὴν βασιλικὴν αὐλὴν τῶν Βαβυλωνίων, ἦσαν ὁ Δανιήλ, ὁ Ἀνανίας, ὁ Ἀζαρίας καὶ ὁ Μισαήλ.

Δαν. 1,7

καὶ ἐπέθηκεν αὐτοῖς ὁ ἀρχιευνοῦχος ὀνόματα τῷ Δανιὴλ Βαλτάσαρ καὶ τῷ Ἀνανίᾳ Σεδρὰχ καὶ τῷ Μισαὴλ Μισὰχ καὶ τῷ Ἀζαρίᾳ Ἀβδεναγώ.

Κολιτσάρα

Ὁ ἄρχων τῶν εὐνούχων ἔδωσεν εἰς αὐτοὺς νέα ὀνόματα. Τὸν Δανιὴλ ὠνόμασε Βαλτάσαρ, τὸν Ἀνανίαν Σεδράχ, τὸν Μισαήλ Μισὰχ καὶ τὸν Ἀζαρίαν Ἀβδεναγώ.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ ἀρχιευνοῦχος Ἀσφανὲζ ἔδωκεν εἰς αὐτοὺς ἀντὶ τῶν ἰουδαϊκῶν ὀνομάτων ὀνόματα βαβυλωνιακά. Τοιουτοτρόπως τὸν Δανιὴλ ὠνόμασε Βαλτάσαρ, τὸν Ἀνανίαν Σεδράχ, τὸν Μισαὴλ Μισὰχ καὶ τὸν Ἀζαρίαν Ἀβδεναγώ.

Δαν. 1,8

καὶ ἔθετο Δανιὴλ εἰς τὴν καρδίαν αὐτοῦ ὡς οὐ μὴ ἀλισγηθῇ ἐν τῇ τραπέζῃ τοῦ βασιλέως καὶ ἐν τῷ οἴνῳ τοῦ ποτοῦ αὐτοῦ καὶ ἠξίωσε τὸν ἀρχιευνοῦχον ὡς οὐ μὴ ἀλισγηθῇ.

Κολιτσάρα

Ὁ Δανιὴλ ἐπῆρεν ὅλοψύχως τὴν ἀπόφασιν, νὰ μὴ μολυνθῇ τρώγων ἀπὸ τὰ φαγητὰ τῆς βασιλικῆς τραπέζης καὶ νὰ μὴ πίνῃ ἀπὸ τὸν οἶνον, ποὺ ἔπινεν ὁ βασιλεύς. Παρεκάλεσε δὲ ἐπιμόνως καὶ θερμῶς τὸν ἀρχιευνοῦχον, νὰ μὴ τὸν ὑποχρεώσῃ καὶ μολυνθῇ τρώγων φαγητὰ ἀπαγορευομένα ἀπὸ τὴν θρησκείαν του.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Δανιήλ, ὁ ὁποῖος ἔλαβε σταθερὰν ἀπόφασιν νὰ μὴ μολυνθῇ, δηλαδὴ νὰ μὴ φάγῃ ἀπὸ τὰ φαγητὰ τὰ θεωρούμενα ὡς ἀκάθαρτα ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους, ποὺ προσεφέροντο εἰς τὸ βασιλικὸν τραπέζι, καὶ ἀπὸ τὸ κρασί ποὺ ἔπινεν ὁ βασιλιᾶς, ἐζήτησεν ἐπιμόνως καὶ παρεκάλεσε τὸν ἀρχιευνοῦχον νὰ τοῦ ἐπιτρέψῃ ὥστε νὰ μὴ φάγῃ ἀπὸ αὐτὰ καὶ μολυνθῇ.

Δαν. 1,9

καὶ ἔδωκεν ὁ Θεὸς τὸν Δανιὴλ εἰς ἔλεον καὶ εἰς οἰκτιρμὸν ἐνώπιον τοῦ ἀρχιευνούχου.

Κολιτσάρα

Ἔδωκεν ὁ Θεός, ὥστε ὁ Δανιὴλ νὰ εὕρῃ εὐμένειαν καὶ συναισθήματα συμπαθείας ἐκ μέρους τοῦ ἀρχιευνούχου.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Θεὸς εὐδόκησεν ὥστε ὁ Δανιὴλ νὰ ἀντιμετωπισθῇ μὲ εὔνοιαν καὶ συμπάθειαν ἐκ μέρους τοῦ ἀρχιευνούχου.

Δαν. 1,10

καὶ εἶπεν ὁ ἀρχιευνοῦχος τῷ Δανιήλ· φοβοῦμαι ἐγὼ τὸν κύριόν μου τὸν βασιλέα τὸν ἐκτάξαντα τὴν βρῶσιν ὑμῶν καὶ τὴν πόσιν ὑμῶν, μή ποτε ἴδῃ τὰ πρόσωπα ὑμῶν σκυθρωπὰ παρὰ τὰ παιδάρια τὰ συνήλικα ὑμῶν καὶ καταδικάσητε τὴν κεφαλήν μου τῷ βασιλεῖ.

Κολιτσάρα

Εἶπε δὲ ὁ ἀρχιευνοῦχος εἰς τὸν Δανιήλ· «ἐγὼ φοβοῦμαι τὸν κύριόν μου τὸν βασιλέα, ὁ ὁποῖος διέταξε ποῖον νὰ εἶναι τὸ φαγητόν σας καὶ τὸ ποτόν σας. Φοβοῦμαι, μήπως ἵδῃ τὰ πρόσωπά σας καταβεβλημένα ἀπὸ τὴν νηστείαν, ἐν συγκρίσει πρὸς τὰ πρόσωπα τῶν συνομιλήκων σας, καὶ γίνετε ἔτσι ἀφορμὴ νὰ μὲ καταδικάσετε εἰς θάνατον, νὰ διατάξῃ τὸν ἀποκεφαλισμόν μου ὁ βασιλεύς».

Τρεμπέλα

Εἶπε δὲ ὁ ἀρχιευνοῦχος Ἀσφανὲζ εἰς τὸν Δανιήλ: «Φοβοῦμαι ἐγὼ τὸν κύριόν μου, τὸν βασιλιᾶ, ὁ ὁποῖος διέταξε καὶ καθώρισε τὸ φαγητὸν καὶ τὸ ποτόν σας, μήπως ἰδῇ τὰ πρόσωπά σᾶς ἀδύνατα καὶ χλωμὰ ἀπὸ τὴν νηστείαν, ἐν συγκρίσει πρὸς τὰ πρόσωπα τῶν ἄλλων παιδιῶν, τῶν συνομηλίκων σας, καὶ τοιουτοτρόπως γίνετε αἰτία νὰ φονευθῶ, νὰ χάσω τὸ κεφάλι μου, μὲ διαταγὴν τοῦ βασιλιᾶ».

Δαν. 1,11

καὶ εἶπε Δανιὴλ πρὸς Ἀμελσάδ, ὃν κατέστησεν ὁ ἀρχιευνοῦχος ἐπὶ Δανιήλ, Ἀνανίαν, Μισαήλ, Ἀζαρίαν·

Κολιτσάρα

Ὁ Δανιὴλ εἶπε πρὸς τὸν Ἀμελσάδ, τὸν ὁποῖον ὁ ἀρχιευνοῦχος εἶχεν ἐγκαταστήσει ὑπεύθυνον διὰ τὸν Δανιήλ, τὸν Ἀνανίαν, τὸν Μισαὴλ καὶ τὸν Ἀζαρίαν.

Τρεμπέλα

Τότε ὁ Δανιὴλ εἶπε πρὸς τὸν αὐλικὸν Ἀμελσάδ, τὸν ὁποῖον ὁ ἀρχιευνοῦχος εἶχεν ὁρίσει ὑπεύθυνον διὰ τοὺς Δανιήλ, Ἀνανίαν, Μισαὴλ καὶ Ἀζαρίαν:

Δαν. 1,12

πείρασον δὴ τοὺς παῖδάς σου ἡμέρας δέκα, καὶ δότωσαν ἡμῖν ἀπὸ τῶν σπερμάτων, καὶ φαγώμεθα καὶ ὕδωρ πιώμεθα·

Κολιτσάρα

«Κάμε μίαν δοκιμὴν μὲ ἡμᾶς τοὺς δούλους σου. Ἐπὶ δέκα ἡμέρας ἂς μᾶς δώσουν ὄσπρια νὰ τρώγωμεν καὶ μόνον νερὸ νὰ πίνωμεν.

Τρεμπέλα

«Παρακαλῶ δοκίμασε τοὺς δούλους σου ἐπὶ δέκα ἡμέρες. Κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν ἡμερῶν αὐτῶν ἂς μᾶς δώσουν μόνον χορταρικά, λαχανικὰ καὶ ὄσπρια νὰ φάγωμεν καὶ μόνον νερὸ νὰ πιοῦμε.

Δαν. 1,13

καὶ ὀφθήτωσαν ἐνώπιόν σου αἱ ἰδέαι ἡμῶν καὶ αἱ ἰδέαι τῶν παιδαρίων τῶν ἐσθιόντων τὴν τράπεζαν τοῦ βασιλέως, καὶ καθὼς ἐὰν ἴδῃς, ποίησον μετὰ τῶν παίδων σου.

Κολιτσάρα

Ἔπειτα δὲ παρατήρησε σὺ ὁ ἴδιος μὲ προσοχὴν τὰ πρόσωπα ἡμῶν καὶ τὰ πρόσωπα τῶν ἄλλων νέων, οἱ ὁποῖοι θὰ τρώγουν ἀπὸ τὴν τράπεζαν τὴν βασιλικήν. Σύμφωνα δὲ μὲ ὅ,τι ἴδῃς, πράξε δι’ ἡμᾶς τοὺς δούλους σου».

Τρεμπέλα

Κατόπιν ἴδε τὰ πρόσωπά μας καὶ σύγκρινέ τα μὲ τὰ πρόσωπα τῶν νέων παιδιῶν τὰ ὁποῖα τρώγουν φαγητὰ ἀπὸ τὴν βασιλικὴν τράπεζαν· σύμφωνα δὲ μὲ τὶς διαπιστώσεις ποὺ θὰ κάμῃς, ἐνέργησε καὶ μεταχειρίσου μας ἀναλόγως».

Δαν. 1,14

καὶ εἰσήκουσεν αὐτῶν καὶ ἐπείρασεν αὐτοὺς ἡμέρας δέκα.

Κολιτσάρα

Ἐδέχθη ὁ Ἀμελσάδ τὴν παράκλησίν των καὶ τοὺς ὑπέβαλεν εἰς δοκιμασίαν ἐπὶ δέκα ἡμέρας.

Τρεμπέλα

Ὁ Ἀμελσὰδ ἐδέχθη τὸ αἴτημά των καὶ τοὺς ἐδοκίμασεν, ὅπως ἐζήτησαν, ἐπὶ δέκα ἡμέρες.

Δαν. 1,15

καὶ μετὰ τὸ τέλος τῶν δέκα ἡμερῶν ὡράθησαν αἱ ἰδέαι αὐτῶν ἀγαθαὶ καὶ ἰσχυραὶ ταῖς σαρξὶν ὑπὲρ τὰ παιδάρια τὰ ἐσθίοντα τὴν τράπεζαν τοῦ βασιλέως.

Κολιτσάρα

Μετὰ τὸ τέλος τῶν δέκα ἡμερῶν εὑρέθησαν, ὅτι τὰ πρόσωπά των ἦσαν ὠραιότερα καὶ τὰ σώματά των ρωμαλεώτερα ἀπὸ τοὺς νέους, οἱ ὁποῖοι ἔτρωγαν ἀπὸ τὴν τράπεζαν τοῦ βασιλέως.

Τρεμπέλα

Μετὰ τὸ τέλος τῶν δέκα ἡμερῶν διεπιστώθη ὅτι τὰ πρόσωπά των ἦσαν ὡραιότερα εἰς ἐμφάνισιν, τὰ δὲ σώματά των ὑγιέστερα καὶ ἰσχυρότερα ἀπὸ ἐκεῖνα τῶν νεαρῶν παιδιῶν, τὰ ὁποῖα ἐσιτίζοντο μὲ φαγητὰ ἀπὸ τὴν βασιλικὴν τράπεζαν.

Δαν. 1,16

καὶ ἐγένετο Ἀμελσὰδ ἀναιρούμενος τὸ δεῖπνον αὐτῶν καὶ τὸν οἶνον τοῦ πόματος αὐτῶν καὶ ἐδίδου αὐτοῖς σπέρματα.

Κολιτσάρα

Ἔκτοτε ὁ Ἀμελσάδ ἀφαιροῦσε πάντοτε τὸ βασιλικὸν δεῖπνον τῶν τεσσάρων παίδων καὶ τὸν οἶνον, τὸν ὁποῖον θὰ ἔπιναν, καὶ ἔδιδεν εἰς αὐτοὺς ὄσπρια καὶ ἄλλας φυτικὰς τροφάς.

Τρεμπέλα

Κατόπιν τῆς διαπιστώσεως αὐτῆς ὁ Ἀμελσὰδ ἀπέσυρε καὶ ἀφαιροῦσε τὴν πλουσίαν βασιλικὴν τροφήν, ποὺ ἔπρεπε νὰ φάγουν οἱ τέσσερις Ἰουδαῖοι νέοι, ὅπως ἐπίσης τὸ κρασί, ποὺ ἔπρεπε νὰ πιοῦν, καὶ ἔδιδεν εἰς αὐτοὺς χορταρικά, λαχανικὰ καὶ ὄσπρια.

Δαν. 1,17

καὶ τὰ παιδάρια ταῦτα, οἱ τέσσαρες αὐτοί, ἔδωκεν αὐτοῖς ὁ Θεὸς σύνεσιν καὶ φρόνησιν ἐν πάσῃ γραμματικῇ καὶ σοφίᾳ· καὶ Δανιὴλ συνῆκεν ἐν πάσῃ ὁράσει καὶ ἐνυπνίοις.

Κολιτσάρα

Εἰς τοὺς νέους αὐτούς, εἰς τοὺς τέσσαρας Ἰσραηλίτας, ἔδωκεν ὁ Θεὸς σύνεσιν καὶ φρόνησιν καὶ πρόοδον εἰς τὰ χαλδαϊκὰ γράμματα καὶ εἰς τὴν σοφίαν τῶν Χαλδαίων. Ὁ Δανιὴλ μάλιστα ἦτο εἰς θέσιν νὰ κατανοῇ καὶ νὰ ἑρμηνεύῃ κάθε εἶδος ὁράματος καὶ ὀνείρων.

Τρεμπέλα

Καὶ εἰς τοὺς νέους αὐτούς, τοὺς τέσσερις Ἰουδαίους, ὁ Θεὸς ἔδωκε σύνεσιν, ὥστε νὰ διακρίνουν πῶς πρέπει νὰ φέρωνται, καὶ φρόνησιν, ἐξυπνάδα, ἱκανότητα καὶ πρόοδον εἰς τὰ χαλδαϊκὰ γράμματα καὶ τὴν βαβυλωνιακὴν σοφίαν. Ἰδιαιτέρως μάλιστα ὁ Δανιὴλ εἶχε τὴν ἱκανότητα νὰ ἐξηγῇ κάθε εἶδος ὀπτασίας ποὺ ἔβλεπε κάποιος εἰς ὥραν ἐγρηγόρσεως, καὶ νὰ ἑρμηνεύῃ ὄνειρα (ἰδικά του ἢ ἄλλων) ποὺ ἔβλεπαν κατὰ τὴν διαρκειαν τοῦ ὕπνου.

Δαν. 1,18

καὶ μετὰ τὸ τέλος τῶν ἡμερῶν, ὧν εἶπεν ὁ βασιλεὺς εἰσαγαγεῖν αὐτούς, καὶ εἰσήγαγεν αὐτοὺς ὁ ἀρχιευνοῦχος ἐναντίον Ναβουχοδονόσορ.

Κολιτσάρα

Μετὰ τὸ πέρας τοῦ χρονικοῦ διαστήματος, ποὺ ὁ βασιλεὺς εἶχεν ὁρίσει νὰ παρουσιάσουν αὐτοὺς ἐνώπιόν του, ὁ ἀρχιευνοῦχος τοὺς ἔφερε πράγματι ἐνώπιον τοῦ Ναβουχοδονόσορος.

Τρεμπέλα

Μετὰ δὲ τὴν λῆξιν τῆς χρονικῆς περιόδου ποὺ καθώρισεν ὁ βασιλιᾶς νὰ παρουσιάσουν τοὺς νέους αὐτοὺς ἐνώπιόν του, ὁ ἀρχιευνοῦχος ὡδήγησε τούτους ἐνώπιον τοῦ Ναβουχοδονόσορος.

Δαν. 1,19

καὶ ἐλάλησε μετ’ αὐτῶν ὁ βασιλεύς, καὶ οὐχ εὑρέθησαν ἐκ πάντων αὐτῶν ὅμοιοι Δανιὴλ καὶ Ἀνανίᾳ καὶ Μισαὴλ καὶ Ἀζαρίᾳ· καὶ ἔστησαν ἐνώπιον τοῦ βασιλέως.

Κολιτσάρα

Ὁ βασιλεὺς συνωμίλησε μὲ αὐτούς. Δὲν εὑρέθησαν δὲ ἀπὸ ὅλους τοὺς αὐλικοὺς καὶ τοὺς δούλους τοῦ βασιλέως ὅμοιοι πρὸς τὸν Δανιήλ, τὸν Ἀνανίαν, τὸν Μισαὴλ καὶ τὸν Ἀζαρίαν. Ἔκτοτε προσελήφθησαν αὐτοὶ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ βασιλέως.

Τρεμπέλα

Ὁ βασιλιᾶς συνωμίλησε μαζί των, μεταξὺ δὲ ὅλων τῶν ἄλλων νέων τῆς βασιλικῆς αὐλῆς δὲν εὑρέθη κανεὶς ὅμοιος πρὸς τὸν Δανιήλ, τὸν Ἀνανίαν, τὸν Μισαὴλ καὶ τὸν Ἀζαρίαν. Κατόπιν τούτου οἱ τέσσερις αὐτοὶ Ἰουδαῖοι προσελήφθησαν εἰς τὴν βασιλικὴν αὐλήν, διὰ νὰ ὑπηρετοῦν τὸν βασιλιᾶ.

Δαν. 1,20

καὶ ἐν παντὶ ῥήματι σοφίας καὶ ἐπιστήμης, ὧν ἐζήτησε παρ’ αὐτῶν ὁ βασιλεύς, εὗρεν αὐτοὺς δεκαπλασίονας παρὰ πάντας τοὺς ἐπαοιδοὺς καὶ τοὺς μάγους τοὺς ὄντας ἐν πάσῃ τῇ βασιλείᾳ αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

Εἰς κάθε δὲ ζήτημα σοφίας καὶ ἐπιστήμης, εἰς τὸ ὁποῖον τοὺς ἐρωτοῦσαν ὁ βασιλεύς, τοὺς εὐρῆκε δέκα φορὰς ἀνωτέρους ἀπὸ ὅλους τοὺς ἐξορκιστὰς καὶ τοὺς μάγους, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκοντο εἰς ὅλην τὴν ἔκτασιν τοῦ βασιλείου του.

Τρεμπέλα

Καὶ εἰς κάθε ζήτημα σοφίας καὶ ἐπιστήμης εἰς τὸ ὁποῖον τοὺς ἐξήτασεν ὁ βασιλιᾶς τοὺς εὑρῆκε δέκα φορὲς καλυτέρους καὶ ἀνωτέρους ἀπὸ ὅλους τοὺς ἐξορκιστὰς καὶ τοὺς μάγους «δηλαδὴ τοὺς σοφωτέρους τῶν Χαλδαίων» ποὺ εὑρίσκοντο εἰς ὅλον τὸ βασίλειόν του.

Δαν. 1,21

καὶ ἐγένετο Δανιὴλ ἕως ἔτους ἑνὸς Κύρου τοῦ βασιλέως.

Κολιτσάρα

Ὁ Δανιὴλ εἰδικώτερα παρέμεινεν εἰς τὰ ἀνάκτορα μέχρι τοῦ πρώτου ἔτους τῆς βασιλείας τοῦ Κύρου, βασιλέως τῶν Περσῶν.

Τρεμπέλα

Ἔμεινε δὲ ὁ Δανιὴλ συνεχῶς εἰς τὴν βασιλικὴν βαβυλωνιακὴν αὐλὴν μέχρι τοῦ πρώτου ἔτους τῆς βασιλείας τοῦ Κύρου, τοῦ βασιλιᾶ τῶν Περσῶν (δηλαδὴ μέχρι τὸ 538 π.Χ.).

Κεφάλαιο 2

Δαν. 2,1

Ἐν τῷ ἔτει τῷ δευτέρῳ τῆς βασιλείας Ναβουχοδονόσορ ἐνυπνιάσθη Ναβουχοδονόσορ ἐνύπνιον, καὶ ἐξέστη τὸ πνεῦμα αὐτοῦ, καὶ ὁ ὕπνος αὐτοῦ ἐγένετο ἀπ’ αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

Κατὰ τὸ δεύτερον ἔτος τῆς βασιλείας του, ὁ Ναβουχοδονόσορ εἶδεν ἕνα ὄνειρον τέτοιο, ὥστε ἐταράχθη τὸ πνεῦμα του καὶ ἔφυγεν ὁ ὕπνος ἀπὸ αὐτόν.

Τρεμπέλα

Κατὰ τὸ δεύτερον ἔτος τῆς βασιλείας του ὁ Ναβουχοδονόσορ εἶδεν ἕνα ὄνειρον, τὸ ὁποῖον τοῦ ἔφερε τόσην ταραχὴν καὶ σύγχυσιν εἰς τὸ πνεῦμα, ὥστε δὲν ἠμποροῦσε να κοιμηθῇ, διότι ὁ ὕπνος τὸν ἐγκατέλειψε.

Δαν. 2,2

καὶ εἶπεν ὁ βασιλεὺς καλέσαι τοὺς ἐπαοιδοὺς καὶ τοὺς μάγους καὶ τοὺς φαρμακοὺς καὶ τοὺς Χαλδαίους τοῦ ἀναγγεῖλαι τῷ βασιλεῖ τὰ ἐνύπνια αὐτοῦ, καὶ ἦλθαν καὶ ἔστησαν ἐνώπιον τοῦ βασιλέως.

Κολιτσάρα

Διέταξεν ὁ βασιλεὺς νὰ καλέσουν τοὺς ἐξορκιστάς, τοὺς μάγους, τοὺς μάντεις, τοὺς σοφοὺς γενικῶς Χαλδαίους, διὰ νὰ εἴπουν εἰς τὸν βασιλέα καὶ νὰ ἐξηγήσουν τὸ ὄνειρόν του. Ἦλθον αὐτοὶ καὶ παρουσιάσθησαν ἐνώπιον τοῦ βασιλέως.

Τρεμπέλα

Τότε ὁ βασιλιᾶς διέταξε νὰ καλέσονν τοὺς ἐξορκιστάς (οἱ ὁποῖοι μαγεύουν καὶ ἰατρεύουν μὲ ὠδές) καὶ τοὺς μάγους καὶ τοὺς φαρμακούς (θαυματοποιοὺς μάντεις καὶ γόητες) καὶ τοὺς ἱερεῖς - μάγους Χαλδαίους, ποὺ ἀνῆκαν εἰς τὴν ἀρχαίαν φυλὴν τοῦ Βαβυλωνιακοῦ ἔθνους, διὰ νὰ εἴπουν εἰς τὸν βασιλιᾶ τὸ περιεχόμενον καὶ τὴν σημασίαν ὅλων ὅσων εἶδεν εἰς τὸ ὄνειρόν του. Ὅλοι δὲ αὐτοὶ ἦλθαν καὶ παρουσιάσθησαν ἐνώπιον τοῦ βασιλιᾶ.

Δαν. 2,3

καὶ εἶπεν αὐτοῖς ὁ βασιλεύς· ἠνυπνιάσθην, καὶ ἐξέστη τὸ πνεῦμά μου τοῦ γνῶναι τὸ ἐνύπνιον.

Κολιτσάρα

Ὁ βασιλεὺς τοὺς εἶπεν· «εἶδα κάποιο ὄνειρον καὶ ἐταράχθη τόσον πολὺ τὸ πνεῦμα μου, ὥστε δὲν τὸ ἐνθυμοῦμαι πλέον».

Τρεμπέλα

Τότε ὁ βασιλιᾶς εἶπεν εἰς αὐτούς: «Εἶδα ἕνα ὄνειρον, καὶ ἐταράχθη καὶ ἐσυγχύσθη τὸ πνεῦμα μου τόσον πολύ, ὥστε δὲν ἐνθυμοῦμαι τὸ περιεχόμενόν του».

Δαν. 2,4

καὶ ἐλάλησαν οἱ Χαλδαῖοι τῷ βασιλεῖ συριστί· βασιλεῦ, εἰς τοὺς αἰῶνας ζῆθι· σὺ εἰπὸν τὸ ἐνύπνιον τοῖς παισί σου, καὶ τὴν σύγκρισιν ἀναγγελοῦμεν.

Κολιτσάρα

Οἱ Χαλδαῖοι αὐτοὶ εἶπαν πρὸς τὸν βασιλέα εἰς τὴν γλῶσσαν τὴν ἀραμαϊκήν· «βασιλεῦ, εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων νὰ ζήσῃς· ἀλλὰ εἰπὲ εἰς ἡμᾶς τοὺς δούλους σου τὸ ὄνειρόν σου καὶ ἡμεῖς θὰ σοῦ γνωστοποιήσωμεν τὴν ἑρμηνείαν του».

Τρεμπέλα

Καὶ οἱ Χαλδαίοι, δηλαδὴ ὅλες οἱ τάξεις τῶν μάγων, ὡμίλησαν εἰς τὸν βασιλιᾶ εἰς τὴν Ἀραμαϊκὴν καὶ τοῦ εἶπαν: «Βασιλιᾶ· εἴθε νὰ ζῇς εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων (νὰ μείνῃς ἀθάνατος)! Σὺ εἰπὲ εἰς ἡμᾶς τοὺς δούλους σου τὸ ὄνειρον ποὺ εἶδες, καὶ ἡμεῖς θὰ σοῦ ἀποκαλύψωμεν καὶ ἀνακοινώσωμεν τὴν ἑρμηνείαν του».

Δαν. 2,5

ἀπεκρίθη ὁ βασιλεὺς τοῖς Χαλδαίοις· ὁ λόγος ἀπ’ ἐμοῦ ἀπέστη· ἐὰν μὴ γνωρίσητέ μοι τὸ ἐνύπνιον καὶ τὴν σύγκρισιν αὐτοῦ, εἰς ἀπώλειαν ἔσεσθε, καὶ οἱ οἶκοι ὑμῶν διαρπαγήσονται·

Κολιτσάρα

Ὁ βασιλεὺς ἀπήντησεν εἰς τοὺς Χαλδαίους· «ἔφυγεν ὁ λόγος ἀπὸ ἐμέ, ἐλησμόνησα τὸ ὄνειρον. Ἐὰν δὲν μοῦ φανερώσετε σεῖς, ποῖον ἦτο τὸ ὄνειρόν μου καὶ ποία εἶναι ἡ ἑρμηνεία του, σεῖς μὲν θὰ καταδικασθῆτε εἰς θάνατον, τὰ δὲ σπίτια καὶ ἡ περιουσία σας θὰ διαρπαγοῦν.

Τρεμπέλα

Ὁ βασιλιᾶς ἀπάντησε εἰς τοὺς Χαλδαίους: «Τὸ ὄνειρον ποὺ εἶδα τὸ ἐλησμόνησα (ἤ, κατ’ ἄλλην ἑρμηνείαν: Αὐτὴ εἶναι ἡ σταθερὴ καὶ ἀμετακλήτη ἀπόφασίς μου)· ἐὰν δὲν μου γνωρίσετε σεῖς τὸ ὄνειρον τὸ ὁποῖον εἶδα, καὶ δὲν μοῦ γνωστοποιήσετε τὴν ἑρμηνείαν του, θὰ θανατωθῆτε, τὰ δὲ σπίτια σας καὶ ἡ περιουσία σας θὰ κατασχεθοῦν καὶ θὰ διαρπαγοῦν.

Δαν. 2,6

ἐὰν δὲ τὸ ἐνύπνιον καὶ τὴν σύγκρισιν αὐτοῦ γνωρίσητέ μοι, δόματα καὶ δωρεὰς καὶ τιμὴν πολλὴν λήψεσθε παρ’ ἐμοῦ· πλὴν τὸ ἐνύπνιον καὶ τὴν σύγκρισιν αὐτοῦ ἀπαγγείλατέ μοι.

Κολιτσάρα

Ἐὰν ὅμως μοῦ καταστήσετε γνωστὸν τὸ ὄνειρον καὶ τὴν ἑρμηνείαν του, θὰ πάρετε ἀπὸ ἐμὲ ἀμοιβάς, δῶρα καὶ μεγάλας τιμάς. Εἴπατέ μου, λοιπόν, τὸ ἐνύπνιον καὶ τὴν ἑρμηνείαν του».

Τρεμπέλα

Ἐὰν ὅμως μοῦ γνωρίσετε τὸ ὄνειρον καὶ τὴν ἑρμηνείαν του, θὰ λάβετε ἀπὸ ἐμὲ ἀμοιβὲς καὶ δῶρα καὶ μεγάλες τιμές. Λοιπόν· γνωρίσατέ μου τὸ ὄνειρον ποὺ εἶδα, καὶ τὴν ἑρμηνείαν του».

Δαν. 2,7

ἀπεκρίθησαν δεύτερον καὶ εἶπαν· ὁ βασιλεὺς εἰπάτω τὸ ἐνύπνιον τοῖς παισὶν αὐτοῦ, καὶ τὴν σύγκρισιν αὐτοῦ ἀναγγελοῦμεν.

Κολιτσάρα

Οἱ μάγοι ἀπεκρίθησαν πάλιν καὶ εἶπαν· «ὁ βασιλεὺς ἂς εἴπῃ εἰς ἡμᾶς τοὺς δούλους του τὸ ἐνύπνιόν του καὶ ἡμεῖς θὰ καταστήσωμεν εἰς αὐτὸν γνωστὴν τὴν ἑρμηνείαν του».

Τρεμπέλα

Οἱ Χαλδαῖοι ἀπεκρίθησαν διὰ δευτέραν φορὰν καὶ τοῦ εἶπαν: «Ἂς εἰπῇ ὁ βασιλιᾶς τὸ ὄνειρόν του εἰς ἡμᾶς τοὺς δούλους του, καὶ ἡμεῖς θὰ τοῦ ἀποκαλύψωμεν καὶ θὰ τοῦ ἀνακοινώσωμεν τὴν ἑρμηνείαν του».

Δαν. 2,8

καὶ ἀπεκρίθη ὁ βασιλεὺς καὶ εἶπεν· ἐπ’ ἀληθείας οἶδα ἐγὼ ὅτι καιρὸν ὑμεῖς ἐξαγοράζετε, καθότι εἴδετε ὅτι ἀπέστη ἀπ’ ἐμοῦ τὸ ῥῆμα.

Κολιτσάρα

Ὁ βασιλεὺς ἀπήντησε· «βλέπω πολὺ καλά, ὅτι σεῖς θέλετε νὰ κερδίζετε καιρόν, διότι ξέρετε, ὅτι ἐκεῖνο ποὺ εἶπα, ὅτι ἐξέχασα τὸ ὄνειρον. Καὶ ξέρετε ποιὰ εἶναι ἡ ἀπόφασίς μου.

Τρεμπέλα

Ἀλλ’ ὁ βασιλιᾶς ἀνταπάντησε καὶ εἶπε: «Διαπιστώνω χωρὶς ἀμφιβολίαν ὅτι σεῖς προσπαθεῖτε νὰ κερδίζετε διὰ τῆς ἀναβολῆς χρόνον (διὰ νὰ μὴ θανατωθῆτε), διότι διεπιστώσατε (ἐκεῖνο ποὺ σᾶς εἶπα) ὅτι ἐλησμόνησα τὸ ὄνειρον ποὺ εἶδα.

Δαν. 2,9

ἐὰν οὖν τὸ ἐνύπνιον μὴ ἀναγγείλητέ μοι, οἶδα, ὅτι ῥῆμα ψευδὲς καὶ διεφθαρμένον συνέθεσθε εἰπεῖν ἐνώπιόν μου, ἕως οὗ ὁ καιρὸς παρέλθῃ· τὸ ἐνύπνιόν μου εἴπατέ μοι, καὶ γνώσομαι ὅτι τὴν σύγκρισιν αὐτοῦ ἀναγγελεῖτέ μοι.

Κολιτσάρα

Ἐάν, λοιπόν, δὲν μοῦ ἀναγγείλετε τὸ ὄνειρόν μου, ἔχω σχηματίσει βεβαίαν τὴν πεποίθησιν, ὅτι ψευδεῖς καὶ δολίους λόγους ἔχετε συμφωνήσει νὰ μοῦ πῆτε, ἕως ὅτου περάσῃ καιρός. Λοιπόν, εἴπατέ μου τὸ ὄνειρόν μου καὶ ἔτσι θὰ μάθω καὶ θὰ πεισθῶ, ὅτι ἔχετε τὴν δύναμιν νὰ μοῦ πῆτε καὶ τὴν ὀρθὴν ἑρμηνείαν του».

Τρεμπέλα

Ἐὰν λοιπὸν δὲν μοῦ γνωρίσετε τὸ ὄνειρον (καὶ δὲν μοῦ ἀποκαλύψετε τὴν ἑρμηνείαν του), ἔχω σχηματίσει σταθερὰν τὴν πεποίθησιν ὅτι συνεφωνήσατε μεταξύ σας νὰ μοῦ εἰπῆτε λόγια παραπλανητικὰ καὶ ἀνειλικρινῆ, μέχρις ὅτου περάσῃ ὁ καιρὸς καὶ λησμονηθῇ ἡ ὑπόθεσις αὐτή. Λοιπὸν μὴ καθυστερεῖτε γνωρίσατέ μου τὸ ὄνειρον ποὺ εἶδα, καὶ τότε ἐγὼ θὰ βεβαιωθῶ ὅτι θὰ μοῦ γνωστοποιήσετε καὶ τὴν ἑρμηνείαν του».

Δαν. 2,10

ἀπεκρίθησαν οἱ Χαλδαῖοι ἐνώπιον τοῦ βασιλέως καὶ λέγουσιν· οὐκ ἔστιν ἄνθρωπος ἐπὶ τῆς ξηρᾶς, ὅστις τὸ ῥῆμα τοῦ βασιλέως δυνήσεται γνωρίσαι, καθότι πᾶς βασιλεὺς μέγας καὶ ἄρχων ῥῆμα τοιοῦτον οὐκ ἐπερωτᾷ ἐπαοιδόν, μάγον καὶ Χαλδαῖον·

Κολιτσάρα

Οἱ Χαλδαῖοι ἀπεκρίθησαν πρὸς τὸν βασιλέα καὶ εἶπαν· «δὲν ὑπάρχει ἄνθρωπος εἰς ὅλην τὴν γῆν, ὁ ὁποῖος θὰ ἠμπορέσῃ νὰ ἀποκαλύψῃ τὸ πρᾶγμα αὐτό, ποὺ ζητεῖ ὁ βασιλεύς. Διότι κανεὶς μέγας βασιλεύς, κανένας ἄρχων κατώτερος δὲν ἐζήτησε ποτὲ τέτοιο πρᾶγμα, δὲν ἀπηύθυνε ποτὲ τέτοιαν ἐρώτησιν εἰς ἐξορκιστάς, μάγους, μάντεις καὶ σοφοὺς Χαλδαίους (ἀστρολόγους).

Τρεμπέλα

Οἱ Χαλδαίοι, ἀδυνατοῦντες νὰ ἐκπληρώσουν τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ βασιλιᾶ, ἀπεκρίθησαν καὶ τοῦ εἶπαν: «Δὲν ὑπάρχει κανεὶς ἄνθρωπος ἐπάνω εἰς τὴν γῆν ὁ ὁποῖος θὰ ἠμπορέσῃ νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ βασιλιᾶ καὶ νὰ δώσῃ λύσιν εἰς τὸ πρόβλημά του. Διὰ τοῦτο κανεὶς μεγάλος βασιλιᾶς καὶ ἰσχυρὸς ἄρχοντας (ἢ διοικητής) δὲν ἐπεχείρησε νὰ θέσῃ ποτὲ τέτοιο ἐρώτημα εἰς ἐξορκιστήν (ποὺ μαγεύει καὶ ἰατρεύει μὲ ὠδές), εἰς μάγον καὶ εἰς Χαλδαῖον (ἱερέα - μάγον Χαλδαῖον, ποὺ ἀνήκει εἰς τὴν ἀρχαίαν φυλὴν τοῦ Βαβυλωνιακοῦ ἔθνους).

Δαν. 2,11

ὅτι ὁ λόγος, ὃν ὁ βασιλεὺς ἐπερωτᾷ, βαρύς, καὶ ἕτερος οὐκ ἔστιν, ὃς ἀναγγελεῖ αὐτὸν ἐνώπιον τοῦ βασιλέως, ἀλλ’ οἱ θεοί, ὧν οὐκ ἔστιν ἡ κατοικία μετὰ πάσης σαρκός.

Κολιτσάρα

Διότι ἡ ἀπαίτησις αὐτὴ τοῦ βασιλέως εἶναι βαρεῖα καὶ δυσκολωτάτη καὶ δὲν ὑπάρχει κανένας ἄλλος, ὁ ὁποῖος θὰ καταστήσῃ γνωστὸν εἰς τὸν βασιλέα τὸ ὄνειρόν του πλὴν ἀπὸ τοὺς θεούς, οἱ ὁποῖοι ὅμως δὲν κατοικοῦν ἀνάμεσά μας, ὥστε νὰ τοὺς ἐρωτήσωμεν».

Τρεμπέλα

Διότι ἡ ἀπαίτησις τοῦ βασιλιᾶ εἶναι μεγάλη καὶ πολὺ δύσκολη, καὶ δὲν ὑπάρχει κανεὶς ἄλλος ὁ ὁποῖος νὰ γνωρίζῃ καὶ νὰ ἠμπορῇ νὰ ἀποκαλύψῃ τὸ ὄνειρον καὶ τὸ περιεχόμενόν του εἰς τὸν βασιλιᾶ, παρὰ μόνον οἱ θεοί, οἱ ὁποῖοι ὅμως δὲν κατοικοῦν μεταξὺ ἡμῶν τῶν θνητῶν ἀνθρώπων».

Δαν. 2,12

τότε ὁ βασιλεὺς ἐν θυμῷ καὶ ὀργῇ εἶπεν ἀπολέσαι πάντας τοὺς σοφοὺς Βαβυλῶνος·

Κολιτσάρα

Τότε ὁ βασιλεὺς κυριευθεὶς ἀπὸ μεγάλον θυμὸν καὶ ἐπάνω εἰς τὴν ἔκρηξιν τῆς ὀργῆς του διέταξε νὰ ἐξολοθρεύσουν ὅλους τοὺς σοφοὺς τῆς Βαβυλῶνος.

Τρεμπέλα

Τότε ὁ βασιλιᾶς Ναβουχοδονόσορ ἐκυριεύθη ἀπὸ μεγάλον θυμὸν καὶ ἐπάνω εἰς τὴν ὀργήν του διέταξε νὰ θανατώσουν ὅλους τοὺς σοφοὺς τῆς Βαβυλῶνος, δηλαδὴ τοὺς ἐπαοιδούς, μάγους, φαρμακοὺς καὶ Χαλδαίους.

Δαν. 2,13

καὶ τὸ δόγμα ἐξῆλθε, καὶ οἱ σοφοὶ ἀπεκτέννοντο, καὶ ἐζήτησαν Δανιὴλ καὶ τοὺς φίλους αὐτοῦ ἀνελεῖν.

Κολιτσάρα

Ἡ βασιλικὴ διαταγὴ ἐξεδόθη καὶ ἤρχισαν αἱ ἐκτελέσεις τῶν σοφῶν. Ἐζήτησαν δὲ νὰ εὕρουν τὸν Δανιὴλ καὶ τοὺς φίλους του, διὰ νὰ φονεύσουν καὶ ἐκείνους.

Τρεμπέλα

Τὸ βασιλικὸν διάταγμα ἐξεδόθη, καὶ οἱ σοφοὶ ἄρχισαν νὰ φονεύωνται (ἤ, κατ’ ἄλλην ἑρμηνείαν: Ὅταν τὸ βασιλικὸν διάταγμα περὶ ἐκτελέσεως τῶν σοφῶν ἐξεδόθη)· τότε ἀνεζήτησαν τὸν Δανιὴλ καὶ τοὺς φίλους του, διὰ νὰ φονεύσουν καὶ αὐτούς.

Δαν. 2,14

τότε Δανιὴλ ἀπεκρίθη βουλὴν καὶ γνώμην τῷ Ἀριὼχ τῷ ἀρχιμαγείρῳ τοῦ βασιλέως, ὃς ἐξῆλθεν ἀναιρεῖν τοὺς σοφοὺς Βαβυλῶνος·

Κολιτσάρα

Τότε ὁ Δανιὴλ ὡμίλησε μὲ σοφίαν καὶ σύνεσιν εἰς τὸν Ἀριώχ, τὸν ἀρχιμάγειρον τοῦ βασιλέως, ὁ ὁποῖος ἐξῆλθε, διὰ νὰ φονεύσῃ τοὺς σοφοὺς τῆς Βαβυλῶνος.

Τρεμπέλα

Τότε ὁ Δανιὴλ ἀπάντησε μὲ φρόνησιν καὶ εὐφυΐαν, προσοχὴν καὶ διάκρισιν εἰς τὸν Ἀριώχ, τὸν ἀρχιμάγειρον τοῦ βασιλιᾶ, ὁ ὁποῖος ἐξῆλθε διὰ νὰ φονεύσῃ τοὺς σοφοὺς τῆς Βαβυλῶνος.

Δαν. 2,15

ἄρχων τοῦ βασιλέως, περὶ τίνος ἐξῆλθεν ἡ γνώμη ἡ ἀναιδὴς ἐκ προσώπου τοῦ βασιλέως; ἐγνώρισε δὲ ὁ Ἀριὼχ τὸ ῥῆμα τῷ Δανιήλ.

Κολιτσάρα

«Ὦ ἄρχον τοῦ βασιλέως, διατί ἐξεδόθη αὐτὴ ἡ ἀσεβὴς καὶ σκληρὰ διαταγὴ ἐκ μέρους τοῦ βασιλέως;» Ὁ Ἀριὼχ κατέστησε γνωστὴν εἰς τὸν Δανιὴλ τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν.

Τρεμπέλα

«Ἄρχοντα τοῦ βασιλιᾶ· διὰ ποῖον λόγον ἐξεδόθη ἡ σκληρὰ αὐτὴ ἀπόφασις καὶ διαταγὴ ἀπὸ τὸν βασιλιᾶ;» Ὁ Ἀριὼχ ἔδωκεν ἐξηγήσεις καὶ ἔκαμε γνωστὴν εἰς τὸν Δανιὴλ τὴν ὅλην ὑπόθεσιν.

Δαν. 2,16

καὶ Δανιὴλ εἰσῆλθε καὶ ἠξίωσε τὸν βασιλέα, ὅπως χρόνον δῷ αὐτῷ, καὶ τὴν σύγκρισιν αὐτοῦ ἀναγγείλῃ τῷ βασιλεῖ.

Κολιτσάρα

Τότε ὁ Δανιὴλ εἰσῆλθεν εἰς τὰ ἀνάκτορα καὶ παρεκάλεσε τὸν βασιλέα, νὰ δώσῃ μικρὸν χρονικὸν διάστημα εἰς αὐτὸν καὶ τοῦ ὑπεσχέθη, ὅτι θὰ τοῦ γνωστοποίησῃ καὶ τὸ ὄνειρον καὶ τὴν ἑρμηνείαν.

Τρεμπέλα

Τότε ὁ Δανιὴλ εἰσῆλθεν εἰς τὰ ἀνάκτορα καὶ ἐζήτησεν ἀπὸ τὸν βασιλιᾶ νὰ τοῦ δώσῃ ὀλίγον χρόνον, νὰ παράσχῃ ὀλίγην ἀναβολὴν τῆς ἐκτελέσεως τῆς διαταγῆς, αὐτὸς δὲ (ὑπεσχέθη ὅτι) θὰ ἀποκαλύψῃ εἰς τὸν βασιλιᾶ τὸ ὄνειρον ποὺ εἶδε, καὶ τὴν ἑρμηνείαν του.

Δαν. 2,17

καὶ εἰσῆλθε Δανιὴλ εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ καὶ τῷ Ἀνανίᾳ καὶ τῷ Μισαὴλ καὶ τῷ Ἀζαρίᾳ τοῖς φίλοις αὐτοῦ τὸ ῥῆμα ἐγνώρισε·

Κολιτσάρα

Ὁ Δανιὴλ εἰσῆλθε κατόπιν εἰς τὸν οἶκον του καὶ κατέστησε γνωστὴν τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν εἰς τὸν Ἀνανίαν, τὸν Μισαήλ καὶ τὸν Ἀζαρίαν.

Τρεμπέλα

Κατόπιν τοῦτον ὁ Δανιὴλ ἐμβῆκε εἰς τὸ διαμέρισμά του, ποὺ εὑρίσκετο εἰς τὸ ἀνάκτορον, καὶ ἐγνωστοποίησε τὰ συμφαίνοντα εἰς τὸν Ἀνανίαν, τὸν Μισαὴλ καὶ τὸν Ἀζαρίαν, τοὺς φίλους του.

Δαν. 2,18

καὶ οἰκτιρμοὺς ἐζήτουν παρὰ τοῦ Θεοῦ τοῦ οὐρανοῦ ὑπὲρ τοῦ μυστηρίου τούτου, ὅπως ἂν μὴ ἀπόλωνται Δανιὴλ καὶ οἱ φίλοι αὐτοῦ μετὰ τῶν ἐπιλοίπων σοφῶν Βαβυλῶνος.

Κολιτσάρα

Ἀμέσως καὶ οἱ τέσσαρες μαζῆ παρακαλοῦσαν τὸν οἰκτίρμονα Θεὸν τοῦ οὐρανοῦ, νὰ ἀποκαλύψῃ τὸ μυστηριῶδες ὄνειρον τοῦ βασιλέως καὶ τὴν ἑρμηνείαν του, διὰ νὰ μὴ καταδικασθοῦν εἰς θάνατον ὁ Δανιὴλ καὶ οἱ φίλοι του μαζῆ μὲ τοὺς ἄλλους σοφοὺς τῆς Βαβυλῶνος.

Τρεμπέλα

Ὁ Δανιὴλ καὶ οἱ τρεῖς φίλοι του ἐζητοῦσαν μὲ προσευχήν, συμπάθειαν καὶ εὐσπλαγχνίαν ἀπὸ τὸν μόνον ἀληθινὸν καὶ ζωντανὸν Θεόν, τὸν Θεὸν τοῦ οὐρανοῦ, νὰ τοὺς ἀποκαλύψῃ τὸ μυστηριῶδες ὄνειρον καὶ τὸ νόημά του, ὥστε νὰ μὴ θανατωθοῦν ὁ Δανιὴλ καὶ οἱ φίλοι του μαζὶ μὲ τοὺς ὑπολοίπους σοφοὺς τῆς Βαβυλῶνος.

Δαν. 2,19

τότε τῷ Δανιὴλ ἐν ὁράματι τῆς νυκτὸς τὸ μυστήριον ἀπεκαλύφθη· καὶ εὐλόγησε τὸν Θεὸν τοῦ οὐρανοῦ Δανιὴλ

Κολιτσάρα

Τότε μὲ ὅραμα τῆς νυκτὸς ἀπεκαλύφθη εἰς τὸν Δανιὴλ τὸ μυστηριῶδες ὅνειρον τοῦ βασιλέως. Ὁ Δανιὴλ ἐδόξασε τὸν Θεὸν τοῦ οὐρανοῦ

Τρεμπέλα

Κατόπιν τούτου ἀπεκαλύφθη εἰς τὸν Δανιὴλ εἰς ὀπτασίαν, τὴν ὁποίαν εἶδε κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς νύκτας, τὸ μυστηριῶδες ὄνειρον. Καὶ ὁ Δανιὴλ ἐδοξολόγησε τὸν μόνον ἀληθινὸν καὶ ζωντανὸν Θεόν, τὸν Θεὸν τοῦ οὐρανοῦ,

Δαν. 2,20

καὶ εἶπεν· εἴη τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ εὐλογημένον ἀπὸ τοῦ αἰῶνος καὶ ἕως τοῦ αἰῶνος, ὅτι ἡ σοφία καὶ ἡ σύνεσις αὐτοῦ ἐστι·

Κολιτσάρα

καὶ εἶπεν· «ἂς εἶναι δοξασμένον τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων, διότι εἰς αὐτὸν ἀνήκει καὶ ὑπάρχει πᾶσα σοφία καὶ σύνεσις.

Τρεμπέλα

καὶ εἶπεν: «Ἂς εἶναι τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου δοξασμένον καὶ εὐλογημένον ἀπὸ τὸν αἰῶνα τῆς παρούσης ζωῆς καὶ μέχρι τὸν ἀτελεύτητον αἰῶνα τοῦ μέλλοντος (δηλαδή: Αἰωνίως καὶ ἀτελευτήτως), διότι ἡ ἄπειρος σοφία καὶ γνῶσις ἀνήκουν εἰς Αὐτόν!

Δαν. 2,21

καὶ αὐτὸς ἀλλοιοῖ καιροὺς καὶ χρόνους, καθιστᾷ βασιλεῖς καὶ μεθιστᾷ, διδοὺς σοφίαν τοῖς σοφοῖς καὶ φρόνησιν τοῖς εἰδόσι σύνεσιν·

Κολιτσάρα

Αὐτὸς μεταβάλλει ἐποχὰς καὶ χρόνους. Ἀνεβάζει εἰς τοὺς θρόνους καὶ καταβιβάζει ἀπὸ θρόνους βασιλεῖς. Αὐτὸς δίδει σοφίαν εἰς τοὺς σοφούς, σύνεσιν καὶ ὀρθοφροσύνην εἰς τοὺς συνετούς.

Τρεμπέλα

Καὶ Αὐτὸς κυβερνᾷ καὶ μεταβάλλει ἐποχὲς καὶ χρόνους· Αὐτὸς ἀναδεικνύει, ἐνθρονίζει βασιλεῖς καὶ ἐκθρονίζει, δίδει σοφίαν εἰς τοὺς σοφοὺς καὶ γνῶσιν εἰς τοὺς συνετοὺς καὶ γνωστικούς.

Δαν. 2,22

αὐτὸς ἀποκαλύπτει βαθέα καὶ ἀπόκρυφα, γινώσκων τὰ ἐν τῷ σκότει, καὶ τὸ φῶς μετ’ αὐτοῦ ἐστι·

Κολιτσάρα

Αὐτὸς ἀποκαλύπτει τὰ βαθειὰ καὶ ἀπόκρυφα γεγονότα καὶ νοήματα. Αὐτὸς γνωρίζει καὶ τὰ εἰς τὸ σκότος τελεσιουργούμενα ἔργα, διότι μαζῆ μὲ αὐτὸν ὑπάρχει τὸ φῶς.

Τρεμπέλα

Αὐτὸς ἀποκαλύπτει τὰ βαθιὰ καὶ ἀπρόσιτα καὶ τὰ ὅλως διόλου κρυφὰ καὶ μυστικὰ γεγονότα· Αὐτὸς ὡς παντογνώστης γνωρίζει ὅσα συμβαίνουν μέσα εἰς τὸ σκοτάδι, διότι μαζί του παραμένει καὶ κατοικεῖ τὸ φῶς.

Δαν. 2,23

σοί, ὁ Θεὸς τῶν πατέρων μου, ἐξομολογοῦμαι καὶ αἰνῶ, ὅτι σοφίαν καὶ δύναμιν δέδωκάς μοι καὶ νῦν ἐγνώρισάς μοι ἃ ἠξιώσαμεν παρὰ σοῦ καὶ τὸ ὅραμα τοῦ βασιλέως ἐγνώρισάς μοι.

Κολιτσάρα

Εἰς σέ, Θεὲ τῶν πατέρων μου, ἀναπέμπω δοξολογίαν καὶ αἴνεσιν, διότι μοῦ ἔδωσες σοφίαν καὶ δύναμιν. Κατέστησες εἰς ἐμὲ γνωστὰ αὐτά, τὰ ὁποῖα διὰ τῆς προσευχῆς σοῦ ἐζήτησα, τὸ ὄνειρον, δηλαδή, τοῦ βασιλέως καὶ τὴν ἑρμηνείαν αὐτοῦ».

Τρεμπέλα

Εἰς Σέ, ποὺ εἶσαι ὁ Θεὸς τῶν πατέρων μου, ἀναπέμπω δοξολογίαν καὶ ὕμνον, διότι μοῦ ἔχεις δώσει σοφίαν καὶ δύναμιν, τώρα δὲ μοῦ ἐγνλωρισες καὶ μοῦ ἀπεκάλυψες ὅσα ἐζητήσαμεν διὰ τῆς προσευχῆς ἀπὸ Σέ, δηλαδὴ μᾶς ἀπεκάλυψες τὸ περιεχόμενον καὶ τὴν ἑρμηνείαν τοῦ ὀνείρου τοῦ βασιλιᾶ».

Δαν. 2,24

καὶ ἦλθε Δανιὴλ πρὸς Ἀριώχ, ὃν κατέστησεν ὁ βασιλεὺς ἀπολέσαι τοὺς σοφοὺς Βαβυλῶνος, καὶ εἶπεν αὐτῷ· τοὺς σοφοὺς Βαβυλῶνος μὴ ἀπολέσῃς, εἰσάγαγε δέ με ἐνώπιον τοῦ βασιλέως, καὶ τὴν σύγκρισιν τῷ βασιλεῖ ἀναγγελῶ.

Κολιτσάρα

Ὁ Δανιὴλ παρουσιάσθη τότε εἰς τὸν Ἀριώχ, τὸν ὁποῖον ὁ βασιλεὺς εἶχε καταστήσει ὑπεύθυνον διὰ τὴν ἐκτέλεσιν ὅλων τῶν σοφῶν τῆς Βαβυλῶνος καὶ τοῦ εἶπε· «μὴ θανατώσῃς τοὺς σοφοὺς τῆς Βαβυλῶνος, ἀλλὰ ὁδήγησέ με ἀμέσως ἐνώπιον τοῦ βασιλέως καὶ ἐγὼ θὰ ἀποκαλύψω εἰς τὸν βασιλέα τὸ ὄνειρόν του καὶ τὴν ἑρμηνείαν».

Τρεμπέλα

Μετὰ τὴν ἀποκάλυψιν αὐτὴν ἀπὸ τὸν Θεόν, ὁ Δανιὴλ ἦλθεν εἰς τὸν ἀρχιμάγειρα Ἀριώχ, τὸν ὁποῖον ὁ βασιλιᾶς εἶχε καταστήσει ὑπεύθυνον διὰ νὰ θανατώσῃ καὶ ἀφανίσῃ τοὺς σοφοὺς τῆς Βαβυλῶνος (ἐπαοιδούς, μάγους, φαρμακούς, Χαλδαίους), καὶ εἶπε πρὸς αὐτόν: «Τοὺς σοφοὺς τῆς Βαβυλῶνος μὴ τοὺς θανατώσῃς· ἀλλ’ ὁδήγησε καὶ παρουσίασέ με ἐνώπιόν του βασιλιᾶ, ἐγὼ δὲ θὰ ἀποκαλύψω εἰς αὐτὸν τὸ περιεχόμενον καὶ τὴν ἑρμηνείαν τοῦ ὀνείρου».

Δαν. 2,25

τότε Ἀριὼχ ἐν σπουδῇ εἰσήγαγε τὸν Δανιὴλ ἐνώπιον τοῦ βασιλέως καὶ εἶπεν αὐτῷ· εὕρηκα ἄνδρα ἐκ τῶν υἱῶν τῆς αἰχμαλωσίας τῆς Ἰουδαίας, ὅστις τὸ σύγκριμα τῷ βασιλεῖ ἀναγγελεῖ.

Κολιτσάρα

Τότε ὁ Ἀριώχ ἔσπευσε καὶ ὡδήγησε τὸν Δανιὴλ ἐνώπιον τοῦ βασιλέως, εἰς τὸν ὁποῖον καὶ εἶπεν· «εὑρῆκα ἄνδρα μεταξὺ τῶν Ἰουδαίων αἰχμαλώτων, ὁ ὁποῖος θὰ ἀναγγείλῃ εἰς τὸν βασιλέα τὸ ὄνειρον καὶ τὴν ἑρμηνείαν τοῦ ὀνείρου».

Τρεμπέλα

Τότε ὁ Ἀριὼχ ὡδήγησεν ἐπειγόντως τὸν Δανιὴλ καὶ τὸν παρουσίασεν ἐνώπιον τοῦ βασιλιᾶ καὶ εἶπεν εἰς αὐτόν: «Εὑρῆκα ἕνα ἄνδρα μεταξὺ τῶν Ἰουδαίων αἰχμαλώτων, ὁ ὁποῖος θὰ εἰπῇ καὶ θὰ ἑρμηνεύσῃ τὸ ὄνειρον τοῦ βασιλιᾶ».

Δαν. 2,26

καὶ ἀπεκρίθη ὁ βασιλεὺς καὶ εἶπε τῷ Δανιήλ, οὗ τὸ ὄνομα Βαλτάσαρ· εἰ δύνασαί μοι ἀναγγεῖλαι τὸ ἐνύπνιον, ὃ εἶδον, καὶ τὴν σύγκρισιν αὐτοῦ;

Κολιτσάρα

Ὁ βασιλεὺς ἀπήντησε καὶ εἶπε τότε εἰς τὸν Δανιήλ, τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα ἦτο Βαλτάσαρ· «πράγματι ἠμπορεῖς νὰ μοῦ φανερώσῃς τὸ ὄνειρον, τὸ ὁποῖον εἶδον, καὶ τὴν ἑρμηνείαν τοῦ ὀνείρου αὐτοῦ;»

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ βασιλιᾶς ἀπάντησε καὶ εἶπε πρὸς τὸν Δανιήλ, τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα ἦταν Βαλτάσαρ: «Ἠμπορεῖς πράγματι νὰ μοῦ εἰπῇς καὶ νὰ μοῦ φανερώσῃς τὸ ὄνειρον τὸ ὁποῖον εἶδα, καὶ τὴν ἑρμηνείαν του;»

Δαν. 2,27

καὶ ἀπεκρίθη Δανιὴλ ἐνώπιον τοῦ βασιλέως καὶ εἶπε· τὸ μυστήριον, ὃ ὁ βασιλεὺς ἐπερωτᾷ, οὐκ ἔστι σοφῶν, μάγων, ἐπαοιδῶν, γαζαρηνῶν ἀναγγεῖλαι τῷ βασιλεῖ,

Κολιτσάρα

Ὁ Δανιὴλ ἀπήντησε πρὸς τὸν βασιλέα καὶ τοῦ εἶπεν· «ἡ λύσις τοῦ μυστηρίου, τὴν ὁποίαν ὁ βασιλεὺς ζητεῖ νὰ τοῦ ἀπαγγείλουν, δὲν εἶναι ἔργον τῶν σοφῶν, τῶν μάγων, τῶν ἐξορκιστῶν καὶ τῶν ἀστρολόγων·

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Δανιήλ, ἀτενίζων τὸν βασιλιᾶ, ἀπεκρίθη καὶ εἶπε: «Τὸ μυστηριῶδες ὄνειρον καὶ ἡ ἑρμηνεία του, περὶ τοῦ ὁποίου ὁ βασιλιᾶς ἐρωτᾷ μὲ ἐνδιαφέρον νὰ μάθῃ, δὲν εἶναι ἔργον σοφῶν, μάγων, ἐξορκιστῶν, ἀστρολόγων νὰ τοῦ τὸ ἀναγγείλουν καὶ νὰ τοῦ τὸ ἐρμηνεύσουν

Δαν. 2,28

ἀλλ’ ἤ ἐστι Θεὸς ἐν οὐρανῷ ἀποκαλύπτων μυστήρια καὶ ἐγνώρισε τῷ βασιλεῖ Ναβουχοδονόσορ ἃ δεῖ γενέσθαι ἐπ’ ἐσχάτων τῶν ἡμερῶν. τὸ ἐνύπνιόν σου καὶ αἱ ὁράσεις τῆς κεφαλῆς σου ἐπὶ τῆς κοίτης σου, τοῦτό ἐστι.

Κολιτσάρα

ἀλλὰ ἔργον τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος κατοικεῖ εἰς τοὺς οὐρανούς. Αὐτὸς ἀποκαλύπτει τὰ μυστήριά του καὶ αὐτὸς ἐγνώρισε εἰς τὸν βασιλέα Ναβουχοδονόσορα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα μέλλουν νὰ συμβοῦν κατὰ τοὺς τελευταίους χρόνους. Τὸ ὄνειρόν σου, βασιλεῦ, καὶ αἱ ὁράσεις τὰς ὁποίας εἶδεν ἡ διάνοιά σου, ἐνῷ εὑρίσκεσο εἰς τὴν κλίνην σου, εἶναι τὰ ἐξῆς·

Τρεμπέλα

ἀλλ’ ὑπάρχει ὁ μόνος ἀληθινὸς καὶ ζωντανὸς Θεὸς εἰς τὸν οὐρανόν, ὁ ὁποῖος φανερώνει καὶ ἀποκαλύπτει μυστήρια καὶ Αὐτὸς ἐγνωστοποίησεν εἰς τὸν βασιλιᾶ Ναβουχοδονόσορα αὐτὰ τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ συμβοῦν κατὰ τοὺς τελευταίους χρόνους (κατὰ τὶς ἔσχατες ἡμέρες, μέχρι τῆς ἐποχῆς τὸν Μεσσία). Λοιπόν· τὸ ὄνειρόν σου καὶ οἱ ὁράσεις ποὺ εἶδες μὲ τὶς διανοητικές σου δυνάμεις, ἐνῷ ἐκοιμᾶσο, εἶναι τὸ ἀκόλουθον:

Δαν. 2,29

σύ, βασιλεῦ, οἱ διαλογισμοί σου ἐπὶ τῆς κοίτης σου ἀνέβησαν τί δεῖ γενέσθαι μετὰ ταῦτα, καὶ ὁ ἀποκαλύπτων μυστήρια ἐγνώρισέ σοι, ἃ δεῖ γενέσθαι.

Κολιτσάρα

Σύ, βασιλεῦ, καθὼς ἤσουνα ἐξηπλωμένος εἰς τὴν κλίνην σου, ἐσκέπτεσο, τί θὰ γίνῃ εἰς τὸ μέλλον· καὶ ὁ Θεός, ὁ ὁποῖος φανερώνει τὰ μυστήρια, σοῦ κατέστησε γνωστόν, τί μέλλει νὰ γίνῃ εἰς τὸ μέλλον.

Τρεμπέλα

Σύ, βασιλιᾶ, ἐνῷ ἤσουν ξαπλωμένος εἰς τὸ κρεββάτι σου, ἐσκέπτεσο τί θὰ συμβῇ εἰς τὸ μέλλον σχετικῶς μὲ τὴν πορείαν τῆς αὐτοκρατορίας σου· καὶ ὁ Θεός, ὁ ὁποῖος κατοικεῖ εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ὁ ὁποῖος φανερώνει καὶ ἀποκαλύπτει μυστήρια, συγκατέβη καὶ ἐγνωστοποίησεν εἰς σὲ αὐτὰ τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ συμβοῦν.

Δαν. 2,30

καὶ ἐμοὶ δὲ οὐκ ἐν σοφίᾳ τῇ οὔσῃ ἐν ἐμοὶ παρὰ πάντας τοὺς ζῶντας τὸ μυστήριον τοῦτο ἀπεκαλύφθη, ἀλλ’ ἕνεκεν τοῦ τὴν σύγκρισιν τῷ βασιλεῖ γνωρίσαι, ἵνα τοὺς διαλογισμοὺς τῆς καρδίας σου γνῷς.

Κολιτσάρα

Εἰς ἐμέ, χωρὶς νὰ ἔχω ἐγὼ σοφίαν μεγαλυτέραν ἀπὸ ὅλους τοὺς ἄλλους σοφούς, ἐφανερώθη τὸ μυστήριον αὐτό. Ἐφανερώθη ἐκ τοῦ Θεοῦ, διὰ νὰ καταστήσω γνωστὴν εἰς τὸν βασιλέα τὴν ἑρμηνείαν τοῦ ὀνείρου καὶ διὰ νὰ πάρῃς ἔτσι ἀπάντησιν εἰς τοὺς διαλογισμούς οἱ ὁποῖοι ἀπασχολοῦσαν καὶ ἀπασχολοῦν τὴν διάνοιάν σου.

Τρεμπέλα

Εἰς ἐμὲ δὲ ἀπεκαλύφθη τὸ μυστηριῶδες τοῦτο ὄνειρον, ὄχι διότι ὑπάρχει εἰς ἐμὲ σοφία ἢ ἱκανότης περισσότερη ἀπὸ ὅση ὑπάρχει εἰς ἄλλους ἀνθρώπους, ἀλλὰ δι’ αὐτὸν καὶ μόνον τὸν σκοπόν (μοῦ ἀπεκαλύφθη τοῦτο ἀπὸ τὸν Θεόν) διὰ νὰ γνωστοποιήσω εἰς τὸν βασιλιᾶ τὴν ἑρμηνείαν τοῦ ὀνείρου, ὥστε νὰ ἐννοήσῃς καὶ λάβῃς ἀπάντησιν εἰς τὶς σκέψεις, τὶς ἀπορίες καὶ τὰ ἐρωτήματα τῆς διανοίας σου».

Δαν. 2,31

σύ, βασιλεῦ, ἐθεώρεις, καὶ ἰδοὺ εἰκὼν μία, μεγάλη ἡ εἰκὼν ἐκείνη, καὶ ἡ πρόσοψις αὐτῆς ὑπερφερής, ἑστῶσα πρὸ προσώπου σου, καὶ ἡ ὅρασις αὐτῆς φοβερά·

Κολιτσάρα

Σύ, λοιπόν, βασιλεῦ, ἔβλεπες καὶ ἰδοὺ ἔμπροσθέν σου ἕνα ἄγαλμα, ἕνα μεγάλο ἄγαλμα. Ἡ ὄψις αὐτοῦ ἦτο ἔξοχος καὶ ὑπερήφανος. Τὸ ἄγαλμα ἵστατο ὄρθιον ἐνώπιόν σου καὶ ἡ ἐμφάνισίς του ἐπροξένει φόβον.

Τρεμπέλα

«Σύ, βασιλιᾶ, ἔβλεπες εἰς τὸ ὄνειρόν σου, καὶ ἰδού! Ἐμπρός σου εὑρίσκετο ἕνα ἄγαλμα· μεγάλο ἦταν τὸ ἄγαλμα ἐκεῖνο, καὶ ἡ ὄψις του ὑπερεῖχεν, ἦταν ἔξοχη, ὑπερήφανη. Τὸ ἄγαλμα ἐστέκετο ἐνώπιόν σου, καὶ ἡ θέα του ἦταν φοβερή!

Δαν. 2,32

εἰκών, ἧς ἡ κεφαλὴ χρυσίου χρηστοῦ, αἱ χεῖρες καὶ τὸ στῆθος καὶ οἱ βραχίονες αὐτῆς ἀργυροῖ, ἡ κοιλία καὶ οἱ μηροὶ χαλκοῖ,

Κολιτσάρα

Αὐτοῦ τοῦ ἀγάλματος ἡ κεφαλὴ ἦτο ἀπὸ καθαρὸν χρυσόν, τὰ χέρια καὶ τὸ στῆθος καὶ οἱ βραχίονές του ἦσαν ἀργυρᾶ. Ἡ κοιλία καὶ οἱ μηροὶ ἦσαν χάλκινοι αἱ δὲ κνῆμαι του ἦσαν σιδηραῖ.

Τρεμπέλα

Ἡ κεφαλὴ τοῦ πελωρίου τούτου ἀγάλματος ἦταν κατασκευασμένη ἀπὸ καθαρὸ χρυσάφι· τὰ χέρια καὶ τὸ στῆθος καὶ οἱ βραχίονές του ἦσαν ἀσημένιοι· ἡ κοιλία καὶ οἱ μηροὶ ἦσαν χάλκινοι·

Δαν. 2,33

αἱ κνῆμαι σιδηραῖ, οἱ πόδες μέρος τι σιδηροῦν καὶ μέρος τι ὀστράκινον.

Κολιτσάρα

Τὰ δὲ πόδια τοῦ ἦσαν ἐν μέρει σιδερένια καὶ ἐν μέρει πήλινα.

Τρεμπέλα

οἱ κνῆμες ἦσαν σιδερένιες, καὶ τὰ πόδια του ἦσαν ἕνα μέρος σιδερένια καὶ ἕνα μέρος πήλινα.

Δαν. 2,34

ἐθεώρεις ἕως οὗ ἐτμήθη λίθος ἐξ ὄρους ἄνευ χειρῶν καὶ ἐπάταξε τὴν εἰκόνα ἐπὶ τοὺς πόδας τοὺς σιδηροῦς καὶ ὀστρακίνους καὶ ἐλέπτυνεν αὐτοὺς εἰς τέλος.

Κολιτσάρα

Ἔβλεπες κατάπληκτος, βασιλεῦ, τὸ ἄγαλμα αὐτό, μέχρις ὅτου ἀπεκόπη, χωρὶς τὴν ἐπέμβασιν καμμιᾶς ἀνθρωπίνης χειρός, ἔνας λίθος ἀπὸ ὄρος, ἐκτύπησε τὸ ἄγαλμα αὐτὸ εἰς τοὺς πόδας τοὺς σιδερένιους καὶ τοὺς πηλίνους καὶ τὸ συνέτριψεν ἐξ ὁλοκλήρου.

Τρεμπέλα

Ἔβλεπες τὸ ἄγαλμα τοῦτο (βασιλιᾶ) καὶ τὸ παρατηροῦσες ἐκστατικός, μέχρις ὅτου λίθος ἀπεκόπη ἀπὸ ὄρος χωρὶς τὴν ἐπέμβασιν ἀνθρωπίνου χεριοῦ καὶ ἐκτύπησε τὸ ἄγαλμα εἰς τὰ πόδια, ποὺ ἦσαν ἀπὸ σίδηρον καὶ πηλόν, καὶ τὰ συνέτριψεν ἐξ ὁλοκλήρου.

Δαν. 2,35

τότε ἐλεπτύνθησαν εἰς ἅπαξ τὸ ὄστρακον, ὁ σίδηρος, ὁ χαλκός, ὁ ἄργυρος, ὁ χρυσός, καὶ ἐγένετο ὡσεὶ κονιορτὸς ἀπὸ ἅλωνος θερινῆς· καὶ ἐξῇρεν αὐτὰ τὸ πλῆθος τοῦ πνεύματος, καὶ τόπος οὐχ εὑρέθη αὐτοῖς· καὶ ὁ λίθος ὁ πατάξας τὴν εἰκόνα ἐγενήθη ὄρος μέγα καὶ ἐπλήρωσε πᾶσαν τὴν γῆν.

Κολιτσάρα

Τότε συνετρίβησαν διὰ μιᾶς μαζῆ μὲ τὰ σιδερένια καὶ πήλινα πόδια ὁ χαλκός, ὁ ἄργυρος καὶ ὁ χρυσὸς τοῦ ἀγάλματος καὶ ἔγιναν κονιορτὸς, ὡσὰν τὸν κονιορτὸν τοῦ ἁλωνιοῦ κατὰ τὸ θέρος. Ἰσχυρὸς δὲ ἄνεμος διεσκόρπισε τὸν κονιορτόν, χωρὶς νὰ ἀφήσῃ οὔτε ἴχνος ἀπὸ αὐτά. Ὁ δὲ λίθος ἐκεῖνος, ποὺ ἐκτύπησε τὸ ἄγαλμα, ἔγινε μέγα ὄρος καὶ ἐγέμισεν ὅλην τὴν γῆν.

Τρεμπέλα

Ταυτοχρόνως συνετρίβησαν διὰ μιᾶς ὁ πηλός, ὁ σίδηρος, ὁ χαλκός, ὁ ἄργυρος, ὁ χρυσὸς καὶ ἔγιναν ὡσὰν σκόνη ἀπὸ ψιλὸν καὶ τριμμένον ἄχυρον εἰς ἁλῶνι κατὰ τὸ θέρος. Ἄνεμος δὲ ἰσχυρὸς διεσκόρπισε τὸν κορνιαχτὸν καὶ τὰ ἐξηφάνισε, χωρὶς νὰ ἀφήσῃ κανένα ἴχνος ἀπὸ αὐτά. Ὁ δὲ λίθος, ὁ ὁποῖος ἐκτύπησε τὸ πελώριον ἄγαλμα, ἔγινε ὄρος τεράστιον καὶ ἐγέμισεν ὁλόκληρον τὴν γῆν».

Δαν. 2,36

τοῦτό ἐστι τὸ ἐνύπνιον καὶ τὴν σύγκρισιν αὐτοῦ ἐροῦμεν ἐνώπιον τοῦ βασιλέως.

Κολιτσάρα

Ἰδού, βασιλεῦ, ποῖον ἦτο τὸ ὄνειρόν σου. Θὰ εἴπωμεν τώρα ἐνώπιον τοῦ βασιλέως καὶ τὴν ἑρμηνείαν του.

Τρεμπέλα

«Αὐτὸ ἦταν τὸ ὄνειρον (τὸ ὁποῖον εἶδες, βασιλιᾶ). Τώρα λοιπὸν θὰ εἰποῦμε ἐνώπιον τοῦ βασιλιᾶ τὴν ἑρμηνείαν, τὸ νόημά του.

Δαν. 2,37

σύ, βασιλεῦ, βασιλεὺς βασιλέων, ᾧ ὁ Θεὸς τοῦ οὐρανοῦ βασιλείαν ἰσχυρὰν καὶ κραταιὰν καὶ ἔντιμον ἔδωκεν,

Κολιτσάρα

Σὺ, βασιλεῦ, ὁ βασιλεὺς τῶν βασιλέων, σὺ εἷσαι ἐκεῖνος, εἰς τὸν ὁποῖον παρέδωκεν ὁ Θεὸς τοῦ οὐρανοῦ βασιλείαν ἰσχυράν, κραταιάν, ἔνδοξον καὶ τιμημένην. Καὶ ἔτσι βασιλεύεις

Τρεμπέλα

Σύ, βασιλιᾶ, ὁ ὁποῖος εἶσαι «βασιλεὺς βασιλέων»· σύ, εἰς τὸν ὁποῖον ὁ μόνος ἀληθινὸς καὶ ζῶν Θεὸς τοῦ οὐρανοῦ ἔδωκε βασιλείαν (μοναρχίαν) ἰσχυράν, κραταιὰν καὶ ἔνδοξον, ὥστε νὰ ἐξουσιάζῃς ὡς κυρίαρχος μονάρχης

Δαν. 2,38

ἐν παντὶ τόπῳ, ὅπου κατοικοῦσιν οἱ υἱοὶ τῶν ἀνθρώπων, θηρία τε ἀγροῦ καὶ πετεινὰ οὐρανοῦ καὶ ἰχθύας τῆς θαλάσσης ἔδωκεν ἐν τῇ χειρί σου καὶ κατέστησέ σε κύριον πάντων, σὺ εἶ ἡ κεφαλὴ ἡ χρυσῆ.

Κολιτσάρα

εἰς κάθε περιοχήν, ὅτου κατοικοῦν ἄνθρωποι καὶ θηρία τῆς ὑπαίθρου, πτηνὰ τοῦ οὐρανοῦ καὶ ἰχθύες τῆς θαλάσσης. Εἰς τὰ χέρια τὰ δικά σου παρέδωκεν αὐτὰ ὁ Θεὸς καὶ σὲ κατέστησε κύριον ὅλων αὐτῶν. Λοιπόν, βασιλεῦ, σὺ εἶσαι ἡ χρυσῆ κεφαλὴ τοῦ ἀγάλματος.

Τρεμπέλα

εἰς κάθε τόπον εἰς τὸν ὁποῖον κατοικοῦν οἱ ἄνθρωποι καὶ τὰ ἄγρια θηρία τοῦ δάσους καὶ τὰ πτηνὰ τοῦ οὐρανοῦ καὶ οἱ ἰχθύες τῆς θαλάσσης· σύ, λοιπόν, εἰς τὰ χέρια τοῦ ὁποίου ὁ Θεὸς παρέδωκεν ὅλα αὐτὰ καὶ σὲ κατέστησε κυρίαρχον καὶ ἐξουσιαστὴν ὅλων αὐτῶν, σὺ εἶσαι ἡ χρυσὴ κεφαλὴ τοῦ ἀγάλματος!

Δαν. 2,39

καὶ ὀπίσω σου ἀναστήσεται βασιλεία ἑτέρα ἥττων σου καὶ βασιλεία τρίτη, ἥτις ἐστὶν ὁ χαλκός, ἣ κυριεύσει πάσης τῆς γῆς.

Κολιτσάρα

Ἔπειτα ἀπὸ σὲ θὰ ἀναφανῇ μία βασιλεία μικροτέρα ἀπὸ τὴν ἰδικήν σου καὶ ἔπειτα ἀπὸ αὐτὴν θὰ ἔλθῃ τρίτη βασιλεία, ἡ ὁποία συμβολίζεται μὲ τὸν χαλκὸν τοῦ ἀγάλματος καὶ θὰ ἐπεκτείνῃ τὴν κυριαρχίαν της ἐπὶ ὅλης τῆς γῆς.

Τρεμπέλα

Καὶ ἔπειτα ἀπὸ σὲ θὰ ἔλθῃ ἄλλη, δεύτερη βασιλεία, κατώτερη εἰς δύναμιν ἀπὸ τὴν ἰδικήν σου, καὶ ἔπειτα ἀπὸ αὐτὴν ἄλλη, τρίτη βασιλεία, ἡ ὁποία συμβολίζεται διὰ τοῦ χαλκοῦ τοῦ πελωρίου ἀγάλματος· ἡ βασιλεία αὐτὴ θὰ κυριαρχήσῃ ἐφ’ ὅλης τῆς γῆς.

Δαν. 2,40

καὶ βασιλεία τετάρτη, ἥτις ἔσται ἰσχυρὰ ὡς σίδηρος· ὃν τρόπον ὁ σίδηρος λεπτύνει καὶ δαμάζει πάντα, οὕτως πάντα λεπτυνεῖ καὶ δαμάσει.

Κολιτσάρα

Ἔπειτα ἀπὸ αὐτὴν θὰ ἔλθῃ τετάρτη βασιλεία, ἡ ὁποία θὰ εἶναι ἰσχυρὰ ὅπως ὁ σίδηρος. Ὅπως δὲ ὁ σίδηρος συντρίβει καὶ δαμάζει τὰ πάντα, ἔτσι καὶ ἡ βασιλεία αὐτὴ θὰ συντρίψῃ καὶ θὰ ὑποτάξῃ τοὺς πάντας ὑπὸ τὴν κυριαρχίαν της.

Τρεμπέλα

Ἔπειτα ἀπὸ αὐτὴν θὰ ἀκολουθήσῃ τετάρτη βασιλεία, ἡ ὁποία θὰ εἶναι ἰσχυρὰ ὅπως ὁ σίδηρος. Ὅπως ὁ σίδηρος συντρίβει, κονιορτοποιεῖ, δαμάζει καὶ ὑποτάσσει τὰ πάντα, κατὰ παρόμοιον τρόπον καὶ ἡ τετάρτη αὐτὴ βασιλεία θὰ συντρίψῃ, θὰ νικήσῃ καὶ θὰ ὑποτάξη ὅλες τὶς προηγούμενες βασιλεῖες.

Δαν. 2,41

καὶ ὅτι εἶδες τοὺς πόδας καὶ τοὺς δακτύλους μέρος μέν τι ὀστράκινον μέρος δέ τι σιδηροῦν, βασιλεία διῃρημένη ἔσται, καὶ ἀπὸ τῆς ῥίζης τῆς σιδηρᾶς ἔσται ἐν αὐτῇ, ὃν τρόπον εἶδες τὸν σίδηρον ἀναμεμειγμένον τῷ ὀστράκῳ·

Κολιτσάρα

Εἶδες τοὺς πόδας καὶ τὰ δάκτυλα τοῦ ἀγάλματος, νὰ εἶναι ἐν μέρει πήλινοι καὶ ἐν μέρει σιδερένιοι. Τοῦτο σημαίνει, ὅτι ἡ βασιλεία αὐτὴ δὲν θὰ ἔχῃ ἑνότητα, ἀλλὰ θὰ εἶναι διῃρημένη. Καὶ εἰς αὐτὴν ταύτην τὴν ὡς σίδηρον βάσιν της θὰ ὑπάρχῃ ἡ διαίρεσις καὶ ὄχι ἡ συνοχή, ὅπως εἶδες τὸν σίδηρον καὶ τὸν πηλὸν ὄχι συγκεκολλημένα εἰς ἕνα σῶμα, ἀλλὰ ἀναμεμιγμένα χωρὶς συνοχὴν μεταξύ των.

Τρεμπέλα

Τὸ ὅτι δὲ εἶδες τὰ πόδια καὶ τὰ δάκτυλα τοῦ ἀγάλματος νὰ εἶναι ἐν μέρει μὲν πήλινα, ἐν μέρει δὲ σιδερένια, τοῦτο σημαίνει ὅτι ἡ βασιλεία αὐτὴ δὲν θὰ εἶναι συμπαγής, ἀλλὰ διηρημένη καὶ διχασμένη· ὅμως εἰς τὴν βασιλείαν αὐτὴν θὰ ὑπάρχῃ κάτι ἀπὸ τὴν στερεότητα (τὴν ρίζαν) τοῦ σιδήρου, ὅπως εἶδες τὸν σίδηρον νὰ εἶναι ἀναμεμειγμένος, χωρὶς ὅμως στερεὰν συνοχήν, μὲ τὸν πηλὸν (δηλαδή: Ἡ βασιλεία αὐτὴ θὰ εἶναι ἀνομοιογενής· θὰ ἀποτελῆται ἀπὸ λαοὺς ἰσχυρούς, ἀλλὰ καὶ ἀδυνάτους).

Δαν. 2,42

καὶ οἱ δάκτυλοι τῶν ποδῶν μέρος μέν τι σιδηροῦν μέρος δέ τι ὀστράκινον, μέρος τι τῆς βασιλείας ἔσται ἰσχυρὸν καὶ ἀπ’ αὐτῆς ἔσται συντριβόμενον.

Κολιτσάρα

Οἱ δάκτυλοι τῶν ποδῶν ἦσαν ἐν μέρει σιδερένιοι καὶ ἐν μέρει πήλινοι. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι τμῆμα τι τῆς βασιλείας αὐτῆς θὰ εἶναι ἰσχυρόν, ἐνῷ τὸ ἄλλο τμήμα θὰ εἶναι εὔθραυστον.

Τρεμπέλα

Τὰ δάκτυλα τῶν ποδιῶν τοῦ ἀγάλματος ἦσαν ἐν μέρει σιδερένια, ἐν μέρει δὲ πήλινα· τοῦτο σημαίνει ὅτι ἕνα τμῆμα τῆς τετάρτης αὐτῆς βασιλείας θὰ εἶναι ἰσχυρόν (ὅπως ὁ σίδηρος) καὶ ἄλλο τμῆμα τῆς θὰ εἶναι εὔθραυστον.

Δαν. 2,43

ὅτι εἶδες τὸν σίδηρον ἀναμεμειγμένον τῷ ὀστράκῳ, συμμειγεῖς ἔσονται ἐν σπέρματι ἀνθρώπων καὶ οὐκ ἔσονται προσκολλώμενοι οὗτος μετὰ τούτου, καθὼς ὁ σίδηρος οὐκ ἀναμείγνυται μετὰ τοῦ ὀστράκου.

Κολιτσάρα

Εἶδες τὸν σίδηρον ἀνακατωμένον μὲ τὸν πηλόν. Αὐτὸ σημαίνει, ὅτι ἀνακατεμένοι θὰ εἶναι οἱ λαοί, ποὺ θὰ ἀποτελοῦν αὐτὴν τὴν βασιλείαν. Δὲν θὰ ἔχουν στενὸν σύνδεσμον ὁ ἕνας μὲ τὸν ἄλλον, ὥστε νὰ ἀποτελοῦν μίαν ἑνότητα. Θὰ εἶναι, ὅπως ὁ σίδηρος, ποὺ δὲν ἀναμιγνύεται μὲ τὸν πηλὸν καὶ δὲν ἀποτελεῖ ἀδιάσπαστον ἑνότητα.

Τρεμπέλα

Τὸ ὅτι εἶδες τὸν σίδηρον νὰ εἶναι ἀναμεμειγμένος μὲ τὸν πηλόν, τοῦτο σημαίνει ὅτι οἱ λαοὶ ποὺ ἀποτελοῦν τὴν τετάρτην βασιλείαν θὰ εἶναι ἀνάμεικτοι. Δὲν θὰ συνδέωνται ὅμως στενά, κατὰ τρόπον συμπαγῆ, ὁ ἕνας μὲ τὸν ἄλλον, ὅπως ἀκριβῶς ὁ σίδηρος δὲν ἀναμειγνύεται καὶ δὲν συνενώνεται στενὰ μὲ τὸν πηλόν.

Δαν. 2,44

καὶ ἐν ταῖς ἡμέραις τῶν βασιλέων ἐκείνων ἀναστήσει ὁ Θεὸς τοῦ οὐρανοῦ βασιλείαν, ἥτις εἰς τοὺς αἰῶνας οὐ διαφθαρήσεται, καὶ ἡ βασιλεία αὐτοῦ λαῷ ἑτέρῳ οὐχ ὑπολειφθήσεται· λεπτυνεῖ καὶ λικμήσει πάσας τὰς βασιλείας, καὶ αὐτὴ ἀναστήσεται εἰς τοὺς αἰῶνας.

Κολιτσάρα

Κατὰ τὴν ἐποχὴν τῶν βασιλέων τῆς τετάρτης βασιλείας, ὁ Θεὸς τοῦ οὐρανοῦ θὰ ἀναδείξῃ μίαν ἄλλην βασιλείαν, ἡ ὁποία εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων δὲν θὰ καταστραφῇ. Καὶ ἔτσι ἡ βασιλεία αὐτὴ τοῦ Θεοῦ δὲν θὰ λείψῃ, δὲν θὰ δώσῃ τόπον εἰς ἄλλην βασιλείαν. Θὰ συντρίψῃ δέ, καὶ θὰ θρυμματίσῃ καὶ θὰ λιχνίσῃ ὅλας τὰς ἄλλας βασιλείας· καὶ αὐτὴ θὰ ὑψωθῇ, θὰ ἐκταθῇ καὶ θὰ ὑπάρχῃ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων.

Τρεμπέλα

Καὶ κατὰ τὴν ἐποχὴν τῶν βασιλέων τῆς τετάρτης ἐκείνης βασιλείας ὁ Θεὸς τοῦ οὐρανοῦ θὰ ἀναστήσῃ βασιλείαν, ἡ ὁποία οὐδέποτε θὰ καταστροφή, καὶ τοιουτοτρόπως ἡ αἰωνία αὐτὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ δὲν θὰ καταλυθῇ, ὥστε νὰ περιέλθῃ εἰς τὰ χέρια ἄλλου βασιλείου, τὸ ὁποῖον θὰ τὴν διαδεχθῇ. Ἢ βασιλεία αὐτὴ τοῦ Θεοῦ θὰ συντρίψῃ, θὰ θρυμματίσῃ καὶ θὰ λιχνίσῃ ὅλες τὶς βασιλεῖες τοῦ κόσμου, ἐνῷ αὐτὴ θὰ ὑψωθῆ, θὰ κυριαρχήσῃ παντοῦ καὶ θὰ ὑπάρχῃ πάντοτε εἰς τοὺς ἀτελευτήτους αἰῶνας τῶν αἰώνων!

Δαν. 2,45

ὃν τρόπον εἶδες ὅτι ἀπὸ ὄρους ἐτμήθη λίθος ἄνευ χειρῶν καὶ ἐλέπτυνε τὸ ὄστρακον, τὸν σίδηρον, τὸν χαλκόν, τὸν ἄργυρον, τὸν χρυσόν, ὁ Θεὸς ὁ μέγας ἐγνώρισε τῷ βασιλεῖ ἃ δεῖ γενέσθαι μετὰ ταῦτα, καὶ ἀληθινὸν τὸ ἐνύπνιον, καὶ πιστὴ ἡ σύγκρισις αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

Ὅπως εἶδες, βασιλεῦ, ὅτι, δηλαδή, χωρὶς τὴν ἐπέμβασιν ἀνθρωπίνης χειρὸς ἐκόπη ἕνας λίθος ἀπὸ ὄρος καὶ συνέτριψε τὸν πηλόν, τὸν σίδηρον, τὸν χαλκόν, τὸν ἄργυρον καὶ τὸν χρυσόν, ἔτσι ὁ μέγας Θεὸς ἀπεκαλυψεν εἰς τὸν βασιλέα τὸν Ναβουχοδονόσορα, τί θὰ γίνῃ εἰς τὸ μέλλον σχετικῶς μὲ τὰς διαφόρους βασιλείας. Τὸ ὄνειρον εἶναι ἀληθινὸν καὶ ἡ ἑρμηνεία αὐτοῦ πιστὴ καὶ ἀκριβής».

Τρεμπέλα

Καθὼς ἀκριβῶς εἶδες, βασιλιᾶ, ὅτι ἀπὸ ὄρος ἀπεκόπη λίθος χωρὶς τὴν ἐπέμβασιν ἀνθρωπίνων χεριῶν καὶ συνέτριψε καὶ ἐθρυμμάτισε τὸν πηλόν, τὸν σίδηρον, τὸν χαλκόν, τὸν ἄργυρον καὶ τὸν χρυσόν, (ἔτσι) ὁ Θεὸς ὁ μέγας καὶ παντοδύναμος συγκατέβη καὶ ἐγνωστοποίησεν εἰς τὸν βασιλιᾶ αὐτὰ τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ συμβοῦν κατὰ τὴν ἐποχὴν ποὺ θὰ ἀκολουθήσῃ εὐθὺς ἔπειτα ἀπὸ αὐτὸν καὶ εἰς τὸ ἀπώτερον μέλλον. Τὸ ὄνειρον δὲ (ποὺ εἶδες) εἶναι ἀληθινόν, περιέχει μήνυμα σπουδαῖον, θεῖον ἡ δὲ ἑρμηνεία του εἶναι πιστὴ καὶ βεβαία».

Δαν. 2,46

τότε ὁ βασιλεὺς Ναβουχοδονόσορ ἔπεσεν ἐπὶ πρόσωπον καὶ τῷ Δανιὴλ προσεκύνησε καὶ μαναὰ καὶ εὐωδίας εἶπε σπεῖσαι αὐτῷ.

Κολιτσάρα

Τότε ὁ βασιλεὺς ὁ Ναβουχοδονόσορ ἔπεσε πρηνὴς εἰς τὸ ἔδαφος καὶ προσκύνησε τὸν Δανιὴλ καὶ διέταξε νὰ προσφέρουν πρὸς χάριν αὐτοῦ ἀναιμάκτους θυσίας καὶ εὐώδη θυμιάματα.

Τρεμπέλα

Ὅταν ὁ βασιλιᾶς Ναβουχοδονόσορ ἄκουσε τὸ ὄνειρον καὶ τὴν ἑρμηνείαν του, ἔπεσε πρηνὴς εἰς τὴν γῆν καὶ ἐπροσκύνησε μὲ σεβασμὸν τὸν Δανιήλ· διέταξε δὲ νὰ προσφέρουν εἰς τὸν Θεόν, ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ Δανιήλ, θυσίαν ἀναίμακτον καὶ εὐώδη θυμιάματα.

Δαν. 2,47

καὶ ἀποκριθεὶς ὁ βασιλεὺς εἶπε τῷ Δανιήλ· ἐπ’ ἀληθείας ὁ Θεὸς ὑμῶν αὐτός ἐστι Θεὸς θεῶν καὶ κύριος τῶν βασιλέων καὶ ἀποκαλύπτων μυστήρια, ὅτι ἠδυνήθης ἀποκαλύψαι τὸ μυστήριον τοῦτο.

Κολιτσάρα

Εἶπε δὲ ὁ βασιλεὺς εἰς τὸν Δανιήλ· «πράγματι ὁ Θεός σας αὐτὸς εἶναι ὁ Θεός τῶν θεῶν καὶ ὁ Κύριος τῶν βασιλέων, ὁ ὁποῖος φανερώνει μυστήρια, διότι σὺ μόνος μὲ τὴν δύναμιν τοῦ Θεοῦ σου ἠμπόρεσες νά μοῦ ἀποκαλύψῃς τὸ μυστηριῶδες τοῦτο γεγονός».

Τρεμπέλα

Ἀπεκρίθη δὲ ὁ βασιλιᾶς εἰς τὸν Δανιὴλ καὶ εἶπε: «Πραγματικὰ καὶ ἀληθινὰ ὁ Θεός σας εἶναι ὁ Θεὸς τῶν ἄλλων ποὺ θεωροῦνται θεοί, καὶ ὁ κύριος καὶ ἄρχων τῶν βασιλέων, καὶ αὐτὸς ὁ ὁποῖος φανερώνει καὶ ἀποκαλύπτει μυστήρια, καθ’ ὅσον μόνον σὺ ἠμπόρεσες νὰ μοῦ ἀποκαλύψῃς καὶ νὰ μοῦ ἑρμηνεύσῃς τὸ μυστηριῶδες αὐτὸ ὄνειρον ποὺ εἶδα».

Δαν. 2,48

καὶ ἐμεγάλυνεν ὁ βασιλεὺς τὸν Δανιὴλ καὶ δόματα μεγάλα καὶ πολλὰ ἔδωκεν αὐτῷ καὶ κατέστησεν αὐτὸν ἐπὶ πάσης χώρας Βαβυλῶνος καὶ ἄρχοντα σατραπῶν ἐπὶ πάντας τοὺς σοφοὺς Βαβυλῶνος.

Κολιτσάρα

Ὁ βασιλεὺς ἐτίμησε καὶ ἐδόξασε τὸν Δανιήλ, τοῦ προσέφερε μεγάλας δωρεάς, τὸν κατέστησεν ἀρχηγὸν ὅλης τῆς χώρας τῆς Βαβυλῶνος, ἄρχοντα τῶν σατραπῶν καὶ ὅλων τῶν σοφῶν τῆς Βαβυλῶνος.

Τρεμπέλα

Ὁ βασιλιᾶς ἐτίμησε πολὺ καὶ ἐδόξασε τὸν Δανιήλ, τοῦ ἔδωκε δὲ βαρύτιμα καὶ πολλὰ δῶρα· καὶ τὸν κατέστησε κυβερνήτην καὶ διοικητὴν ὁλοκλήρου τῆς ἐπαρχίας Βαβυλῶνος καὶ ἄρχοντα - προϊστάμενον τῶν σατραπῶν καὶ ὅλων τῶν σοφῶν τῆς Βαβυλῶνος.

Δαν. 2,49

καὶ Δανιὴλ ᾐτήσατο παρὰ τοῦ βασιλέως, καὶ κατέστησεν ἐπὶ τὰ ἔργα τῆς χώρας Βαβυλῶνος τὸν Σεδράχ, Μισὰχ καὶ Ἀβδεναγώ· καὶ Δανιὴλ ἦν ἐν τῇ αὐλῇ τοῦ βασιλέως.

Κολιτσάρα

Ὁ Δανιὴλ ἐζήτησε παρὰ τοῦ βασιλέως καὶ διώρισεν ἄρχοντας διὰ τὰ ἔργα τῆς περιοχῆς Βαβυλῶνος τὸν Σεδράχ, Μισὰχ καὶ Ἀβδεναγώ. Ὁ δὲ Δανιὴλ ἔμεινεν εἰς τὴν αὐλὴν τοῦ βασιλέως.

Τρεμπέλα

Ὁ δὲ Δανιὴλ ἐζήτησεν ἀπὸ τὸν βασιλιᾶ, ὁ ὁποῖος καὶ διώρισεν ὡς ὑπευθύνους διοικητὰς διὰ τὶς ὑποθέσεις τῆς ἐπαρχίας τῆς Βαβυλῶνος τὸν Σεδράχ, Μισὰχ καὶ Ἀβδεναγώ. Ὁ ἴδιος δὲ ὁ Δανιὴλ παρέμεινεν εἰς τὴν ἀνακτορικὴν αὐλὴν ὡς αὐλάρχης καὶ ἰδιαίτερος τοῦ βασιλιᾶ.

Κεφάλαιο 3

Δαν. 3,1

Ἔτους ὀκτωκαιδεκάτου Ναβουχοδονόσορ ὁ βασιλεὺς ἐποίησεν εἰκόνα χρυσῆν, ὕψος αὐτῆς πήχεων ἑξήκοντα, εὖρος αὐτῆς πήχεων ἕξ, καὶ ἔστησεν αὐτὴν ἐν πεδίῳ Δεειρᾷ, ἐν χώρᾳ Βαβυλῶνος.

Κολιτσάρα

Ὁ βασιλεὺς Νοοβουχοδονόσορ διέταξε κατὰ τὸ δέκατον ὄγδοον ἔτος τῆς βασιλείας του καὶ κατεσκεύασαν ἕνα χρυσὸν ἄγαλμα. Τὸ ὕψος του ἦτο ἑξῆντα πήχεις καὶ τὸ πλάτος του ἓξ πήχεις. Τὸ ἐτοποθέτησε δὲ εἰς τὴν πεδιάδα Δεειρᾶ, εἰς τὴν περιοχὴν τῆς Βαβυλῶνος.

Τρεμπέλα

Ὁ βασιλιᾶς τῆς Βαβυλῶνος Ναβουχυδονόσορ κατὰ τὸ δέκατον ὄγδοον ἔτος τῆς βασιλείας του κατεσκεύασεν ἕνα χρυσὸν ἄγαλμα· τὸ ὕψος του ἦταν ἑξῆντα πήχεις καὶ τὸ πλάτος του ἕξι πήχεις. Τὸ ἄγαλμα τοῦτο τὸ ἔστησεν εἰς τὴν πεδιάδα Δεειρᾶ, (ποὺ εὑρίσκετο) εἰς τὴν ἐπαρχίαν (ἤ, τὴν ἐπικράτειαν) τῆς Βαβυλῶνος.

Δαν. 3,2

καὶ ἀπέστειλε συναγαγεῖν τοὺς ὑπάτους καὶ τοὺς στρατηγοὺς καὶ τοὺς τοπάρχας, ἡγουμένους τε καὶ τυράννους καὶ τοὺς ἐπ’ ἐξουσιῶν καὶ πάντας τοὺς ἄρχοντας τῶν χωρῶν ἐλθεῖν εἰς τὰ ἐγκαίνια τῆς εἰκόνος, ἣν ἔστησε Ναβουχοδονόσορ ὁ βασιλεύς.

Κολιτσάρα

Κατόπιν ἔστειλεν ἀνθρώπους, νὰ συγκεντρώσουν τοὺς ὑπάτους καὶ τοὺς στρατηγούς, τοὺς τοπάρχας, τοὺς προϊσταμένους καὶ τοὺς ἄρχοντας, τοὺς κατέχοντας ἐξουσίας καὶ ὅλους ἐν γένει τοὺς ἄρχοντας τῶν χωρῶν, διὰ νὰ ἔλθουν εἰς τὰ ἐγκαίνια τοῦ ἀγάλματος, τὸ ὁποῖον ἔστησεν ὁ βασιλεὺς Ναβουχσδανόσορ.

Τρεμπέλα

Κατόπιν ὁ βασιλιᾶς ἔστειλεν ἀπεσταλμένους νὰ συναθροῖσουν τοὺς ὑπάτους (σατράπας) καὶ τοὺς στρατηγοὺς καὶ τοὺς τοπάρχας (κυβερνήτας περιοχῶν), τοὺς ἡγουμένους (προεστῶτας, συμβούλους) καὶ τοὺς τυράννους (ἡγεμόνας) καὶ τοὺς προϊσταμένους ὑπηρεσιῶν (ἀξιωματούχους) καὶ γενικῶς ὅλους τοὺς ἄρχοντας τῶν χωρῶν ποὺ ἐξουσίαζε, διὰ νὰ ἔλθουν εἰς τὰ ἐγκαίνια τοῦ ἀγάλματος, τὸ ὁποῖον ἔστησεν ὁ βασιλιᾶς Ναβουχοδονόσορ.

Δαν. 3,3

καὶ συνήχθησαν οἱ τοπάρχαι, ὕπατοι, στρατηγοί, ἡγούμενοι, τύραννοι μεγάλοι, οἱ ἐπ’ ἐξουσιῶν καὶ πάντες οἱ ἄρχοντες τῶν χωρῶν εἰς τὸν ἐγκαινισμὸν τῆς εἰκόνος, ἣν ἔστησε Ναβουχοδονόσορ ὁ βασιλεύς, καὶ εἱστήκεισαν ἐνώπιον τῆς εἰκόνος.

Κολιτσάρα

Πράγματι συνεκεντρώθησαν οἱ τοπάρχαι, οἱ ὕπατοι, οἱ στρατηγοί, οἱ προϊστάμενοι ὑπηρεσιῶν, οἱ μεγάλοι ἄρχοντες, οἱ ἔχοντες ἐξουσίαν, ὅλοι οἱ ἄρχοντες τῶν χωρῶν εἰς τὰ ἐγκαίνια τοῦ ἀγάλματος, τὸ ὁποῖον ἔστησεν ὁ Ναβουχαδονόσορ ὁ βασιλεύς. Ὅλοι αὐτοὶ ἦλθαν καὶ ἐστάθησαν ἐνώπιον τοῦ ἀγάλματος.

Τρεμπέλα

Συνεκεντρώθησαν λοιπὸν οἱ τοπάρχαι (κυβερνῆται περιοχῶν), οἱ ὕπατοι, οἱ στρατηγοί, οἱ ἡγούμενοι (προεστῶτες, σύμβουλοι), οἱ τύραννοι (ἡγεμόνες) οἱ μεγάλοι, οἱ προϊστάμενοι ὑπηρεσιῶν (ἀξιωματοῦχοι) καὶ γενικῶς ὅλοι οἱ ἄρχοντες τῶν χωρῶν ποὺ ἐξουσίαζεν ὁ μονάρχης τῆς Βαβυλῶνος, διὰ νὰ παραστοῦν εἰς τὰ ἐγκαίνια τοῦ ἀγάλματος, τὸ ὁποῖον ἔστησεν ὁ βασιλιᾶς Ναβουχοδονόσορ. Ὅλοι αὐτοὶ ἐστάθησαν ὄρθιοι ἐμπρὸς εἰς τὸ πελώριον ἐκεῖνο ἄγαλμα.

Δαν. 3,4

καὶ ὁ κῆρυξ ἐβόα ἐν ἰσχύϊ· ὑμῖν λέγεται, λαοί, φυλαί, γλῶσσαι·

Κολιτσάρα

Ὁ δὲ κῆρυξ ἐφώναζε μὲ ἰσχυρὰν φωνήν· «ἀκούσατε σεῖς, λαοί, φυλαὶ καὶ γλῶσσαι·

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ κήρυκας ἐφώναζε μὲ πολὺ δυνατὴν φωνήν: «Πρὸς σᾶς, ἄνθρωποι τῶν διαφόρων λαῶν, φυλῶν καὶ γλωσσῶν, ἀπευθύνεται ἡ ἀκόλουθη διαταγή:

Δαν. 3,5

ᾗ ἂν ὥρᾳ ἀκούσητε τῆς φωνῆς τῆς σάλπιγγος, σύριγγός τε καὶ κιθάρας, σαμβύκης τε καὶ ψαλτηρίου, συμφωνίας καὶ παντὸς γένους μουσικῶν, πίπτοντες προσκυνεῖτε τῇ εἰκόνι τῇ χρυσῇ, ᾗ ἔστησε Ναβουχοδονόσορ ὁ βασιλεύς·

Κολιτσάρα

τὴν ὥραν, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἀκούσετε τὸν ἦχον τῆς σάλπιγγος, τοῦ αὐλοῦ καὶ τῆς κιθάρας, τῆς τετραχόρδου σαμβύκης καὶ τοῦ ψαλτηρίου, συμφωνίαν αὐτῶν καὶ παντὸς ἄλλου εἴδους μουσικῶν ὀργάνων, θὰ πίπτετε καὶ θὰ προσκυνῆτε τὸ ἄγαλμα τὸ χρυσόν, τὸ ὁποῖον ὁ βασιλεὺς Ναβουχοδονόσορ ἔστησεν.

Τρεμπέλα

Εὐθὺς ἀμέσως, μόλις ἀκούσετε τὸν ἦχον τῆς σάλπιγγος καὶ τοῦ αὐλοῦ καὶ τῆς κιθάρας καὶ τῆς σαμβύκης (= τετραχόρδου ὀργάνου, εἴδους λύρας) καὶ τοῦ ψαλτηρίου (= ἅρπας ἢ σαντουριοῦ) καὶ τῆς συμφωνίας (= ἀσκαύλου, γκάϊδας) καὶ παντὸς ἅλλου εἴδους μουσικῶν ὀργάνων, θὰ πίπτετε κάτω μὲ τὸ πρόσωπον κατὰ γῆς καὶ θὰ προσκυνῆτε τὸ χρυσὸν ἄγαλμα, τὸ ὁποῖον ἔστησεν ὁ βασιλιᾶς Ναβουχοδονόσορ.

Δαν. 3,6

καὶ ὃς ἂν μὴ πεσὼν προσκυνήσῃ, αὐτῇ τῇ ὥρᾳ ἐμβληθήσεται εἰς τὴν κάμινον τοῦ πυρὸς τὴν καιομένην.

Κολιτσάρα

Ἐκεῖνος δέ, ὁ ὁποῖος δὲν θὰ πέσῃ νὰ προσκυνήσῃ, θὰ ριφθῇ αὐτὴν τὴν ὥραν εἰς τὴν καιομένην κάμινον τοῦ πυρός».

Τρεμπέλα

Ἐκεῖνος δὲ ὁ ὁποῖος δὲν θὰ πέσῃ κάτω μὲ τὸ πρόσωπον κατὰ γῆς νὰ προσκυνήσῃ, θὰ ριφθῇ εὐθὺς ἀμέσως εἰς τὸ ἀναμμένον καὶ καιόμενον καμίνι τῆς φωτιᾶς».

Δαν. 3,7

καὶ ἐγένετο ὅταν ἤκουον οἱ λαοὶ τῆς φωνῆς τῆς σάλπιγγος, σύριγγός τε καὶ κιθάρας, σαμβύκης τε καὶ ψαλτηρίου καὶ συμφωνίας καὶ παντὸς γένους μουσικῶν, πίπτοντες πάντες οἱ λαοί, φυλαί, γλῶσσαι, προσεκύνουν τῇ εἰκόνι τῇ χρυσῇ, ᾗ ἔστησε Ναβουχοδονόσορ ὁ βασιλεύς.

Κολιτσάρα

Ὅταν λοιπὸν οἱ λαοὶ ἤκουαν τὸν ἦχον τῆς σάλπιγγος, τοῦ αὐλοῦ καὶ τῆς κιθάρας, τῆς τετραχόρδου σαμβύκης καὶ τοῦ ψαλτηρίου, τὴν συμφωνίαν αὐτῶν καὶ παντὸς ἄλλου εἴδους μουσικῶν ὀργάνων, ἔπιπταν εἰς τὴν γῆν ὅλοι οἱ λαοί, αἱ φυλαί, αἱ γλῶσσαι καὶ προσκυνοῦσαν τὸ ἄγαλμα τὸ χρυσοῦν, τὸ ὁποῖον ἔστησεν ὁ βασιλεὺς Ναβουχσδονόσορ.

Τρεμπέλα

Συνέβαινε λοιπὸν τοῦτο: Ὅταν ἄκουαν οἱ λαοὶ ποὺ εἶχαν συγκεντρωθῇ τὸν ἦχον τῆς σάλπιγγος καὶ τοῦ αὐλοῦ καὶ τῆς κιθάρας καὶ τῆς σαμβύκης καὶ τοῦ ψαλτηρίου καὶ τῆς συμφωνίας, ἔπεφταν κάτω μὲ τὸ πρόσωπον κατὰ γῆς ὅλοι οἱ ἄνθρωποι τῶν διαφόρων λαῶν, φυλῶν καὶ γλωσσῶν καὶ ἐπροσκυνοῦσαν τὸ χρυσὸν ἄγαλμα, τὸ ὁποῖον ἔστησεν ὁ βασιλιᾶς Ναβουχοδονόσορ.

Δαν. 3,8

τότε προσήλθοσαν ἄνδρες Χαλδαῖοι καὶ διέβαλον τοὺς Ἰουδαίους

Κολιτσάρα

Τότε ὅμως παρουσιάσθησαν ἐνώπιον τοῦ βασιλέως μερικοὶ Χαλδαῖοι καὶ κατήγγειλαν τοὺς Ἰουδαίους

Τρεμπέλα

Τότε παρουσιάσθησαν μερικοὶ ἄνδρες Χαλδαῖοι καὶ κατηγόρησαν τοὺς Ἰουδαίους

Δαν. 3,9

τῷ βασιλεῖ Ναβουχοδονόσορ· βασιλεῦ, εἰς τοὺς αἰῶνας ζῆθι.

Κολιτσάρα

εἰς τὸν βασιλέα Ναβουχοδονόσορα λέγοντες· «βασιλεῦ, εὐχόμεθα εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων νὰ ζήσῃς.

Τρεμπέλα

εἰς τὸν βασιλιᾶ Ναβουχοδονόσορα· οἱ Χαλδαῖοι αὐτοὶ τοῦ εἶπαν: «Βασιλιᾶ· εἴθε νὰ ζῇς εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων (εἴθε νὰ μείνῃς ἀθάνατος)!

Δαν. 3,10

σὺ βασιλεῦ, ἔθηκας δόγμα πάντα ἄνθρωπον, ὃς ἂν ἀκούσῃ τῆς φωνῆς τῆς σάλπιγγος, σύριγγός τε καὶ κιθάρας, σαμβύκης καὶ ψαλτηρίου καὶ συμφωνίας καὶ παντὸς γένους μουσικῶν

Κολιτσάρα

Σύ, βασιλεῦ, ἐξέδωσες διαταγήν, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποίαν κάθε ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος θὰ ἀκούσῃ τὸν ἦχον τῆς σάλπιγγος καὶ τοῦ αὐλοῦ, τῆς κιθάρας καὶ τῆς σαμβύκης, τοῦ ψαλτηρίου, τὴν συμφωνίαν αὐτῶν καὶ παντὸς ἄλλου εἴδους μουσικῶν ὀργάνων

Τρεμπέλα

Σύ, βασιλιᾶ, ἐξέδωκες διαταγήν, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποίαν κάθε ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος θὰ ἀκούσῃ τὸν ἦχον τῆς σάλπιγγος καὶ τοῦ αὐλοῦ καὶ τῆς κιθάρας, τῆς σαμβύκης καὶ τοῦ ψαλτηρίου καὶ τῆς συμφωνίας καὶ παντὸς ἅλλου εἴδους μουσικῶν ὀργάνων

Δαν. 3,11

καὶ μὴ πεσὼν προσκυνήσῃ τῇ εἰκόνι τῇ χρυσῇ, ἐμβληθήσεται εἰς τὴν κάμινον τοῦ πυρὸς τὴν καιομένην.

Κολιτσάρα

καὶ δὲν θὰ πέσῃ νὰ προσκυνήσῃ τὸ χρυσοῦν ἄγαλμα, θὰ ριφθῇ εἰς τὴν κάμινον τοῦ πυρὸς τὴν καιομένην.

Τρεμπέλα

καὶ δὲν θὰ πέσῃ κάτω μὲ τὸ πρόσωπον κατὰ γῆς νὰ προσκυνήσῃ τὸ χρυσὸν ἄγαλμα, θὰ ριφθῇ εἰς τὸ ἀναμμένον καὶ καιόμενον καμίνι τῆς φωτιᾶς.

Δαν. 3,12

εἰσὶν ἄνδρες Ἰουδαῖοι, οὓς κατέστησας ἐπὶ τὰ ἔργα τῆς χώρας Βαβυλῶνος, Σεδράχ, Μισάχ, Ἀβδεναγώ, οἳ οὐχ ὑπήκουσαν, βασιλεῦ, τῷ δόγματί σου, τοῖς θεοῖς σου οὐ λατρεύουσι, καὶ τῇ εἰκόνι τῇ χρυσῇ, ᾗ ἔστησας, οὐ προσκυνοῦσι.

Κολιτσάρα

Ὑπάρχουν, λοιπόν, μεταξύ μας ἄνδρες Ἰουδαῖοι, τοὺς ὁποίους μάλιστα σὺ κατέστησας ἀρχηγοὺς εἰς τὰ ἔργα τῆς χώρας Βαβυλῶνος, ὁ Σεδράχ, ὁ Μισὰχ καὶ ὁ Ἀβδεναγώ, οἱ ὁποῖοι δὲν ὑπήκουσαν, ὦ βασιλεῦ, εἰς τὴν διαταγήν σου· τοὺς θεούς σου δὲν λατρεύουν καὶ τὸ ἄγαλμα τὸ χρυσοῦν, τὸ ὁποῖον σὺ ἔστησες, αὐτοὶ δὲν τὸ προσκυνοῦν».

Τρεμπέλα

Ὑπάρχουν λοιπὸν ὡρισμένοι ἐπίσημοι ἄνδρες Ἰουδαῖοι, τοὺς ὁποίους μάλιστα ἐγκατέστησες ὑπευθύνους διοικητὰς καὶ εἰς τοὺς ὁποίους ἐνεπιστεύθης τὶς ὑποθέσεις τῆς ἐπαρχίας τῆς Βαβυλῶνος, οἱ Σεδράχ, Μισὰχ καὶ Ἀβδεναγώ, οἱ ὁποῖοι ἀγνόησαν καὶ δὲν ὑπήκουσαν, βασιλιᾶ, εἰς τὸ πρόσταγμά σου· αὐτοὶ δὲν λατρεύουν τοὺς θεούς σου, ἀλλὰ καὶ τὸ ἄγαλμα τὸ χρυσὸν ποὺ ἔστησες δὲν τὸ προσκυνοῦν».

Δαν. 3,13

τότε Ναβουχοδονόσορ ἐν θυμῷ καὶ ὀργῇ εἶπεν ἀγαγεῖν τὸν Σεδράχ, Μισὰχ καὶ Ἀβδεναγώ, καὶ ἤχθησαν ἐνώπιον τοῦ βασιλέως.

Κολιτσάρα

Τότε ὁ Ναβουχαδρνόσορ ἐπάνω εἰς τὸν θυμόν του καὶ εἰς τὴν ἔκρηξιν τῆς ὀργῆς του, διέταξε νὰ φέρουν ἐνώπιόν του τὸν Σεδράχ, τὸν Μισὰχ καὶ τὸν Ἀβδεναγὼ καὶ ἐκεῖνοι ὠδηγήθησαν ἐνώπιον τοῦ βασιλέως.

Τρεμπέλα

Τότε ὁ Ναβουχοδονόσορ, κυριευμένος ἀπὸ θυμὸν καὶ ἐπάνω εἰς τὴν ἔκρηξιν τῆς μεγάλης ὀργῆς του, διέταξε νὰ ὁδηγήσουν ἐνώπιόν του τοὺς Σεδράχ, Μισὰχ καὶ Ἀβδεναγώ. Πράγματι δὲ οἱ τρεῖς αὐτοὶ ἐπίσημοι Ἰουδαῖοι ὠδηγήθησαν ἀμέσως ἐνώπιον τοῦ βασιλιᾶ.

Δαν. 3,14

καὶ ἀπεκρίθη Ναβουχοδονόσορ καὶ εἶπεν αὐτοῖς· εἰ ἀληθῶς Σεδράχ, Μισάχ, Ἀβδεναγώ, τοῖς θεοῖς μου οὐ λατρεύετε καὶ τῇ εἰκόνι τῇ χρυσῇ, ᾗ ἔστησα, οὐ προσκυνεῖτε;

Κολιτσάρα

Ὁ δὲ Ναβουχοδονόσορ εἰς ἔντονον ὕφος ὡμίλησε καὶ εἶπε πρὸς αὐτούς· «πράγματι Σεδράχ, Μισὰχ καὶ Ἀβδεναγώ, δὲν λατρεύετε τοὺς ἰδικούς μου θεοὺς καὶ δὲν προσκυνεῖτε τὸ χρυσοῦν ἄγαλμα, τὸ ὁποῖον ἐγὼ ἔστησα;

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Ναβουχοδονόσορ, ἀπευθυνόμενος πρὸς αὐτούς, τοὺς εἶπεν: «Εἶναι πράγματι ἀλήθεια, Σεδράχ, Μισὰχ καὶ Ἀβδεναγώ, ὅτι δὲν λατρεύετε τοὺς θεούς μου καὶ ὅτι δὲν προσκυνεῖτε τὸ ἄγαλμα τὸ χρυσόν, τὸ ὁποῖον ἔστησα;

Δαν. 3,15

νῦν οὖν εἰ ἔχετε ἑτοίμως, ἵνα ὡς ἂν ἀκούσητε τῆς φωνῆς τῆς σάλπιγγος, σύριγγός τε καὶ κιθάρας, σαμβύκης τε καὶ ψαλτηρίου καὶ συμφωνίας καὶ παντὸς γένους μουσικῶν, πεσόντες προσκυνήσητε τῇ εἰκόνι τῇ χρυσῇ, ᾗ ἐποίησα· ἐὰν δὲ μὴ προσκυνήσητε, αὐτῇ τῇ ὥρᾳ ἐμβληθήσεσθε εἰς τὴν κάμινον τοῦ πυρὸς τὴν καιομένην. καὶ τίς ἐστι Θεός, ὃς ἐξελεῖται ὑμᾶς ἐκ τῶν χειρῶν μου;

Κολιτσάρα

Τώρα, λοιπόν, νὰ εἶσθε ἕτοιμοι, ὥστε, ὅταν ἀκούσετε τὸν ἦχον τῆς σάλπιγγος, τοῦ αὐλοῦ καὶ τῆς κιθάρας, τῆς σαμβύκης καὶ τοῦ ψαλτηρίου, τὴν συμφωνίαν αὐτῶν καὶ παντὸς ἄλλου εἴδους μουσικῶν ὀργάνων, νὰ πέσετε καὶ νὰ προσκυνήσετε τὸ ἄγαλμα τὸ χρυσοῦν, τὸ ὁποῖον ἐγὼ ἔχω κατασκευάσει. Ἐὰν δὲ τυχὸν καὶ δὲν προσκυνήσετε, αὐτὴν τὴν ὥραν θὰ ριφθῆτε εἰς τὴν κάμινον τοῦ πυρὸς τὴν καιομένην. Καὶ ποιὸς εἶναι ὁ Θεὸς ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ σᾶς γλυτώσῃ ἀπὸ τὰ χέρια μου;»

Τρεμπέλα

Τώρα λοιπόν, ἐὰν εἶσθε ἕτοιμοι καὶ πρόθυμοι (κατ’ ἄλλην ἑρμηνείαν: Νὰ εἶσθε ἕτοιμοι ὥστε), ὅταν ἀκούσετε τὸν ἦχον τῆς σάλπιγγος καὶ τοῦ αὐλοῦ καὶ τῆς κιθάρας, τῆς σαμβύκης καὶ τοῦ ψαλτηρίου καὶ τῆς συμφωνίας καὶ κάθε εἴδους μουσικοῦ ὀργάνου, νὰ πέσετε κάτω μὲ τὸ πρόσωπον κατὰ γῆς καὶ νὰ προσκυνήσετε τὸ χρυσὸν ἄγαλμα, τὸ ὁποῖον κατεσκεύασα. Ἐὰν ὅμως δὲν τὸ προσκυνήσετε, εὐθὺς ἀμέσως θὰ ριφθῆτε εἰς τὸ ἀναμμένον καὶ καιόμενον καμίνι τῆς φωτιᾶς. Καὶ τότε ποῖος θεὸς θὰ ὑπάρξῃ, ὁ ὁποῖος θὰ σᾶς γλυτώσῃ ἀπὸ τὰ χέρια μου;»

Δαν. 3,16

καὶ ἀπεκρίθησαν Σεδράχ, Μισάχ, Ἀβδεναγὼ λέγοντες τῷ βασιλεῖ Ναβουχοδονόσορ· οὐ χρείαν ἔχομεν ἡμεῖς περὶ τοῦ ῥήματος τούτου ἀποκριθῆναί σοι·

Κολιτσάρα

Ὁ Σεδράχ, ὁ Μισὰχ καὶ ὁ Ἀβδεναγὼ ἀπεκρίθησαν πρὸς τὸν βασιλέα Ναβουχοδονόσορα καὶ εἶπαν· «εἰς τὸ ἐρώτημά σου αὐτὸ δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ σοῦ ἀπαντήσωμεν ἡμεῖς.

Τρεμπέλα

Οἱ Σεδράχ, Μισὰχ καὶ Ἀβδεναγὼ ἀπάντησαν μὲ θάρρος καὶ μετριοφροσύνην εἰς τὸν βασιλιᾶ Ναβουχοδονόσορα καὶ τοῦ εἶπαν: «Δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ σοῦ ἀπαντήσωμεν ἡμεῖς εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο.

Δαν. 3,17

ἔστι γὰρ Θεὸς ἡμῶν ἐν οὐρανοῖς, ᾧ ἡμεῖς λατρεύομεν, δυνατὸς ἐξελέσθαι ἡμᾶς ἐκ τῆς καμίνου τοῦ πυρὸς τῆς καιομένης, καὶ ἐκ τῶν χειρῶν σου, βασιλεῦ, ῥύσεται ἡμᾶς·

Κολιτσάρα

Διότι ὑπάρχει ὁ Θεός μας, ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς, τὸν ὁποῖον ἡμεῖς λατρεύομεν καὶ ὁ ὁποῖος εἶναι δυνατὸς νὰ μᾶς περιφρουρήσῃ ἀπὸ τὴν φλόγα τῆς καμίνου τῆς καιομένης καὶ νὰ μᾶς γλυτώσῃ ἀπὸ τὰ χέρια σου, ὦ βασιλεῦ.

Τρεμπέλα

Διότι ὁ ἰδικός μας ζωντανὸς καὶ ἀληθινὸς Θεός, ὁ ὁποῖος ὑπάρχει καὶ κατοικεῖ εἰς τοὺς οὐρανούς, καὶ τὸν ὁποῖον ἡμεῖς λατρεύομεν, ἔχει τὴν δύναμιν νὰ μᾶς λυτρώσῃ ἀπὸ τὸ ἀναμμένον καὶ πυρωμένον καμίνι τῆς φωτιᾶς· Αὐτός, βασιλιᾶ, ἔχει ἀκόμη τὴν δύναμιν νὰ μᾶς ἐλευθερώσῃ καὶ ἀπὸ τὰ χέρια σου.

Δαν. 3,18

καὶ ἐὰν μή, γνωστὸν ἔστω σοι, βασιλεῦ, ὅτι τοῖς θεοῖς σου οὐ λατρεύομεν καὶ τῇ εἰκόνι, ᾗ ἔστησας, οὐ προσκυνοῦμεν.

Κολιτσάρα

Ἀλλὰ καὶ αὐτὸ ἐὰν δὲν γίνῃ, μάθε, ὦ βασιλεῦ, ὅτι ἡμεῖς τοὺς θεούς σου δὲν θὰ λατρεύσωμεν, καὶ τὸ ἄγαλμα, τὸ ὁποῖον σὺ ἔστησες, δὲν θὰ τὸ προσκυνήσωμεν».

Τρεμπέλα

Ἀλλά, καὶ ἂν ἀκόμη ὁ Θεός μας δὲν θελήσῃ νὰ μᾶς ἐλευθερώσῃ, καὶ παραχωρήσῃ νὰ κατακαοῦν τὰ σώματά μας, σοῦ καθιστῶμεν γνωστὸν καὶ σοῦ δηλώνομεν, βασιλιᾶ, ὅτι καὶ πάλιν ἠμεῖς οὔτε τοὺς θεούς σου λατρεύομεν οὔτε καὶ τὸ χρυσὸν ἄγαλμα, ποὺ ἔστησες, προσκυνοῦμεν».

Δαν. 3,19

τότε Ναβουχοδονόσορ ἐπλήσθη θυμοῦ, καὶ ἡ ὄψις τοῦ προσώπου αὐτοῦ ἠλλοιώθη ἐπὶ Σεδράχ, Μισὰχ καὶ Ἀβδεναγώ, καὶ εἶπεν ἐκκαῦσαι τὴν κάμινον ἑπταπλασίως, ἕως οὗ εἰς τέλος ἐκκαῇ·

Κολιτσάρα

Τότε ὁ Ναβουχοδονόσορ ἐκυριεύθη ἀπὸ θυμόν· τὸ πρόσωπόν του ἤλλαξεν ἐναντίον τῶν Σεδράχ, Μισὰχ καὶ Ἀδεναγὼ καὶ ἔδωσε διαταγὴν νὰ καύσουν ἑπτὰ φορὲς περισσότερον τὴν κάμινον, μέχρις ὅτου πυρακτωθῇ ἐξ ὁλοκλήρου.

Τρεμπέλα

Τότε ὁ Ναβουχοδονόσορ ἐκυριεύθη ἀπὸ θυμόν, ἡ δὲ ὄψις καὶ τὰ χαρακτηριστικὰ τοῦ προσώπου του ἀλλοιώθηκαν ἀπὸ τὴν ἔξαψιν τῆς ὀργῆς κατὰ τῶν Σεδράχ, Μισὰχ καὶ Ἀβδεναγώ, καὶ διέταξε νὰ καύσουν τὸ καμίνι ἑπτὰ φορὲς περισσότερον ἀπὸ τὸ σννηθισμένον, μέχρις ὅτου πυρακτωθῇ τελείως, εἰς τὸν μέγιστον βαθμόν!

Δαν. 3,20

καὶ ἄνδρας ἰσχυροὺς ἰσχύϊ εἶπε πεδήσαντας τὸν Σεδράχ, Μισὰχ καὶ Ἀβδεναγὼ ἐμβαλεῖν εἰς τὴν κάμινον τοῦ πυρὸς τὴν καιομένην.

Κολιτσάρα

Διέταξεν ἐπίσης ἄνδρας ἰσχυρούς, νὰ δέσουν τὸν Σεδράχ, τὸν Μισὰχ καὶ τὸν Ἀβδεναγὼ καὶ νὰ τοὺς ρίψουν εἰς τὴν καιομένην κάμινον τοῦ πυρός.

Τρεμπέλα

Ἐπίσης διέταξεν ἄνδρες ρωμαλέους νὰ δέσουν τοὺς Σεδράχ, Μισὰχ καὶ Ἀβδεναγὼ καὶ νὰ τοὺς ρίψουν εἰς τὸ ἀναμμένον καὶ πυρακτωμένον ἐκεῖνο καμίνι.

Δαν. 3,21

τότε οἱ ἄνδρες ἐκεῖνοι ἐπεδήθησαν σὺν τοῖς σαραβάροις αὐτῶν καὶ τιάραις καὶ περικνημίσι καὶ ἐβλήθησαν εἰς τὸ μέσον τῆς καμίνου τοῦ πυρὸς τῆς καιομένης,

Κολιτσάρα

Τότε οἱ τρεῖς αὐτοὶ ἄνδρες ἐδέθησαν μαζῆ μὲ τὰ ἐνδύματά των, μὲ τὰ καλύμματα τῆς κεφαλῆς των καὶ τὰς περισκελίδας των καὶ ἐρρίφθησαν εἰς τὸ μέσον τῆς καμίνου τοῦ πυρὸς τῆς καιομένης,

Τρεμπέλα

Τότε οἱ ἄνδρες ἐκεῖνοι (οἱ Σεδράχ, Μισὰχ καὶ Ἀβδεναγώ) ἐδέθησαν μαζὶ μὲ τὰ ἐνδύματά των, δηλαδὴ μὲ τοὺς (ἐσωτερικούς) χιτῶνες των, τὰ καλύμματα τῆς κεφαλῆς των καὶ τὶς μακριὲς καὶ πλατειὲς βράκες τῶν (κατ’ ἄλλους: Τὰ ὑποδήματά των) καὶ ἐρρίφθησαν εἰς τὸ μέσον τοῦ ἀναμμένου καὶ πυρακτωμένου καμινιοῦ·

Δαν. 3,22

ἐπεὶ τὸ ῥῆμα τοῦ βασιλέως ὑπερίσχυσε καὶ ἡ κάμινος ἐξεκαύθη ἐκ περισσοῦ.

Κολιτσάρα

διότι ἡ διαταγὴ τοῦ βασιλέως ἦτο ρητὴ καὶ ἔντονος, ἡ δὲ κάμινος ἐξεκαύθη μὲ τὸ παραπάνω.

Τρεμπέλα

(ἐρρίφθησαν δὲ ἔτσι μὲ τὰ ἐνδύματά των βεβιασμένα καὶ ὄχι γυμνοί, ὅπως συνηθίζετο), διότι ἡ προσταγὴ τοῦ βασιλιᾶ ἦταν ἔντονη καὶ δὲν ἐδέχετο καμμίαν ἀναβολήν, τὸ δὲ καμίνι εἶχε πυρακτωθῆ πάρα πολύ· περισσότερον τοῦ κανονικοῦ.

Δαν. 3,23

καὶ οἱ τρεῖς οὗτοι, Σεδράχ, Μισὰχ καὶ Ἀβδεναγώ, ἔπεσον εἰς μέσον τῆς καμίνου τοῦ πυρὸς τῆς καιομένης πεπεδημένοι. καὶ περιεπάτουν ἐν μέσῳ τῆς φλογὸς ὑμνοῦντες τὸν Θεὸν καὶ εὐλογοῦντες τὸν Κύριον.

Κολιτσάρα

Οἱ τρεῖς αὐτοὶ νέοι, ὁ Σεδράχ, ὁ Μισὰχ καὶ ὁ Ἀβδεναγώ, ἐρρίφβησαν μὲ ὁρμὴν δεμένοι εἰς τὸ μέσον τῆς ἀναμμένης καμίνου τοῦ πυρός. Περιπατοῦσαν δὲ αὐτοὶ ἀνάμεσα εἰς τὰς φλόγας τῆς καμίνου, ὑμνοῦντες τὸν Θεὸν καὶ δοξολογοῦντες τὸν Κύριον.

Τρεμπέλα

Τοιουτοτρόπως οἱ τρεῖς αὐτοὶ Ἰουδαῖοι ἄνδρες, οἱ Σεδράχ, Μισὰχ καὶ Ἀβδεναγώ, ἔπεσαν εἰς τὸ μέσον τοῦ ἀναμμένου καὶ πυρακτωμένου καμινιοῦ δεμένοι. Παρ’ ὅλα αὐτά, περιπατοῦσαν ἐλεύθεροι (διότι τὰ δεσμά των ἐκάησαν ἀπὸ τὴν φωτιά) μέσα εἰς τὶς φλόγες, ὑμνοῦντες καὶ ἀναπέμποντες δοξολογίαν εἰς τὸν Κύριον καὶ Θεόν.

Δαν. 3,1

ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΑΖΑΡΙΟΥ ΚΑΙ ΥΜΝΟΣ ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ Καὶ συστὰς Ἀζαρίας προσηύξατο οὕτως καὶ ἀνοίξας τὸ στόμα αὐτοῦ ἐν μέσῳ τοῦ πυρὸς εἶπεν·

Κολιτσάρα

Σταθεὶς δὲ ὄρθιος ὁ Ἀζαρίας ἐν μέσῳ τοῦ πυρός, ἤνοιξε τὸ στόμα αὐτοῦ, προσηυχήθη πρὸς τὸν Θεὸν καὶ εἶπε:

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Ἀζαρίας (ὁ ἕνας ἀπὸ τοὺς Τρεῖς Παῖδας), ἀφοῦ ἐστάθη ὄρθιος (μαζὶ μὲ τοὺς ἄλλους δύο) εἰς τὸ μέσον τῆς φωτιᾶς καὶ ἄνοιξε τὸ στόμα του, προσηυχήθη εἰς τὸν Θεόν (ἐκ μέρους καὶ τῶν ἄλλων δύο συντρόφων του) καὶ εἶπεν:

Δαν. 3,2

Εὐλογητὸς εἶ, Κύριε ὁ Θεὸς τῶν πατέρων ἡμῶν, καὶ αἰνετός, καὶ δεδοξασμένον τὸ ὄνομά σου εἰς τοὺς αἰῶνας,

Κολιτσάρα

«Εὐλογημένος εἶσαι, Κύριε ὁ Θεὸς τῶν πατέρων μας, ἄξιος παντὸς ἐπαίνου· δοξασμένον τὸ Ὄνομά σου εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων.

Τρεμπέλα

«Εἶσαι ἄξιος νὰ ὑμνῆσαι, νὰ εὐλογῆσαι καὶ νὰ δοξάζεσαι, Κύριε, ὁ Θεὸς τῶν πατέρων μας, καὶ ἄξιος παντὸς ὕμνου καὶ τὸ ὄνομά σου εἶναι αἰνετὸν καὶ δοξασμένον εἰς τοὺς ἀπεράντους αἰῶνας τῶν αἰώνων·

Δαν. 3,3

ὅτι δίκαιος εἶ ἐπὶ πᾶσιν, οἷς ἐποίησας ἡμῖν, καὶ πάντα τὰ ἔργα σου ἀληθινά, καὶ εὐθεῖαι αἱ ὁδοί σου, καὶ πᾶσαι αἱ κρίσεις σου ἀλήθεια,

Κολιτσάρα

Διότι εἶσαι δίκαιος εἰς ὅλα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔκαμες πρὸς ἡμᾶς. Ὅλα τὰ ἔργα σου εἶναι ἀληθινά. Αἱ ὁδοί, τὰς ὁποίας σὺ ἔδωσες ἐντολὴν νὰ ἀκολουθῶμεν, εἶναι εὐθεῖαι καὶ ἀσφαλεῖς. Ὅλαι αἱ ἀποφάσεις σου ὀρθαί.

Τρεμπέλα

διότι εἶσαι δίκαιος εἰς ὅλα ὅσα ἔκαμες εἰς ἡμᾶς, καὶ ὅλα τὰ ἔργα σου εἶναι ὀρθὰ καὶ ἀληθινὰ καὶ οἱ δρόμοι σου εἶναι εὐθεῖς, ὅλες δὲ οἱ ἀποφάσεις καὶ τιμωρίες σου εἶναι ὀρθές, ἀληθινὲς καὶ δίκαιες.

Δαν. 3,4

καὶ κρίματα ἀληθείας ἐποίησας κατὰ πάντα, ἃ ἐπήγαγες ἡμῖν καὶ ἐπὶ τὴν πόλιν τὴν ἁγίαν τὴν τῶν πατέρων ἡμῶν Ἱερουσαλήμ, ὅτι ἐν ἀληθείᾳ καὶ κρίσει ἐπήγαγες ταῦτα πάντα, διὰ τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν.

Κολιτσάρα

Δικαίας ἀποφάσεις ἀλαθήτου κρίσεως ἐξέδωσες δι’ ὅλας ἐκείνας τὰς τιμωρίας καὶ θλίψεις, τὰς ὁποίας ἔστειλες εἰς ἡμᾶς καὶ ἐναντίον τῆς Ἱερουσαλήμ, τῆς ἁγίας πόλεως τῶν προγόνων μας. Διότι μὲ ἀκρίβειαν καὶ μὲ δικαίαν κρίσιν ἐπέφερες ὅλα αὐτὰ ἐναντίον μας ἐξ αἰτίας τῶν ἁμαρτιῶν μας.

Τρεμπέλα

Δίκαιες ἐπίσης εἶναι οἱ ἀποφάσεις ποὺ ἔλαβες καὶ ἐξέδωκες, προκειμένου νὰ ἐπιφέρῃς ὅλες ἐκεῖνες τὶς τιμωρίες ἐναντίον μας καὶ ἐναντίον τῆς ἁγίας πόλεως Ἱερουσαλήμ, τῆς πόλεως τῶν πατέρων μας· διότι, πράγματι, μὲ ὀρθὴν καὶ δικαίαν ἀπόφασιν ἐπέφερες ἐναντίον μας ὅλες αὐτὲς τὶς συμφορές, ἐξ αἰτίας τῶν ἁμαρτιῶν μας.

Δαν. 3,5

ὅτι ἡμάρτομεν καὶ ἠνομήσαμεν ἀποστῆναι ἀπὸ σοῦ

Κολιτσάρα

Διότι ἡμεῖς ἡμαρτήσαμεν, παρέβημεν τὸν Νόμον σου καὶ ἀπεμακρύνθημεν ἀπὸ σέ.

Τρεμπέλα

Διότι ἁμαρτήσαμε καὶ παρέβημεν τὸν ἅγιον Νόμον σου μὲ τὸ νὰ σὲ ἐγκαταλείψωμεν καὶ ἀπομακρυνθῶμεν ἀπὸ Σέ, τὸν ἀγαθὸν Δεσπότην καὶ παντοδύναμον προστάτην·

Δαν. 3,6

καὶ ἐξημάρτομεν ἐν πᾶσι καὶ τῶν ἐντολῶν σου οὐκ ἠκούσαμεν, οὐδὲ συνετηρήσαμεν οὐδὲ ἐποιήσαμεν καθὼς ἐνετείλω ἡμῖν, ἵνα εὖ ἡμῖν γένηται.

Κολιτσάρα

Ἡμαρτήσαμεν εἰς ὅλα, δὲν ὑπηκούσαμεν εἰς τὰς ἐντολάς σου, δὲν ἐφυλάξαμεν καὶ δὲν ἐπράξαμεν σύμφωνα μὲ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα σὺ μᾶς εἶχες διατάξει, διὰ νὰ ζήσωμεν εὐτυχεῖς καὶ ἀσφαλεῖς.

Τρεμπέλα

καὶ ἁμαρτήσαμε ὅλως διόλου εἰς ὅλα καὶ δὲν ὑπακούσαμε εἰς τὶς σωτήριες ἐντολές σου, οὔτε ἐφυλάξαμε μὲ προσοχὴν οὔτε ἐφαρμόσαμε ὅσα μᾶς διέταξες, ὥστε νὰ εὐτυχήσωμεν.

Δαν. 3,7

καὶ πάντα, ὅσα ἐπήγαγες ἡμῖν καὶ πάντα ὅσα ἐποίησας ἡμῖν, ἐν ἀληθινῇ κρίσει ἐποίησας

Κολιτσάρα

Διὰ τοῦτο ὅλα ὅσα σὺ ἔφερες ἐναντίον μας, ὅλα ὅσα ἔπραξες εἰς τιμωρίαν μας, τὰ ἔκαμες κατὰ δίκαιον καὶ ἀληθινὴν κρίσιν.

Τρεμπέλα

Λόγῳ τῆς ἀνυπακοῆς καὶ ἀποστασίας μᾶς, ὅλες τὶς θλίψεις καὶ ταλαιπωρίες ποὺ ἔστειλες ἐναντίον μας καὶ ὅλες τὶς τιμωρίες ποὺ ἐπέφερες ἐναντίον μας ὀρθῶς καὶ δικαίως τὶς ἐνήργησες καὶ τὶς ἐπέβαλες.

Δαν. 3,8

καὶ παρέδωκας ἡμᾶς εἰς χεῖρας ἐχθρῶν ἀνόμων, ἐχθίστων ἀποστατῶν, καὶ βασιλεῖ ἀδίκῳ καὶ πονηροτάτῳ παρὰ πᾶσαν τὴν γῆν.

Κολιτσάρα

Καὶ παρέδωκες ἡμᾶς εἰς χεῖρας παρανόμων ἐχθρῶν, ἀποστατῶν, μισητοτάτων, εἰς χεῖρας βασιλέως ἀδίκου καὶ μοχθηροτάτου ἀπὸ ὅλους τοὺς βασιλεῖς τῆς γῆς.

Τρεμπέλα

Καὶ μᾶς παρέδωκες αἰχμαλώτους εἰς χέρια ἐχθρῶν ἀνόμων, οἱ ὁποῖοι, κινούμενοι ἀπὸ σκοτεινὸν φανατισμόν, μᾶς μισοῦν μὲ ἄσβεστον μῖσος καὶ εἶναι ἀποστάται ἀπὸ Σέ· (μᾶς παρέδωκες) καὶ εἰς τὰ χέρια ἑνὸς βασιλιᾶ, τοῦ ὁποίου ὅμοιος εἰς ἀδικίαν, κακότητα καὶ σκληρότητα δὲν ὑπάρχει εἰς ὅλην τὴν γῆν.

Δαν. 3,9

καὶ νῦν οὐκ ἔστιν ἡμῖν ἀνοῖξαι τὸ στόμα· αἰσχύνη καὶ ὄνειδος ἐγενήθημεν τοῖς δούλοις σου καὶ τοῖς σεβομένοις σε.

Κολιτσάρα

Τώρα δέ, Κύριε, δὲν ἔχομεν τὸ σθένος νὰ ἀνοίξωμεν τὸ στόμα μας πρὸς σέ. Καταισχύνῃ καὶ ὄνειδος ἐγίναμεν διὰ τοὺς δούλους σου, ποὺ σὲ ὑπηρετοῦν, διὰ τοὺς ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι σὲ λατρεύουν.

Τρεμπέλα

Καὶ τώρα δὲν ἔχομεν τὴν τόλμην ἀλλ’ οὔτε καὶ τὸ δικαίωμα νὰ ἀνοίξωμεν τὸ στόμα μας καὶ νὰ παραπονεθῶμεν· καταντήσαμε ἐντροπὴ καὶ ἀντικείμενον λοιδορίας καὶ καταφρονήσεως ἐνώπιον τῶν δούλων σου καὶ ἐνώπιον αὐτῶν οἱ ὁποῖοι Σὲ εὐλαβούνται καὶ Σὲ λατρεύουν.

Δαν. 3,10

μὴ δὴ παραδῴης ἡμᾶς εἰς τέλος διὰ τὸ ὄνομά σου καὶ μὴ διασκεδάσῃς τὴν διαθήκην σου

Κολιτσάρα

Ἀλλὰ σὲ ἱκετεύομεν· διὰ τὸ ἅγιον καὶ φιλάνθρωπον Ὄνομά σου μὴ μᾶς παραδώσῃς εἰς πλήρη ὄλεθρον καὶ μὴ διαλύσῃς τὴν συιμφωνίαν, ποὺ συνῆψες μὲ τοὺς πατέρας μας.

Τρεμπέλα

Παρ’ ὅλα αὐτὰ Σὲ ἱκετεύομεν: Χάριν τοῦ ἁγίου ὀνόματός σου (ἐλέησέ μας, δεῖξε φιλανθρωπίαν καί) μὴ μᾶς παραδώσῃς εἰς τελείαν καὶ ὁλοκληρωτικὴν καταστροφὴν καὶ μὴ διαρρήξῃς, μὴ ἀπαρνηθῇς καὶ ἀκυρώσῃς τὴν συμφωνίαν ποὺ ἔκαμες μὲ τοὺς πατέρας μας, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποίαν Σὺ θὰ εἶσαι Θεός των, αὐτοὶ δὲ λαὸς ἰδικός σου.

Δαν. 3,11

καὶ μὴ ἀποστήσῃς τὸ ἔλεός σου ἀφ’ ἡμῶν διὰ Ἁβραὰμ τὸν ἠγαπημένον ὑπὸ σοῦ καὶ διὰ Ἰσαὰκ τὸν δοῦλόν σου καὶ Ἰσραὴλ τὸν ἅγιόν σου,

Κολιτσάρα

Μὴ ἀπομακρύνῃς ἀπὸ ἡμᾶς τὸ ἔλεός σου πρὸς χάριν τοῦ ἀγαπητοῦ σου Ἀβραάμ, πρὸς χάριν τοῦ δούλου σου Ἰσαὰκ καὶ τοῦ Ἰακώβ, τοῦ ἁγίου σου.

Τρεμπέλα

Μὴ ἀπομακρύνῃς ἐπίσης τὴν συμπάθειαν καὶ τὴν εὐσπλαγχνίαν σου· ὄχι διότι τὰ ἀξίζομεν, ἀλλὰ χάριν τοῦ ἀγαπημένου σου (πατριάρχου μας) Ἀβραὰμ καὶ χάριν τοῦ ἀφωσιωμένου σου δούλου (πατριάρχου μᾶς) Ἰσαὰκ καὶ χάριν τοῦ ἁγίου σου (πατριάρχου μας) Ἰακώβ,

Δαν. 3,12

οἷς ἐλάλησας πληθῦναι τὸ σπέρμα αὐτῶν ὡς τὰ ἄστρα τοῦ οὐρανοῦ καὶ ὡς τὴν ἄμμον τὴν παρὰ τὸ χεῖλος τῆς θαλάσσης.

Κολιτσάρα

Εἰς αὐτοὺς εἶπες καὶ ὑπεσχέθης, νὰ πληθύνῃς τοὺς ἀπογόνους των καὶ νὰ τοὺς ἀναδείξῃς ὡς πρὸς τὸ πλῆθος ὡσὰν τὰ ἄστρα τοῦ οὐρανοῦ καὶ ὡσὰν τὴν ἄμμον, ποὺ ὑπάρχει εἰς τὴν παραλίαν τῆς θαλάσσης.

Τρεμπέλα

εἰς τοὺς ὁποίους ὑπεσχέθης ἐπανειλημμένως ὅτι θὰ πολλαπλασιάσῃς καὶ θὰ πληθύνῃς τοὺς ἀπογόνους των ὡσὰν τὰ ἄστρα τοῦ οὐρανοῦ καὶ ὡσὰν τὴν ἄμμον ποὺ εἶναι εἰς τὴν ἀκροθαλασσιά.

Δαν. 3,13

ὅτι, δέσποτα, ἐσμικρύνθημεν παρὰ πάντα τὰ ἔθνη καί ἐσμεν ταπεινοὶ ἐν πάσῃ τῇ γῇ σήμερον διὰ τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν,

Κολιτσάρα

Σὲ παρακαλοῦμεν θερμῶς, Δέσποτα, διότι ἡμεῖς σήμερον ἐγίναμεν ὀλιγώτεροι καὶ μικρότεροι ἀπὸ ὅλα τὰ ἔθνη. Ἐξ αἰτίας τῶν ἁμαρτιῶν μας εἴμεθα σήμερον εἰς ὅλην τὴν οἰκουμένην ἐξευτελισμένοι καὶ ἄσημοι.

Τρεμπέλα

Διότι, Δέσποτα, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὶς ὑποσχέσεις ἐκεῖνες, σήμερα ἐγίναμε οἱ ὀλιγαριθμότεροι ἀπὸ ὅλα τὰ ἄλλα ἔθνη καὶ εἴμεθα περιφρονημένοι καὶ ἐξευτελισμένοι εἰς ὅλην τὴν γῆν, ἕνεκα τῶν ἁμαρτιῶν μας.

Δαν. 3,14

καὶ οὐκ ἔστιν ἐν τῷ καιρῷ τούτῳ ἄρχων καὶ προφήτης καὶ ἡγούμενος, οὐδὲ ὁλοκαύτωσις οὐδὲ θυσία οὐδὲ προσφορὰ οὐδὲ θυμίαμα, οὐ τόπος τοῦ καρπῶσαι ἐνώπιόν σου καὶ εὑρεῖν ἔλεος·

Κολιτσάρα

Εἰς τὴν ἐποχήν μας αὐτὴν δὲν ὑπάρχει βασιλεὺς δι’ ἡμᾶς, οὔτε προφήτης, οὔτε κανένας ἄλλος ἄρχων. Δὲν προσφέρονται πλέον ὁλοκαυτώματα, οὔτε ἀναίμακτοι θυσίαι, οὔτε θυμίαμα, οὔτε καὶ ὑπάρχει ναὸς καὶ θυσιαστὴριον, διὰ νὰ προσφέρωμεν ἐνώπιόν σου τὰς θυσίας μας καὶ νὰ εὕρωμεν ἔλεος.

Τρεμπέλα

Καὶ κατὰ τὴν ἐποχὴν αὐτὴν δὲν ὑπάρχει πλέον εἰς ἡμᾶς οὔτε πολιτικὸς ἡγέτης οὔτε προφήτης οὔτε θρησκευτικὸς ἀρχηγός· οὔτε θυσία ὁλοκαυτώματος προσφέρεται, οὔτε ἄλλη αἱματηρὴ θυσία, οὔτε θυσία ἀναίμακτη, οὔτε θυμίαμα, ἀλλ’ οὔτε καὶ τόπος «ναὸς καὶ θυσιαστήριον», εἰς τὸν ὁποῖον νὰ προσφέρωμεν τὰ πρωτογεννήματά μας ἐνώπιόν Σου καὶ νὰ λάβωμεν τὸ ἔλεος καὶ τὴν εὐσπλαγχνίαν σου.

Δαν. 3,15

ἀλλ’ ἐν ψυχῇ συντετριμμένῃ καὶ πνεύματι ταπεινώσεως προσδεχθείημεν

Κολιτσάρα

Ἀλλὰ ἂς προσφερθῶμεν ὡς θυσία ἐνώπιόν σου καὶ ἂς γίνωμεν δεκτοὶ ἀπὸ σὲ μὲ ψυχὴν συντετριμμένην καὶ πνεῦμα ταπεινωμένον.

Τρεμπέλα

Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν δὲν ἔχομεν τὴν δυνατότητα νὰ Σοῦ προσφέρωμεν τὶς θυσίες μας, ἂς γίνωμεν δεκτοὶ ἀπὸ Σὲ προσφέροντες εἰς τὴν ἀγαθότητά σου ψυχὴν ἡ ὁποία ἔχει συντριβῆ ἀπὸ εἰλικρινῆ μετάνοιαν καὶ φρόνημα ταπεινόν.

Δαν. 3,16

ὡς ἐν ὁλοκαυτώμασι κριῶν καὶ ταύρων καὶ ὡς ἐν μυριάσιν ἀρνῶν πιόνων, οὕτως γενέσθω ἡ θυσία ἡμῶν ἐνώπιόν σου σήμερον καὶ ἐκτελέσαι ὄπισθέν σου, ὅτι οὐκ ἔσται αἰσχύνη τοῖς πεποιθόσιν ἐπὶ σέ.

Κολιτσάρα

Σὺ δέ, Κύριε, ἐν τῷ ἐλέει σου, ὅπως θὰ ἐδέχεσο ὁλοκαυτώματα κριῶν καὶ ταύρων καὶ μυριάδων ἀμνῶν καλοθρεμμένων, ἔτσι ἂς γίνῃ σήμερα δεκτὴ ἡ θυσία μας αὐτὴ ἐνώπιόν σου. Σὲ ἀκολουθοῦντες προσφέρομεν αὐτὴν τὴν θυσίαν, διότι εἴμεθα ἀπολύτως βέβαιοι, ὅτι δὲν θὰ ἐντραποῦν ποτὲ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουν πίστιν καὶ στηρίζουν τὴν πεποίθησίν των εἰς σέ.

Τρεμπέλα

Ὅπως ἐὰν Σοῦ ἐπροσφέραμε θυσίες ὁλοκαυτωμάτων κριῶν καὶ ταύρων, ὅπως ἐὰν Σοῦ ἐπροσφέραμε θυσίαν ἀπὸ μυριάδες παχιὰ ἀρνιά, κατὰ παρόμοιον τρόπον ἂς γίνῃ δεκτὴ ὡς ἰσάξια ἡ θυσία μας αὐτὴ ἐνώπιόν Σου σήμερα. Αὐτὴ δὲ ἡ ἐξ ὅλης ψυχῆς θυσία μας, ἡ συντετριμμένη ἀπὸ εἰλικρινῆ μετάνοιαν καὶ ταπεινὸν φρόνημα, ἂς Σὲ ἀκολουθῇ πάντοτε· ὅπου εἶσαι Σὺ νὰ εἶναι καὶ ἡ θυσία αὐτή, διότι εἶναι ἀδύνατον νὰ κατεντροπιασθοῦν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι στηρίζουν τὴν πεποίθησιν καὶ τὶς ἐλπίδες των εἰς Σέ.

Δαν. 3,17

καὶ νῦν ἐξακολουθοῦμεν ἐν ὅλῃ καρδίᾳ καὶ φοβούμεθά σε καὶ ζητοῦμεν τὸ πρόσωπόν σου,

Κολιτσάρα

Διότι καὶ τώρα ἀκόμη ἀκολουθοῦμεν τὰς ἐντολάς σου μὲ ὅλην μας τὴν καρδίαν. Σὲ σεβόμεθα καὶ ἀναζητοῦμεν μετὰ πόθου τὸ πρόσωπόν σου.

Τρεμπέλα

Καὶ τώρα συνεχίζομεν νὰ Σὲ ἀκολουθῶμεν μὲ ὅλην μας τὴν καρδιά καὶ Σὲ εὐλαβούμεθα βαθύτατα· ζητοῦμεν δὲ μὲ ἐπιμονὴν καὶ ζῆλον νὰ ἴδωμεν τὸ πρόσωπόν σου, νὰ συναντήσωμεν τὴν εὐμένειάν σου καὶ νὰ εὐαρεστήσωμεν ἐνώπιόν Σου.

Δαν. 3,18

μὴ καταισχύνῃς ἡμᾶς, ἀλλὰ ποίησον μεθ’ ἡμῶν κατὰ τὴν ἐπιείκειάν σου καὶ κατὰ τὸ πλῆθος τοῦ ἐλέους σου

Κολιτσάρα

Μὴ μᾶς κατεντροπιάσῃς, Κύριε, ἀλλὰ δεῖξε καὶ εἰς τὴν περίστασιν αὐτὴν ἀπέναντί μας τὴν ἐπιείκειάν σου καὶ τὸ πλῆθος τοῦ ἐλέους σου.

Τρεμπέλα

Μὴ μᾶς κατεντροπιάσῃς μὲ τὴν ἀποδοκιμασίαν σου, ἀλλὰ μεταχειρίσου μας ὄχι κατὰ τὸν δίκαιον θυμόν σου, ἀλλὰ σύμφωνα μὲ τὴν ἐπιείκειάν σου καὶ τὸ ἀπέραντον πλῆθος τοῦ ἐλέους σου καὶ τὴν πολλὴν σοῦ εὐσπλαγχνίαν.

Δαν. 3,19

καὶ ἐξελοῦ ἡμᾶς κατὰ τὰ θαυμάσιά σου καὶ δὸς δόξαν τῷ ὀνόματί σου, Κύριε. καὶ ἐντραπείησαν πάντες οἱ ἐνδεικνύμενοι τοῖς δούλοις σου κακὰ

Κολιτσάρα

Σύμφωνα μὲ τὰ ἀναρίθμητα θαύμαστά σου ἔργα, ποὺ ἔχεις πράξει εἰς προστασίαν τοῦ λαοῦ σου, γλύτωσέ μας καὶ σήμερα καὶ δόξασε ἔτσι τὸ Ὄνομά σου. Ἂς καταισχυνθοῦν ὅλοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι φέρονται μὲ σκληρὸν τρόπον καὶ διαπράττουν κακότητας εἰς τοὺς δούλους σου.

Τρεμπέλα

Καὶ λύτρωσέ μας ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς μας μὲ τὶς θαυμαστὲς ἐνέργειές σου καὶ μὲ αὐτὸν τὸν τρόπον δόξασε τὸ πάντιμον ὄνομά σου, Κύριε. Ἂς καταισχυνθοῦν δὲ καὶ ἂς ἐντροπιασθοῦν ὅλοι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι κακομεταχειρίζονται καὶ τυραννοῦν τοὺς δούλους σου.

Δαν. 3,20

καὶ καταισχυνθείησαν ἀπὸ πάσης δυναστείας, καὶ ἡ ἰσχὺς αὐτῶν συντριβείη·

Κολιτσάρα

Ἂς καταισχυνθοῦν καὶ ἂς ἀποδειχθῇ ἀνύπαρκτος καὶ ἀνίσχυρος ἡ ἐναντίον μας δύναμίς των. Ἂς συντριβῇ ἡ ἰσχύς των.

Τρεμπέλα

Ἂς κατεντροπιασθοῦν μὲ τὸ νὰ ἀποστερηθοῦν οἰανδήποτε ἐξουσίαν ποὺ σήμερα κατέχουν, καὶ ἡ δύναμίς των εἴθε νὰ συντριβῇ.

Δαν. 3,21

καὶ γνώτωσαν ὅτι σὺ εἶ Κύριος Θεὸς μόνος καὶ ἔνδοξος ἐφ’ ὅλην τὴν οἰκουμένην.

Κολιτσάρα

Καὶ ἂς μάθουν, ὅτι σὺ εἶσαι ὁ μόνος ἀληθινὸς Κύριος καὶ Θεός, ἔνδοξος εἰς ὅλην τὴν οἰκουμένην»!

Τρεμπέλα

Καὶ ἂς γνωρίσουν πλέον ἐπάνω εἰς τὰ πράγματα ὅτι Σὺ καὶ κανένας ἄλλος εἶσαι Κύριος ὁ Θεός, ὁ μόνος ἔνδοξος εἰς ὁλόκληρον τὴν οἰκουμένην».

Δαν. 3,22

Καὶ οὐ διέλιπον οἱ ἐμβάλλοντες αὐτοὺς ὑπηρέται τοῦ βασιλέως καίοντες τὴν κάμινον νάφθαν καὶ πίσσαν καὶ στιππύον καὶ κληματίδα.

Κολιτσάρα

Οἱ ὑπηρέται τοῦ βασιλέως, οἱ ὁποῖοι εἶχαν ρίψει αὐτοὺς εἰς τὴν κάμινον, ἐτροφοδοτοῦσαν ἀκαταπαύστως τὸ πῦρ μὲ νάφθαν καὶ πίσσαν καὶ στουπὶ καὶ κληματόβεργες.

Τρεμπέλα

Καθ’ ὅλην τὴν διαρκειαν τῆς προσευχῆς τοῦ Ἀζαρίου, οἱ ὑπηρέται οἱ ὁποῖοι εἶχαν ρίψει τοὺς τρεῖς Ἰουδαίους εἰς τὸ καμίνι δὲν ἐσταμάτησαν νὰ τροφοδοτοῦν συνεχῶς τὴν φωτιὰ τοῦ καμινιοῦ μὲ τὶς πολὺ εὔφλεκτες ὕλες, νάφθαν (ἀκατέργαστον πετρέλαιον), πίσσαν, στουπιὰ καὶ κληματόβεργες.

Δαν. 3,23

καὶ διεχεῖτο ἡ φλὸξ ἐπάνω τῆς καμίνου ἐπὶ πήχεις τεσσαρακονταεννέα.

Κολιτσάρα

Ἡ φλόγα ἔβγαινε καὶ ἀνήρχετο ἐπάνω ἀπὸ τὴν κάμινον εἰς ὕψος σαρανταεννέα πήχεων.

Τρεμπέλα

Καὶ οἱ φλόγες ἐξεχύνοντο ἐπάνω ἀπὸ τὸ καμίνι καὶ ἔφθαναν εἰς ὕψος σαράντα ἐννέα πήχεων (δηλαδή, περὶ τὰ 25 μέτρα).

Δαν. 3,24

καὶ διώδευσε καὶ ἐνεπύρισεν οὓς εὗρε περὶ τὴν κάμινον τῶν Χαλδαίων.

Κολιτσάρα

Ἐξηπλώθη ὁλόγυρα καὶ ἔκαυσε τοὺς Χαλδαίους, ποὺ ἦσαν γύρω ἀπὸ τὴν κάμινον.

Τρεμπέλα

Ἐξεχύθησαν δὲ οἱ φλόγες καὶ ἀπλώθηκαν γύρω-γύρω ἀπὸ τὸ καμίνι καὶ κατέκαυσαν ὅσους Χαλδαίους εὐρῆκαν κοντὰ καὶ γύρω ἀπὸ τὸ καμίνι.

Δαν. 3,25

ὁ δὲ ἄγγελος Κυρίου συγκατέβη ἅμα τοῖς περὶ τὸν Ἀζαρίαν εἰς τὴν κάμινον καὶ ἐξετίναξε τὴν φλόγα τοῦ πυρὸς ἐκ τῆς καμίνου

Κολιτσάρα

Ἄγγελος δὲ Κυρίου κατέβη καὶ ἦτο μαζῆ μὲ τοὺς περὶ τὸν Ἀζαρίαν ἐντὸς τῆς καμίνου. Αὐτὸς ἐξετίναξε τὴν φλόγα τοῦ πυρὸς ἀπὸ τὴν κάμινον

Τρεμπέλα

Ἐνῷ δὲ αὐτὰ συνέβαιναν ἔξω ἀπὸ τὸ καμίνι, ὁ ἄγγελος τοῦ Κυρίου κατέβη καὶ εὑρέθη μαζὶ μὲ τὸν Ἀζαρίαν καὶ τοὺς φίλους του καὶ ἐτίναξε καὶ διεσκόρπισε μὲ ὁρμὴν τὶς φλόγες τῆς φωτιᾶς ἔξω ἀπὸ τὸ καμίνι.

Δαν. 3,26

καὶ ἐποίησε τὸ μέσον τῆς καμίνου ὡς πνεῦμα δρόσου διασυρίζον, καὶ οὐχ ἥψατο αὐτῶν τὸ καθόλου τὸ πῦρ καὶ οὐκ ἐλύπησεν οὐδὲ παρηνώχλησεν αὐτοῖς.

Κολιτσάρα

καὶ ἔκαμεν, ὥστε εἰς τὸ μέσον τῆς καμίνου νὰ ὑπάρχῃ δροσερός, ἐλαφρῶς συρίζων ἀήρ. Ἔτσι δὲ τὸ πῦρ οὔτε καὶ τοὺς ἤγγισε κἄν, οὔτε τοὺς ἐστενοχώρησε, οὔτε καὶ τοὺς ἠνώχλησε καθόλου.

Τρεμπέλα

Καὶ μετέβαλε τὸ μέσον τοῦ πυρακτωμένου καμινιοῦ εἰς τόπον ὅπου ἐφυσοῦσε σφυρίζοντας ἁπαλὰ ἄνεμος δροσερός, ἔτσι ὥστε ἡ φωτιὰ καθόλου δὲν τοὺς ἄγγισε, οὔτε τοὺς ἔβλαψεν οὔτε καὶ τοὺς ἐνώχλησε εἰς τὸ παραμικρόν.

Δαν. 3,27

Τότε οἱ τρεῖς ὡς ἐξ ἑνὸς στόματος ὕμνουν καὶ ἐδόξαζον καὶ ηὐλόγουν τὸν Θεὸν ἐν τῇ καμίνῳ λέγοντες·

Κολιτσάρα

Τότε οἱ τρεῖς παῖδες, ὡς ἐὰν εἶχαν ἕνα στόμα, ὑμνολογοῦσαν καὶ ἐδόξαζαν καὶ εὐλογοῦσαν τὸν Θεὸν μέσα εἰς τὴν, κάμινον λέγοντες·

Τρεμπέλα

Τότε οἱ Τρεῖς Παῖδες, ὡσὰν νὰ εἶχαν ἕνα στόμα, ἄρχισαν νὰ ὑμνοῦν καὶ νὰ δοξολογοῦν καὶ νὰ εὐλογοῦν τὸν Θεὸν μέσα εἰς τὸ καμίνι, λέγοντες:

Δαν. 3,28

Εὐλογητὸς εἶ, Κύριε ὁ Θεὸς τῶν πατέρων ἡμῶν, καὶ αἰνετὸς καὶ ὑπερυψούμενος εἰς τοὺς αἰῶνας,

Κολιτσάρα

«Εὐλογημένος εἶσαι, Κύριε ὁ Θεὸς τῶν πατέρων μας, ἄξιος πάσης ὑμνολογίας, καὶ ὑπερυψούμενος εἰς τοὺς αἰῶνας.

Τρεμπέλα

«Εὐλογητὸς καὶ δοξασμένος εἶσαι, Κύριε ὁ Θεὸς τῶν πατέρων μας, Σὺ ὁ ὁποῖος εἶσαι ἄξιος νὰ ὑμνῆσαι καὶ νὰ ἐξυψώνεσαι πέραν ἀπὸ κάθε μέτρον εἰς τοὺς αἰῶνας,

Δαν. 3,29

καὶ εὐλογημένον τὸ ὄνομα τῆς δόξης σου τὸ ἅγιον καὶ ὑπεραινετὸν καὶ ὑπερυψούμενον εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας.

Κολιτσάρα

Εὐλογημένον ἂς εἶναι τὸ ἅγιον Ὄνομα τῆς δόξης σου, ἀνώτερον ἀπὸ κάθε ὑμνολογίαν, ὑπερυψούμενον εἰς ὅλους τοὺς αἰῶνας.

Τρεμπέλα

καὶ δοξασμένον ἂς εἶναι τὸ ἔνδοξον καὶ ἅγιον ὄνομά σου, τὸ ὁποῖον εἶναι ἄξιον νὰ ὑμνῆται καὶ νὰ ἐξυψώνεται πέραν ἀπὸ κάθε μέτρον εἰς ὅλους τοὺς αἰῶνας.

Δαν. 3,30

εὐλογημένος εἶ ἐν τῷ ναῷ τῆς ἁγίας δόξης σου καὶ ὑπερύμνητος καὶ ὑπερένδοξος εἰς τοὺς αἰῶνας.

Κολιτσάρα

Εὐλογημένος εἶσαι εἰς τὸν ναὸν τῆς ἁγίας δόξης σου, ἀνώτερος ἀπὸ κάθε ὕμνον, καὶ ὑπερένδοξος εἰς τοὺς αἰῶνας.

Τρεμπέλα

Εὐλογημένος καὶ δοξασμένος εἶσαι εἰς τὸν Ναὸν τῆς ἁγίας δόξης σου, ἀνώτερος ἀπὸ κάθε ὕμνον καὶ ἀπὸ κάθε δόξαν εἰς τοὺς ἀπεράντους αἰῶνας.

Δαν. 3,31

εὐλογημένος εἶ ὁ ἐπιβλέπων ἀβύσσους, καθήμενος ἐπὶ Χερουβὶμ καὶ αἰνετὸς καὶ ὑπερυψούμενος εἰς τοὺς αἰῶνας.

Κολιτσάρα

Ευλογημένος εἶσαι σύ, ποὺ ἐπιβλέπεις τὰ ἀπύθμενα βάθη τῶν θαλασσῶν, σὺ ποὺ κάθεσαι ἐπάνω εἰς τὰ Χερουβίμ, ἄξιος παντὸς ὕμνου, καὶ ὑπερυψούμενος εἰς ὅλους τοὺς αἰῶνας.

Τρεμπέλα

Εὐλογημένος καὶ δοξασμένος εἶσαι Σύ, ὁ ὁποῖος ἀπὸ τὸ ὕψος τοῦ οὐρανοῦ παρακολουθεῖς καὶ ἐποπτεύεις τὰ ἀπύθμενα βάθη τῶν θαλασσῶν, Σὺ ὁ ὁποῖος κάθεσαι ἐπάνω εἰς τὰ Χερουβὶμ (ὡσὰν ἐπάνω εἰς θρόνον) καὶ ἔχεις ὑπὸ τὴν ἐξουσίαν σου ὅλες τὶς ἀγγελικὲς δυνάμεις, καὶ ὁ ὁποῖος εἶσαι ἄξιος νὰ ὑμνῆσαι καὶ νὰ δοξολογῆσαι πέραν ἀπὸ κάθε μέτρον εἰς τοὺς ἀπεράντους αἰῶνας.

Δαν. 3,32

εὐλογημένος εἶ ἐπὶ θρόνου τῆς βασιλείας σου καὶ ὑπερύμνητος καὶ ὑπερυψούμενος εἰς τοὺς αἰῶνας.

Κολιτσάρα

Εὐλογημένος εἶσαι σύ, ὁ ὁποῖος κάθεσαι ἐπὶ τοῦ λαμπροῦ θρόνου τῆς ἐνδόξου βασιλείας σου, ἀνώτερος ἀπὸ κάθε ὕμνον καὶ ἄξιος νὰ μεγαλύνεσαι εἰς τοὺς αἰῶνας.

Τρεμπέλα

Εὐλογημένος καὶ δοξασμένος εἶσαι Σύ, ὁ ὁποῖος κάθεσαι εἰς τὸν ἔνδοξον θρόνον τῆς παντοκρατορικῆς καὶ αἰωνίου βασιλείας σου, καὶ ὁ ὁποῖος εἶσαι ἄξιος νὰ ὑμνῆσαι καὶ νὰ δοξολογῆσαι πέραν ἀπὸ κάθε μέτρον εἰς τοὺς ἀπεράντους αἰῶνας.

Δαν. 3,33

εὐλογημένος εἶ ἐν τῷ στερεώματι τοῦ οὐρανοῦ καὶ ὑμνητὸς καὶ δεδοξασμένος εἰς τοὺς αἰῶνας.

Κολιτσάρα

Εὐλογημένος εἶσαι σύ, ὁ ὁποῖος κυριαρχεῖς εἰς τὸ στερέωμα τοῦ οὐρανοῦ, ἄξιος νὰ ὑμνῆσαι καὶ νὰ δοξάζεσαι εἰς τοὺς αἰῶνας.

Τρεμπέλα

Εὐλογημένος καὶ δοξασμένος εἶσαι Σύ, ὁ ὁποῖος βασιλεύεις καὶ κυριαρχεῖς εἰς τὸ στερέωμα τοῦ οὐρανοῦ, Σὺ ὁ ὁποῖος εἶναι ἄξιον καὶ πρέπον νὰ ὑμνῆσαι, νὰ δοξάζεσαι πέραν παντὸς μέτρου εἰς τοὺς ἀπεράντους αἰῶνας.

Δαν. 3,34

εὐλογεῖτε, πάντα τὰ ἔργα Κυρίου τὸν Κύριον· ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε αὐτὸν εἰς τοὺς αἰῶνας.

Κολιτσάρα

Εὐλογεῖτε τὸν Κύριον ὅλα τὰ δημιουργήματα τοῦ Κυρίου. Ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε αὐτὸν εἰς τοὺς αἰῶνας.

Τρεμπέλα

Εὐλογεῖτε καὶ δοξάζετε, ὅλα τὰ οὐράνια καὶ ἐπίγεια δημιουργήματα τοῦ Κυρίου, ἔμψυχα καὶ ἄψυχα, τὸν Κύριον· ὑμνεῖτε καὶ δοξολογεῖτε Αὐτὸν πέραν ἀπὸ κάθε μέτρον εἰς τοὺς ἀπεράντους αἰῶνας.

Δαν. 3,35

εὐλογεῖτε, οὐρανοὶ τὸν Κύριον· ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε αὐτὸν εἰς τοὺς αἰῶνας.

Κολιτσάρα

Εὐλογεῖτε τὸν Κύριον οἱ οὐρανοί, ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε αὐτὸν εἰς τοὺς αἰῶνας.

Τρεμπέλα

Εὐλογεῖτε καὶ δοξάζετε, οὐρανοί, τὸν Κύριον ὑμνεῖτε καὶ δοξολογεῖτε Αὐτὸν πέραν ἀπὸ κάθε μέτρον εἰς τοὺς ἀπεράντους αἰῶνας.

Δαν. 3,36

εὐλογεῖτε, ἄγγελοι Κυρίου τὸν Κύριον· ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε αὐτὸν εἰς τοὺς αἰῶνας.

Κολιτσάρα

Ἄγγελοι Κυρίου εὐλογεῖτε τὸν Κύριον, ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε αὐτὸν εἰς τοὺς αἰῶνας.

Τρεμπέλα

Εὐλογεῖτε καὶ δοξάζετε, ἀγγελικὲς δυνάμεις καὶ στρατιὲς τοῦ Κυρίου, τὸν Κύριον ὑμνεῖτε καὶ δοξολογεῖτε Αὐτὸν ὑπέρμετρα εἰς τοὺς αἰῶνας.

Δαν. 3,37

εὐλογεῖτε, ὕδατα πάντα τὰ ὑπεράνω τοῦ οὐρανοῦ τὸν Κύριον· ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε αὐτὸν εἰς τοὺς αἰῶνας.

Κολιτσάρα

Ὅλα τὰ ὑπεράνω τοῦ οὐρανοῦ ὕδατα, εὐλογεῖτε τὸν Κύριον, ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε αὐτὸν εἰς τοὺς αἰῶνας.

Τρεμπέλα

Εύλογεῖτε καὶ δοξάζετε τὸν Κύριον, ὅλα τὰ ὕδατα ποὺ εὑρίσκονται ἀποθηκευμένα διὰ τῆς δυνάμεώς του ἐπάνω ἀπὸ τὴν ἀτμόσφαιραν καὶ εἰς τὸ στερέωμα, ποὺ ἐκτείνεται κάτω ἀπὸ τὰ ἄστρα· ὑμνεῖτε καὶ δοξολογεῖτε Αὐτὸν ὑπέρμετρα εἰς τοὺς αἰῶνας.

Δαν. 3,38

εὐλογεῖτε, πᾶσαι αἱ δυνάμεις Κυρίου τὸν Κύριον· ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε αὐτὸν εἰς τοὺς αἰῶνας.

Κολιτσάρα

Ὅλαι αἱ δυνάμεις τοῦ Κυρίου, ἂς δοξάζετε τὸν Κύριον· ὑμνεῖτε τὸ μεγαλεῖον του, μεγαλύνατε αὐτὸν εἰς τοὺς αἰῶνας.

Τρεμπέλα

Εὐλογεῖτε καὶ δοξάζετε, ὅλες οἱ στρατιὲς τῶν ἀγγελικῶν δυνάμεων τοῦ Κυρίου, τὸν Κύριον· ὑμνεῖτε καὶ δοξολογεῖτε Αὐτὸν ὑπέρμετρα εἰς τοὺς ἀπεράντους αἰῶνας.

Δαν. 3,39

εὐλογεῖτε, ἥλιος καὶ σελήνη τὸν Κύριον· ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε αὐτὸν εἰς τοὺς αἰῶνας.

Κολιτσάρα

Ἥλιος καὶ σελήνη, εὐλογεῖτε τὸν Κύριον. Ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε αὐτὸν εἰς τοὺς αἰῶνας.

Τρεμπέλα

Εὐλογεῖτε καὶ δοξάζετε, ἥλιε καὶ σελήνη, τὸν Κύριον· ὑμνε·ῖτε καὶ δοξολογεῖτε Αὐτὸν ὑπέρμετρα εἰς τοὺς αἰῶνας.

Δαν. 3,40

εὐλογεῖτε, ἄστρα τοῦ οὐρανοῦ τὸν Κύριον· ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε αὐτὸν εἰς τοὺς αἰῶνας.

Κολιτσάρα

Ὅλα τὰ ἄστρα τοῦ οὐρανοῦ, εὐλογεῖτε τὸν Κύριον. Ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε αὐτὸν εἰς τοὺς αἰῶνας.

Τρεμπέλα

Εὐλογεῖτε καὶ δοξάζετε, ὅλα τὰ ἄστρα τοῦ οὐρανοῦ, τὸν Κύριον· ὑμνεῖτε καὶ δοξολογεῖτε Αὐτὸν ὑπέρμετρα εἰς τοὺς αἰῶνας.

Δαν. 3,41

εὐλογείτω πᾶς ὄμβρος καὶ δρόσος τὸν Κύριον· ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε αὐτὸν εἰς τοὺς αἰῶνας.

Κολιτσάρα

Κάθε βροχὴ καὶ κάθε δρόσος, εὐλογεῖτε τὸν Κύριον. Ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε αὐτὸν εἰς τοὺς αἰῶνας.

Τρεμπέλα

Ἂς εὐλογῇ καὶ ἂς δοξάζῃ κάθε σταγόνα τῆς βροχῆς καὶ τῆς δροσιᾶς, τὸν Κύριον· ὑμνεῖτε καὶ δοξολογεῖτε Αὐτὸν ὑπέρμετρα εἰς τοὺς αἰῶνας.

Δαν. 3,42

εὐλογεῖτε, πάντα τὰ πνεύματα τὸν Κύριον· ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε αὐτὸν εἰς τοὺς αἰῶνας.

Κολιτσάρα

Ὅλοι οἱ ἄνεμοι, δοξάζετε τὸν Κύριον. Ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε αὐτὸν εἰς τοὺς αἰῶνας.

Τρεμπέλα

Εὐλογεῖτε καὶ δοξάζετε, ὅλοι οἱ ἄνεμοι, τὸν Κύριον· ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε Αὐτὸν εἰς τοὺς αἰῶνας.

Δαν. 3,43

εὐλογεῖτε, πῦρ καὶ καῦμα τὸν Κύριον· ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε αὐτὸν εἰς τοὺς αἰῶνας.

Κολιτσάρα

Πῦρ καὶ θερμότης, εὐλογεῖτε τὸν Κύριον. Ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε αὐτὸν εἰς τοὺς αἰῶνας.

Τρεμπέλα

Εὐλογεῖτε καὶ δοξάζετε, φωτιὰ καὶ θερμότης, τὸν Κύριον· ὑμνεῖτε καὶ ἐξαίρετε (ἐγκωμιάζετε) τὸ μεγαλεῖον του εἰς τοὺς αἰῶνας.

Δαν. 3,44

[εὐλογεῖτε, ψῦχος καὶ καύσων τὸν Κύριον· ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε αὐτὸν εἰς τοὺς αἰῶνας.

Κολιτσάρα

Ψῦχος καὶ καῦμα, εὐλογεῖτε τὸν Κύριον. Ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε αὐτὸν εἰς τοὺς αἰῶνας.

Τρεμπέλα

Εὐλογεῖτε καὶ δοξάζετε, ψῦχος καὶ καύσων, τὸν Κύριον· ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε Αὐτὸν εἰς τοὺς αἰῶνας.

Δαν. 3,45

εὐλογεῖτε, δρόσοι καὶ νιφετοὶ τὸν Κύριον· ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε αὐτὸν εἰς τοὺς αἰῶνας].

Κολιτσάρα

Δροσιὲς καὶ χιόνια, εὐλογεῖτε τὸν Κύριον. Ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε αὐτὸν εἰς τοὺς αἰῶνας.

Τρεμπέλα

Δροσιὲς καὶ νιφάδες τοῦ χιονιοῦ, εὐλογεῖτε καὶ δοξάζετε τὸν Κύριον· ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε Αὐτὸν εἰς τοὺς αἰῶνας.

Δαν. 3,46

εὐλογεῖτε, νύκτες καὶ ἡμέραι τὸν Κύριον· ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε αὐτὸν εἰς τοὺς αἰῶνας.

Κολιτσάρα

Νύκτες καὶ ἡμέραι, εὐλογεῖτε τὸν Κύριον. Ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε αὐτὸν εἰς τοὺς αἰῶνας.

Τρεμπέλα

Νύκτες καὶ ἡμέρες, εὐλογεῖτε καὶ δοξάζετε τὸν Κύριον· ὑμνεῖτε καὶ δοξολογεῖτε Αὐτὸν ὑπέρμετρα εἰς τοὺς αἰῶνας.

Δαν. 3,47

εὐλογεῖτε, φῶς καὶ σκότος τὸν Κύριον· ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε αὐτὸν εἰς τοὺς αἰῶνας.

Κολιτσάρα

Φῶς καὶ σκότος, εὐλογεῖτε τὸν Κύριον. Ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε αὐτὸν εἰς τοὺς αἰῶνας.

Τρεμπέλα

Φῶς καὶ σκοτάδι, εὐλογεῖτε καὶ δοξάζετε τὸν Κύριον· ὑμνεῖτε καὶ δοξολογεῖτε Αὐτὸν ὑπέρμετρα εἰς τοὺς αἰῶνας.

Δαν. 3,48

εὐλογεῖτε, ψῦχος καὶ καῦμα, τὸν Κύριον· ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε αὐτὸν εἰς τοὺς αἰῶνας.

Κολιτσάρα

Ψῦχος καὶ καύσων, εὐλογεῖτε τὸν Κύριον. Ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε αὐτὸν εἰς τοὺς αἰῶνας.

Τρεμπέλα

Ψῦχος καὶ καύσων, εὐλογεῖτε καὶ δοξάζετε τὸν Κύριον· ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε Αὐτὸν εἰς τοὺς αἰῶνας.

Δαν. 3,49

εὐλογεῖτε, πάχναι καὶ χιόνες, τὸν Κύριον· ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε αὐτὸν εἰς τοὺς αἰῶνας.

Κολιτσάρα

Πάχναι καὶ χιόνες, εὐλογεῖτε τὸν Κύριον. Ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε αὐτὸν εἰς τοὺς αἰῶνας.

Τρεμπέλα

Πάχνες καὶ χιόνια, εὐλογεῖτε καὶ δοξάζετε τὸν Κύριον· ὑμνεῖτε καὶ ἐξαίρετε τὸ μεγαλεῖον του εἰς τοὺς αἰῶνας.

Δαν. 3,50

εὐλογεῖτε, ἀστραπαὶ καὶ νεφέλαι τὸν Κύριον· ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε αὐτὸν εἰς τοὺς αἰῶνας.

Κολιτσάρα

Ἀστραπαὶ καὶ νεφέλαι, εὐλογεῖτε τὸν Κύριον. Ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε αὐτὸν εἰς τοὺς αἰῶνας.

Τρεμπέλα

Εὐλογεῖτε καὶ δοξάζετε, ἀστραπὲς καὶ σύννεφα, τὸν Κύριον· ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε Αὐτὸν εἰς τοὺς αἰῶνας.

Δαν. 3,51

εὐλογείτω ἡ γῆ τὸν Κύριον· ὑμνείτω καὶ ὑπερυψούτω αὐτὸν εἰς τοὺς αἰῶνας.

Κολιτσάρα

Ὁλόκληρος ἡ γῆ ἂς δοξάζῃ τὸν Κύριον. Ἂς ὑμνῇ καὶ ἃς ὑπερυψώνῃ αὐτὸν εἰς τοὺς αἰῶνας.

Τρεμπέλα

Ἂς εὐλογῇ καὶ ἂς δοξάζῃ ὅλη ἡ γῆ τὸν Κύριον· ἂς Τὸν ὑμνῇ καὶ ἂς Τὸν ὑπερυψώνῃ εἰς τοὺς αἰῶνας.

Δαν. 3,52

εὐλογεῖτε, ὄρη καὶ βουνοὶ τὸν Κύριον· ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε αὐτὸν εἰς τοὺς αἰῶνας.

Κολιτσάρα

Ὄρη καὶ λόφοι, εὐλογεῖτε τὸν Κύριον. Ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε αὐτὸν εἰς τοὺς αἰῶνας.

Τρεμπέλα

Εὐλογεῖτε καὶ δοξάζετε, ὑψηλὰ ὄρη καὶ χαμηλὰ βουνὰ (λόφοι), τὸν Κύριον· ὑμνεῖτε καὶ δοξολογεῖτε Αὐτὸν ὑπέρμετρα εἰς τοὺς αἰῶνας.

Δαν. 3,53

εὐλογεῖτε, πάντα τὰ φυόμενα ἐν τῇ γῇ, τὸν Κύριον· ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε αὐτὸν εἰς τοὺς αἰῶνας.

Κολιτσάρα

Ὅλα ὅσα φυτρώνουν εἰς τὴν γῆν, εὐλογεῖτε τὸν Κύριον. Ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε αὐτὸν εἰς τοὺς αἰῶνας.

Τρεμπέλα

Εὐλογεῖτε καὶ δοξάζετε, ὅλα ὅσα φυτρώνουν εἰς τὴν γῆν, ὅλη ἡ βλάστησις, τὸν Κύριον· ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε Αὐτὸν εἰς τοὺς αἰῶνας.

Δαν. 3,54

εὐλογεῖτε, θάλασσα καὶ ποταμοί, τὸν Κύριον· ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε αὐτὸν εἰς τοὺς αἰῶνας.

Κολιτσάρα

Θάλασσα καὶ ποταμοί, εὐλογεῖτε τὸν Κύριον. Ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε αὐτὸν εἰς τοὺς αἰῶνας.

Τρεμπέλα

Θάλασσα καὶ ποταμοί, εὐλογεῖτε καὶ δοξάζετε τὸν Κύριον· ὑμνεῖτε καὶ δοξολογεῖτε Αὐτὸν ὑπέρμετρα εἰς τοὺς αἰῶνας.

Δαν. 3,55

εὐλογεῖτε, αἱ πηγαί, τὸν Κύριον· ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε αὐτὸν εἰς τοὺς αἰῶνας.

Κολιτσάρα

Πηγαὶ ὑδάτων, εὐλογεῖτε τὸν Κύριον. Ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε αὐτὸν εἰς τοὺς αἰῶνας.

Τρεμπέλα

Πηγὲς τῶν ὑδάτων, εὐλογεῖτε καὶ δοξάζετε τὸν Κύριον· ὑμνεῖτε καὶ ἐξαίρετε τὸ μεγαλεῖον του εἰς τοὺς αἰῶνας.

Δαν. 3,56

εὐλογεῖτε, κήτη καὶ πάντα τὰ κινούμενα ἐν τοῖς ὕδασι, τὸν Κύριον· ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε αὐτὸν εἰς τοὺς αἰῶνας.

Κολιτσάρα

Τὰ μεγάλα κήτη, οἱ ἰχθύες τῆς θαλάσσης καὶ ὅλα ὅσα κινοῦνται εἰς τὰ ὕδατα, εὐλογεῖτε τὸν Κύριον. Ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε αὐτὸν εἰς τοὺς αἰῶνας

Τρεμπέλα

Μεγάλα θαλάσσια κήτη καὶ ὅλα ὅσα ζοῦν καὶ κινοῦνται μέσα εἰς τὰ ὕδατα τῶν θαλασσῶν καὶ τῶν ποταμῶν, εὐλογεῖτε καὶ δοξάζετε τὸν Κύριον· ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε Αὐτὸν εἰς τοὺς αἰῶνας.

Δαν. 3,57

εὐλογεῖτε, πάντα τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ, τὸν Κύριον· ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε αὐτὸν εἰς τοὺς αἰῶνας.

Κολιτσάρα

Ὅλα τὰ πτηνὰ τοῦ οὐρανοῦ, εὐλογεῖτε τὸν Κύριον. Ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε αὐτὸν εἰς τοὺς αἰῶνας.

Τρεμπέλα

Εὐλογεῖτε καὶ δοξάζετε, ὅλα τὰ πουλιὰ τοῦ οὐρανοῦ, τὸν Κύριον· ὑμνεῖτε καὶ δοξολογεῖτε Αὐτὸν ὑπέρμετρα εἰς τοὺς αἰῶνας.

Δαν. 3,58

εὐλογεῖτε, πάντα τὰ θηρία καὶ τὰ κτήνη, τὸν Κύριον· ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε αὐτὸν εἰς τοὺς αἰῶνας.

Κολιτσάρα

Ὅλα τὰ θηρία τῆς γῆς καὶ ὅλα τὰ ἥμερα ζῶα, εὐλογεῖτε τὸν Κύριον. Ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε αὐτὸν εἰς τοὺς αἰῶνας.

Τρεμπέλα

Εὐλογεῖτε καὶ δοξάζετε, ὅλα τὰ ἄγρια θηρία τῆς γῆς καὶ ὅσα ἥμερα ζῶα ὑπηρετοῦν τὶς ἀνάγκες τοῦ ἄνθρωπον, τὸν Κύριον· ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε Αὐτὸν εἰς τοὺς αἰῶνας.

Δαν. 3,59

εὐλογεῖτε, υἱοὶ τῶν ἀνθρώπων, τὸν Κύριον· ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε αὐτὸν εἰς τοὺς αἰῶνας.

Κολιτσάρα

Υἱοὶ τῶν ἀνθρώπων, εὐλογεῖτε τὸν Κύριον. Ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε αὐτὸν εἰς τοὺς αἰῶνας.

Τρεμπέλα

Εὐλογεῖτε καὶ δοξάζετε, υἱοὶ τῶν ἀνθρώπων, τὸν Κύριον· ὑμνεῖτε καὶ δοξολογεῖτε Αὐτὸν ὑπέρμετρα εἰς τοὺς αἰῶνας.

Δαν. 3,60

εὐλογεῖτε, Ἰσραήλ, τὸν Κύριον· ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε αὐτὸν εἰς τοὺς αἰῶνας.

Κολιτσάρα

Ἰσραηλῖται, εὐλογεῖτε τὸν Κύριον. Ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε αὐτὸν εἰς τοὺς αἰῶνας.

Τρεμπέλα

Εὐλογεῖτε, Ἰσραηλῖται, καὶ δοξάζετε τὸν Κύριον· ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε Αὐτὸν εἰς τοὺς αἰῶνας.

Δαν. 3,61

εὐλογεῖτε, ἱερεῖς Κυρίου, τὸν Κύριον· ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε αὐτὸν εἰς τοὺς αἰῶνας.

Κολιτσάρα

Ἱερεῖς τοῦ Κυρίου, εὐλογεῖτε τὸν Κύριον. Ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε αὐτὸν εἰς τοὺς αἰῶνας.

Τρεμπέλα

Ἱερεῖς τοῦ Κυρίου, εὐλογεῖτε καὶ δοξάζετε τὸν Κύριον· ὑμνεῖτε καὶ ἐξαίρετε τὸ μεγαλεῖον του εἰς τοὺς αἰῶνας.

Δαν. 3,62

εὐλογεῖτε, δοῦλοι Κυρίου, τὸν Κύριον· ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε αὐτὸν εἰς τοὺς αἰῶνας.

Κολιτσάρα

Δοῦλοι Κυρίου, εὐλογεῖτε τὸν Κύριον. Ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε αὐτὸν εἰς τοὺς αἰῶνας.

Τρεμπέλα

Δοῦλοι καὶ πιστοὶ τοῦ Κυρίου, εὐλογεῖτε καὶ δοξάζετε τὸν Κύριον· ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε Αὐτὸν εἰς τοὺς αἰῶνας.

Δαν. 3,63

εὐλογεῖτε, πνεύματα καὶ ψυχαὶ δικαίων, τὸν Κύριον· ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε αὐτὸν εἰς τοὺς αἰῶνας.

Κολιτσάρα

Πνεύματα καὶ ψυχαὶ δικαίων, εὐλογεῖτε τὸν Κύριον, ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε αὐτὸν εἰς τοὺς αἰῶνας.

Τρεμπέλα

Πνεύματα καὶ ψυχὲς τῶν δικαίων, εὐλογεῖτε καὶ δοξάζετε τὸν Κύριον· ὑμνεῖτε καὶ δοξολογεῖτε Αὐτὸν ὑπέρμετρα εἰς τοὺς ἀπεράντους αἰῶνας.

Δαν. 3,64

εὐλογεῖτε, ὅσιοι καὶ ταπεινοὶ τῇ καρδίᾳ, τὸν Κύριον· ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε αὐτὸν εἰς τοὺς αἰῶνας.

Κολιτσάρα

Ὅσιοι καὶ ταπεινοὶ κατὰ τὴν καρδίαν, εὐλογεῖτε τὸν Κύριον. Ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε αὐτὸν εἰς τοὺς αἰῶνας.

Τρεμπέλα

Εὐλαβεῖς καὶ ἀφωσιωμένοι εἰς τὸν Κύριον καὶ ὅσοι μὲ ταπείνωσιν ἐπικαλεῖσθε τὸ ὄνομά του, εὐλογεῖτε καὶ δοξάζετε τὸν Κύριον· ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε Αὐτὸν εἰς τοὺς αἰῶνας.

Δαν. 3,65

εὐλογεῖτε, Ἀνανία, Ἀζαρία, Μισαήλ, τὸν Κύριον· ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε αὐτὸν εἰς τοὺς αἰῶνας, ὅτι ἐξείλετο ἡμᾶς ἐξ ᾅδου καὶ ἐκ χειρὸς θανάτου ἔσωσεν ἡμᾶς, ἐρρύσατο ἡμᾶς ἐκ μέσου καμίνου καιομένης φλογὸς καὶ ἐκ μέσου πυρὸς ἐρρύσατο ἡμᾶς.

Κολιτσάρα

Ἀνανία, Ἀζαρία καὶ Μισαήλ, εὐλογεῖτε τὸν Κύριον. Ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε αὐτὸν εἰς τοὺς αἰῶνας, διότι μᾶς ἔβγαλεν ἀπὸ τὸν ᾅδην, μᾶς ἔσωσεν ἀπὸ τὰ χέρια τοῦ θανάτου, μᾶς ἐγλύτωσεν ἀπὸ τὸ μέσον τῆς καμίνου, ἀπὸ τὴν καιομένην φλόγα. Μᾶς ἔσωσεν ἀνάμεσα ἀπὸ τὴν φωτιάν.

Τρεμπέλα

Εὐλογεῖτε καὶ δοξάζετε, Ἀνανία, Ἀζαρία καὶ Μισαήλ, τὸν Κύριον ὑμνεῖτε καὶ δοξολογεῖτε Αὐτὸν ὑπέρμετρα εἰς τοὺς ἀπεράντους αἰῶνας, διότι μᾶς ἔβγαλε ἀπὸ τὸν Ἅδην καὶ μᾶς ἔσωσεν ἀπὸ τὰ χέρια τοῦ θανάτου. Μᾶς ἐγλύτωσε μέσα ἀπὸ τὸ καμίνι, μέσα ἀπὸ τὴν ἀναμμένην καὶ καιομένην φλόγα· μᾶς ἔσωσε μέσα ἀπὸ τὴν φωτιά.

Δαν. 3,66

ἐξομολογεῖσθε τῷ Κυρίῳ, ὅτι χρηστός, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

Δοξολογήσατε τὸν Κύριον, ἰδιότι εἶναι ἀγαθὸς καὶ διότι τὸ ἔλεός του εἶναι αἰώνιον.

Τρεμπέλα

Δοξολογεῖτε καὶ εὐχαριστεῖτε μὲ εὐγνωμοσύνην τὸν Κύριον, διότι εἶναι εὐεργετικὸς καὶ γεμᾶτος καλωσύνην, διότι τὸ ἔλεος καὶ ἡ εὐσπλαγχνία του εἶναι ἀνεξάντλητα καὶ διαρκοῦν αἰωνίως.

Δαν. 3,67

εὐλογεῖτε, πάντες οἱ σεβόμενοι τὸν Κύριον τὸν Θεὸν τῶν Θεῶν, ὑμνεῖτε καὶ ἐξομολογεῖσθε, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

Ὅλοι σεῖς, ποὺ τὸν λατρεύετε, εὐλογεῖτε τὸν Κύριον, ποὺ εἶναι Θεὸς τῶν θεῶν. Ὑμνεῖτε καὶ δοξολογεῖτε αὐτόν, διότι τὸ ἔλεός του εἶναι αἰώνιον».

Τρεμπέλα

Ὅλοι σεῖς οἱ ὁποῖοι λατρεύετε τὸν Κύριον, δοξολογεῖτε καὶ εὐχαριστεῖτε τὸν Κύριον, τὸν ἀληθινὸν καὶ ζωντανὸν Θεόν, ὁ ὁποῖος κατεξουσιάζει καὶ κατεντροπιάζει τοὺς ψευδοθεοὺς τῶν εἰδώλων· ὑμνεῖτε καὶ δοξολογεῖτε Αὐτόν, διότι τὸ ἔλεος καὶ ἡ εὐσπλαγχνία του εἶναι ἀνεξάντλητα καὶ μένουν καὶ διαρκοῦν αἰωνίως».

Δαν. 3,24

Καὶ Ναβουχοδονόσορ ἤκουσεν ὑμνούντων αὐτῶν καὶ ἐθαύμασε καὶ ἐξανέστη ἐν σπουδῇ καὶ εἶπε τοῖς μεγιστᾶσιν αὐτοῦ· οὐχὶ ἄνδρας τρεῖς ἐβάλομεν εἰς τὸ μέσον τοῦ πυρὸς πεπεδημένους; καὶ εἶπον τῷ βασιλεῖ· ἀληθῶς, βασιλεῦ.

Κολιτσάρα

Ὁ Ναβουχοδανόσορ, ἤκουσεν αὐτοὺς νὰ ὑμνολογοῦν τὸν Θεόν, ἐκυριεύθη ἀπὸ θαυμασμόν, ἀνεπήδησε βιαστικὰ ἀπὸ τὸ θρόνον του καὶ εἶπεν εἰς τοὺς μεγιστᾶνας του· «τρεῖς ἄνδρας δεμένους δὲν ἐρρίψαμεν ἡμεῖς εἰς τὸ μέσον τοῦ πυρός;» Ἐκεῖνοι ἀπήντησαν εἰς τὸν βασιλέα· «πρὰγματι, βασιλεῦ, ἔτσι εἶναι».

Τρεμπέλα

Ὁ Ναβουχοδονόσορ ἄκουσε τοὺς Τρεῖς Παῖδας νὰ ὑμνοῦν καὶ νὰ δοξάζουν τὸν Θεὸν καὶ ἔμεινε κατάπληκτος, γεμᾶτος θαυμασμὸν καὶ ἀπορίαν. Ἀνεπήδησεν ἀπότομα καὶ μὲ ὁρμὴν ἀπὸ τὸν θρόνον του καὶ εἶπεν εἰς τοὺς μεγιστᾶνες, τοὺς στενοὺς συμβούλους του: «Τρεῖς ἄνδρες δὲν ἐρρίψαμεν δεμένους εἰς τὸ μέσον τῆς φωτιᾶς τοῦ πυρακτωμένου καμινιοῦ;» Αὐτοὶ δὲ ἀπεκρίθησαν εἰς τὸν βασιλιᾶ· «Μάλιστα, βασιλιᾶ, αὐτὸ εἶναι ἀλήθεια».

Δαν. 3,25

καὶ εἶπεν ὁ βασιλεύς· ἰδοὺ ἐγὼ ὁρῶ ἄνδρας τέσσαρας λελυμένους καὶ περιπατοῦντας ἐν μέσῳ τοῦ πυρός, καὶ διαφθορὰ οὐκ ἔστιν ἐν αὐτοῖς, καὶ ἡ ὅρασις τοῦ τετάρτου ὁμοία υἱῷ Θεοῦ.

Κολιτσάρα

Ὁ βασιλεὺς εἶπεν· «ἰδοὺ ἐγὼ βλέπω τέσσαρας ἄνδρας λυμένους νὰ περιπατοῦν ἐν τῷ μέσῳ τοῦ πυρός. Δὲν βλέπω νὰ ὑπάρχῃ καμμία βλάβη εἰς αὐτοὺς ἀπὸ τὸ πῦρ, ἡ δὲ ὄψις τοῦ τετάρτου δὲν εἶναι ὅμοια πρὸς ἄνθρωπον, ἀλλὰ πρὸς υἱὸν Θεοῦ».

Τρεμπέλα

«Ἀλλά», συνέχισεν ὁ βασιλιᾶς, «ἰδού! Ἐγὼ βλέπω τέσσερις ἄνδρες λυμένους (ὄχι δεμένους) νὰ περιπατοῦν ἄνετα εἰς τὸ μέσον τῆς φωτιᾶς! Τοὺς βλέπω ἐντελῶς ἀνέπαφους, καμμία βλάβη δὲν ὑπάρχει εἰς αὐτοὺς ἀπὸ τὴν φωτιά! ἡ δὲ ὄψις καὶ ἐμφάνισις τοῦ τετάρτου εἶναι ὅμοια πρὸς υἱόν (ἀγγέλου) Θεοῦ»!

Δαν. 3,26

τότε προσῆλθε Ναβουχοδονόσορ πρὸς τὴν θύραν τῆς καμίνου τοῦ πυρὸς τῆς καιομένης καὶ εἶπε· Σεδράχ, Μισάχ, Ἀβδεναγώ, οἱ δοῦλοι τοῦ Θεοῦ τοῦ Ὑψίστου, ἐξέλθετε καὶ δεῦτε. καὶ ἐξῆλθον Σεδράχ, Μισάχ, Ἀβδεναγὼ ἐκ μέσου τοῦ πυρός.

Κολιτσάρα

Ὁ Ναβουχοδονόσορ ὁ ἴδιος ἐπλησίασεν εἰς τὴν θύραν τῆς καμίνου τοῦ πυρός, ἡ ὁποία ἐξακολουθοῦσε νὰ καίεται, καὶ εἶπε· «Σεδράχ, Μισὰχ καὶ Ἀβδεναγώ, δοῦλοι τοῦ Θεοῦ τοῦ Ὑψίστου, ἐβγᾶτε ἀπὸ τὴν κάμινον καὶ ἐλᾶτε ἐδῶ». Ὁ Σεδρὰχ ὁ Μισὰχ καὶ ὁ Ἀβδεναγὼ ἐβγῆκαν ἐκ τοῦ μέσου τοῦ πυρός.

Τρεμπέλα

Τότε ὁ Ναβουχοδονόσορ ἐπλησίασε κοντὰ εἰς τὸ ἄνοιγμα (τὴν θύραν), ποὺ εὑρίσκετο χαμηλὰ εἰς τὰ πλάγια τοῦ πυρίνου καμινιοῦ, καὶ ἀπευθυνόμενος πρὸς τοὺς Τρεῖς Παῖδας ποὺ ἦσαν μέσα, εἶπε: «Σεδράχ, Μισὰχ καὶ Ἀβδεναγώ, δοῦλοι τοῦ Θεοῦ τοῦ Ὑψίστου, βγῆτε ἔξω καὶ ἐλάτε ἐδῶ!» Καὶ οἱ Σεδράχ, Μισὰχ καὶ Ἀβδεναγὼ ἐβγῆκαν ἀπὸ τὸ μέσον τῆς φωτιᾶς.

Δαν. 3,27

καὶ συνάγονται οἱ σατράπαι καὶ οἱ στρατηγοὶ καὶ οἱ τοπάρχαι καὶ οἱ δυνάσται τοῦ βασιλέως καὶ ἐθεώρουν τοὺς ἄνδρας ὅτι οὐκ ἐκυρίευσε τὸ πῦρ τοῦ σώματος αὐτῶν, καὶ ἡ θρὶξ τῆς κεφαλῆς αὐτῶν οὐκ ἐφλογίσθη, καὶ τὰ σαράβαρα αὐτῶν οὐκ ἠλλοιώθη, καὶ ὀσμὴ πυρὸς οὐκ ἦν ἐν αὐτοῖς.

Κολιτσάρα

Τότε οἱ σατρὰπαι καὶ οἱ στρατηγοὶ καὶ οἱ τοπάρχαι καὶ οἱ ἄρχοντες τοῦ βασιλέως, ἔβλεπαν μὲ θαυμασμὸν τοὺς τρεῖς αὐτοὺς ἄνδρας, διὸτι δὲν τοὺς εἶχε θίξει καθόλου τὸ πῦρ· οὔτε μία τρίχα τῆς κεφαλῆς των δὲν εἶχε καῇ. Τὰ ἐνδύματά των δὲν μετεβλήθησαν καθόλου· οὔτε κἂν ὀσμὴ πυρὸς δὲν ὑπῆρχεν ἐπάνω εἰς αὐτούς.

Τρεμπέλα

Τότε οἱ σατράπαι καὶ οἱ στρατηγοὶ καὶ οἱ τοπάρχαι (κυβερνῆται περιοχῶν) καὶ γενικῶς οἱ ἀξιωματοῦχοι τοῦ βασιλιᾶ ἔβλεπαν μὲ προσοχὴν καὶ ἔκπληξιν τοὺς τρεῖς ἄνδρες, διότι ἡ φωτιὰ δὲν ἔθιξε καθόλου τὰ σώματά των, καὶ οὔτε μία τρίχα τῆς κεφαλῆς των δὲν εἶχε καῇ· τὰ δὲ ἐνδύματά των δὲν ἐκαψαλίσθηκαν καὶ δὲν παρεμορφώθησαν, ἀλλ’ οὔτε καὶ μυρωδιὰ φωτιᾶς ὑπῆρχεν ἐπάνω των!

Δαν. 3,28

καὶ ἀπεκρίθη Ναβουχοδονόσορ ὁ βασιλεὺς καὶ εἶπεν· εὐλογητὸς ὁ Θεὸς τοῦ Σεδράχ, Μισάχ, Ἀβδεναγώ, ὃς ἀπέστειλε τὸν ἄγγελον αὐτοῦ καὶ ἐξείλατο τοὺς παῖδας αὐτοῦ, ὅτι ἐπεποίθεισαν ἐπ’ αὐτῷ καὶ τὸ ῥῆμα τοῦ βασιλέως ἠλλοίωσαν καὶ παρέδωκαν τὰ σώματα αὐτῶν εἰς πῦρ, ὅπως μὴ λατρεύσωσι μηδὲ προσκυνήσωσι παντὶ θεῷ, ἀλλ’ ἢ τῷ Θεῷ αὐτῶν.

Κολιτσάρα

Ὁ βασιλεὺς Ναβουχοδονόσορ ἔλαβε τὸν λόγον μέ ἑπισημότητα καὶ εἶπεν· «εὐλογημένος ἂς εἶναι ὁ Θεὸς τῶν Σεδράχ, Μισὰχ καὶ Ἀβδεναγώ, ὁ ὁποῖος ἔστειλε τὸν ἄγγελον αὐτοῦ καὶ ἐγλύτωσε τοὺς παῖδας του, οἱ ὁποῖοι, ἐπειδὴ εἶχαν πίστιν εἰς αὐτόν, παρέβησαν τὴν διαταγὴν τοῦ βασιλέως καὶ παρέδωκαν τὰ σώματά των εἰς τὴν φωτιάν, διὰ νὰ μὴ ὑποχωρήσουν καὶ λατρεύσουν καὶ προσκυνήσουν ἄλλον θεόν, εἰμὶ μόνον τὸν Θεόν των.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ βασιλιᾶς Ναβουχοδονόσορ ἀπεκρίθη καὶ εἶπεν: «Εὐλογημένος καὶ δοξασμένος ἂς εἶναι ὁ Θεὸς τοῦ Σεδράχ, Μισάχ, Ἀβδεναγώ, ὁ ὁποῖος ἀπέστειλε τὸν ἄγγελόν του καὶ ἔσωσε καὶ ἐλευθέρωσε τοὺς δούλους του, διότι, ἐπειδὴ εἶχαν ἀπόλυτον πίστιν εἰς Αὐτόν, ἀψήφησαν καὶ παρέβησαν τὸ διάταγμα τοῦ βασιλιᾶ· καὶ ἐπροτίμησαν νὰ παραδώσουν τὰ σώματα τῶν εἰς τὴν φωτιά, παρὰ νὰ λατρεύσουν καὶ νὰ προσκυνήσουν οἰονδηποτε ἄλλον θεόν, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν Θεόν των.

Δαν. 3,29

καὶ ἐγὼ ἐκτίθεμαι δόγμα· πᾶς λαός, φυλή, γλῶσσα, ἣ ἐὰν εἴπῃ βλασφημίαν κατὰ τοῦ Θεοῦ Σεδράχ, Μισάχ, Ἀβδεναγώ, εἰς ἀπώλειαν ἔσονται καὶ οἱ οἶκοι αὐτῶν εἰς διαρπαγήν, καθότι οὐκ ἔστι Θεὸς ἕτερος, ὅστις δυνήσεται ῥύσασθαι οὕτως.

Κολιτσάρα

Ἐγώ, λοιπὸν ἐκδίδω διαταγήν, κάθε ἄνθρωπος οἰουδήποτε λαοῦ, οἰασδήποτε φυλῆς καὶ γλώσσης, ὁ ὁποῖος θὰ τολμήσῃ νὰ ἐκστομίσῃ βλασφημίαν ἐναντίον τοῦ Θεοῦ τοῦ Σεδράχ, τοῦ Μισὰχ καὶ τοῦ Ἀβδεναγώ, θὰ παραδοθῇ εἰς θάνατον, ὁ δὲ οἶκος καὶ ἡ περιουσία του θὰ δημευθοῦν, διότι δὲν ὑπάρχει ἄλλος Θεός, ὁ ὁποῖος νὰ ἠμπορῇ κατ’ αὐτὸν τὸν θαυμαστὸν τρόπον νὰ σώζῃ τοὺς ἀνθρώπους του»!

Τρεμπέλα

Ὡς ἐκ τούτου ἐγὼ ἐκδίδω διαταγήν, συμφώνως πρὸς τὴν ὁποίαν: Κάθε ἄνθρωπος ὁποιονδήποτε λαοῦ, ὁποιοσδήποτε φυλῆς καὶ γλώσσης, ὁ ὁποῖος θὰ τολμήσῃ νὰ ἐκστομίσῃ βλασφημίαν ἐναντίον τοῦ Θεοῦ τῶν Σεδράχ, Μισάχ, Ἀβδεναγώ, θὰ θανατωθῇ, ἡ δὲ ἀκίνητος καὶ κινητῇ περιουσία του θὰ δημευθοῦν διότι δὲν ὑπάρχει ἄλλος θεὸς ὁ ὁποῖος νὰ ἔχῃ τὴν δύναμιν νὰ προσφέρῃ παρομοίαν θαυμαστὴν σωτηρίαν».

Δαν. 3,30

τότε ὁ βασιλεὺς κατεύθυνε τὸν Σεδράχ, Μισάχ, Ἀβδεναγὼ ἐν τῇ χώρᾳ Βαβυλῶνος καὶ ηὔξησεν αὐτοὺς καὶ ἠξίωσεν αὐτοὺς ἡγεῖσθαι πάντων τῶν Ἰουδαίων τῶν ἐν τῇ βασιλείᾳ αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

Τότε ὁ βασιλεὺς ὥρισε διοικητὰς τὸν Σεδράχ, τὸν Μισὰχ καὶ τὸν Ἀβδεναγὼ εἰς τὴν χώραν τῆς Βαβυλῶνος. Τοὺς ἐδόξασε καὶ τοὺς ἔδωσεν ἀξίωμα, ὥστε νὰ εἶναι ἀρχηγοὶ ὅλων τῶν Ἰουδαίων, ποὺ ὑπῆρχον εἰς τὴν βασιλείαν του. Ἐξέδωσε δὲ τὴν ἐξῆς διαταγήν.

Τρεμπέλα

Τότε ὁ βασιλιᾶς προήγαγε καὶ ἐγκατέστησε τὸν Σεδράχ, Μισὰχ καὶ Ἀβδεναγὼ ὡς διοικητὰς εἰς τὴν ἐπαρχίαν (ἐπικράτειαν) τῆς Βαβυλῶνος. Τοὺς ἐδόξασε δὲ καὶ τοὺς παρεχώρησε τὴν ἐξουσίαν νὰ ἡγοῦνται ὅλων τῶν Ἰουδαίων οἱ ὁποῖοι ἐζοῦσαν εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τῆς βασιλείας του.

Δαν. 3,31

Ναβουχοδονόσορ ὁ βασιλεὺς πᾶσι τοῖς λαοῖς, φυλαῖς καὶ γλώσσαις τοῖς οἰκοῦσιν ἐν πάσῃ τῇ γῇ· εἰρήνη ὑμῖν πληθυνθείη·

Κολιτσάρα

«Ἐγὼ ὁ βασιλεὺς Ναβουχοδονόσορ, ἀπευθύνομαι πρὸς ὅλους τοὺς ἀνθρώπους ὅλων τῶν λαῶν, τῶν φύλων καὶ τῶν γλωσσῶν, ποὺ κατοικοῦν εἰς ὅλον τὸν κόσμον, ἂς εἶναι πλουσία καὶ ἀμετακίνητος μεταξύ σας ἡ εἰρήνη.

Τρεμπέλα

(Ἐγὼ) ὁ βασιλιᾶς Ναβουχοδονόσορ (ἀπευθύνομαι) πρὸς ὅλους τοὺς ἀνθρώπους ὅλων τῶν λαῶν, φυλῶν καὶ γλωσσῶν, οἱ ὁποῖοι κατοικοῦν εἰς ὅλον τὸν κόσμον (καὶ τοὺς εὔχομαι): Εἴθε νὰ πληθύνῃ καὶ νὰ πλεονάζῃ εἰς σᾶς ἡ εἰρήνη!

Δαν. 3,32

τὰ σημεῖα καὶ τὰ τέρατα, ἃ ἐποίησε μετ’ ἐμοῦ ὁ Θεὸς ὁ Ὕψιστος, ἤρεσεν ἐναντίον ἐμοῦ ἀναγγεῖλαι ὑμῖν

Κολιτσάρα

Μοῦ ἐφάνη ἀρεστὸν νὰ ἀναγγείλω εἰς σᾶς τὰ καταπληκτικὰ σημεῖα καὶ τὰ θαυμαστὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἔκαμεν εἰς ἐμὲ ὁ Ὕψιστος Θεός,

Τρεμπέλα

Μοῦ ἐφάνη καλὸν καὶ ἀρεστὸν νὰ σᾶς ἀνακοινώσω τὰ μεγάλα θαύματα καὶ τὰ ἔργα ποὺ προκαλοῦν κατάπληξιν καὶ τρόμον, τὰ ὁποῖα ἔκαμεν εἰς Ἐμὲ ὁ Ὕψιστος Θεός, καὶ νὰ σᾶς γνωστοποιήσω

Δαν. 3,33

ὡς μεγάλα καὶ ἰσχυρά· ἡ βασιλεία αὐτοῦ βασιλεία αἰώνιος καὶ ἡ ἐξουσία αὐτοῦ εἰς γενεὰν καὶ γενεάν.

Κολιτσάρα

νὰ σᾶς πῶ πόσον μεγάλα καὶ θαυμαστὰ ἦσαν. Ἡ βασιλεία του εἶναι βασιλεία αἰωνία καὶ ἡ ἐξουσία του ἐκτείνεται εἰς ὅλας τὰς γενεὰς τῶν γενεῶν».

Τρεμπέλα

πόσον μεγάλα καὶ θαυμαστὰ ὑπῆρξαν αὐτά! Ἡ βασιλεία του εἶναι βασιλεία αἰωνία, ἢ δὲ δύναμις καὶ κυριαρχία του ἰσχύουν πάντοτε καὶ ἐκτείνονται ἀπαύστως καὶ αἰωνίως ἀπὸ τὴν μίαν γενεὰν εἰς τὴν ἄλλην γενεάν!»

Κεφάλαιο 4

Δαν. 4,1

Ἐγὼ Ναβουχοδονόσορ εὐθηνῶν ἤμην ἐν τῷ οἴκῳ μου καὶ εὐθαλῶν.

Κολιτσάρα

Ἐγὼ ὁ Ναβουχοδονόσορ ἤμουν κατὰ πάντα ὑγιὴς καὶ εὐτυχὴς εἰς τὰ ἀνάκτορά μου.

Τρεμπέλα

Ἐγώ, ὁ Ναβονχοδονόσορ, ἐζοῦσα εἰς μεγάλην εὐημερίαν καὶ ἀκμὴν εἰς τὰ ἀνάκτορά μου, καὶ εἰς μεγάλην ἀφθονίαν καὶ πολὺν πλοῦτον.

Δαν. 4,2

ἐνύπνιον εἶδον, καὶ ἐφοβέρισέ με, καὶ ἐταράχθην ἐπὶ τῆς κοίτης μου, καὶ αἱ ὁράσεις τῆς κεφαλῆς μου ἐτάραξάν με.

Κολιτσάρα

Εἶδα ὅμως ἕνα ὄνειρον, τὸ ὁποῖον μὲ κατεφόβισεν. Ἐξηπλωμένος ἐπάνω εἰς τὴν κλίνην μου ἐταράχθην. Τὰ ὁράματα αὐτὰ τῆς διανοίας μου μὲ συνεκλόνισαν.

Τρεμπέλα

Εἶδα ὅμως ἕνα ὄνειρον, τὸ ὁποῖον μὲ κατετρόμαξε· καθὼς ἤμουν ξαπλωμένος εἰς τὸ κρεββάτι, συνεκλονίσθην τὰ δὲ ὁράματα ποὺ εἶδα μὲ τὶς διανοητικές μου δυνάμεις κατὰ τὸν ὕπνον μου, μὲ συνετάραξαν καὶ μὲ ἀνεστάτωσαν!

Δαν. 4,3

καὶ δι’ ἐμοῦ ἐτέθη δόγμα τοῦ εἰσαγαγεῖν ἐνώπιόν μου πάντας τοὺς σοφοὺς Βαβυλῶνος, ὅπως τὴν σύγκρισιν τοῦ ἐνυπνίου γνωρίσωσί μοι.

Κολιτσάρα

Ἐξέδωσα, λοιπόν, διαταγὴν νὰ παρουσιάσουν ἐνώπιόν μου ὅλους τοὺς σοφοὺς τῆς Βαβυλῶνος, διὰ νὰ μοῦ δώσουν τὴν ἑρμηνείαν τοῦ ὀνείρου αὐτοῦ.

Τρεμπέλα

Διὰ τὸν λόγον αὐτὸν ἐξέδωκα διαταγὴν νὰ ὁδηγήσουν καὶ νὰ παρουσιάσουν ἐνώπιόν μου ὅλους τοὺς σοφοὺς τῆς Βαβυλῶνος, διὰ νὰ μοῦ ἐρμηνεύσουν τὸ περιεχόμενον τοῦ ὀνείρου.

Δαν. 4,4

καὶ εἰσεπορεύοντο οἱ ἐπαοιδοί, μάγοι, γαζαρηνοί, Χαλδαῖοι, καὶ τὸ ἐνύπνιον ἐγὼ εἶπα ἐνώπιον αὐτῶν, καὶ τὴν σύγκρισιν αὐτοῦ οὐκ ἐγνώρισάν μοι,

Κολιτσάρα

Ἦλθαν πρὸς ἐμὲ οἱ ἐξορκισταί, οἱ μάγοι, οἱ ἀστρολόγοι Χαλδαῖοι καὶ ἐγὼ εἶπα πρὸς αὐτοὺς τὸ ἐνύπνιόν μου, ἀλλὰ ἐκεῖνοι δὲν κατώρθωσαν νὰ μοῦ δώσουν τὴν ἑρμηνείαν του,

Τρεμπέλα

Καὶ ἦλθαν οἱ ἐξορκισταί (οἱ ὁποῖοι μαγεύουν καὶ ἰατρεύουν μὲ ὡδές), οἱ μάγοι, οἱ ἀστρολόγοι, οἱ Ἱερεῖς - μάγοι Χαλδαῖοι, ποὺ ἀνήκουν εἰς τὴν ἀρχαίαν φυλὴν τοῦ Βαβυλωνιακοῦ ἔθνους· ἐγὼ δὲ ἀνεκοίνωσα ἐνώπιόν των τὸ ὄνειρόν μου, αὐτοὶ ὅμως δὲν ἠμπόρεσαν νὰ μοῦ εἰποῦν τὴν ἑρμηνείαν του,

Δαν. 4,5

ἕως ἦλθε Δανιήλ, οὗ τὸ ὄνομα Βαλτάσαρ κατὰ τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ μου, ὃς πνεῦμα Θεοῦ ἅγιον ἐν ἑαυτῷ ἔχει, καὶ τὸ ἐνύπνιον ἐνώπιον αὐτοῦ εἶπα·

Κολιτσάρα

μέχρις ὅτου ἦλθεν ὁ Δανιήλ, τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα εἶναι Βαλτάσαρ, ἔχει δηλαδὴ τὸ ὄνομα τοῦτο τοῦ Θεοῦ μου· αὐτός, λοιπόν, ὁ Δανιὴλ ἔχει Ἅγιον Πνεῦμα Θεοῦ καὶ πρὸς αὐτὸν εἶπα τὸ ὄνειρόν μου.

Τρεμπέλα

μέχρις ὅτου ἦλθεν ὁ Δανιήλ, ὁ ὁποῖος ἐπωνομάσθη Βαλτάσαρ σύμφωνα μὲ τὸ ὄνομα τοῦ προστάτου θεοῦ μου Βὴλ ἢ Βηλοῦ (Βὴλ - Βαλάτσου - Ἀσούρ). Ὁ Δανιὴλ αὐτὸς ἔχει μέσα του ἅγιον πνεῦμα Θεοῦ· εἰς αὐτὸν λοιπόν, ὅταν ἦλθεν, ἐξέθεσα τὸ ὄνειρόν μου· τοῦ εἶπα:

Δαν. 4,6

Βαλτάσαρ ὁ ἄρχων τῶν ἐπαοιδῶν, ὃν ἐγὼ ἔγνων ὅτι πνεῦμα Θεοῦ ἅγιον ἐν σοὶ καὶ πᾶν μυστήριον οὐκ ἀδυνατεῖ σε, ἄκουσον τὴν ὅρασιν τοῦ ἐνυπνίου μου, οὗ εἶδον, καὶ τὴν σύγκρισιν αὐτοῦ εἰπόν μοι·

Κολιτσάρα

Βαλτάσαρ, ἄρχων τῶν μάγων, γνωρίζω καλὰ ὅτι εἰς σὲ κατοικεῖ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ καὶ ὅτι κανενὸς μυστηρίου ἡ λύσις δὲν εἶναι διὰ σὲ ἀδύνατος. Ἄκουσε, λοιπόν, τὸ ὅραμα τοῦ ἐνυπνίου μου, τὸ ὁποῖον εἶδα καὶ εἰπὲ εἰς ἐμὲ τὴν ἑρμηνείαν.

Τρεμπέλα

«Βαλτάσαρ, σὺ ποὺ εἶσαι ὁ ἀρχηγὸς τῶν μάγων (ἐξορκιστῶν), καὶ διὰ τὸν ὁποῖον γνωρίζω καλὰ ὅτι ἐντός σου κατοικεῖ ἅγιον πνεῦμα Θεοῦ καὶ καμμία λύσις μυστηρίου δὲν εἶναι ἀδύνατος εἰς σέ, ἄκουσε τὸ δρᾶμα τοῦ ὀνείρου ποὺ εἶδα εἰς τὸν ὕπνον μου καὶ εἰπέ μου τὴν ἑρμηνείαν του».

Δαν. 4,7

ἐπὶ τῆς κοίτης μου ἐθεώρουν, καὶ ἰδοὺ δένδρον ἐν μέσῳ τῆς γῆς, καὶ τὸ ὕψος αὐτοῦ πολύ.

Κολιτσάρα

Ἐκοιμώμην εἰς τὴν κλίνην μου καὶ εἶδα· ἰδοὺ ἕνα δένδρον μεγάλου ὕψους εἰς τὸ μέσον τῆς πεδιάδος.

Τρεμπέλα

«Ἐκοιμώμουν εἰς τὸ κρεββάτι μου καὶ ἔβλεπα εἰς ὄνειρον ἐπὶ ὤραν πολλὴν θέαμα ἐξόχως μεγαλοπρεπές: Ἰδού! ἔβλεπα ἕνα δένδρον εἰς τὸ μέσον τῆς γῆς, τὸ ὕψος δὲ τοῦ δένδρου αὐτοῦ ἦταν πολὺ μεγάλο.

Δαν. 4,8

ἐμεγαλύνθη τὸ δένδρον καὶ ἴσχυσε, καὶ τὸ ὕψος αὐτοῦ ἔφθασεν ἕως τοῦ οὐρανοῦ καὶ τὸ κῦτος αὐτοῦ εἰς τὸ πέρας ἁπάσης τῆς γῆς·

Κολιτσάρα

Τὸ δένδρον αὐτὸ ἐμεγάλωσεν, ἀνεπτύχθη ὑπερβολικά. Τὸ ὕψος του ἔφθασεν ἕως τὸν οὐρανὸν καὶ ἡ ἔκτασίς του ἐκάλυψε τὰ πέρατα ὅλης τῆς γῆς.

Τρεμπέλα

Τὸ δένδρον ἐκεῖνο ἐμεγάλωσε καὶ ἀνεπτύχθη πάρα πολύ, (ἕως ὅτου) τὸ ὕψος του ἔφθασε μέχρι τὸν οὐρανοῦ, καὶ ἡ ἔκτασις τῶν κλάδων του μέχρι τὰ πέρατα τῆς γῆς (κατ’ ἄλλην ἑρμηνείαν: Καὶ ἦταν ὁρατὸν ἀπὸ τὰ πέρατα ὅλης τῆς γῆς).

Δαν. 4,9

τὰ φύλλα αὐτοῦ ὡραῖα, καὶ ὁ καρπὸς αὐτοῦ πολύς, καὶ τροφὴ πάντων ἐν αὐτῷ· καὶ ὑποκάτω αὐτοῦ κατεσκήνουν τὰ θηρία τὰ ἄγρια, καὶ ἐν τοῖς κλάδοις αὐτοῦ κατῴκουν τὰ ὄρνεα τοῦ οὐρανοῦ, καὶ ἐξ αὐτοῦ ἐτρέφετο πᾶσα σάρξ.

Κολιτσάρα

Τὰ φύλλα του ἦσαν ὡραία. Οἱ καρποὶ τοῦ ἄφθονοι, ἀπὸ τοὺς ὁποίους ὅλοι ἐτρέφοντο. Κάτω ἀπὸ αὐτὸ εἶχαν τὰς φωλεάς των τὰ ἄγρια θηρία καὶ εἰς τοὺς κλάδους του κατοικοῦσαν τὰ πουλιὰ τοῦ οὐρανοῦ. Ἀπὸ αὐτὸ ἐτρέφοντο ὅλα τὰ ζωντανὰ ὄντα.

Τρεμπέλα

Τὸ φύλλωμα του ἦταν ὡραῖον, οἱ δὲ καρποί του ἄφθονοι, καὶ ἀποτελοῦσαν τὴν τροφὴν ὅλων. Κάτω ἀπὸ αὐτὸ εἶχαν τὰ καταφύγια των τὰ ἄγρια θηρία, καὶ εἰς τὰ κλαδιά του εἶχαν τὶς φωλιές των τὰ (ἁρπακτικὰ) πουλιὰ τοῦ οὐρανοῦ, ἀπὸ τὸ δένδρον δὲ αὐτὸ ἐτρέφοντο ὅλα τὰ ζωντανὰ δημιουργήματα.

Δαν. 4,10

ἐθεώρουν ἐν ὁράματι τῆς νυκτὸς ἐπὶ τῆς κοίτης μου, καὶ ἰδοὺ εἲρ καὶ ἅγιος ἀπ’ οὐρανοῦ κατέβη

Κολιτσάρα

Ἐνῷ λοιπὸν ἐξηπλωμένος καὶ κοιμώμενος εἰς τὴν κλίνην μου ἔβλεπα τὰ νυκτερινὰ αὐτὰ ὁράματα, αἴφνης κατέβηκε ἀπὸ τὸν οὐρανὸν ἅγιος ἄγγελος.

Τρεμπέλα

Ἐνῷ λοιπὸν ἔβλεπα τὴν ὀπτασίαν κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς νύκτας ξαπλωμένος εἰς τὸ κρεββάτι μου, ἰδού! ἔξαφνα ἅγιος ἄγγελος κατέβη ἀπὸ τὸν οὐρανὸν

Δαν. 4,11

καὶ ἐφώνησεν ἐν ἰσχύϊ καὶ οὕτως εἶπε· ἐκκόψατε τὸ δένδρον καὶ ἐκτίλατε τοὺς κλάδους αὐτοῦ καὶ ἐκτινάξατε τὰ φύλλα αὐτοῦ καὶ διασκορπίσατε τὸν καρπὸν αὐτοῦ· σαλευθήτωσαν τὰ θηρία ὑποκάτωθεν αὐτοῦ καὶ τὰ ὄρνεα ἀπὸ τῶν κλάδων αὐτοῦ·

Κολιτσάρα

Ἐφώναξε μὲ μεγάλην φωνὴν καὶ εἶπε τὰ ἐξῇς: Κόψατε τὸ δένδρον αὐτό, μαδήσατε τοὺς κλάδους του, τινάξατε κάτω τὰ φύλλα του, διασκορπίσατε τὸν καρπόν του. Ἂς φύγουν τρομαγμένα τὰ θηρία, ποὺ ἦσαν κάτω ἀπὸ αὐτό, καὶ τὰ πτηνά, ποὺ ἦσαν εἰς τοὺς κλάδους του.

Τρεμπέλα

καὶ ἐφωναξε μὲ πάρα πολὺ δυνατὴν φωνὴν καὶ εἶπε: Κόψετε τὸ δένδρον ἕως κάτω-κάτω, χαμηλά· μαδήσετε τὰ κλαδιά του, τινάξετε ἀπὸ ἐπάνω του τὰ φύλλα του, πετάξετε καὶ σκορπίσετε τοὺς καρπούς του. Τὰ θηρία ποὺ κουρνιάζουν κάτω ἀπὸ αὐτὸ ἂς φύγουν, ὅπως καὶ τὰ (ἁρπακτικά) πουλιὰ ἀπὸ τὰ κλαδιά του.

Δαν. 4,12

πλὴν τὴν φυὴν τῶν ῥιζῶν αὐτοῦ ἐν τῇ γῇ ἐάσατε καὶ ἐν δεσμῷ σιδηρῷ καὶ χαλκῷ καὶ ἐν τῇ χλόῃ τῇ ἔξω, καὶ ἐν τῇ δρόσῳ τοῦ οὐρανοῦ κοιτασθήσεται, καὶ μετὰ τῶν θηρίων ἡ μερὶς αὐτοῦ ἐν τῷ χόρτῳ τῆς γῆς.

Κολιτσάρα

Ἀφήσατε μόνον τὸ φύτρον τῶν ριζῶν του μέσα εἰς τὴν γῆν. Μὲ δεσμὰ σιδηρᾶ καὶ χάλκινα δέσατε τὸν ἄνθρωπον, ποὺ συμβολίζεται μὲ τὸ δένδρον αὐτό. Αὐτὸς θὰ κοιμᾶται εἰς τὸ ἑξῆς ἔξω εἰς τὴν χλόην, κάτω ἀπὸ τὴν δροσιὰ τοῦ οὐρανοῦ. Θὰ ἔχῃ μέρος καὶ συναναστροφὴν μὲ τὰ θηρία καὶ θὰ τρώγῃ τὸ χορτάρι τῆς γῆς.

Τρεμπέλα

Ἀφῆστε μόνον τὸ φύτρον τῶν ριζῶν του εἰς τὴν γῆν, μὴ τὸ ξερριζώσετε. Μὲ δεσμὰ σιδερένια καὶ χάλκινα δέσατε (τὸν ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος συμβολίζεται ἀπὸ τὸ ὑψηλὸν καὶ δυνατὸν δένδρον)· (ὁ ἄνθρωπος αὐτός) θὰ κοιμᾶται εἰς τὸ ὕπαιθρον, ἐπάνω εἰς τὸ χορτάρι καὶ κάτω ἀπὸ τὴν δροσιὰν τοῦ οὐρανοῦ. Ἡ συναναστροφή του δὲν θὰ εἶναι μὲ τοὺς ἀνθρώπους, ἀλλὰ μὲ τὰ θηρία, καὶ θὰ τρέφεται ἀπὸ τὸ χορτάρι τῆς γῆς.

Δαν. 4,13

ἡ καρδία αὐτοῦ ἀπὸ τῶν ἀνθρώπων ἀλλοιωθήσεται, καὶ καρδία θηρίου δοθήσεται αὐτῷ, καὶ ἑπτὰ καιροὶ ἀλλαγήσονται ἐπ’ αὐτόν.

Κολιτσάρα

Ἡ καρδιά του θὰ μεταβληθῇ, θὰ γίνῃ διαφορετικὴ ἀπὸ τὴν καρδιάν τῶν ἀνθρώπων. Θὰ δοθῇ εἰς αὐτὸν καρδία θηρίου. Ἑπτὰ χρονικὰς περιόδους θὰ περάσῃ ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς εἰς τὴν κατάστασιν αὐτήν.

Τρεμπέλα

Ἡ καρδιά του (δηλαδὴ οἱ ἐπιθυμίες καὶ ἡ διαγωγή του) θὰ μεταβληθῇ· ἀντὶ ἀνθρωπίνης καρδίας, θὰ τὸν δοθῇ καρδία θηρίου (ἀλόγου κτήνους). Ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς θὰ εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀγρίαν καὶ θηριώδη αὐτὴν κατάστασιν, ἕως ὅτου περάσουν ἀπὸ ἐπάνω του ἑπτὰ χρονικὲς περίοδοι.

Δαν. 4,14

διὰ συγκρίματος εἲρ ὁ λόγος, καὶ ῥῆμα ἁγίων τὸ ἐπερώτημα, ἵνα γνῶσιν οἱ ζῶντες ὅτι Κύριός ἐστιν ὁ ὕψιστος τῆς βασιλείας τῶν ἀνθρώπων, καὶ ᾧ ἐὰν δόξῃ, δώσει αὐτὴν καὶ ἐξουδένωμα ἀνθρώπων ἀναστήσει ἐπ’ αὐτήν.

Κολιτσάρα

Ἀπόφασις διαγγελθεῖσα ἀπὸ οὐράνιον ἄγγελον εἶναι ὁ λόγος αὐτός. Ἀποτελεῖ ἀπάντησιν εἰς ἐρώτημα, τὸ ὁποῖον ἐτέθη ὑπὸ τῶν ἁγίων εἰς τὸν οὐρανόν, διὰ νὰ μάθουν οἱ ζῶντες ἐπὶ τῆς γῆς, ὅτι ὁ Κύριος τοῦ κόσμου εἶναι ὁ Ὕψιστος, ὁ κυρίαρχος ἐπὶ πᾶσαν βασιλείαν ἀνθρώπων. Καὶ ὅτι εἰς ἐκεῖνον, ποὺ αὐτὸς θὰ κρίνῃ καλὸν νὰ δώσῃ τὴν ἐξουσίαν, θὰ τὴν δώσῃ. Καὶ εἰς τὰ χέρια του εἶναι νὰ ἀναδείξῃ καὶ ἐγκαταστήσῃ ἐπὶ τὴν ἐξουσίαν ὁ ἄνθρωπον ἄσημον καὶ περιφρονημένον.

Τρεμπέλα

Ἡ ἀπόφασις αὐτὴ ἐξηγγέλθη μὲ διάγγελμα οὐρανίου ἀγγέλου ἀποτελεῖ δὲ ἀπάντησιν εἰς ἐρώτησιν ποὺ ὑπεβλήθη ἐκ μέρους τῶν ἁγίων εἰς τὸν οὐρανόν, διὰ νὰ μάθουν ὅσοι ζοῦν εἰς τὴν γῆν ὅτι ὁ Κύριος εἶναι ὁ ὕψιστος Θεός, ὁ ὁποῖος κυβερνᾷ ὡς ἀπόλυτος κυρίαρχος τὶς βασιλεῖες τῶν ἀνθρώπων· καὶ ἀκόμη διὰ νὰ πληροφορηθοῦν οἱ κάτοικοι τῆς γῆς ὅτι εἰς ὅποιον Ἐκεῖνος κρίνει καλὸν νὰ δώσῃ τὴν ἐξουσίαν, εἰς αὐτὸν θὰ τὴν δώσῃ. Εἰς τὴν θέλησίν του ἐπίσης εἶναι νὰ προαγάγῃ καὶ προωθήσῃ εἰς τὴν ἐξουσίαν ἄσημον καὶ ταπεινῆς καταγωγῆς ἄνθρωπον.

Δαν. 4,15

τοῦτο τὸ ἐνύπνιον, ὃ εἶδον ἐγὼ Ναβουχοδονόσορ ὁ βασιλεύς, καὶ σύ, Βαλτάσαρ, τὸ σύγκριμα εἰπόν, ὅτι πάντες οἱ σοφοὶ τῆς βασιλείας μου οὐ δύνανται τὸ σύγκριμα αὐτοῦ δηλῶσαί μοι, σὺ δέ, Δανιήλ, δύνασαι, ὅτι πνεῦμα Θεοῦ ἅγιον ἐν σοί. -

Κολιτσάρα

Αὐτὸ εἶναι τὸ ἐνύπνιον, τὸ ὁποῖον ἐγὼ ὁ Ναδουχοδονόσορ ὁ βασιλεὺς εἶδον. Σὺ δέ, Βαλτάσαρ, εἰπέ μου τὴν ἑρμηνείαν, διότι ὅλοι οἱ ἄλλοι σοφοὶ τῆς βασιλείας μου δὲν εἶναι ἱκανοὶ νὰ μοῦ δώσουν τὸ νόημά του. Σὺ ὅμως, Δανιήλ, ἠμπορεῖς, διότι ὑπάρχει εἰς σὲ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ». -

Τρεμπέλα

Αὐτὸ εἶναι τὸ ὄνειρον, τὸ ὁποῖον εἶδα ἐγώ, ὁ Ναβουχοδονόσορ, ὁ βασιλιᾶς· τώρα λοιπὸν σύ, Βαλτάσαρ, εἰπέ μου τὴν ἑρμηνείαν του, διότι ὅλοι οἱ σοφοὶ τῆς βασιλείας μου δὲν ἠμποροῦν νὰ μοῦ ἐρμηνεύσουν καὶ νὰ μοῦ φανερώσουν τὸ νόημά του· ἐνῷ σύ, Δανιήλ, δύνασαι, διότι πνεῦμα Θεοῦ ἅγιον κατοικεῖ μέσα σου».

Δαν. 4,16

Τότε Δανιήλ, οὗ τὸ ὄνομα Βαλτάσαρ, ἀπηνεώθη ὡσεὶ ὥραν μίαν, καὶ οἱ διαλογισμοὶ αὐτοῦ συνετάρασσον αὐτόν. καὶ ἀπεκρίθη ὁ βασιλεὺς καὶ εἶπεν· Βαλτάσαρ, τὸ ἐνύπνιον καὶ ἡ σύγκρισις μὴ κατασπευσάτω σε· καὶ ἀπεκρίθη Βαλτάσαρ καὶ εἶπε· κύριε, τὸ ἐνύπνιον ἔστω τοῖς μισοῦσί σε καὶ ἡ σύγκρισις αὐτοῦ τοῖς ἐχθροῖς σου.

Κολιτσάρα

Τότε ὁ Δανιήλ, ὁ ὁποῖος ἐπωνομάζετο καὶ Βαλτάσαρ, ἔμεινε συγκεχυμένος καὶ βωβὸς μίαν περίπου ὥραν, ἐνῷ οἱ διαλογισμοί του τὸν συνετάρασσαν. Ὡμίλησε πάλιν ὁ βασιλεὺς καὶ εἶπε· «Βαλτάσαρ, ἂς μὴ βιάζεσαι, διὰ νὰ εἴπῃς σύντομα τὸ ὄνειρον καὶ τὴν ἑρμηνείαν του». Ὁ Βαλτάσαρ ἀπήντησε· «κύριε, τὸ ὄνειρον αὐτὸ ἂς ἐπαληθεύσῃ καὶ ἂς πραγματοποιηθῇ εἰς βάρος ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι σὲ μισοῦν. Ἡ ἑρμηνεία του ἂς πέσῃ ἐπάνω εἰς τοὺς ἐχθρούς σου.

Τρεμπέλα

Τότε ὁ Δανιήλ, ὁ ὁποῖος ἐπωνομάζετο καὶ Βαλτάσαρ, ἔμεινε κατάπληκτος, ἐμβρόντητος καὶ ἄφωνος περίπου ἐπὶ μίαν ὥραν, οἱ δὲ συλλογισμοί, οἱ σκέψεις καὶ οἱ στοχασμοί του τὸν συνετάρασσαν. Καὶ ὁ βασιλιᾶς ἀπεκρίθη καὶ εἶπε: «Βαλτάσαρ, μὴ πιέζεσαι, μὴ βιάζεσαι καὶ μὴ σπεύδῃς νὰ εἰπῇς τὸ ὄνειρον καὶ τὴν ἑρμηνείαν του». Ὁ Βαλτάσαρ ἀπάντησε καὶ εἶπεν εἰς τὸν βασιλιᾶ: «Κύριε, εἴθε τὸ ὄνειρον αὐτὸ νὰ ἐπαληθεύσῃ εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι σὲ μισοῦν, καὶ ἡ ἑρμηνεία του εἴθε νὰ πραγματοποιηθῇ εἰς τοὺς ἐχθρούς σου!

Δαν. 4,17

τὸ δένδρον, ὃ εἶδες τὸ μεγαλυνθὲν καὶ τὸ ἰσχυκός, οὗ τὸ ὕψος ἔφθανεν εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ τὸ κῦτος αὐτοῦ εἰς πᾶσαν τὴν γῆν

Κολιτσάρα

Τὸ δένδρον, τὸ ὁποῖον εἶδες, τὸ τόσον μέγα καὶ ἰσχυρόν, τοῦ ὁποίου τὸ ὕψος ἔφθανεν ἕως εἰς τὸν οὐρανόν, καὶ ἡ κόμη αὐτοῦ ἠπλώνετο εἰς πᾶσαν τὴν γῆν,

Τρεμπέλα

Τὸ δένδρον ποὺ εἶδες, τὸ ὁποῖον ἐψήλωσε καὶ ἀνεπτύχθη πάρα πολύ, τόσον, ὥστε τὸ ὕψος του ἔφθανεν εἰς τὸν οὐρανόν, καὶ ἡ ἔκτασις τῶν κλάδων του μέχρι τὰ πέρατα τῆς γῆς, τὴν ὁποίαν ἐσκέπαζε,

Δαν. 4,18

καὶ τὰ φύλλα αὐτοῦ εὐθαλῆ καὶ ὁ καρπὸς αὐτοῦ πολὺς καὶ τροφὴ πᾶσιν ἐν αὐτῷ, ὑποκάτω αὐτοῦ κατῴκουν τὰ θηρία τὰ ἄγρια καὶ ἐν τοῖς κλάδοις αὐτοῦ κατεσκήνουν τὰ ὄρνεα τοῦ οὐρανοῦ,

Κολιτσάρα

τὰ δὲ φύλλα του ἦσαν θαλλερὰ καὶ ὁ καρπός του ἄφθονος, δίδων τροφὴν ἐξ αὐτοῦ εἰς ὅλους, τὸ δένδρον ὑποκάτω ἀπὸ τὸ ὁποῖον κατοικοῦσαν τὰ ἄγρια θηρία, εἰς δὲ τοὺς κλάδους του ἐφώληαζαν τὰ πουλιὰ τοῦ οὐρανοῦ,

Τρεμπέλα

καὶ τοῦ ὁποίου τὸ φύλλωμα ἦταν θαλερὸν καὶ ὡραῖον, οἱ δὲ καρποί του ἄφθονοι καὶ ἀποτελοῦσαν τὴν τροφὴν ὅλων τὸ δένδρον, κάτω ἀπὸ τὸ ὁποῖον εἶχαν τὰ καταφύγιά των τὸ ἄγρια θηρία, εἰς δὲ τὰ κλαδιά του εἶχαν τὶς φωλιές των τὰ (ἁρπακτικά) πουλιὰ τοῦ οὐρανοῦ·

Δαν. 4,19

σὺ εἶ, βασιλεῦ, ὅτι ἐμεγαλύνθης καὶ ἴσχυσας καὶ ἡ μεγαλωσύνη σου ἐμεγαλύνθη καὶ ἔφθασεν εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἡ κυριεία σου εἰς τὰ πέρατα τῆς γῆς.

Κολιτσάρα

εἶσαι σύ, βασιλεῦ, διότι πράγματι ἐμεγαλύνθης, ἔγινες ἰσχυρός, τὸ μεγαλεῖον σου ἐκραταιώθη καὶ ἔφθασεν ἕως εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἡ κυριαρχία σου ἕως εἰς τὰ πέρατα τῆς γῆς.

Τρεμπέλα

(αὐτὸ τὸ δένδρον) εἶσαι σύ, βασιλιᾶ! Διότι ἔγινες, πράγματι, μέγας καὶ ἰσχυρός, καὶ τὸ μεγαλεῖον καὶ ἡ δόξα σου ἔφθασαν μέχρι τὸν οὑρανόν, ἡ δὲ ἐξουσία καὶ κυριότης σου ἀπλώθηκαν καὶ ἔφθασαν μέχρι τὰ πέρατα τῆς γῆς.

Δαν. 4,20

καὶ ὅτι εἶδεν ὁ βασιλεὺς εἲρ καὶ ἅγιον καταβαίνοντα ἀπὸ τοῦ οὐρανοῦ, καὶ εἶπεν· ἐκτίλατε τὸ δένδρον καὶ διαφθείρατε αὐτό, πλὴν τὴν φυὴν τῶν ῥιζῶν αὐτοῦ ἐν τῇ γῇ ἐάσατε καὶ ἐν δεσμῷ σιδηρῷ καὶ ἐν χαλκῷ καὶ ἐν τῇ χλόῃ τῇ ἔξω, καὶ ἐν τῇ δρόσῳ τοῦ οὐρανοῦ αὐλισθήσεται, καὶ μετὰ θηρίων ἀγρίων ἡ μερὶς αὐτοῦ, ἕως οὗ ἑπτὰ καιροὶ ἀλλοιωθῶσιν ἐπ’ αὐτόν,

Κολιτσάρα

Ὁ δὲ ἄγγελος, τὸν ὁποῖον εἶδεν ὁ βασιλεύς, τὸν ἅγιον ἐκεῖνον νὰ κατεβαίνῃ ἀπὸ τὸν οὐρανὸν καὶ νὰ λέγῃ· Μαδήσατε τὸ δένδρον, καταστρέψατέ το, πλὴν ἀφήσατε τὴν φύτραν τῶν ριζῶν του μέσα εἰς τὴν γῆν, δέσατέ το μὲ δεσμὰ σιδερένια καὶ χάλκινα καὶ ἀφήσατέ το νὰ μένῃ ἔξω εἰς τὴν χλόην· θὰ ἔχῃ τὸν καταυλισμόν του κάτω ἀπὸ τὴν δρόσον τοῦ οὐρανοῦ, ἡ κατοικία του θὰ εἶναι ἀνάμεσα ἀπὸ τὰ ἄγρια θηρία, μέχρις ὅτου συμπληρωθοῦν δι’ αὐτὸν ἑπτὰ καιροί,

Τρεμπέλα

Ὅσον ἀφορᾷ δὲ εἰς τὸν ἄγγελον, τὸν ὁποῖον εἶδεν ὁ βασιλιᾶς, τὸν ἅγιον ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος κατέβαινεν ἀπὸ τὸν οὐρανὸν καὶ ὁ ὁποῖος εἶπε· «μαδήσετε (κόψετε) τὸ δένδρον καὶ καταστρέψετέ το, ἀφῆστε ὅμως τὸ φύτρον τῶν ριζῶν του εἰς τὴν γῆν· μὲ δεσμὸ σιδερένια καὶ χάλκινα δέσατε (τὸν ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος συμβολίζεται ἀπὸ τὸ ὑψηλὸν καὶ δυνατὸν αὐτὸ δένδρον· ὁ ἄνθρωπος αὐτός) θὰ κοιμᾶται εἰς τὸ ὕπαιθρον, ἐπάνω εἰς τὸ χορτάρι καὶ κάτω ἀπὸ τὴν δροσιὰν τοῦ οὐρανοῦ· ἡ δὲ συναναστροφή του θὰ εἶναι μὲ τὰ ἄγρια θηρία (εἰς τὴν κατάστασιν δὲ αὐτὴν θὰ παραμείνῃ), μέχρις ὅτου περάσουν ἀπὸ ἐπάνω του ἑπτὰ χρονικὲς περίοδοι»,

Δαν. 4,21

τοῦτο ἡ σύγκρισις αὐτοῦ, βασιλεῦ, καὶ σύγκριμα Ὑψίστου ἐστίν, ὃ ἔφθασεν ἐπὶ τὸν κύριόν μου τὸν βασιλέα,

Κολιτσάρα

ἰδού, λοιπόν, τώρα καὶ ἡ ἑρμηνεία του, ὦ βασιλεῦ· ἡ ἑρμηνεία αὐτὴ προέρχεται ἀπὸ αὐτὸν τὸν Ὕψιστον Θεόν. Καὶ αὐτὸ ποὺ ἀποκαλύπτει διὰ τοῦ ὀνείρου ὁ Θεός, θὰ πέσῃ συντόμως ἐπάνω εἰς τὸν κύριόν μου τὸν βασιλέα.

Τρεμπέλα

ἰδοὺ τὶ σημαίνουν ὅλα αὐτά, βασιλιᾶ· τὸ νόημα καὶ ἡ ἑρμηνεία τοῦ ὀνείρου αὐτοῦ, ἡ ἀποκάλυψις αὐτή, ποὺ ἔγινε γνωστὴ ἀπὸ τὸν ἄγγελον, προέρχεται ἀπὸ τὸν ὕψιστον Θεόν. Ἡ ἀπόφασις δὲ αὐτὴ τοῦ Θεοῦ θὰ ἐξαγγελθῇ καὶ θὰ ἔλθῃ (θὰ πραγματοποιηθῇ) πολὺ σύντομα ἐπάνω εἰς (σέ) τὸν κύριόν μου, τὸν βασιλιᾶ.

Δαν. 4,22

καὶ σὲ ἐκδιώξουσιν ἀπὸ τῶν ἀνθρώπων, καὶ μετὰ θηρίων ἀγρίων ἔσται ἡ κατοικία σου, καὶ χόρτον ὡς βοῦν ψωμιοῦσί σε καὶ ἀπὸ τῆς δρόσου τοῦ οὐρανοῦ αὐλισθήσῃ, καὶ ἑπτὰ καιροὶ ἀλλαγήσονται ἐπὶ σέ, ἕως οὗ γνῷς ὅτι κυριεύει ὁ Ὕψιστος τῆς βασιλείας τῶν ἀνθρώπων, καὶ ᾧ ἂν δόξῃ, δώσει αὐτήν.

Κολιτσάρα

Θὰ σὲ ἐκδιώξουν ἐκ μέσου τῶν ἀνθρώπων, θὰ κατοικῇς μὲ τὰ ἄγρια θηρία, θὰ σὲ τρέφουν μὲ χορτάρι ὡσὰν τὸ βόϊδι, θὰ καταυλισθῇς εἰς τὸ ὕπαιθρον κάτω ἀπὸ τὴν δρόσον τοῦ οὐρανοῦ, θ’ ἀλλάξουν ἑπτὰ καιροὶ ἐπάνω εἰς σέ, μέχρις ὅτου μάθῃς καὶ γνωρίσῃς, ὅτι ὁ Ὕψιστος κυριαρχεῖ ἐπὶ τῆς βασιλείας ὅλων τῶν ἀνθρώπων καὶ ὁ ὁποῖος δίδει τὴν βασιλείαν τοῦ κόσμου εἰς ἐκεῖνον, ποὺ θέλει.

Τρεμπέλα

Θὰ σὲ ἐκδιώξουν ἀπὸ τὴν κοινωνίαν τῶν ἀνθρώπων, καὶ θὰ κατοικῇς μὲ τὰ ἄγρια θηρία, καὶ θὰ σὲ τρέφουν μὲ χόρτα, ὅπως τὸ βόδι· καὶ θὰ κατοικῇς (θὰ διατρίβῃς) εἰς τὸ ὕπαιθρον, κάτω ἀπὸ τὴν δροσιὰν τοῦ οὐρανοῦ· εἰς τὴν κατάστασιν αὐτὴν εὑρισκόμενος θὰ περάσουν ἀπὸ ἐπάνω σου ἑπτὰ χρονικὲς περίοδοι, μέχρις ὅτου μάθῃς καὶ ἐννοήσῃς καλὰ ὅτι κύριος τοῦ κόσμου εἶναι ὁ ὕψιστος Θεός, ὁ ὁποῖος κυβερνᾷ ὡς ἀπόλυτος κυρίαρχος τὶς βασιλεῖες τῶν ἀνθρώπων, καὶ ὁ ὁποῖος εἰς ὁποῖον ὁ ἴδιος κρίνει καλὸν νὰ δώσῃ τὴν ἐξουσίαν, εἰς αὐτὸν θὰ τὴν δώσῃ.

Δαν. 4,23

καὶ ὅτι εἶπαν· ἐάσατε τὴν φυὴν τῶν ῥιζῶν τοῦ δένδρου, ἡ βασιλεία σου σοὶ μενεῖ, ἀφ’ ἧς ἂν γνῷς τὴν ἐξουσίαν τὴν οὐράνιον.

Κολιτσάρα

Ἐκεῖνο δὲ ποὺ εἶπαν οἱ ἄγγελοι τοῦ οὐρανοῦ· «ἀφήσατε τὴν φύτραν τῶν ριζῶν τοῦ δένδρου», σημαίνει ὅτι ἡ βασιλεία σου θὰ διατηρηθῇ διὰ σὲ καὶ θὰ τὴν ἀποκτήσῃς, ἀπὸ τότε ποὺ θὰ ἀναγνωρίσῃς τὴν ἐξουσίαν τῆς οὐρανίου βασιλείας.

Τρεμπέλα

Ἡ ἀπόφασις δὲ τοῦ Ὑψίστου, ποὺ ἔφεραν οἱ ἀγγελιοφόροι τοῦ οὐρανοῦ καὶ εἶπαν· «ἀφῆστε τὸ φύτρον τῶν ριζῶν τοῦ δένδρου», σημαίνει ὅτι ἡ βασιλεία σου θὰ παραμείνῃ διὰ σέ· δὲν θὰ καταλυθῇ, μέχρις ὅτου φθάσῃς εἰς τὸ σημεῖον νὰ ἀναγνωρίσῃς τὴν παντοκρατορικὴν δύναμιν καὶ τὴν ἀπόλυτον ἐξουσίαν τῆς οὐρανίου βασιλείας.

Δαν. 4,24

διὰ τοῦτο, βασιλεῦ, ἡ βουλή μου ἀρεσάτω σοι καὶ τὰς ἁμαρτίας σου ἐν ἐλεημοσύναις λύτρωσαι καὶ τὰς ἀδικίας ἐν οἰκτιρμοῖς πενήτων· ἴσως ἔσται μακρόθυμος τοῖς παραπτώμασί σου ὁ Θεός. -

Κολιτσάρα

Διὰ τοῦτο, βασιλεῦ, ἂς φανῇ ἀρεστὴ καὶ ἂς γίνῃ δεκτὴ ἀπὸ σὲ ἡ συμβουλή μου· φρόντισε νὰ ἐξαλείψῃς τὰς ἁμαρτίας σου μὲ ἐλεημοσύνας καὶ τὰς ἀδικίας σου μὲ ἔλεος καὶ φιλανθρωπίαν πρὸς τοὺς πτωχούς. Ἴσως θὰ φανῇ ἔτσι μακρόθυμος ὁ Θεὸς διὰ τὰ ἁμαρτήματά σου».

Τρεμπέλα

Διὰ τοῦτο, βασιλιᾶ, ἂς φανῇ ἀρεστὴ εἰς σὲ ἡ συμβουλή μου καὶ ἂς γίνῃ ἀποδεκτὴ ἐκ μέρους σου: Φρόνησε νὰ ἐξιλεωθῇς ἐνώπιον τὸν Θεοῦ καὶ νὰ ἐξαλείψῃς τὶς ἁμαρτίες σου μὲ ἐλεημοσύνες, καὶ τὶς ἀδικίες σου μὲ ἔμπρακτον εὐσπλαγχνίαν καὶ ἔργα φιλανθρωπίας πρὸς τοὺς πτωχούς. Ἴσως δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου ὁ Θεὸς φανῇ μακρόθυμος διὰ τὰ ἁμαρτήματά σου».

Δαν. 4,25

Ταῦτα πάντα ἔφθασεν ἐπὶ Ναβουχοδονόσορ τὸν βασιλέα.

Κολιτσάρα

Ὅλα αὐτὰ συνέβησαν εἰς τὸν βασιλέα Ναβουχοδονόσορα.

Τρεμπέλα

Ὅλα αὐτὰ ἐπαληθεύθησαν εἰς τὸν βασιλιᾶ Ναβουχοδονόσορα.

Δαν. 4,26

μετὰ δωδεκάμηνον ἐπὶ τῷ ναῷ τῆς βασιλείας αὐτοῦ ἐν Βαβυλῶνι περιπατῶν

Κολιτσάρα

Δώδεκα μῆνας ἔπειτα αὐτὸ τὸ ὄνειρον, ἐνῷ αὐτὸς ἐπεριπατοῦσε εἰς τὸν ἐν Βαβυλῶνι ναὸν τῆς βασιλείας του,

Τρεμπέλα

Δώδεκα μῆνες μετὰ τὸ ὄνειρόν του, ἐνῷ ὁ βασιλιᾶς περιπατοῦσε ἐπάνω εἰς τὸ δῶμα τοῦ ναοῦ τῆς βασιλείας (τοῦ ἀνακτόρου) του εἰς τὴν Βαβυλῶνα,

Δαν. 4,27

ἀπεκρίθη ὁ βασιλεὺς καὶ εἶπεν· οὐχ αὕτη ἐστὶ Βαβυλὼν ἡ μεγάλη, ἣν ἐγὼ ᾠκοδόμησα εἰς οἶκον βασιλείας ἐν τῷ κράτει τῆς ἰσχύος μου εἰς τιμὴν τῆς δόξης μου;

Κολιτσάρα

ἐπῆρε τὸν λόγον καὶ εἶπεν· «αὐτὴ δὲν εἶναι ἡ μεγάλη Βαβυλών, τὴν ὁποίαν ἐγὼ ἀνοικοδόμησα ὡς πρωτεύουσαν τῆς βασιλείας μου, μὲ τὴν μεγάλην μου ἰσχὺν καὶ δύναμιν, ὥστε νὰ διαλαλῇ τὴν μεγαλειότητά μου καὶ τὴν δόξαν μου»;

Τρεμπέλα

ἔλαβε τὸν λόγον καὶ εἶπε γεμᾶτος ἔπαρσιν καὶ ἐγωϊσμόν: «Αὐτὴ δὲν εἶναι ἡ μεγάλη Βαβυλών, τὴν ὁποίαν ἔκτισα ἐγὼ ὡς πρωτεύουσαν τοῦ βασιλείου μου μὲ τὴν μεγάλην μου δύναμιν, διὰ νὰ διακηρύττῃ τὴν δόξαν τῆς μεγαλειότητός μου;»

Δαν. 4,28

ἔτι τοῦ λόγου ἐν τῷ στόματι τοῦ βασιλέως ὄντος, φωνὴ ἀπ’ οὐρανοῦ ἐγένετο· σοὶ λέγουσι, Ναβουχοδονόσορ βασιλεῦ, ἡ βασιλεία παρῆλθεν ἀπὸ σοῦ,

Κολιτσάρα

Ἐνῷ εὑρίσκετο ὁ λόγος αὐτὸς ἀκόμη εἰς τὸ στόμα τοῦ βασιλέως, ἦλθε φωνὴ ἀπὸ τὸν οὐρανόν. «Εἰς σέ, βασιλεῦ Ναδουχοδονόσορ, ἀπευθύνεται ὁ λόγος αὐτός· ἡ βασιλεία σου ἐπέρασεν, ἀφῃρέθη ἀπὸ σέ,

Τρεμπέλα

Ἐνῷ ὅμως ἀκόμη ὁ ἐγωϊστικὸς καὶ ἀλαζονικὸς αὐτὸς λόγος εὑρίσκετο εἰς τὸ στόμα τοῦ βασιλιᾶ, ἦλθε φωνὴ ἀπὸ τὸν οὐρανόν: «Εἰς σὲ ἀναγγέλλεται, βασιλιᾶ Ναβουχοδονόσορ· ἡ βασιλεία ἔφυγεν ἀπὸ σέ, σοῦ ἀφηρέθη!

Δαν. 4,29

καὶ ἀπὸ τῶν ἀνθρώπων σὲ ἐκδιώξουσι, καὶ μετὰ θηρίων ἀγρίων ἡ κατοικία σου καὶ χόρτον ὡς βοῦν ψωμιοῦσί σε, καὶ ἑπτὰ καιροὶ ἀλλαγήσονται ἐπὶ σέ, ἕως οὗ γνῷς, ὅτι κυριεύει ὁ Ὕψιστος τῆς βασιλείας τῶν ἀνθρώπων, καὶ ᾧ ἂν δόξῃ, δώσει αὐτήν.

Κολιτσάρα

Θὰ σὲ ἐκδιώξουν ἀπὸ τὴν κοινωνίαν τῶν ἀνθρώπων καὶ ἡ κατοικία σου θὰ εἶναι ἀνάμεσα εἰς τὰ θηρία τὰ ἄγρια. Θὰ σὲ τρέφουν μὲ χορτάρι, ὡσὰν τὸ βόϊδι καὶ θὰ περάσουν ἑπτὰ καιροὶ ἐπάνω σου, ἕως ὅτου μάθῃς καὶ γνωρίσῃς, ὅτι ὁ Ὕψιστος Θεὸς εἶναι ὁ κύριος τῆς βασιλείας τῶν ἀνθρώπων καὶ ὅτι δίδει αὐτὸς τὴν βασιλείαν εἰς ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον θέλει».

Τρεμπέλα

Θὰ σὲ ἐκδιώξουν ἀπὸ τὴν κοινωνίαν τῶν ἀνθρώπων, ἡ δὲ κατοικία σου θὰ εἶναι μεταξὺ τῶν ἀγρίων θηρίων, καὶ μὲ χόρτα θὰ σὲ τρέφουν, ὅπως τὸ βόδι· εἰς τὴν κατάστασιν δὲ αὐτὴν εὑρισκόμενος θὰ περάσουν ἀπὸ ἐπάνω σου ἑπτὰ χρονικὲς περίοδοι, μέχρις ὅτου μάθῃς καὶ ἐννοήσῃς ὅτι κύριος τοῦ κόσμου εἶναι ὁ ὕψιστος Θεός, ὁ ὁποῖος κυβερνᾷ ὡς ἀπόλυτος κυρίαρχος τὶς βασιλεῖες τῶν ἀνθρώπων, καὶ ὁ ὁποῖος εἰς ὅποιον ὁ Ἴδιος κρίνει καλὸν νὰ δώσῃ τὴν ἐξουσίαν, εἰς αὐτὸν θὰ τὴν δώσῃ».

Δαν. 4,30

αὐτῇ τῇ ὥρᾳ ὁ λόγος συνετελέσθη ἐπὶ Ναβουχοδονόσορ, καὶ ἀπὸ τῶν ἀνθρώπων ἐξεδιώχθη καὶ χόρτον ὡς βοῦς ἤσθιε, καὶ ἀπὸ τῆς δρόσου τοῦ οὐρανοῦ τὸ σῶμα αὐτοῦ ἐβάφη, ἕως οὗ αἱ τρίχες αὐτοῦ ὡς λεόντων ἐμεγαλύνθησαν καὶ οἱ ὄνυχες αὐτοῦ ὡς ὀρνέων. -

Κολιτσάρα

Κατὰ τὴν στιγμὴν ἀκριβῶς ἐκείνην ἐξεπληρώθη διὰ τὸν Ναδουχοδονόσορα ἡ προφητεία τοῦ ὀνείρου. Διότι αὐτὸς ἔχασε τὸ λογικόν του, ἐξεδιώχθη ἀπὸ τὴν κοινωνίαν τῶν ἀνθρώπων, ἔτρωγεν ὡσὰν βόϊδι χορτάρι καὶ ἡ δρόσος τοῦ οὐρανοῦ ἔβρεχε τὸ σῶμα του, ἕως ὅτου αἱ τρίχες αὐτοῦ ἐμεγάλωσαν ὡσὰν τὰς τρίχας τοῦ λέοντος καὶ τὰ νύχια του ἔγιναν ὡσὰν τὰ νύχια τῶν ἁρπακτικῶν ὀρνέων.

Τρεμπέλα

Εὐθὺς δὲ ἀμέσως ἐξεπληρώθησαν τὰ προφητικὰ αὐτὰ λόγια διὰ τὸν Ναβουχοδονόσορα. (Παρεφρόνησε, ἔχασε τὰ λογικά του καί) ἐξεδιώχθη ἀπὸ τὴν κοινωνίαν τῶν ἀνθρώπων, ἔτρωγε χορτάρι, ὅπως τὰ βόδια, καὶ ἀπὸ τὴν ὑγρασίαν ποὺ ἐδέχετο ἀπὸ τὴν δροσιὰ τοῦ οὐρανοῦ καὶ τὶς διάφορες καιρικὲς συνθῆκες τὸ σῶμα (δέρμα) του ἄλλαξε χρῶμα· εἰς τὴν κατάστασιν δὲ αὐτὴν ἔμεινε, μέχρις ὅτου οἱ τρίχες του ἐμεγάλωσαν ὡσὰν τὶς τρίχες τῶν λιονταριῶν καὶ τὰ νύχια τοῦ ἔγιναν ὅπως τὰ νύχια τῶν ἀρπακτικῶν ὀρνέων!

Δαν. 4,31

Καὶ μετὰ τὸ τέλος τῶν ἡμερῶν ἐγὼ Ναβουχοδονόσορ τοὺς ὀφθαλμούς μου εἰς τὸν οὐρανὸν ἀνέλαβον, καὶ αἱ φρένες μου ἐπ’ ἐμὲ ἐπεστράφησαν, καὶ τῷ Ὑψίστῳ ηὐλόγησα καὶ τῷ ζῶντι εἰς τὸν αἰῶνα ᾔνεσα καὶ ἐδόξασα, ὅτι ἡ ἐξουσία αὐτοῦ ἐξουσία αἰώνιος καὶ ἡ βασιλεία αὐτοῦ εἰς γενεὰν καὶ γενεάν,

Κολιτσάρα

«Μετὰ τὸ πέρας τοῦ χρονικοῦ αὐτοῦ διαστήματος, ἐγὼ ὁ Ναβουχοδονόσορ, ὕψωσα τοὺς ὀφθαλμούς μου εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ τὸ λογικόν μου ἐπανῆλθεν. Ἐδόξασα τὸν Ὕψιστον καὶ ὑμνολόγησα ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ζῇ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων, τὸν ἐδοξολόγησα, διότι εἰς αὐτὸν πράγματι εἶναι αἰώνιος ἡ ἐξουσία καὶ ἡ βασιλεία του εἰς γενεὰν γενεῶν.

Τρεμπέλα

«Καὶ μετὰ τὴν συμπλήρωσιν τῶν ἑπτὰ χρονικῶν περιόδων ἐγώ, ὁ Ναβουχοδονόσορ, ὕψωσα τὰ μάτια μου εἰς τὸν οὐρανόν, καὶ τὸ λογικόν μου ἐπανῆλθεν εἰς ἐμέ. Καὶ γεμᾶτος εὐγνωμοσύνην ἐδόξασα τὸν Ὕψιστον καὶ ἀνέπεμψα ὕμνον, αἶνον καὶ δοξολογίαν εἰς Ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ζῇ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων, διότι ἡ ἐξουσία του εἶναι πράγματι ἐξουσία αἰώνιος, καὶ ἡ βασιλεία του συνεχίζεται αἰωνίως, ἀπὸ τῆς μιᾶς γενεᾶς εἰς τὴν ἄλλην γενεάν.

Δαν. 4,32

καὶ πάντες οἱ κατοικοῦντες τὴν γῆν ὡς οὐδὲν ἐλογίσθησαν, καὶ κατὰ τὸ θέλημα αὐτοῦ ποιεῖ ἐν τῇ δυνάμει τοῦ οὐρανοῦ καὶ ἐν τῇ κατοικίᾳ τῆς γῆς, καὶ οὐκ ἔστιν ὃς ἀντιποιήσεται τῇ χειρὶ αὐτοῦ καὶ ἐρεῖ αὐτῷ· τί ἐποίησας;

Κολιτσάρα

Καὶ ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, ποὺ κατοικοῦν τὴν γῆν, ὡς ἕνα τίποτε εἶναι ἐνώπιον του. Σύμφωνα μὲ τὸ θέλημά του διατάσσει καὶ πράττει εἰς τὰς δυνάμεις τοῦ οὐρανοῦ καὶ εἰς τοὺς ἀνθρώπους τῆς γῆς. Καὶ δὲν ὑπάρχει κανείς, ὁ ὁποῖος θὰ ἠμπορέσῃ νὰ ἐμποδίσῃ τὸ παντοδύναμον χέρι του καὶ νὰ πῇ εἰς αὐτὸν τί ἔπραξες;

Τρεμπέλα

Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι κατοικοῦν εἰς τὴν γῆν, ἐμπρὸς εἰς τὴν παντοδυναμίαν του εἶναι ὡσὰν ἕνα τίποτε, ὡσὰν ἕνα μηδέν· σύμφωνα δὲ μὲ τὸ ἅγιον θέλημά του διατάσσει καὶ ἐνεργεῖ μεταξὺ τῶν ἀγγελικῶν δυνάμεων τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῶν κατοίκων τῆς γῆς. Καὶ δὲν ὑπάρχει κανεὶς ὁ ὁποῖος θὰ τολμήσῃ νὰ ἐνεργήσῃ κάτι ἀντίθετον ἀπὸ ἐκεῖνο ποὺ ἐνεργεῖ τὸ παντοδύναμον χέρι του, καὶ νὰ Τοῦ εἰπῇ - «τί ἐπραξες;»

Δαν. 4,33

αὐτῷ τῷ καιρῷ αἱ φρένες μου ἐπεστράφησαν ἐπ’ ἐμέ, καὶ εἰς τὴν τιμὴν τῆς βασιλείας μου ἦλθον, καὶ ἡ μορφή μου ἐπέστρεψεν ἐπ’ ἐμέ, καὶ οἱ τύραννοί μου καὶ οἱ μεγιστᾶνές μου ἐζήτουν με, καὶ ἐπὶ τὴν βασιλείαν μου ἐκραταιώθην, καὶ μεγαλωσύνη περισσοτέρα προσετέθη μοι.

Κολιτσάρα

Κατ’ αὐτὸν τὸν καιρὸν ἡ διανοητική μου ὑγεία ἀποκατεστάθη καὶ ἐπανῆλθον εἰς τὴν δάξαν τῆς βασιλείας μου. Ἡ μορφὴ καὶ ἡ ὅλη ἐμφάνισίς μου ἀποκατεστάθη εἰς τὴν προτέραν της κατάστασιν, οἱ ἄρχοντές μου καὶ οἱ μεγιστᾶνες μου μὲ ἀνεζητοῦσαν, ἡ βασιλεία μου ἔγινε πάλιν ἰσχυρά, ἡ δὲ δόξα προσετέθη ἀκόμη μεγαλυτέρα εἰς ἐμέ.

Τρεμπέλα

Κατὰ τὸν ἴδιον αὐτὸν καιρὸν τὸ λογικόν μου ἐπανῆλθεν εἰς ἐμέ, ἐπανηύρα τὴν συνείδησιν τῆς προσωπικότητάς μου καὶ ἐπανέκτησα τὴν ὑγείαν μου· καὶ ἐπανῆλθα εἰς τὴν δόξαν καὶ τὸ μεγαλεῖον τῆς βασιλείας μου· ὅλη δὲ ἡ ἀνθρωπίνη ὄψις καὶ ἐμφάνισίς μου ἀποκατεστάθη. Οἱ δὲ ἡγεμόνες (ἄρχοντές) μου καὶ οἱ μεγιστᾶνες (εὐγενεῖς) μου μὲ ἀναζητοῦσαν. Ἀποκαταστάθηκα εἰς τὸν βασιλικόν μου θρόνον, καὶ ἡ βασιλεία μου ἔγινε πάλιν δυνατή, ἀκόμη δὲ περισσότερα δόξα καὶ μεγαλεῖον προσετέθησαν εἰς ἐμέ.

Δαν. 4,34

νῦν οὖν ἐγὼ Ναβουχοδονόσορ αἰνῶ καὶ ὑπερυψῶ καὶ δοξάζω τὸν βασιλέα τοῦ οὐρανοῦ, ὅτι πάντα τὰ ἔργα αὐτοῦ ἀληθινὰ καὶ αἱ τρίβοι αὐτοῦ κρίσεις, καὶ πάντας τοὺς πορευομένους ἐν ὑπερηφανίᾳ δύναται ταπεινῶσαι.

Κολιτσάρα

Καὶ τώρα, λοιπόν, ἐγώ, ὁ Ναδουχοδονόσορ, ὑμνολογῶ καὶ ὑπερυψώνω καὶ δοξάζω τὸν βασιλέα τοῦ οὐρανοῦ, διότι ὅλα τὰ ἔργα αὐτοῦ εἶναι ἀληθινά, αἱ ὁδοί του δίκαιαι καὶ ὀρθαὶ καὶ ἠμπορεῖ νὰ ταπεινώσῃ ὅλου ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι πορεύονται μὲ ὑπερηφάνειαν».

Τρεμπέλα

Τώρα λοιπὸν ἐγώ, ὁ Ναβουχοδονόσορ, ὑμνολογῶ, ὑψώνω ὑπέρμετρα καὶ δοξολογῶ τὸν Βασιλέα τοῦ οὐρανοῦ, διότι ὅλα τὰ ἔργα του εἶναι γνήσια, βέβαια, ἀμετάθετα καὶ στηριγμένα εἰς τὴν ἀλήθειαν, οἱ δὲ δρόμοι του δίκαιοι, εὐθεῖς, ὀρθοί· καὶ ὅλους ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἀναστρέφονται μὲ ὑπερηφάνειαν καὶ ὑπεροψίαν ἔχει τὴν δύναμιν νὰ τοὺς ταπεινώσῃ».

Κεφάλαιο 5

Δαν. 5,1

Βαλτάσαρ ὁ βασιλεὺς ἐποίησε δεῖπνον μέγα τοῖς μεγιστᾶσιν αὐτοῦ χιλίοις, καὶ κατέναντι τῶν χιλίων ὁ οἶνος.

Κολιτσάρα

Ὁ βασιλεὺς Βαλτάσαρ ἔκαμε μέγα δεῖπνον εἰς χιλίους ἀπὸ τοὺς μεγιστᾶνας αὐτοῦ, ἐνώπιον τῶν ὁποίων παρετέθη ἄφθονος οἶνος.

Τρεμπέλα

Ὁ βασιλιᾶς Βαλτάσαρ ἔκαμε μεγάλο βραδινὸν συμπόσιον εἰς χιλίους ἀπὸ τοὺς μεγιστᾶνες του, ἐνώπιον δὲ τῶν χιλίων αὐτῶν παρετέθη ἄφθονον κρασί.

Δαν. 5,2

καὶ πίνων Βαλτάσαρ εἶπεν ἐν τῇ γεύσει τοῦ οἴνου τοῦ ἐνεγκεῖν τὰ σκεύη τὰ χρυσᾶ καὶ τὰ ἀργυρᾶ, ἃ ἐξήνεγκε Ναβουχοδονόσορ ὁ πατὴρ αὐτοῦ ἐκ τοῦ ναοῦ τοῦ ἐν Ἱερουσαλήμ, καὶ πιέτωσαν ἐν αὐτοῖς ὁ βασιλεὺς καὶ οἱ μεγιστᾶνες αὐτοῦ καὶ αἱ παλλακαὶ αὐτοῦ καὶ αἱ παράκοιτοι αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

Ἐνῷ δὲ ὁ βασιλεὺς Βαλτάσαρ ἔπινεν οἶνον καὶ ηὐφραίνετο ἀπὸ τὴν γεῦσιν αὐτοῦ, ἦλθεν εἰς εὐθυμίαν καὶ εἶπε νὰ φέρουν ἐκεῖ εἰς τὴν τράπεζαν τὰ χρυσᾶ καὶ ἀργυρᾶ σκεύη, τὰ ὁποῖα ὁ πατήρ του ὁ Ναβουχοδονόσορ εἶχε πάρει ἀπὸ τὸν ναὸν τοῦ Σολομῶντος καὶ τὰ ἔφερεν εἰς τὴν Βαβυλῶνα· νὰ τὰ φέρουν εἰς τὴν τράπεζαν, διὰ νὰ πίουν μὲ αὐτὰ ὁ βασιλεὺς καὶ οἱ μεγιστᾶνες του, αἱ παλλακαί του καὶ αἱ γυναῖκες του.

Τρεμπέλα

Ἐνῷ δὲ ὁ Βαλτάσαρ ἔπινεν, εὑρισκόμενος ὑπὸ τὴν ἐπίδρασιν τοῦ κρασιοῦ διέταξε νὰ φέρουν εἰς τὸ τραπέζι τὰ χρυσᾶ καὶ τὰ ἀργυρᾶ ἱερὰ σκεύη τὰ ὁποῖα ὁ Ναβουχοδονόσορ, ὁ πατέρας «πρόγονός» του, εἶχε συλήσει ἀπὸ τὸν Ναὸν τῶν Ἱεροσολύμων καὶ εἶχε φέρει εἰς τὴν Βαβυλῶνα· διέταξε νὰ τὰ φέρουν εἰς τὸ τραπέζι, διὰ νὰ πιοῦν μὲ αὐτὰ ὁ βασιλιᾶς καὶ οἱ μεγιστᾶνες του καὶ οἱ παλλακίδες του καὶ οἱ σύζυγοί του.

Δαν. 5,3

καὶ ἠνέχθησαν τὰ σκεύη τὰ χρυσᾶ καὶ τὰ ἀργυρᾶ, ἃ ἐξήνεγκεν ἐκ τοῦ ναοῦ τοῦ Θεοῦ τοῦ ἐν Ἱερουσαλήμ, καὶ ἔπινον ἐν αὐτοῖς ὁ βασιλεὺς καὶ οἱ μεγιστᾶνες αὐτοῦ καὶ αἱ παλλακαὶ αὐτοῦ καὶ αἱ παράκοιτοι αὐτοῦ·

Κολιτσάρα

Πράγματι ἔφεραν τὰ ἱερὰ χρυσᾶ καὶ ἀργυρᾶ σκεύη, τὰ ὁποῖα ὁ πατὴρ του εἶχε πάρει ἀπὸ τὸν ναὸν τοῦ Θεοῦ του ἐν Ἱερουσαλήμ. Μὲ τὰ ἱερὰ αὐτὰ σκεύη ἔπινον ὁ βασιλεύς, οἱ μεγιστᾶνες του, αἱ παλλακαί του καὶ αἱ γυναῖκες του.

Τρεμπέλα

Πράγματι· μετεφέρθησαν ἀπὸ τὸ ἱερὸν τῶν Βαβυλωνίων τὰ ἱερὰ αὐτὰ σκεύη, τὰ χρυσᾶ καὶ τὰ ἀργυρᾶ, τὰ ὁποῖα ὁ Ναβουχοδονόσορ εἶχε συλήσει ἀπὸ τὸν Ναὸν τοῦ Θεοῦ εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα καὶ μεταφέρει εἰς τὴν Βαβυλῶνα· προσήχθησαν τὰ ἱερὰ σκεύη καὶ ἔπιναν μὲ αὐτὰ τὸ κρασί των ὁ βασιλιᾶς καὶ οἱ μεγιστᾶνες του καὶ οἱ παλλακίδες του καὶ οἱ σύζυγοί του.

Δαν. 5,4

ἔπινον οἶνον καὶ ᾔνεσαν τοὺς θεοὺς τοὺς χρυσοῦς καὶ ἀργυροῦς καὶ χαλκοῦς καὶ σιδηροῦς καὶ ξυλίνους καὶ λιθίνους.

Κολιτσάρα

Ἔπιναν τὸν οἶνον καὶ ὑμνολογοῦσαν τοὺς θεούς των, τοὺς χρυσοῦς καὶ ἀργυροῦς, τοὺς χαλκοῦς καὶ σιδερένιους, τοὺς ξυλίνους καὶ τοὺς λιθίνους.

Τρεμπέλα

Ἐπιναν κρασί καὶ ἐπαινοῦσαν, ἐγκωμίαζαν καὶ ὑμνολογοῦσαν τοὺς ἀνυπάρκτους εἰδωλικούς θεούς των, τοὺς χρυσοῦς καὶ ἀργυροῦς καὶ χαλκίνους καὶ σιδερένιους καὶ ξυλίνους καὶ λιθίνους!

Δαν. 5,5

ἐν αὐτῇ τῇ ὥρᾳ ἐξῆλθον δάκτυλοι χειρὸς ἀνθρώπου καὶ ἔγραφον κατέναντι τῆς λαμπάδος ἐπὶ τὸ κονίαμα τοῦ τοίχου τοῦ οἴκου τοῦ βασιλέως, καὶ ὁ βασιλεὺς ἐθεώρει τοὺς ἀστραγάλους τῆς χειρὸς τῆς γραφούσης.

Κολιτσάρα

Αἴφνης κατὰ τὴν ὥραν ἐκείνην ἐβγῆκαν δάκτυλοι χειρὸς ἀνθρώπου καὶ ἔγραφαν ἀπέναντι τῆς λυχνίας ἐπάνω εἰς τὸ ἀμμοκονίαμα τοῦ τοίχου τοῦ βασιλικοῦ ἀνακτόρου. Ὁ βασιλεὺς ἔβλεπε τὸν καρπὸν τῆς χειρός, ἡ ὁποία ἔγραφε.

Τρεμπέλα

Ἔξαφνα, κατὰ τὴν ὥραν ἐκείνην, ἐβγῆκαν καὶ παρουσιάσθησαν δάκτυλα ἀνθρωπίνου χεριοῦ καὶ ἄρχισαν νὰ γράφουν ἀπέναντι ἀπὸ τὴν λυχνίαν, ἐπάνω εἰς τὸ ἀσβεστοκονίαμα τοῦ τοῖχου τοῦ βασιλικοῦ ἀνακτόρου. Καὶ ὁ βασιλιᾶς παρατηροῦσε μὲ ἔκπληξιν τὸν καρπὸν τοῦ μυστηριώδους χεριοῦ, ποὺ ἔγραφε μὲ τὰ δάκτυλα.

Δαν. 5,6

τότε τοῦ βασιλέως ἡ μορφὴ ἠλλοιώθη, καὶ οἱ διαλογισμοὶ αὐτοῦ συνετάρασσον αὐτόν, καὶ οἱ σύνδεσμοι τῆς ὀσφύος αὐτοῦ διελύοντο, καὶ τὰ γόνατα αὐτοῦ συνεκροτοῦντο.

Κολιτσάρα

Τότε ἡ μορφὴ τοῦ βασιλέως ἠλλοιώθη ἀπὸ τὸν φόβον. Αἱ σκέψεις του τὸν συνετάραξαν, αἱ ἀρθρώσεις τῆς μέσης του σὰν νὰ διελύθησαν καὶ τὰ γόνατά του τρέμοντα συνεκρούοντο τὸ ἕνα μὲ τὸ ἄλλο.

Τρεμπέλα

Τότε ἡ μορφὴ τοῦ βασιλιᾶ ἄλλαξε ἀμέσως ἀπὸ τὸν φόβον, καὶ οἱ σκέψεις του τὸν συνετάρασσαν· οἱ ἀρθρώσεις τῆς μέσης του ἐχαλαρώθησαν, ὡσὰν νὰ διελύοντο, καὶ τὰ γόνατά του ἔτρεμαν καὶ ἐκτυποῦσαν τὸ ἕνα μὲ τὸ ἄλλο.

Δαν. 5,7

καὶ ἐβόησεν ὁ βασιλεὺς ἐν ἰσχύϊ τοῦ εἰσαγαγεῖν μάγους, Χαλδαίους, γαζαρηνοὺς καὶ εἶπε τοῖς σοφοῖς Βαβυλῶνος· ὃς ἂν ἀναγνῷ τὴν γραφὴν ταύτην καὶ τὴν σύγκρισιν γνωρίσῃ μοι, πορφύραν ἐνδύσεται, καὶ ὁ μανιάκης ὁ χρυσοῦς ἐπὶ τὸν τράχηλον αὐτοῦ, καὶ τρίτος ἐν τῇ βασιλείᾳ μου ἄρξει.

Κολιτσάρα

Ὁ βασιλεὺς ἐφώναξε μὲ μεγάλην φωνὴν νὰ ὁδηγήσουν ἐκεῖ μάγους, Χαλδαίους, ἀστρολόγους καὶ εἶπε πρὸς τοὺς σοφοὺς τῆς Βαβυλῶνος· «ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ ἀναγνώσῃ αὐτὴν τὴν γραφὴν καὶ θὰ καταστήσῃ εἰς ἐμὲ γνωστὸν τὸ νόημά της, θὰ ἐνδυθῇ βασιλικὴν πορφύραν, τὸ χρυσοῦν περιδέραιον θὰ τεθῇ εἰς τὸν τράχηλόν του καὶ θὰ εἶναι ὁ τρίτος ἄρχων εἰς τὸ βασίλειόν μου».

Τρεμπέλα

Ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ φόβου καὶ τῆς ταραχῆς ὁ βασιλιᾶς ἐφώναξε μὲ δυνατὴν φωνὴν νὰ καλέσουν καὶ νὰ φέρουν μάγους, ἱερεῖς - μάγους Χαλδαίους (ποὺ ἀνῆκαν εἰς τὴν ἀρχαίαν φυλὴν τοῦ Βαβυλωνιακοῦ ἔθνους), ἀστρολόγους, καὶ (ὁ βασιλιᾶς) εἶπεν εἰς τοὺς σοφοὺς τῆς Βαβυλῶνος: «Ὅποιος ἀναγνώσῃ τὴν μυστηριώδη αὐτὴν γραφὴν καὶ ἀποκαλύψῃ εἰς ἐμὲ τὴν ἑρμηνείαν της, θὰ ἐνδυθῇ βασιλικὴν πορφύραν, καὶ τὸ χρυσὸν περιδέραιον θὰ τεθῇ εἰς τὸν τράχηλόν του· θὰ εἶναι δὲ ὁ τρίτος ἄρχων εἰς τὸ βασίλειόν μου».

Δαν. 5,8

καὶ εἰσεπορεύοντο πάντες οἱ σοφοὶ τοῦ βασιλέως καὶ οὐκ ἠδύναντο τὴν γραφὴν ἀναγνῶναι, οὐδὲ τὴν σύγκρισιν γνωρίσαι τῷ βασιλεῖ.

Κολιτσάρα

Εἰσήρχοντο τότε εἰς τὴν αἴθουσαν τοῦ συμποσίου ὅλοι οἱ σοφοὶ τοῦ βασιλέως καὶ δὲν ἠμποροῦσαν οὔτε νὰ ἀναγνώσουν τὴν γραφήν, οὔτε, φυσικά, καὶ τὸ νόημά της νὰ καταστήσουν γνωστὸν εἰς τὸν βασιλέα.

Τρεμπέλα

Τότε ὅλοι οἱ σοφοὶ τοῦ βασιλιᾶ εἰσήρχοντο εἰς τὴν αἴθουσαν τοῦ συμποσίου, δὲν ἠμποροῦσαν ὅμως νὰ ἀναγνώσουν τὴν μυστηριώδη γραφήν, ἀλλ’ οὔτε καὶ νὰ φανερώσουν τὴν ἑρμηνείαν της εἰς τὸν βασιλιᾶ.

Δαν. 5,9

καὶ ὁ βασιλεὺς Βαλτάσαρ πολὺ ἐταράχθη, καὶ ἡ μορφὴ αὐτοῦ ἠλλοιώθη ἐπ’ αὐτῷ, καὶ οἱ μεγιστᾶνες αὐτοῦ συνεταράσσοντο. -

Κολιτσάρα

Ὁ βασιλεὺς Βαλτάσαρ ἐταράχθη πολύ. Ἡ μορφή του ἠλλοιώθη ἀπὸ τὸν φόβον. Ἀλλὰ καὶ οἱ μεγιστᾶνες ἐπίσης συνεκλονίζοντο μαζῆ μου.

Τρεμπέλα

Λόγῳ τῆς ἀδυναμίας αὐτῆς τῶν σοφῶν ὁ βασιλιᾶς Βαλτάσαρ ἐταράχθη,πολύ, καὶ ἡ μορφὴ τοῦ προσώπου του ἄλλαξε ἀπὸ τὴν ἀγωνίαν καὶ τὸν φόβον, μαζὶ δὲ μὲ αὐτὸν ἐταράσσοντο καὶ συνεκλονίζοντο καὶ οἱ μεγιστᾶνες του.

Δαν. 5,10

Καὶ εἰσῆλθεν ἡ βασίλισσα εἰς τὸν οἶκον τοῦ πότου καὶ εἶπε· βασιλεῦ, εἰς τὸν αἰῶνα ζῆθι· μὴ ταρασσέτωσάν σε οἱ διαλογισμοί σου, καὶ ἡ μορφή σου μὴ ἀλλοιούσθω·

Κολιτσάρα

Τὴν ὥραν ἐκείνην εἰσῆλθεν ἡ Βασιλομήτωρ εἰς τὴν αἴθουσαν τοῦ συμποσίου καὶ εἶπε· «βασιλεῦ, εἰς τοὺς αἰῶνας νὰ ζήσῃς. Ἂς μὴ σὲ ταράσσουν σκέψεις ζοφεραὶ καὶ ἡ μορφή σου ἂς μὴ ἀλλοιώνεται ἀπὸ τῶν φόβον.

Τρεμπέλα

Τότε ἡ βασίλισσα (ἡ μητέρα βασίλισσα), ἡ ὁποία, ἐνῷ εὑρίσκετο εἰς διπλανὸν μὲ τὴν αἴθουσαν τοῦ συμποσίου δωμάτιον, ἄκουσε τὸν θόρυβον καὶ τὶς φωνές, ἐμβῆκε εἰς τὴν αἴθουσαν τοῦ βασιλικοῦ συμποσίου καὶ εἶπε: (Βασιλιᾶ· εἴθε νὰ ζῇς εἰς τὸν αἰῶνα «νὰ εἶσαι ἀθάνατος)! Ἂς μὴ σὲ συγκλονίζουν οἱ σκέψεις σου, καὶ ἡ μορφὴ τοῦ προσώπου σου ἂς μὴ ἀλλάζῃ ἀπὸ τὸν φόβον καὶ τὴν ἀγωνίαν.

Δαν. 5,11

ἔστιν ἀνὴρ ἐν τῇ βασιλείᾳ σου, ἐν ᾧ πνεῦμα Θεοῦ, καὶ ἐν ταῖς ἡμέραις τοῦ πατρός σου γρηγόρησις καὶ σύνεσις εὑρέθη ἐν αὐτῷ, καὶ ὁ βασιλεὺς Ναβουχοδονόσορ ὁ πατήρ σου ἄρχοντα ἐπαοιδῶν, μάγων, Χαλδαίων, γαζαρηνῶν κατέστησεν αὐτόν,

Κολιτσάρα

Εἰς τὸ βασίλειόν σου ὑπάρχει ἕνας ἀνήρ, εἰς τὸν ὁποῖον κατοικεῖ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, καὶ κατὰ τὰς ἡμέρας τοῦ πατρός σου τὰ πράγματα ἀπέδειξαν, ὅτι ὑπῆρχεν εἰς αὐτὸν ἐγρήγορσις καὶ σύνεσις. Διὰ τοῦτο ὁ βασιλεὺς Ναβουχοδονόσορ, ὁ πατήρ σου, τὸν διώρισε ἄρχοντα τῶν ἐξορκιστῶν τῶν μάγων, τῶν Χαλδαίων, τῶν ἀστρολόγων.

Τρεμπέλα

Ὑπάρχει εἰς τὸ βασίλειόν σου ἄνθρωπος, εἰς τὸν ὁποῖον κατοικεῖ πνεῦμα Θεοῦ· κατὰ τὶς ἡμέρες δὲ τῆς βασιλείας τοῦ πατέρα (προγόνου) σου εὑρέθη νὰ ὑπάρχῃ εἰς τὸν ἄνθρωπον αὐτὸν ἄγρυπνη, ὀξεῖα διάνοια, φωτισμὸς καὶ σύνεσις καὶ σοφία. Τὸν ἄνθρωπον αὐτὸν ὁ βασιλιᾶς Ναβουχοδονόσορ, ὁ πατέρας (πρόγονός) σου, τὸν διώρισεν ἄρχοντα τῶν ἐξορκιστῶν (οἱ ὁποῖοι ἰατρεύουν καὶ μαγεύουν μὲ ὡδές), τῶν μάγων, τῶν ἱερέων - μάγων Χαλδαίων (ποὺ ἀνήκουν εἰς τὴν ἀρχαίαν φυλὴν τοῦ Βαβυλωνιακοῦ ἔθνους), τῶν ἀστρολόγων

Δαν. 5,12

ὅτι πνεῦμα περισσὸν ἐν αὐτῷ καὶ φρόνησις καὶ σύνεσις ἐν αὐτῷ, συγκρίνων ἐνύπνια καὶ ἀναγγέλλων κρατούμενα καὶ λύων συνδέσμους, Δανιήλ, καὶ ὁ βασιλεὺς ἐπέθηκεν ὄνομα αὐτῷ Βαλτάσαρ· νῦν οὖν κληθήτω, καὶ τὴν σύγκρισιν αὐτοῦ ἀναγγελεῖ σοι. -

Κολιτσάρα

Διότι εἰς αὐτὸν ὑπῆρχε πλούσιον τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ. Ἔχει αὐτὸς φρόνησιν καὶ σύνεσιν, ὥστε νὰ ἑρμηνεύῃ τὰ ἐνύπνια, νὰ ἀναγγέλλῃ καὶ ἀποσαφηνίζῃ ὅσα ἀσαφῆ ἦσαν διὰ τοὺς ἄλλους καὶ νὰ λύῃ δύσκολα προβλήματα. Αὐτὸς εἶναι ὁ Δανιήλ, τὸν ὁποῖον ὁ βασιλεὺς πατέρας σου ὠνόμασε Βαλτάσαρ. Ἂς κληθῇ, λοιπόν, τώρα εἰς τὴν αἴθουσαν, διὰ νὰ σοῦ καταστήσῃ γνωστὸν τὸ νόημα τῆς γραφῆς αὐτῆς».

Τρεμπέλα

διότι εἰς τὸν ἄνθρωπον αὐτὸν ὑπάρχει πνεῦμα (Θεοῦ) ἐξαιρετικὸν καὶ πλούσιον. Ἔχει ἐπὶ πλέον φρόνησιν καὶ σύνεσιν καὶ ἱκανότητα, ὥστε νὰ ἑρμηνεύῃ ὄνειρα καὶ νὰ ἀποκαλύπτῃ, νὰ ἐξηγῇ καὶ νὰ ἀποσαφηνίζῃ ὅσα διὰ τοὺς ἄλλους εἶναι σκοτεινά, δυσνόητα καὶ ἀσαφῆ, καὶ νὰ λύῃ δύσκολα προβλήματα. Αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος εἶναι ὁ Δανιήλ, τὸν ὁποῖον ὁ βασιλιᾶς (πρόγονός σου) μετωνόμασε Βαλτάσαρ. Τώρα λοιπὸν ἂς προσκληθῇ ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς ἐδῶ εἰς τὴν αἴθουσαν καὶ θὰ σοῦ φανερώσῃ τὴν ἑρμηνείαν καὶ τὸ νόημα τοῦ μυστηριώδους τούτου φαινομένου, τὸ ὁποῖον σοῦ προξενεῖ ταραχήν».

Δαν. 5,13

Τότε Δανιὴλ εἰσήχθη ἐνώπιον τοῦ βασιλέως, καὶ εἶπεν ὁ βασιλεὺς τῷ Δανιήλ· σὺ εἶ Δανιήλ, ὁ ἀπὸ τῶν υἱῶν τῆς αἰχμαλωσίας τῆς Ἰουδαίας, ἧς ἤγαγεν ὁ βασιλεὺς ὁ πατήρ μου;

Κολιτσάρα

Τότε πράγματι ὁ Δανιὴλ ὠδηγήθη ἐνώπιον τοῦ βασιλέως, εἰς τὸ ὁποῖον καὶ ὁ βασιλεὺς εἶπε· «σὺ εἶσαι ὁ Δανιήλ, ὁ ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους αἰχμαλώτους, τοὺς ὁποίους ὁ βασιλεὺς πατέρας μου ἔφερεν ἐδῶ;

Τρεμπέλα

Τότε ὁ Δανιὴλ ὡδηγήθη ἐμπρὸς εἰς τὸν βασιλιᾶ· ὁ δὲ βασιλιᾶς ἀπευθυνόμενος πρὸς αὐτὸν τοῦ εἶπε: «Σὺ εἶσαι ὁ Δανιήλ, ἕνας ἀπὸ τοὺς αἰχμαλώτους Ἰουδαίους, τοὺς ὁποίους ἔφερεν εἰς τὴν Βαβυλῶνα ὁ πατέρας (πρόγονός) μου;

Δαν. 5,14

ἤκουσα περὶ σοῦ ὅτι πνεῦμα Θεοῦ ἐν σοί, καὶ γρηγόρησις καὶ σύνεσις καὶ σοφία περισσὴ εὑρέθη ἐν σοί.

Κολιτσάρα

Ἤκουσα διὰ σὲ ὅτι ἔχεις Πνεῦμα Θεοῦ, νῆψις δὲ καὶ σύνεσις καὶ σοφία πλουσία εὑρίσκεται εἰς σὲ.

Τρεμπέλα

Ἐπληροφορήθην περὶ σοῦ ὅτι πνεῦμα Θεοῦ ὑπάρχει καὶ κατοικεῖ εἰς σέ, ἄγρυπνη, ὀξεῖα διάνοια, φωτισμὸς καὶ σύνεσις καὶ σοφία ἐξαιρετικὴ καὶ πλουσία εὑρίσκονται εἰς σέ.

Δαν. 5,15

καὶ νῦν εἰσῆλθον ἐνώπιόν μου οἱ σοφοί, μάγοι, γαζαρηνοί, ἵνα τὴν γραφὴν ταύτην ἀναγνῶσι καὶ τὴν σύγκρισιν αὐτῆς γνωρίσωσί μοι, καὶ οὐκ ἠδυνήθησαν ἀναγγεῖλαί μοι.

Κολιτσάρα

Ἐδῶ προσῆλθον πρὸ ὀλίγου ἐνώπιόν μου οἱ σοφοί, οἱ μάγοι, οἱ ἀστρολόγοι διὰ νὰ ἀναγνώσουν αὐτὰ τὰ γράμματα καὶ νὰ καταστήσουν γνωστὸν εἰς ἐμὲ τὸ νόημά των. Ἀλλὰ δὲν ἠμπόρεσαν τίποτε νὰ εἴπουν.

Τρεμπέλα

Τώρα παρουσιάσθησαν ἤδη ἐνώπιόν μου οἱ σοφοί, οἱ μάγοι, οἱ ἀστρολόγοι, διὰ νὰ διαβάσουν τὴν μυστηριώδη αὐτὴν γραφὴν καὶ νὰ μοῦ ἀποκαλύψουν καὶ μοῦ ἐρμηνεύσουν τὸ περιεχόμενόν της· ἀλλὰ δὲν ἠμπόρεσαν νὰ μοῦ τὸ ἐρμηνεύσουν.

Δαν. 5,16

καὶ ἐγὼ ἤκουσα περὶ σοῦ ὅτι δύνασαι κρίματα συγκρῖναι· νῦν οὖν ἐὰν δυνηθῇς τὴν γραφὴν ἀναγνῶναι καὶ τὴν σύγκρισιν αὐτῆς γνωρίσαι μοι, πορφύραν ἐνδύσῃ, καὶ ὁ μανιάκης ὁ χρυσοῦς ἔσται ἐπὶ τὸν τράχηλόν σου, καὶ τρίτος ἐν τῇ βασιλείᾳ μου ἄρξεις.

Κολιτσάρα

Ἐγὼ ὅμως ἐπληροφορήθην διὰ σέ, ὅτι ἠμπορεῖς νὰ γνωρίσῃς καὶ νὰ κατανοήσῃς κρίσεις καὶ ἀποφάσεις τοῦ Θεοῦ. Ἐάν, λοιπόν, τώρα ἠμπορέσῃς νὰ ἀναγνώσῃς τὴν γραφὴν αὐτὴν καὶ νὰ καταστήσῃς γνωστὸν εἰς ἐμὲ τὸ νόημά της θὰ ἐνδυθῇς βασιλικὴν πορφύραν, θὰ περιβληθῇς εἰς τὸν τράχηλόν σου χρυσοῦν περιδέραιον καὶ θὰ ἀνακηρυχθῇς τρίτος ἄρχων εἰς τὸ βασίλειόν μου».

Τρεμπέλα

Ἐγὼ ὅμως ἐπληροφορήθην διὰ σὲ ὅτι ἠμπορεῖς νὰ ἀποκαλύπτῃς καὶ ἑρμηνεύῃς θεῖες κρίσεις καὶ ἀποφάσεις. Ἐὰν λοιπὸν ἠμπορέσῃς νὰ ἀναγνώσῃς τὴν μυστηριώδη αὐτὴν γραφὴν καὶ νὰ μοῦ γνωρίσῃς τὴν ἑρμηνείαν της, θὰ ἐνδυθῇς τὴν βασιλικὴν πορφύραν, καὶ τὸ χρυσὸν περιδέραιον θὰ τεθῇ εἰς τὸν τράχηλόν σου· θὰ εἶσαι δὲ ὁ τρίτος ἄρχων εἰς τὸ βασίλειόν μου».

Δαν. 5,17

τότε ἀπεκρίθη Δανιὴλ καὶ εἶπεν ἐνώπιον τοῦ βασιλέως· τὰ δόματά σου σοὶ ἔστω, καὶ τὴν δωρεὰν τῆς οἰκίας σου ἑτέρῳ δός, ἐγὼ δὲ τὴν γραφὴν ἀναγνώσομαι τῷ βασιλεῖ καὶ τὴν σύγκρισιν αὐτῆς γνωρίσω σοι.

Κολιτσάρα

Ὁ Δανιὴλ ἀπήντησε τότε καὶ εἶπε πρὸς τὸν βασιλέα· «τὰ δῶρα σου ἂς μείνουν εἰς σὲ τὰ ἀγαθὰ τοῦ οἴκου σου δῶσε τα εἰς ἄλλον. Ἐγὼ ὅμως θὰ ἀναγνώσω τὴν γραφὴν αὐτὴν εἰς σὲ τὸν βασιλέα καὶ θὰ καταστήσω γνωστὴν εἰς σὲ τὸ νόημά της

Τρεμπέλα

Τότε ὁ Δανιὴλ ἀπεκρίθη καὶ εἶπεν ἐνώπιον τοῦ βασιλιᾶ: «Τὰ δῶρα σου κράτησέ τα διὰ τὸν ἑαυτόν σου, καὶ τὰ ἀγαθὰ τοῦ βασιλικοῦ σου οἴκου πρόσφερε καὶ χάρισέ τα εἰς ἄλλον· ἐγὼ δὲ θὰ ἀναγνώσω τὴν μυστηριώδη γραφὴν διὰ σέ, τὸν βασιλιᾶ, καὶ θὰ σοῦ γνωρίσω τὸ νόημα καὶ τὴν ἑρμηνείαν της.

Δαν. 5,18

Βασιλεῦ, ὁ Θεὸς ὁ ὕψιστος τὴν βασιλείαν καὶ τὴν μεγαλωσύνην καὶ τὴν τιμὴν καὶ τὴν δόξαν ἔδωκε Ναβουχοδονόσορ τῷ πατρί σου,

Κολιτσάρα

Βασιλεῦ, ὁ Ὕψιστος Θεὸς ἔδωκεν εἰς τὸν πατέρα σου, τὸν Ναβουχοδονόσορα μεγαλεῖον καὶ τιμὴν καὶ δόξαν.

Τρεμπέλα

Βασιλιᾶ, ὁ Θεὸς ὁ ὕψιστος ἔδωκεν εἰς τὸν Ναβουχοδονόσορα, τὸν πατέρα (πρόγονόν) σου, τὴν κυριαρχίαν καὶ τὴν βασιλείαν, τὴν μεγαλωσύνην καὶ τὴν τιμὴν καὶ τὴν δόξαν.

Δαν. 5,19

καὶ ἀπὸ τῆς μεγαλωσύνης, ἧς ἔδωκεν αὐτῷ, πάντες οἱ λαοί, φυλαί, γλῶσσαι ἦσαν τρέμοντες καὶ φοβούμενοι ἀπὸ προσώπου αὐτοῦ· οὓς ἠβούλετο αὐτὸς ἀνῄρει, καὶ οὓς ἠβούλετο αὐτὸς ἔτυπτε, καὶ οὓς ἠβούλετο αὐτὸς ὕψου, καὶ οὓς ἠβούλετο αὐτὸς ἐταπείνου.

Κολιτσάρα

Ἐξ αἰτίας τοῦ μεγαλείου αὐτοῦ, ποὺ τοῦ ἔδωσεν ὁ Θεός, ὅλοι οἱ λαοί, αἱ φυλαὶ καὶ αἱ γλῶσσαι τῆς γῆς τὸν ἔτρεμαν καὶ τὸν ἐφοβοῦντο. Αὐτός, ἐκείνους τοὺς ὁποίους ἤθελεν, ἐφόνευε καὶ ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἤθελεν, ἐκτυποῦσε. Αὐτὸς ἐκείνους τοὺς ὁποίους ἤθελε, ὕψωνε καὶ ἐδόξαζεν, ἐκείνους δὲ τοὺς ὁποίους ἤθελεν ἐταπείνωνε.

Τρεμπέλα

Λόγῳ δὲ τῆς μεγαλωσύνης καὶ τῆς κυριαρχίας ποὺ τοῦ ἔδωκεν, ὅλοι οἱ ἄνθρωποι τῶν διαφόρων λαῶν, φυλῶν καὶ γλωσσῶν κυριολεκτικῶς τὸν ἔτρεμαν καὶ τὸν ἐφοβοῦντο. Ὅποιους ἤθελεν αὐτὸς τοὺς ἐφόνευε, καὶ ὅποιους ἤθελεν αὐτὸς τοὺς ἐκτυποῦσε, καὶ ὅποιους ἤθελεν αὐτὸς τοὺς προῆγε καὶ τοὺς ὕψωνεν, ὅποιους δὲ αὐτὸς ἤθελε τοὺς ὑπεβίβαζε καὶ τοὺς ἐταπείνωνε.

Δαν. 5,20

καὶ ὅτε ὑψώθη ἡ καρδία αὐτοῦ καὶ τὸ πνεῦμα αὐτοῦ ἐκραταιώθη τοῦ ὑπερηφανεύσασθαι, κατηνέχθη ἀπὸ τοῦ θρόνου τῆς βασιλείας αὐτοῦ, καὶ ἡ τιμὴ ἀφῃρέθη ἀπ’ αὐτοῦ,

Κολιτσάρα

Ὅταν ὅμως ἡ καρδία του ἐκυριεύθη ἀπὸ ὑψηλοφροσύνην καὶ ἀλαζονείαν καὶ τὸ πνεῦμα του ἐξ αἰτίας τῆς ὑπερηφανείας του ἐσκληρύνθη, ἐκρημνίθη ἀπὸ τὸν θρόνον τὸν βασιλικὸν καὶ ἀφῃρέθη ἀπὸ αὐτὸν ἡ τιμὴ καὶ ἡ δόξα.

Τρεμπέλα

Ὅταν ὅμως ὑψώθη ἀπὸ ἔπαρσιν καὶ ὑπερηφάνειαν ἡ καρδιά του καὶ τὸ πνεῦμα του ἐσκληρύνθη, ἕνεκα τοῦ μεγάλου ἐγωϊσμοῦ καὶ τῆς ὑπερηφανείας, ἐκρημνίσθη ἀπὸ τὸν βασιλικόν του θρόνον καὶ ἀφηρέθησαν ἀπὸ αὐτὸν ἡ τιμὴ καὶ τὰ μεγαλεῖα.

Δαν. 5,21

καὶ ἀπὸ τῶν ἀνθρώπων ἐξεδιώχθη, καὶ ἡ καρδία αὐτοῦ μετὰ τῶν θηρίων ἐδόθη, καὶ μετὰ τῶν ὀνάγρων ἡ κατοικία αὐτοῦ, καὶ χόρτον ὡς βοῦν ἐψώμιζον αὐτόν, καὶ ἀπὸ τῆς δρόσου τοῦ οὐρανοῦ τὸ σῶμα αὐτοῦ ἐβάφη, ἕως οὗ ἔγνω ὅτι κυριεύει ὁ Θεὸς ὕψιστος τῆς βασιλείας τῶν ἀνθρώπων, καὶ ᾧ ἂν δόξῃ, δώσει αὐτήν.

Κολιτσάρα

Ἐξεδιώχθη ἀπὸ τὴν κοινωνίαν τῶν ἀνθρώπων, κατὰ δὲ τὴν καρδίαν μετεβλήθη καὶ ἔμεινεν ὅμοιος μὲ τὰ ἄγρια θηρία. Ἐζοῦσε μὲ τοὺς ἀγρίους ὄνους, ἔτρωγεν ἀντὶ ἄρτου χορτάρι ὡσὰν τὰ βόϊδια καὶ τὸ σῶμα του ἐμούσκευεν καὶ ἤλλαξε χρῶμα ἀπὸ τὴν δρόσον τοῦ οὐρανοῦ. Εἰς τὴν κατάστασιν αὐτὴν τῆς φρενοβλαβείας ἔμεινε, μέχρις ὅτου ἀνεγνώρισεν ὅτι ὁ Ὑψιστος Θεὸς εἶναι κύριος τῆς βασιλείας τῶν ἀνθρώπων καὶ δίδει αὐτὴν εἰς ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον αὐτὸς πρστιμᾷ καὶ θέλει.

Τρεμπέλα

Ἐπὶ πλέον ἐξεδιώχθη ἀπὸ τὴν κοινωνίαν τῶν ἀνθρώπων, ὁ δὲ ψυχικός του κόσμος ἄλλαξε, ἔγινε ὅμοιος μὲ ἐκεῖνον τῶν ἀλόγων καὶ ἀγρίων ζώων· ἐζοῦσε καὶ συνανεστρέφετο μὲ τοὺς ἀγρίους ὄνους, καὶ τὸν ἔτρεφαν μὲ χορτάρι, ὅπως τὸ βόδι, τὸ δὲ σῶμα του, ἐπειδὴ ἦταν ἐκτεθειμένον εἰς τὰ στοιχεῖα τῆς φύσεως, ἐμούσκεψε ἀπὸ τὴν δροσιὰ τοῦ οὐρανοῦ καὶ ἄλλαξε χρῶμα. Ἡ τραγικὴ αὐτὴ κατάστασις τῆς φρενοβλαβείας διήρκεσε μέχρις ὅτου ὁ Ναβουχοδονόσορ ἐδιδάχθη καὶ ἀνεγνώρισεν ὅτι ὁ ὕψιστος Θεὸς εἶναι ὁ κύριος καὶ ἐξουσιαστὴς τῆς βασιλείας τῶν ἀνθρώπων, δίδει δὲ αὐτὴν εἰς ὅποιον Ἐκεῖνος εὐαρεστεῖται καὶ εἰς ὅποιον θέλει νὰ τὴν δώσῃ.

Δαν. 5,22

καὶ σὺ οὖν ὁ υἱὸς αὐτοῦ Βαλτάσαρ οὐκ ἐταπείνωσας τὴν καρδίαν σου κατενώπιον τοῦ Θεοῦ· οὐ πάντα ταῦτα ἔγνως;

Κολιτσάρα

Καὶ σύ, λοιπόν, Βαλτάσαρ, ὁ υἱὸς αὐτοῦ, δὲν ἐταπείνωσες τὴν ψυχήν σου ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Δὲν τὰ εἶχες πληροφορηθῆ ὅλα αὐτά;

Τρεμπέλα

Καὶ σὺ ὅμως, Βαλτάσαρ, ὁ υἱός (ἀπόγονος) ἐκείνου, δὲν ἐταπείνωσες τὴν καρδιά, τὸ φρόνημά σου, ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Δὲν τὰ ἐπληροφορήθης, δὲν τὰ ἐγνώρισες ὅλα αὐτά; (Ἢ, κατ’ ἄλλους: Παρ’ ὅλον ὅτι τὰ ἐγνώριζες ὅλα αὐτά).

Δαν. 5,23

καὶ ἐπὶ τὸν Κύριον Θεὸν τοῦ οὐρανοῦ ὑψώθης, καὶ τὰ σκεύη τοῦ οἴκου αὐτοῦ ἤνεγκαν ἐνώπιόν σου, καὶ σὺ καὶ οἱ μεγιστᾶνές σου καὶ αἱ παλλακαί σου καὶ αἱ παράκοιτοί σου οἶνον ἐπίνετε ἐν αὐτοῖς, καὶ τοὺς θεοὺς τοὺς χρυσοῦς καὶ ἀργυροῦς καὶ χαλκοῦς καὶ σιδηροῦς καὶ ξυλίνους καὶ λιθίνους, οἳ οὐ βλέπουσι καὶ οἳ οὐκ ἀκούουσι καὶ οὐ γινώσκουσιν, ᾔνεσας καὶ τὸν Θεόν, οὗ ἡ πνοή σου ἐν χειρὶ αὐτοῦ καὶ πᾶσαι αἱ ὁδοί σου, αὐτὸν οὐκ ἐδόξασας.

Κολιτσάρα

Καὶ ὅμως ἐπέδειξες ἀλαζονείαν καὶ ὑψηλοφροσύνην ἐναντίον τοῦ Θεοῦ τοῦ οὐρανοῦ. Καὶ ἀπόδειξις, ὅτι ἔφεραν ἐνώπιόν σου τὰ σκεύη τοῦ ναοῦ του· καὶ σὺ καὶ οἱ μεγιστᾶνες σου καὶ αἱ παλλακαί σου καὶ αἱ γυναῖκες σου ἐπίνατε οἶνον μὲ αὐτά. Κατὰ δὲ τὸ διάστημα τῆς εὐωχίας σας ὑμνολογήσατε τοὺς θεοὺς τοὺς ἰδικούς σας, τοὺς χρυσοῦς καὶ ἀργυροῦς, καὶ χαλκίνους καὶ σιδηρένιους καὶ ξυλίνους καὶ λιθίνους, οἱ ὁποῖοι οὔτε βλέπουν, οὔτε ἀκούουν, οὔτε γνωρίζουν τίποτε. Αὐτούς, λοιπόν, σὺ ἐδοξολόγησες, τὸν δὲ Θεόν, εἰς τὰ χέρια τοῦ ὁποίου εὑρίσκεται ἡ ἀναπνοή σου καὶ ὅλαι αἱ πορεῖαι τῆς ζωῆς σου, αὐτὸν δὲν τὸν ἐδόξασες.

Τρεμπέλα

Καὶ περιεφρόνησες τὸν Κύριον, διότι ἐφέρθης μὲ ἔπαρσιν καὶ ἀλαζονείαν πρὸς τὸν Κύριον, τὸν Θεὸν τοῦ οὐρανοῦ· τὰ ἱερὰ σκεύη τοῦ Ναοῦ του τὰ ἔφεραν (κατὰ διαταγήν σου) ἐνώπιόν σου εἰς τὸ συμπόσιον, σὺ δὲ καὶ οἱ μεγιστᾶνες σου καὶ οἱ παλλακίδες σου καὶ οἱ σύζυγοί σου διασκεδάζοντες ἐπίνατε κρασί μέσα εἰς τὰ ἱερὰ αὐτὰ σκεύη· καὶ τοὺς εἰδωλικους θεοὺς τοὺς χρυσοῦς καὶ ἀργυροῦς καὶ χαλκίνους καὶ σιδερένιους καὶ ξυλίνους καὶ λιθίνους, οἱ ὁποῖοι, ἐπειδὴ εἶναι νεκροί, δὲν βλέπουν καὶ δὲν ἀκούουν καὶ τίποτε δὲν κατανοοῦν οὔτε ἀντιλαμβάνονται, αὐτοὺς τοὺς ἀνυπάρκτους θεοὺς ἐγκωμίασες καὶ ὑμνολόγησες! Ὅμως τὸν Θεόν, εἰς τὰ παντοδύναμα χέρια τοῦ ὁποίου εἶναι ἡ ἀναπνοή σου καὶ ὅλη ἡ ζωή σου, Αὐτὸν δὲν τὸν ἀνεγνώρισες καὶ δὲν τὸν ἐδοξολόγησες!

Δαν. 5,24

διὰ τοῦτο ἐκ προσώπου αὐτοῦ ἀπεστάλη ἀστράγαλος χειρὸς καὶ τὴν γραφὴν ταύτην ἐνέταξε.

Κολιτσάρα

Διὰ τοῦτο ἐκ μέρους αὐτοῦ, ἀπεστάλη ὁ καρπὸς τῆς χειρὸς καὶ ἔγραψε τὴν γραφὴν αὐτὴν ἐπάνω εἰς τὸν τοῖχον.

Τρεμπέλα

Διὰ τοῦτο ἀπεστάλη ἐκ μέρους του καρπὸς χεριοῦ, ὁ ὁποῖος ἔγραψεν ἐπάνω εἰς τὸν τοῖχον τὴν μυστηριώδη αὐτὴν γραφήν.

Δαν. 5,25

καὶ αὕτη ἡ γραφὴ ἐντεταγμένη· μανή, θεκέλ, φάρες.

Κολιτσάρα

Καὶ αὐτὴ ἡ ἀποτυπωμένη ἐπάνω εἰς τὸν τοῖχον γραφὴ λέγει· «μανή, θεκέλ, φάρες».

Τρεμπέλα

Ἡ γραφὴ λοιπόν, ποὺ ἐχαράχθη εἰς τὸν τοῖχον, λέγει: «μανή, θεκέλ, φάρες».

Δαν. 5,26

τοῦτο τὸ σύγκριμα τοῦ ῥήματος· μανή, ἐμέτρησεν ὁ Θεὸς τὴν βασιλείαν σου καὶ ἐπλήρωσεν αὐτήν·

Κολιτσάρα

Ἄκουσε, λοιπόν, καὶ τὴν ἑρμηνείαν τῆς γραφῆς αὐτῆς· μανή, σημαίνει: Ὁ Θεὸς ἐμέτρησε τὴν βασιλείαν σου καὶ τὴν συνεπλήρωσε.

Τρεμπέλα

Ἰδοὺ καὶ ἡ ἑρμηνεία τῆς μυστηριώδους αὐτῆς γραφῆς: «Μανὴ» σημαίνει: Ὁ Θεὸς ἐμέτρησε τὴν βασιλείαν σου, τὴν συνεπλήρωσε καὶ τὴν ἐτελείωσε.

Δαν. 5,27

θεκέλ, ἐστάθη ἐν ζυγῷ καὶ εὑρέθη ὑστεροῦσα·

Κολιτσάρα

Θεκὲλ σημαίνει: Ἐτέθη ἐπάνω εἰς τὸν ζυγόν, ἐζυγίσθη καὶ εὑρέθη λιποβαρής.

Τρεμπέλα

«Θεκὲλ» σημαίνει: Ἐζυγίσθη (ἡ βασιλεία σου) ἐπάνω εἰς τὴν ζυγαριὰ τῆς θείας δικαιοσύνης καὶ εὑρέθη ἐλαφρά, ἐλλιπὴς κατὰ τὸ βάρος (ἑπομένως δὲν θὰ ἔχῃ πλέον συνέχειαν).

Δαν. 5,28

φάρες, διῄρηται ἡ βασιλεία σου, καὶ ἐδόθη Μήδοις καὶ Πέρσαις. -

Κολιτσάρα

Φάρες σημαίνει: Ἔχει διαιρεθῇ πλέον ἡ βασιλεία σου καὶ ἐδόθη εἰς τοὺς Μήδους καὶ εἰς τοὺς Πέρσας.

Τρεμπέλα

«Φάρες» σημαίνει: Ἡ βασιλεία σου ἔχει διαιρεθῇ καὶ διαμοιρασθῆ, ἐδόθη δὲ εἰς τοὺς Μήδους καὶ τοὺς Πέρσας».

Δαν. 5,29

Καὶ εἶπε Βαλτάσαρ καὶ ἐνέδυσαν τὸν Δανιὴλ πορφύραν καὶ τὸν μανιάκην τὸν χρυσοῦν περιέθηκαν περὶ τὸν τράχηλον αὐτοῦ, καὶ ἐκήρυξε περὶ αὐτοῦ εἶναι αὐτὸν ἄρχοντα τρίτον ἐν τῇ βασιλείᾳ.

Κολιτσάρα

Ἀμέσως ὁ Βαλτάσαρ διέταξε καὶ ἐνέδυσαν τὸν Δανιὴλ τὴν βασιλικὴν πορφύραν, ἔθεσαν περὶ τὸν τράχηλόν του τὸ χρυσοῦν περιδέραιον καὶ διὰ κήρυκος ἀνήγγειλεν ὅτι ὁ Δανιὴλ εἶναι ὁ τρίτος ἄρχων εἰς τὸ βασίλειόν του.

Τρεμπέλα

Ἀμέσως, κατόπιν διαταγῆς τοῦ βασιλιᾶ Βαλτάσαρ, ἐφόρεσαν εἰς τὸν Δανιὴλ πορφύραν βασιλικὴν καὶ ἔθεσαν εἰς τὸν τράχηλόν του χρυσὸν περιδέραιον καὶ ἀνήγγειλεν ὁ Βαλτάσαρ περὶ τοῦ Δανιήλ, διὰ τῆς φωνῆς τοῦ κήρυκος, ὅτι ὁ Δανιὴλ εἶναι ὁ τρίτος ἄρχων εἰς τὸ βασίλειόν του.

Δαν. 5,30

ἐν αὐτῇ τῇ νυκτὶ ἀνῃρέθη Βαλτάσαρ ὁ βασιλεὺς ὁ Χαλδαίων.

Κολιτσάρα

Κατὰ τὴν ἰδίαν ὅμως ἐκείνην νύκτα ἐφονεύθη ὁ Βαλτάσαρ, ὁ βασιλεὺς τῶν Χαλδαίων.

Τρεμπέλα

Ἀλλὰ κατὰ τὴν ἰδίαν ἐκείνην νύκτα (ἐξεπληρώθη καὶ ἡ προφητεία, διότι) ἐφονεύθη ὁ Βαλτάσαρ, ὁ βασιλιᾶς τῶν Χαλδαίων.

Δαν. 5,31

καὶ Δαρεῖος ὁ Μῆδος παρέλαβε τὴν βασιλείαν, ὢν ἐτῶν ἑξήκοντα δύο.

Κολιτσάρα

Τὴν δὲ βασιλείαν του παρέλαβε Δαρεῖος ὁ Μῆδος, ὅταν ἦτο ἡλικίας ἑξήκοντα δύο ἐτῶν.

Τρεμπέλα

Παρέλαβε δὲ τὴν βασιλείαν του ὁ Δαρεῖος ὁ Μῆδος εἰς ἡλικίαν ἑξῆντα δύο ἐτῶν.

Κεφάλαιο 6

Δαν. 6,1

Καὶ ἤρεσεν ἐνώπιον Δαρείου καὶ κατέστησεν ἐπὶ τῆς βασιλείας σατράπας ἑκατὸν εἴκοσι τοῦ εἶναι αὐτοὺς ἐν ὅλῃ τῇ βασιλείᾳ αὐτοῦ

Κολιτσάρα

Ἐφάνη ἀρεστὸν εἰς τὸν Δαρεῖον νὰ ἐγκαταστήσῃ, ὅπως καὶ ἐγκατέστησε, εἰς τὸ βασίλειόν του ἑκατὸν εἴκοσι σατράπας, διὰ νὰ εἶναι αὐτοὶ ἄρχοντες εἰς ὅλην τὴν αὐτοκρατορίαν του.

Τρεμπέλα

Ἐφάνη ἀρεστὸν εἰς τὸν Δαρεῖον νὰ ἐγκαταστήσῃ, καὶ ἐγκατέστησε πράγματι, εἰς τὸ νέον Μηδοπερσικὸν βασίλειόν του ἑκατὸν εἴκοσι σατράπας (ἀνωτάτους πολιτικοὺς ἄρχοντας τῶν ἐπαρχιῶν), διὰ νὰ ἄρχουν εἰς τὰ διάφορα τμήματα ὁλοκλήρου τοῦ ἐκτεταμένου βασιλείου του.

Δαν. 6,2

καὶ ἐπάνω αὐτῶν τακτικοὺς τρεῖς, ὧν ἦν Δανιὴλ εἷς ἐξ αὐτῶν, τοῦ ἀποδιδόναι αὐτοῖς τοὺς σατράπας λόγον, ὅπως ὁ βασιλεὺς μὴ ἐνοχλῆται.

Κολιτσάρα

Ἐπάνω δὲ ἀπὸ αὐτοὺς ἐτοποθέτησε τρεῖς ἀνωτάτους διοικητάς. Ἕνας ἀπὸ αὐτοὺς ἦτο ὁ Δανιήλ. Οἱ ἑκατὸν εἴκοσι σατράπαι ἦσαν ὑποχρεωμένοι νὰ λογοδοτοῦν εἰς τοὺς τρεῖς αὐτούς, διὰ νὰ μὴ ἐνοχλῆται ὁ βασιλεύς.

Τρεμπέλα

Ὑπεράνω αὐτῶν διώρισε τρεῖς ἀνωτάτους διοικητὰς ὡς ἐπόπτας, ἐκ τῶν ὁποίων ἕνας ἦταν ὁ Δανιήλ. Εἰς τοὺς τρεῖς αὐτοὺς ἐπόπτας - προέδρους ἔπρεπε νὰ ἀναφέρωνται καὶ νὰ λογοδοτοῦν οἱ σατράπαι, διὰ νὰ μὴ ἐνοχλῆται ὁ βασιλιᾶς.

Δαν. 6,3

καὶ ἦν Δανιὴλ ὑπὲρ αὐτούς, ὅτι πνεῦμα περισσὸν ἐν αὐτῷ, καὶ ὁ βασιλεὺς κατέστησεν αὐτὸν ἐφ’ ὅλης τῆς βασιλείας αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

Ὁ Δανιὴλ ὑπερεῖχεν ἀπὸ ὅλους, διότι εἶχε πλούσιον πνεῦμα Θεοῦ. Ὁ δὲ βασιλεὺς διώρισεν αὐτὸν γενικὸν ἀρχηγὸν ὅλου τοῦ βασιλείου του.

Τρεμπέλα

Ἦταν δὲ ὁ Δανιὴλ ἀνώτερος ὅλων τῶν σατραπῶν καὶ τῶν ἐποπτῶν - προέδρων, διότι ὑπῆρχεν εἰς αὐτὸν πνεῦμα (Θεοῦ) ἐξαιρετικὸν καὶ πλούσιον, εἶχεν ἄφθονον τὴν παρὰ Θεοῦ χάριν ἕνεκα δὲ τούτου ὁ βασιλιᾶς τὸν διώρισε γενικὸν ἀρχηγὸν ὁλοκλήρου τοῦ βασιλείου του (βεζύρην).

Δαν. 6,4

καὶ οἱ τακτικοὶ καὶ οἱ σατράπαι ἐζήτουν πρόφασιν εὑρεῖν κατὰ Δανιήλ· καὶ πᾶσαν πρόφασιν καὶ παράπτωμα καὶ ἀμπλάκημα οὐχ εὗρον κατ’ αὐτοῦ, ὅτι πιστὸς ἦν.

Κολιτσάρα

Οἱ δύο ἀνώτατοι διοικηταὶ καὶ οἱ ἑκατὸν εἴκοσι σατράπαι ἐζητοῦσαν, διὰ λόγους φθόνου, νὰ εὔρουν κάποιαν κατηγορίαν ἐναντίον τοῦ Δανιήλ. Δὲν ἠμποροῦσαν ὅμως νὰ εὔρουν καμμίαν αἰτίαν καὶ κανένα παράπτωμα καὶ κανένα σφάλμα εἰς αὐτόν, διότι ἦτο πιστὸς εἰς τὸν βασιλέα καὶ εἰς τὰ καθήκοντά του.

Τρεμπέλα

Ἐξ ἀφορμῆς τῆς προτιμήσεως καὶ τῆς μεγάλης αὐτῆς τιμῆς πρὸς τὸν Δανιήλ, οἱ δύο ἀνώτατοι διοικηταί (ἐπόπται - πρόεδροι) καὶ οἱ σατράπαι τὸν ἐφθόνησαν καὶ διὰ τοῦτο ἐζητοῦσαν νὰ εὕρουν ἀφορμὴν διαβολῆς καὶ κατηγορίας ἐναντίον του. Ἀλλὰ δὲν ἠμποροῦσαν νὰ εὕρουν καμμίαν ἀφορμὴν κατηγορίας ἐναντίον του, οὔτε κάποιαν ἀμέλειαν καθήκοντος, οὔτε καμμίαν περίπτωσιν κακοδιοικήσεως, διότι ἦταν ἀκριβῆς εἰς τὸ ἔργον του καὶ πιστὸς εἰς τὸν βασιλιᾶ.

Δαν. 6,5

καὶ εἶπον οἱ τακτικοί· οὐχ εὑρήσομεν κατὰ Δανιὴλ πρόφασιν, εἰ μὴ ἐν νομίμοις Θεοῦ αὐτοῦ. -

Κολιτσάρα

Εἶπαν, λοιπόν, τότε οἱ δύο ἀνώτατοι διοικηταί· «δὲν θὰ κατορθώσωμεν νὰ εὕρωμεν ἐναντίον τοῦ Δανιὴλ αἰτίαν κατηγορίας, εἰμὴ μόνον κάτι, ποὺ νὰ σχετίζεται μὲ τοὺς νόμους τοῦ Θεοῦ του».

Τρεμπέλα

Οἱ δύο ἀνώτατοι διοικηταί (ἐπόπται - πρόεδροι) ἐσκέφθησαν λοιπὸν καὶ εἶπαν: «Δὲν θὰ εὕρωμεν πρόφασιν κατηγορίας κατὰ τὸν Δανιήλ, παρὰ μόνον εἰς κάτι τὸ ὁποῖον ἔχει σχέσιν μὲ τὴν τήρησιν τοῦ νόμου τοῦ Θεοῦ του».

Δαν. 6,6

Τότε οἱ τακτικοὶ καὶ οἱ σατράπαι παρέστησαν τῷ βασιλεῖ καὶ εἶπαν αὐτῷ· Δαρεῖε βασιλεῦ, εἰς τοὺς αἰῶνας ζῆθι·

Κολιτσάρα

Τότε οἱ δύο ἀνώτατοι διοικηταὶ καὶ οἱ σατράπαι παρουσιάσθησαν ἐνώπιον τοῦ βασιλέως καὶ τοῦ εἶπαν· «Δαρεῖε βασιλεῦ, νὰ ζήσῃς εἰς τοὺς αἰῶνας.

Τρεμπέλα

Τότε οἱ δύο ἀνώτατοι διοικηταί (ἐπόπται - πρόεδροι) καὶ οἱ σατράπαι (ἀνώτατοι πολιτικοὶ ἄρχοντες τῶν ἐπαρχιῶν) παρουσιάσθησαν εἰς τὸν βασιλιᾶ καὶ τοῦ εἶπαν: «Δαρεῖε βασιλιᾶ, εἴθε νὰ ζῇς εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων (νὰ μείνῃς ἀθάνατος)!

Δαν. 6,7

συνεβουλεύσαντο πάντες οἱ ἐπὶ τῆς βασιλείας σου στρατηγοὶ καὶ σατράπαι, ὕπατοι καὶ τοπάρχαι, τοῦ στῆσαι στάσει βασιλικῇ καὶ ἐνισχῦσαι ὁρισμόν, ὅπως ὃς ἂν αἰτήσῃ αἴτημα παρὰ παντὸς θεοῦ καὶ ἀνθρώπου ἕως ἡμερῶν τριάκοντα, ἀλλ’ ἢ παρὰ σοῦ, βασιλεῦ, ἐμβληθήσεται εἰς τὸν λάκκον τῶν λεόντων.

Κολιτσάρα

Συνεφώνησαν ὅλοι οἱ στρατηγοὶ καὶ οἱ σατράπαι καὶ οἱ ὕπατοι καὶ οἱ τοπάρχαι τῆς βασιλείας σου, νὰ ἐκδοθῇ καὶ νὰ τεθῇ ἐν ἰσχύϊ βασιλικὴ διαταγή, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποίαν ἐκεῖνος, ποὺ θὰ ζητήσῃ κάτι ἀπὸ οἰονδήποτε ἄλλον, ἀπὸ Θεοῦ μέχρις ἀνθρώπων, ἐπὶ τριάκοντα ἡμέρας, ἐκτὸς ἀπὸ σένα, βασιλεῦ, νὰ ρίπτεται εἰς τὸν λάκκον τῶν λεόντων.

Τρεμπέλα

Συνεφώνησαν ὅλοι οἱ εὑρισκόμενοι εἰς τὸ βασίλειόν σου στρατηγοὶ καὶ σατράπαι, οἱ ὕπατοι καὶ οἱ τοπάρχαι (κυβερνῆται περιοχῶν) ὅπως ἐκδοθῇ διαταγὴ βασιλική, διὰ τῆς ὁποίας θὰ τίθεται εἰς ἰσχὺν ἡ ἑξῆς ἀπαγόρευσις: Ὅποιος μέσα εἰς τὶς προσεχεῖς τριάντα ἡμέρες ζητήσῃ κάποιο αἴτημα ἀπὸ οἰονδήποτε ἄλλον, θεὸν ἢ ἄνθρωπον, ἐκτὸς ἀπὸ σέ, βασιλιᾶ, νὰ ρίπτεται εἰς τὸν λάκκον τῶν λεόντων.

Δαν. 6,8

νῦν οὖν, βασιλεῦ, στῆσον τὸν ὁρισμὸν καὶ ἔκθες γραφήν, ὅπως μὴ ἀλλοιωθῇ τὸ δόγμα Περσῶν καὶ Μήδων.

Κολιτσάρα

Τώρα, λοιπόν, βασιλεῦ, ὑπόγραψε αὐτὴν τὴν διαταγήν, δῶσε την νὰ κοινοποιηθῇ, ὥστε νὰ μὴ ἔχῃ κανεὶς τὸ δικαίωμα νὰ τροποποίησῃ, πολὺ δὲ περισσότερον νὰ ἀκυρώσῃ τὴν βασιλικὴν ἀπόφασιν τοῦ βασιλέως Μήδων καὶ Περσῶν».

Τρεμπέλα

Τώρα λοιπόν, βασιλιᾶ, θέσε ἀμέσως εἰς ἰσχὺν τὴν ἀπαγόρευσιν, ὑπόγραφε δὲ καὶ κοινοποίησε τὸ σχετικὸν διάταγμα, ὥστε νὰ μὴ εἶναι δννατὸν νὰ τροποποιηθῇ καὶ ἀκυρωθῇ, ὅπως ἁρμόζει εἰς τοὺς νόμους τῶν Περσῶν καὶ Μήδων, τῶν ὁποίων οἱ νόμοι δὲν ἀνακαλοῦνται οὔτε ἀκυρώνονται».

Δαν. 6,9

τότε ὁ βασιλεὺς Δαρεῖος ἐπέταξε γραφῆναι τὸ δόγμα. -

Κολιτσάρα

Τότε ὁ βασιλεὺς Δαρεῖος, καλῇ τῇ πίστει, διέταξε νὰ δημοσιευθῇ τὸ βασιλικὸν αὐτὸ διάταγμα.

Τρεμπέλα

Τότε ὁ βασιλιᾶς Δαρεῖος, ὁ ὁποῖος ἁγνοοῦσε τὴν συνωμοσίαν τῶν φθονερῶν ἀρχόντων κατὰ τοῦ Δανιήλ, ὑπέγραψε τὸ διάταγμα καὶ διέταξε νὰ δημοσιευθῇ.

Δαν. 6,10

Καὶ Δανιήλ, ἡνίκα ἔγνω ὅτι ἐνετάγη τὸ δόγμα, εἰσῆλθεν εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ, καὶ αἱ θυρίδες ἀνεῳγμέναι αὐτῷ ἐν τοῖς ὑπερῴοις αὐτοῦ κατέναντι Ἱερουσαλήμ, καὶ καιροὺς τρεῖς τῆς ἡμέρας ἦν κάμπτων ἐπὶ τὰ γόνατα αὐτοῦ καὶ προσευχόμενος καὶ ἐξομολογούμενος ἐναντίον τοῦ Θεοῦ αὐτοῦ, καθὼς ἦν ποιῶν ἔμπροσθεν.

Κολιτσάρα

Ὁ Δανιήλ, ὅταν ἐπληροφορήθη ὅτι ἐδημοσιεύθη τὸ βασιλικὸν αὐτὸ διάταγμα, εἰσῆλθεν εἰς τὸν οἶκον του. Τὰ παράθυρα τοῦ ὑπερῴου του ἦσαν ἀνοικτὰ ἀπέναντι ἀπὸ τὴν Ἱερουσαλήμ. Τρεῖς δὲ φορὰς τὴν ἡμέραν ἔκαμπτε τὰ γόνατα, προσηύχετο καὶ ἐδοξολογοῦσε τὸν Θεόν, ὅπως ἔκαμνε καὶ κατὰ τὸν προηγούμενον χρόνον.

Τρεμπέλα

Ὅταν ὁ Δανιὴλ ἐπληροφορήθη ὅτι τὸ διάταγμα συνετάγη καὶ ἐξεδόθη, ἀπεσύρθη εἰς τὸ σπίτι του. Τὰ δὲ παράθυρα εἰς τὸ ὑπερῷον (ἀνώγειον, ἐπάνω διαμέρισμα) τοῦ σπιτιοῦ του ἦσαν ἀνοικτὰ ἀπέναντι (πρὸς τὴν κατεύθυνσιν) τῆς Ἱερουσαλήμ. Ἐκεῖ δὲ τρεῖς φορὲς τὴν ἡμέραν ἐγονάτιζε καὶ προσηύχετο καὶ ἀνέπεμπεν ὕμνους καὶ δοξολογίες εἰς τὸν Θεόν του, ὅπως ἔκαμνε πάντοτε καὶ κατὰ τὸ παρελθόν.

Δαν. 6,11

τότε οἱ ἄνδρες ἐκεῖνοι παρετήρησαν καὶ εὗρον τὸν Δανιὴλ ἀξιοῦντα καὶ δεόμενον τοῦ Θεοῦ αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

Τότε οἱ ἄνδρες ἐκεῖνοι παρηκολούθησαν τὸν Δανιὴλ καὶ τὸν εὐρῆκαν νὰ προσεύχεται καὶ νά, παρακαλῇ τὸν Θεόν.

Τρεμπέλα

Τότε οἱ κακόβουλοι, καὶ φθονεροὶ ἐκεῖνοι ἄνδρες (κατόπιν συμφωνίας) παρακολούθησαν τὶς κινήσεις τοῦ Δανιὴλ καὶ τὸν εὐρῆκαν νὰ προσεύχεται καὶ νὰ ἱκετεύῃ τὸν Θεόν του.

Δαν. 6,12

καὶ προσελθόντες λέγουσι τῷ βασιλεῖ· βασιλεῦ, οὐχ ὁρισμὸν ἔταξας, ὅπως πᾶς ἄνθρωπος, ὃς ἂν αἰτήσῃ παρὰ παντὸς θεοῦ καὶ ἀνθρώπου αἴτημα ἕως ἡμερῶν τριάκοντα, ἀλλ’ ἢ παρὰ σοῦ, βασιλεῦ, ἐμβληθήσεται εἰς τὸν λάκκον τῶν λεόντων; καὶ εἶπεν ὁ βασιλεύς· ἀληθινὸς ὁ λόγος, καὶ τὸ δόγμα Μήδων καὶ Περσῶν οὐ παρελεύσεται.

Κολιτσάρα

Παρουσιάσθησαν εἰς τὸν βασιλέα καὶ εἶπαν πρὸς αὐτόν· «βασιλεῦ, σὺ δὲν ὑπέγραψες καὶ ἐδημοσίευσες διαταγὴν νὰ ρίπτεται εἰς τὸν λάκκον τῶν λεόντων κάθε ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος θὰ ἐζητοῦσε κάτι ἀπὸ οἰονδήποτε ἄλλον, ἀπὸ Θεοῦ μέχρις ἀνθρώπου, ἐπὶ τριάκοντα ἡμέρας, εἰμὴ μὸνον ἀπὸ σέ, βασιλεῦ;» Ὁ βασιλεὺς ἀπήντησεν· «ὀρθὸς εἶναι ὁ λόγος αὐτὸς καὶ ἡ διαταγὴ τοῦ βασιλέως τῶν Μήδων καὶ τῶν Περσῶν, καθ’ ὃ ἀλάθητος, δὲν πρόκειται νὰ ἀκυρωθῇ.

Τρεμπέλα

Ἅρπαξαν τότε τὴν εὐκαιρίαν καί, ἀφοῦ παρουσιάσθησαν εἰς τὸν βασιλιᾶ, τοῦ εἶπαν: «Βασιλιᾶ, σὺ δὲν ἐξέδωσες καὶ ἐδημοσίευσες διάταγμα, σύμφωνα μὲ τὸ ὁποῖον κάθε ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος εἰς τὶς προσεχεῖς τριάντα ἡμέρες θὰ ζητήσῃ κάποιο αἴτημα ἀπὸ ὁποιονδήποτε θέον ἢ ἄνθρωπον, ἐκτὸς ἀπὸ σέ, θὰ ριφθῇ εἰς τὸν λάκκον τῶν λιονταριῶν;» Ὁ βασιλιᾶς ἀπάντησε: «Ἀληθινὸς εἶναι αὐτὸς ὁ λόγος καὶ τὸ διάταγμα ἰσχύει, ἡ δὲ διαταγὴ τοῦ βασιλιᾶ τῶν Μήδων καὶ Περσῶν δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἀνακληθῇ ἢ νὰ ἀκυρωθῇ».

Δαν. 6,13

τότε ἀπεκρίθησαν καὶ λέγουσιν ἐνώπιον τοῦ βασιλέως· Δανιὴλ ὁ ἀπὸ τῶν υἱῶν τῆς αἰχμαλωσίας τῆς Ἰουδαίας οὐχ ὑπετάγη τῷ δόγματί σου, καὶ καιροὺς τρεῖς τῆς ἡμέρας αἰτεῖ παρὰ τοῦ Θεοῦ αὐτοῦ τὰ αἰτήματα αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

Τότε οἱ ἄνδρες ἐκεῖνοι ἀπεκρίθησαν καὶ εἶπαν ἐνώπιον τοῦ βασιλέως· «ὁ Δανιήλ, ἕνας ἀπὸ τοὺς αἰχμαλώτους Ἰουδαίους, δὲν ὑπετάχθη εἰς τὴν διαταγήν σου καὶ τρεῖς φορὲς ἑκάστην ἡμέραν προσεύχεται πρὸς τὸν Θεὸν καὶ ὑποβάλλει εἰς αὐτὸν τὰ αἰτήματά του».

Τρεμπέλα

Τότε οἱ κακόβουλοι ἐκεῖνοι ἄνδρες ἀπεκρίθησαν καὶ εἶπαν ἐνώπιον τοῦ βασιλιᾶ: «Ὁ Δανιήλ, ὁ ὁποῖος εἶναι ἕνας ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους αἰχμαλώτους, σὲ περιεφρόνησε καὶ δὲν ὑπετάγη εἰς τὴν διαταγήν σου· αὐτὸς τρεῖς φορὲς τὴν ἡμέραν προσεύχεται εἰς τὸν Θεόν του, ἀναφέρει δὲ καὶ ζητεῖ ἀπὸ αὐτὸν τὰ αἰτήματά του».

Δαν. 6,14

τότε ὁ βασιλεύς, ὡς τὸ ῥῆμα ἤκουσε, πολὺ ἐλυπήθη ἐπ’ αὐτῷ καὶ περὶ τοῦ Δανιὴλ ἠγωνίσατο τοῦ ἐξελέσθαι αὐτὸν καὶ ἕως ἑσπέρας ἦν ἀγωνιζόμενος τοῦ ἐξελέσθαι αὐτόν.

Κολιτσάρα

Τότε ὁ βασιλεύς, ὅταν ἤκουσεν αὐτὸν τὸν λόγον, ἐλυπήθη παρὰ πολὺ διὰ τοῦτο καὶ κατέβαλεν ἀγῶνας, διὰ νὰ σώσῃ τὸν Δανιὴλ ἀπὸ τὴν καταδίκην. Μέχρι δὲ τῆς ἑσπέρας ἠγωνίζετο νὰ τὸν γλυτώσῃ.

Τρεμπέλα

Ὅταν ὁ βασιλιᾶς ἄκουσε τὰ λόγια αὐτά, ἐλυπήθη πολὺ καὶ κατέβαλε προσπάθειες νὰ γλυτώσῃ τὸν Δανιήλ· ἐπειδὴ δὲ ἐγνώριζε τὴν ἀθῳότητά του, μέχρι τὸ βράδυ ἐμοχθοῦσε καὶ ἐβασάνιζε τὴν σκέψιν του, διὰ νὰ εὕρῃ τρόπον νὰ τὸν γλυτώσῃ ἀπὸ τὴν καταδίκην.

Δαν. 6,15

τότε οἱ ἄνδρες ἐκεῖνοι λέγουσι τῷ βασιλεῖ· γνῶθι, βασιλεῦ, ὅτι τὸ δόγμα Μήδοις καὶ Πέρσαις τοῦ πᾶν ὁρισμὸν καὶ στάσιν, ἣν ἂν ὁ βασιλεὺς στήσῃ, οὐ δεῖ παραλλάξαι. -

Κολιτσάρα

Τότε οἱ ἄνδρες ἐκεῖνοι εἶπαν εἰς τὸν βασιλέα· «ἔχε ὑπ’ ὄψιν σου, βασιλεῦ, ὅτι σύμφωνα μὲ τὸν νόμον τῶν Μήδων καὶ τῶν Περσῶν, κανένα διάταγμα, καμμία ἀπαγόρευσις ἐκδιδομένη ὑπὸ τοῦ βασιλέως δὲν τροποποιεῖται καὶ πολὺ περισσότερον δὲν ἀκυρώνεται».

Τρεμπέλα

Ἀλλ’ οἱ ἄνδρες ἐκεῖνοι συνέχιζαν νὰ πιέζουν τὸν βασιλιᾶ καὶ διὰ τοῦτο τοῦ εἶπαν: «Μὴ λησμονῇς, ἀλλ’ ἔχε ὑπ’ ὄψιν σου, βασιλιᾶ, ὅτι σύμφωνα μὲ τὸν νόμον καὶ τὸ ἔθιμον τῶν Μήδων καὶ τῶν Περσῶν κανένα διάταγμα ἢ θέσπισμα, τὸ ὁποῖον ὁρίζεται ἀπὸ τὸν βασιλιᾶ, δὲν δύναται νὰ τροποποιηθῇ, νὰ μεταβληθῇ ἢ νὰ ἀκυρωθῇ»!

Δαν. 6,16

Τότε ὁ βασιλεὺς εἶπε καὶ ἤγαγον τὸν Δανιὴλ καὶ ἐνέβαλον αὐτὸν εἰς τὸν λάκκον τῶν λεόντων· καὶ εἶπεν ὁ βασιλεὺς τῷ Δανιήλ· ὁ Θεός σου, ᾧ σὺ λατρεύεις ἐνδελεχῶς, αὐτὸς ἐξελεῖταί σε.

Κολιτσάρα

Τότε ὁ βασιλεὺς διέταξε καὶ ἔφεραν τὸν Δανιὴλ καὶ τὸν ἔρριψαν εἰς τὸν λάκκον τῶν λεόντων. Εἶπε δὲ ὁ βασιλεὺς εἰς τὸν Δανιήλ· «ὁ Θεός σου, τὸν ὁποῖον σὺ λατρεύεις πάντοτε, αὐτὸς θὰ σὲ γλυτώσῃ ἀπὸ τὸν κίνδυνον».

Τρεμπέλα

Τότε ὁ βασιλιᾶς, μὴ μπορῶντας νὰ ἀντιλέξῃ εἰς τοὺς σατράπας, διέταξε καὶ ἔφεραν τὸν Δανιὴλ καὶ τὸν ἔρριψαν εἰς τὸν λάκκον τῶν λεόντων. Καὶ ὁ βασιλιᾶς εἶπεν εἰς τὸν Δανιήλ: «Ἐπειδὴ ἐγώ, ἂν καὶ ἤθελα, δὲν κατώρθωσα νὰ σὲ σώσω, ὁ Θεός σου, τὸν ὁποῖον σὺ λατρεύεις συνεχῶς μὲ πιστότητα, Αὐτὸς θὰ σὲ λυτρώσῃ».

Δαν. 6,17

καὶ ἤνεγκαν λίθον καὶ ἐπέθηκαν ἐπὶ τὸ στόμα τοῦ λάκκου, καὶ ἐσφραγίσατο ὁ βασιλεὺς ἐν τῷ δακτυλίῳ αὐτοῦ καὶ ἐν τῷ δακτυλίῳ τῶν μεγιστάνων αὐτοῦ, ὅπως μὴ ἀλλοιωθῇ πρᾶγμα ἐν τῷ Δανιήλ.

Κολιτσάρα

Ἔφεραν ἕνα λίθον καὶ τὸν ἔθεσαν εἰς τὸ ἄνοιγμα τοῦ λάκκου, ὁ δὲ βασιλεὺς ἐσφράγισεν αὐτὸν μὲ τὸ δακτυλίδι του καὶ μὲ τὰ δακτυλίδια τῶν μεγιστάνων του, ὥστε νὰ μὴ γίνῃ καμμία τροποποίησις εὐνοοῦσα τὸν Δανιήλ.

Τρεμπέλα

Ἔφεραν κατόπιν λίθον καὶ ἔφραξαν τὸ στόμιον τοῦ λάκκου, ὁ δὲ βασιλιᾶς τὸν ἐσφράγισε μὲ τὸ δακτυλίδι του, ποὺ ἐχρησιμοποιεῖτο καὶ ὡς σφραγῖδα, καὶ μὲ τὰ δακτυλίδια τῶν μεγιστάνων του, διὰ νὰ μὴ τροποποιηθῇ κάτι ποὺ εἶχε σχέσιν μὲ τὴν καταδίκην τοῦ Δανιήλ.

Δαν. 6,18

καὶ ἀπῆλθεν ὁ βασιλεὺς εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ καὶ ἐκοιμήθη ἄδειπνος, καὶ ἐδέσματα οὐκ εἰσήνεγκαν αὐτῷ, καὶ ὁ ὕπνος ἀπέστη ἀπ’ αὐτοῦ. καὶ ἔκλεισεν ὁ Θεὸς τὰ στόματα τῶν λεόντων, καὶ οὐ παρηνώχλησαν τῷ Δανιήλ.

Κολιτσάρα

Ὁ βασιλεὺς καταλυπημένος ἐπανῆλθεν εἰς τὸ ἀνάκτορόν του καὶ ἔπεσε πρὸς ὕπνον χωρὶς βραδυνὸν φαγητόν. Ἔδωσεν ἐντολὴν νὰ μὴ τοῦ φέρουν καθόλου φαγητά. Ὁ ὕπνος του ὅμως ἔφυγεν ἀπὸ τὰ βλέφαρά του. Ὁ Θεὸς ὅμως ἔκλεισε τὰ στόματα τῶν λεόντων καὶ δὲν παρηνόχλησαν καθόλου τὸν Δανιήλ.

Τρεμπέλα

Ὁ δὲ βασιλιᾶς ἐπέστρεψεν εἰς τὸ ἀνάκτορόν του καὶ ὑπὸ τὸ βάρος τῆς πολλῆς λύπης καὶ τοῦ ἐλέγχου τῆς συνειδήσεώς του ἔπεσε νὰ κοιμηθῇ χωρὶς νὰ δειπνήσῃ· δὲν ἐδέχθη νὰ τοῦ φέρουν φαγητόν. Ἐπλάγιασε, ἀλλ’ ὁ ὕπνος τὸν ἐγκατέλειψεν! Ἐν τῷ μεταξὺ ὅμως ὁ Θεὸς ἔκλεισε τὰ στόματα τῶν λιονταριῶν, καὶ αὐτὰ δὲν παρηνώχλησαν καθόλου τὸν Δανιήλ.

Δαν. 6,19

τότε ὁ βασιλεὺς ἀνέστη τὸ πρωῒ ἐν τῷ φωτὶ καὶ ἐν σπουδῇ ἦλθεν ἐπὶ τὸν λάκκον τῶν λεόντων·

Κολιτσάρα

Ὅταν ἦλθεν ἡ πρωΐα καὶ τὸ φῶς ἡπλώθη, ἠγέρθη ὁ βασιλεὺς καὶ βιαστικὸς ἔτρεξεν εἰς τὸν λάκκον τῶν λεόντων.

Τρεμπέλα

Μὲ τὸ πρῶτον φῶς τῆς χαραυγῆς ὁ βασιλιᾶς ἐσηκώθη καὶ ἔτρεξε γρήγορα εἰς τὸν λάκκον τῶν λιονταριῶν.

Δαν. 6,20

καὶ ἐν τῷ ἐγγίζειν αὐτὸν τῷ λάκκῳ ἐβόησε φωνῇ ἰσχυρᾷ· Δανιήλ, ὁ δοῦλος τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος, ὁ Θεός σου, ᾧ σὺ λατρεύεις ἐνδελεχῶς, εἰ ἠδυνήθη ἐξελέσθαι σε ἐκ τοῦ στόματος τῶν λεόντων;

Κολιτσάρα

Καθὼς δὲ ἐπλησίαζεν εἰς τὸν λάκκον ἐφώναξε μὲ φωνὴν ἰσχυράν· «Δανιήλ, δοῦλε τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος, ὁ Θεὸς τὸν ὁποῖον σὺ πάντοτε λατρεύεις ἠμπόρεσε νὰ σὲ σώσῃ ἀπὸ τὸ στόμα τῶν λεόντων;»

Τρεμπέλα

Μόλις ἐπλησίασεν εἰς τὸν λάκκον, ἐφώναξε μὲ φωνὴν ἰσχυράν, γεμάτην ἀγωνίαν: «Δανιήλ, δοῦλε τοῦ ζωντανοῦ Θεοῦ! Ὁ Θεός σου, τὸν ὁποῖον σὺ λατρεύεις ἀδιακόπως μὲ πιστότητα, μήπως ἠμπόρεσε νὰ σὲ σώσῃ ἀπὸ τὸ στόμα τῶν λιονταριῶν;»

Δαν. 6,21

καὶ εἶπε Δανιὴλ τῷ βασιλεῖ· βασιλεῦ, εἰς τοὺς αἰῶνας ζῆθι.

Κολιτσάρα

Ὁ Δανιὴλ ἀπήντησεν εἰς τὸν βασιλέα· «βασιλεῦ, εἰς τοὺς αἰῶνας νὰ ζήσῃς.

Τρεμπέλα

Ὁ δὲ Δανιὴλ ἀπεκρίθη εἰς τὸν βασιλιᾶ: «Βασιλιᾶ, εἴθε νὰ ζῇς εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων (νὰ μείνῃς ἀθάνατος)!

Δαν. 6,22

ὁ Θεός μου ἀπέστειλε τὸν ἄγγελον αὐτοῦ, καὶ ἐνέφραξε τὰ στόματα τῶν λεόντων, καὶ οὐκ ἐλυμήναντό με, ὅτι κατέναντι αὐτοῦ εὐθύτης εὑρέθη ἐμοί· καὶ ἐνώπιον δέ σου, βασιλεῦ, παράπτωμα οὐκ ἐποίησα.

Κολιτσάρα

Ὁ Θεός μου ἔστειλε τὸν ἄγγελόν του καὶ ἔκλεισε τὰ στόματα τῶν λεόντων. Καὶ ἔτσι κανεὶς ἀπὸ αὐτοὺς δὲν μὲ ἔβλαψε, διότι ἐγὼ τὸ ὀρθὸν καὶ εὐθὲς ἔπραξα ἀπέναντι τοῦ Θεοῦ μου. Ἀλλὰ καὶ ἀπέναντί σου, βασιλεῦ, δὲν διέπραξα κανένα σφάλμα».

Τρεμπέλα

Ὁ Θεός μου ἀπέστειλε τὸν ἄγγελόν του καὶ ἔφραξε τὰ στόματα τῶν λιονταριῶν, καὶ καθόλου δὲν μὲ ἔβλαψαν, διότι ἀπέναντί Του εἶμαι εἰλικρινής, ἄμεμπτος καὶ ἀκατηγόρητος. Ἀλλὰ καὶ ἀπέναντί σου, βασιλιᾶ, οὐδέποτε διέπραξα κάποιο παράπτωμα».

Δαν. 6,23

τότε ὁ βασιλεὺς πολὺ ἠγαθύνθη ἐπ’ αὐτῷ, καὶ τὸν Δανιὴλ εἶπεν ἀνενέγκαι ἐκ τοῦ λάκκου. καὶ ἀνηνέχθη Δανιὴλ ἐκ τοῦ λάκκου, καὶ πᾶσα διαφθορὰ οὐχ εὑρέθη ἐν αὐτῷ, ὅτι ἐπίστευσεν ἐν τῷ Θεῷ αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

Ὁ βασιλεὺς ἐδοκίμασε μεγάλην χαρὰν καὶ διέταξε νὰ βγάλουν ἀμέσως τὸν Δανιὴλ ἀπὸ τὸν λάκκον. Πράγματι τὸν ἀνέσυραν ἀπὸ τὸν λάκκον καὶ τὸν εὑρῆκαν ἀκέραιον καὶ ἀβλαβῆ, διότι εἶχε μεγάλην πίστιν πρὸς τὸν Θεόν.

Τρεμπέλα

Τότε ὁ βασιλιᾶς ἐγέμισεν ἀπὸ πολλὴν χαρὰν διὰ τὸ εὐχάριστον τοῦτο γεγονὸς καὶ διέταξε νὰ βγάλουν ἀπὸ τὸν λάκκον τὸν Δανιήλ. Καὶ ὁ Δανιὴλ ἀνεσύρη ἀπὸ τὸν λάκκον ἀκέραιος, ἀφοῦ δὲν εἶχε πάθει καμμίαν βλάβην, διότι εἶχε πιστεύσει καὶ ἐμπιστεύθη πλήρως τὸν ἑαυτόν του εἰς τὸν Θεόν του.

Δαν. 6,24

καὶ εἶπεν ὁ βασιλεύς, καὶ ἠγάγοσαν τοὺς ἄνδρας τοὺς διαβαλόντας τὸν Δανιήλ, καὶ εἰς τὸν λάκκον τῶν λεόντων ἐνεβλήθησαν, αὐτοὶ καὶ οἱ υἱοὶ αὐτῶν καὶ αἱ γυναῖκες αὐτῶν· καὶ οὐκ ἔφθασαν εἰς τὸ ἔδαφος τοῦ λάκκου, ἕως οὗ ἐκυρίευσαν αὐτῶν οἱ λέοντες καὶ πάντα τὰ ὀστᾶ αὐτῶν ἐλέπτυναν. -

Κολιτσάρα

Ὁ βασιλεὺς διέταξε τότε καὶ ἔφεραν τοὺς ἄνδρας, οἱ ὁποῖοι εἶχαν συκοφαντήσει τὸν Δανιήλ, καὶ τοὺς ἔρριψαν εἰς τὸν λάκκον τῶν λεόντων, αὐτοὺς καὶ τὰ παιδιά των καὶ τὰς γυναῖκας των. Πρὶν δὲ καλὰ καλὰ φθάσουν αὐτοὶ εἰς τὸν πυθμένα τοῦ λάκκου, οἱ λέοντες τοὺς ἥρπασαν καὶ συνέτριψαν ὅλα τὰ κόκκαλά των.

Τρεμπέλα

Κατόπιν ὁ βασιλιᾶς διέταξε καὶ ἔφεραν τοὺς ἄνδρες οἱ ὁποῖοι κατηγόρησαν τὸν Δανιήλ, καὶ τοὺς ἔρριψαν εἰς τὸν λάκκον τῶν λιονταριῶν· ἔρριψαν δὲ μαζί των καὶ τοὺς υἱούς των καὶ τὶς συζύγους των. Πρὶν δὲ ἀκόμη φθάσουν εἰς τὸν πυθμένα τοῦ λάκκου, τὰ λιοντάρια ὥρμησαν ἐπάνω των, τοὺς ἅρπαξαν καὶ τοὺς ἔσπασαν, τοὺς ἐλιάνισαν τὰ κόκκαλα!

Δαν. 6,25

Τότε Δαρεῖος ὁ βασιλεὺς ἔγραψε πᾶσι τοῖς λαοῖς, φυλαῖς, γλώσσαις, τοῖς οἰκοῦσιν ἐν πάσῃ τῇ γῇ· εἰρήνῃ ὑμῖν πληθυνθείη·

Κολιτσάρα

Τότε ὁ Δαρεῖος ὁ βασιλεὺς ἐκοινοποίησεν ἔγγραφον ἐγκύκλιον πρὸς ὅλους τοὺς ἀνθρώπους τῶν λαῶν, φυλῶν καὶ γλωσσῶν, οἱ ὁποῖοι κατοικοῦσαν καθ’ ὅλην τὴν ἔκτασιν τῆς αὐτοκρατορίας του καὶ εἶπεν· «εὔχομαι νὰ ἔχετε πάντοτε πλουσίαν καὶ ἀδιατάρακτον τὴν εἰρήνην.

Τρεμπέλα

Τότε ὁ βασιλιᾶς Δαρεῖος συνέταξε καὶ ἐκοινοποίησεν ἐγκύκλιον διαταγὴν πρὸς ὅλους τοὺς ἀνθρώπους τῶν λαῶν, τῶν φυλῶν καὶ τῶν γλωσσῶν ποὺ κατοικοῦσαν εἰς ὅλην τὴν ἔκτασιν τῆς αὐτοκρατορίας του. Ἔγραψε δὲ τὰ ἑξῆς: «Εἴθε νὰ πληθύνῃ καὶ νὰ πλεονάζῃ εἰς σᾶς σταθερὰ καὶ βαθεῖα εἰρήνη·

Δαν. 6,26

ἐκ προσώπου μου ἐτέθη δόγμα τοῦτο ἐν πάσῃ ἀρχῇ τῆς βασιλείας μου εἶναι τρέμοντας καὶ φοβουμένους ἀπὸ προσώπου τοῦ Θεοῦ Δανιήλ, ὅτι αὐτός ἐστι Θεὸς ζῶν καὶ μένων εἰς τοὺς αἰῶνας, καὶ ἡ βασιλεία αὐτοῦ οὐ διαφθαρήσεται, καὶ ἡ κυριεία αὐτοῦ ἕως τέλους·

Κολιτσάρα

Ἐβγῆκεν ἐκ μέρους μου τοῦτο τὸ διάταγμα πρὸς ὅλας τὰς ἀρχὰς καὶ ἐξουσίας τοῦ βασιλείου μου· Οἱ ὑπήκοοί μου νὰ τρέμουν καὶ νὰ φοβοῦνται τὸν Θεὸν τοῦ Δανιήλ, διότι αὐτὸς εἶναι ὁ ζῶν Θεός, ὁ αἰώνιος, ὁ μένων εἰς τοὺς αἰῶνας. Ἡ βασιλεία αὐτοῦ οὐδέποτε θὰ καταστραφῇ καὶ ἡ κυριαρχία του θὰ εἶναι χωρὶς τέρμα.

Τρεμπέλα

Ἐξεδόθη ἐκ μέρους μου τὸ βασιλικὸν τοῦτο διάταγμα, τὸ ὁποῖον ἀπευθύνεται πρὸς ὅλες τὶς ἀρχὲς καὶ ἐξουσίες τοῦ βασιλείου μου: Ὅλοι οἱ ὑπήκοοί μου νὰ τρέμουν, νὰ φοβοῦνται καὶ νὰ σέβωνται βαθύτατα τὸν Θεὸν τοῦ Δανιήλ, διότι αὐτὸς εἶναι Θεὸς ζωντανός, ἀληθινὸς καὶ πραγματικός, ὁ ὁποῖος μένει εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἡ βασιλεία του οὐδέποτε θὰ καταστροφῇ, ἡ δὲ κυριαρχία καὶ αὐτοκρατορία του ποτὲ δὲν θὰ τελειώσῃ, ὅπως τελειώνει ἡ βασιλεία τῶν ἐπιγείων βασιλέων.

Δαν. 6,27

ἀντιλαμβάνεται καὶ ῥύεται καὶ ποιεῖ σημεῖα καὶ τέρατα ἐν τῷ οὐρανῷ καὶ ἐπὶ τῆς γῆς, ὅστις ἐξείλατο τὸν Δανιὴλ ἐκ χειρὸς τῶν λεόντων.

Κολιτσάρα

Ἀναλαμβάνει ὑπὸ τὴν προστασίαν του κάθε πιστὸν καὶ τὸν σώζει ἀπὸ οἰονδήποτε κίνδυνον, κάμνει σημεῖα καὶ τέρατα εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ εἰς τὴν γῆν. Εἶναι αὐτός, ὁ ὁποῖος ἔσωσε τὸν Δανιὴλ ἀπὸ τὸ στόμα τῶν λεόντων».

Τρεμπέλα

Βοηθεῖ, προστατεύει, πιάνει ἀπὸ τὸ χέρι αὐτοὺς ποὺ κινδυνεύουν, ἐλευθερώνει καὶ σώζει, ἐργάζεται δὲ θαύματα μεγάλα καὶ ὑπερφυσικὰ καὶ ἔργα καταπληκτικά, ποὺ προκαλοῦν τρόμον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ εἰς τὴν γῆν. Ὁ Θεὸς αὐτὸς εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἔσωσε τὸν Δανιὴλ ἀπὸ τὴν δύναμιν, τὰ δόντια καὶ τὰ νύχια τῶν λιονταριῶν».

Δαν. 6,28

καὶ Δανιὴλ κατηύθυνεν ἐν τῇ βασιλείᾳ Δαρείου καὶ ἐν τῇ βασιλείᾳ Κύρου τοῦ Πέρσου.

Κολιτσάρα

Ὁ δὲ Δανιὴλ εὐδοκιμοῦσε καὶ προήγετο εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Δαρείου καὶ εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Κύρου, βασιλέως τῶν Περσῶν.

Τρεμπέλα

Τοιουτοτρόπως ὁ Δανιὴλ εὐδοκιμοῦσε, εὐτυχοῦσε καὶ ἐδοξάζετο καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῆς βασιλείας τοῦ Δαρείου τοῦ Μήδου, καθὼς καὶ κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς βασιλείας τοῦ Κύρου, τοῦ βασιλιᾶ τῶν Περσῶν.

Κεφάλαιο 7

Δαν. 7,1

Ἐν ἔτει πρώτῳ Βαλτάσαρ βασιλέως Χαλδαίων Δανιὴλ ἐνύπνιον εἶδε, καὶ αἱ ὁράσεις τῆς κεφαλῆς αὐτοῦ ἐπὶ τῆς κοίτης αὐτοῦ, καὶ τὸ ἐνύπνιον αὐτοῦ ἔγραψεν·

Κολιτσάρα

Κατὰ τὸ πρῶτον ἔτος τῆς βασιλείας τοῦ Βαλτάσαρ, βασιλέως τῶν Χολδαίων, ὁ Δανιὴλ εἶδεν ἐνύπνιον, θεῖα ὁράματα εἰς τὴν διάνοιάν του, καθὼς ἐκοιμᾶτο ἐπάνω εἰς τὴν κλίνην του. Αὐτὸ δὲ τὸ ἐνύπιόν του τὸ ἔγραψεν:

Τρεμπέλα

Κατὰ τὸ πρῶτον ἔτος τῆς βασιλείας τοῦ βασιλιᾶ τῶν Χαλδαίων Βαλτάσαρ, ὁ Δανιὴλ εἶδεν ὄνειρον καὶ θεῖες ὁράσεις μὲ τὶς διανοητικές του δυνάμεις, ἐνῷ ἐκοιμᾶτο εἰς τὸ κρεββάτι του· καὶ τὸ ὄνειρόν του αὐτὸ τὸ κατέγραψεν ὡς ἀκολούθως:

Δαν. 7,2

ἐγὼ Δανιὴλ ἐθεώρουν ἐν ὁράματί μου τῆς νυκτὸς καὶ ἰδοὺ οἱ τέσσαρες ἄνεμοι τοῦ οὐρανοῦ προσέβαλον εἰς τὴν θάλασσαν τὴν μεγάλην.

Κολιτσάρα

«Ἐγώ, ὁ Δανιήλ, εἶδον κατὰ τὴν νύκτα ἕνα ὅραμα· καὶ ἰδοὺ τέσσαρες ἄνεμοι ἀπὸ τὸν οὐρανὸν προσέβαλαν καὶ ἀνετάραξαν τὴν θάλασσαν τὴν μεγάλην, τὴν Μεσόγειον.

Τρεμπέλα

«Ἐγώ, ὁ Δανιήλ, συνεπαρμένος ἀπὸ τὴν θεωρίαν τοῦ νυκτερινοῦ μου ὁράματος ἔβλεπα, καὶ ἰδού! Ἔξαφνα οἱ τέσσερις ἄνεμοι τοῦ οὐρανοῦ προσέβαλαν καὶ ἀνετάραξαν τὴν μεγάλην θάλασσαν, τὴν Μεσόγειον.

Δαν. 7,3

καὶ τέσσαρα θηρία μεγάλα ἀνέβαινον ἐκ τῆς θαλάσσης διαφέροντα ἀλλήλων.

Κολιτσάρα

Τέσσαρα δὲ μεγάλα θηρία, διαφορετικὰ τὸ ἕνα ἀπὸ τὸ ἄλλο, ἐξήρχοντο ἀπὸ τὴν θάλασσαν.

Τρεμπέλα

Τέσσερα δὲ μεγάλα θηρία ἀνεδύοντο ἀπὸ τὴν θάλασσαν, ἀλλὰ τὸ καθένα διέφερεν ἀπὸ τὰ ἄλλα.

Δαν. 7,4

τὸ πρῶτον ὡσεὶ λέαινα, καὶ πτερὰ αὐτῇ ὡσεὶ ἀετοῦ· ἐθεώρουν ἕως οὗ ἐξετίλη τὰ πτερὰ αὐτῆς, καὶ ἐξήρθη ἀπὸ τῆς γῆς καὶ ἐπὶ ποδῶν ἀνθρώπου ἐστάθη, καὶ καρδία ἀνθρώπου ἐδόθη αὐτῇ.

Κολιτσάρα

Τὸ πρῶτον ὠμοίαζε μὲ λέαιναν, εἶχε δὲ πτερὰ ὅμοια πρὸς τὰ πτερὰ τοῦ ἀετοῦ. Παρατηροῦσα μὲ προσοχήν, ἕως ὅτου ἐμαδήθησαν τὰ πτερὰ τῆς λεαίνης. Αὐτὴ ἐσηκώθη ὀρθία εἰς τὴν γῆν καὶ ἐστάθη ἐπὶ τοὺς πόδας της ὡς ἄνθρωπος. Ἐδόθη δὲ εἰς αὐτὴν καρδία ἀνθρώπου.

Τρεμπέλα

Τὸ πρῶτον θηρίον ὠμοίαζε μὲ λέαιναν, εἶχε δὲ πτερά, ποὺ ἔμοιαζαν μὲ τὰ πτερὰ τοῦ ἀετοῦ· παρατηροῦσα μὲ προσοχήν, μέχρις ὅτου τὰ πτερά της ἐμάδησαν καὶ ἔπεσαν, ἐσηκώθη δὲ ὀρθία εἰς τὸ ἔδαφος καὶ ἐστάθη εἰς τὰ δύο πόδια της ὡς ἄνθρωπος· καὶ ἐδόθη εἰς αὐτὴν καρδιὰ ἀνθρώπου.

Δαν. 7,5

καὶ ἰδοὺ θηρίον δεύτερον ὅμοιον ἄρκῳ, καὶ εἰς μέρος ἓν ἐστάθη, καὶ τρεῖς πλευραὶ ἐν τῷ στόματι αὐτῆς ἀναμέσον τῶν ὀδόντων αὐτῆς, καὶ οὕτως ἔλεγον αὐτῇ· ἀνάστηθι, φάγε σάρκας πολλάς.

Κολιτσάρα

Καὶ ἰδού, ἐνεφανίσθη κατόπιν δεύτερον θηρίον, τὸ ὁποῖον ὠμοίαζε μὲ ἄρκτον. Ἐστάθη πρὸς τὸ ἕνα μέρος, εἰς τὸ στόμα της, ἀνάμεσα ἀπὸ τὰ δόντια της ὑπῆρχον τρεῖς πλευραὶ μὲ κρέας. Ἠκούσθη δὲ μία φωνή, ἡ ὁποία ἔλεγε πρὸς αὐτήν: Σήκω καὶ φάγε πολλὰς σάρκας.

Τρεμπέλα

Καὶ ἰδού! Ἐφάνη ἐμπρός μου δεύτερον θηρίον, ποὺ ὠμοίαζε μὲ ἀρκούδα, ἡ ὁποία ἐστάθη ὀρθία μὲ τὸ σῶμα της νὰ γέρνῃ πρὸς τὸ ἕνα μέρος· μέσα δὲ εἰς τὸ στόμα της, μεταξὺ τῶν δοντιῶν της, εἶχε τρεῖς πλευρές (παΐδια) μὲ κρέας· ἀκούσθηκε δὲ μία φωνή, ἡ ὁποία τῆς ἔλεγε: «Σήκω, φάγε σάρκες πολλές»!

Δαν. 7,6

ὀπίσω τούτου ἐθεώρουν καὶ ἰδοὺ θηρίον ἕτερον ὡσεὶ πάρδαλις, καὶ αὐτῇ πτερὰ τέσσαρα πετεινοῦ ὑπεράνω αὐτῆς, καὶ τέσσαρες κεφαλαὶ τῷ θηρίῳ, καὶ ἐξουσία ἐδόθη αὐτῇ.

Κολιτσάρα

Ἀμέσως πίσω ἀπὸ αὐτὸ ἔβλεπα, ὅτι ἤρχετο ἄλλο θηρίον, τὸ ὁποῖον ὠμοίαζε μὲ πάρδαλιν. Εἰς αὐτὸ καὶ εἰς τὸ ἐπάνω μέρος τοῦ σώματός του ὑπῆρχον τέσσαρες πτέρυγες πτηνοῦ. Εἰς τὸ θηρίον αὐτὸ ἐπίσης ὑπῆρχον τέσσαρες κεφαλαί. Μεγάλη δὲ ἐξουσία τοῦ ἐδόθη.

Τρεμπέλα

Ἔπειτα ἀπὸ αὐτὸ παρατηροῦσα μὲ προσοχὴν καὶ ἔξαφνα, ἰδού! Ἄλλο θηρίον παρουσιάσθη, τὸ ὁποῖον ἔμοιαζε μὲ πάρδαλιν (τὸ σαρκοβόρον αἰλουροειδὲς θηλαστικὸν θηρίον)· καὶ εἰς τὰ πλευρὰ τῆς ράχεως της ὑπῆρχαν τέσσερα πτερὰ πτηνοῦ. Τὸ θηρίον αὐτὸ εἶχε τέσσερις κεφαλές, ἐδόθη δὲ εἰς τὴν πάρδαλιν αὐτὴν μεγάλη ἐξουσία!

Δαν. 7,7

ὀπίσω τούτου ἐθεώρουν καὶ ἰδοὺ θηρίον τέταρτον φοβερὸν καὶ ἔκθαμβον καὶ ἰσχυρὸν περισσῶς, καὶ οἱ ὀδόντες αὐτοῦ σιδηροῖ μεγάλοι, ἐσθίον καὶ λεπτῦνον καὶ τὰ ἐπίλοιπα τοῖς ποσὶν αὐτοῦ συνεπάτει, καὶ αὐτὸ διάφορον περισσῶς παρὰ πάντα τὰ θηρία τὰ ἔμπροσθεν αὐτοῦ, καὶ κέρατα δέκα αὐτῷ.

Κολιτσάρα

Πίσω ἀπὸ τὸ θηρίον αὐτὸ εἶδα νὰ ἔρχεται ἀμέσως ἕνα ἄλλο τέταρτον φοβερὸν θηρίον ἐμπνέον κατάπληξιν καὶ τρόμον, πάρα πολὺ δὲ ἰσχυρόν. Τὰ δόντια του ἦσαν μεγάλα καὶ σιδερένια. Συνέτριβε καὶ κατέτρωγε κατὰ τὴν ὄρεξιν αὐτοῦ, τὰ δὲ ὑπόλοιπα καταπατοῦσε μὲ τὰ πόδια του. Τὸ θηρίον αὐτὸ ἦτο κατὰ πολὺ διαφορετικὸν ἀπὸ τὰ ἄλλα θηρία, ποὺ εἶχαν προηγηθῇ. Ἔφερε δὲ δέκα κέρατα.

Τρεμπέλα

Ἔπειτα ἀπὸ αὐτὸ παρατηροῦσα μὲ προσοχὴν καὶ ἔξαφνα, ἰδού! Τέταρτον θηρίον παρουσιάσθη ἐμπρός μου, θηρίον φοβερόν, τὸ ὁποῖον προξενοῦσε θάμβος καὶ κατάπληξιν κατ’ ἐξοχὴν ἰσχυράν. Τὰ δόντια του ἦσαν σιδερένια, μεγάλα, ἔτρωγε τὰ θύματά του· τὰ συνέτριβε, ἐλιάνιζε ὅσα ἤθελεν (ἀνάλογα μὲ τὴν ὄρεξιν ποὺ εἶχε), τὰ δὲ ὑπόλοιπα καταπατοῦσε μὲ τὰ πόδια του. Τὸ θηρίον αὐτὸ ἦταν πολὺ διαφορετικὸν ἀπὸ τὰ ἄλλα προηγούμενα τρία θηρία, εἶχε δὲ δέκα κέρατα, ποὺ ἐσήμαινεν ὅτι ἦταν πολὺ ἰσχυρόν!

Δαν. 7,8

προσενόουν τοῖς κέρασιν αὐτοῦ, καὶ ἰδοὺ κέρας ἕτερον μικρὸν ἀνέβη ἐν μέσῳ αὐτῶν, καὶ τρία κέρατα τῶν ἔμπροσθεν αὐτοῦ ἐξερριζώθη ἀπὸ προσώπου αὐτοῦ, καὶ ἰδοὺ ὀφθαλμοὶ ὡσεὶ ὀφθαλμοὶ ἀνθρώπου ἐν τῷ κέρατι τούτῳ καὶ στόμα λαλοῦν μεγάλα.

Κολιτσάρα

Παρετήρησα μὲ προσοχὴν τὰ κέρατά του καὶ εἶδα καὶ ἰδού, ἕνα μικρὸν κέρατον ἐφύτρωσεν ἀνάμεσα ἀπὸ τὰ ἄλλα. Τρία δὲ ἀπὸ τὰ δέκα προηγούμενα κέρατα ἐξερριζώθησαν, ἀμέσως μόλις ἐνεφανίσθη τὸ μικρὸν κέρας. Εἰς τὸ μικρὸν αὐτὸ κέρας ὑπῆρχον ὀφθαλμοὶ ὅμοιοι μὲ ἀνθρωπίνους ὀφθαλμοὺς καὶ στόμα, τὸ ὁποῖον ἐμεγαλαυχοῦσε καὶ ἀλαζονεύετο.

Τρεμπέλα

Καθὼς παρατηροῦσα μὲ προσοχὴν τὰ δέκα κέρατά του, ἰδού! Ἔξαφνα ἕνα ἄλλο κέρας μικρὸν ἐβλάστησε μεταξύ των, καὶ τότε τρία κέρατα ἀπὸ τὰ ἀρχικὰ δέκα, ποὺ ὑπῆρχαν πρὶν ἀπὸ αὐτό, ἐξερριζώθησαν, μόλις ἐφύτρωσεν αὐτό. Καὶ νά! Εἰς τὸ μικρὸν αὐτὸ κέρας ὑπῆρχαν μάτια ὅμοια μὲ μάτια ἀνθρώπινα, καὶ στόμα ποὺ ἔλεγε καυχησιολογίες, ἀλαζονεῖες καὶ βλασφημίες».

Δαν. 7,9

ἐθεώρουν ἕως ὅτου οἱ θρόνοι ἐτέθησαν, καὶ παλαιὸς ἡμερῶν ἐκάθητο, καὶ τὸ ἔνδυμα αὐτοῦ λευκὸν ὡσεὶ χιών, καὶ ἡ θρὶξ τῆς κεφαλῆς αὐτοῦ ὡσεὶ ἔριον καθαρόν, ὁ θρόνος αὐτοῦ φλὸξ πυρός, οἱ τροχοὶ αὐτοῦ πῦρ φλέγον·

Κολιτσάρα

Παρετήρουν μὲ προσοχὴν καὶ ἔβλεπα, μέχρις ὅτου ἐτέθησαν θρόνοι καὶ ὁ παλαιὸς τῶν ἡμερῶν, ὁ προαιώνιος Θεὸς καὶ πατήρ, ἐκάθισεν εἰς τὸν θρόνον. Τὸ ἔνδυμά του ἦτο λευκὸν ὡσὰν τὸ χιόνι καὶ αἱ τρίχες τῆς κεφαλῆς του λευκαὶ ὡσὰν τὸ καθαρὸν ὁλόλευκον ἔριον. Ὁ θρόνος αὐτοῦ ἦτο φλόγα πυρὸς καὶ οἱ τροχοὶ τοῦ θρόνου του ἦσαν πῦρ, ποὺ ἐξέπεμπε φλόγας.

Τρεμπέλα

«Παρατηροῦσα ὅλα αὐτὰ μὲ προσοχήν, μέχρις ὅτου ἐστήθησαν δικαστικοὶ θρόνοι καὶ ὁ Παλαιὸς τῶν ἡμερῶν, ὁ προαιώνιος καὶ ἄναρχος Θεὸς Πατήρ, ἐκάθησεν εἰς τὸν θρόνον του. Τὸ ἔνδυμά του ἦταν κατάλευκον ὡσὰν τὸ χιόνι καὶ οἱ τρίχες τῆς κεφαλῆς του ἦσαν ὡσὰν καθαρὸν ἄσπρο μαλλί· ὁ θρόνος του ἦταν ἀπὸ φλόγες φωτιᾶς, καὶ οἱ τροχοὶ τοῦ θρόνου ἦσαν ἀναμμένη φωτιά, ποὺ ἔβγαζε φλόγες.

Δαν. 7,10

ποταμὸς πυρὸς εἷλκεν ἔμπροσθεν αὐτοῦ· χίλιαι χιλιάδες ἐλειτούργουν αὐτῷ, καὶ μύριαι μυριάδες παρειστήκεισαν αὐτῷ· κριτήριον ἐκάθισε, καὶ βίβλοι ἠνεῴχθησαν.

Κολιτσάρα

Πύρινος ποταμὸς ἔτρεχεν ἔμπροσθέν του. Χίλιαι χιλιάδες ἀγγέλων τὸν ὑπηρετοῦσαν καὶ μύριαι μυριάδες ἀγγέλων ἵσταντο πλησίον του. Κριτήριον ἐστήθη καὶ τὰ βιβλία ἠνοίχθησαν.

Τρεμπέλα

Πύρινος ποταμὸς ἔτρεχεν ἐνώπιόν του. Χιλιάδες χιλιάδων ἀγγέλων τὸν ὑπηρετοῦσαν καὶ μυριάδες μυριάδων (ἄπειρα πλήθη, ἀνυπολόγιστος ἀριθμός) ἀγγέλων ἐστέκοντο πλησίον του. Κριτήριον ἐστήθη καὶ βιβλία, ποὺ κατέγραφαν τὶς πράξεις τῶν κρινομένων, ἀνοίχθηκαν.

Δαν. 7,11

ἐθεώρουν τότε ἀπὸ φωνῆς τῶν λόγων τῶν μεγάλων, ὧν τὸ κέρας ἐκεῖνο ἐλάλει, ἕως οὗ ἀνῃρέθη τὸ θηρίον καὶ ἀπώλετο, καὶ τὸ σῶμα αὐτοῦ ἐδόθη εἰς καῦσιν πυρός.

Κολιτσάρα

Ἐστράφην τότε ἐκεῖ, ὅπου ἠκούετο μία φωνὴ τῶν μεγάλων λόγων, τοῦ ὁποίους ἐξεστόμιζε τὸ μικρὸν ἐκεῖνο κὲρατον, μέχρις ὅτου ἐφονεύθη τὸ θηρίον καὶ ἐξηφανίσθη καὶ τὸ σῶμα του πάρεδόθη νὰ καῇ εἰς τὸ πῦρ.

Τρεμπέλα

Τότε ἐστράφηκα ἐκεῖ ἀπὸ ὅπου ἠκούετο ἡ φωνὴ ποὺ ἐξεστόμιζε καυχησιολογίες, ἀλαζονεῖες καὶ βλασφημίες, πρὸς τὸ μικρὸν δηλαδὴ ἐκεῖνο κέρας, καὶ τὸ παρατηροῦσα μέχρις ὅτου ἐφονεύθη τὸ θηρίον καὶ ἐξηφανίσθη, τὸ δὲ σῶμα του παρεδόθη εἰς τὴν φωτιὰ διὰ νὰ καῇ.

Δαν. 7,12

καὶ τῶν λοιπῶν θηρίων μετεστάθη ἡ ἀρχή, καὶ μακρότης ζωῆς ἐδόθη αὐτοῖς ἕως καιροῦ καὶ καιροῦ.

Κολιτσάρα

Καὶ ἀπὸ τὸ ἀλλὰ θηρία ἀφῃρέθη ἡ ἐξουσία, ἀλλά ἑδόθη εἰς αὐτὰ παράτασις ζωῆς μέχρις ὡρισμένου καιροῦ.

Τρεμπέλα

Ἀπὸ δὲ τὰ ὑπόλοιπα τρία θηρία ἀφηρέθη μὲν ἡ ἐξουσία, ἐδόθη ὅμως εἰς αὐτὰ παράτασις ζωῆς περιωρισμένης χρονικῆς διαρκείας.

Δαν. 7,13

ἐθεώρουν ἐν ὁράματι τῆς νυκτὸς καὶ ἰδοὺ μετὰ τῶν νεφελῶν τοῦ οὐρανοῦ ὡς υἱὸς ἀνθρώπου ἐρχόμενος ἦν καὶ ἕως τοῦ παλαιοῦ τῶν ἡμερῶν ἔφθασε καὶ ἐνώπιον αὐτοῦ προσηνέχθη.

Κολιτσάρα

Ἔβλεπα μετὰ προσοχῆς εἰς τὸ ὅραμα τῆς νυκτὸς καὶ ἰδοὺ κάποιος, ὡς υἱὸς ἀνθρώπου, ἤρχετο ἐπ’ τῶν νεφελῶν τοῦ οὐρανοῦ, ἔφθασε ἐμπρὸς εἰς τὸν παλαιὸν τῶν ἡμερῶν καὶ ὡδηγήθη πρὸς αὐτὸν ὑπὸ τῶν ἀγγέλων ἐν δόξῃ.

Τρεμπέλα

Συνεπαρμένος ἀπὸ τὴν θεωρίαν τοῦ νυκτερινοῦ δράματος ἔβλεπα, καὶ ἰδού! Ἕνα πρόσωπον, τὸ ὁποῖον ὠμοίαζε πρὸς υἱὸν ἀνθρώπου, ἤρχετο ἐπάνω εἰς τὶς νεφέλες τοῦ οὐρανοῦ, ἔφθασε δὲ ἐνώπιον τοῦ Παλαιοῦ τῶν ἡμερῶν καὶ ὠδηγήθη ἐνώπιον του ἀπὸ τοὺς ἀγγέλους.

Δαν. 7,14

καὶ αὐτῷ ἐδόθη ἡ ἀρχὴ καὶ ἡ τιμὴ καὶ ἡ βασιλεία, καὶ πάντες οἱ λαοί, φυλαί, γλῶσσαι αὐτῷ δουλεύσουσιν· ἡ ἐξουσία αὐτοῦ ἐξουσία αἰώνιος, ἥτις οὐ παρελεύσεται, καὶ ἡ βασιλεία αὐτοῦ οὐ διαφθαρήσεται. -

Κολιτσάρα

Εἰς αὐτὸν ἐδόθη ἡ ἐξουσία, ἡ τιμὴ καὶ ἡ βασιλεία καὶ ὅλοι οἱ ἄνθρωποι λαοί, φυλαὶ καὶ γλῶσσαι θὰ ὑπηρετήσουν αὐτόν. Ἡ ἐξουσία του θὰ εἶναι ἐξουσία αἰωνία καὶ ἡ βασιλεία αὐτοῦ ποτὲ δὲν θὰ φθαρῇ καὶ δὲν θὰ σβήσῃ. -

Τρεμπέλα

Καὶ εἰς τὸ πρόσωπον αὐτὸ ἐδόθη ἡ ἐξουσία, ἡ τιμὴ καὶ ἡ βασιλεία, ὅλοι δὲ οἱ ἄνθρωποι, λαοί, φυλὲς καὶ γλῶσσες θὰ ὑπηρετήσουν Αὐτόν. Ἡ ἐξουσία του θὰ εἶναι ἐξουσία αἰωνία, ἡ ὁποία δὲν θὰ περάσῃ, ἡ δὲ βασιλεία του δὲν θὰ καταστροφῇ· οὐδέποτε θὰ ἔχῃ τέλος».

Δαν. 7,15

Ἔφριξε τὸ πνεῦμά μου ἐν τῇ ἕξει μου, ἐγὼ Δανιήλ, καὶ αἱ ὁράσεις τῆς κεφαλῆς μου ἐτάρασσόν με.

Κολιτσάρα

Ἔφριξεν ἐντός μου τὸ πνεῦμα μου, ἐγὼ ὁ Δανιὴλ τὸ βεβαιώνω τοῦτο, καὶ τὰ ὁράματα αὐτὰ τῆς κεφαλῆς μου μὲ συνετάραξαν.

Τρεμπέλα

«Τὸ πνεῦμα μου ἐντός μου ἐκυριεύθη ἀπὸ τρόμον - ἐγὼ ὁ Δανιὴλ βεβαιώνω τοῦτο - καὶ τὰ ὁράματα ποὺ εἶδα μὲ τὶς διανοητικές μου δυνάμεις μὲ συνετάραζαν.

Δαν. 7,16

καὶ προσῆλθον ἑνὶ τῶν ἑστηκότων καὶ τὴν ἀκρίβειαν ἐζήτουν παρ’ αὐτοῦ μαθεῖν περὶ πάντων τούτων, καὶ εἶπέ μοι τὴν ἀκρίβειαν καὶ τὴν σύγκρισιν τῶν λόγων ἐγνώρισέ μοι·

Κολιτσάρα

Ἐπλησίασα τότε ἕνα ἀπὸ τὰ παρευρισκὸμενα οὐράνια πνεύματα καὶ ἐζητοῦσα νὰ μάθω τὴν ἀκριβῆ σημασίαν ὅλων αὐτῶν ποὺ εἶδα. Ἐκεῖνο δὲ μοῦ ἀπήντησε καὶ μοῦ κατέστησε γνωστὴν τὴν ἀκρίβειαν καὶ τὴν ἑρμηνείαν τῶν πραγμάτων αὐτῶν.

Τρεμπέλα

Τότε ἐπλησίασα ἕνα ἀπὸ τὰ οὐράνια πνεύματα ποὺ ἦσαν παρόντα, καὶ ἐζητοῦσα νὰ μάθω ἀπὸ αὐτὸ τί ἐσήμαιναν ὅλα αὐτὰ ποὺ εἶδα· ἐκεῖνο δὲ μοῦ ἀπάντησε καὶ μοῦ ἀπεκάλυψε τὴν ἀκρίβειαν καὶ τὴν ἑρμηνείαν τῶν πραγμάτων τούτων.

Δαν. 7,17

ταῦτα τὰ θηρία τὰ μεγάλα τὰ τέσσαρα, τέσσαρες βασιλεῖαι ἀναστήσονται ἐπὶ τῆς γῆς,

Κολιτσάρα

Αὐτὰ τὰ τέσσαρα μεγάλα θηρία, μοῦ εἶπε, εἶναι αἱ τέσσαρες βασιλεῖαι, αἱ ὁποῖαι ἡ μία μετὰ τὴν ἄλλην θὰ ἐμφανισθοῦν ἐπὶ τῆς γῆς.

Τρεμπέλα

Αὐτὰ τὰ τέσσερα μεγάλα θηρία (μοῦ εἶπεν) εἶναι τέσσερις βασιλεῖες, οἱ ὁποῖες θὰ παρουσιασθοῦν ἀλληλοδιαδόχως εἰς τὴν γῆν.

Δαν. 7,18

αἳ ἀρθήσονται· καὶ παραλήψονται τὴν βασιλείαν ἅγιοι Ὑψίστου καὶ καθέξουσιν αὐτὴν ἕως αἰῶνος τῶν αἰώνων.

Κολιτσάρα

Αὐταὶ ὅμως θὰ ἐξαφανισθοῦν καὶ θὰ λάβουν τὴν βασιλείαν κατόπιν οἱ ἅγιοι τοῦ Ὑψίστου Θεοῦ καὶ θὰ κρατήσουν αὐτὴν αἰωνίαν καὶ ἀναφαίρετον.

Τρεμπέλα

Ὅμως αὐτὲς θὰ ἐξαφανισθοῦν καὶ εἰς τὴν συνέχειαν θὰ λάβουν τὴν βασιλείαν οἱ ἅγιοι (οἱ ὑπηρέται καὶ λάτρεις, οἱ ἁγιασμένοι ἀπὸ τὴν θείαν Χάριν, οἱ πιστοί) τοῦ Ὑψίστου Θεοῦ καὶ θὰ τὴν κατέχουν εἰς τοὺς ἀπεράντους αἰῶνας τῶν αἰώνων».

Δαν. 7,19

καὶ ἐζήτουν ἀκριβῶς περὶ τοῦ θηρίου τοῦ τετάρτου, ὅτι ἦν διαφέρον παρὰ πᾶν θηρίον, φοβερὸν περισσῶς, οἱ ὀδόντες αὐτοῦ σιδηροῖ καὶ ὄνυχες αὐτοῦ χαλκοῖ, ἐσθίον καὶ λεπτῦνον καὶ τὰ ἐπίλοιπα τοῖς ποσὶν αὐτοῦ συνεπάτει·

Κολιτσάρα

Ἰδιαιτέρως τότε ἐζήτησα ἀκριβεστέρας πληροφορίας περὶ τοῦ τετάρτου θηρίου, διότι αὐτὸ ἦτο πολὺ διαφορετικὸν ἀπὸ τὰ ἄλλα τρία· πάρα πολὺ φοβερὸν τὰ δόντια του σιδερένια, τὰ νύχια του χάλκινα. Κατέτρωγε καὶ συνέτριβε ὅσα ἤθελε, τὰ δὲ ὑπόλοιπα τὰ καταπατοῦσε μὲ τὰ πόδια του.

Τρεμπέλα

Κατόπιν ἐζητοῦσα νὰ μάθω μὲ ἀκρίβειαν περὶ τοῦ τετάρτου θηρίου, διότι αὐτὸ ἦταν διαφορετικὸν ἀπὸ τὰ ἄλλα τρία θηρία, κατ’ ἐξοχὴν φοβερόν. Τὰ δόντια του ἦσαν σιδερένια, καὶ τὰ νύχια του χάλκινα· κατέτρωγε δὲ τὰ θύματά του, τὰ συνέτριβε, ἐλιάνιζε ὅσα ἤθελεν (ἀνάλογα μὲ τὴν ὄρεξιν ποὺ εἶχε), καὶ τὰ ὑπόλοιπα καταπατοῦσε μὲ τὰ πόδια του.

Δαν. 7,20

καὶ περὶ τῶν κεράτων αὐτοῦ τῶν δέκα τῶν ἐν τῇ κεφαλῇ αὐτοῦ καὶ τοῦ ἑτέρου τοῦ ἀναβάντος καὶ ἐκτινάξαντος τῶν προτέρων τρία, κέρας ἐκεῖνο, ᾧ οἱ ὀφθαλμοὶ καὶ στόμα λαλοῦν μεγάλα καὶ ἡ ὅρασις αὐτοῦ μείζων τῶν λοιπῶν.

Κολιτσάρα

Ἐζητοῦσα πληροφορίας διὰ τὰ δέκα κέρατα, ποὺ ὑπῆρχον εἰς τὴν κεφαλήν του, καὶ διὰ τὸ ἄλλο κέρας, ποὺ ἐφύτρωσε καὶ τὸ ὁποῖον ἐξερρίζωσε καὶ ἐπέταξεν εἰς τὸ ἔδαφος τὰ προηγούμενα τρία· διὰ τὸ κέρατον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶχεν ὀφθαλμοὺς καὶ στόμα ποὺ μεγολαυχοῦσε καὶ ἀλαζονεύετο ἡ δὲ ἐμφάνισίς του ἦτο μεγαλύτερα καὶ περισσότερον ἐντυπωσιακὴ ἀπὸ τὴν τῶν ἄλλων κεράτων.

Τρεμπέλα

Ἐζητοῦσα ἐπίσης νὰ πληροφορηθῶ διὰ τὰ δέκα κέρατα, ποὺ εὑρίσκοντο εἰς τὴν κεφαλὴν τοῦ θηρίου αὐτοῦ, καὶ διὰ τὸ μικρὸν κέρας, τὸ ὁποῖον ἐφύτρωσε καὶ ἐξερρίζωσεν (ἐτίναξε μὲ δύναμιν) καὶ ἔρριψε κάτω τρία ἀπὸ τὰ προηγούμενα δέκα κέρατα· διὰ τὸ κέρας ἐκεῖνο, ποὺ εἶχε μάτια καὶ στόμα, τὸ ὁποῖον ἔλεγε καυχησιολογίες, ἀλαζονεῖες καὶ βλασφημίες· (διὰ τὸ κέρας ἐκεῖνο) τοῦ ὁποίου ἡ ὅλη παρουσία καὶ ἐμφάνισις ἦταν περισσότερον ρωμαλέα καὶ ἐντυπωσιακὴ ἀπὸ ἐκείνην τῶν ἄλλων κεράτων.

Δαν. 7,21

ἐθεώρουν καὶ τὸ κέρας ἐκεῖνο ἐποίει πόλεμον μετὰ τῶν ἁγίων καὶ ἴσχυσε πρὸς αὐτούς,

Κολιτσάρα

Ἔβλεπα μετὰ προσοχῆς καὶ εἶδον, ὅτι τὸ κέρατον ἐκεῖνο ἔκαμε πόλεμον ἐναντίον τῶν ἀνθρώπων τοῦ Θεοῦ καὶ τοὺς ἐνίκησε.

Τρεμπέλα

Παρατηροῦσα μὲ προσοχὴν καὶ εἶδα ὅτι τὸ κέρας ἐκεῖνο ἔκαμνε πόλεμον ἐναντίον τῶν ἁγίων τοῦ Ὑψίστου Θεοῦ (τῶν ἁγιασμένων ἀπὸ τὴν θείαν Χάριν, τῶν πιστῶν) καὶ τοὺς ἐνίκησεν, ἀπεδείχθη ἰσχυρότερον ἀπὸ αὐτούς·

Δαν. 7,22

ἕως οὗ ἦλθεν ὁ παλαιὸς ἡμερῶν καὶ τὸ κρίμα ἔδωκεν ἁγίοις Ὑψίστου, καὶ ὁ καιρὸς ἔφθασε καὶ τὴν βασιλείαν κατέσχον οἱ ἅγιοι.

Κολιτσάρα

Μέχρις ὅτου ἦλθεν ὁ παλαιὸς τῶν ἡμερῶν, ὁ προαιώνιος Θεός, ὁ ὁποῖος ἔδωσε τὴν νίκην εἰς τοὺς ἁγίους ἀνθρώπους τοῦ Ὑψίστου. Καὶ ἔτσι ἔφθασεν ὁ καιρός, κατὰ τὸν ὁποῖον οἱ ἅγιοι κατέλαβον τὴν βασιλείαν.

Τρεμπέλα

μέχρις ὅτου ἦλθεν ὁ Παλαιὸς τῶν ἡμερῶν, ὁ ὁποῖος ἀπέδωσε τὸ δίκαιον καὶ ἔδωσε τὴν νίκην εἰς τοὺς ἁγίους τοῦ Ὑψίστου Θεοῦ (τοὺς πιστούς). Καὶ ἔτσι ἔφθασεν ὁ καιρός, κατὰ τὸν ὁποῖον οἱ ἅγιοι (οἱ ἁγιασμένοι ἀπὸ τὴν θείαν Χάριν, οἱ πιστοί) κατέλαβαν τὴν βασιλείαν.

Δαν. 7,23

καὶ εἶπε· τὸ θηρίον τὸ τέταρτον, βασιλεία τετάρτη ἔσται ἐν τῇ γῇ, ἥτις ὑπερέξει πάσας τὰς βασιλείας καὶ καταφάγεται πᾶσαν τὴν γῆν καὶ συμπατήσει αὐτὴν καὶ κατακόψει.

Κολιτσάρα

Μοῦ εἶπε λοιπόν· Τὸ τέταρτον θηρίον εἶναι ἡ τετάρτη βασιλεία ἐπάνω εἰς τὴν γῆν, ἡ ὁποία ἀπὸ ἀπόψεως δυνάμεως καὶ ἀγριότητος θὰ ὑπερέχῃ ἀπὸ τὰς ἄλλας βασιλείας. Θὰ καταφάγῃ ὅλην τὴν οἰκουμένην, θὰ ποδοπατήσῃ καὶ θὰ κατακόψῃ αὐτήν.

Τρεμπέλα

Μοῦ εἶπε λοιπόν (τὸ οὐράνιον πνεῦμα, ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἐζήτησα τὴν ἑρμηνείαν τῶν ὅσων ἔβλεπα): «Τὸ τέταρτον θηρίον εἶναι ἡ τετάρτη βασιλεία ποὺ θὰ ἔλθῃ (θὰ ἐγκατασταθῇ) εἰς τὴν γῆν, καὶ ἡ ὁποία θὰ εἶναι πολὺ διαφορετικὴ ἀπὸ ὅλες τὶς ἄλλες βασιλεῖες καὶ θὰ τὶς ὑπερβαίνῃ εἰς σκληρότητα, ὀργάνωσιν καὶ δύναμιν· θὰ καταβροχθίσῃ (καταστρέψῃ) ὅλον τὸν κόσμον, θὰ καταπατήσῃ τὴν οἰκουμένην καὶ θὰ τὴν συντρίψῃ.

Δαν. 7,24

καὶ τὰ δέκα κέρατα αὐτοῦ, δέκα βασιλεῖς ἀναστήσονται, καὶ ὀπίσω αὐτῶν ἀναστήσεται ἕτερος, ὃς ὑπεροίσει κακοῖς πάντας τοὺς ἔμπροσθεν, καὶ τρεῖς βασιλεῖς ταπεινώσει·

Κολιτσάρα

Τὰ δέκα κέρατα τοῦ θηρίου αὐτοῦ συμβολίζουν τοὺς δέκα βασιλεῖς, ποὺ θὰ ἐμφανισθοῦν. Κατόπιν ἀπὸ αὐτοὺς θὰ ἐμφανισθῇ ἔνας ἄλλος, ὁ ὁποῖος θὰ ξεπεράσῃ ὅλους τοὺς προηγηθέντας εἰς ἔργα κακὰ καὶ ὀλέθρια, τοὺς δὲ τρεῖς βασιλεῖς θὰ κτυπήσῃ καὶ θὰ ἐξευτελίσῃ.

Τρεμπέλα

Καὶ τὰ δέκα κέρατα τοῦ θηρίου αὐτοῦ συμβολίζουν τοὺς δέκα βασιλεῖς ποὺ θὰ ἐμφανισθοῦν ἔπειτα δὲ ἀπὸ αὐτοὺς θὰ ἐμφανισθῇ ἄλλος βασιλιᾶς, ὁ ὁποῖος θὰ ξεπεράσῃη εἰς ἔργα κακά, ὀλέθρια καὶ τυραννικὰ ὅλους τοὺς προηγουμένους· θὰ ἐξευτελίσῃ δὲ καὶ θὰ ὑποτάξῃ (τούς) τρεῖς βασιλεῖς.

Δαν. 7,25

καὶ λόγους πρὸς τὸν Ὕψιστον λαλήσει καὶ τοὺς ἁγίους Ὑψίστου παλαιώσει καὶ ὑπονοήσει τοῦ ἀλλοιῶσαι καιροὺς καὶ νόμον, καὶ δοθήσεται ἐν χειρὶ αὐτοῦ ἕως καιροῦ καὶ καιρῶν καὶ ἥμισυ καιροῦ.

Κολιτσάρα

Αὐτὸς θὰ ἐκσφενδονίσῃ λόγους ἀλαζονικοὺς καὶ ὑβριστικοὺς ἐναντίον τοῦ Ὑψίστου Θεοῦ. Θὰ καταδιώξῃ καὶ θὰ ἀχρηστεύσῃ τοὺς ἁγίους τοῦ Ὑψίστου Θεοῦ. Θὰ σχεδιάσῃ νὰ ἀλλάξῃ τοὺς καιροὺς καὶ τὸν νόμον τοῦ Θεοῦ, νὰ δημιουργήσῃ νέαν τάξιν πραγμάτων. Μέχρις ὡρισμένου καιροῦ θὰ παραχωρηθῇ εἰς αὐτὸν μία τέτοια ἐξουσία.

Τρεμπέλα

Αὐτὸς ὁ βασιλιᾶς θὰ ἐκστομίσῃ λόγια ἀλαζονικὰ καὶ ὑβριστικὰ κατὰ τοῦ Ὑψίστου Θεοῦ καὶ θὰ καταργήσῃ ὡς ἀχρήστους τοὺς ἁγίους τοῦ Ὑψίστου Θεοῦ (τοὺς πιστούς) καὶ θὰ σχεδιάσῃ (ἐπιχειρήσῃ) νὰ ἀλλάξῃ τοὺς καιρούς (τὶς ἡμέρες τῶν θρησκευτικῶν ἑορτῶν) καὶ τὸν Νόμον τοῦ Θεοῦ (θὰ ἐπιχειρήσῃ δηλαδὴ νὰ δημιουργήσῃ νέαν τάξιν πραγμάτων). Ἡ δύναμις ὅμως αὐτὴ θὰ τοῦ παραχωρηθῇ μόνον ἐπὶ ἕνα ἔτος καὶ ἐπὶ δύο ἀκόμη ἔτη καὶ μισὸ ἐπὶ πλέον ἔτος (δηλαδὴ συνολικῶς ἐπὶ τρισήμισυ ἔτη).

Δαν. 7,26

καὶ τὸ κριτήριον καθίσει καὶ τὴν ἀρχὴν μεταστήσουσι τοῦ ἀφανίσαι καὶ τοῦ ἀπολέσαι ἕως τέλους.

Κολιτσάρα

Κατόπιν ὅμως τὸ κριτήριον τοῦ Θεοῦ θὰ καθίσῃ καὶ οἱ ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ θὰ ἀφαιρέσουν τὴν ἐξουσίαν του, θὰ τὸν ἐξαφανίσουν καὶ θὰ τὸν ἐξολοθρεύσουν ἐξ ὁλοκλήρου.

Τρεμπέλα

Κατόπιν ὅμως θὰ στηθῇ τὸ δικαστήριον τοῦ Θεοῦ καὶ (οἱ ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ) θὰ τοῦ ἀφαιρέσουν τὴν ἐξουσίαν ποὺ τοῦ παρεχωρήθη προσωρινῶς, θὰ τὸν ἐξαφανίσουν καὶ θὰ τὸν καταστρέψουν ὁλοσχερῶς.

Δαν. 7,27

καὶ ἡ βασιλεία καὶ ἡ ἐξουσία καὶ ἡ μεγαλωσύνη τῶν βασιλέων τῶν ὑποκάτω παντὸς τοῦ οὐρανοῦ ἐδόθη ἁγίοις Ὑψίστου, καὶ ἡ βασιλεία αὐτοῦ βασιλεία αἰώνιος, καὶ πᾶσαι αἱ ἀρχαὶ αὐτῷ δουλεύσουσι καὶ ὑπακούσονται.

Κολιτσάρα

Ἔπειτα ἡ βασιλεία καὶ ἡ ἐξουσία καὶ τὸ μεγαλεῖον τῶν βασιλέων, ὅλων ὅσοι εὑρίσκονται κάτω ἀπὸ τὸν οὐρανόν, θὰ δοθῇ εἰς τοὺς ἁγίους τοῦ Ὑψίστου Θεοῦ. Ἡ βασιλεία αὐτοῦ εἶναι βασιλεία αἰωνία. Ὅλαι αἱ ἀρχαὶ θὰ τὸν ὑπηρετοῦν καὶ θὰ ὑπακούουν εἰς αὐτόν.

Τρεμπέλα

Κατόπιν ἡ βασιλεία καὶ ἡ ἐξουσία καὶ τὸ μεγαλεῖον (ἡ λαμπρότης) ὅλων τῶν βασιλέων, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται κάτω ἀπὸ τὸν οὐρανόν, θὰ δοθῇ εἰς τοὺς ἁγίους τοῦ Ὑψίστου Θεοῦ. Αὐτοῦ ἡ βασιλεία θὰ εἶναι βασιλεία αἰώνιος, ὅλες δὲ οἱ ἄλλες ἀρχὲς καὶ ἐξουσίες θὰ Τὸν ὑπηρετοῦν καὶ θὰ Τὸν ὑπακούουν».

Δαν. 7,28

ἕως ὧδε τὸ πέρας τοῦ λόγου. ἐγὼ Δανιήλ, οἱ διαλογισμοί μου ἐπὶ πολὺ συνετάρασσόν με, καὶ ἡ μορφή μου ἠλλοιώθη ἐπ’ ἐμοί, καὶ τὸ ῥῆμα ἐν τῇ καρδίᾳ μου διετήρησα.

Κολιτσάρα

Ἐδῶ παίρνει πέρας ὁ λόγος. Ἐγώ, ὁ Δανιήλ, ἐπιβεβαιώνω καὶ ὑπογράφω αὐτά. Οἱ διαλογισμοί μου ἐπὶ πολὺ διάστημα χρόνου μὲ συνετάρασσαν καὶ ἡ ὄψις τοῦ προσώπου μου ἤλλαξεν ἐπάνω μου. Ἀλλὰ τὰ ἀποκαλυπτικὰ αὐτὰ ὁράματα καὶ λόγια τὰ διετήρησα πιστῶς μέσα εἰς τὴν καρδίαν μου».

Τρεμπέλα

«Ἐδῶ τελειώνει ὁ λόγος ὁ σχετικὸς μὲ τὴν δρᾶσιν τῶν τεσσάρων ζώων. Ἐγὼ ὁ Δανιὴλ βεβαιώνω καὶ ὑπογράφω τὰ ἀνωτέρω. Οἱ σκέψεις μου, οἱ διαλογισμοί μου μὲ συνεκλόνιζαν ἐπὶ πολὺ διάστημα, καὶ ἡ μορφὴ τοῦ προσώπου μου ἄλλαξε ἐπάνω μου. Ὅμως, παρ’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς συγκλονισμούς, διατηροῦσα τὴν ἀποκαλυπτικὴν αὐτὴν δρᾶσιν καὶ ὅλα αὐτὰ τὰ λόγια ποὺ ἄκουσα, βαθιὰ χαραγμένα εἰς τὴν καρδιὰ καὶ τὴν μνήμην μου».

Κεφάλαιο 8

Δαν. 8,1

Ἐν ἔτει τρίτῳ τῆς βασιλείας Βαλτάσαρ τοῦ βασιλέως ὅρασις ὤφθη πρός με, ἐγὼ Δανιήλ, μετὰ τὴν ὀφθεῖσάν μοι τὴν ἀρχήν.

Κολιτσάρα

Κατὰ τὸ τρίτον ἔτος τῆς βασιλείας τοῦ βασιλέως Βαλτάσαρ, παρουσιάσθη εἰς ἐμὲ τὸν Δανιὴλ ἕνα ὅραμα, ἔπειτα ἀπὸ τὸ ὅραμα, τὸ ὁποῖον εἶχα ἴδει προηγουμένως.

Τρεμπέλα

Κατὰ τὸ τρίτον ἔτος τῆς βασιλείας τὸν βασιλιᾶ Βαλτάσαρ παρουσιάσθη εἰς ἐμέ, τὸν Δανιήλ, ὅρασις (ὅραμα) μετὰ τὴν δρᾶσιν ποὺ μοῦ εἶχεν ἐμφανισθῆ ἀρχικῶς (προηγουμένως).

Δαν. 8,2

καὶ ἤμην ἐν Σούσοις τῇ βάρει, ἥ ἐστιν ἐν χώρᾳ Αἰλὰμ καὶ εἶδον ἐν ὁράματι καὶ ἤμην ἐπὶ τοῦ Οὐβὰλ

Κολιτσάρα

Εὑρισκόμην εἰς τὰ Σοῦσα εἰς ἕνα ὀχυρὸν πύργον, ποὺ εὑρίσκετο εἰς τὴν χώραν Αἰλάμ. Ἐκεῖ εἶδον ἕνα ὅραμα. Εἶδα δηλαδή, ὅτι εὑρισκόμην πλησίον εἰς τὸν ποταμὸν Οὐβάλ.

Τρεμπέλα

Εὐρισκόμουν εἰς τὴν πόλιν Σούσα, εἰς τὸ φρούριον (πύργον), τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται εἰς τὴν χώραν Αἰλάμ, καὶ εἶδα εἰς ὀπτασίαν ὅτι εὐρισκόμουν κοντὰ εἰς τὸν ποταμὸν Οὐβάλ.

Δαν. 8,3

καὶ ᾖρα τοὺς ὀφθαλμούς μου καὶ εἶδον· καὶ ἰδοὺ κριὸς εἷς ἑστηκὼς πρὸ τοῦ Οὐβάλ. καὶ αὐτῷ κέρατα ὑψηλά, καὶ τὸ ἓν ὑψηλότερον τοῦ ἑτέρου, καὶ τὸ ὑψηλὸν ἀνέβαινεν ἐπ’ ἐσχάτων.

Κολιτσάρα

Ἐσήκωσα τὰ μάτια μου· καὶ εἶδα· καὶ ἰδού, ἕνας κριὸς ἐστέκετο πλησίον τοῦ ποταμοῦ Οὐβάλ. Εἶχε δύο κέρατα ὑψηλά, τὸ ἕνα ὑψηλότερον ἀπὸ τὸ ἄλλο, αὐτὸ δὲ καὶ ὁλοένα ἐμεγάλωνεν ἀνερχόμενον.

Τρεμπέλα

Ἐσήκωσα δὲ τὰ μάτια μου καὶ εἶδα. Καὶ ἰδού! Ἕνας κριός (κριάρι) ἐστέκετο κοντὰ εἰς τὸν Οὐβάλ. Ὁ κριὸς αὐτὸς εἶχε δύο ὑψηλὰ κέρατα· τὸ ἕνα ἦταν ὑψηλότερον τοῦ ἄλλου, τὸ δὲ ὑψηλότερον ἐμεγάλωνε καὶ ὑψώνετο συνεχῶς πρὸς τὰ ἄνῳ.

Δαν. 8,4

καὶ εἶδον τὸν κριὸν κερατίζοντα κατὰ θάλασσαν καὶ βορρᾶν καὶ νότον, καὶ πάντα τὰ θηρία οὐ στήσεται ἐνώπιον αὐτοῦ, καὶ οὐκ ἦν ὁ ἐξαιρούμενος ἐκ χειρὸς αὐτοῦ, καὶ ἐποίησε κατὰ τὸ θέλημα αὐτοῦ καὶ ἐμεγαλύνθη.

Κολιτσάρα

Εἶδα, ὅτι κριὸς αὐτὸς ἐκτυποῦσε μὲ τὰ κέρατά του πρὸς δυσμάς, πρὸς βορρᾶν καὶ πρὸς νὸτον. Κανένα ἀπὸ τὰ θηρία δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀντισταθῇ ἐνώπιόν του, κανεὶς δὲν ἠμποροῦσε νὰ γλυτώσῃ ἀπὸ τὴν δύναμίν του. Ἔκανε ὅ,τι ἤθελε καὶ ἔτσι ἀνεδείχθη ἔνδοξος καὶ μέγας.

Τρεμπέλα

Καὶ εἶδα τὸν κριὸν νὰ κτυπᾷ μὲ τὰ κέρατα πρὸς τὰ δυτικά, πρὸς τὰ βόρεια καὶ πρὸς τὰ νότια· κανένα δὲ ἀπὸ τὰ θηρία δὲν ἦταν δυνατὸν νὰ σταθῇ ἐμπρός του καὶ κανεὶς δὲν ἠμποροῦσε νὰ γλυτώσῃ ἀπὸ αὐτόν· ἔκαμνεν ὅ,τι ἤθελε, καὶ ἔτσι ἔγινε μέγας, ἰσχυρὸς καὶ ἔνδοξος.

Δαν. 8,5

καὶ ἐγὼ ἤμην συνίων καὶ ἰδοὺ τράγος αἰγῶν ἤρχετο ἀπὸ λιβὸς ἐπὶ πρόσωπον πάσης τῆς γῆς καὶ οὐκ ἦν ἁπτόμενος τῆς γῆς, καὶ τῷ τράγῳ κέρας θεωρητὸν ἀναμέσον τῶν ὀφθαλμῶν αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

Ἐγὼ παρατηροῦσα μὲ πολλὴν προσοχήν, καὶ ἰδού, παρουσιάσθη ἔνας τράγος αἰγῶν, ὁ ὁποῖος ἤρχετο ἀπὸ τὰ νοτιοδυτικὰ καὶ προχωροῦσε ἐπάνω εἰς ὅλην τὴν γῆν. Καθὼς δὲ μὲ μεγάλην ταχύτητα ἔτρεχεν, ἐφαίνετο ὅτι δὲν ἤγγιζε τὴν γῆν. Εἶχε δὲ ἀνάμεσα εἰς τοὺς ὀφθαλμούς του ἕνα μεγαλοπρεπὲς ἀξιοπαρατήρητον κέρατον.

Τρεμπέλα

Καθὼς δὲ ἐγὼ ἐσκεπτόμουν τὸ δρᾶμα καὶ παρατηροῦσα μὲ μεγάλην προσοχήν, ἰδού! ἔξαφνα ἐφάνη νὰ ἔρχεται ἕνας τράγος αἰγῶν ὁ τράγος ἐρχόταν ἀπὸ τὰ νοτιοδυτικὰ καὶ ἐπροχωροῦσε (κατακυριεύων) εἰς ὅλην τὴν γῆν. Ἔτρεχε δὲ μὲ τόσην ὁρμήν, ὥστε ἐφαίνετο ὅτι δὲν ἄγγιζε τὴν γῆν! Καὶ εἰς τὸν τράγον αὐτὸν ὑπῆρχε μεταξὺ τῶν ὀφθαλμῶν του ἕνα μεγαλοπρεπές, περίβλεπτον κέρατο.

Δαν. 8,6

καὶ ἦλθεν ἕως τοῦ κριοῦ τοῦ τὰ κέρατα ἔχοντος, οὗ εἶδον, ἑστῶτος ἐνώπιον τοῦ Οὐβὰλ καὶ ἔδραμε πρὸς αὐτὸν ἐν ὁρμῇ τῆς ἰσχύος αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

Αὐτὸς ἦλθε μέχρι τοῦ κριοῦ, ποὺ εἶχε τὰ δέκα κέρατα καὶ τὸν ὁποῖον κριὸν εἶχα ἴδει προηγουμένως νὰ ἵσταται πλησίον τοῦ ποταμοῦ Οὐβάλ. Ἔτρεξεν ἐναντίον αὐτοῦ μὲ ὅλην τὴν ὁρμὴν τῆς δυνάμεώς του.

Τρεμπέλα

Ὁ τράγος ἐκεῖνος ἐπροχώρησε μέχρι τὸν κριὸν ποὺ εἶχε τὰ δύο κέρατα καὶ τὸν ὁποῖον εἶδα νὰ στέκεται κοντὰ εἰς τὸν Οὐβάλ, καὶ ὥρμησεν ἐναντίον του μὲ ὅλην τὴν ὁρμὴν τῆς δυνάμεώς του.

Δαν. 8,7

καὶ εἶδον αὐτὸν φθάνοντα ἕως τοῦ κριοῦ, καὶ ἐξηγριάνθη πρὸς αὐτὸν καὶ ἔπαισε τὸν κριὸν καὶ συνέτριψεν ἀμφότερα τὰ κέρατα αὐτοῦ, καὶ οὐκ ἦν ἰσχὺς τῷ κριῷ τοῦ στῆναι ἐνώπιον αὐτοῦ· καὶ ἔρριψεν αὐτὸν ἐπὶ τὴν γῆν καὶ συνεπάτησεν αὐτόν, καὶ οὐκ ἦν ὁ ἐξαιρούμενος τὸν κριὸν ἐκ χειρὸς αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

Τὸν εἶδα νὰ φθάνῃ μέχρι τοῦ κριοῦ. Ἐξηγριώθη μόλις τὸν ἀντίκρυσε, ἐκτύπησε τὸν κριόν, συνέτριψε καὶ τὰ δύο αὐτοῦ κέρατα καὶ δὲν ὑπῆρχε πλέον δύναμις εἰς τὸν κριόν, νὰ ἀντισταθῇ ἐναντίον αὐτοῦ. Ὁ τράγος τὸν ἔρριψε κατὰ γῆς καὶ τὸν κατεπάτησε καὶ δὲν ὑπῆρχε κανείς, ποὺ νὰ ἔχῃ τὴν δύναμιν, νὰ τὸν γλυτώσῃ ἀπὸ αὐτόν.

Τρεμπέλα

Καὶ εἶδα τὸν τράγον αὐτὸν νὰ φθάνῃ μέχρι τὸν κριόν· ἐξηγριώθη δὲ καὶ ἐμάνη ἐναντίον του καὶ ἐκτύπησε τὸν κριὸν καὶ συνέτριψε τὰ δύο κέρατά του, καὶ δὲν ὑπῆρχε πλέον εἰς τὸν κριὸν δύναμις νὰ ἀντισταθῇ ἐναντίον του. Ὁ τράγος ἔρριψε τὸν κριὸν κατὰ γῆς καὶ τὸν κατεπάτησε· καὶ δὲν ὑπῆρχε κανείς, ὁ ὁποῖος νὰ γλυτώσῃ τὸν κριὸν ἀπὸ αὐτόν.

Δαν. 8,8

καὶ ὁ τράγος τῶν αἰγῶν ἐμεγαλύνθη ἕως σφόδρα, καὶ ἐν τῷ ἰσχῦσαι αὐτὸν συνετρίβη τὸ κέρας αὐτοῦ τὸ μέγα, καὶ ἀνέβη ἕτερα κέρατα τέσσαρα ὑποκάτω αὐτοῦ εἰς τοὺς τέσσαρας ἀνέμους τοῦ οὐρανοῦ.

Κολιτσάρα

Ὁ τράγος αὐτὸς τῶν αἰγῶν ἔγινε μέγας καὶ ἔνδοξος πολύ. Ἀλλὰ καθώς ἔφθασεν εἰς τὴν μεγάλην αὐτὴν δύναμι καὶ δόξαν, συνετρίβη τὸ ἕνα τὸ μεγάλο κέρατον αὐτοῦ. Τότε ἐφύτρωσαν τέσσαρα ἀλλὰ κέρατα ἀντὶ τοῦ ἑνός, ποὺ εἶχε συντριβῇ, καὶ εἶχαν κατεύθυνσιν πρὸς τὰ τέσσαρα σημεῖα τοῦ ὁρίζοντος.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ τράγος ἐκεῖνος τῶν αἰγῶν ἔγινε δυνατὸς καὶ ἔνδοξος πάρα πολύ. Ἀλλ’ ἐνῷ εὑρίσκετο εἰς τὸ ὕψος τῆς δόξης καὶ τῆς δυνάμεως του, τὸ μεγάλο κέρατό του συνετρίβη καὶ εἰς τὴν θέσιν του ἐφύτρωσαν ἄλλα τέσσερα κέρατα, τὰ ὁποῖα εἶχαν κατεύθυνσιν πρὸς τὰ τέσσερα σημεῖα τοῦ ὁρίζοντας.

Δαν. 8,9

καὶ ἐκ τοῦ ἑνὸς αὐτῶν ἐξῆλθε κέρας ἓν ἰσχυρὸν καὶ ἐμεγαλύνθη περισσῶς πρὸς τὸν νότον καὶ πρὸς τὴν ἀνατολὴν καὶ πρὸς τὴν δύναμιν·

Κολιτσάρα

Ἀπὸ ἕνα δὲ ἐξ αὐτῶν τῶν κεράτων ἐβγῆκε ἄλλο πολὺ ἰσχυρὸν κέρας, τὸ ὁποῖον ἐμεγάλωσε ὑπερβολικὰ μὲ κατεύθυνσιν πρὸς νότον καὶ πρὸς ἀνατολὰς καὶ πρὸς τὴν δὺναμιν τὴν μεγάλην.

Τρεμπέλα

Ἀπὸ τὴν ρίζαν δὲ ἐνὸς ἀπὸ αὐτὰ τὰ τέσσερα κέρατα ἀνεπήδησεν «(βλάστησεν) ἕνα ἄλλο κέρατο δυνατόν, τὸ ὁποῖον καὶ ἐμεγάλωσεν ὑπερβολικὰ μὲ κατεύθυνσιν πρὸς τὰ νότια καὶ πρὸς τὰ ἀνατολικὰ καὶ πρὸς (τὴν χώραν μέ) τὴν δύναμιν τὴν μεγάλην.

Δαν. 8,10

καὶ ἐμεγαλύνθη ἕως τῆς δυνάμεως τοῦ οὐρανοῦ, καὶ ἔπεσεν ἐπὶ τὴν γῆν ἀπὸ τῆς δυνάμεως τοῦ οὐρανοῦ καὶ ἀπὸ τῶν ἄστρων, καὶ συνεπάτησαν αὐτά,

Κολιτσάρα

Ὑψώθη ἕως εἰς τὰς δυνάμεις τοῦ οὐρανοῦ. Ἕνα μέρος τῶν δυνάμεων τοῦ οὐρανοῦ καὶ ἕνα μέρος τῶν ἄστρων ἔπεσαν κάτω καὶ κατεπατήθησαν ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους του.

Τρεμπέλα

Ἡ δύναμίς του αὐξήθηκε τόσον πολύ, ὥστε νὰ τολμήσῃ νὰ ἀντιπαραταχθῇ μὲ τὶς δυνάμεις τοῦ οὐρανοῦ (δηλαδὴ μὲ τὸ βασίλειον τοῦ Ἰσραήλ, ποὺ ἀποτελοῦσε, ὅπως τὰ ἄστρα καὶ οἱ ἄγγελοι εἰς τὸν οὐρανόν, τὴν στρατιὰν τοῦ Θεοῦ· ὥστε τὰ ἔβαλε μὲ τὸν Θεόν)· καὶ ἔπεσαν εἰς τὴν γῆν ἕνα μέρος ἀπὸ τὶς δυνάμεις τὸν οὐρανοῦ καὶ ἕνα μέρος ἀπὸ τὰ ἄστρα (δηλαδὴ «πολλὰ ἄστρα τοῦ πνευματικοῦ στερέωματος, πολλοὶ Ἰσραηλῖται, ἐθυσίασαν εἰς τὰ εἴδωλα» ἄρα κατέπεσαν)· οἱ δὲ δυνάμεις (οἱ ἄνθρωποι) τοῦ κέρατος ἐκείνου τὰ κατεπάτησαν.

Δαν. 8,11

καὶ ἕως οὗ ὁ ἀρχιστράτηγος ῥύσεται τὴν αἰχμαλωσίαν, καὶ δι’ αὐτὸν θυσία ἐταράχθη, καὶ ἐγενήθη καὶ κατευωδώθη αὐτῷ, καὶ τὸ ἅγιον ἐρημωθήσεται·

Κολιτσάρα

Ἡ καταπάτησις αὐτὴ θὰ συνεχισθῇ, μέχρις ὅτου ὁ ἀρχιστράτηγος τοῦ Θεοῦ γλυτώσῃ τοὺς ἀνθρώπους τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὴν αἰχμαλωσίαν. Ἐξ αἰτίας τοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ, ποὺ εἰκονίζεται μὲ τὸ μεγάλο κέρατο, διεταράχθησαν αἱ προσφοραὶ τῷ θυσιῶν εἰς τὸ θυσιαστήριρν τῆς Ἱερουσαλήμ, ὑπεδουλώθη αὐτὴ εἰς ἐκεῖνον καὶ ὅλα τὰ κατακτητικὰ ἔργα ἐκείνου κατευωδόθησαν, ὁ δὲ ναὸς τοῦ Θεοῦ ἠρημώθη.

Τρεμπέλα

Ἡ καταπάτησις δὲ αὐτὴ θὰ συνεχίζεται, μέχρις ὅτου ὁ ἀρχιστράτηγος τοῦ Θεοῦ ἐπεμβῇ καὶ γλυτώσῃ τοὺς πιστοὺς καὶ εὐσεβεῖς ἀνθρώπους (τοὺς Ἰουδαίους) ἀπὸ τὴν αἰχμαλωσίαν. Καὶ ἐξ αἰτίας τοῦ ἐγωϊστοῦ καὶ ἀσεβοῦς ἐκεῖνου ἀνθρώπου (ὁ ὁποῖος συμβολίζεται ἀπὸ τὸ ἰσχυρὸν αὐτὸ κέρατο) ἔπαυσαν νὰ προσφέρωνται τακτικὰ οἱ καθημερινὲς θυσίες εἰς τὸν Ναόν, καὶ ὑπήχθησαν εἰς αὐτὸν (ὁ Ναὸς καὶ ἡ Ἱερουσαλήμ)· ἐπέτυχαν δέ, προώδευσαν καὶ ἐκαρποφόρησαν ὅλες οἱ κατακτήσεις καὶ οἱ ἀσεβεῖς ἐνέργειές του, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἐρημωθῇ ὁ ἅγιος Ναὸς τοῦ Θεοῦ.

Δαν. 8,12

καὶ ἐδόθη ἐπὶ τὴν θυσίαν ἁμαρτία, καὶ ἐρρίφη χαμαὶ ἡ δικαιοσύνη, καὶ ἐποίησε καὶ εὐωδώθη.

Κολιτσάρα

Ὁ κακὸς αὐτὸς ἄρχων ἔπραξε κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον καὶ ἐπέτυχεν εἰ τὰς ἐνεργείας του, διότι οἱ προσφέροντες κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην θυσίαν πρὸς τὸ Θεὸν ἠμάρταναν καὶ ἐποδοπατεῖτο ἐκ μέρους αὐτῶν τῶν ἰδίων κάθε δίκαιον Θεοῦ

Τρεμπέλα

Ἐπειδὴ δὲ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι προσέφεραν τότε θυσίες ἁμάρταναν, καὶ ἐπειδὴ ἐπεριφρονήθη καὶ ἐποδοπατήθη κάθε ἔννοια δικαίου καὶ ἀρετῆς, ὁ ἀσεβὴς ἄρχων, ποὺ ἐσυμβολίζετο ἀπὸ τὸ δυνατὸν ἐκεῖνο κέρατο, ἐπραγματοποίησε τὰ σχέδιά του καὶ ἐπέτυχε τοὺς ἀνόμους σκοπούς του.

Δαν. 8,13

καὶ ἤκουσα ἑνὸς ἁγίου λαλοῦντος, καὶ εἶπεν εἷς ἅγιος τῷ φελμουνὶ τῷ λαλοῦντι· ἕως πότε ἡ ὅρασις στήσεται, ἡ θυσία ἡ ἀρθεῖσα καὶ ἡ ἁμαρτία ἐρημώσεως ἡ δοθεῖσα, καὶ τὸ ἅγιον καὶ ἡ δύναμις συμπατηθήσεται;

Κολιτσάρα

Ἤκουσα τότε ἕνα ἅγιον νὰ ὁμιλῇ. Ἕνας δὲ ἅγιος εἶπεν εἰς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ὠμιλοῦσε· «μέχρι πότε θὰ σταματήσου τὰ συμβολιζόμενα διὰ τῆς ὁράσεως αὐτῆς; Ἕως πότε θὰ ἐκταθῇ ἡ κατάπαυσις τῆς θυσίας καὶ ἡ ἐξ αἰτίας τῆς τιμωρίας ἐρήμωσις τῆς περιοχῆς; Ἕως πότε ὁ ἅγιος ναὸς καὶ τὸ θυσιαστήριόν του, ὅπως ἐπίσης καὶ ἡ δύναμις τοῦ ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ, θὰ καταπατῶνται ὅλα ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς;»

Τρεμπέλα

Τότε ἄκουσα ἕνα ἅγιον (ἄγγελον) νὰ ὁμιλῇ. Καὶ ἕνας ἄλλος ἅγιος (ἄγγελος) εἶπεν εἰς ἐκεῖνον ποὺ ὠμιλοῦσε: «Μέχρι πότε θὰ διαρκέσουν, πότε θὰ παύσουν αὐτὰ τὰ ὁποῖα συμβολίζονται μὲ τὴν ὅρασιν ποὺ βλέπω; (Δηλαδή) μέχρι πότε θὰ συνεχισθῇ ἡ κατάπαυσις τῆς προσφορᾶς θυσιῶν καὶ ἡ ἐρήμωσις τοῦ Ναοῦ τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἦλθεν ὡς ἀποτέλεσμα τῆς ἀσεβείας καὶ ἁμαρτίας; Ἕως πότε ὁ ἅγιος Ναός (μὲ τὸ θυσιαστήριόν του) καὶ ἡ δύναμις (τοῦ εὐσεβοῦς Ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ) θὰ καταπατῶνται ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς;»

Δαν. 8,14

καὶ εἶπεν αὐτῷ· ἕως ἑσπέρας καὶ πρωῒ ἡμέραι δισχίλιαι καὶ τριακόσιαι, καὶ καθαρισθήσεται τὸ ἅγιον. -

Κολιτσάρα

Καὶ ἐκεῖνος ἀπήντησε· «ἕως ὅτου περάσουν διαδοχικῶς δύο χιλιάδες τριακόσια ἡμερονύκτια. Τότε θὰ καθαρισθῇ ὁ ναὸς τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὴν βεβήλωσιν».

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ πρῶτος ἅγιος ἄγγελος ἀπάντησε εἰς αὐτὸν καὶ τοῦ εἶπε: «Μέχρις ὅτου περάσουν διαδοχικῶς δύο χιλιάδες τριακόσια ἡμερονύκτια· τότε θὰ καθαρισθῇ ὁ Ναός (μὲ τὸ θυσιαστήριον) ἀπὸ τὴν βεβήλωσιν καὶ θὰ ἀνακτήσῃ τὰ δικαιώματά του».

Δαν. 8,15

Καὶ ἐγένετο ἐν τῷ ἰδεῖν με, ἐγὼ Δανιήλ, τὴν ὅρασιν καὶ ἐζήτουν σύνεσιν, καὶ ἰδοὺ ἔστη ἐνώπιον ἐμοῦ ὡς ὅρασις ἀνδρός.

Κολιτσάρα

Ἐγώ, ὁ Δανιήλ, ὅταν εἶδα τὸ ὅραμα, ἐσκεπτόμην καὶ προσπαθοῦσα νὰ κατανοήσω τὴν σημασίαν αὐτοῦ καὶ ἰδού, ἐστάθη πλησίον μου κάποιος, ὁ ὁποῖος εἶχε τὴν ἐμφάνισιν ἀνδρός.

Τρεμπέλα

Συνέβη δὲ τοῦτο: Καθὼς ἐγὼ ὁ Δανιὴλ ἔβλεπα τὴν ὅρασιν καὶ ἐπροσπαθοῦσα νὰ καταλάβω τὸ νόημά της, ἰδού! Ἐστάθη ἐμπρός μου κάποιος ποὺ ἔμοιαζε μὲ ἄνδρα.

Δαν. 8,16

καὶ ἤκουσα φωνὴν ἀνδρὸς ἀναμέσον τοῦ Οὐβάλ, καὶ ἐκάλεσε καὶ εἶπε· Γαβριήλ, συνέτισον ἐκεῖνον τὴν ὅρασιν.

Κολιτσάρα

Καὶ ἤκουσα τὴν φωνὴν ἑνὸς ἀνδρός, ὁ ὁποῖος ἐστέκετο ἐν μέσῳ τοῦ ποταμοῦ Οὐβάλ, ἡ ὁποία φωνὴ ἐφώναξε καὶ εἶπε· «Γαβριήλ, ἐξήγησε εἰς αὐτὸν τὸ ὅραμα ἐκεῖνο».

Τρεμπέλα

Καὶ ἄκουσα τὴν φωνὴν ἐνὸς ἀνδρὸς μεταξὺ τῶν ὀχθῶν τοῦ ποταμοῦ Οὐβάλ, ἡ ὁποία ἐφώναξε καὶ εἶπε: «Γαβριήλ, ἐρμήνευσε εἰς ἐκεῖνον τὸ νόημα τῆς ὁράσεως!»

Δαν. 8,17

καὶ ἦλθε καὶ ἔστη ἐχόμενος τῆς στάσεώς μου, καὶ ἐν τῷ ἐλθεῖν αὐτὸν ἐθαμβήθην, καὶ πίπτω ἐπὶ πρόσωπόν μου, καὶ εἶπε πρός με· σύνες, υἱὲ ἀνθρώπου· ἔτι γὰρ εἰς καιροῦ πέρας ἡ ὅρασις.

Κολιτσάρα

Αὐτὸς ἦλθε καὶ ἐστάθη πολὺ κοντά μου. Ὅταν δὲ μὲ ἐπλησίασεν, ἐγὼ κατελήφθην ἀπὸ δέος καὶ θαυμασμὸν καὶ ἔπεσα ἀμέσως πρηνὴς μὲ τὸ πρόσωπόν μου κάτω εἰς τὴν γῆν. Ἐκεῖνος δὲ μοῦ εἶπε· «Υἱὲ ἀνθρώπου, κατανόησε τοῦτο· ὅτι ἡ ὅρασις ἀποκαλύπτει τὸ τέλος τοῦ καιροῦ, τοῦ καιροῦ τῆς βασιλείας τῶν θηρίων»,

Τρεμπέλα

Καὶ (ὁ Γαβριήλ) ἦλθε καὶ ἐστάθη πλησίον μου· ὅταν δὲ μὲ ἐπλησίασεν, ἐκυριεύθηκα ἀπὸ ὑπερβολικὸν θαυμασμόν, μεγάλην ἔκπληξιν καὶ φόβον καὶ ἔπεσα ἀμέσως κάτω μὲ τὸ πρόσωπον κατὰ γῆς (μπρούμυτα). Ἐκεῖνος δὲ μοῦ εἶπεν: «Υἱὲ ἀνθρώπου, ἐννήησε τοῦτο: Ἡ ὅρασις δὲν θὰ ἐκπληρωθῇ ἐπὶ τοῦ παρόντος· ἡ ὅρασις αὐτὴ ἀποκαλύπτει τὸ τέλος τοῦ καιροῦ (ἤ: Ἡ ὅρασις ἀναφέρεται εἰς τὰ ἔσχατα χρόνια), κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ τελειώσῃ ἡ βασιλεία τῶν θηρίων καὶ θὰ ἀναλάβουν πλέον τὴν ἐξουσίαν οἱ ἅγιοι τοῦ Ὑψίστου».

Δαν. 8,18

καὶ ἐν τῷ λαλεῖν αὐτὸν μετ’ ἐμοῦ πίπτω ἐπὶ πρόσωπόν μου ἐπὶ τὴν γῆν, καὶ ἥψατό μου καὶ ἔστησέ με ἐπὶ πόδας

Κολιτσάρα

Ὅταν ἐκεῖνος μοῦ ὠμιλοῦσε, ἐγὼ εἶχα πέσει πρηνὴς μὲ τὸ πρόσωπον εἰς τὸ ἔδαφος, μὲ ἤγγισε, μὲ ἐσήκωσε εἰς τὰ ποδια μου

Τρεμπέλα

Καὶ καθὼς ἐκεῖνος μοῦ ὠμιλοῦσε, ἐγὼ ἀπὸ τὴν κατάπληξιν καὶ τὸν φόβον ἔπεσα κάτω μὲ τὸ πρόσωπόν μου κατὰ γῆς, ἐκεῖνος ὅμως μὲ ἄγγισε καὶ μὲ ἐσήκωσεν εἰς τὰ πόδια μου

Δαν. 8,19

καὶ εἶπεν· ἰδοὺ ἐγὼ γνωρίζω σοι τὰ ἐσόμενα ἐπ’ ἐσχάτων τῆς ὀργῆς· ἔτι γὰρ εἰς καιροῦ πέρας ἡ ὅρασις.

Κολιτσάρα

καὶ μοῦ εἶπε· «ἰδού, ἐγὼ θὰ καταστήσω εἰς σὲ γνωστὰ αὐτά, τὰ ὁποῖα θὰ συμβοῦν, ὅταν θὰ λάβῃ τέλος ἡ τιμωρὸς θεία ὀργή. Τὰ σημαινόμενα διὰ τοῦ ὁράματος συμβολίζουν τὸ πέρας τῆς κυριαρχίας τῶν θηρίων.

Τρεμπέλα

καὶ μοῦ εἶπεν: «Ἰδού! Ἐγὼ θὰ σοῦ καταστήσω γνωστὰ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα θὰ γίνουν, ὅταν τελειώσῃ ἡ τιμωρητικὴ ὀργὴ τοῦ Θεοῦ. Διότι ἡ ὅρασις δὲν θὰ ἐκπληρωθῇ ἐπὶ τὸν παρόντος· ἡ ὅρασις αὐτὴ ἀποκαλύπτει τὸ τέλος τοῦ καιροῦ (ἤ: Ἡ ὅρασις ἀναφέρεται εἰς τὰ ἔσχατα χρόνια), κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ τελειώσῃ ἡ βασιλεία τῶν θηρίων, μετὰ τὴν πάροδον τῆς ὀργῆς, καὶ θὰ ἀναλάβουν πλέον τὴν ἐξουσίαν οἱ ἅγιοι τοῦ Ὑψίστου.

Δαν. 8,20

ὁ κριός, ὃν εἶδες, ὁ ἔχων τὰ κέρατα βασιλεὺς Μήδων καὶ Περσῶν.

Κολιτσάρα

Ὁ κριός, τὸν ὁποῖον εἶδες εἶναι ὁ βασιλεὺς τῶν Μήδων καὶ τῶν Περσῶν.

Τρεμπέλα

Ὁ κριὸς ποὺ εἶδες, ὁ ὁποῖος εἶχε τὰ δύο κέρατα, εἶναι ὁ βασιλιᾶς τῶν Μήδων καὶ Περσῶν.

Δαν. 8,21

ὁ τράγος τῶν αἰγῶν βασιλεὺς Ἑλλήνων· καὶ τὸ κέρας τὸ μέγα, ὃ ἦν ἀναμέσον τῶν ὀφθαλμῶν αὐτοῦ, αὐτός ἐστιν ὁ βασιλεὺς ὁ πρῶτος.

Κολιτσάρα

Ὁ τράγος τῶν αἰγῶν εἶναι ὁ βασιλεὺς τῶν Ἑλλήνων. Τὸ μεγάλο κέρας, τὸ ὁποῖον ἦτο ἀνάμεσα εἰς τοὺς ὀφθαλμούς του, αὐτὸς εἶναι ὁ πρῶτος καὶ μέγας βασιλεὺς τῶν Ἑλλήνων.

Τρεμπέλα

Ὁ τράγος τῶν αἰγῶν εἶναι ὁ βασιλιᾶς τῶν Ἑλλήνων τὸ δὲ μεγάλο κέρατο, τὸ ὁποῖον ἦταν μεταξὺ τῶν ὀφθαλμῶν του, αὐτὸς εἶναι ὁ πρῶτος καὶ μέγας βασιλιᾶς τῶν Ἑλλήνων.

Δαν. 8,22

καὶ τοῦ συντριβέντος, οὗ ἔστησαν τέσσαρα κέρατα ὑποκάτω, τέσσαρες βασιλεῖς ἐκ τοῦ ἔθνους αὐτοῦ ἀναστήσονται καὶ οὐκ ἐν τῇ ἰσχύϊ αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

Ἡ συντριβὴ τοῦ μεγάλου αὐτοῦ κέρατος καὶ τὰ τέσσαρα ἄλλα, τὰ ὁποῖα ἀντ’ αὐτοῦ ἐφύτρωσαν, ὑποδηλώνουν τέσσαρας βασιλεῖς ἀπὸ τὸ ἔθνος αὐτό, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐγερθοῦν, χωρὶς ὅμως νὰ ἔχουν καὶ τὴν δύναμιν τοῦ πρώτου.

Τρεμπέλα

(Ἡ ἔννοια) τοῦ κέρατος, τὸ ὁποῖον συνετρίβη καὶ εἰς τὴν θέσιν τοῦ ὁποίου ἀνεπήδησαν ἄλλα τέσσερα κέρατα, εἶναι ἡ ἑξῇς: Ἀπὸ τὸ ἔθνος τοῦ βασιλιᾶ αὐτοῦ θὰ ἀναδυθοῦν τέσσερις βασιλεῖς, οἱ ὁποῖοι ὅμως δὲν θὰ ἔχουν καὶ τὴν δύναμιν τοῦ πρώτου καὶ μεγάλου βασιλιᾶ τῶν Ἑλλήνων.

Δαν. 8,23

καὶ ἐπ’ ἐσχάτων τῆς βασιλείας αὐτῶν, πληρουμένων τῶν ἁμαρτιῶν αὐτῶν, ἀναστήσεται βασιλεὺς ἀναιδὴς προσώπῳ καὶ συνίων προβλήματα.

Κολιτσάρα

Κατὰ τὸ τέλος τῆς βασιλείας αὐτῶν, ὅταν πλέον θὰ ἔχουν φθάσει εἰς τὴν πληρότητά των αἱ ἁμαρτίαι τῶν ἀποστατῶν Ἰουδαίων, θὰ ἐμφανισθῇ ἔνας ἀδιάντροπος βασιλεύς, πανοῦργος καὶ πολυμήχανος.

Τρεμπέλα

Εἰς τὸ τέλος δὲ τῆς βασιλείας τῶν τεσσάρων αὐτῶν βασιλέων (διαδόχων τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου), ὅταν φθάσουν εἰς τὸ ὕψιστον σημεῖον τῆς ἀσεβείας καὶ παρανομήσουν πέρα ἀπὸ τὸ μέτρον τῆς θείας μακροθυμίας, θὰ ἐμφανισθῇ ἕνας βασιλιᾶς ἀσεβής, αὐθάδης, θρασύς, ἀδιάντροπος καὶ ἐπὶ πλέον πανοῦργος, ἐφευρετικὸς εἰς τὸ κακὸν καὶ πολυμήχανος.

Δαν. 8,24

καὶ κραταιὰ ἡ ἰσχὺς αὐτοῦ καὶ θαυμαστὰ διαφθερεῖ καὶ κατευθυνεῖ καὶ ποιήσει καὶ διαφθερεῖ ἰσχυροὺς καὶ λαὸν ἅγιον.

Κολιτσάρα

Θὰ ἔχῃ μεγάλην δύναμιν, θὰ ἐπιφέρῃ ἀδιηγήτου καταοτροφάς. Θὰ φέρῃ εἰς πέρας τὰς ἐνεργείας του. Θὰ πράττῃ ὅ,τι θέλει καὶ θὰ καταστρέψῃ ἰσχυροὺς λαοὺς καὶ αὐτὸν ἀκόμη τὸν ἅγιον λαὸν τοῦ Θεοῦ.

Τρεμπέλα

Ἡ δύναμίς του θὰ εἶναι μεγάλη καὶ θὰ προξενήσῃ ἀνεκδιήγητες καταστροφές· θὰ ἐπιτυγχάνῃ εἰς τὶς ἐνέργειές του καὶ θὰ κάνῃ ὅ,τι θέλει· θὰ καταστρέφῃ λαοὺς ἰσχυροὺς καὶ τὸν ἅγιον λαὸν τοῦ Θεοῦ (τοὺς Ἰσραηλίτες).

Δαν. 8,25

καὶ ὁ ζυγὸς τοῦ κλοιοῦ αὐτοῦ κατευθυνεῖ· δόλος ἐν τῇ χειρὶ αὐτοῦ, καὶ ἐν καρδίᾳ αὐτοῦ μεγαλυνθήσεται καὶ δόλῳ διαφθερεῖ πολλοὺς καὶ ἐπὶ ἀπωλείας πολλῶν στήσεται καὶ ὡς ὠὰ χειρὶ συντρίψει.

Κολιτσάρα

Ὁ ζυγὸς τῆς τυρανικῆς ὑποταγῆς θὰ, ἐπεκταθῇ ἐπιτυχῶς εἰς λαούς. Θὰ ἐνεργῇ μετὰ δολιότητος, θὰ ἀλαζονευθῇ κατὰ τῇ καρδίαν αὐτοῦ καὶ διὰ τῆς πανουργίας καὶ τῶν μηχανορραφιῶν του θὰ καταστρὲψη πολλούς. Ἐπάνω δὲ εἰς τὰ ἐρείπια πολλῶν θὰ σταθῇ αὐτὸς ὑπερήφανος. Θὰ συντρίβῃ τοὺς ἄλλους, μὲ ὅσην εὐκολίαν σπάζει κανεὶς ἕνα αὐγό.

Τρεμπέλα

Ὁ βαρὺς καὶ τυραννικὸς ζυγὸς τῆς βασιλείας του θὰ ἐπιβληθῇ ἐπιτυχῶς εἰς τοὺς λαοὺς ἐπὶ τῶν ὁποίων θὰ κυριαρχήσῃ. Θὰ ἐνεργῇ μὲ πανουργίαν καὶ ὑπουλότητα· θὰ ὑπερηφανευθῇ δὲ τόσον, ὥστε θὰ θεωρήσῃ τὸν ἑαυτόν του μέγιστον ὅλων τῶν ἀνθρώπων, μὲ δόλον δὲ καὶ μὲ ἀπάτην θὰ καταστρέφῃ πολλούς. Καὶ θὰ σταθῇ ὄρθιος πατώντας ἐπάνω εἰς τὰ ἐρείπια καὶ τὰ πτώματα πολλῶν. Θὰ ἐργάζεται δὲ τὸ καταστροφικόν του ἔργον μὲ τόσην εὐκολίαν, μὲ ὅσην συντρίβει κανεὶς εἰς τὸ χέρι του αὐγά!

Δαν. 8,26

καὶ ἡ ὅρασις τῆς ἑσπέρας καὶ τῆς πρωΐας τῆς ῥηθείσης ἀληθής ἐστι· καὶ σὺ σφράγισον τὴν ὅρασιν, ὅτι εἰς ἡμέρας πολλάς.

Κολιτσάρα

Τὸ ὅραμα τῶν δυο χιλιάδων τριακοσίων ἡμερονυκτίων ἔχει καὶ αὐτὸ τὸ νόημά του, εἶναι ἀληθὲς. Σὺ ὅμως τήρησε σιγήν, κράτησε ἀνερμήνευτον τὴν ὅρασιν αὐτήν, διότι ἀναφέρεται εἰς ἕνα ἀπτομακρυσμένον χρονικὸν διὰστημα».

Τρεμπέλα

Καὶ ἡ ὅρασις τῶν δύο χιλιάδων τριακοσίων ἡμερονυκτίων, ἡ ὁποία σοῦ ἀπεκαλύφθη, εἶναι ἀναμφιβόλως ἀληθινή. Ἐπειδὴ ὅμως ὁ ἐν τῷ μεταξὺ χρόνος εἶναι μακρός, σὺ τήρησε σιωπήν, διατήρησε τὴν ὅρασιν ἀσαφῆ διὰ τοὺς πολλούς, διότι αὐτὴ ἀναφέρεται εἰς ἐποχήν, ἡ ὁποία θὰ βραδύῃη πολὺ νὰ ἔλθῃ».

Δαν. 8,27

καὶ ἐγὼ Δανιὴλ ἐκοιμήθην καὶ ἐμαλακίσθην ἡμέρας καὶ ἀνέστην καὶ ἐποίουν τὰ ἔργα τοῦ βασιλέως· καὶ ἐθαύμαζον τὴν ὅρασιν, καὶ οὐκ ἦν ὁ συνίων.

Κολιτσάρα

Ἔπειτα ἀπὸ τὰς ὁράσεις αὐτὰς ἐγώ, ὁ Δανιήλ, ἔπεσα εἰς τεταραγμὲνον ὕπνον, ἠσθένησα ἐπὶ μερικὰς ἡμέρας ἔπειτα ἀπὸ τὰς ὁποίας ἐσηκώθην καὶ ἐξετέλουν, ὅπως συνήθως, τὰ ἔργα τοῦ βασιλέως. Ἀνελογιζόμην ὅμως μὲ θαυμασμὸν αὐτά, τὰ ὁποῖα εἶδα καὶ ἤκουσα, χωρὶς καὶ νὰ ἠμπορῶ νὰ εἰσχωρήσω εἰς τὸ πλῆρες νόημά των.

Τρεμπέλα

Ἐγὼ δὲ ὁ Δανιήλ, μετὰ τὴν ὅρασιν αὐτὴν καὶ ἀφοῦ ἔμαθα τὶς συμφορὲς οἱ ὁποῖες ἐπρόκειτο νὰ πλήξουν τὸν Ἰσραηλιτικὸν λαόν, ἐλυπήθηκα καὶ ἐμελαγχόλησα καὶ ἐκοιμήθηκα γεμᾶτος ταραχὴν καὶ ἀρρώστησα ἐπὶ μερικὲς ἡμέρες. Κατόπιν ὅμως ἐσηκώθηκα καὶ ἄρχισα νὰ διεκπεραιώνω τὶς ὑποθέσεις τοῦ βασιλιᾶ, χωρὶς νὰ γνωρίζῃ κανεὶς τὴν αἰτίαν τῆς ἀρρώστιας μου. Ἤμουν δὲ γεμᾶτος ἔκπληξιν, ἀπορίαν καὶ θαυμασμὸν δι’ ὅσα εἶδα καὶ ἄκουσα εἰς τὴν ὅρασιν ποὺ μοῦ ἀπεκαλύφθη· ἀλλὰ δὲν ἠμποροῦσα νὰ ἐννοήσω πλήρως τὸ νόημά των, διότι δὲν ἦταν δυνατὸν νὰ μοῦ δοθῇ σαφὴς ἑρμηνεία τοῦ νοήματος τῆς ὁράσεως ἀπὸ κάποιον ἄνθρωπον.

Κεφάλαιο 9

Δαν. 9,1

Ἐν τῷ πρώτῳ ἔτει Δαρείου τοῦ υἱοῦ Ἀσουήρου ἀπὸ τοῦ σπέρματος τῶν Μήδων, ὃς ἐβασίλευσεν ἐπὶ βασιλείαν Χαλδαίων,

Κολιτσάρα

Κατὰ τὸ πρῶτον ἔτος τῆς βασιλείας τοῦ Δαρείου, Βασιλέως τῶν Χαλδαίων, ὁ ὁποῖος ἦτο υἱὸς τοῦ Ἀσουήρου, ἀπὸ τὸ γένος τῶν Μήδων,

Τρεμπέλα

Κατὰ τὸ πρῶτον ἔτος τῆς βασιλείας τοῦ Δαρείου, υἱοῦ τοῦ Ἀσουήρου, ποὺ κατήγετο ἀπὸ τὴν φυλὴν τῶν Μήδων, καὶ ὁ ὁποῖος (Δαρεῖος) ἐβασίλευσεν (ὡς ἐκπρόσωπος ἄλλον) εἰς τὸ βασίλειον τῶν Χαλδαίων·

Δαν. 9,2

ἐν ἔτει ἑνὶ τῆς βασιλείας αὐτοῦ ἐγὼ Δανιὴλ συνῆκα ἐν ταῖς βίβλοις τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐτῶν, ὃς ἐγενήθη λόγος Κυρίου πρὸς Ἱερεμίαν τὸν προφήτην εἰς συμπλήρωσιν ἐρημώσεως Ἱερουσαλήμ, ἑβδομήκοντα ἔτη.

Κολιτσάρα

κατὰ τὸ πρῶτον, λοιπόν, ἔτος τῆς βασιλείας του, ἐγώ, ὁ Δανιὴλ ἐμελέτησα μὲ πολλὴν προσοχὴν τὰ ἱερὰ βιβλία καὶ εἰδικώτερα τὸ σημεῖον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀνεφέρετο εἰς τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐτῶν, ποὺ εἶχεν ἀποκαλυφθῆ εἰς τὸν προφήτην Ἱερεμίαν διὰ λόγου Θεοῦ, καὶ σύμφωνα πρὸς τὸν ὁποῖον προφητικὸν λόγον, θὰ διαρκοῦσε ἡ ἐρήμωση τῆς Ἱερουσαλὴμ ἐπὶ ἑβδομήκοντα ἔτη.

Τρεμπέλα

κατὰ τὸ πρῶτον λοιπὸν ἔτος τῆς βασιλείας του ἐγὼ ὁ Δανιὴλ ἐνόησα ἀπὸ τὴν προσεκτικὴν μελέτην τῶν ἱερῶν βιβλίων ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐτῶν - ὅπως ἀπεκαλύφθη ἀπὸ τὸν Θεὸν εἰς τὸν προφήτην Ἱερεμίαν - κατὰ τὰ ὁποῖα θὰ διαρκοῦσε ἡ ἐρήμωσις τῆς Ἱερουσαλήμ, ἦσαν ἑβδομῆντα ἔτη.

Δαν. 9,3

καὶ ἔδωκα τὸ πρόσωπόν μου πρὸς Κύριον τὸν Θεὸν τοῦ ἐκζητῆσαι προσευχὴν καὶ δεήσεις ἐν νηστείαις καὶ σάκκῳ καὶ σποδῷ·

Κολιτσάρα

Ἔστρεψα τότε ἐγὼ τὸ πρόσωπόν μου καὶ τὴν καρδίαν μου πρὸς Κύριον τὸν Θεόν, διὰ νὰ τοῦ ὑποβάλω θερμὴν προσευχὴν καὶ ἰκεσίας, μὲ νηστείας, φορῶν σάκκον καὶ καθήμενος ἐπάνω εἰς στάκτην.

Τρεμπέλα

Τότε ἐτόλμησα νὰ στρέψω μὲ ἁγίαν προσμονὴν καὶ ἐγκαρτέρησιν τὸ πρόσωπόν μου καὶ τὴν καρδιά μου πρὸς Κύριον τὸν Θεόν, διὰ νὰ προσευχηθῶ καὶ νὰ τὸν ἱκετεύσω μὲ νηστεῖες, μὲ συντριβὴν καὶ μετάνοιαν, φορώντας τρίχινον πένθιμον ἔνδυμα καὶ καθισμένος ἐπάνω εἰς στάχτην.

Δαν. 9,4

καὶ προσευξάμην πρὸς Κύριον τὸν Θεόν μου καὶ ἐξωμολογησάμην καὶ εἶπα· Κύριε ὁ Θεὸς ὁ μέγας καὶ θαυμαστός, ὁ φυλάσσων τὴν διαθήκην σου καὶ τὸ ἔλεός σου τοῖς ἀγαπῶσί σε καὶ τοῖς φυλάσσουσι τὰς ἐντολάς σου,

Κολιτσάρα

Προσηυχήθην πρὸς Κύριον τὸν Θεόν μου, ἀφῆκα νὰ ἐκχυθῇ τὸ περιεχόμενον τῆς καρδίας μου καὶ εἶπα πρὸς αὐτόν· «Κύριε, σὺ ποὺ εἶσαι ὁ μέγας καὶ θαυμαστὸς Θεός, ὁ ὁποῖος τηρεῖς τὴν διαθήκην σου καὶ τὸ ἔλεός σου εἰς ἐκείνους, ποὺ σὲ ἀγαποῦν καὶ προσπαθοῦν νὰ τηροῦν τὰς ἐντολάς σου, ἄκουσε τὴν ἐξομολόγησίν μου.

Τρεμπέλα

Καὶ προσευχήθηκα πρὸς Κύριον τὸν Θεόν μου, ἐξομολογούμενος δὲ τὸ ἐσωτερικὸν περιεχόμενον τῆς καρδιᾶς μου εἶπα πρὸς Αὐτόν: «Κύριε, Σὺ ὁ ὁποῖος εἶσαι ὁ Θεὸς ὁ μέγας καὶ θαυμαστός, Σὺ ὁ ὁποῖος τηρεῖς τὴν διαθήκην σου (μένεις πιστὸς εἰς τὶς ὑποσχέσεις σου) καὶ τὸ ἔλεός σου εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι Σὲ ἀγαποῦν καὶ ἐφαρμόζουν τὶς ἐντολὲς καὶ τὰ προστάγματά σου,

Δαν. 9,5

ἡμάρτομεν, ἠδικήσαμεν, ἠνομήσαμεν καὶ ἀπέστημεν καὶ ἐξεκλίναμεν ἀπὸ τῶν ἐντολῶν σου καὶ ἀπὸ τῶν κριμάτων σου.

Κολιτσάρα

Ἡμαρτήσαμεν πράγματι, διεπράξαμεν ἀδικίας, παρέβημεν τὸν Νόμον σου, ἀπεμακρύνθημεν ἀπὸ σέ, ἐξεκλίναμεν ἀπὸ τὰς ἐντολάς σου καὶ ἀπὸ τὰ προστάγματά σου.

Τρεμπέλα

(ὁμολογοῦμεν ὅτι) ἁμαρτήσαμε, διεπράξαμεν ἀδικίες, ἔχομεν παραβῆ τὸν ἅγιον νόμον σου καὶ ἀπεστατήσαμεν ἀπὸ Σὲ καὶ παρεξεκλίναμεν ἀπὸ τὶς ἅγιες ἔντολές σου καὶ ἀπὸ τὶς ἀποφάνσεις καὶ τὶς δίκαιες κρίσεις σου.

Δαν. 9,6

καὶ οὐκ εἰσηκούσαμεν τῶν δούλων σου τῶν προφητῶν, οἳ ἐλάλουν ἐν τῷ ὀνόματί σου πρὸς τοὺς βασιλεῖς ἡμῶν καὶ ἄρχοντας ἡμῶν καὶ πατέρας ἡμῶν, καὶ πρὸς πάντα τὸν λαὸν τῆς γῆς.

Κολιτσάρα

Δὲν ὑπηκούσαμεν εἰς τοὺς δούλους σου τοὺς προφήτας, οἱ ὁποῖοι ἐξ ὀνόματός σου ὠμιλοῦσαν πρὸς τοὺς βασιλεῖς καὶ πρὸς τοὺς ἄρχοντας ἡμῶν καὶ τοὺς προγόνους ἡμῶν καὶ πρὸς ὅλον τὸν ἰσραηλιτικὸν λαὸν τῆς χώρας.

Τρεμπέλα

Καὶ δὲν ὑπακούσαμε εἰς τοὺς δούλους σου τοὺς Προφήτας, οἱ ὁποῖοι ὡμιλοῦσαν ἐξ ὀνόματός σου πρὸς τοὺς βασιλεῖς μας καὶ πρὸς τοὺς ἄρχοντάς μας καὶ πρὸς τοὺς προγόνους μας καὶ πρὸς ὅλον τὸν λαὸν τῆς χώρας μας.

Δαν. 9,7

σοὶ Κύριε ἡ δικαιοσύνη, καὶ ἡμῖν ἡ αἰσχύνη τοῦ προσώπου ὡς ἡ ἡμέρα αὕτη, ἀνδρὶ Ἰούδα καὶ τοῖς ἐνοικοῦσιν ἐν Ἱερουσαλὴμ καὶ παντὶ Ἰσραήλ, τοῖς ἐγγὺς καὶ τοῖς μακρὰν ἐν πάσῃ τῇ γῇ, οὗ διέσπειρας αὐτοὺς ἐκεῖ, ἐν ἀθεσίᾳ αὐτῶν, ᾗ ἠθέτησαν.

Κολιτσάρα

Εἰς σέ, Κύριε, ὑπάρχει ἡ δικαιοσύνη καὶ εἰς ἡμᾶς ἡ καταισχύνη εἰς τὰ πρόσωπά μας, ὅπως μαρτυρεῖ ἡ περίοδος αὐτὴ τῆς δουλείας μας· εἰς κάθε Ἰουδαῖον, εἰς αὐτούς ποὺ κατοικοῦν τὴν Ἱερουσαλήμ, εἰς κάθε Ἰσραηλίτην, εἰς ὅλους ὅσοι εὑρίσκονται πλησίον ἢ μακράν, εἰς ὅλα τὰ μέρη, ὅπου σύ, ἐν τῇ δικαιοσύνῃ σου, τοὺς διεσκόρπισες, ἐξ αἰτίας τῶν παραβάσεων, τὰς ὁποίας αὐτοὶ διέπραξαν.

Τρεμπέλα

Εἰς Σέ, Κύριε, ἀνήκει καὶ ὑπάρχει ἡ δικαιοσύνη, ἐνῷ εἰς ἡμᾶς ἡ καταισχύνῃ, ἡ ὁποία μᾶς ἀναγκάζει νὰ ρίπτωμεν κάτω κατακόκκινον ἀπὸ ἐντροπὴν τὸ πρόσωπόν μας, ὅπως μαρτυρεῖ ἡ περίοδος αὐτὴ τῆς αἰχμαλωσίας καὶ δουλείας μας εἰς τοὺς Βαβυλωνίους· εἰς ἡμᾶς, δηλαδὴ εἰς κάθε Ἰουδαῖον, καὶ εἰς αὐτοὺς ποὺ κατοικοῦν εἰς τὴν Ἱερουσαλὴμ καὶ εἰς ὅλους τοὺς Ἰσραηλίτες καὶ εἰς αὐτοὺς οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται πλησίον ἢ μακριὰ εἰς ὅλες τὶς χῶρες τῆς γῆς, ὅπου τοὺς διεσκόρπισες ἐξ αἰτίας τῆς προδοσίας, ἀπιστίας καὶ παραβάσεως τῶν ἱερῶν συνθηκῶν, ποὺ διέπραξαν.

Δαν. 9,8

ἐν σοὶ Κύριέ ἐστιν ἡμῶν ἡ δικαιοσύνη καὶ ἡμῖν ἡ αἰσχύνη τοῦ προσώπου καὶ τοῖς βασιλεῦσιν ἡμῶν καὶ τοῖς ἄρχουσιν ἡμῶν καὶ τοῖς πατράσιν ἡμῶν, οἵτινες ἡμάρτομέν σοι.

Κολιτσάρα

Εἰς σέ, Κύριε, ὑπάρχει ἡ δικαιοσύνη, τῆς ὁποίας καὶ ἡμεῖς τιμωρούμενοι λαμβάνομεν πεῖραν. Εἰς ἡμᾶς δὲ ὑπάρχει ἡ καταισχύνη τοῦ προσώπου μας· εἰς τοὺς βασιλεῖς μας, εἰς τοὺς ἄρχοντάς μας, εἰς τοὺς προγόνους μας, εἰς ὅλους μας, οἱ ὁποῖοι ἡμαρτήσαμεν ἀπέναντί σου.

Τρεμπέλα

Εἰς Σέ, Κύριε, ἀνήκει καὶ ὑπάρχει ἡ δικαιοσύνη διὰ τὴν τιμωρίαν μας, ἐνῷ εἰς ἡμᾶς ἡ καταισχύνῃ, ἡ ὁποία μᾶς ἀναγκάζει νὰ ρίπτωμεν κάτω κατακόκκινον τὸ πρόσωπον μᾶς, καθὼς καὶ εἰς τοὺς βασιλεῖς μας καὶ εἰς τοὺς ἄρχοντάς μας καὶ εἰς τοὺς προγόνους μας (κατ’ ἄλλους: Τοὺς ἱερεῖς μας), εἰς ὅλους μας οἱ ὁποῖοι ἁμαρτήσαμε εἰς Σέ.

Δαν. 9,9

Κυρίῳ τῷ Θεῷ ἡμῶν οἱ οἰκτιρμοὶ καὶ οἱ ἱλασμοί, ὅτι ἀπέστημεν

Κολιτσάρα

Ἀλλὰ εἰς σὲ τὸν Κύριον καὶ Θεόν μας ὑπάρχει ἡ εὐσπλαγχνία καὶ τὸ ἔλεος δι’ ἡμᾶς, οἱ ὁποῖοι ἐπανεστατήσαμεν ἀπέναντί σου.

Τρεμπέλα

Εἰς Σὲ ὅμως τὸν Κύριον καὶ Θεόν μας ὑπάρχουν ἡ συμπάθεια, ἡ εὐσπλαγχνία, τὰ ἐλέη, ἡ ἄφεσις τῶν ἁμαρτιῶν, διότι ὁμολογοῦμεν ὅτι ἀπεστατήσαμε ἀπὸ Σέ·

Δαν. 9,10

καὶ οὐκ εἰσηκούσαμεν τῆς φωνῆς Κυρίου τοῦ Θεοῦ ἡμῶν πορεύεσθαι ἐν τοῖς νόμοις αὐτοῦ, οἷς ἔδωκε κατὰ πρόσωπον ἡμῶν ἐν χερσὶ τῶν δούλων αὐτοῦ τῶν προφητῶν.

Κολιτσάρα

Δὲν ὑπηκούσαμεν εἰς τὴν φωνὴν τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ μας, νὰ πορευθῶμεν καὶ νὰ ζήσωμεν σύμφωνα μὲ τοὺς νόμους, τοὺς ὁποίους αὐτὸς ἔδωκε διὰ μέσου τῶν δούλων του, τῶν προφητῶν.

Τρεμπέλα

καὶ δὲν ὑπακούσαμε εἰς τὴν φωνὴν Κυρίου τοῦ Θεοῦ μας, ἡ ὁποία μᾶς ἐκαλοῦσε νὰ ζήσωμεν σύμφωνα μὲ τοὺς νόμους του, τοὺς ὁποίους ἔθεσεν ἐνώπιόν μας μέσῳ τῶν δούλων του τῶν Προφητῶν».

Δαν. 9,11

καὶ πᾶς Ἰσραὴλ παρέβησαν τὸν νόμον σου καὶ ἐξέκλιναν τοῦ μὴ ἀκοῦσαι τῆς φωνῆς σου, καὶ ἐπῆλθεν ἐφ’ ἡμᾶς ἡ κατάρα καὶ ὁ ὅρκος ὁ γεγραμμένος ἐν νόμῳ Μωϋσέως δούλου τοῦ Θεοῦ, ὅτι ἡμάρτομεν αὐτῷ.

Κολιτσάρα

Ὅλοι οἱ Ἰσραηλῖται παρέβησαν τὸν Νόμον σου, παρεξέκλιναν, ὥστε νὰ μὴν ὑπακούσουν εἰς τὴν ἰδικήν σου φωνήν· καὶ ἔτσι ἔπεσεν ἐπάνω μας ἡ κατάρα, ἡ ἔνορκος διακήρυξις σοῦ τοῦ Θεοῦ περὶ τῆς τιμωρίας τῶν ἁμαρτωλῶν, ποὺ εἶναι γραμμένη εἰς τὸν νόμον τοῦ Μωϋσέως, τοῦ δούλου τοῦ Θεοῦ, διότι ἡμεῖς ἡμαρτήσαμεν ἀπέναντι τοῦ Θεοῦ.

Τρεμπέλα

«Ὅλοι οἱ Ἰσραηλῖται παρέβησαν τὸν νόμον σου καὶ παρεξέκλιναν, ἐφάνησαν ὅλως διόλου ἀπρόθυμοι εἰς τὸ νὰ ὑπακούσουν εἰς τὴν φωνήν σου· διὰ τοῦτο ἔπεσεν ἐπάνω μας ἡ κατάρα καὶ ἡ ἔνορκος θεία διακήρυξις περὶ τῆς τιμωρίας τῶν ἁμαρτωλῶν, ἡ ὁποία εἶναι γραμμένη εἰς τὸν Νόμον τοῦ Μωϋσῆ, τοῦ δούλου τοῦ Θεοῦ, διότι ἁμαρτήσαμε εἰς Αὐτόν (τὸν Θεόν).

Δαν. 9,12

καὶ ἔστησε τοὺς λόγους αὐτοῦ, οὓς ἐλάλησεν ἐφ’ ἡμᾶς καὶ ἐπὶ τοὺς κριτὰς ἡμῶν, οἳ ἔκρινον ἡμᾶς, ἐπαγαγεῖν ἐφ’ ἡμᾶς κακὰ μεγάλα, οἷα οὐ γέγονεν ὑποκάτω παντὸς τοῦ οὐρανοῦ κατὰ τὰ γενόμενα ἐν Ἱερουσαλήμ.

Κολιτσάρα

Ἐξεπλήρωσε τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους εἶχεν εἴπει ἐναντίον ἡμῶν, ἐναντίον τῶν δικαστῶν, οἱ ὁποῖοι μᾶς ἐδίκαζαν· ὅτι θὰ ἐπιφέρῃ ἐναντίον μας κακὰ μεγάλα, τέτοια τὰ ὁποῖα δὲν εἶχαν γίνει ἄλλοτε κάτω ἀπὸ τὸν οὐρανόν, ὡσὰν αὐτὰ τὰ ὁποῖα συνέβησαν εἰς βάρος τῆς Ἱερουσαλήμ.

Τρεμπέλα

Καὶ ἐξεπλήρωσε (ἔφερεν εἰς πέρας) τοὺς λόγους του, τοὺς ὁποίους εἶπε (τίς ἀπειλές, μὲ τὶς ὁποῖες εἶχεν ἀπειλήσει) ὅτι θὰ ἐπιφέρῃ ἐναντίον μας καὶ ἐναντίον τῶν δικαστῶν μας, οἱ ὁποῖοι μᾶς ἐδίκαζαν (ἐξεπλήρωσε δηλαδὴ τὶς ἀπειλές του) ὅτι θὰ ἐπιφέρῃ ἐναντίον μας μεγάλα κακά· τόσον μεγάλα καὶ τέτοια, ὁποία δὲν εἶχαν γίνει ποτὲ ἄλλοτε εἰς τὸ πρόσωπον τῆς γῆς, κάτω ἀπὸ τὸν οὐρανὸν ὁλόκληρον, ὡσὰν ἐκεῖνα ποὺ συνέβησαν εἰς τὴν Ἱερουσαλήμ.

Δαν. 9,13

καθὼς γέγραπται ἐν τῷ νόμῳ Μωϋσῆ, πάντα τὰ κακὰ ταῦτα ἦλθεν ἐφ’ ἡμᾶς, καὶ οὐκ ἐδεήθημεν τοῦ προσώπου Κυρίου τοῦ Θεοῦ ἡμῶν ἀποστρέψαι ἀπὸ τῶν ἀδικιῶν ἡμῶν καὶ τοῦ συνιέναι ἐν πάσῃ ἀληθείᾳ σου.

Κολιτσάρα

Ὅπως εἶναι γραμμένον εἰς τὸν νόμον τοῦ Μωϋσέως, ὅλα αὐτὰ τὰ κακὰ ἔπεσαν ἐπάνω μας καὶ ἡμεῖς δὲν ἐσυνετίσθημεν, δὲν μετενοήσαμεν, δὲν ἀπεμακρύνθημεν ἀπὸ τὰς ἀδικίας μας, δὲν προσεπαθήσαμεν νὰ κατανοήσωμεν καὶ νὰ ζήσωμεν σύμφωνα μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, καὶ δὲν ἱκετεύσαμεν μὲ θερμὰς δεήσεις τὸν Κύριον,

Τρεμπέλα

Ὅπως ἔχει γραφῆ εἰς τὸν Νόμον τοῦ Μωϋσῆ, ὅλες αὐτὲς οἱ τιμωρίες ἦλθαν ἐπάνω μας· παρ’ ὅλα δὲ αὐτὰ ἡμεῖς δὲν ἐσπεύσαμεν νὰ ἱκετεύσωμεν τὸν Κύριον καὶ Θεόν μας, ἀπομακρυνόμενοι καὶ ἀπαρνούμενοι τὶς ἀδικίες μας, καὶ νὰ γνωρίσωμεν, νὰ συνετισθῶμεν καὶ φρονηματισθῶμεν προσέχοντες εἰς πᾶσαν τὴν ἀλήθειάν σου.

Δαν. 9,14

καὶ ἐγρηγόρησε Κύριος καὶ ἐπήγαγεν αὐτὰ ἐφ’ ἡμᾶς, ὅτι δίκαιος Κύριος ὁ Θεὸς ἡμῶν ἐπὶ πᾶσαν τὴν ποίησιν αὐτοῦ, ἣν ἐποίησε, καὶ οὐκ εἰσηκούσαμεν τῆς φωνῆς αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

Καὶ ὅμως ὁ Κύριος ἠγρύπνησε δι’ ἡμᾶς καὶ ἐπέφερε τὰς παιδαγωγικὰς αὐτὰς τιμωρίας ἐναντίον μας, διότι ὁ Κύριος ὁ Θεός μας εἶναι δίκαιος εἰς ὅλα τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα πραγματοποιεῖ. Ἡμεῖς ὅμως καὶ πάλιν δὲν ὑπηκούσαμεν εἰς τὴν φωνήν του.

Τρεμπέλα

Ὅμως ὁ Κύριος ἀγρύπνησε (παρακολουθοῦσε ἀγρύπνως τὶς ἀδικίες μας) καὶ εἰς τὴν κατάλληλον ὥραν ἐπέφερεν ὄλες αὐτὲς τὶς παιδαγωγικὲς τιμωρίες ἐναντίον μας, διότι ὁ Κύριος καὶ Θεός μας εἶναι δίκαιος εἰς ὅλα τὰ ἔργα τὰ ὁποῖα ἐργάζεται, καὶ εἰς ὅλες τὶς πρὸς ἡμᾶς ἐνέργειές του. Ὅμως ἡμεῖς δὲν ὑπακούσομε εἰς τὴν φωνήν του».

Δαν. 9,15

καὶ νῦν, Κύριε ὁ Θεὸς ἡμῶν, ὃς ἐξήγαγες τὸν λαόν σου ἐκ γῆς Αἰγύπτου ἐν χειρὶ κραταιᾷ καὶ ἐποίησας σεαυτῷ ὄνομα ὡς ἡ ἡμέρα αὕτη, ἡμάρτομεν, ἠνομήσαμεν.

Κολιτσάρα

Καὶ τώρα, Κύριε ὁ Θεός μας, σὺ ὁ ὁποῖος ἔβγαλες ἐλεύθερον τὸν λαόν σου ἀπὸ τὴν χώραν τῆς Αἰγύπτου μὲ ἀκατανίκητον δύναμιν καὶ κατέστησες ἔνδοξον καὶ περίφημον τὸ Ὄνομά σου μέχρι καὶ τῆς σημερινῆς ἡμέρας, ἄκουσε τὴν προσευχήν μας. Ὁμολογοῦμεν ὅτι ἡμαρτήσαμεν, ὅτι παρέβημεν τὸν Νόμον σου.

Τρεμπέλα

«Καὶ τώρα, λοιπόν, Κύριε ὁ Θεὸς ἡμῶν, Σὺ ὁ ὁποῖος ἐλευθέρωσες τὸν λαόν σου ἀπὸ τὴν δουλείαν τῆς χώρας τῆς Αἰγύπτου μὲ δύναμιν ἀκαταγώνιστον καὶ κατέστησες ἔνδοξον καὶ περίφημον τὸ ὄνομά σου μέχρι καὶ τῆς σημερινῆς ἡμέρας, (ἀπευθυνόμεθα εἰς Σὲ καὶ ὁμολογοῦμεν ἐν μετανοίᾳ ὅτι) ἁμαρτήσαμε εἰς Σὲ καὶ ἀνομήσαμε.

Δαν. 9,16

Κύριε, ἐν πάσῃ ἐλεημοσύνῃ σου ἀποστραφήτω δὴ ὁ θυμός σου καὶ ἡ ὀργή σου ἀπὸ τῆς πόλεώς σου Ἱερουσαλὴμ ὄρους ἁγίου σου, ὅτι ἡμάρτομεν, καὶ ἐν ταῖς ἀδικίαις ἡμῶν καὶ τῶν πατέρων ἡμῶν Ἱερουσαλὴμ καὶ ὁ λαός σου εἰς ὀνειδισμὸν ἐγένετο ἐν πᾶσι τοῖς περικύκλῳ ἡμῶν.

Κολιτσάρα

Ἀλλά, Κύριε, σὺ ὁ ὁποῖος ἔχεις πᾶσαν ἐλεημοσύνην καὶ ἄπειρον τὸ ἔλεος, ἂς ἀποστροφῇ τώρα ὁ θυμὸς καὶ ἡ ὀργή σου ἀπὸ τὴν πόλιν σου τὴν Ἱερουσαλήμ, ἀπὸ τὸ ἅγιόν σου ὄρος, ὅπου ὁ ναὸς καὶ τὸ θυσιαστήριον. Διότι ἡμεῖς ἡμαρτήσαμεν καὶ ἐξ αἰτίας τῶν ἰδικῶν μας ἀδικιῶν καὶ τῶν ἀδικιῶν, ποὺ εἶχαν διαπράξει οἱ πατέρες μας καὶ ὁ ἰσραηλιτικὸς λαός, παρεδόθη ἡ Ἱερουσαλὴμ εἰς ὀνειδισμὸν εἰς ὅλους τοὺς κύκλῳ λαούς.

Τρεμπέλα

Κύριε, χάρις εἰς τὸ ἄφθονον καὶ ἄπειρον ἔλεός σου ἂς ἀποστραφῇ λοιπὸν ὁ δίκαιος θυμὸς καὶ ἡ ὀργή σου ἀπὸ τὴν πόλιν σου Ἱερουσαλήμ, τὸ ἅγιον ὄρος σου (ὅπου εἶναι κτισμένος ὁ Ναὸς καὶ τὸ θυσιαστήριον), διότι ἁμαρτήσαμε. Λόγῳ δὲ τῶν ἰδικῶν μας ἁμαρτιῶν καὶ ἀδικιῶν καὶ τῶν ἁμαρτιῶν τῶν προγόνων μας ἡ Ἱερουσαλὴμ καὶ ὁ λαός σου ἔγιναν ὄνειδος, περίγελως καὶ χλεύη εἰς ὅλα τὰ τριγύρω μας ἔθνη.

Δαν. 9,17

καὶ νῦν εἰσάκουσον, Κύριε ὁ Θεὸς ἡμῶν, τῆς προσευχῆς τοῦ δούλου σου καὶ τῶν δεήσεων αὐτοῦ καὶ ἐπίφανον τὸ πρόσωπόν σου ἐπὶ τὸ ἁγίασμά σου τὸ ἔρημον ἕνεκέν σου, Κύριε·

Κολιτσάρα

Καὶ τώρα, Κύριε ὁ Θεὸς ἡμῶν, ἄκουσε τὴν προσευχὴν τοῦ δούλου σου καὶ τὰς θερμὰς ἰκεσίας, ποὺ σοῦ ἀπευθύνει. Ἂς φανῇ εὐμενὲς τὸ πρόσωπόν σου πρὸς τὸν ἔρημον ναόν σου, ἕνεκέν σου, Κύριε.

Τρεμπέλα

Καὶ τώρα, λοιπόν, εἰσάκουσε, Κύριε ὁ Θεὸς ἡμῶν, τὴν προσευχὴν τοῦ δούλου σου καὶ τὶς δεήσεις καὶ παρακλήσεις μου, καὶ ἐμφάνισε εὐμενὲς τὸ πρόσωπόν σου εἰς τὸν ἔρημον Ναόν σου, ἕνεκα Σοῦ, Κύριε.

Δαν. 9,18

κλῖνον ὁ Θεός μου τὸ οὖς σου καὶ ἄκουσον· ἄνοιξον τοὺς ὀφθαλμούς σου καὶ ἰδὲ τὸν ἀφανισμὸν ἡμῶν καὶ τῆς πόλεώς σου, ἐφ’ ἧς ἐπικέκληται τὸ ὄνομά σου ἐπ’ αὐτῆς, ὅτι οὐκ ἐπὶ ταῖς δικαιοσύναις ἡμῶν ῥιπτοῦμεν τὸν οἰκτιρμὸν ἡμῶν ἐνώπιόν σου, ἀλλ’ ἐπὶ τοὺς οἰκτιρμούς σου τοὺς πολλούς, Κύριε.

Κολιτσάρα

Κλῖνε, Κύριε, τὸ αὐτί σου καὶ ἄκουσε τὴν προσευχήν μου. Ἄνοιξε, Κύριε, τοὺς ὀφθαλμούς σου καὶ ἰδὲ τὸν ἐξαφανισμὸν καὶ ἡμῶν καὶ τῆς πόλεώς σου, εἰς τὴν ὁποίαν πόλιν ἠκούετο καὶ ἐδοξάζετο τὸ Ὄνομά σου. Δὲν προσπίπτομεν ἐνώπιόν σου καὶ δὲν σὲ παρακαλοῦμεν νὰ μᾶς λυπηθῇς χάρις εἰς τὰς δικαιοσύνας μας, ἀλλὰ χάρις εἰς τοὺς πολλοὺς οἰκτιρμούς σου, Κύριε.

Τρεμπέλα

Σκύψε, Θεέ μου, ἀπὸ τὸ ὕψος τοῦ οὐρανοῦ, πλησίασε τὸ αὐτί σου εἰς τὸ στόμα μου καὶ ἄκουσε τὴν προσευχήν μου. Ἀνοιξε τοὺς ὀφθαλμούς σου καὶ ἰδὲ τὴν τελείαν καταστροφήν μας καὶ τὸν ἀφανισμὸν τῆς πόλεώς σου (Ἱερουσαλήμ), εἰς τὴν ὁποίαν ἐγίνετο ἐπίκλησις τοῦ ὀνόματός σου. Διότι Σὲ ἱκετεύομεν προσπίπτοντες ἐνώπιόν σου, ὄχι στηριζόμενοι εἰς τὶς ἀρετές μας, ἀλλ’ εἰς τοὺς πολλοὺς οἰκτιρμούς σου, Κύριε!

Δαν. 9,19

εἰσάκουσον, Κύριε, ἱλάσθητι Κύριε, πρόσχες Κύριε καὶ ποίησον· μὴ χρονίσῃς ἕνεκέν σου, ὁ Θεός μου, ὅτι τὸ ὄνομά σου ἐπικέκληται ἐπὶ τὴν πόλιν σου καὶ ἐπὶ τὸν λαόν σου. -

Κολιτσάρα

Ἄκουσε Κύριε, τὴν προσευχήν μας. Δεῖξε στοργὴν καὶ ἔλεος πρὸς ἡμᾶς. Στρέψε τὴν προσοχήν σου καὶ κάμε ὅ,τι πρέπει διὰ τὴν σωτηρίαν μας. Ἐφ’ ὅσον εἶσαι Θεὸς τοῦ ἐλέους, μὴ βραδύνῃς, Κύριε, διότι τὸ Ὄνομά σου ἀνεφέρετο καὶ ἐδοξάζετο εἰς τὴν πόλιν σου τὴν Ἱερουσαλήμ, ὅπως καὶ εἰς τὸν λαόν σου».

Τρεμπέλα

Εἰσάκουσε, Κύριε, τὴν προσευχήν μου. Δεῖξε, Κύριε, ἔλεος καὶ συμπάθειαν. Εὐδόκησε νὰ προσέξῃς τὴν φωνήν μας, Κύριε, καὶ νὰ ἐργασθῇς τὴν σωτηρίαν μας. Μὴ βραδύνῃς ἕνεκα τοῦ ἐλέους καὶ τῶν οἰκτιρμῶν σου, Θεέ μου, διότι τὸ ὄνομά σου ἀνεφέρετο ἀκαταπαύστως καὶ ἐδοξάζετο εἰς τὴν πόλιν σου (Ἱερουσαλήμ) καὶ εἰς τὸν λαόν σου».

Δαν. 9,20

Καὶ ἔτι ἐμοῦ λαλοῦντος καὶ προσευχομένου καὶ ἐξαγορεύοντος τὰς ἁμαρτίας μου καὶ τὰς ἁμαρτίας τοῦ λαοῦ μου Ἰσραὴλ καὶ ῥιπτοῦντος τὸν ἔλεόν μου ἐναντίον τοῦ Κυρίου τοῦ Θεοῦ μου περὶ τοῦ ὄρους τοῦ ἁγίου

Κολιτσάρα

Ἐνῷ ἐγὼ συνέχιζα ἀκόμη νὰ ὁμιλῶ πρὸς τὸν Θεὸν καὶ προσηυχόμην πρὸς αὐτόν, ἐξαμολογούμενος τὰς ἁμαρτίας μου καὶ τὰς ἁμαρτίας τοῦ ἰσραηλιτικοῦ μου λαοῦ καὶ ἐπιρρίπτων τὸν ἑαυτόν μου εἰς τὸ ἔλεος Κυρίου τοῦ Θεοῦ μου διὰ τὴν ἀπελεύθερωσιν τοῦ ἁγίου του ὄρους,

Τρεμπέλα

Ἐνῷ δὲ ἐγὼ ὁ Δανιὴλ συνέχιζα νὰ ὁμιλῶ καὶ νὰ προσεύχωμαι εἰς τὸν Θεὸν καὶ νὰ ἐξομολογοῦμαι ἐνώπιόν του τὶς ἁμαρτίες μου καὶ τὶς ἁμαρτίες τοῦ Ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ μου καὶ νὰ ρίπτω τὸν ἑαυτόν μου εἰς τὸ ἔλεος τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ μου διὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν καὶ τὴν δόξαν τοῦ ἁγίου τοῦ ὄρους·

Δαν. 9,21

καὶ ἔτι ἐμοῦ λαλοῦντος ἐν τῇ προσευχῇ καὶ ἰδοὺ ἀνὴρ Γαβριήλ, ὃν εἶδον ἐν τῇ ὁράσει ἐν τῇ ἀρχῇ, πετόμενος καὶ ἥψατό μου ὡσεὶ ὥραν θυσίας ἑσπερινῆς.

Κολιτσάρα

ἐνῷ, λοιπόν, ἐγὼ ἀκόμη διὰ τῆς προσευχῆς ὠμιλοῦσα πρὸς τὸν Κύριον, ἰδού, ἕνας ἀνήρ, ὁ Γαβριήλ, τὸν ὁποῖον εἶχον ἴδει καὶ εἰς τὸ προηγούμενον ὅραμα, πετῶντας ἦλθε κοντά μου κατὰ τὴν ὥραν τῆς ἑσπερινῆς θυσίας,

Τρεμπέλα

ἐνῷ ἐπίσης ἐγὼ συνέχιζα ἀκόμη νὰ ὁμιλῶ εἰς τὸν Θεὸν προσευχόμενος, ἰδού! Ὁ ἄνδρας Γαβριήλ, τὸν ὁποῖον εἶδα ἀρχικῶς εἰς τὴν προηγουμένων ὅρασιν, κατέβη πρὸς ἐμὲ μὲ γρήγορον πέταγμα καὶ μὲ ἄγγισε κατὰ τὴν ὥραν τῆς ἑσπερινῆς θυσίας.

Δαν. 9,22

καὶ συνέτισέ με καὶ ἐλάλησε μετ’ ἐμοῦ καὶ εἶπε· Δανιήλ, νῦν ἐξῆλθον συμβιβάσαι σε σύνεσιν·

Κολιτσάρα

μοῦ ὡμίλησε καὶ μοῦ ἔδωσε νὰ ἐννοήσω μερικὰ πράγματα, ποὺ δὲν τὰ εἶχα κατανοήσει προηγουμένως. «Δανιήλ, μοῦ εἶπε, ἐγὼ ἦλθα νὰ σὲ κατατοπίσω καὶ νὰ σοῦ δώσω νὰ ἐννοήσῃς.

Τρεμπέλα

Μοῦ διάνοιξε τὸν νοῦν, μὲ ἐφώτισε καὶ μοῦ ἔδωκε σύνεσιν καὶ σοφίαν, ὡμίλησε δὲ μαζί μου καὶ μοῦ εἶπε: «Δανιήλ, τώρα ἦλθα νὰ σὲ διαφωτίσω, νὰ σὲ διδάξω σοφίαν καὶ νὰ σοῦ δώσω σύνεσιν.

Δαν. 9,23

ἐν ἀρχῇ τῆς δεήσεώς σου ἐξῆλθε λόγος, καὶ ἐγὼ ἦλθον τοῦ ἀναγγεῖλαί σοι. ὅτι ἀνὴρ ἐπιθυμιῶν εἶ σύ· καὶ ἐννοήθητι ἐν τῷ ῥήματι καὶ σύνες ἐν τῇ ὀπτασίᾳ.

Κολιτσάρα

Ὅταν ἤρχισες νὰ προσεύχεσαι, ἐβγῆκεν ἀπὸ τὸ στόμα σου παράκλησις. Καὶ ἰδού, ἐγὼ ἦλθα νὰ ἀπαντήσω εἰς αὐτὰ ποὺ ἐζητοῦσες. Διότι σὺ εἶσαι ἀνὴρ εὐγενῶν καὶ ἁγίων ἐπιθυμιῶν. Πρόσεξε, λοιπόν, εἰς τοὺς λόγους μου, διὰ νὰ ἐννοήσῃς μὲ σύνεσιν αὐτά, ποὺ εἶδες καὶ ἤκουσες εἰς τὸ ὅραμα.

Τρεμπέλα

Εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς παρακλήσεως καὶ τῆς ἱκεσίας σου ἐδόθη διαταγὴ ἀπὸ τὸν θρόνον τοῦ Θεοῦ (πρὸς τοὺς ἀγγέλους), καὶ ἐγὼ ἦλθα νὰ σοῦ δώσω ἀπάντησιν εἰς ὅσα ἐζητοῦσες ἀπὸ τὸν Θεὸν καὶ νὰ σοῦ προείπω ὅσα θὰ γίνουν εἰς τὸ μέλλον διότι σὺ εἶσαι ἄνθρωπος ἰδιαιτέρως ἀγαπητός (ἐκλεκτός) τοῦ Θεοῦ, μὲ εὐγενεῖς πόθους καὶ ἀγαθὲς ἐπιθυμίες. Πρόσεξε, λοιπόν, ἐννόησε τὸ βαθὺ νόημα τοῦ λόγου τὸν ὁποῖον θὰ σοῦ εἰπῶ, καὶ κατανόησε ἀκριβῶς τὸ περιεχόμενον τῆς ὁράσεως ποὺ θὰ σοῦ ἀποκαλύψω αἰνιγματωδῶς».

Δαν. 9,24

ἑβδομήκοντα ἑβδομάδες συνετμήθησαν ἐπὶ τὸν λαόν σου καὶ ἐπὶ τὴν πόλιν τὴν ἁγίαν σου τοῦ συντελεσθῆναι ἁμαρτίαν καὶ τοῦ σφραγίσαι ἁμαρτίας καὶ ἀπαλεῖψαι τὰς ἀνομίας καὶ τοῦ ἐξιλάσασθαι ἀδικίας καὶ τοῦ ἀγαγεῖν δικαιοσύνην αἰώνιον καὶ τοῦ σφραγίσαι ὅρασιν καὶ προφήτην καὶ τοῦ χρῖσαι ἅγιον ἁγίων.

Κολιτσάρα

Εἰς ἑβδομήκοντα ἑβδομάδας ἐτῶν περιωρίσθησαν αἱ συμφοραὶ καὶ αἱ θλίψεις τοῦ λαοῦ σου καὶ τῆς ἁγίας σου πόλεως τῆς Ἱερουσαλήμ, διὰ νὰ τεθῇ τέρμα εἰς τὰς ἁμαρτίας σας, διὰ νὰ τεθῇ σφραγὶς τέρματος εἰς τὴν ἁμαρτίαν, διὰ νὰ ἐξαλειφθοῦν ὅλαι αἱ παρανομίαι τῶν ἀνθρώπων, διὰ νὰ ἐξιλεωθοῦν ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ αἱ ἀδικίαι καὶ νὰ ἀποκατασταθῇ αἰωνία δικαιοσύνη, καὶ διὰ νὰ τεθῇ τέρμα καὶ σφραγὶς πλέον εἰς κάθε χριστολογικὴν προφητείαν, εἰς κάθε χριστολογικὸν προφήτην, διότι τότε θὰ χρισθῇ προφήτης ὁ ἁγιώτατος ἀπὸ ὅλους τοὺς προφήτας.

Τρεμπέλα

«Ἑβδομῆντα ἑβδομάδες ἐτῶν (490 ἔτη) ἔχουν καθορισθῆ σχετικῶς μὲ τὸν λαόν σου καὶ τὴν ἁγίαν σοῦ πόλιν, τὴν Ἱερουσαλήμ, ὥστε (μετὰ τὴν παρέλευσιν τῶν ἑβδομῆντα αὐτῶν ἑβδομάδων) νὰ τεθῇ τέλος εἰς τὶς παραβάσεις καὶ τὶς ἁμαρτίες (νὰ συμπληρωθῇ ἡ ἀποστασία)· νὰ τεθῇ σφραγῖδα τέρματος εἰς τὴν ἁμαρτίαν, νὰ ἑξαλειφθοῦν οἱ ἀνομίες καὶ νὰ ἐξιλεωθοῦν οἱ ἀδικίες· νὰ ἔλθῃ (ἀποκατασταθῇ) δὲ αἰώνια δικαιοσύνη καὶ νὰ λάβῃ τέλος, νὰ κλεισθῇ, ἐκπληρωθῇ καὶ σφραγισθῇ κάθε εἴδους δρᾶσις (ἡ ὁποία ἀναφέρεται εἰς τὸν Μεσσίαν Χριστόν)· καὶ νὰ σιγήσῃ κάθε (χριστολογικός) Προφήτης καὶ νά (ἤ: Διότι τότε θά) χρισθῇ ὁ κατ’ ἐξοχὴν Ἅγιος, ὁ ἁγιώτατος ὅλων τῶν ἁγίων (ὁ Μεσσίας, ὁ Δεσπότης Χριστός).

Δαν. 9,25

καὶ γνώσῃ καὶ συνήσεις· ἀπὸ ἐξόδου λόγου τοῦ ἀποκριθῆναι καὶ τοῦ οἰκοδομῆσαι Ἱερουσαλὴμ ἕως χριστοῦ ἡγουμένου ἑβδομάδες ἑπτὰ καὶ ἑβδομάδες ἑξηκονταδύο· καὶ ἐπιστρέψει καὶ οἰκοδομηθήσεται πλατεῖα καὶ τεῖχος, καὶ ἐκκενωθήσονται οἱ καιροί.

Κολιτσάρα

Μάθε καὶ κατανόησε καλά, ὅτι ἀπὸ τὴν ἡμέραν, ποὺ θὰ ἐκδοθῇ διάταγμα διὰ τὴν ἀνοικοδόμησιν τῆς Ἱερουσαλήμ, μέχρι τῆς ἡμέρας ποὺ θὰ ἐμφανισθῇ ὁ ἄρχων, ὁ ὁποῖος θὰ ἔχῃ χρισθῆ ἀπὸ ἐμέ, θὰ περάσουν ἑπτὰ ἐδοομάδες ἐτῶν καὶ ἄλλαι ἑξήκοντα δύο ἑβδομάδες ἐτῶν. Μετὰ τὰς πρώτας ἑπτὰ ἑβδομάδας θὰ ἐπιστρέψουν οἱ Ἰουδαῖοι αἰχμάλωτοι καὶ θὰ ἀνοικοδομηθῇ ἡ πλατεῖα καὶ τὸ τεῖχος τῆς πόλεως καὶ θὰ πραγματοποιηθοῦν ἔτσι οἱ πρῶτοι καιροί.

Τρεμπέλα

Συνεπῶς, μάθε, κατανόησε καλὰ τοῦτο: Ἀπὸ τὴν στιγμὴν ποὺ θὰ ἀκουσθῇ ὁ λόγος (ἤ: Ἀπὸ τότε ποὺ θὰ ἐκδοθῇ τὸ διάταγμα), ὁ ὁποῖος θὰ ἀφορᾷ εἰς τὴν ἐπάνοδον καὶ ἀνοικοδόμησιν τῆς Ἱερουσαλήμ, μέχρι τῶν χρόνων τῆς ἐμφανίσεως τοῦ Ἀρχηγοῦ, ὁ ὁποῖος θὰ χρισθῇ ἀπὸ Ἐμέ, θὰ περάσουν ἑπτὰ ἑβδομάδες ἔτων (49 ἔτη) καὶ ἄλλες ἑξῆντα δύο ἑβδομάδες ἔτων (434 ἔτη). Καὶ (μετὰ τὶς πρῶτες ἑπτὰ ἑβδομάδες ἐτῶν) θὰ ἐπιστρέψῃ ὁ Ἰουδαϊκὸς λαός, ὁ ὁποῖος ζῇ τώρα εἰς τὴν αἰχμαλωσίαν, καὶ θὰ ἀνοικοδομηθοῦν πλατεῖες καὶ τείχη (τῆς Ἱερουσαλήμ), κάτω (ὅμως) ἀπὸ δυσκολίες καὶ ἀγωνιώδεις περιστάσεις.

Δαν. 9,26

καὶ μετὰ τὰς ἑβδομάδας τὰς ἑξηκονταδύο ἐξολοθρευθήσεται χρῖσμα, καὶ κρίμα οὐκ ἔστιν ἐν αὐτῷ· καὶ τὴν πόλιν καὶ τὸ ἅγιον διαφθερεῖ σὺν τῷ ἡγουμένῳ τῷ ἐρχομένῳ καὶ ἐκκοπήσονται ἐν κατακλυσμῷ, καὶ ἕως τέλους πολέμου συντετμημένου τάξει ἀφανισμοῖς.

Κολιτσάρα

Μετὰ δὲ τὴν παρέλευσιν τῶν ἑξῆντα δύο ἑβδομάδων ἐτῶν, θὰ θανατωθῇ ὁ χριστός. Κυρίου, ὁ Σωτήρ, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ καμμία ἀπολύτως ἁμαρτία καὶ αἰτία θανάτου δι’ αὐτόν. Ἡ πόλις τῆς Ἱερουσαλὴμ καὶ ὁ ἅγιος ναὸς θὰ καταστραφοῦν μαζῆ μὲ τοὺς ἡγουμένους, τοὺς ἄρχοντας τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Οἱ κάτοικοι θὰ κατακλυσθοῦν ἀπὸ συμφορὰς καὶ ἔνας ξένος λαὸς θὰ ἀναλάβῃ πάλεμον κατὰ τοῦ Ἰσραήλ, μέχρι δὲ τέλους τοῦ πολέμου θὰ ἐπιφέρῃ φοβερὰς καταστροφὰς καὶ τρομεροὺς ἀφανισμούς.

Τρεμπέλα

Καὶ μετὰ τὶς ἑξῆντα δύο ἑβδομάδες ἔτων (434 ἔτη) θὰ θανατωθῇ Ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος φέρει τὸ καθ’ αὐτὸ χρῖσμα, ὁ Χριστὸς Κυρίου, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ εἰς αὐτὸν καμμία ἐνοχὴ ἁμαρτίας (ἤ: Θὰ πληγῇ μὲ θάνατον, ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει θάνατος δι’ Αὐτόν· ἤ, κατ’ ἄλλους: Θὰ πληγῇ μὲ θάνατον, ὁ δὲ λαὸς ὁ ὁποῖος τὸν ἀρνήθηκε καὶ τὸν ἀπέρριψε δὲν θὰ ὑπάρχῃ πλέον). Καὶ ὁ λαὸς ἐνὸς ἡγεμόνος, ὁ ὁποῖος θὰ ἔλθῃ, θὰ καταστρέψῃ τὴν πόλιν (Ἱερουσαλήμ) καὶ τὸ θυσιαστήριον (τὸν Ναόν) (ἤ, κατ’ ἄλλους: Ἡ πόλις καὶ τὸ θυσιαστήριον θὰ καταστραφοῦν μαζὶ μὲ τοὺς ἄρχοντας τῶν χρόνων ἐκείνων). Οἱ κάτοικοι τῆς Ἱερουσαλὴμ καὶ τὸ θυσιαστήριον θὰ ὑποστοῦν τέτοιαν πανωλεθρίαν, ὡσὰν νὰ ἔχουν κατακλυσθῇ ἀπὸ αἰφνιδίαν θύελλαν καὶ ἀπροσδόκητον πλημμύραν! Μέχρι δὲ τὸ τέλος τοῦ αἰφνιδίου τούτου πολέμου, ὁ ὁποῖος θὰ σαρώσῃ καὶ θὰ ἀφανίσῃ τὰ πάντα, θὰ ἰσχύῃ διάταγμα ἐρημώσεως (ἢ κατ’ ἄλλους: Τὸ τέλος τοῦ ἡγεμόνος ἐκείνου, ὁ ὁποῖος θὰ ἔλθῃ, θὰ εἶναι ἡ καταστροφή, μέχρι δὲ τὸ τέλος θὰ ὑπάρχῃ πόλεμος καὶ καταστραφή, πράγματα ποὺ ἔχουν ἐξαγγελθῇ ἀπὸ τὸν Θεόν).

Δαν. 9,27

καὶ δυναμώσει διαθήκην πολλοῖς, ἑβδομὰς μία· καὶ ἐν τῷ ἡμίσει τῆς ἑβδομάδος ἀρθήσεταί μου θυσία καὶ σπονδή, καὶ ἐπὶ τὸ ἱερὸν βδέλυγμα τῶν ἐρημώσεων, καὶ ἕως τῆς συντελείας καιροῦ συντέλεια δοθήσεται ἐπὶ τὴν ἐρήμωσιν.

Κολιτσάρα

Κατὰ μίαν ἑβδομάδα ἐτῶν ὁ Χριστὸς θὰ συνάψῃ καὶ θὰ καταστήσῃ ἰσχυρὰν καὶ ἔγκυρον μίαν νέον διαθήκην. Κατὰ δὲ τὸ μέσον τῆς ἑβδομάδος αὐτῆς, ποὺ θὰ προσφερθῇ ἡ μεγάλη θυσία τοῦ λυτρωτοῦ Χριστοῦ, θὰ τεθῇ ὁριστικὸν πλέον τέρμα εἰς τὰς παλαιὰς θυσίας καὶ σπονδάς. Εἰς δὲ τὸν ναόν μου καὶ τὸν λαὸν τοῦ Ἰσραήλ, θὰ εἰσέλθουν βδελυραί δυνάμεις καταστροφῆς καὶ ἐρημώσεως. Τέρμα δὲ εἰς τὴν καταστροφὴν θὰ τεθῇ ὅταν συμπληρωθῇ ὁ ὡρισμένος χρόνος.

Τρεμπέλα

Καὶ τότε (ὁ Χριστός) θὰ συνάψῃ νέαν ἰσχυρὰν διαθήκην διὰ πολλούς, ἐπὶ μίαν ἑβδομάδα (ἑπτὰ ἔτη)· καὶ κατὰ τὸ μέσον τῆς ἑβδομάδος αὐτῆς (εἰς τὰ 3½ ἔτη, ὅταν θὰ προσφερθῇ ἡ σταυρικὴ θυσία τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ) θὰ παύσουν πλέον ἀπὸ τοῦ νὰ προσφέρωνται εἰς Ἐμὲ οἱ παλαιὲς αἱματηρὲς καὶ ἀναίμακτες θυσίες. Εἰς δὲ τὸν Ναόν (τὸ ἱερὸν ἤ: «Τὸ πτερύγιον» = τὴν κορνίζαν τῆς στέγης τοῦ Ναοῦ) θὰ εἰσαχθοῦν πράγματα βέβηλα, σιχαμερὰ εἴδωλα, πράξεις βδελυρὲς καὶ ἀπεχθεῖς, ποὺ θὰ προκαλέσουν τὴν ἐρήμωσιν. Τοῦτο δὲ θὰ διαρκέσῃ μέχρις ὅτου ἡ καθωρισμένη (ἀπὸ τὸν Θεόν) ὁλοκληρωτικὴ τελικὴ καταστροφὴ καὶ κρίσις καλύψουν ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος ἐρημώνει τὴν χώραν (ἤ, κατ’ ἄλλους: Μέχρις ὅτου τελειώσῃ ὁ χρόνος ὁ ὁποῖος ἔχει ὁρισθῇ διὰ τὴν ἐρήμωσιν καὶ καταστροφὴν αὐτήν)».

Κεφάλαιο 10

Δαν. 10,1

Ἐν ἔτει τρίτῳ Κύρου βασιλέως Περσῶν λόγος ἀπεκαλύφθη τῷ Δανιήλ, οὗ τὸ ὄνομα ἐπεκλήθη Βαλτάσαρ, καὶ ἀληθινὸς ὁ λόγος, καὶ δύναμις μεγάλη καὶ σύνεσις ἐδόθη αὐτῷ ἐν τῇ ὀπτασίᾳ.

Κολιτσάρα

Κατὰ τὸ τρίτον ἔτος τῆς βασιλείας τοῦ Κύρου, βασιλέως τῶν Περσῶν, ἀπεκαλύφθη εἰς τὸν Δανιήλ, ὁ ὁποῖος ἐπωνομάζετο καὶ Βαλτάσαρ, προφητικὸς λόγος. Αὐτὸς ὁ προφητικὸς λόγος ἦτο ἀληθινός, θεῖος, μεγάλη δὲ ἡ δύναμίς του. Εἰς τὸν Δανιὴλ ἐδόθη σύνεσις, ὥστε νὰ κατανοήσῃ τὸ προφητικὸν ἐκεῖνο ὅραμα.

Τρεμπέλα

Κατὰ τὸ τρίτον ἔτος τῆς βασιλείας τοῦ βασιλιᾶ τῶν Περσῶν Κύρου ἀπεκαλύφθη εἰς τὸν Δανιήλ, ὁ ὁποῖος ἐπωνομάζετο Βαλτάσαρ, λόγος προφητικός· καὶ ὁ προφητικὸς αὐτὸς λόγος ἦταν ἀληθινὸς πέραν πάσης ἀμφιβολίας, θεῖος, καὶ ἡ δύναμίς του ἐξόχως σημαντικὴ (ἤ, κατ’ ἄλλην ἑρμηνείαν: Καὶ γεμᾶτος βάσανα, δυστυχίες). Εἰς δὲ τὸν Δανιὴλ ἐδόθη σοφία καὶ σύνεσις, ὥστε νὰ διακρίνῃ καὶ κατανοήσῃ τὸ περιεχόμενον τοῦ σπουδαιοτάτου ἐκείνου προφητικοῦ ὁράματος.

Δαν. 10,2

ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις ἐγὼ Δανιὴλ ἤμην πενθῶν τρεῖς ἑβδομάδας ἡμερῶν·

Κολιτσάρα

Κατὰ τὰς ἡμέρας ἐκείνας ἐγὼ ὁ Δανιὴλ ἐπενθοῦσα ἐπὶ τρεῖς ὁλοκλήρους ἑβδομάδας.

Τρεμπέλα

Κατὰ τὶς ἡμέρες ἐκεῖνες ἐγώ, ὁ Δανιήλ, ἐπενθοῦσα καὶ ἔκλαια ἐπὶ τρεῖς ὁλόκληρες ἑβδομάδες.

Δαν. 10,3

ἄρτον ἐπιθυμιῶν οὐκ ἔφαγον, καὶ κρέας καὶ οἶνος οὐκ εἰσῆλθεν εἰς τὸ στόμα μου, καὶ ἄλειμμα οὐκ ἠλειψάμην ἕως πληρώσεως τριῶν ἑβδομάδων ἡμερῶν.

Κολιτσάρα

Κανένα γευστικὸν καὶ εὐχάριστον φαγητὸν δὲν ἔφαγα. Κρέας καὶ οἶνος δὲν εἰσῆλθον εἰς τὸ στόμα μου, μὲ μῦρα δὲν ἠλείφθην, μέχρις ὅτου συνεπληρώθησαν αἱ ἡμέραι τῶν τριῶν ἑβδομάδων.

Τρεμπέλα

Δὲν ἔφαγα κανένα ἀπολαυστικὸν φαγητόν, κρέας καὶ κρασί δὲν ἔβαλα εἰς τὸ στόμα μου, οὔτε ἄλειψα μὲ ἀρώματα τὸ σῶμά μου, μέχρις ὅτου συνεπληρώθη ἡ περίοδος τῶν τριῶν αὐτῶν ἑβδομάδων τοῦ πένθους.

Δαν. 10,4

ἐν ἡμέρᾳ εἰκοστῇ τετάρτῃ τοῦ μηνὸς τοῦ πρώτου, καὶ ἐγὼ ἤμην ἐχόμενα τοῦ ποταμοῦ τοῦ μεγάλου, αὐτός ἐστι Τίγρις, Ἐδδεκέλ,

Κολιτσάρα

Κατὰ τὴν εἰκοστὴν τετάρτην τοῦ πρώτου μηνὸς ἐγὼ εὐρισκόμην πλησίον τοῦ μεγάλου ποταμοῦ, τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα εἶναι Τίγρις, ἑβραϊστὶ δὲ Ἐδδεκέλ.

Τρεμπέλα

Κατὰ τὴν εἰκοστὴν τετάρτην ἡμέραν τὸν πρῶτον μηνὸς τοῦ Ἰουδαϊκοῦ θρησκευτικοῦ ἔτους, δηλαδὴ τὸν Νισάν (ἀντιστοιχεῖ πρὸς τὸν ἰδικόν μας Μάρτιον - Ἀπρίλιον) ἐγώ, ὁ Δανιήλ, εὐρισκόμουν κοντὰ εἰς τὸν μεγάλον ποταμόν - ὁ ποταμὸς αὐτὸς εἶναι ὁ Τίγρις, ὁ ὁποῖος εἰς τὰ Ἑβραϊκὰ ὀνομάζεται Ἐδδεκέλ -

Δαν. 10,5

καὶ ᾖρα τοὺς ὀφθαλμούς μου καὶ εἶδον καὶ ἰδοὺ ἀνὴρ εἷς ἐνδεδυμένος βαδδίν, καὶ ἡ ὀσφὺς αὐτοῦ περιεζωσμένη ἐν χρυσίῳ Ὠφάζ,

Κολιτσάρα

Ἐσήκωσα τὰ μάτια μου καὶ ἰδού, εἶδον ἕνα ἄνδρα, ὁ ὁποῖος ἐφοροῦσε λινὸν ἔνδυμα καὶ εἶχε ζωσμένην τὴν μέσην αὐτοῦ μὲ ζώνην κοσμημένην μὲ χρυσίον Ὠφάζ.

Τρεμπέλα

ἐσήκωσα δὲ τὰ μάτια μου καὶ ἔξαφνα, Ἰδού! Εἶδα ἕνα ἄνδρα, ὁ ὁποῖος ἦταν ντυμένος μὲ μεγαλοπρεπὲς ἔνδυμα λινὸν λευκόν, καὶ ἡ μέση του ἦταν ζωσμένη μὲ ζώνην κοσμημένην μὲ χρυσάφι Ὠφάζ, δηλαδὴ χρυσάφι λαμπρότατον καὶ καθαρώτατον·

Δαν. 10,6

καὶ τὸ σῶμα αὐτοῦ ὡσεὶ θαρσίς, καὶ τὸ πρόσωπον αὐτοῦ ὡσεὶ ὅρασις ἀστραπῆς, καὶ οἱ ὀφθαλμοὶ αὐτοῦ ὡσεὶ λαμπάδες πυρός, καὶ οἱ βραχίονες αὐτοῦ καὶ τὰ σκέλη ὡς ὅρασις χαλκοῦ στίλβοντος καὶ ἡ φωνὴ τῶν λόγων αὐτοῦ ὡς φωνὴ ὄχλου.

Κολιτσάρα

Τὸ σῶμα του ἐφαίνετο ὡσὰν τὸν πολύτιμον λίθον θαρσίς, τὸ δὲ πρόσωπόν του εἶχε τὴν λάμψιν τῆς ἀστραπῆς. Τὰ μάτια του ἔλαμπαν ὡσὰν λαμπάδες πυρός, οἱ βραχίονες του καὶ τὰ σκέλη του ὡσὰν στίλβων χαλκὸς καὶ ὁ ἦχος τῶν λόγων του ἦτο ὡσὰν τὸν ἦχον πολυαρίθμων ἀνθρώπων.

Τρεμπέλα

τὸ δὲ σῶμα του ἐφαίνετο ὡσὰν τὸν πολύτιμον λάμποντα λίθον Θαρσίς (τὸν θαλασσοπράσινον πολύτιμον λίθον βήρυλλον), ἐνῷ τὸ πρόσωπόν του εἶχε τὴν λάμψιν καὶ τὴν ἀκτινοβολίαν τῆς ἀστραπῆς · τὰ μάτια του ἦσαν λαμπερὰ καὶ ἀστραφτερὰ ὡσὰν πύρινες λαμπάδες· οἱ βραχίονες καὶ τὰ σκέλη του εἶχαν τὴν ὄψιν λαμπεροῦ ἀκτινοβόλου χαλκοῦ, ἐνῷ ὁ ἦχος τῆς φωνῆς του ἦταν ὡσὰν τὸ βουητὸ πλήθους πολλοῦ λαοῦ.

Δαν. 10,7

καὶ εἶδον ἐγὼ Δανιὴλ μόνος τὴν ὀπτασίαν, καὶ οἱ ἄνδρες οἱ μετ’ ἐμοῦ οὐκ εἶδον τὴν ὀπτασίαν, ἀλλ’ ἢ ἔκστασις μεγάλη ἐπέπεσεν ἐπ’ αὐτούς, καὶ ἔφυγον ἐν φόβῳ.

Κολιτσάρα

Ἐγὼ μόνος ὁ Δανιὴλ εἶδα αὐτὴν τὴν ὀπτασίαν. Οἱ ἄνδρες, ποὺ ἦσαν μαζῆ μου, δὲν εἶδαν τὸ ὅραμα, ἀλλὰ κατέλαβεν αὐτοὺς μεγάλο δέος καὶ ἔφυγαν τρομαγμένοι.

Τρεμπέλα

Τὴν ὀπτασίαν αὐτὴν εἶδα ἐγὼ μόνος, ὁ Δανιήλ, οἱ δὲ ἄνδρες ποὺ ἦσαν μαζί μου δὲν εἶδαν τὴν ὀπτασίαν, ἀλλὰ τοὺς ἐκυρίευσε κατάπληξις, φόβος μεγάλος, καὶ ἔφυγαν κατατρομαγμένοι.

Δαν. 10,8

καὶ ἐγὼ ὑπελείφθην μόνος, καὶ εἶδον τὴν ὀπτασίαν τὴν μεγάλην ταύτην, καὶ οὐχ ὑπελείφθη ἐν ἐμοὶ ἰσχύς, καὶ ἡ δόξα μου μετεστράφη εἰς διαφθοράν, καὶ οὐκ ἐκράτησα ἰσχύος.

Κολιτσάρα

Ἐγὼ ἀπέμεινα μόνος ἐκεῖ καὶ εἶδα τὴν μεγάλην αὐτὴν ὀπτασίαν. Ἐξ αἰτίας δὲ τοῦ μεγαλειώδους αὐτοῦ ὁράματος δὲν μοῦ ἔμεινε καμμία δύναμις. Ἠλλοιώθη καὶ παρεμορφώθη τὸ πρόσωπόν μου. Ἔχασα τὴν σωματικὴν δύναμιν καὶ δὲν ἠδυνάμην νὰ σταθῶ ὄρθιος.

Τρεμπέλα

Ἐγὼ δὲ ἀπέμεινα μόνος καὶ εἶδα αὐτὴν τὴν μεγάλην ὀπτασίαν καὶ ἐξ αἰτίας τοῦ συγκλονιστικοῦ τούτου ὁράματος δὲν μοῦ ἀπέμεινε δύναμις· ὅλη δὲ ἡ ἐμφάνισις τοῦ προσώπου μου ἄλλαξε καὶ παρεμορφώθη, ἡ δὲ δύναμίς μου μὲ ἐγκατέλειψε καὶ δὲν ἠμποροῦσα νὰ σταθῶ ὄρθιος.

Δαν. 10,9

καὶ ἤκουσα τὴν φωνὴν τῶν λόγων αὐτοῦ καὶ ἐν τῷ ἀκοῦσαί με αὐτοῦ ἤμην κατανενυγμένος, καὶ τὸ πρόσωπόν μου ἐπὶ τὴν γῆν.

Κολιτσάρα

Ἤκουσα τὴν φωνὴν τῶν λόγων του καὶ ὅταν τὴν ἤκουσα, ἐκυριεύθην ἀπὸ φόβον. Ἔπεσα κάτω μὲ τὸ πρόσωπον εἰς τὸ ἔδαφος.

Τρεμπέλα

Ἄκουσα τὴν φωνὴν τῶν λόγων του καί, ἐνῷ τὴν ἄκουα, ἐκυριεύθηκα ἀπὸ βαθυτάτην συγκίνησιν, θάμβος καὶ φόβον, καὶ μὴ δυνάμενος νὰ ἀντικρύζω τὴν φοβερὰν θεωρίαν, ἔπεσα μπρούμυτα, μὲ τὸ πρόσωπόν μου κατὰ γῆς.

Δαν. 10,10

καὶ ἰδοὺ χεὶρ ἁπτομένη μου καὶ ἤγειρέ με ἐπὶ τὰ γόνατά μου.

Κολιτσάρα

Καὶ ἰδού, ἕνα χέρι μὲ ἤγγισε καὶ μὲ ἐσήκωσε εἰς τὰ γόνατά μου

Τρεμπέλα

Καὶ ἰδού! Ἐνῷ εὐρισκόμουν εἰς αὐτὴν τὴν στάσιν, ἕνα χέρι μὲ ἄγγισε καὶ μὲ ἐσήκωσεν εἰς τὰ γόνατά μου

Δαν. 10,11

καὶ εἶπε πρός με· Δανιὴλ ἀνὴρ ἐπιθυμιῶν, σύνες ἐν τοῖς λόγοις, οἷς ἐγὼ λαλῶ πρός σε, καὶ στῆθι ἐπὶ τῇ στάσει σου, ὅτι νῦν ἀπεστάλην πρός σε. καὶ ἐν τῷ λαλῆσαι αὐτὸν πρός με τὸν λόγον τοῦτον ἀνέστην ἔντρομος.

Κολιτσάρα

καὶ μοῦ εἶπε· «Δανιήλ, ἄνθρωπε εὐγενῶν καὶ ἁγίων ἐπιθυμιῶν, ἄκου μὲ προσοχὴν καὶ προσπάθησε νὰ κατανοήσῃς τὰ λόγια, τὰ ὁποῖα ἐγὼ θὰ σοῦ εἴπω. Στάσου ὄρθιος, διότι ἐγὼ ἔχω ἀποσταλῆ πρὸς σὲ ἐκ μέρους τοῦ Θεοῦ». Ὅταν μοῦ εἶπεν αὐτὸν τὸν λόγον ἐσηκώθηκα ὄρθιος, ἀλλὰ καὶ κατατρομαγμένος.

Τρεμπέλα

καὶ μοῦ εἶπε: «Δανιήλ, ἄνθρωπε ἰδιαιτέρως ἀγαπητέ (ἐκλεκτέ) τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἔχεις εὐγενεῖς πόθους καὶ ἐπιθυμίες· πρόσεχε ἀκριβῶς, ἄκουσε μὲ σύνεσιν τὰ λόγια ποὺ θὰ σοῦ εἰπῶ καὶ προσπάθησε νὰ τὰ κατανοήσῃς· διῶξε τὸν φόβον καὶ στάσου ὄρθιος, διότι τώρα ἔχω ἀποσταλῇ ἀπὸ τὸν Θεὸν πρὸς σέ». Μόλις δὲ μοῦ εἶπε αὐτὸν τὸν λόγον, ἐσηκώθηκα ὄρθιος, ἀλλὰ καὶ γεμᾶτος φόβον.

Δαν. 10,12

καὶ εἶπε πρός με· μὴ φοβοῦ, Δανιήλ, ὅτι ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας, ἧς ἔδωκας τὴν καρδίαν σου τοῦ συνεῖναι καὶ κακωθῆναι ἐναντίον Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου, ἠκούσθησαν οἱ λόγοι σου, καὶ ἐγὼ ἦλθον ἐν τοῖς λόγοις σου.

Κολιτσάρα

Ἐκεῖνος δὲ μοῦ εἶπε· «μὴ φοβεῖσαι, Δανιήλ, διότι ἀπὸ τὴν πρώτην ἡμέραν, κατὰ τὴν ὁποίαν σὺ παρέδωσες τὴν καρδίαν σου νὰ μάθῃς τὴν ἀλήθειαν, νὰ σκληραγωγηθῇς καὶ νὰ ταλαιπωρηθῇς ἐνώπιον Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου, ἠκούσθησαν οἱ λόγοι σου ἀπὸ τὸν Θεὸν καὶ ἐγὼ ἦλθα νὰ δώσω ἀπόκρισιν εἰς τοὺς λόγους σου.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ οὐράνιος ἀπεσταλμένος εἶπε πρὸς ἐμέ: «Μὴ φοβᾶσαι, Δανιήλ, διότι ἀπὸ τὴν πρώτην ἡμέραν κατὰ τὴν ὁποίαν ἔλαβες σταθερὰν καὶ ἀμετάκλητον ἀπόφασιν νὰ ἐννοήσῃς βαθύτερα τὴν ἀλήθειαν, νὰ κακοπαθήσῃς δὲ ἑκουσίως καὶ νὰ ταλαιπωρηθῇς μὲ νηστείαν καὶ πένθος ἐνώπιον Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου, ἀκούσθηκαν τὰ λόγια σου ἀπὸ τὸν Θεόν· ἀπόδειξις τούτου εἶναι ἡ παρουσία μου, ὅτι ἦλθα ἐγὼ νὰ δώσω ἀπάντησιν εἰς τὰ αἰτήματα τῆς δεήσεώς σου.

Δαν. 10,13

καὶ ὁ ἄρχων βασιλείας Περσῶν εἱστήκει ἐξ ἐναντίας μου εἴκοσι καὶ μίαν ἡμέραν, καὶ ἰδοὺ Μιχαὴλ εἷς τῶν ἀρχόντων τῶν πρώτων ἦλθε βοηθῆσαί μοι, καὶ αὐτὸν κατέλιπον ἐκεῖ μετὰ τοῦ ἄρχοντος βασιλείας Περσῶν,

Κολιτσάρα

Ὁ ἄγγελος, ὁ ἄρχων, κατ’ ἐντολὴν τοῦ Θεοῦ, τοῦ βασιλείου τῶν Περσῶν, εἶχε σταθῇ ἀπέναντί μου καὶ ἐπὶ εἴκοσι καὶ μίαν ἡμέραν μὲ ἠμπόδιζε. Καὶ ἰδού, ὁ Μιχαὴλ ἕνας ἀπὸ τοὺς πρώτους ἄρχοντας τοῦ οὐρανοῦ, ἦλθε νὰ μὲ βοηθήσῃ. Ἀφῆκα ἐγὼ αὐτὸν ἐκεῖ νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὸν ἄρχοντα τοῦ βασιλείου τῶν Περσῶν,

Τρεμπέλα

(Ἐγὼ ἀπεστάλην πρὸς σὲ ἀπὸ τὴν πρώτην ἡμέραν τῆς προσευχῆς σου)· ὅμως ὁ ἄρχων Ἄγγελος (ποὺ ὑπερασπίζεται τὰ συμφέροντα) τοῦ βασιλείου τῶν Περσῶν ἐστέκετο ἐμπρός μου καὶ μὲ ἐμπόδιζε ἐπὶ εἴκοσι μία ἡμέρες· ἀλλ’ ἰδού! Ὁ Μιχαήλ, ἕνας ἀπὸ τοὺς πρώτους ἄρχοντας τοῦ οὐρανοῦ, ἦλθε διὰ νὰ μὲ βοηθήσῃ. Αὐτὸν λοιπὸν ἀφῆκα ἐκεῖ νὰ ὁμιλῇ μὲ τὸν ἄρχοντα Ἄγγελον τῶν Περσῶν.

Δαν. 10,14

καὶ ἦλθον συνετίσαι σε ὅσα ἀπαντήσεται τῷ λαῷ σου ἐπ’ ἐσχάτων τῶν ἡμερῶν, ὅτι ἔτι ἡ ὅρασις εἰς ἡμέρας. -

Κολιτσάρα

καὶ ἦλθα νὰ σὲ ἐνημερώσω, διὰ νὰ μάθῃς τί θὰ συμβοῦν εἰς τὸν λαόν σου κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας. Διότι αὐτὸ τὸ ὅραμα ἀναφέρεται εἰς τὰς ἡμέρας ἐκείνας».

Τρεμπέλα

Καὶ ἦλθα νὰ σὲ διαφωτίσω καὶ σὲ πληροφορήσω ποία γεγονότα πρόκειται νὰ συμβοῦν εἰς τὸν λαόν σου κατὰ τὸ πολὺ ἀπομακρυσμένον μέλλον, μέχρι τῆς περιόδου ποὺ θὰ ἔλθῃ ὁ Μεσσίας· διότι ἡ ὅρασις αὐτὴ δὲν θὰ πραγματοποιηθῇ τώρα· ἐκτείνεται πολὺ μακράν· ἀναφέρεται εἰς τὸ ἀπώτατον μέλλον».

Δαν. 10,15

Καὶ ἐν τῷ λαλῆσαι αὐτὸν μετ’ ἐμοῦ κατὰ τοὺς λόγους τούτους ἔδωκα τὸ πρόσωπόν μου ἐπὶ τὴν γῆν καὶ κατενύγην.

Κολιτσάρα

Ὅταν ἐκεῖνος μοῦ εἶπεν αὐτοὺς τοὺς λόγους, ἐγύρισα τὸ πρόσωπόν μου πρὸς τὴν γῆν καὶ ἐκυριεύθην ἀπὸ μεγάλην συγκίνησιν.

Τρεμπέλα

Ὅταν ὁ οὐράνιος ἀπεσταλμένος εἶπεν εἰς ἐμὲ τὰ λόγια αὐτά, ἔστρεψα τὸ πρόσωπόν μου κάτω, πρὸς τὴν γῆν, καὶ ἐκυριεύθηκα ἀπὸ βαθυτάτην συγκίνησιν, θάμβος καὶ φόβον.

Δαν. 10,16

καὶ ἰδοὺ ὡς ὁμοίωσις υἱοῦ ἀνθρώπου ἥψατο τῶν χειλέων μου· καὶ ἤνοιξα τὸ στόμα μου καὶ ἐλάλησα καὶ εἶπα πρὸς τὸν ἑστῶτα ἐναντίον μου· Κύριε, ἐν τῇ ὀπτασίᾳ σου ἐστράφη τὰ ἐντός μου ἐν ἐμοί, καὶ οὐκ ἔσχον ἰσχύν·

Κολιτσάρα

Καὶ ἰδού, κάποιος, ποὺ ὁμοίαζε μὲ ἄνθρωπον, ἤγγισε τὰ χείλη μου, ἤνοιξα τὸ στόμα μου, ὡμίλησα πρὸς αὐτὸν ποὺ ἵστατο ἀπέναντί μου καὶ τοῦ εἶπα· «Κύριε, καθὼς σὲ εἶδα, συνεταράχθη τὸ ἐσωτερικόν μου καὶ δὲν μοῦ ἀπέμεινε πλέον δύναμις.

Τρεμπέλα

Ἔξαφνα ὅμως, ἰδού! Κάποιος ποὺ ὠμοίαζε μὲ ἄνθρωπον, ἄγγισε τὰ χείλη μου. Καὶ τότε ἄνοιξα τὸ στόμα μου καὶ ὡμίλησα καὶ εἶπα πρὸς τὸ πρόσωπον ποὺ ἐστέκετο ἐμπρός μου: «Κύριε, μόλις σὲ ἀντίκρυσα, ἡ ψυχή μου ἐγέμισε ταραχὴν καὶ φόβον, καὶ οἱ δυνάμεις μου μὲ ἐγκατέλειψαν.

Δαν. 10,17

καὶ πῶς δυνήσεται ὁ παῖς σου, Κύριε, λαλῆσαι μετὰ τοῦ Κυρίου μου τούτου; καὶ ἐγὼ ἀπὸ τοῦ νῦν οὐ στήσεται ἐν ἐμοὶ ἰσχύς, καὶ πνεῦμα οὐχ ὑπελείφθη ἐν ἐμοί.

Κολιτσάρα

Καὶ πῶς θὰ ἠμπορέσω ἐγὼ ὁ δοῦλος σου, Κύριε, νὰ ὁμιλήσω μὲ σὲ τὸν Κύριόν μου; Διότι ἀπὸ τὴν στιγμὴν αὐτὴν δὲν ἀπέμεινε δύναμις ἐντός μου. Καὶ αὐτὴ ἡ ἀναπνοή μου ἔχει κοπῇ».

Τρεμπέλα

Πῶς λοιπὸν θὰ ἠμπορέσω ἐγώ, ὁ δοῦλος σου, Κύριε, νὰ ὁμιλήσω μαζὶ μὲ τὸν Κύριόν μου αὐτόν; Διότι ἀπὸ αὐτὴν τὴν στιγμὴν μὲ ἐγκατέλειψαν ἐντελῶς οἱ δυνάμεις μου, καὶ ἀπὸ τὸν φόβον μου δὲν ἠμπορῶ κἀν νὰ ἀναπνεύσω· ἐκόπη ἡ ἀνάσα μου!»

Δαν. 10,18

καὶ προσέθετο καὶ ἥψατό μου ὡς ὅρασις ἀνθρώπου καὶ ἐνίσχυσέ με

Κολιτσάρα

Ἐκεῖνος ποὺ ὠμοίαζε μὲ ἄνθρωπον, μὲ ἤγγισε πάλιν, μὲ ἐνίσχυσε

Τρεμπέλα

Τὸ πρόσωπον, ὅμως, ποὺ ὠμοίαζε μὲ ἄνθρωπον μὲ ἄγγισε ἀκόμη μίαν φορὰν καὶ μὲ ἐνίσχυσε

Δαν. 10,19

καὶ εἶπέ μοι· μὴ φοβοῦ ἀνὴρ ἐπιθυμιῶν, εἰρήνη σοι· ἀνδρίζου καὶ ἴσχυε. καὶ ἐν τῷ λαλῆσαι αὐτὸν μετ’ ἐμοῦ ἴσχυσα καὶ εἶπα· λαλείτω ὁ Κύριός μου, ὅτι ἐνίσχυσάς με.

Κολιτσάρα

καὶ μοῦ εἶπε· «μὴ φοβεῖσαι, ἄνθρωπε τῶν εὐγενῶν καὶ ἁγίων ἐπιθυμιῶν. Ἡ εἰρήνη ἂς εἶναι μαζῆ σου. Πάρε θάρρος καὶ δύναμιν». Καθὼς δὲ ἐκεῖνος ὡμίλησεν ἔτσι πρὸς ἐμέ, ἠσθάνθην ὅτι ἐπῆρα δύναμιν καὶ εἶπα· «ἂς ὁμιλήσῃ ὁ Κύριός μου, διότι σὺ μὲ ἐνεδυνάμωσες».

Τρεμπέλα

καὶ μοῦ εἶπε: «Μὴ φοβᾶσαι, ἄνθρωπε ἰδιαιτέρως ἀγαπητὲ (ἐκλεκτέ) τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἔχεις εὐγενεῖς πόθους καὶ ἅγιες ἐπιθυμίες· εἴθε νὰ εἶναι εἰρήνη εἰς σέ. Μὴ ἀγωνίας· προχώρει μὲ ἀποφασιστικότητα ὡς γενναῖος ἄνδρας καὶ ἔχε θάρρος!» Καὶ μόλις ἐκεῖνος ὡμίλησε μαζί μου καὶ μοῦ εἶπεν αὐτὰ τὰ λόγια, ἐνισχύθηκα, ἀνέλαβα δυνάμεις καὶ εἶπα: «Ἂς ὁμιλῇ ὁ Κύριός μου· αἰσθάνομαι ἱκανὸς νὰ σὲ ἀκούω, διότι μοῦ ἔδωκες δύναμιν».

Δαν. 10,20

καὶ εἶπεν· εἰ οἶδας, ἱνατί ἦλθον πρός σε; καὶ νῦν ἐπιστρέψω τοῦ πολεμῆσαι μετὰ τοῦ ἄρχοντος Περσῶν· καὶ ἐγὼ ἐξεπορευόμην, καὶ ὁ ἄρχων τῶν Ἑλλήνων ἤρχετο,

Κολιτσάρα

Ἐκεῖνος εἶπε· «γνωρίζεις, τάχα, διατί ἦλθα πρὸς σέ; Τώρα ἐγὼ θὰ ἐπιστρέψω νὰ πολεμήσω μὲ τὸν ἄρχοντα ἄγγελον τὸν ἐξουσιάζοντα εἰς τοὺς Πέρσας. Ὅταν ἐγὼ ἔφευγα, ἤρχετο ὁ ἄγγελος ἄρχων τῶν Ἑλλήνων.

Τρεμπέλα

Καὶ τότε ἐκεῖνος εἶπε: «Γνωρίζεις ἄραγε διατί ἦλθα πρὸς σέ; Ἀσφαλῶς ὄχι! Τώρα λοιπὸν θὰ ἐπιστρέψω διὰ νὰ πολεμήσω (νὰ ἀντιμετωπίσω, δηλαδὴ νὰ συνομιλήσω καὶ πείσω) μὲ τὸν ἄρχοντα Ἄγγελον τοῦ βασιλείου τῶν Περσῶν ὅταν ἐγὼ ἔφευγα, ἐρχόταν ὁ ἄρχων Ἄγγελος προστάτης τῶν Ἑλλήνων.

Δαν. 10,21

ἀλλ’ ἢ ἀναγγελῶ σοι τὸ ἐντεταγμένον ἐν γραφῇ ἀληθείας, καὶ οὐκ ἔστιν εἷς ἀντεχόμενος μετ’ ἐμοῦ περὶ τούτων, ἀλλ’ ἢ Μιχαὴλ ὁ ἄρχων ὑμῶν.

Κολιτσάρα

Ἦλθα λοιπὸν νὰ σοῦ ἀναγγείλω αὐτό, ποὺ εἶναι γραμμένον εἰς τὸ βιβλίον τῆς ἀληθείας. Δὲν ὑπάρχει κανεὶς ἄλλος νὰ μὲ βοηθήσῃ εἰς τὰς ὑποθέσεις αὐτάς, εἰμὴ μόνον ὁ ἄρχων τοῦ ἰδικοῦ σας ἔθνους, ὁ Ἀρχάγγελος Μιχαήλ.

Τρεμπέλα

Ἦλθα λοιπὸν νὰ σοῦ ἀναγγείλω αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἔχει γραφὴ εἰς τὸ Βιβλίον τῆς Ἀληθείας· εἰς ὅλα δὲ αὐτὰ τὰ γεγονότα δὲν ὑπάρχει κανένας ἄλλος ἀπὸ τοὺς ἄρχοντας Ἀγγέλους τῶν ἐθνῶν διὰ νὰ μὲ βοηθήσῃ, παρὰ μόνον ὁ Μιχαήλ, ὁ ἄρχων Ἄγγελος τοῦ ἰδικοῦ σας (Ἰουδαϊκοῦ) ἔθνους».

Κεφάλαιο 11

Δαν. 11,1

Καὶ ἐγὼ ἐν ἔτει πρώτῳ Κύρου ἔστην εἰς κράτος καὶ ἰσχύν.

Κολιτσάρα

Κατὰ τὸ πρῶτον ἔτος τῆς βασιλείας τοῦ Βασιλέως Κύρου ἀπέκτησα ἐγὼ ἰσχὺν καὶ δύναμιν.

Τρεμπέλα

Ἐγὼ δὲ ὁ ἀρχάγγελος Γαβριήλ (ἐπειδὴ ὡς φίλος τῶν Ἰουδαίων ἐπιθυμοῦσα νὰ τοὺς βοηθήσω), εὐθὺς ὡς ἐβασίλευσεν ὁ Κῦρος, κατὰ τὸ πρῶτον ἔτος τῆς βασιλείας του, εὐδόκησεν ὁ Θεὸς νὰ λάβω καὶ νὰ σταθῶ μὲ ἐξουσίαν, δύναμιν καὶ ἰσχὺν καὶ τοιουτοτρόπως ἠμπόρεσα νὰ κάμω τὸ πᾶν, ὥστε νὰ ἀπαλλάξω τὸν Ἰουδαϊκὸν λαὸν ἀπὸ τὴν αἰχμαλωσίαν».

Δαν. 11,2

καὶ νῦν ἀλήθειαν ἀναγγελῶ σοι· ἰδοὺ ἔτι τρεῖς βασιλεῖς ἀναστήσονται ἐν τῇ Περσίδι, καὶ ὁ τέταρτος πλουτήσει πλοῦτον μέγαν παρὰ πάντας· καὶ μετὰ τὸ κρατῆσαι αὐτὸν τοῦ πλούτου αὐτοῦ ἐπαναστήσεται πάσαις βασιλείαις Ἑλλήνων.

Κολιτσάρα

Τώρα θὰ σοῦ εἴπω τὴν ἀλήθειαν διὰ τὰ μελλοντικὰ γεγονότα. Ἰδού, τρεῖς ἀκόμη βασιλεῖς θὰ ἐγερθοῦν εἰς τὴν Περσίαν. Ὁ τέταρτος θὰ ἀποκτήσῃ μεγάλον πλοῦτον, περισσότερον ἀπὸ ὅλους τοὺς ἄλλους. Ὅταν δὲ γίνῃ κύριος τοῦ ἀπέραντου αὐτοῦ πλούτου, θὰ στραφῇ καὶ θὰ ἐκστρατεύσῃ ἐναντίον ὅλων τῶν ἑλληνικῶν βασιλείων.

Τρεμπέλα

«Τώρα λοιπὸν θὰ σοῦ ἀναγγείλω τὴν ἀλήθειαν περὶ τῶν γεγονότων τὰ ὁποῖα ἔχουν ὁρισθῇ παρὰ τοῦ Θεοῦ καὶ μέλλουν νὰ συμβοῦν. Ἰδού· τρεῖς ἀκόμη βασιλεῖς πρόκειται νὰ ἐμφανισθοῦν εἰς τὴν Περσίαν· καὶ ὁ τέταρτος θὰ ἀποκτήσῃ πλοῦτον μεγάλον, περισσότερον ἀπὸ ὅλους τοὺς ἄλλους. Ὅταν δὲ γίνῃ δυνατὸς χάρις εἰς τὸν ἀμύθητον πλοῦτον του, θὰ ἐκστρατεύσῃ καὶ θὰ ἐπιτεθῇ ἐναντίον ὅλων τῶν ἑλληνικῶν βασιλείων.

Δαν. 11,3

καὶ ἀναστήσεται βασιλεὺς δυνατὸς καὶ κυριεύσει κυριείας πολλῆς καὶ ποιήσει κατὰ τὸ θέλημα αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

Ἔπειτα θὰ ἐγερθῇ ἄλλος βασιλεὺς ἰσχυρός, θὰ ἐπεκτείνῃ τὴν κυριαρχίαν του εἰς πολλὴν ἔκτασιν καὶ θὰ κάμνῃ αὐτό, ποὺ θέλει.

Τρεμπέλα

Κατόπιν θὰ ἐγερθῇ βασιλιᾶς δυνατός, ὁ ὁποῖος θὰ γίνῃ κύριος αὐτοκρατορίας μεγάλης καὶ θὰ κάμνῃ ὅ,τι θέλει.

Δαν. 11,4

καὶ ὡς ἂν στῇ, ἡ βασιλεία αὐτοῦ συντριβήσεται, καὶ διαιρεθήσεται εἰς τοὺς τέσσαρας ἀνέμους τοῦ οὐρανοῦ καὶ οὐκ εἰς τὰ ἔσχατα αὐτοῦ, οὐδὲ κατὰ τὴν κυριείαν αὐτοῦ, ἣν ἐκυρίευσεν· ὅτι ἐκτιλήσεται ἡ βασιλεία αὐτοῦ καὶ ἑτέροις ἐκτὸς τούτων.

Κολιτσάρα

Ὅταν δὲ θὰ ἐδραιωθῇ πλέον ἡ δύναμις τοῦ βασιλείου του, θὰ καταστραφῇ καὶ αὐτός. Θὰ διαιρεθῇ τὸ βασίλειόν του εἰς τὰ τέσσαρα σημεῖα τοῦ ὁρίζοντος, χωρὶς ὅμως καὶ νὰ περιέλθῃ εἰς τοὺς ἀπογόνους του. Δὲν θὰ κυβερνηθοῦν ὅμως τὰ τέσσαρα αὐτὰ βασίλεια, ὅπως ἐκεῖνος τὰ εἶχε κυβερνήσει. Διότι τὸ βασίλειόν του ἐν τῷ συνόλῳ πλέον θὰ ἐκριζωθῇ καὶ θὰ περιέλθῃ εἰς ἄλλους ἐκτὸς αὐτῶν.

Τρεμπέλα

Ὅταν ὅμως ἐδραιωθῆ ἡ βασιλεία του καὶ ἡ δύναμίς του φθάσῃ εἰς τὸ ἀπόγειον τῆς δόξης του, ἡ βασιλεία του θὰ συντριβῇ, θὰ καταστραφῇ καὶ θὰ διαιρεθῇ εἰς τὰ τέσσερα σημεῖα τοῦ ὁρίζοντος· δὲν θὰ περιέλθῃ ὅμως εἰς τὴν κατοχὴν τῶν ἀπογόνων του, οὔτε τὰ τέσσερα βασίλεια (ποὺ θὰ προέλθουν ἀπὸ τὸ ἕνα βασίλειον) θὰ κυβερνηθοῦν ὅπως ἐκυβέρνησεν ἐκεῖνος τὴν μεγάλην αὐτοκρατορίαν του. Διότι τὸ βασίλειόν του θὰ ἐκριζωθῇ, θὰ μαδηθῇ καὶ θὰ περιέλθῃ εἰς τὰ χέρια ἄλλων, ἐκτὸς τῶν ἀπογόνων του».

Δαν. 11,5

καὶ ἐνισχύσει ὁ βασιλεὺς τοῦ νότου· καὶ εἷς τῶν ἀρχόντων αὐτοῦ ἐνισχύσει ἐπ’ αὐτὸν καὶ κυριεύσει κυριείαν πολλὴν ἐπ’ ἐξουσίας αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

Ὁ βασιλεὺς τῶν νοτίων περιοχῶν θὰ ἀποκτήσῃ δύναμιν μεγάλην. Ἕνας ὅμως ἀπὸ τοὺς στρατηγούς του θὰ ἀναδειχθῇ ἰσχυρότερος ἀπὸ αὐτὸν καὶ θὰ κυριάρχησῃ μὲ πολλὴν δύναμιν ἐπὶ τοῦ βασιλείου αὐτοῦ.

Τρεμπέλα

«Καὶ κατόπιν ὁ βασιλιᾶς τῶν νοτίων (πρὸς τὴν Παλαιστίνην) περιοχῶν (δηλαδὴ τῆς Αἰγύπτου) θὰ ἀποκτήσῃ δύναμιν μεγάλην. Ἀλλ’ ἕνας ἀπὸ τοὺς στρατηγούς του θὰ ἀποκτήσῃ δύναμιν μεγαλυτέραν ἀπὸ αὐτὸν καὶ θὰ κυριαρχήσῃ εἰς τὸ βασίλειόν του μὲ δύναμιν πολλήν.

Δαν. 11,6

καὶ μετὰ τὰ ἔτη αὐτοῦ συμμειγήσονται, καὶ θυγάτηρ βασιλέως τοῦ νότου εἰσελεύσεται πρὸς βασιλέα τοῦ βορρᾶ τοῦ ποιῆσαι συνθήκας μετ’ αὐτοῦ· καὶ οὐ κρατήσει ἰσχύος βραχίονος, καὶ οὐ στήσεται τὸ σπέρμα αὐτοῦ, καὶ παραδοθήσεται αὐτὴ καὶ οἱ φέροντες αὐτὴν καὶ ἡ νεᾶνις καὶ ὁ κατισχύων αὐτὴν ἐν τοῖς καιροῖς.

Κολιτσάρα

Ἔπειτα ἀπὸ ὀλίγα ἔτη θὰ ἔλθουν εἰς κοινωνίαν γάμου τὰ δύο αὐτὰ βασίλεια, διότι ἡ θυγάτηρ τοῦ πρὸς νότον βασιλέως θὰ ὑπανθρευθῇ τὸν βασιλέα τοῦ βορρᾶ. Ἔτσι δὲ θὰ συναφθῇ μεταξὺ τῶν δύο βασιλείων συνθήκη. Ἡ θυγάτηρ ὅμως αὐτὴ δὲν θὰ κρατήσῃ τὴν δύναμιν τοῦ βασιλείου καὶ οὔτε οἱ ἀπόγονοι τοῦ βασιλέως θὰ σταθοῦν εἰς τὴν ἐξουσίαν. Ἡ ἰδία αὐτή, οἱ ἀκόλουθοί της, ἡ κόρη της καὶ αὐτός, ὁ ὁποῖος θὰ τὴν ὑποστηρίζῃ, θὰ παραδοθοῦν κατὰ τὸν καιρὸν ἐκεῖνον εἰς καταστροφήν.

Τρεμπέλα

Ὅμως ἔπειτα ἀπὸ ὀλίγα ἔτη θὰ συνενωθοῦν, θὰ σνναφθῇ συνθήκη μεταξύ των (μεταξὺ βορείου καὶ νοτίου βασιλείου, δηλαδὴ μεταξὺ Συρίας καὶ Αἰγύπτου). Διότι ἡ θυγατέρα τοῦ βασιλιᾶ τοῦ νοτίου βασιλείου θὰ ὑπανδρευθῇ τὸν βασιλιᾶ του βορείου βασιλείου καὶ μὲ τὸν τρόπον αὐτὸν θὰ συναφθῇ μεταξύ των συνθήκη (συμφωνία). Παρ’ ὅλον τοῦτο ὅμως ἡ θυγατέρα αὐτὴ δὲν θὰ συγκρατήσῃ, δὲν θὰ διατηρήσῃ τὴν δύναμιν τοῦ βασιλικοῦ βραχίονος (δὲν θὰ γίνῃ τὸ κυριώτερον ὑποστήριγμα τῆς εἰρήνης, δὲν θὰ ἐπηρεάσῃ θετικῶς τὴν εἰρήνην), ἀλλ’ οὔτε καὶ οἱ ἀπόγονοι τοῦ βασιλιᾶ θὰ ἐπιζήσουν, ὥστε νὰ διατηρηθοῦν εἰς τὴν ἐξουσίαν. Αὐτὴ ἡ ἰδία, ὅπως καὶ οἱ ἀκόλουθοί της (ποὺ τὴν ἀκολούθησαν ἀπὸ τὸ βασίλειον τοῦ νότου), καθὼς ἐπίσης καὶ ἡ θυγατέρα της καὶ ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θὰ τὴν ὑποστηρίζῃ κατὰ τοὺς χρόνους ἐκείνους, θὰ παραδοθοῦν εἰς καταστροφήν.

Δαν. 11,7

καὶ στήσεται ἐκ τοῦ ἄνθους τῆς ῥίζης αὐτῆς τῆς ἑτοιμασίας αὐτοῦ καὶ ἥξει πρὸς τὴν δύναμιν καὶ εἰσελεύσεται εἰς τὰ ὑποστηρίγματα τοῦ βασιλέως τοῦ βορρᾶ καὶ ποιήσει ἐν αὐτοῖς καὶ κατισχύσει.

Κολιτσάρα

Ἕνας ἀπὸ τοὺς βλαστοὺς τῆς βασιλικῆς ἐκείνης ρίζης θὰ σταθῇ μὲ μεγάλην προετοιμασίαν καὶ θὰ ἐπέλθῃ μὲ δύναμιν πολλήν, θὰ εἰσελθῃ εἰς τὰ φρούρια τοῦ βασιλέως τοῦ βορρᾶ, θὰ πολεμήσῃ ἐναντίον αὐτοῦ καὶ θὰ νικήσῃ.

Τρεμπέλα

Ἕνας δὲ ἀπὸ τοὺς βλαστοὺς τῆς βασιλικῆς ρίζας τοῦ βασιλιᾶ τοῦ νότου (τῆς Αἰγύπτου) θὰ ἐγερθῇ καὶ ἔπειτα ἀπὸ μεγάλην στρατιωτικὴν προετοιμασίαν θὰ βαδίσῃ καὶ θὰ εἰσέλθῃ εἰς τὰ ὀχυρὰ φρούρια τοῦ βασιλιᾶ τοῦ βορρᾶ (τῆς Συρίας), θὰ πολεμήσῃ ἐναντίον του καὶ θὰ νικήσῃ.

Δαν. 11,8

καί γε τοὺς θεοὺς αὐτῶν μετὰ τῶν χωνευτῶν αὐτῶν, πᾶν σκεῦος ἐπιθυμητὸν αὐτῶν ἀργυρίου καὶ χρυσίου, μετὰ αἰχμαλωσίας οἴσει εἰς Αἴγυπτον· καὶ αὐτὸς στήσεται ὑπὲρ βασιλέα τοῦ βορρᾶ.

Κολιτσάρα

Θὰ διαρπάσῃ καὶ θὰ φέρῃ εἰς τὴν Αἴγυπτον τοὺς θεοὺς ἐκείνων, τὰ χωνευτὰ αὐτῶν ἀγάλματα, κάθε πολύτιμον ἀντικείμενον ἀπὸ ἄργυρον καὶ χρυσόν. Αὐτὸς λοιπὸν θὰ ὑπερισχύσῃ ἐναντίον τοῦ βασιλέως τοῦ βορρᾶ.

Τρεμπέλα

Καὶ αὐτοὺς ἀκόμη τοὺς θεούς των, τὰ χωνευτά των ἀγάλματα, ὅπως καὶ κάθε πολύτιμον ἀντικείμενον ἀπὸ ἀσῆμι καὶ χρυσάφι, θὰ τὰ αἰχμαλωτίσῃ, θὰ τὰ λαφυραγωγήσῃ καὶ θὰ τὰ φέρῃ εἰς τὴν Αἴγυπτον. Αὐτὸς δὲ ὁ βασιλιᾶς τοῦ νότου (τῆς Αἰγύπτου) θὰ ὑπερισχύσῃ τοῦ βασιλιᾶ του βορρᾶ (τῆς Συρίας).

Δαν. 11,9

καὶ εἰσελεύσεται εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ βασιλέως τοῦ νότου, καὶ ἀναστρέψει εἰς τὴν γῆν αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

Ἔπειτα ὁ βασιλεὺς τοῦ βορρᾶ θὰ ἐπέλθῃ ἐναντίον τοῦ νοτίου βασιλείου, ἐναντίον τῆς Αἰγύπτου. Δὲν θὰ ἠμπορέσῃ ὅμως νὰ παραμείνῃ ἐκεῖ καὶ θὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν χώραν του.

Τρεμπέλα

(Ἐπὶ ὡρισμένον χρονικὸν διάστημα θὰ ἐπικρατήσῃ ἠρεμία, ἀφοῦ αὐτὸς θὰ εἶναι κυρίαρχος εἰς τὰ δύο βασίλεια). Ἔπειτα ὁ βασιλιᾶς τοῦ βορρᾶ θὰ εἰσβάλῃ εἰς τὸ βασίλειον τοῦ νότου (τὴν Αἰγύπτου), θὰ ἐπιστρέψῃ ὅμως ἡττημένος εἰς τὴν χώραν του».

Δαν. 11,10

καὶ οἱ υἱοὶ αὐτοῦ συνάξουσιν ὄχλον δυνάμεων πολλῶν, καὶ ἐλεύσεται ἐρχόμενος καὶ κατακλύζων· καὶ παρελεύσεται καὶ καθίεται καὶ συμπροσπλακήσεται ἕως τῆς ἰσχύος αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

Οἱ υἱοὶ ὅμως τοῦ βασιλέως τοῦ βορρᾶ θὰ συγκεντρώσουν μεγάλην στρατιωτικὴν δύναμιν, ἡ ὁποία καὶ θὰ ἐπέλθῃ ἐναντίον τοῦ νοτίου βασιλείου καὶ θὰ κατακλύσῃ αὐτό. Θὰ περιέρχεται νικηφόρως τὴν περιοχήν, θὰ ἐπέρχεται μὲ ὁρμὴν καὶ θὰ κτυπήσῃ ὅλην τὴν δύναμιν ἐκείνου.

Τρεμπέλα

«Καὶ οἱ υἱοὶ τοῦ βασιλιᾶ τοῦ βορρᾷ (τῆς Συρίας) θὰ συγκεντρώσουν μεγάλην στρατιωτικὴν δύναμιν καὶ ὁ ἕνας ἀπὸ αὐτούς (διότι ὁ ἄλλος θὰ ἀποθάνη κατὰ τὶς προετοιμασίες τοῦ πολέμου) θὰ ἀναπτυχθῇ, θὰ προχωρήσῃ καὶ θὰ ὁρμήσῃ ὡς χείμαρρος ποὺ κατακλύζει τὰ πάντα, κατὰ τοῦ βασιλείου τῆς Αἰγύπτου. Θὰ εἰσβάλῃ εἰς τὴν Αἴγυπτον, θὰ ὁρμᾷ καὶ θὰ περιέρχεται νικηφόρος τὴν χώραν, θὰ συγκρουσθῇ καὶ θὰ προσβάλῃ ὅλην τὴν στρατιωτικὴν δύναμιν τοῦ βασιλιᾶ τοῦ νότου.

Δαν. 11,11

καὶ ἀγριανθήσεται βασιλεὺς τοῦ νότου καὶ ἐξελεύσεται καὶ πολεμήσει μετὰ τοῦ βασιλέως τοῦ βορρᾶ· καὶ στήσει ὄχλον πολύν, καὶ παραδοθήσεται ὁ ὄχλος ἐν χειρὶ αὐτοῦ·

Κολιτσάρα

Τότε ὁ βασιλεὺς τῶν νοτίων περιοχῶν, ὁ βασιλεὺς τῆς Αἰγύπτου, θὰ ἐξαγριωθῇ καὶ θὰ ἐξέλθῃ εἰς πόλεμον καὶ θὰ πολεμήσῃ ἐναντίον τοῦ βασιλέως τοῦ βορρᾶ. Θὰ παρατάξῃ στρατὸν πολὺν καὶ ὁ πολὺς στρατὸς τοῦ βασιλέως τοῦ βορρᾶ θὰ παραδοθῇ εἰς τὰς χεῖρας τοῦ βασιλέως τῆς Αἰγύπτου.

Τρεμπέλα

Τότε ὁ βασιλιᾶς τοῦ νότου (τῆς Αἰγύπτου) θὰ ἐξαγριωθῇ, θὰ ἐξέλθῃ εἰς πόλεμον καὶ θὰ πολεμήσῃ ἐναντίον τοῦ βασιλιᾶ του βορρᾶ (τῆς Συρίας)· θὰ παρατάξῃ δὲ ἐναντίον του στρατὸν πολύν, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἡττηθῇ καὶ νὰ παραδοθῇ ὁ πολὺς στρατὸς τοῦ βασιλιᾶ τῆς Συρίας εἰς τὰ χέρια του.

Δαν. 11,12

καὶ λήψεται τὸν ὄχλον, καὶ ὑψωθήσεται ἡ καρδία αὐτοῦ, καὶ καταβαλεῖ μυριάδας καὶ οὐ κατισχύσει.

Κολιτσάρα

Θὰ συλλάβῃ αἰχμάλωτον τὸν στρατὸν ἐκεῖνον· θὰ ὑπερηφανευθῇ ἡ καρδία του, θὰ συντρίψῃ μυριάδας, ἀλλὰ τελικῶς δὲν θὰ ὑπερισχύσῃ.

Τρεμπέλα

Καὶ θὰ συλλάβῃ μὲν αἰχμάλωτον τὸν στρατὸν τοῦ βασιλιᾶ του βορρᾶ (τῆς Συρίας), θὰ ὑπερηφανευθῇ ὅμως ἡ καρδιά του· ἐνῷ δὲ θὰ συντρίψῃ καὶ θὰ φονεύσῃ δεκάδες χιλιάδων στρατοῦ τὸν ἐχθροῦ, τελικῶς δὲν θὰ ὑπερισχύσῃ.

Δαν. 11,13

καὶ ἐπιστρέψει ὁ βασιλεὺς τοῦ βορρᾶ καὶ ἄξει ὄχλον πολὺν ὑπὲρ τὸν πρότερον καὶ εἰς τὸ τέλος τῶν καιρῶν ἐνιαυτῶν ἐπελεύσεται εἰσόδια ἐν δυνάμει μεγάλῃ καὶ ἐν ὑπάρξει πολλῇ.

Κολιτσάρα

Ὁ βασιλεὺς τῶν βορείων περιοχῶν θὰ ἐπιστρέψῃ εἰς τὴν χώραν του, θὰ συγκεντρώσῃ στρατὸν πολύν, πολυαριθμότερον ἀπὸ τὸν πρῶτον, καὶ ἔπειτα ἀπὸ ὠριαμένα ἔτη θὰ ἐπέλθῃ κατὰ τῆς Αἰγύπτου, θὰ εἰσελθῃ εἰς αὐτὴν μὲ μεγάλην στρατιωτικὴν δύναμιν καὶ μὲ πάρα πολλὰ ἐφόδια.

Τρεμπέλα

Ὁ βασιλιᾶς τοῦ βορρᾶ (τῆς Συρίας) θὰ ἐπιστρέψῃ εἰς τὴν πατρίδα του καὶ θὰ συγκεντρώσῃ στρατὸν πολὺ περισσότερον ἀπὸ τὴν προηγουμένην φορὰν καὶ τελικῶς, ἔπειτα ἀπὸ ὡρισμένα χρόνια, θὰ εἰσβάλῃ εἰς τὴν Αἴγυπτον (διὰ δευτέραν φοράν) μὲ πολυάριθμον στρατὸν καὶ μὲ ἄφθονα ἐφόδια καὶ πολεμικὸν ὑλικόν.

Δαν. 11,14

καὶ ἐν τοῖς καιροῖς ἐκείνοις πολλοὶ ἐπαναστήσονται ἐπὶ βασιλέα τοῦ νότου· καὶ οἱ υἱοὶ τῶν λοιμῶν τοῦ λαοῦ σου ἐπαρθήσονται τοῦ στῆσαι ὅρασιν καὶ ἀσθενήσουσι.

Κολιτσάρα

Κατὰ τὸν καιρὸν ἐκεῖνον καὶ πολλοὶ ἄλλοι θὰ ἐπαναστατήσουν ἐναντίον τοῦ βασιλέως τῆς Αἰγύπτου. Φαῦλοι δὲ ἄνθρωποι τοῦ λαοῦ σου θὰ ἀλαζονευθοῦν καὶ θὰ ἐπαναστατήσουν καὶ αὐτοί, ἀλλὰ θὰ καταστραφοῦν καὶ ἔτσι θὰ ἐκπληρωθῇ ἡ προφητεία.

Τρεμπέλα

Καὶ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην πολλοὶ θὰ ἐπαναστατήσουν ἐνάντιον τοῦ βασιλιᾶ τοῦ νότου (τῆς Αἰγύπτου)· οἱ δὲ φαῦλοι καὶ διεφθαρμένοι ἄνθρωποι τοῦ λαοῦ σου (τοῦ Ἰουδαϊκοῦ) θὰ ὑπερηφανευθοῦν καὶ θὰ ἐπαναστατήσουν καὶ αὐτοί· τοιουτοτρόπως θὰ ἐπαληθευθῇ ἡ προφητεία «σύμφωνα μὲ τὴν ὁποῖαν οἱ ταραχοποιοὶ αὐτοὶ Ἰουδαῖοι θὰ διωχθοῦν» καὶ θὰ καταστραφοῦν.

Δαν. 11,15

καὶ εἰσελεύσεται βασιλεὺς τοῦ βορρᾶ καὶ ἐκχεεῖ πρόσχωμα καὶ συλλήψεται πόλεις ὀχυράς, καὶ οἱ βραχίονες τοῦ βασιλέως τοῦ νότου οὐ στήσονται, καὶ ἀναστήσονται οἱ ἐκλεκτοὶ αὐτοῦ, καὶ οὐκ ἔσται ἰσχὺς τοῦ στῆναι.

Κολιτσάρα

Ὁ βασιλεὺς τοῦ βορρᾶ θὰ εἰσέλθῃ, θὰ ὑψώση προχώματα καὶ προμαχῶνας γύρω ἀπὸ τὰς πόλεις. Θὰ καταλάβῃ πόλεις ἰσχυράς, ἐνὼ αἱ δυνάμεις τοῦ βασιλέως τοῦ νότου δὲν θὰ ἠμπορέσουν νὰ ἀντισταθοῦν. Θὰ ἐγειρθοῦν βέβαια οἱ ἐκλεκτοί του ἄνδρες κατὰ τὸν πόλεμον αὐτόν, ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ δὲν θὰ ἔχουν τὴν ἰσχὺν τῆς ἀποτελεσματικῆς ἀντιστάσεως.

Τρεμπέλα

Τότε ὁ βασιλιᾶς τοῦ βορρᾶ (τῆς Συρίας) θὰ εἰσβάλῃ καὶ θὰ ὑψώσῃ προχώματα καὶ προμαχῶνες, διὰ νὰ πολιορκήσῃ τὰ φρούρια, καὶ θὰ κυριεύσῃ πόλεις ὠχυρωμένες καὶ ἰσχυρές. Οἱ στρατιωτικὲς δυνάμεις τοῦ βασιλιᾶ του νότου (τῆς Αἰγύπτου) δὲν θὰ ἠμπορέσουν νὰ ἀντισταθοῦν οἱ ἐκλεκτοὶ πολεμισταί του θὰ κινηθοῦν μέν, δὲν θὰ δυνηθοῦν ὅμως νὰ ἀντιτάξουν ἀποτελεσματικὴν ἀντίστασιν.

Δαν. 11,16

καὶ ποιήσει ὁ εἰσπορευόμενος πρὸς αὐτὸν κατὰ τὸ θέλημα αὐτοῦ, καὶ οὐκ ἔστιν ἑστὼς κατὰ πρόσωπον αὐτοῦ· καὶ στήσεται ἐν τῇ γῇ τοῦ Σαβεί, καὶ συντελεσθήσεται ἐν τῇ χειρὶ αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

Ὁ βασιλεὺς τοῦ βορρᾶ θὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν Αἴγυπτον, θὰ πράττῃ σύμφωνα μὲ τὸ θέλημά του καὶ δὲν θὰ ὑπάρχει ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος θὰ ἠμπορέσῃ νὰ ἀντισταθῇ ἐναντίον του. Θὰ σταματήσῃ εἰς τὴν περιοχὴν Σαβεὶ καὶ διὰ τῆς δυνάμεώς του θὰ καταστρέψῃ, αὐτήν.

Τρεμπέλα

Ὁ βασιλιᾶς τῆς Συρίας, ὁ ὁποῖος θὰ εἰσβάλῃ εἰς τὴν Αἴγυπτον, θὰ κινῆται καὶ θὰ ἐνεργῇ ὅπως θέλει, καὶ δὲν θὰ ὑπάρξῃ κανεὶς ἱκανὸς νὰ ἀντιπαραταχθῇ καὶ ἀντισταθῇ εἰς αὐτόν. Θὰ σταματήσῃ εἰς τὴν χώραν Σαβεί (τὴν Ἰουδαίαν), διὰ δὲ τῆς δυνάμεως του θὰ καταστρέψῃ καὶ αὐτήν.

Δαν. 11,17

καὶ τάξει τὸ πρόσωπον αὐτοῦ εἰσελθεῖν ἐν ἰσχύϊ πάσης τῆς βασιλείας αὐτοῦ καὶ εὐθεῖα πάντα μετ’ αὐτοῦ ποιήσει· καὶ θυγατέρα τῶν γυναικῶν δώσει αὐτῷ τοῦ διαφθεῖραι αὐτήν, καὶ οὐ μὴ παραμείνῃ καὶ οὐκ αὐτῷ ἔσται.

Κολιτσάρα

Θὰ ἀποφασίσῃ νὰ εἰσέλθῃ μέ ὅλην αὐτοῦ τὴν βασιλικὴν δύναμιν εἰς τὸ βασίλειον τῆς Αἰγύπτου, θὰ συμβιβασθῇ ὅμως καὶ θὰ κάμῃ εἰρήνην μὲ τὴν Αἴγυπτον. Θὰ δώσῃ τὴν θυγατέρα του ὡς σύζυγον εἰς τὸν βασιλέα τῆς Αἰγύπτου, ὥστε διὰ μέσου αὐτῆς νὰ διαβρώσῃ τὴν Αἴγυπτον. Ἐκείνη ὅμως δὲν θὰ παραμείνῃ πιστὴ εἰς τὸν πατέρα της καὶ δὲν θὰ ἀνήκῃ εἰς αὐτὸν καὶ εἰς τὰ σχέδιά του.

Τρεμπέλα

Θὰ λάβῃ σταθερὰν ἀπόφασιν νὰ εἰσβάλῃ μὲ ὅλην τὴν βασιλικὴν δύναμίν του εἰς τὸ βασίλειον τῆς Αἰγύπτου· θὰ συμβιβασθῇ ὅμως καὶ θὰ κάμῃ εἰρήνην μὲ τὸν βασιλιᾶ τῆς Αἰγύπτου. Θὰ δώσῃ τὴν θυγατέρα του ὡς σύζυγον εἰς τὸν βασιλιᾶ τῆς Αἰγύπτου, ὥστε μέσῳ αὐτῆς νὰ ὑποσκάψῃ τὰ θεμέλια τοῦ βασιλείου τῆς Αἰγύπτου. Ἐκείνη ὅμως θὰ παραμείνῃ πιστὴ εἰς τὸν σύζυγόν της καὶ ὄχι εἰς τὸν πατέρα της καὶ ἔτσι δὲν θὰ ἐξυπηρετήσῃ τὰ σχέδια τοῦ πατέρα της.

Δαν. 11,18

καὶ ἐπιστρέψει τὸ πρόσωπον αὐτοῦ εἰς τὰς νήσους καὶ συλλήψεται πολλὰς καὶ καταπαύσει ἄρχοντας ὀνειδισμοῦ αὐτῶν, πλὴν ὀνειδισμὸς αὐτοῦ ἐπιστρέψει αὐτῷ.

Κολιτσάρα

Θὰ στρέψῃ τότε τὴν προσοχὴν καὶ τὸ βλέμμα του εἰς τὰς νήσους, θὰ κυριεύσῃ πολλὰς ἀπὸ αὐτάς, τοὺς ἄρχοντας αὐτῶν ἡττημένους καὶ ἐξευτελισμένους, θὰ καθαιρέσῃ. Ἐν τέλει ὅμως θὰ ἡττηθῇ καὶ αὐτὸς καὶ ὁ ὀνειδισμός, εἰς τὸν ὁποῖον ἔρριψε τοὺς ἄλλους θὰ πέσῃ ἐπάνω του.

Τρεμπέλα

Τότε ὁ βασιλιᾶς τῆς Συρίας θὰ στρέψῃ τὴν προσοχὴν καὶ τὸ βλέμμα του εἰς τὶς νήσους τοῦ Αἰγαίου, θὰ καταλάβῃ πολλὲς ἀπὸ αὐτές, καὶ τοὺς ἡττημένους καὶ ἐξευτελισμένους ἄρχοντές των θὰ τοὺς καθαιρέσῃ. Τελικῶς ὅμως θὰ ἡττηθῇ καὶ αὐτός, ἡ δὲ ὕβρις καὶ ὁ ἐξευτελισμὸς εἰς τὰ ὁποῖα ἔρριψε τοὺς ἄλλους θὰ ἐπιστρέφουν καὶ θὰ πέσουν ἐπάνω του.

Δαν. 11,19

καὶ ἐπιστρέψει τὸ πρόσωπον αὐτοῦ εἰς τὴν ἰσχὺν τῆς γῆς αὐτοῦ καὶ ἀσθενήσει καὶ πεσεῖται καὶ οὐχ εὑρεθήσεται.

Κολιτσάρα

Ἔπειτα θὰ στρέψῃ τὴν προσοχήν του εἰς τὰς δυνάμεις τῆς χώρας του διὰ τὴν ἀσφάλειαν τὸ βασιλείου του. Θὰ ἐξασθενήσῃ ὄμως, θὰ πέσῃ, θὰ καταστραφῇ καὶ δὲν θὰ εὐρεθῇ ὁ τόπος του.

Τρεμπέλα

Κατόπιν τούτου θὰ στρέψῃ τὴν προσοχήν του εἰς τὰ ὡχυρωμένα φρούρια διὰ τὴν ἀσφάλειαν τῆς χώρας του ἀλλὰ θὰ ἐξασθενήσῃ καὶ θὰ πέσῃ καὶ θὰ ἑξαφανισθῇ.

Δαν. 11,20

καὶ ἀναστήσεται ἐκ τῆς ῥίζης αὐτοῦ φυτὸν τῆς βασιλείας ἐπὶ τὴν ἑτοιμασίαν αὐτοῦ παραβιβάζων, πράσσων δόξαν βασιλείας καὶ ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις συντριβήσεται καὶ οὐκ ἐν προσώποις οὐδὲ ἐν πολέμῳ.

Κολιτσάρα

Θὰ ἐγερθῇ ἀπὸ τὴν βασιλικὴν αὐτοῦ ρίζαν ἕνας, διὰ νὰ γίνῃ ἄρχων καὶ κύριος εἰς ὅσα ἐκεῖνος ἡτοίμασεν. Αὐτὸς ὅμως θὰ ἐκτραπῇ ἐκμεταλλευόμενος τὴν δόξαν τῆς βασιλείας του. Ἀλλὰ κατὰ τὰς ἡμέρας ἐκείνας θὰ συντριβῇ ὄχι εἰς πόλεμον ἀλλὰ κατ’ ἄλλον τρόπον (διὰ δολοφονίας μὲ δηλητήριον).

Τρεμπέλα

Εἰς ἀντικατάστασίν του θὰ βλαστήσῃ ἀπὸ τὴν βασιλικὴν ρίζαν του βλαστός, ὁ ὁποῖος θὰ τὸν διαδεχθῇ εἰς ὅσα ἐκεῖνος εἶχεν ἤδη ἑτοιμάσει. Ὁ διάδοχος ὅμως αὐτὸς θὰ ἐκτραπῇ εἰς τὴν προσπάθειάν του νὰ ἐκμεταλλευθῇ τὴν δόξαν τῆς βασιλείας του (νὰ εἰσπράξῃ τοὺς θησαυροὺς τοῦ ἐνδόξου βασιλείου τοῦ Ἰούδα, ποὺ ἦσαν κατατεθειμένοι εἰς τὸ θησαυροφυλάκιον τοῦ Ναοῦ· δηλαδὴ νὰ ἱεροσυλήσῃ). Ἀλλὰ κατὰ τὶς ἡμέρες ἐκεῖνες θὰ συντριβῇ, ὄχι ὅμως ἀπὸ ἐπίθεσιν ποὺ θὰ δεχθῇ κατὰ πρόσωπον, οὔτε εἰς πόλεμον «ἀλλὰ διὰ δολοφονίας μὲ δηλητήριον».

Δαν. 11,21

στήσεται ἐπὶ τὴν ἑτοιμασίαν αὐτοῦ· ἐξουδενώθη, καὶ οὐκ ἔδωκαν ἐπ’ αὐτὸν δόξαν βασιλείας· καὶ ἥξει ἐν εὐθηνίᾳ καὶ κατισχύσει βασιλείας ἐν ὀλισθήμασι.

Κολιτσάρα

Θὰ ἔλθῃ ἄλλος εἰς τὴν θέσιν του. Αὐτὸς ὅμως θὰ εἶναι ἐξουδενωμένος καὶ δὲν θὰ ἀποδώσουν εἰς αὐτὸν βασιλικὴν δόξαν Ἐν τούτοις θὰ ἔλθῃ μὲ πλοῦτον πολὺν καὶ διὰ δολίων τρόπων θὰ κυριαρχήσῃ ἐπὶ τοῦ βασιλείου του.

Τρεμπέλα

«Εἰς τὴν θέσιν του, πρὸς ἀντικατάστασίν του, θὰ ἔλθῃ ἄλλος· αὐτὸς ὅμως θὰ εἶναι ἐξευτελισμένος, μηδαμινός, τιποτένιος, καὶ δὲν θὰ τοῦ ἀποδώσουν βασιλικὲς τιμές. Θὰ ἔλθῃ ὅμως μὲ πλοῦτον πολὺν καὶ θὰ γίνῃ κυρίαρχος τὸν βασιλείου (τῆς Συρίας) μὲ δόλον καὶ ἀπατηλὰ μέσα.

Δαν. 11,22

καὶ βραχίονες τοῦ κατακλύζοντος κατακλυσθήσονται ἀπὸ προσώπου αὐτοῦ καὶ συντριβήσονται, καὶ ἡγούμενος διαθήκης

Κολιτσάρα

Δυνάμεις στρατιωτικαί, ποὺ ὡς χείμαρρος γεμίζουν τὸν τὸπον, τοῦ βασιλέως τῆς Αἰγύπτου θὰ κατακλυσθοῦν ἀπὸ στρατεύματα τοῦ βασιλέως τοῦ βορρᾶ καὶ θὰ συντριβοῦν. Θὰ συντριβῇ δὲ τότε ὁ Ἰουδαῖος ἀρχιερεὺς τῆς περιόδου ἐκείνης.

Τρεμπέλα

Στρατιωτικὲς δυνάμεις τοῦ βασιλιᾶ τῆς Αἰγύπτου, οἱ ὁποῖες ὡσὰν χείμαρρος ὥρμησαν καὶ κατέκλυσαν τὴν Συρίαν, θὰ συντριβοῦν κατὰ κράτος ἀπὸ τὸν βασιλιᾶ τῆς Συρίας· θὰ συντριβῇ καὶ ὁ Ἰουδαῖος ἀρχιερεύς (τῶν χρόνων ἐκείνων).

Δαν. 11,23

καὶ ἀπὸ τῶν συναναμείξεων πρὸς αὐτὸν ποιήσει δόλον καὶ ἀναβήσεται καὶ ὑπερισχύσει αὐτοῦ ἐν ὀλίγῳ ἔθνει.

Κολιτσάρα

Ὁ δὲ ἀπὸ βορρᾶ βασιλεὺς ἔπειτα ἀπὸ τὰς συνθήκας καὶ τὰς εἰρηνικὰς ἐπικοινωνίας μὲ τὸν ἐχθρόν του, θὰ φερθῇ δολίως. Θὰ τὸν ἐπισκεφθῇ μὲ μικρὰν δύναμιν καὶ θὰ κατορθώσῃ νὰ ὑπερισχύσῃ ἐναντίον αὐτοῦ.

Τρεμπέλα

Ὁ βασιλιᾶς τῆς Συρίας ἔπειτα ἀπὸ συνθῆκες εἰρήνης καὶ φιλίας πρὸς τὸν ἐχθρόν του (βασιλιᾶ τῆς Αἰγύπτου) θὰ φερθῇ πρὸς αὐτὸν μὲ δόλον καὶ ἀπάτην. Θὰ μεταβῇ εἰς τὸν βασιλιᾶ τῆς Αἰγύπτου μὲ ὀλίγον στρατόν (διὰ νὰ μὴ τοῦ δημιουργήσῃ ὑποψίες) καὶ θὰ ἐπιτύχῃ νὰ τὸν καταβάλῃ, νὰ ὑπερισχύσῃ καὶ νὰ γίνῃ ὁ ἴδιος κυρίαρχος τῆς Κάτω Αἰγύπτου.

Δαν. 11,24

καὶ ἐν εὐθηνίᾳ καὶ ἐν πίοσι χώραις ἥξει καὶ ποιήσει ἃ οὐκ ἐποίησαν οἱ πατέρες αὐτοῦ καὶ πατέρες τῶν πατέρων αὐτοῦ· προνομὴν καὶ σκῦλα καὶ ὕπαρξιν αὐτοῖς διασκορπιεῖ καὶ ἐπ’ Αἴγυπτον λογιεῖται λογισμοὺς αὐτοῦ καὶ ἕως καιροῦ.

Κολιτσάρα

Θὰ εἰσέλθῃ εἰς εὐφόρους καὶ πλουσίας χώρας καὶ θὰ κάμῃ πράγματα, τὰ ὁποῖα οἱ πατέρες του δὲν ἔκαμαν, οὔτε οἱ πατέρες τῶν πατέρων των. Ὑποκριτικῶς φέρομενος θὰ διασκορπίσῃ εἰς τὰς χώρας αὐτὰ λάφυρα καὶ πολὺν ἐπισιτισμόν. Σχεδιάζει ὅμως πονηρὰ ἐναντίον τῆς Αἰγύπτου. Αὐτὰ δὲ ὅλα μέχρις ὠρισμένου καιροῦ.

Τρεμπέλα

Θὰ εἰσβάλῃ καὶ θὰ προχωρήσῃ χωρὶς δυσκολίαν εἰς πλούσιες καὶ εὔφορες ἐπαρχίες τῆς Αἰγύπτου καὶ θὰ ἐνεργήσῃ μὲ τρόπους καὶ μέσα, μὲ τὰ ὁποῖα δὲν ἐνήργησαν οἱ πατέρες του οὔτε οἱ πατέρες τῶν πατέρων των. Φερόμενος ὑποκριτικὰ καὶ ὕπουλα θὰ διανέμῃ καὶ θὰ σκορπίζῃ εἰς τὶς ἐπαρχίες αὐτὲς ἐπισιτισμόν, λάφυρα καὶ πλούτη· ταυτοχρόνως ὅμως θὰ καταστρώνῃ σχέδια πονηρὰ καὶ ὀλέθρια κατὰ τῆς Αἴγυπτον αὐτὰ δὲ ὅλα δὲν θὰ διαρκέσουν ἐπὶ πολύ.

Δαν. 11,25

καὶ ἐξεγερθήσεται ἡ ἰσχὺς αὐτοῦ καὶ ἡ καρδία αὐτοῦ ἐπὶ βασιλέα τοῦ νότου ἐν δυνάμει μεγάλῃ, καὶ ὁ βασιλεὺς τοῦ νότου συνάψει πόλεμον ἐν δυνάμει μεγάλῃ καὶ ἰσχυρᾷ σφόδρα· καὶ οὐ στήσονται, ὅτι λογιοῦνται ἐπ’ αὐτὸν λογισμούς·

Κολιτσάρα

Θὰ ἐξεγείρῃ τὴν καρδίαν του καὶ τὸν στρατόν του πρὸς νότον ἐναντίον τοῦ βασιλέως τῆς Αἰγύπτου καὶ θὰ ἐπέλθῃ ἔναντίον αὐτοῦ μὲ μεγάλην στρατιωτικὴν δύναμιν. Ὁ βασιλεὺς τοῦ νότου, δηλαδὴ τῆς Αἰγύπτου, θὰ συνάψῃ πόλεμον ἐναντίον αὐτοῦ μὲ μεγάλην δύναμιν, ἰσχυρὰν πολύ. Δὲν θὰ ἠμπορέσουν ὅμως αὐτὸς καὶ τὰ στρατεύματά του νὰ ἀντισταθοῦν παρ’ ὅλα τὰ σχέδιά των ποὺ ἐσκέφθησαν ἐναντίον αὐτοῦ.

Τρεμπέλα

Θὰ ἐξεγείρῃ τὸν στρατόν του καὶ τὴν καρδιά του καὶ θὰ ἐπαναστατήσῃ κατὰ τὸν βασιλιᾶ τοῦ νότου (τῆς Αἰγύπτου) μὲ ἰσχυρὰν στρατιωτικὴν δύναμιν· καὶ ὁ βασιλιᾶς τοῦ νότου (τῆς Αἰγύπτου) θὰ τὸν ἀντιμετωπίσῃ μὲ πολὺν καὶ πολὺ ἰσχυρὸν στρατὸν δὲν θὰ ἐπιτύχῃ ὅμως νὰ ἀντισταθῇ νικηφόρως, διότι οἱ ἐχθροί του (ὁ βασιλιᾶς τῆς Συρίας) θὰ ἔχουν ὀργανώσει προδοσίαν ἐναντίον του.

Δαν. 11,26

καὶ φάγονται τὰ δέοντα αὐτοῦ καὶ συντρίψουσιν αὐτόν, καὶ δυνάμεις κατακλύσει, καὶ πεσοῦνται τραυματίαι πολλοί.

Κολιτσάρα

Θὰ καταφάγουν τὰς προμηθείας αὐτοῦ, θὰ τὸν συντρίψουν, θὰ διασκορπίσουν τὰς στρατιωτιικάς του δυνάμεις καὶ τότε θὰ πέσουν πολλοὶ νεκροί.

Τρεμπέλα

Θὰ καταφάγουν ὅλες τὶς ἀπαραίτητες προμήθειές του (τοῦ βασιλιᾶ τῆς Αἰγύπτου) καὶ θὰ τὸν συντρίψουν (ὁ βασιλιᾶς τῆς Συρίας) θὰ κατακλύσῃ μὲ τὸν στρατόν του ὡσὰν χείμαρρος τὴν Αἴγυπτον, καὶ θὰ πέσουν πολλοὶ νεκροὶ εἰς τὸ πεδίον τῆς μάχης.

Δαν. 11,27

καὶ ἀμφότεροι οἱ βασιλεῖς, αἱ καρδίαι αὐτῶν εἰς πονηρίαν, καὶ ἐπὶ τραπέζῃ μιᾷ ψευδῆ λαλήσουσι, καὶ οὐ κατευθυνεῖ, ὅτι ἔτι πέρασις καιρῶν.

Κολιτσάρα

Οἱ δύο αὐτοὶ βασιλεῖς, μὲ δολίας καὶ πονηρὰς τὰς καρδίας αὐτῶν, θὰ παρακαθήσουν εἰς μίαν ὑποκριτικὴν τράπεζαν, μὲ τὴν πονηρὰν διάθεσιν νὰ ἐξαπατήσῃ ὁ ἕνας τὸν ἄλλον. Κανεὶς ὅμως ἀπὸ αὐτοὺς δὲν θὰ εὐοδωθῇ εἰς τὰ σχέδιά του καὶ τὰ ἔργα του, διότι καὶ εἰς τοὺς δύο ἐδόθη προθεσμία χρόνου.

Τρεμπέλα

Οἱ δύο αὐτοὶ βασιλεῖς (τῆς Συρίας καὶ τῆς Αἰγύπτου), μὲ σκέψεις δόλιες καὶ σχέδια πονηρὰ εἰς τὶς καρδιές των ὁ ἕνας κατὰ τοῦ ἄλλου, θὰ καθήσουν εἰς ἕνα τραπέζι· κανενὸς ὅμως ἀπὸ αὐτοὺς δὲν θὰ εὐοδωθοῦν τὰ σχέδια, διότι καὶ εἰς τοὺς δύο ἀντιπάλους ἐδόθη (κατὰ παραχώρησιν Θεοῦ) προθεσμία χρόνου.

Δαν. 11,28

καὶ ἐπιστρέψει εἰς τὴν γῆν αὐτοῦ ἐν ὑπάρξει πολλῇ, καὶ ἡ καρδία αὐτοῦ ἐπὶ διαθήκην ἁγίαν, καὶ ποιήσει καὶ ἐπιστρέψει εἰς τὴν γῆν αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

Θὰ ἐπανέλθῃ τότε ὁ βασιλεὺς τοῦ βορρᾶ εἰς τὴν χώραν του μὲ πολὺν πλοῦτον. Ἡ καρδία του ὅμως θὰ μελετᾷ πονηρὰ σχέδια ἐναντίον τοῦ λαοῦ καὶ τῆς ἁγίας Διαθήκης. Θὰ πραγματοποιήσῃ τὰ πονηρά του σχέδια καὶ ἔπειτα θὰ συνεχίσῃ τὴν πορείαν του διὰ τὴν χώραν του.

Τρεμπέλα

Κατόπιν (ὁ βασιλιᾶς τῆς Συρίας) θὰ ἐπιστρέψῃ εἰς τὴν χώραν του μὲ πλοῦτον πολύν. Κατὰ τὴν ἐπιστροφήν του ἡ καρδιά του θὰ σχεδιάζῃ σχέδια πονηρὰ κατὰ τοῦ λαοῦ τῆς ἁγίας διαθήκης (τοῦ Ἰουδαϊκοῦ)· θὰ προξενήσῃ κακά (θὰ σφάξῃ λαόν, θὰ ἱεροσυλήσῃ) καὶ εἰς τὴν συνέχειαν θὰ ἐπιστρέψῃ εἰς τὴν χώραν του.

Δαν. 11,29

εἰς τὸν καιρὸν ἐπιστρέψει καὶ ἥξει ἐν τῷ νότῳ, καὶ οὐκ ἔσται ὡς ἡ πρώτη καὶ ὡς ἡ ἐσχάτη.

Κολιτσάρα

Μετὰ πάροδον καιροῦ θὰ στραφῇ πάλιν πρὸς νότον ἐναντίον τῆς Αἰγύπτου. Δὲν θὰ εἶναι ὅμως ἡ ἐκστρατεία του αὐτὴ ἐπιτυχής, ὅπως ἡ πρώτη καὶ ἡ δευτέρα.

Τρεμπέλα

Ἀργότερα, εἰς χρόνον κατάλληλον, θὰ ἐπιστρέψῃ καὶ θὰ κατευθυνθῇ πάλιν πρὸς νότον (πρὸς τὴν Αἴγυπτον), ἀλλ’ ἡ ἐκστρατεία του αὐτὴ δὲν θὰ ἔχῃ τὶς ἐπιτυχίες ποὺ εἶχαν ἡ πρώτη καὶ ἡ τελευταία (ἢ δευτέρα).

Δαν. 11,30

καὶ εἰσελεύσονται ἐν αὐτῷ οἱ ἐκπορευόμενοι Κίτιοι, καὶ ταπεινωθήσεται· καὶ ἐπιστρέψει καὶ θυμωθήσεται ἐπὶ διαθήκην ἁγίαν· καὶ ποιήσει καὶ ἐπιστρέψει καὶ συνήσει ἐπὶ τοὺς καταλιπόντας διαθήκην ἁγίαν.

Κολιτσάρα

Θὰ ἐπέλθουν ἐναντίον αὐτοῦ Κύπριοι καὶ Ρωμαῖοι στρατιῶται, ἀπὸ τοὺς ὁποίους καὶ θὰ ταπεινωθῇ. Θὰ καταληφθῇ ἀπὸ θυμὸν καὶ θὰ στραφῇ πάλιν ἐναντίον τῆς ἁγίας Διαθήκης. Θὰ διαπράξῃ ἀνοσιουργήματα, θὰ ἀναχωρήση ἐπιστρέφων πρὸς τὴν πατρίδα του καὶ θὰ σκέπτεται συνεχῶς, πὼς νὰ προσεταιρισθῇ τοὺς Ἰουδαίους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι παρέβησαν τὴν ἁγίαν Διαθήκην.

Τρεμπέλα

Θὰ ἀντισταθοῦν εἰς αὐτὸν οἱ ἐξορμῶντες Κίτιοι (πιθανῶς Ρωμαῖοι), καὶ θὰ ταπεινωθῆ ἀπὸ αὐτούς. Ἕνεκα τοῦτον θὰ ἐπιστρέψῃ (εἰς τὴν Συρίαν· διερχόμενος ὅμως ἀπὸ τὴν Ἰουδαίαν), θὰ στραφῇ μὲ ὀργὴν καὶ θυμὸν κατὰ τοῦ λαοῦ τῆς ἁγίας διαθήκης (τοῦ Ἰουδαϊκοῦ). Καὶ ἀφοῦ προξενήσῃ πολλὰ κακά, θὰ προχωρήσῃ ἐπιστρέφων εἰς τὴν Συρίαν καὶ θὰ συγκεντρώσῃ τὴν προσοχήν του εἰς τοὺς ἀποστάτας τοῦ Μωσαϊκοῦ νόμου Ἰουδαίους, εἰς αὐτοὺς δηλαδὴ ποὺ παρέβησαν τὴν ἁγίαν διαθήκην.

Δαν. 11,31

καὶ σπέρματα ἐξ αὐτοῦ ἀναστήσονται καὶ βεβηλώσουσι τὸ ἁγίασμα τῆς δυναστείας καὶ μεταστήσουσι τὸν ἐνδελεχισμὸν καὶ δώσουσι βδέλυγμα ἠφανισμένων.

Κολιτσάρα

Θὰ ἀφήσῃ δὲ ἐκεῖ ὑπόλοιπα τῶν στρατευμάτων του, τὰ ὁποῖα θὰ βεβηλώσουν τὸν ἱερὸν ναόν, τὴν ἱερὰν αὐτὴν καὶ ἠθικὴν ἀκρόπολιν τῶν Ἰουδαίων, θὰ θέσουν τέρμα εἰς τὰς καθημερινὰς θυσίας καὶ εἰς τὴν ἔρημον ἀπὸ Ἰουδαίους πόλιν θὰ στήσουν βδελυρὰ εἴδωλα.

Τρεμπέλα

Ἰδικές του στρατιωτικὲς δυνάμεις θὰ ἔλθουν καὶ θὰ βεβηλώσουν τὸν ἱερὸν Ναόν, τὸ ἱερὸν προπύργιον τῆς Ἰουδαϊκῆς θεοκρατίας· θὰ καταργήσουν τὶς καθημερινὲς θυσίες καὶ θὰ στήσουν εἰς τὸν Ναὸν τοῦ Θεοῦ τὸ βδέλυγμα τῆς ἐρημώσεως (θυσιαστήριον καὶ ἄγαλμα εἰς τὸν Ὀλύμπιον Δία).

Δαν. 11,32

καὶ οἱ ἀνομοῦντες διαθήκην ἐπάξουσιν ἐν ὀλισθήμασι, καὶ λαὸς γινώσκοντες Θεὸν αὐτοῦ κατισχύσουσι καὶ ποιήσουσι.

Κολιτσάρα

Οἱ δὲ ἀποστάται Ἰουδαῖοι θὰ προτείνουν δολίαν συμφωνίαν. Ὁ λαὸς ὅμως, ὁ ὁποῖος γνωρίζει καὶ πιστεύει εἰς τὸν Θεόν του, θὰ ὑπερισχύσῃ καὶ θὰ πράξῃ ὅ,τι πρέπει.

Τρεμπέλα

Καὶ οἱ ἀποστάται τοῦ Ἰουδαϊκοῦ νόμου Ἰουδαῖοι (διὰ νὰ βοηθήσουν τὸν βασιλιᾶ τῆς Συρίας) θὰ προτείνουν δόλιες συμφωνίες καὶ ὑποκριτικοὺς συμβιβασμούς. Ἀλλ’ ὁ εὐσεβὴς λαός, ὁ ὁποῖος γνωρίζει τὸν ἀληθινὸν Θεόν του καὶ μένει πιστὸς εἰς Αὐτόν, θὰ παραμείνῃ σταθερός, θὰ ὑπερισχύσῃ καὶ θὰ ἐνεργήσῃ ὅπως πρέπει.

Δαν. 11,33

καὶ οἱ συνετοὶ τοῦ λαοῦ συνήσουσιν εἰς πολλά· καὶ ἀσθενήσουσιν ἐν ῥομφαίᾳ καὶ ἐν φλογὶ καὶ ἐν αἰχμαλωσίᾳ καὶ ἐν διαρπαγῇ ἡμερῶν.

Κολιτσάρα

Οἱ κατὰ Θεὸν συνετοὶ ἐκ τοῦ λαοῦ, οἱ εὐλαβούμενοι τὸν Κύριον, θὰ δοκιμάσουν πολλὰς περιπετείας. Θὰ πέσουν διὰ πυρὸς καὶ σιδήρου, θὰ ὁδηγηθοῦν αἰχμάλωτοι, θὰ διαρπαγοῦν τὰ ὑπάρχοντά των. Τοῦτο δὲ ἐπὶ διάστημα ὡρισμένου καιροῦ.

Τρεμπέλα

Οἱ δὲ εὐσεβεῖς μεταξὺ τοῦ λαοῦ καὶ κατὰ Θεὸν σοφοὶ θὰ ὑποφέρουν πολλὲς δοκιμασίες καὶ βασανιστήρια· θὰ σφαγοῦν ἀπὸ τὸ πλατὺ καὶ μεγάλο δίκοπον σπαθί· θὰ καοῦν μέσα εἰς τὶς φλόγες, θὰ αἰχμαλωτισθοῦν, καὶ οἱ περιουσίες των θὰ διαρπαγοῦν.

Δαν. 11,34

καὶ ἐν τῷ ἀσθενῆσαι αὐτοὺς βοηθηθήσονται βοήθειαν μικράν, καὶ προστεθήσονται πρὸς αὐτοὺς πολλοὶ ἐν ὀλισθήμασι.

Κολιτσάρα

Ὅταν περιέλθουν εἰς ἀδυναμίαν, θὰ πάρουν κάποιαν μιικρὰν βοήθειαν, ἀλλὰ καὶ πολλοὶ θὰ προστεθοῦν μὲ τὸ μέρος των δολίως καὶ ὑποκριτικῶς.

Τρεμπέλα

Καὶ ὅταν ὑποκύψουν εἰς τοὺς σκληροὺς διωγμοὺς ἕνεκα ἀδυναμίας, θὰ λάβουν (ἀπὸ τὸν Θεόν) μικρὰν βοήθειαν τότε δὲ θὰ προστεθοῦν εἰς τοὺς εὐσεβεῖς αὐτοὺς πολλοί, ἀλλ’ ὑποκριτικῶς καὶ καιροσκοπικῶς.

Δαν. 11,35

καὶ ἀπὸ τῶν συνιέντων ἀσθενήσουσι τοῦ πυρῶσαι αὐτοὺς καὶ τοῦ ἐκλέξασθαι καὶ τοῦ ἀποκαλυφθῆναι ἕως καιροῦ πέρας, ὅτι ἔτι εἰς καιρόν.

Κολιτσάρα

Μερικοὶ καὶ ἀπὸ αὐτοὺς ἀκόμη τοὺς συνετοὺς ἄρχοντας θὰ κλονισθοῦν, διὰ νὰ καθαρισθοῦν τρόπον τινὰ διὰ τοῦ πυρός, ὥστε ὁ Κύριος νὰ ἐκλέξῃ τοὺς πράγματι ἀξίους του. Θὰ ἀποκαλυφθοῦν δὲ ἐξ ἄλλου οἱ ἀνάξιοι. Καὶ ταῦτα μέχρις ὅτου ἔλθῃ ὁ καιρὸς τοῦ τέλους. Διότι ὁ καιρὸς αὐτὸς ἔχει ἤδη καθορισθῆ.

Τρεμπέλα

Θὰ δειλιάσουν (θὰ κλονισθοῦν) ὅμως καὶ «ὁρισμένοι ἀπὸ τοὺς εὐσεβεῖς καὶ τοὺς κατὰ Θεὸν σοφούς· τοῦτο θὰ γίνει διὰ νὰ καθαρισθοῦν μέσα εἰς τὸ καμίνι τῆς δοκιμασίας (ὅπως καθαρίζεται τὸ χρυσάφι μέσα εἰς τὸ χωνευτήρι) καὶ διὰ νὰ ἐκλέξῃ ὁ Κύριος τοὺς γνησίους καὶ πραγματικῶς ἀξίους καὶ νὰ ἀποκαλυφθοῦν οἱ ὑποκριταὶ καὶ ἀνάξιοι. Ἡ δοκιμασία αὐτὴ δὲν θὰ συνεχισθῇ ἐπὶ πολύ, ἀλλὰ μόνον ἐπὶ ὡρισμένον χρονικὸν διάστημα (μέχρι τοῦ θανάτου τοῦ διώκτου βασιλιᾶ τῆς Συρίας), διότι θὰ ἔλθῃ ὁ καθωρισμένος (ἀπὸ τὸν Θεὸν) καιρὸς τῆς νίκης τῶν εὐσεβῶν.

Δαν. 11,36

καὶ ποιήσει κατὰ τὸ θέλημα αὐτοῦ καὶ ὁ βασιλεὺς ὑψωθήσεται καὶ μεγαλυνθήσεται ἐπὶ πάντα θεὸν καὶ λαλήσει ὑπέρογκα καὶ κατευθυνεῖ, μέχρις οὗ συντελεσθῇ ἡ ὀργή, εἰς γὰρ συντέλειαν γίνεται.

Κολιτσάρα

Ὁ ἀσεβὴς αὐτὸς βασιλεὺς θὰ πράττῃ πάντοτε σύμφωνα μὲ τὸ ἁμαρτωλὸν καὶ ἐγωϊστικὸν αὐτοῦ θέλημα. Θὰ ὑψωθῇ, θὰ ἀλαζονευθῇ ἐναντίον παντὸς θεοῦ, θὰ ὁμιλῇ ἀλαζονικῶς. Θὰ εὐοδώνωνται ὅμως αἱ ἐπιχειρήσεις του, μέχρις ὅτου ἐκσπάσῃ ἐναντίον του καὶ ὁλοκληρωθῇ κατ’ αὐτοῦ ἡ θεία ὀργή. Διότι ὅλα αὐτὰ κατευθύνονται εἰς τὸ προκαθωρισμένον τέρμα.

Τρεμπέλα

Ὁ ἀσεβὴς καὶ διώκτης βασιλιᾶς (τῆς Συρίας) θὰ ἐνεργῆ ὅπως θέλει, σύμφωνα πρὸς τὸ ἐγωϊστικὸν καὶ ἁμαρτωλὸν θέλημά του. Θὰ ὑψωθῆ, θὰ ἀλαζονευθῇ ἐναντίον παντὸς θεοῦ, θὰ λαλῇ βλασφημίες καὶ θὰ ὁμιλῇ μὲ ἔπαρσιν καὶ ἑωσφορικὴν καύχησιν θὰ εὐδοκιμῇ ὅμως καὶ θὰ ἔχῃ ἐπιτυχίες εἰς ὅλα τὰ ἔργα του, μέχρις ὅτου συμπληρωθῇ ὁ χρόνος τῆς θείας ὀργῆς (κατὰ τῶν ἀποστατῶν Ἰουδαίων), διότι ὅλα προχωροῦν σταθερῶς πρὸς τὸ τέρμα ποὺ καθώρισεν Κύριος.

Δαν. 11,37

καὶ ἐπὶ πάντας θεοὺς τῶν πατέρων αὐτοῦ οὐ συνήσει καὶ ἐπὶ ἐπιθυμίαν γυναικῶν καὶ ἐπὶ πᾶν θεὸν οὐ συνήσει, ὅτι ἐπὶ πάντας μεγαλυνθήσεται·

Κολιτσάρα

Πρὸς κανένα ἀπὸ τοὺς θεοὺς τῶν προγόνων του δὲν θὰ δείξῃ σεβασμόν. Ἀδιάφορος θὰ μένῃ καὶ πρὸς τὰς γυναῖκας. Κανένα θεὸν δὲν θὰ σέβεται, διότι αὐτὸς θὰ θελήσῃ νὰ ὑψώσῃ τὸν ἑαυτόν του πάρα πάνω ἀπὸ ὅλους τοὺς θεοὺς καὶ ἀνθρώπους.

Τρεμπέλα

Εἰς κανένα ἀπὸ τοὺς θεοὺς τῶν πατέρων του δὲν θὰ δείξῃ ἐνδιαφέρον καὶ σεβασμόν, θὰ μείνῃ δὲ ἀδιάφορος καὶ πρὸς τὶς γυναῖκες (ἤ, κατ’ ἄλλους: Εἰς ὅ,τι ἐπιθυμοῦν οἱ γυναῖκες· κοσμήματα, παιδιὰ κλπ.· ἢ, τὸν θεὸν ποὺ ἀγαποῦν οἱ γυναῖκες· ἤ, κατ’ ἄλλους: Θὰ μείνῃ ἀδιάφορος πρὸς τὶς γυναῖκες θεές). Κανένα θεὸν δὲν θὰ σεβασθῇ, διότι ὁ ἴδιος θὰ προσπαθήσῃ νὰ ὑψωθῇ ἐπάνω ἀπὸ ὅλους τοὺς θεούς!

Δαν. 11,38

καὶ θεὸν μαωζεὶν ἐπὶ τόπου αὐτοῦ δοξάσει καὶ θεόν, ὃν οὐκ ἔγνωσαν οἱ πατέρες αὐτοῦ, δοξάσει ἐν χρυσῷ καὶ ἀργύρῳ καὶ λίθῳ τιμίῳ καὶ ἐν ἐπιθυμήμασι.

Κολιτσάρα

Θὰ σεβσασθῇ μόνον τὸν θεὸν Μαωζείν, θεὸν τοῦ πολέμου, εἰς τὸν ναόν του. Θεόν, τὸν ποῖον δὲν ἐγνώρισαν οἱ πρόγονοί του. Αὐτὸν θὰ τὸν τιμήσῃ μὲ χρυσὸν καὶ ἂργυρον καὶ πολυτίμους λίθους μὲ ζηλευτὰ πολύτιμα δῶρα.

Τρεμπέλα

Ἀντὶ τῶν θεῶν αὐτῶν ὁ ὑπερόπτης αὐτὸς βασιλιᾶς θὰ τιμήσῃ καὶ θὰ δοξάσῃ τὸν θεὸν Μαωζεῖν (Θεὸν τοῦ πολέμου) εἰς τὸν ναὸν ποὺ θὰ κτίσῃ πρὸς τιμήν του· τὸν θεὸν Μαωζεῖν, τὸν ὁποῖον δὲν ἐλάτρευσαν οἱ πατέρες του. Τὸν πολεμικὸν αὐτὸν θεὸν θὰ τιμήσῃ μὲ χρυσάφι καὶ ἀσῆμι καὶ πολυτίμους λίθους καὶ δῶρα πολύτιμα μεγάλης ἀξίας.

Δαν. 11,39

καὶ ποιήσει τοῖς ὀχυρώμασι τῶν καταφυγῶν μετὰ θεοῦ ἀλλοτρίου καὶ πληθυνεῖ δόξαν καὶ ὑποτάξει αὐτοῖς πολλοὺς καὶ γῆν διελεῖ ἐν δώροις.

Κολιτσάρα

Μὲ τὴν βοήθειαν, ὅπως νομίζει, τοῦ ξένου αὐτοῦ θεοῦ τοῦ πολέμου θὰ οἰκοδομήσῃ ὀχυρώματα ἀπόρθητα διὰ τὰς στρατιωτικὰς φρουράς του. Μὲ τὰς κατακτήσεις του θὰ ἀποκτήσῃ πολλὴν δόξαν, θὰ ἔχῃ πολλοὺς συνεργάτας, εἰς τοὺς ὁποίους θὰ παραχωρήσῃ χώρας καὶ θὰ διανείμῃ δῶρα.

Τρεμπέλα

Θὰ ὑψώσῃ δὲ ὀχυρωματικὰ ἔργα διὰ τὶς στρατιωτικὲς φρουρές του μὲ τὴν βοήθειαν καὶ τὴν δύναμιν τοῦ ξένου αὐτοῦ θεοῦ (Μαωζεῖν). Μὲ τὶς στρατιωτικὲς νίκες του θὰ προσφέρῃ πολλὴν δόξαν καὶ τιμὴν εἰς τοὺς συνεργάτας του, μὲ τὸ νὰ παραχωρῇ εἰς αὐτοὺς ἐξουσίαν καὶ δικαιώματα μεταξὺ τῶν πολλῶν ποὺ ὑπέταξε, καὶ νὰ διανέμῃ τὴν χώραν πρὸς ἐκμίσθωσιν».

Δαν. 11,40

καὶ ἐν καιροῦ πέρατι συγκερατισθήσεται μετὰ τοῦ βασιλέως τοῦ νότου, καὶ συναχθήσεται ἐπ’ αὐτὸν βασιλεὺς τοῦ βορρᾶ ἐν ἅρμασι καὶ ἐν ἱππεῦσι καὶ ἐν ναυσὶ πολλαῖς καὶ εἰσελεύσονται εἰς τὴν γῆν καὶ συντρίψει καὶ παρελεύσεται.

Κολιτσάρα

Ὅταν ὅμως ἔλθῃ τὸ πέρας τῶν καθωρισμένων καιρῶν, θὰ συγκρουσθῇ με τὸν βασιλὲα τοῦ νότου, τῆς Αἰγύπτου. Ὁ βασιλεὺς τοῦ βορρᾶ θὰ ἐπέλθῃ ἐναντίον τοῦ βασιλέως τοῦ νότου, τοῦ Φαραὼ τῆς Αἰγύπτου, μὲ ἅρματα καὶ ἱππεῖς, μὲ πολὺ ναυτικόν. Θὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν χώραν τοῦ Φαραώ, εἰς τὴν Αἴγυπτον, θὰ συντρίψῃ αὐτὴν καὶ θὰ περάσῃ διὰ μέσου αὐτῆς.

Τρεμπέλα

«Καὶ ὅταν ἔλθῃ τὸ τέλος τὸν καθωρισμένου χρόνου, θὰ συγκρουσθῇ μὲ τὸν βασιλιᾶ τοῦ νότου (τῆς Αἰγύπτου). Ὁ βασιλιᾶς τοῦ βορρᾶ θὰ ἐπιτεθῇ κατὰ τοῦ βασιλιᾶ του νότου (τῆς Αἰγύπτου) μὲ ἅρματα καὶ μὲ ἱππεῖς καὶ μὲ πολλὰ πλοῖα. Ὅλοι αὐτοὶ θὰ εἰσβάλουν εἰς τὴν χώραν τῆς Αἰγύπτου, θὰ τὴν καταστρέψουν καὶ θὰ περάσουν μέσα ἀπὸ αὐτήν.

Δαν. 11,41

καὶ εἰσελεύσεται εἰς τὴν γῆν τοῦ σαβεί, καὶ πολλοὶ ἀσθενήσουσι· καὶ οὗτοι διασωθήσονται ἐκ χειρὸς αὐτοῦ, Ἐδὼμ καὶ Μωάβ, καὶ ἀρχὴ υἱῶν Ἀμμών.

Κολιτσάρα

Θὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν χώραν Σαβεί, (τὴν Παλαιστίνην), θὰ πέσουν ἐν στόματι μαχαίρας πολλοί. Ἐκεῖναι αἱ χῶραι αἱ ὀποῖαι θὰ διασωθοῦν ἀπὸ τὰ χέρια του, θὰ εἶναι ἡ Ἰδουμαία, ἡ χώρα Μωὰβ καὶ ἡ σπουδεοτέρα περιοχὴ τῆς χώρας τῶν Ἀμμωνιτῶν.

Τρεμπέλα

Θὰ εἰσβάλῃ εἰς τὴν χώραν Σαβεί (Ἰουδαίαν) καὶ πολλοὶ θὰ ὑποφέρουν· θὰ διασωθοῦν ὅμως ἀπὸ τὰ χέρια του ἡ Ἐδώμ (Ἰδουμαία), ἡ Μωὰβ καὶ τὸ κυριώτερον τμῆμα τῆς χώρας τῶν Ἀμμωνιτῶν.

Δαν. 11,42

καὶ ἐκτενεῖ τὴν χεῖρα αὐτοῦ ἐπὶ τὴν γῆν, καὶ γῆ Αἰγύπτου οὐκ ἔσται εἰς σωτηρίαν.

Κολιτσάρα

Θὰ ἀπλώσῃ τὴν κυριαρχίαν του καὶ εἰς ἄλλας περιοχάς. Ἡ χώρα τῆς Αἰγύπτου δὲν θὰ γλυτώσῃ ἀπὸ αὐτόν.

Τρεμπέλα

Θὰ προχωρήσῃ, θὰ ἐπιτεθῇ καὶ θὰ ἐπεκτείνῃ τὴν κυριαρχίαν του καὶ εἰς ἄλλες χῶρες· καὶ αὐτὴ ἀκόμη ἡ χώρα τῆς Αἰγύπτου δὲν θὰ γλυτώσῃ ἀπὸ τὰ χέρια του.

Δαν. 11,43

καὶ κυριεύσει ἐν τοῖς ἀποκρύφοις τοῦ χρυσοῦ καὶ τοῦ ἀργύρου καὶ ἐν πᾶσιν ἐπιθυμητοῖς Αἰγύπτου καὶ Λιβύων καὶ Αἰθιόπων ἐν τοῖς ὀχυρώμασιν αὐτῶν.

Κολιτσάρα

Θὰ γίνῃ κύριος κρυμμένων θησαυρῶν χρυσοῦ καὶ ἀργύρου καὶ παντὸς ἄλλου πολυτίμου ἀντικειμένου τῆς Αἰγύπτου, τῶν Λιβύων καὶ Αἰθιόπων, θησαυρῶν ποὺ εἶχαν ἀποκρυβῆ εἰς φρούρια.

Τρεμπέλα

Θὰ γίνῃ ἐπίσης κύριος τῶν κρυμμένων θησαυρῶν τοῦ χρυσοῦ καὶ τοῦ ἀργυροῦ καὶ ὅλων τῶν πολυτίμων ἀντικειμένων τῆς Αἰγύπτου, τῶν Λιβύων καὶ τῶν Αἰθιόπων, (τῶν θησαυρῶν) ποὺ θὰ εἶναι κρυμμένοι εἰς τὰ ὀχυρά των φρούρια.

Δαν. 11,44

καὶ ἀκοαὶ καὶ σπουδαὶ ταράξουσιν αὐτὸν ἐξ ἀνατολῶν καὶ ἀπὸ βορρᾶ, καὶ ἥξει ἐν θυμῷ πολλῷ τοῦ ἀφανίσαι καὶ τοῦ ἀναθεματίσαι πολλοὺς

Κολιτσάρα

Δυσμενεῖς ὅμως ἐπείγουσαι πληροφορίαι ἀπὸ τὰς ἀνατολικὰς καὶ βορείους περιοχὰς θὰ τὸν ταράξουν. Θὰ ἐπέλθῃ ἐναντίον αὐτῶν μὲ θυμὸν πολύν, διὰ νὰ ἐξαφανίσῃ τοὺς ἐχθροὺς αὐτούς, νὰ τοὺς παραδώσῃ εἰς τὸ ἀνάθεμα καὶ τὸν ὄλεθρον.

Τρεμπέλα

Ὅμως ἀνησυχητικὲς εἰδήσεις καὶ ἐπείγουσες πληροφορίες, ποὺ θὰ φθάσουν ἀπὸ τὶς ἀνατολικὲς καὶ τὶς βόρειες περιοχές, θὰ τοῦ προξενήσουν ταραχὴν ὁπότε θὰ ὁρμήσῃ μὲ θυμὸν πολύν, διὰ νὰ ἑξαφανίσῃ καὶ καταστρέψῃ ὁλοσχερῶς πολλούς (λαούς).

Δαν. 11,45

καὶ πήξει τὴν σκηνὴν αὐτοῦ ἐφαδανῶ ἀναμέσον τῶν θαλασσῶν, εἰς ὄρος σαβεὶ ἅγιον· καὶ ἥξει ἕως μέρους αὐτοῦ, καὶ οὐκ ἔστιν ὁ ῥυόμενος αὐτόν.

Κολιτσάρα

Θὰ στήσῃ τὸ ἀνάκτορόν του ἀναμέσον τῶν δύο θαλασσῶν, τῆς Μεσογείου καὶ τῆς Νεκρᾶς Θαλάσσης, εἰς τὸ ἔνδοξον ἅγιον ὄρος. Τότε ὅμως θὰ φθάσῃ τὸ τέλος του καὶ δὲν θὰ εὑρεθῇ κανεὶς νὰ τὸν γλυτώσῃ.

Τρεμπέλα

Θὰ στήσῃ δὲ τὶς σκηνὲς τοῦ βασιλικοῦ (στρατιωτικοῦ) ἐπιτελείου του, ποὺ ὁμοιάζουν μὲ ἀνάκτορον, μεταξὺ τῶν δύο θαλασσῶν, τῆς Νεκρᾶς καὶ τῆς Μεσογείου θαλάσσης, εἰς τὸ ἔνδοξον ἅγιον ὄρος (τὴν Ἱερουσαλὴμ καὶ τὸ ὄρος Σιών)· τότε ὅμως θὰ φθάσῃ εἰς τὸ τέλος τοῦ βίου του· θὰ ἀποθάνῃ, καὶ δὲν θὰ εὐρεθῇ κανεὶς νὰ τὸν βοηθήσῃ καὶ νὰ τὸν σώσῃ!»

Κεφάλαιο 12

Δαν. 12,1

Καὶ ἐν τῷ καιρῷ ἐκείνῳ ἀναστήσεται Μιχαὴλ ὁ ἄρχων ὁ μέγας, ὁ ἑστηκὼς ἐπὶ τοὺς υἱοὺς τοῦ λαοῦ σου· καὶ ἔσται καιρὸς θλίψεως, θλῖψις οἵα οὐ γέγονεν ἀφ’ οὗ γεγένηται ἔθνος ἐν τῇ γῇ ἕως τοῦ καιροῦ ἐκείνου· καὶ ἐν τῷ καιρῷ ἐκείνῳ σωθήσεται ὁ λαός σου, πᾶς ὁ γεγραμμένος ἐν τῇ βίβλῳ·

Κολιτσάρα

Κατὰ τὸν καιρὸν ἐκεῖνον θὰ ἐγερθῇ ὁ ἀρχάγγελος Μιχαήλ, ὁ ὁποῖος στέκεται προστάτης τῶν υἱῶν τοῦ ἰουδαϊκοῦ λαοῦ σου. Θὰ εἶναι τότε περίοδος θλίψεως, μεγάλης θλίψεως, ὁμοία τῆς ὁποίας δὲν ἔγινεν ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ποὺ ὑπῆρξαν ἄνθρωποι καὶ ἔθνη ἐπὶ τῆς γῆς, ἕως τὴν ἐποχὴν ἐκείνην. Κατὰ τὴν περίοδον ὅμως τῆς μεγάλης αὐτῆς θλίψεως θὰ σωθοῦν ἀπὸ τὸν λαόν σου αὐτοί, ποὺ εἶναι γραμμένοι εἰς τὸ βιβλίον τῆς ζωῆς.

Τρεμπέλα

Καὶ κατὰ τὸν κρίσιμον ἐκεῖνον καιρὸν θὰ ἐμφανισθῇ ὁ μέγας ἀρχάγγελος Μιχαήλ, ὁ προστάτης, βοηθὸς καὶ ὑπερασπιστὴς τῶν ἀνθρώπων τοῦ Ἰουδαϊκοῦ λαοῦ σου. Ἡ περίοδος ἐκείνη θὰ εἶναι ἐποχὴ μεγάλης θλίψεως· θλίψεως τέτοιας, ὅμοια τῆς ὁποίας δὲν ἔγινε ἀπὸ τότε ποὺ ἐφάνησαν ἔθνη ἀνθρώπων ἐπάνω εἰς τὴν γῆν, μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Ὅταν ὅμως ἔλθῃ ἡ ἐποχὴ τῆς μεγάλης θλίψεως, θὰ σωθοῦν ἀπὸ τὸν λαόν σου ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι εἶναι γραμμένοι εἰς τὸ βιβλίον τῆς ζωῆς (βιβλίον τῶν σεσωσμένων).

Δαν. 12,2

καὶ πολλοὶ τῶν καθευδόντων ἐν γῆς χώματι ἐξεγερθήσονται, οὗτοι εἰς ζωὴν αἰώνιον καὶ οὗτοι εἰς ὀνειδισμὸν καὶ εἰς αἰσχύνην αἰώνιον.

Κολιτσάρα

Πολλοὶ ἀπὸ ἐκείνους, ποὺ ἔχουν κοιμηθῆ καὶ εὑρίσκονται εἰς τὸν τάφον, θὰ ἀναστηθοῦν, ἄλλοι μὲν εἰς ζωὴν αἰώνιον, ἄλλοι δὲ εἰς καταισχύνην αἰώνιον.

Τρεμπέλα

Πολλοὶ δὲ ἀπὸ ἐκείνους (ἤ, κατ’ ἄλλους: Ὅλοι) οἱ ὁποῖοι ἔχουν κοιμηθῆ τὸν ὕπνον τοῦ θανάτου καὶ εἶναι θαμμένοι εἰς τὸ χῶμα τῶν τάφων, θὰ ἐγερθοῦν, ἄλλοι μὲν εἰς ζωὴν αἰώνιον, ἄλλοι δὲ εἰς ὀνειδισμὸν καὶ εἰς καταισχύνην αἰωνίαν.

Δαν. 12,3

καὶ οἱ συνιέντες ἐκλάμψουσιν ὡς ἡ λαμπρότης τοῦ στερεώματος καὶ ἀπὸ τῶν δικαίων τῶν πολλῶν ὡς οἱ ἀστέρες εἰς τοὺς αἰῶνας καὶ ἔτι.

Κολιτσάρα

Ὅσοι ἐμελέτησαν, ἐνόησαν καὶ ἐτήρησαν τὸν νόμον τοῦ Κυρίου, θὰ λάμψουν μὲ τέτοιαν λαμπρότητα, ὡσὰν τὴν λαμπρότητα τοῦ οὐρανοῦ. Καὶ πολλοὶ ἀπὸ τοὺς δικαίους θὰ λάμψουν, ὅπως οἱ ἀστέρες εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων.

Τρεμπέλα

Καὶ οἱ κατὰ Θεὸν σοφοί, οἱ πιστοί, ὅσοι ἔζησαν σύμφωνα μὲ τὸ ἅγιον θέλημα τοῦ Θεοῦ, θὰ δοξασθοῦν καὶ θὰ λάμψουν μὲ λαμπρότητα ὁμοίαν μὲ τὴν λαμπρότητα τοῦ οὐρανίου στερεώματος· πολλοὶ δὲ ἀπὸ τοὺς δικαίους θὰ λάμψουν ὡσὰν τοὺς ἀστέρες εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων».

Δαν. 12,4

καὶ σύ, Δανιήλ, ἔμφραξον τοὺς λόγους καὶ σφράγισον τὸ βιβλίον ἕως καιροῦ συντελείας, ἕως διδαχθῶσι πολλοὶ καὶ πληθυνθῇ ἡ γνῶσις. -

Κολιτσάρα

Καὶ σύ, Δανιήλ, κλεῖσε αὐτοὺς τοὺς λόγους, σφράγισε τὸ βιβλίον μέχρι τοῦ τέλους τοῦ καθωρισμένου καιροῦ. Τότε ἔνας μεγάλος ἀριθμὸς ἀνθρώπων θὰ διδαχθῇ καὶ θὰ αὐξηθῇ ἔτσι ἡ γνῶσις τοῦ θείου θελήματος».

Τρεμπέλα

«Καὶ σύ, Δανιήλ, κλεῖσε, ἀπόκρυψε τοὺς λόγους αὐτοὺς καὶ σφράγισε τὸ βιβλίον μέχρι τὸ τέλος τοῦ καθωρισμένου ἀπὸ τὸν Θεὸν καιροῦ. Τότε, μετὰ τὴν ἀποσφράγισιν τοῦ βιβλίου τούτου καὶ ἀπὸ τὶς περιεχόμενες εἰς τὸ βιβλίον τοῦτο προφητεῖες, οἱ ὁποῖες θὰ ἐκπληρώνωνται, θὰ διδαχθοῦν πολλοί· καὶ ἔτσι θὰ αὐξηθῇ καὶ θὰ γίνῃ σαφέστερη ἡ γνῶσις τοῦ ἁγίου θελήματος τοῦ Θεοῦ».

Δαν. 12,5

Καὶ εἶδον ἐγὼ Δανιὴλ καὶ ἰδοὺ δύο ἕτεροι εἱστήκεισαν, εἷς ἐντεῦθεν τοῦ χείλους τοῦ ποταμοῦ καὶ εἷς ἐντεῦθεν τοῦ χείλους τοῦ ποταμοῦ.

Κολιτσάρα

Ἐγὼ ὁ Δανιὴλ εἶδον καὶ ἰδοὺ δύο ἄλλοι ἄνδρες εἶχαν σταθῇ ὄρθιοι, ὁ ἔνας εἰς τὴν μίαν ὄχθην τοῦ ποταμοῦ ὁ δὲ ἄλλος εἰς τὴν ἄλλην ὄχθην.

Τρεμπέλα

Κατόπιν ἐγὼ ὁ Δανιὴλ παρετήρησα, καὶ ἰδού! Δύο ἄλλοι ἄνδρες ἐστέκοντο ὄρθιοι, ὁ μὲν ἕνας εἰς τὴν μίαν ὄχθην τοῦ ποταμοῦ, ὁ δὲ ἄλλος εἰς τὴν ἀπέναντι ὄχθην τοῦ ποταμοῦ.

Δαν. 12,6

καὶ εἶπε τῷ ἀνδρὶ τῷ ἐνδεδυμένῳ τὰ βαδδίν, ὃς ἦν ἐπάνω τοῦ ὕδατος τοῦ ποταμοῦ· ἕως πότε τὸ πέρας ὧν εἴρηκας τῶν θαυμασίων;

Κολιτσάρα

Ἕνας ἀπὸ αὐτοὺς εἶπεν εἰς τὸν ἄνδρα, ὁ ὁποῖος ἐφοροῦσε ἔνδυμα λίνον καὶ ἦτο ἐπάνω ἀπὸ τὸ νερὸ τοῦ ποταμοῦ· «πότε θὰ ἔλθῃ τὸ τέρμα τῶν θαυμασίων αὐτῶν πραγμάτων, τὰ ὁποῖα εἶπες;»

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ ἕνας ἀπὸ αὐτοὺς εἶπεν εἰς τὸν ἄνδρα ὁ ὁποῖος ἦταν ντυμένος μὲ ἔνδυμα λινὸν καὶ εὑρίσκετο ἐπάνω εἰς τὸ νερὸ τοῦ ποταμοῦ: «Πότε θὰ ἔλθῃ τὸ τέλος, ἡ ἐκπλήρωσις τῶν θαυμασίων γεγονότων (προφητειῶν) περὶ τῶν ὁποίων ὠμίλησες;»

Δαν. 12,7

καὶ ἤκουσα τοῦ ἀνδρὸς τοῦ ἐνδεδυμένου τὰ βαδδίν, ὃς ἦν ἐπάνω τοῦ ὕδατος τοῦ ποταμοῦ, καὶ ὕψωσε τὴν δεξιὰν αὐτοῦ καὶ τὴν ἀριστερὰν αὐτοῦ εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ὤμοσεν ἐν τῷ ζῶντι εἰς τὸν αἰῶνα, ὅτι εἰς καιρὸν καιρῶν καὶ ἥμισυ καιροῦ· ἐν τῷ συντελεσθῆναι διασκορπισμὸν γνώσονται πάντα ταῦτα.

Κολιτσάρα

Ἤκουσα τὸν ἄνδρα τὸν ἐνδεδυμένον τὸ πολύτιμον λινοῦν ἔνδυμα, ὁ ὁποῖος ἦτο ἐπάνω ἀπὸ τὸ ὕδωρ τοῦ ποταμοῦ. Αὐτὸς ἀφοῦ ὕψωσε τὴν δεξιάν του καὶ τὴν ἀριστεράν του χεῖρα εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ὡρκίσθη εἰς τὸν αἰωνίως ζῶντα Κύριον, εἶπε· «κατὰ τὸ ἔτος τῶν ἐτῶν καὶ κατὰ τὸ ἥμισυ ἀκόμη τοῦ ἔτους, εἰς 3.5 ἔτη, ὅταν θὰ ὀλακληρωθῇ καὶ θὰ λάβῃ τέρμα ὁ διασκορπισμὸς τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ, τότε θὰ μάθουν καὶ θὰ ἐννοήσουν τὴν ἀλήθειαν ὅλων αὐτῶν τῶν προφητειῶν».

Τρεμπέλα

Τότε ἄκουσα τὸν ἄνδρα ποὺ ἦταν ντυμένος μὲ ἔνδυμα λινὸν καὶ εὑρίσκετο ἐπάνω εἰς τὸ νερὸ τοῦ ποταμοῦ, ὁ ὁποῖος ὕψωσε τὸ δεξὶ καὶ τὸ ἀριστερόν του χέρι εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ὡρκίσθη εἰς τὸν Θεὸν ποὺ ζῇ εἰς τὸν αἰῶνα, νὰ ἀπαντᾷ καὶ νὰ λέγῃ: «Ἡ ἐκπλήρωσις τῶν θαυμασίων γεγονότων θὰ πραγματοποιηθῇ εἰς ἕνα (ἔτος) καὶ (ἀκόμη) δύο (ἔτη) καὶ ἥμισυ ἐπὶ πλέον (ἔτος), (δηλαδὴ εἰς 3½ ἔτη)· ὅταν ὁλοκληρωθῇ καὶ λάβῃ τέλος ὁ διωγμὸς καὶ ὁ διασκορπισμὸς τοῦ Ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ, τότε θὰ ἐννοήσουν τὸ περιεχόμενον καὶ τὴν ἀλήθειαν ὅλων αὐτῶν τῶν προφητειῶν».

Δαν. 12,8

καὶ ἐγὼ ἤκουσα καὶ οὐ συνῆκα καὶ εἶπα· Κύριε, τί τὰ ἔσχατα τούτων;

Κολιτσάρα

Ἐγὼ ἤκουσα αὐτὰ ἀλλὰ δὲν τὰ ἐνόησα καὶ ἠρώτησα· «Κύριε, πότε θὰ ἔλθῃ τὸ τέλος αὐτῶν τῶν πραγμάτων;»

Τρεμπέλα

Ἐγὼ δέ, ὁ Δανιήλ, ἄκουσα τὴν ἀπάντησιν αὐτήν, ἄλλα δὲν ἐνόησα τὸ ἀκριβὲς περιεχόμενόν της καὶ ἐρώτησα: «Κύριε, πότε θὰ ἔλθῃ καὶ ποῖον θὰ εἶναι τὸ τέλος αὐτῶν τῶν πραγμάτων;»

Δαν. 12,9

καὶ εἶπε· δεῦρο Δανιήλ, ὅτι ἐμπεφραγμένοι καὶ ἐσφραγισμένοι οἱ λόγοι, ἕως καιροῦ πέρας·

Κολιτσάρα

Καὶ μοῦ ἀπήντησεν· «ἔλα, Δανιήλ, πάψε νὰ ἐρωτᾷς. Οἱ λόγοι αὐτοὶ εἶναι κλεισμένοι καὶ σφραγισμένοι, ἕως ὅτου ἔλθῃ τὸ τέλος τοῦ καθωρισμένου καιροῦ.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Ἄγγελος μοῦ εἶπεν: «Ἔλα τώρα, Δανιήλ, μὴ ἀσχολῆσαι μὲ αὐτὸ τὸ ζήτημα· διότι οἱ λόγοι αὐτοὶ θὰ παραμένουν κλεισμένοι (μυστικοί) καὶ σφραγισμένοι, μέχρις ὅτου ἔλθῃ τὸ τέλος τοῦ καθωρισμένου ἀπὸ τὸν Κύριον χρόνου, ὁπότε καὶ θὰ ἀποκαλυφθοῦν.

Δαν. 12,10

ἐκλεγῶσι καὶ ἐκλευκανθῶσι καὶ πυρωθῶσι καὶ ἁγιασθῶσι πολλοί, καὶ ἀνομήσωσιν ἄνομοι· καὶ οὐ συνήσουσι πάντες ἄνομοι, καὶ οἱ νοήμονες συνήσουσι.

Κολιτσάρα

Οἱ δίκαιοι θὰ ἀναδειχθοῦν, θὰ λευκανθοῦν διὰ τῶν θλίψεων, θὰ καθαρισθοῦν ὡς διὰ πυρός, θὰ ἁγνισθοῦν πολλοί. Οἱ παράνομοι ὅμως θὰ ἐκτραποῦν εἰς περισσοτέρας καὶ μεγαλυτέρας ἀνομίας. Ὅλοι οἱ ἀσεβεῖς δὲν θὰ ἐννοήσουν τίποτε, ἀπὸ ὅσα ἔχουν προφητευθῇ. Οἱ εὐσεβεῖς ὅμως θὰ ἐννοήσουν καλῶς τὰ πάντα.

Τρεμπέλα

Μέχρι τότε, διὰ τῶν δοκιμασιῶν καὶ τῶν θλίψεων, οἱ ὁποῖες προελέχθησαν, οἱ πιστοὶ καὶ ἀφωσιωμένοι εἰς τὸν Θεὸν θὰ φανοῦν καὶ θὰ ἀναδειχθοῦν θὰ λευκανθοῦν (θὰ γίνουν λευκοί, καθαροὶ καὶ λαμπροί), θὰ καθαρισθοῦν (ὅπως καθαρίζεται τὸ πολύτιμον μέταλλον εἰς τὴν φωτιά) καὶ πολλοὶ θὰ γίνουν ἅγιοι. Ἀλλὰ καὶ οἱ ἀσεβεῖς καὶ ἄνομοι θὰ γίνουν περισσότερον ἀσεβεῖς καὶ θὰ ἐπιμείνουν περισσότερον εἰς τὴν ἀνομίαν. Κανεὶς δὲ ἀπὸ τοὺς ἀσεβεῖς καὶ τοὺς ἀνόμους δὲν θὰ ἐννοήσῃ ποτὲ καὶ τίποτε ἀπὸ ὅσα ἔχουν προφητευθῇ· οἱ εὐσεβεῖς ὅμως, οἱ ἑξαγνισμένοι καὶ οἱ κατὰ Θεὸν σοφοὶ θὰ τὰ ἐννοήσουν.

Δαν. 12,11

καὶ ἀπὸ καιροῦ παραλλάξεως τοῦ ἐνδελεχισμοῦ καὶ τοῦ δοθῆναι βδέλυγμα ἐρημώσεως ἡμέραι χίλιαι διακόσιαι ἐνενήκοντα.

Κολιτσάρα

Ἀπὸ τῆς ἡμέρας, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ καταργηθῇ ἡ καθημερινὴ θυσία τοῦ ναοῦ καὶ θὰ στηθῇ τὸ εἰδωλολατρικὸν βδέλυγμα εἰς τὴν ἐρημωμένην πόλιν, θὰ περάσουν χίλιαι διακόσιαι ἐνενήκοντα ἡμέραι δοκιμασίας τοῦ λαοῦ.

Τρεμπέλα

Ἀπὸ τὴν ἡμέραν κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ καταργηθῇ ἡ προσφορὰ τῆς καθημερινῆς (συνεχοῦς) θυσίας εἰς τὸν Ναὸν καὶ θὰ στηθῇ τὸ μισητὸν καὶ βέβηλον σίχαμα, ποὺ θὰ προκαλέσῃ τὴν ἐρήμωσιν καὶ τὴν καταστροφὴν τῆς Ἱερουσαλήμ, θὰ περάσουν χίλιες διακόσιες ἐνενήντα ἡμέρες δοκιμασίας τοῦ λαοῦ».

Δαν. 12,12

μακάριος ὁ ὑπομένων καὶ φθάσας εἰς ἡμέρας χιλίας τριακοσίας τριάκοντα πέντε.

Κολιτσάρα

Εὐτυχὴς θὰ εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ ὑπαμείνῃ καὶ θὰ φθάσῃ εἰς τὸ τέλος τῶν χιλίων τριακοσίων τριάκοντα πέντε ἡμερῶν.

Τρεμπέλα

«Μακάριος καὶ πανευτυχὴς θὰ εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος εἰς τὶς θλίψεις καὶ δοκιμασίες ποὺ προανεφέρθησαν θὰ δείξῃ ὑπομονὴν καὶ θὰ κατορθώσῃ νὰ φθάσῃ εἰς τὸ τέλος τῶν χιλίων τριακοσίων τριάντα πέντε ἡμερῶν.

Δαν. 12,13

καὶ σὺ δεῦρο καὶ ἀναπαύου· ἔτι γὰρ ἡμέραι καὶ ὧραι εἰς ἀναπλήρωσιν συντελείας, καὶ ἀναστήσῃ εἰς τὸν κλῆρόν σου, εἰς συντέλειαν ἡμερῶν.

Κολιτσάρα

Σὺ δέ, Δανιήλ, πήγαινε καὶ ἀναπαύσου. Ὑπολείπονται ἀκόμη ἡμέραι καὶ ἔτη εἰς σαμπλήρωσινν τοῦ χρόνου τῆς συντελείας. Τότε θὰ ἀναστηθῇς καὶ σὺ εἰς τὴν ἔνδοξον κληρονομίαν σου κατὰ τὴν συντέλειαν τῶν καιρῶν.

Τρεμπέλα

Σὺ ὅμως, Δανιήλ, προχώρει τὸν δρόμον σου μὲ πίστιν καὶ ἀναπαύου· διότι ἀπομένουν ἀκόμη (πολλά) χρόνια καὶ καιροὶ διὰ νὰ συμπληρωθῇ ἡ χρονικὴ περίοδος κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἔλθῃ ἡ συντέλεια τοῦ κόσμου. Τότε θὰ ἀναστηθῇς καὶ σὺ εἰς τὴν ἔνδοξον καὶ μακαρίαν σύναξιν καὶ ὁμήγυριν τῆς κληρονομίας (τοῦ λαοῦ) σου, κατὰ τὸν καιρὸν τῆς συντελείας τοῦ κόσμου· (ἤ, κατ’ ἄλλην ἑρμηνείαν: Θὰ ἀναστηθῇς καὶ σὺ μαζὶ μὲ τὸν λαόν σου, διὰ νὰ λάβῃς τὸ μερίδιον τῆς αἰωνίου ἀμοιβῆς, ἡ ὁποία σοῦ ἐπιφυλάσσεται μετὰ θάνατον).

Κεφάλαιο Βηλ και Δράκων

Δαν. Βηλ και Δράκων,1

Καὶ ὁ βασιλεὺς Ἀστυάγης προσετέθη πρὸς τοὺς πατέρας αὐτοῦ, καὶ παρέλαβε Κῦρος ὁ Πέρσης τὴν βασιλείαν αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

Ὁ βασιλεὺς Ἀστυάγης ἀπέθανε καὶ προσετέθη εἰς τοὺς προγόνους αὐτοῦ, τὴν δὲ βασιλείαν του παρέλαβε Κῦρος ὁ Πέρσης.

Τρεμπέλα

Ὅταν ὁ βασιλιᾶς τῶν Μήδων Ἀστυάγης ἀπέθανε καὶ προσετέθη εἰς τοὺς ἀποθαμένους προγόνους του, παρέλαβε τὴν βασιλείαν του (τὸν διεδέχθη) ὁ Κῦρος ὁ Πέρσης.

Δαν. Βηλ και Δράκων,2

καὶ ἦν Δανιὴλ συμβιωτὴς τοῦ βασιλέως καὶ ἔνδοξος ὑπὲρ πάντας τοὺς φίλους αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

Ὁ Δανιὴλ εἶχεν ἀνατραφῆ μαζῆ με τὸν βασιλέα καὶ ἦτο ὁ ἐνδοξότερος ἀπὸ ὅλους τοὺς ἄλλους φίλους του.

Τρεμπέλα

Ὁ δὲ Δανιὴλ εἶχε συνδεθῆ μὲ στενὴν φιλίαν μὲ τὸν βασιλιᾶ (Κῦρον) καὶ ἦταν ὁ πιὸ ἔνδοξος ἀπὸ ὅλους τοὺς ἄλλους φίλους του.

Δαν. Βηλ και Δράκων,3

καὶ ἦν εἴδωλον τοῖς Βαβυλωνίοις, ᾧ ὄνομα Βήλ, καὶ ἐδαπανῶντο εἰς αὐτὸν ἑκάστης ἡμέρας σεμιδάλεως ἀρτάβαι δώδεκα καὶ πρόβατα τεσσαράκοντα καὶ οἴνου μετρηταὶ ἕξ.

Κολιτσάρα

Εἶχον οἱ Βαβυλώνειοι ἕνα εἴδωλον, τὸ ὁποῖον ὠναμάζετο Βήλ. Διετίθεντο δὲ δι’ αὐτὸ κάθε ἡμέραν δώδεκα ἀρτάβαι σημιγδάλι, τεσσαράκοντα πρόβατα καὶ ἓξ μετρηταὶ οἴνου.

Τρεμπέλα

Εἶχαν δὲ οἱ Βαβυλώνιοι ἕνα εἴδωλον, ποὺ ὠνομάζετο Βήλ. Διὰ τὸ εἴδωλον αὐτὸ ἐδαπανῶντο κάθε ἡμέραν δώδεκα ἀρτάβαι σιμιγδάλι καὶ σαράντα πρόβατα καὶ ἕξι μετρηταὶ κρασί.

Δαν. Βηλ και Δράκων,4

καὶ ὁ βασιλεὺς ἐσέβετο αὐτὸν καὶ ἐπορεύετο καθ’ ἑκάστην ἡμέραν προσκυνεῖν αὐτῷ· Δανιὴλ δὲ προσεκύνει τῷ Θεῷ αὐτοῦ. καὶ εἶπεν αὐτῷ ὁ βασιλεύς· διατί οὐ προσκυνεῖς τῷ Βήλ;

Κολιτσάρα

Ὁ ἴδιος δὲ ὁ βασιλεὺς ἐσέβετο αὐτὸ καὶ ἐπήγαινε κάθε ἡμέραν καὶ τὸ ἐπροσκυνοῦσε. Ὁ Δανιὴλ ὅμως ἐπροσκυνοῦσε τὸν ἰδικόν του Θεόν, τὸν ἀληθινόν. Ὁ βασιλεὺς ἠρώτησε τὸν Δανιήλ· «διατί δὲν προσκυνεῖς τὸν Βήλ;»

Τρεμπέλα

Ὁ βασιλιᾶς ἐτιμοῦσε καὶ ἐσέβετο τὸν ψευδοθεὸν αὐτόν, ἐπήγαινε δὲ κάθε ἡμέραν διὰ νὰ τὸν προσκυνήσῃ καὶ νὰ τὸν λατρεύσῃ. Ὁ Δανιὴλ ὅμως ἐπροσκυνοῦσε καὶ ἐλάτρευε τὸν ἰδικόν του ἀληθινὸν Θεόν. Καὶ ὁ βασιλιᾶς εἶπεν εἰς τὸν Δανιήλ: «Διατί δὲν προσκυνεῖς καὶ δὲν λατρεύεις τὸν Βήλ;»

Δαν. Βηλ και Δράκων,5

ὁ δὲ εἶπεν· ὅτι οὐ σέβομαι εἴδωλα χειροποίητα, ἀλλὰ τὸν ζῶντα Θεὸν τὸν κτίσαντα τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν καὶ ἔχοντα πάσης σαρκὸς κυριείαν.

Κολιτσάρα

Ἐκεῖνος δὲ ἀπήντησε· «διότι ἐγὼ δὲν ἀποδίδω σεβασμὸν καὶ λατρείαν εἰς εἴδωλα, κατασκευασμένα ἀπὸ χέρια ἀνθρώπων, ἀλλὰ πρὸς τὸν αἰωνίως ζῶντα Θεόν, ὁ ὁποῖος ἐδημιούργησε τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν καὶ εἶναι κύριος ἐπὶ πάσης ζωῆς».

Τρεμπέλα

Ὁ Δανιὴλ ἀπάντησε: «Διότι δὲν λατρεύω εἴδωλα, τὰ ὁποῖα εἶναι κατασκευασμένα ἀπὸ χέρια ἀνθρώπων, ἀλλὰ τὸν ζωντανόν, αἰώνιον καὶ ἀληθινὸν Θεόν, ὁ ὁποῖος ἐδημιούργησε τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν καὶ εἶναι ἀπόλυτος κύριος καὶ ἐξουσιαστὴς ὅλων τῶν ζώντων».

Δαν. Βηλ και Δράκων,6

καὶ εἶπεν αὐτῷ ὁ βασιλεύς· οὐ δοκεῖ σοι Βὴλ εἶναι ζῶν θεός; ἢ οὐχ ὁρᾷς ὅσα ἐσθίει καὶ πίνει καθ’ ἑκάστην ἡμέραν;

Κολιτσάρα

Εἶπε πάλιν πρὸς αὐτὸν ὁ βασιλεύς· «σὺ δηλαδὴ δὲν πιστεύεις ὅτι ὁ Βήλ, εἶναι ζῶν θεός; Ἢ δὲν βλέπεις πόσα τρώγει καὶ πίνει κάθε ἡμέραν;»

Τρεμπέλα

Τότε ὁ βασιλιᾶς ἐρώτησε τὸν Δανιήλ: «Σὺ δὲν πιστεύεις, δηλαδή, ὅτι ὁ Βὴλ εἶναι ζωντανὸς θεός; Δὲν βλέπεις λοιπὸν πόσα τρώγει καὶ πίνει κάθε ἡμέραν;»

Δαν. Βηλ και Δράκων,7

καὶ εἶπε Δανιὴλ γελάσας· μὴ πλανῶ, βασιλεῦ· οὗτος γὰρ ἔσωθεν μέν ἐστι πηλὸς ἔξωθεν δὲ χαλκὸς καὶ οὐ βέβρωκεν οὐδὲ πέπωκε πώποτε.

Κολιτσάρα

Ὁ Δανιὴλ γελάσας ἀπήντησε· «μὴ πλανᾶσαι, βασιλεῦ, διότι αὐτὸς ἀπὸ μέσα μὲν εἶναι λάσπη, ἀπέξω δὲ χαλκός. Οὔτε ἔφαγεν οὔτε ἔπιε ποτὲ τίποτε».

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Δανιὴλ γελῶντας ἀπάντησε: «Μὴ πλανᾶσαι, βασιλιᾶ! Διότι αὐτὸς ὁ Βὴλ ἀπὸ μέσα (ἐσωτερικῶς) μὲν εἶναι πηλός, ἀπ’ ἔξω (ἐξωτερικῶς) δὲ εἶναι χαλκὸς καὶ οὐδέποτε ἔχει φάγει ἡ ἔχει πιεῖ!»

Δαν. Βηλ και Δράκων,8

θυμωθεὶς δὲ ὁ βασιλεὺς ἐκάλεσε τοὺς ἱερεῖς αὐτοῦ καὶ εἶπεν αὐτοῖς· ἐὰν μὴ εἴπητέ μοι τίς ὁ κατέσθων τὴν δαπάνην ταύτην,

Κολιτσάρα

Ὀργισθεὶς ὁ βασιλεὺς ἐκάλεσε τοὺς ἱερεῖς του καὶ εἶπε πρὸς αὐτούς· «ἐὰν δὲν μοῦ πῆτε, ποιὸς εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος κατατρώγει ὅλα, ὅσα διατίθενται διὰ τὸν Βήλ,

Τρεμπέλα

Τότε ὁ βασιλιᾶς Κῦρος ἐξοργισθεὶς ἐκάλεσε τοὺς ἱερεῖς του καὶ τοὺς εἶπεν: «Ἐὰν δὲν μοῦ εἰπῆτε ποῖος εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος κατατρώγει ὅλα αὐτὰ ποὺ ἐξοδεύονται διὰ τὸν Βήλ,

Δαν. Βηλ και Δράκων,9

ἀποθανεῖσθε. ἐὰν δὲ δείξητε ὅτι Βὴλ κατεσθίει αὐτά, Δανιὴλ ἀποθανεῖται, ὅτι ἐβλασφήμησεν εἰς τὸν Βήλ. καὶ εἶπε Δανιὴλ τῷ βασιλεῖ· γινέσθω κατὰ τὸ ῥῆμά σου.

Κολιτσάρα

θὰ θανατωθῆτε. Ἐὰν ὅμως μοῦ ἀποδείξετε, ὅτι ὁ Βὴλ τὰ τρώγει, τότε θὰ θανατωθῇ ὁ Δανιήλ, διότι ἐβλασφήμησεν ἐναντίον τοῦ Βήλ». Ἀπήντησε δὲ ὁ Δανιὴλ εἰς τὸν βασιλέα· «ἂς γίνῃ ὅπως εἶπες».

Τρεμπέλα

θὰ θανατωθῆτε. Ἐὰν ὅμως ἀποδείξετε ὅτι ὁ Βὴλ εἶναι ἐκεῖνος ποὺ τὰ τρώγει, θὰ θανατωθῇ ὁ Δανιήλ, διότι ἐβλασφήμησεν ἐναντίον τοῦ θεοῦ Βήλ». Καὶ ὁ Δανιὴλ ἀπάντησε εἰς τὸν βασιλιᾶ: «Ἂς γίνῃ ὅπως εἶπες».

Δαν. Βηλ και Δράκων,10

καὶ ἦσαν ἱερεῖς τοῦ Βὴλ ἑβδομήκοντα ἐκτὸς γυναικῶν καὶ τέκνων. καὶ ἦλθεν ὁ βασιλεὺς μετὰ Δανιὴλ εἰς τὸν οἶκον τοῦ Βήλ.

Κολιτσάρα

Οἱ ἱερεῖς τοῦ Βὴλ ἦσαν ἑβδομήκοντα ἐκτὸς ἀπὸ τὰς γυναῖκας καὶ τὰ παιδιά των. Ἦλθεν ὁ βασιλεὺς μαζῆ μὲ τὸν Δανιὴλ εἰς τὸν ναὸν τοῦ Βήλ.

Τρεμπέλα

Ἦσαν δὲ οἱ ἱερεῖς τοῦ Βὴλ ἑβδομῆντα, ἐκτὸς ἀπὸ τὶς γυναῖκες των καὶ τὰ παιδιά των. Καὶ ὁ βασιλιᾶς Κῦρος ἦλθε μαζὶ μὲ τὸν Δανιὴλ εἰς τὸν ναὸν τοῦ Βήλ.

Δαν. Βηλ και Δράκων,11

καὶ εἶπαν οἱ ἱερεῖς τοῦ Βήλ· ἰδοὺ ἡμεῖς ἀποτρέχομεν ἔξω, σὺ δέ, βασιλεῦ, παράθες τὰ βρώματα καὶ τὸν οἶνον κεράσας θὲς καὶ ἀπόκλεισον τὴν θύραν καὶ σφράγισον τῷ δακτυλίῳ σου· καὶ ἐλθὼν πρωΐ, ἐὰν μὴ εὕρῃς πάντα βεβρωμένα ὑπὸ τοῦ Βήλ, ἀποθανούμεθα ἢ Δανιὴλ ὁ ψευδόμενος καθ’ ἡμῶν.

Κολιτσάρα

Εἶπαν δὲ οἱ ἱερεῖς τοῦ Βήλ· «ἡμεῖς σπεύδομεν νὰ βγοῦμε ἔξω, σὺ δέ, βασιλεῦ, διάταξε καὶ αὐτοπροσώπως νὰ ἐπιστατήσῃς, νὰ παραθέσουν τὰ φαγητὰ καὶ νὰ βάλουν εἰς τὰ δοχεῖα τὸν οἶνον. Κλεῖσε δὲ τὴν θύραν καὶ σφράγισέ την μὲ τὸ δακτυλίδι σου. Ὅταν δὲ ἔλθῃς τὸ πρωῒ καὶ δὲν εὕρῃς ὅλα αὐτὰ φαγωμένα ἀπὸ τὸν Βήλ, τότε ἡμεῖς νὰ θανατωθῶμεν, ἄλλως θὰ θανατωθῇ ὁ Δανιήλ, ὁ ὁποῖος διατυπώνει συκοφαντίας ἐναντίον μας».

Τρεμπέλα

Οἱ δὲ ἱερεῖς του Βὴλ εἶπαν: «Νά, ἐμεῖς βγαίνομεν ἔξω ἀπὸ τὸν ναόν, σὺ δέ, βασιλιᾶ, παράθεσε (μὲ τοὺς ἀνθρώπους σου) αὐτοπροσώπως τὰ φαγητὰ καὶ ἀφοῦ ἀναμείξῃς τὸ κρασί, βάλε τὸ εἰς τὰ δοχεῖα. Κατόπιν κλεῖσε ἀπὸ ἔξω τὴν θύραν τοῦ ναοῦ καὶ σφράγισέ την μὲ τὸ δακτυλίδι σου (τὴν προσωπικήν σου σφραγῖδα). Ἐὰν δέ, ὅταν ἐπιστρέψῃς τὸ πρωΐ, δὲν εὕρῃς ὅλα τὰ φαγητὰ νὰ ἔχουν φαγωθῆ ἀπὸ τὸν Βήλ, τότε νὰ θανατωθῶμεν ἐμεῖς· διαφορετικά, νὰ θανατωθῇ ὁ Δανιήλ, ὁ ὁποῖος μᾶς δυσφημεῖ καὶ μᾶς συκοφαντεῖ».

Δαν. Βηλ και Δράκων,12

αὐτοὶ δὲ κατεφρόνουν, ὅτι πεποιήκεισαν ὑπὸ τὴν τράπεζαν κεκρυμμένην εἴσοδον καὶ δι’ αὐτῆς εἰσεπορεύοντο διόλου καὶ ἀνήλουν αὐτά.

Κολιτσάρα

Οἱ ἱερεῖς δὲν ἐλογάριαζαν καθόλου ὅλα αὐτὰ τὰ μέτρα ἀσφαλείας, διότι εἶχαν ἀνορύξει κάτω ἀπὸ τὴν τράπεζαν μίαν μυστικὴν εἴσοδον καὶ δι’ αὐτῆς εἰσήρχοντο πάντοτε καὶ ἔτρωγαν τὰ παρατιθέμενα φαγητά.

Τρεμπέλα

Οἱ ἱερεῖς ὠμιλοῦσαν μὲ τέτοιαν αὐτοπεποίθησιν καὶ ὑπεροπτικὸν ὕφος, διότι εἶχαν κατασκευάσει κάτω ἀπὸ τὴν τράπεζαν μυστικὴν εἴσοδον, ἀπὸ τὴν ὁποίαν εἰσήρχοντο πάντοτε μέσα εἰς τὸν ναὸν καὶ ἔτρωγαν αὐτὰ ποὺ εἶχαν προσφερθῆ εἰς τὸν Βήλ.

Δαν. Βηλ και Δράκων,13

καὶ ἐγένετο ὡς ἐξήλθοσαν ἐκεῖνοι, καὶ ὁ βασιλεὺς παρέθηκε τὰ βρώματα τῷ Βήλ.

Κολιτσάρα

Ὅταν, λοιπόν, οἱ ἱερεῖς ἐβγῆκαν ἔξω, ὁ βασιλεὺς διέταξε καὶ παρέθεσαν ἐπὶ παρουσίᾳ του τὰ φαγητὰ τὰ προοριζόμενα διὰ τὸν Βήλ.

Τρεμπέλα

Συνέβη λοιπὸν τοῦτο: Ὅταν οἱ ἱερεῖς ἐβγῆκαν ἀπὸ τὸν ναόν, ὁ βασιλιᾶς παρέθεσε τὰ φαγητά (οἱ ἄνθρωποί του τὰ παρέθεσαν παρόντος του) εἰς τὸν Βήλ.

Δαν. Βηλ και Δράκων,14

καὶ ἐπέταξε Δανιὴλ τοῖς παιδαρίοις αὐτοῦ καὶ ἤνεγκαν τέφραν καὶ κατέστρωσαν ὅλον τὸν ναὸν ἐνώπιον τοῦ βασιλέως μόνου· καὶ ἐξελθόντες ἔκλεισαν τὴν θύραν καὶ ἐσφραγίσαντο ἐν τῷ δακτυλίῳ τοῦ βασιλέως, καὶ ἀπῆλθον.

Κολιτσάρα

Τότε ὁ Δανιὴλ διέταξεν εἰς τοὺς ὑπηρέτας καὶ ἔφεραν στάκτην, μὲ τὴν ὁποίαν καὶ ἔστρωσαν ὅλο τὸ δάπεδον τοῦ ναοῦ ἐνώπιον τοῦ βασιλέως μόνον. Ἐξῆλθαν, ἔκλεισαν τὴν θύραν καὶ τὴν ἐσφράγισαν μ τὸ δακτυλίδι τοῦ βασιλέως καὶ ἔφυγαν.

Τρεμπέλα

Τότε ὁ Δανιὴλ διέταξε τοὺς ὑπηρέτες του, οἱ ὁποῖοι καὶ ἔφεραν στάχτη, τὴν ὁποίαν ἔστρωσαν εἰς ὅλον τὸ δάπεδον τοῦ ναοῦ, ἐνώπιον μόνον τοῦ βασιλιᾶ Κῦρου. Κατόπιν, ἀφοῦ ἐβγῆκαν ἀπὸ τὸν ναόν, ἔκλεισαν τὴν θύραν καὶ τὴν ἐσφράγισαν μὲ τὸ δακτυλίδι (τὴν προσωπικὴν σφραγῖδα) τοῦ βασιλιᾶ καὶ ἀνεχώρησαν.

Δαν. Βηλ και Δράκων,15

οἱ δὲ ἱερεῖς ἦλθον τὴν νύκτα κατὰ τὸ ἔθος αὐτῶν καὶ αἱ γυναῖκες αὐτῶν καὶ τὰ τέκνα αὐτῶν καὶ κατέφαγον πάντα καὶ ἐξέπιον.

Κολιτσάρα

Οἱ ἱερεῖς ἦλθαν τὴν νύκτα, ὅπως ἐσυνήθιζαν, μαζῆ δὲ μὲ αὐτοὺς αἱ γυναῖκες καὶ τὰ παιδιά των, ἔφαγαν καὶ ἔπιαν ὅλα.

Τρεμπέλα

Οἱ δὲ ἱερεῖς τοῦ Βὴλ ἦλθαν κατὰ τὴν νύκτα, ὅπως συνήθιζαν νὰ κάνουν κάθε νύκτα, καθὼς ἐπίσης καὶ οἱ γυναῖκες καὶ τὰ παιδιά των, καὶ κατέφαγαν ὅλα τὰ τρόφιμα καὶ ἤπιαν ὅλον τὸ κρασί.

Δαν. Βηλ και Δράκων,16

καὶ ὤρθρισεν ὁ βασιλεὺς τὸ πρωῒ καὶ Δανιὴλ μετ’ αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

Ὁ βασιλεὺς ἐσηκώθη λίαν πρωῒ καὶ μαζῆ του ὁ Δανιήλ.

Τρεμπέλα

Ὁ δὲ βασιλιᾶς ἐσηκώθη τὴν ἑπομένην πολὺ πρωΐ, μαζί του δὲ καὶ ὁ Δανιήλ.

Δαν. Βηλ και Δράκων,17

καὶ εἶπεν ὁ βασιλεύς· σῷοι αἱ σφραγῖδες, Δανιήλ; ὁ δὲ εἶπε· σῷοι, βασιλεῦ.

Κολιτσάρα

Ὅταν ἔφθασαν εἰς τὸν ναὸν εἶπεν ὁ βασιλεὺς εἰς τὸν Δανιήλ· «Δανιήλ, εἶναι ἄθικτοι αἱ σφραγῖδες;» Ὁ Δανιὴλ ἀπήντησε· «ναί, βασιλεῦ, εἶναι ἄθικτοι».

Τρεμπέλα

Καὶ (ἀφοῦ μετέβησαν εἰς τὸν ναόν) ὁ βασιλιᾶς εἶπεν εἰς τὸν Δανιήλ: «Εἶναι ἄθικτες καὶ ἀπαραβίαστες οἱ σφραγῖδες, Δανιήλ;» Ὁ Δανιὴλ ἀπάντησε: «Ναί, βασιλιᾶ, εἶναι ἄθικτες καὶ ἀπαραβίαστες».

Δαν. Βηλ και Δράκων,18

καὶ ἐγένετο ἅμα τῷ ἀνοῖξαι τὰς θύρας, ἐπιβλέψας ἐπὶ τὴν τράπεζαν ὁ βασιλεὺς ἐβόησε φωνῇ μεγάλῃ· μέγας εἶ, Βήλ, καὶ οὐκ ἔστι παρὰ σοὶ δόλος οὐδὲ εἷς.

Κολιτσάρα

Ὅταν ἤνοιξεν ἡ θύρα, ὁ βασιλεὺς ἔστρεψε τὰ βλέμματά του πρὸς τὴν τράπεζαν καὶ ἐκραύγασε μὲ φωνὴν μεγάλην· «μέγας εἶσαι, Βήλ, καὶ καμμία δολιότης δὲν ὑπάρχει εἰς σέ»!

Τρεμπέλα

Συνέβη δὲ τοῦτο: Μόλις ὁ βασιλιᾶς ἄνοιξε τὶς θύρες τοῦ ναοῦ καὶ ἔρριψε τὸ βλέμμα του εἰς τὴν τράπεζαν, ὅπου εἶχαν τοποθετηθῆ τὰ τρόφιμα (καὶ εἶδεν ὅτι τὰ τρόφιμα δὲν ὑπῆρχαν εἰς αὐτήν), ἀνεφώνησε μὲ φωνὴν ἰσχυράν: «Μέγας εἶσαι, Βήλ! Καὶ κανένας δόλος δὲν ὑπάρχει, εἰς σέ».

Δαν. Βηλ και Δράκων,19

καὶ ἐγέλασε Δανιὴλ καὶ ἐκράτησε τὸν βασιλέα τοῦ μὴ εἰσελθεῖν αὐτὸν ἔσω καὶ εἶπεν· ἰδὲ δὴ τὸ ἔδαφος καὶ γνῶθι τίνος τὰ ἴχνη ταῦτα.

Κολιτσάρα

Ὁ Δανιὴλ ἐγέλασε, συνεκράτησε τὸν βαιλέα νὰ μὴ εἰσέλθῃ μέσα εἰς τὸν ναὸν καὶ εἶπε· «παρατήρησε, λοιπόν, κάτω εἰς τὸ ἔδαφος καὶ μάθε, τίνος εἶναι αὐτὰ τὰ ἴχνη».

Τρεμπέλα

Ὁ Δανιὴλ ὅμως ἐγέλασε, συνεκράτησε δὲ τὸν βασιλιᾶ νὰ μὴ προχωρήσῃ καὶ εἰσέλθῃ μέσα εἰς τὸν ναὸν καὶ τοῦ εἶπε: «Κύτταξε λοιπὸν κάτω εἰς τὸ δάπεδον καὶ μάθε τίνος εἶναι τὰ ἴχνη αὐτά».

Δαν. Βηλ και Δράκων,20

καὶ εἶπεν ὁ βασιλεύς· ὁρῶ τὰ ἴχνη ἀνδρῶν καὶ γυναικῶν καὶ παιδίων.

Κολιτσάρα

Ὁ βασιλεὺς ἀπήντησε· «βλέπω πατήματα ἀνδρῶν καὶ γυναικῶν καὶ παιδιῶν».

Τρεμπέλα

Ὁ δὲ βασιλιᾶς ἀπάντησε: «Βλέπω τὰ πατήματα ἀνδρῶν, γυναικῶν καὶ παιδιῶν».

Δαν. Βηλ και Δράκων,21

καὶ ὀργισθεὶς ὁ βασιλεὺς τότε συνέλαβε τοὺς ἱερεῖς καὶ τὰς γυναῖκας καὶ τὰ τέκνα αὐτῶν, καὶ ἔδειξαν αὐτῷ τὰς κρυπτὰς θύρας, δι’ ὧν εἰσεπορεύοντο καὶ ἐδαπάνων τὰ ἐπὶ τῆς τραπέζης.

Κολιτσάρα

Ὀργισθεὶς τότε ὁ βασιλεὺς διέταξε καὶ συνέλαβαν τοὺς ἱερεῖς καὶ τὰς γυναῖκας καὶ τὰ παιδιά των. Ἐκεῖνοι δὲ ἔδειξαν εἰς αὐτὸν τὰς μυστικὰς θύρας, διὰ τῶν ὁποίων εἰσήρχοντο εἰς τὸν ναὸν καὶ ἔτρωγαν ὅλα, ὅσα παρετίθεντο εἰς τὴν τράπεζαν τοῦ Βήλ.

Τρεμπέλα

Τότε ὀργισθεὶς ὁ βασιλιᾶς συνέλαβε τοὺς ἱερεῖς τοῦ Βὴλ καὶ τὶς γυναῖκες καὶ τὰ παιδιά των καὶ αὐτοὶ ἔδειξαν εἰς αὐτὸν τὶς μυστικὲς θύρες διὰ τῶν ὁποίων εἰσήρχοντο εἰς τὸν ναὸν καὶ ἔτρωγαν ὅλα ἐκεῖνα ποὺ παρετίθεντο εἰς τὴν τράπεζαν διὰ τὸν Βήλ.

Δαν. Βηλ και Δράκων,22

καὶ ἀπέκτεινεν αὐτοὺς ὁ βασιλεὺς καὶ ἔδωκε τὸν Βὴλ ἔκδοτον τῷ Δανιήλ, καὶ κατέστρεψεν αὐτὸν καὶ τὸ ἱερὸν αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

Ὁ βασιλεὺς διέταξε καὶ τοὺς ἐφόνευσαν, τὸν δὲ Βὴλ παρέδωκεν εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ Δανιήλ, ὁ ὁποῖος κατέστρεψεν αὐτὸν καὶ τὸν ναόν του.

Τρεμπέλα

Διὰ τοῦτο ὁ βασιλιᾶς τοὺς ἐφόνευσε καὶ παρέδωκε τὸ εἴδωλον τοῦ Βὴλ εἰς τὸν Δανιήλ, ὁ ὁποῖος κατέστρεψε καὶ αὐτὸ καὶ τὸν ναόν του!

Δαν. Βηλ και Δράκων,23

Καὶ ἦν δράκων μέγας, καὶ ἐσέβοντο αὐτὸν οἱ Βαβυλώνιοι.

Κολιτσάρα

Εἰς τὴν Βαβυλῶνα ὑπῆρχεν ἐπίσης καὶ ἕνας μεγάλος ὄφις, τὸν ὁποῖον οἱ Βαβυλώνιοι ἐσέβοντο ὡς θεόν.

Τρεμπέλα

Ὑπῆρχε δὲ εἰς τὴν Βαβυλῶνα ἕνα μεγάλο φίδι τὸ ὁποῖον οἱ Βαβυλώνιοι ἐσέβοντο καὶ ἐλάτρευαν ὡς θεόν.

Δαν. Βηλ και Δράκων,24

καὶ εἶπεν ὁ βασιλεὺς τῷ Δανιήλ· μὴ καὶ τοῦτον ἐρεῖς ὅτι χαλκοῦς ἐστιν; ἰδοὺ ζῇ καὶ ἐσθίει καὶ πίνει· οὐ δύνασαι εἰπεῖν ὅτι οὐκ ἔστιν οὗτος θεὸς ζῶν, καὶ προσκύνησον αὐτῷ.

Κολιτσάρα

Ὁ βασιλεὺς εἶπεν εἰς τὸν Δανιήλ· «μήπως θὰ πῇς, ὅτι καὶ αὐτὸς εἶναι χάλκινος, καὶ νεκρός; Ἰδού, ζῇ, τρώγει καὶ πίνει. Δὲν ἠμπορεῖς νὰ ἰσχυρισθῇς, ὅτι αὐτὸς δὲν εἶναι ζωντανὸς θεός. Λοιπὸν προσκύνησέ τον».

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ βασιλιᾶς εἶπεν εἰς τὸν Δανιήλ: «Μήπως θὰ εἰπῇς ὅτι εἶναι καὶ αὐτὸ τὸ μεγάλο φίδι χαλκὸς καὶ ἄρα νεκρόν; Ἰδού· αὐτὸ ζῇ καὶ τρώγει καὶ πίνει. Δὲν ἠμπορεῖς ἑπομένως νὰ εἰπῇς ὅτι δὲν εἶναι ζωντανὸς θεός! Προσκύνησέ τον λοιπόν»!

Δαν. Βηλ και Δράκων,25

καὶ εἶπε Δανιήλ· Κυρίῳ τῷ Θεῷ μου προσκυνήσω, ὅτι οὗτός ἐστι Θεὸς ζῶν·

Κολιτσάρα

Ἀπήντησεν ὁ Δανιήλ· «Κύριον τὸν Θεόν μου θὰ προσκυνῶ, διότι αὐτὸς εἶναι ὁ αἰωνίως ὑπάρχων Θεός.

Τρεμπέλα

Ὁ Δανιὴλ ὅμως ἀπάντησε: «Ἐγὼ θὰ προσκυνήσω καὶ θὰ λατρεύσω Κύριον τὸν Θεόν μου, διότι Αὐτὸς εἶναι ὁ ἀληθινὸς καὶ αἰώνιος ζωντανὸς Θεός.

Δαν. Βηλ και Δράκων,26

σὺ δέ, βασιλεῦ, δός μοι ἐξουσίαν, καὶ ἀποκτενῶ τὸν δράκοντα ἄνευ μαχαίρας καὶ ῥάβδου. καὶ εἶπεν ὁ βασιλεύς· δίδωμί σοι.

Κολιτσάρα

Σὺ ὅμως, βασιλεῦ, δός μου τὴν ἄδειαν καὶ τὴν ἐξουσίαν νὰ θανατώσω τὸν δράκοντα καὶ μάλιστα χωρὶς μάχαιραν καὶ ράβδον». Ὁ βασιλεὺς τοῦ εἶπε· «σοῦ δίδω τὴν ἄδειαν».

Τρεμπέλα

Σὺ δέ, βασιλιᾶ, δῶσε μου τὴν ἄδειαν, καὶ ἐγὼ θὰ φονεύσω τὸ μεγάλο αὐτὸ φίδι, χωρὶς νὰ χρησιμοποιήσω μαχαίρι ἢ ρόπαλον». Ὁ βασιλιᾶς ἀπάντησε: «Σοῦ δίδω τὴν ἄδειαν».

Δαν. Βηλ και Δράκων,27

καὶ ἔλαβεν ὁ Δανιὴλ πίσσαν καὶ στέαρ καὶ τρίχας καὶ ἥψησεν ἐπὶ τὸ αὐτὸ καὶ ἐποίησε μάζας καὶ ἔδωκεν εἰς τὸ στόμα τοῦ δράκοντος, καὶ φαγὼν διερράγη ὁ δράκων. καὶ εἶπεν· ἴδετε τὰ σεβάσματα ὑμῶν.

Κολιτσάρα

Ἐπῆρε τότε ὁ Δανιὴλ πίσσαν, λῖπος καὶ τρίχας, τὰ ὁποῖα τὰ ἔρασεν. Ἀπὸ αὐτὸ ἔκαμε βώλους καὶ τοὺς ἔδωκεν εἰς τὸ στόμα τοῦ ὄφεως. Ὅταν ἐκεῖνος τοὺς ἔφαγεν ἔσκασε. Ὁ Δανιὴλ εἶπε τότε· «αὐτοὶ εἶναι οἱ θεοί, τοὺς ὁποίους λατρεύετε».

Τρεμπέλα

Τότε ὁ Δανιὴλ ἔλαβε πίσσαν καὶ λίπος καὶ τρίχες, τὰ ὁποῖα καὶ ἔβρασε μαζί. Ἀπὸ τὸ βρασμένο αὐτὸ μεῖγμα ἔκαμε βώλους καὶ τοὺς ἔρριψεν εἰς τὸ στόμα τοῦ μεγάλου φιδιοῦ. Ὅταν ὅμως τὸ μεγάλο ἑρπετὸν ἔφαγε τοὺς βώλους ἐκείνους, ἔσκασε! Καὶ ὁ Δανιὴλ εἶπε: «Κυττάξετε τὰ ἀντικείμενα τῆς λατρείας σας!»

Δαν. Βηλ και Δράκων,28

καὶ ἐγένετο ὡς ἤκουσαν οἱ Βαβυλώνιοι, ἠγανάκτησαν λίαν καὶ συνεστράφησαν ἐπὶ τὸν βασιλέα καὶ εἶπαν· Ἰουδαῖος γέγονεν ὁ βασιλεύς· τὸν Βὴλ κατέσπασε καὶ τὸν δράκοντα ἀπέκτεινε καὶ τοὺς ἱερεῖς κατέσφαξε.

Κολιτσάρα

Ὅταν ὁ Βαβυλώνιοι ἐπληροφορήθησαν αὐτά, ἠγανάκτησαν πάρα πολύ. Ἐστράφησαν ἐναντίον τοῦ βασιλέως καὶ εἶπαν· «ὁ βασιλεὺς ἔγινεν Ἰουδαῖος. Συνέτριψε τὸν Βήλ, ἐφόνευσε τὸν δράκοντα, κατέσφαξε καὶ τοὺς ἱερεῖς».

Τρεμπέλα

Συνέβη δὲ τοῦτο: Ὅταν οἱ Βαβυλώνιοι ἄκουσαν περὶ τοῦ γεγονότος αὐτοῦ, ἀγανάκτησαν πολύ, ἐπανεστάτησαν κατὰ τοῦ βασιλιᾶ καὶ εἶπαν: «Ὁ βασιλιᾶς ἔγινε Ἰουδαῖος! Τὸν θεὸν Βὴλ τὸν κατέστρεψε, τὸ μεγάλο φίδι τὸ ἐσκότωσε καὶ τοὺς ἱερεῖς τοὺς κατέσφαξεν».

Δαν. Βηλ και Δράκων,29

καὶ εἶπαν ἐλθόντες πρὸς τὸν βασιλέα· παράδος ἡμῖν τὸν Δανιήλ· εἰ δὲ μή, ἀποκτενοῦμέν σε καὶ τὸν οἶκόν σου.

Κολιτσάρα

Ἦλθαν λοιπὸν πρὸς τὸν βασιλέα καὶ τοῦ εἶπαν· «παράδωσέ μας τὸν Δανιήλ, εἰδ’ ἄλλως θὰ θανατώσωμεν σὲ καὶ τὴν οἰκογένειάν σου».

Τρεμπέλα

Ἀφοῦ δὲ ἐπῆγαν καὶ παρουσιάσθησαν εἰς τὸν βασιλιᾶ, τοῦ εἶπαν: «Παράδωσέ μας τὸν Δανιήλ, διαφορετικὰ θὰ φονεύσωμεν σὲ καὶ τὴν οἰκογένειάν σου».

Δαν. Βηλ και Δράκων,30

καὶ εἶδεν ὁ βασιλεὺς ὅτι ἐπείγουσιν αὐτὸν σφόδρα, καὶ ἀναγκασθεὶς ὁ βασιλεὺς παρέδωκεν αὐτοῖς τὸν Δανιήλ.

Κολιτσάρα

Εἶδεν ὁ βασιλεύς, ὅτι τὸν καταστενοχωροῦσαν πολὺ καὶ ἠναγκάσθη καὶ παρέδωκεν εἰς αὐτοὺς τὸν Δανιήλ.

Τρεμπέλα

Ὁ δὲ βασιλιᾶς διεπίστωσεν ὅτι τὸν πιέζουν πάρα πολὺ καὶ ἑξαναγκασθεὶς παρέδωκεν εἰς αὐτοὺς τὸν Δανιήλ.

Δαν. Βηλ και Δράκων,31

οἱ δὲ ἔβαλον αὐτὸν εἰς τὸν λάκκον τῶν λεόντων, καὶ ἦν ἐκεῖ ἡμέρας ἕξ.

Κολιτσάρα

Ἐκεῖνοι δὲ τὸν ἔρριψαν εἰς τὸν λάκκον τῶν λεόντων, ὅπου καὶ παρέμενεν ἐπὶ ἓξ ἡμέρας.

Τρεμπέλα

Τότε οἱ Βαβυλώνιοι ἔρριψαν τὸν Δανιὴλ εἰς τὸν λάκκον τῶν λεόντων, παρέμεινε δὲ ἐκεῖ ἕξι ἡμέρες.

Δαν. Βηλ και Δράκων,32

ἦσαν δὲ ἐν τῷ λάκκῳ ἑπτὰ λέοντες, καὶ ἐδίδοτο αὐτοῖς τὴν ἡμέραν δύο σώματα καὶ δύο πρόβατα· τότε δὲ οὐκ ἐδόθη αὐτοῖς, ἵνα καταφάγωσι τὸν Δανιήλ.

Κολιτσάρα

Μέσα δὲ εἰς αὐτὸν τὸν λάκκον ἦσαν ἑπτὰ λέοντες, εἰς τοὺς ὁποίους κάθε ἡμέραν ἔδιδαν δύο ἀνθρώπινα σώματα καὶ δύο πρόβατα. Τὴν ἡμέραν ὅμως ἐκείνην δὲν ἐδόθη εἰς αὐτοὺς τίποτε, διὰ νὰ καταφάγουν τὸν Δανιήλ.

Τρεμπέλα

Μέσα εἰς τὸν λάκκον ὑπῆρχαν ἑπτὰ λιοντάρια· εἰς αὐτὰ ἔδιδαν ὡς τροφὴν κάθε ἡμέραν δύο ἀνθρώπινα σώματα καὶ δύο πρόβατα. Τότε ὅμως δὲν τοὺς ἐδόθη ἡ τροφὴ αὐτή, διὰ νὰ εἶναι βέβαιοι οἱ Βαβυλώνιοι ὅτι τὰ πεινασμένα λιοντάρια θὰ καταφάγουν τὸν Δανιήλ.

Δαν. Βηλ και Δράκων,33

καὶ ἦν Ἀμβακοὺμ ὁ προφήτης ἐν τῇ Ἰουδαίᾳ, καὶ αὐτὸς ἥψησεν ἕψεμα καὶ ἐνέθρυψεν ἄρτους εἰς σκάφην καὶ ἐπορεύετο εἰς τὸ πεδίον ἀπενέγκαι τοῖς θερισταῖς.

Κολιτσάρα

Τότε εὑρίσκετο εἰς τὴν Ἰουδαίαν ὁ προφήτης Ἀμβακούμ. Αὐτὸς ἐμαγείρευσε φάγητον, ἔκοψεν εἰς τεμάχια ἄρτους, ἔβαλεν αὐτὰ μέσα εἰς ἕνα δοχεῖον καὶ ἐπήγαινεν εἰς τὸν ἀγρόν, διὰ νὰ φέρῃ φαγητὸν εἰς τοὺς θεριστάς.

Τρεμπέλα

Εὑρίσκετο τότε εἰς τὴν Ἰουδαίαν ἕνας προφήτης λεγόμενος Ἀμβακούμ. Αὐτὸς ἐμαγείρευσε φαγητὸν καὶ ἔκοψε κομμάτια ψωμί, τὰ ὁποῖα ἔβαλεν εἰς ἕνα δοχεῖον, καὶ ἐπήγαινε εἰς τὸ χωράφι, μεταφέρων τὸ φαγητὸν καὶ τὸ ψωμὶ διὰ τοὺς θεριστάς.

Δαν. Βηλ και Δράκων,34

καὶ εἶπεν ὁ ἄγγελος Κυρίου τῷ Ἀμβακούμ· ἀπένεγκε τὸ ἄριστον, ὃ ἔχεις, εἰς Βαβυλῶνα τῷ Δανιὴλ εἰς τὸν λάκκον τῶν λεόντων.

Κολιτσάρα

Ὁ ἄγγελος εἶπεν εἰς τὸν Ἀμβακούμ· «τὸ μεσημβρινὸν αὐτὸ φαγητόν, ποὺ ἔχεις, φέρε το εἰς τὸν Δανιήλ, ὁ ὁποῖος εὑρίσκεται εἰς τὴν Βαβυλῶνα μέσα εἰς τὸν λάκκον τῶν λεόντων».

Τρεμπέλα

Παρουσιάσθη ὅμως εἰς τὸν Ἀμβακοὺμ ὁ Ἄγγελος Κυρίου καὶ τοῦ εἶπε: «Μετάφερε τὸ (μεσημβρινόν) φαγητὸν ποὺ ἔχεις, εἰς τὴν Βαβυλῶνα, εἰς τὸν Δανιήλ, ὁ ὁποῖος εὑρίσκεται εἰς τὸν λάκκον τῶν λεόντων».

Δαν. Βηλ και Δράκων,35

καὶ εἶπεν Ἀμβακούμ· Κύριε, Βαβυλῶνα οὐχ ἑώρακα καὶ τὸν λάκκον οὐ γινώσκω.

Κολιτσάρα

Ὁ Ἀμβακούμ εἶπε· «Κύριε, οὔτε τὴν Βαβυλῶνα ἔχω ἴδει ποτέ, οὔτε καὶ τὸν λάκκον γνωρίζω».

Τρεμπέλα

Ὁ Ἀμβακοὺμ ἀπάντησε: «Δὲν ἔχω κἂν ἰδεῖ τὴν Βαβυλῶνα, Κύριε, ἀλλ’ οὔτε καὶ διὰ τὸν λάκκον τῶν λιονταριῶν γνωρίζω ὀτιδήποτε».

Δαν. Βηλ και Δράκων,36

καὶ ἐπελάβετο ὁ ἄγγελος Κυρίου τῆς κορυφῆς αὐτοῦ καὶ βαστάσας τῆς κόμης τῆς κεφαλῆς αὐτοῦ ἔθηκεν αὐτὸν εἰς Βαβυλῶνα ἐπάνω τοῦ λάκκου ἐν τῷ ῥοίζῳ τοῦ πνεύματος αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

Τότε ὁ ἄγγελος τὸν ἐπῆρεν ἀπὸ τὴν κεφαλήν, τὸν ἐκράτησεν ἀπὸ τὴν κόμην τῆς κεφαλῆς του, καὶ μὲ τὴν ὁρμὴν τῆς πνευματικῆς αὐτοῦ φύσεως τὸν μετέφερε αὐτοστιγμεὶ εἰς τὴν Βαβυλῶνα καὶ τὸν ἔθεσεν ἐπάνω ἀπὸ τὸν λάκκον τῶν λεόντων.

Τρεμπέλα

Τότε ὁ ἄγγελος Κυρίου τὸν ἔπιασε ἀπὸ τὴν κεφαλήν, καὶ ἀφοῦ τὸν ἐκράτησεν ἀπὸ τὰ μαλλιὰ τῆς κεφαλῆς του, τὸν μετέφερεν ἀμέσως, μὲ τὴν ὁρμὴν καὶ τὴν ταχύτητα τῆς ἀσωμάτου πνευματικῆς τοῦ φύσεως, εἰς τὴν Βαβυλῶνα, καὶ τὸν ἀπίθωσε εἰς τὸ χεῖλος τοῦ στομίου τοῦ λάκκου τῶν λιονταριῶν.

Δαν. Βηλ και Δράκων,37

καὶ ἐβόησεν Ἀμβακοὺμ λέγων· Δανιὴλ Δανιήλ, λάβε τὸ ἄριστον, ὃ ἀπέστειλέ σοι ὁ Θεός.

Κολιτσάρα

Ἐφώναξεν ὁ Ἀμβακοὺμ λέγων· «Δανιήλ, Δανιήλ, πάρε τὸ φαγητόν, τὸ ὁποῖον σοῦ ἔστειλεν ὁ Θεός».

Τρεμπέλα

Καὶ τότε ὁ Ἀμβακοὺμ ἐφώναξε δυνατά: «Δανιήλ, Δανιήλ, λάβε τὸ φαγητόν, τὸ ὁποῖον σοῦ ἀπέστειλεν ὁ Θεός».

Δαν. Βηλ και Δράκων,38

καὶ εἶπε Δανιήλ· ἐμνήσθης γάρ μου, ὁ Θεός, καὶ οὐκ ἐγκατέλιπες τοὺς ἀγαπῶντάς σε.

Κολιτσάρα

Ὁ Δανιὴλ εἶπεν· «ὦ Θεέ μου, μὲ ἐνεθυμήθης, διότι σὺ ποτὲ δὲν ἐγκαταλείπεις ἐκείνους, ποὺ σὲ ἀγαποῦν».

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Δανιὴλ γεμᾶτος εὐγνωμοσύνην πρὸς τὸν Θεὸν εἶπε: «Μὲ ἐνεθυμήθης, λοιπόν, Θεέ μου, καὶ δὲν ἐγκατέλειψες ἐκείνους οἱ ὁποῖοι Σὲ ἀγαποῦν»!

Δαν. Βηλ και Δράκων,39

καὶ ἀναστὰς Δανιὴλ ἔφαγεν· ὁ δὲ ἄγγελος τοῦ Θεοῦ ἀποκατέστησε τὸν Ἀμβακοὺμ παραχρῆμα εἰς τὸν τόπον αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

Ἐσηκώθη ὁ Δανιὴλ καὶ ἔφαγεν, ὁ δὲ ἄγγελος τοῦ Κυρίου ἐπανέφερεν ἀμέσως τὸν Ἀμβακοὺμ εἰς τὸν τόπον του.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Δανιήλ, ἀφοῦ ἐσηκώθη ὄρθιος, ἔφαγεν. Ὁ δὲ Ἄγγελος τοῦ Θεοῦ ἐπανέφερεν εὐθὺς ἀμέσως τὸν Ἀμβακοὺμ εἰς τὸν τόπον του.

Δαν. Βηλ και Δράκων,40

ὁ δὲ βασιλεὺς ἦλθε τῇ ἡμέρᾳ τῇ ἑβδόμῃ πενθῆσαι τὸν Δανιήλ· καὶ ἦλθεν ἐπὶ τὸν λάκκον καὶ ἐνέβλεψε, καὶ ἰδοὺ Δανιὴλ καθήμενος.

Κολιτσάρα

Ὁ βασιλεὺς ἦλθε κατὰ τὴν ἑβδόμην ἡμέραν, διὰ νὰ πενθήσῃ τὸν θάνατον τοῦ Δανιήλ. Ἦλθεν εἰς τὸν λάκκον καὶ παρετήρησεν ἐντὸς καὶ ἰδού, ὁ Δανιὴλ ἐκάθητο ἥσυχος.

Τρεμπέλα

Ὁ δὲ βασιλιᾶς Κῦρος ἦλθε κατὰ τὴν ἑβδόμην ἡμέραν διὰ νὰ πενθήσῃ τὸν θάνατον τοῦ φίλου του Δανιήλ. Ὅταν ὅμως ἦλθεν εἰς τὸν λάκκον, παρετήρησε κάτω, μέσα εἰς τὸν λάκκον, καὶ ἰδού! Ὁ Δανιὴλ ἀβλαβὴς καὶ ἀκέραιος ἐκάθητο ἤρεμος!

Δαν. Βηλ και Δράκων,41

καὶ ἀναβοήσας φωνῇ μεγάλῃ εἶπε· μέγας εἶ, Κύριε ὁ Θεὸς τοῦ Δανιήλ, καὶ οὐκ ἔστιν ἄλλος πλὴν σοῦ.

Κολιτσάρα

Ἐφώναξε τότε μὲ φωνὴν μεγάλην καὶ εἶπε· «μέγας εἶσαι, Κύριε, σὺ ὁ Θεὸς τοῦ Δανιήλ, καὶ δὲν ὑπάρχει ἄλλος Θεὸς πλὴν ἀπὸ σέ».

Τρεμπέλα

Ὁ βασιλιᾶς καταπληκτος ἀπὸ τὸ θέαμα ποὺ ἀντίκρυσεν, ἀφοῦ ἐφώναξε μὲ πολὺ μεγάλην φωνήν, εἶπε: «Μέγας εἶσαι, Κύριε, ὁ Θεὸς τοῦ Δανιήλ! Καὶ δὲν ὑπάρχει ἄλλος θεὸς ἐκτὸς ἀπὸ Σέ!»

Δαν. Βηλ και Δράκων,42

καὶ ἀνέσπασεν αὐτόν, τοὺς δὲ αἰτίους τῆς ἀπωλείας αὐτοῦ ἐνέβαλεν εἰς τὸν λάκκον, καὶ κατεβρώθησαν παραχρῆμα ἐνώπιον αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

Ἀμέσως ἔβγαλε τὸν Δανιὴλ ἀπὸ τὸν λάκκον, τοὺς δὲ αἰτίους τῆς θανατικῆς καταδίκης του διέταξε καὶ τοὺς ἔρριψαν εἰς τὸν λάκκον. Ἀμέσως δὲ ἐκεῖνοι κατεσπαράχθησαν ἀπὸ τοὺς λέοντας ἐνώπιόν του.

Τρεμπέλα

Καὶ ἀμέσως ἀνέσυρε τὸν Δανιὴλ ἀπὸ τὸν λάκκον τῶν λιονταριῶν, τοὺς αἰτίους δὲ τῆς εἰς θάνατον καταδίκης του ἔρριψεν εἰς τὸν λάκκον καὶ εὐθὺς ἀμέσως οἱἐχθροὶ τοῦ Δανιὴλ κατεσπαράχθησαν ἀπὸ τὰ λιοντάρια ἐμπρὸς εἰς τὰ μάτια τοῦ βασιλιᾶ.