Γένεσις

Κεφάλαιο 1

Γεν. 1,1

Ἐν ἀρχῇ ἐποίησεν ὁ Θεὸς τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν.

Κολιτσάρα

Κατ’ ἀρχὰς ὁ ἀπειροτέλειος Θεὸς ἐδημιούργησεν ἐκ τοῦ μηδενὸς τὸ σύμπαν, τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν.

Τρεμπέλα

Ὅταν ἦλθεν ἡ κατάλληλος ὥρα νὰ δημιουργηθῇ ἀπὸ τὸ μηδὲν ὁ ὑλικὸς κόσμος· εἰς τὴν ἀρχὴν ἐκείνην τοῦ χρόνου, ὁ ὁποῖος ἔχει τὴν ἰδίαν ἀρχὴν μὲ τὴν ὑλικὴν δημιουργίαν, ὁ ἄναρχος καὶ παντοδύναμος Τριαδικὸς Θεός, ἡ μακαρία φύσις καὶ ἀνεξάντλητος ἀγαθότης, ἡ ἀρχὴ ὅλων τῶν ὄντων καὶ ἡ ἄφθαστος σοφία ἐδημιούργησεν ἀπὸ τὸ μηδέν, «ἐξ οὐκ ὄντων», ἀπὸ ὕλην, ἡ ὁποία δὲν προϋπῆρχε, τὸ ὑλικὸν σύμπαν. Ἐδημιούργησε τὸν ἀπέραντον οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν. Ἐδημιούργησε τὸν ὁρατὸν τοῦτον κόσμον, τὸν ἔθεσεν εἰς κίνησιν καὶ καθώρισε νόμους διὰ τὴν ἐξέλιξίν του, ἀκαριαίως· δηλαδὴ εὐθὺς μόλις ἐξεφράσθη τὸ παντοδύναμον καὶ πάνσοφον θέλημά του.

Γεν. 1,2

ἡ δὲ γῆ ἦν ἀόρατος καὶ ἀκατασκεύαστος, καὶ σκότος ἐπάνω τῆς ἀβύσσου, καὶ πνεῦμα Θεοῦ ἐπεφέρετο ἐπάνω τοῦ ὕδατος.

Κολιτσάρα

Ἡ γῆ ἦτο ἀόρατος, ἀδιαμόρφωτος καὶ ἀπρόσφορος διὰ τὸν ζωϊκὸν καὶ φυτικὸν κόσμον· σκοτάδι δὲ ἠπλώνετο ἐπάνω ἀπὸ τὰ ὕδατα ποὺ τὴν ἐσκέπαζον, τὸ δὲ ζωοποιὸν Πανάγιον Πνεῦμα ἐφέρετο ἐπάνω ἀπὸ τὰ ὕδατα καὶ περιέβαλλεν αὐτήν.

Τρεμπέλα

Ἡ δὲ γῆ, ὄχι ὅπως τὴν βλέπομεν σήμερον, ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ πρωτόγονον χάος, ἦταν ἀθέατος, ἀδιαμόρφωτος καὶ ἀσχημάτιστος μᾶζα, χωρὶς τάξιν ἦταν χωρὶς κανένα στολισμόν. Ἦταν ἀθέατος, διότι σκοτάδι πηκτὸν ἐκάλυπτε τὸ πρόσωπόν της ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως φωτὸς καὶ διότι τὴν ἐσκέπαζαν πολλὰ καὶ βαθειὰ νερά, τὰ ὁποῖα δὲν εἶχαν ἀκόμη συγκεντρωθῆ καὶ περιορισθῆ εἰς τὴν θέσιν, ποὺ θὰ τοὺς καθώριζεν ἀργότερα ὁ Θεός. Καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα ἐκινεῖτο ἐπάνω ἀπὸ τὴν ἄβυσσον τῶν νερῶν καὶ μὲ τὴν ζωτικὴν ἐνέργειάν του συνέθαλπε καὶ ἐζωογονοῦσε τὴν φύσιν τῶν νερῶν, ὅπως τὸ πτηνόν, τὸ ὁποῖον κλωσσᾷ τὰ αὐγά του. Τοιουτοτρόπως τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, τὸ ὁποῖον συμμετεῖχε εἰς τὴν δημιουργικὴν ἐνέργειαν, προετοίμαζε καὶ διέπλασσε τὴν φύσιν τῶν νερῶν, ὥστε νὰ ἀναπηδήσῃ ἀπὸ τὰ στοιχεῖα τῆς ὕλης, ποὺ ἦσαν νεκρὰ καὶ ἄμορφα μεταξύ των, ἡ νέα δημιουργία μὲ τὴν ποικιλίαν τῆς ζωῆς.

Γεν. 1,3

καὶ εἶπεν ὁ Θεός· γενηθήτω φῶς· καὶ ἐγένετο φῶς.

Κολιτσάρα

Καὶ εἶπεν ὁ Θεός· «νὰ γίνῃ φῶς ἐπὶ τῆς γῆς»· καὶ ἔγινε φῶς.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Θεός, ἐκφράζων τὴν θείαν καὶ ἀγαθὴν βουλήν του ὡς πρόσταγμα, εἶπε· «νὰ γίνῃ φῶς»· καὶ εὐθὺς ἀμέσως τὸ θεῖον πρόσταγμα ἔγινε ἔργον καὶ ἐδημιουργήθη τὸ ἀνέκφραστον κάλλος τοῦ φωτός.

Γεν. 1,4

καὶ εἶδεν ὁ Θεὸς τὸ φῶς, ὅτι καλόν· καὶ διεχώρισεν ὁ Θεὸς ἀνὰ μέσον τοῦ φωτὸς καὶ ἀνὰ μέσον τοῦ σκότους.

Κολιτσάρα

Καὶ εἶδεν ὁ παντογνώστης Θεὸς τὸ φῶς ὅτι εἶναι καλὸν καὶ σκόπιμον· καὶ ἐχώρισεν ὁ Θεὸς τὸ σκότος ἀπὸ τὸ φῶς.

Τρεμπέλα

Καὶ εἶδεν ὁ Θεὸς τὸ φῶς, ὅτι εἶναι ὡραῖον ὅπως τὸ εἶχε θελήσει ἡ ἀγαθὴ βουλή του, διότι αὐτὸ θὰ ἀνταπεκρίνετο εἰς τὸν σκοπόν, διὰ τὸν ὁποῖον τὸ ἔπλασεν καὶ ὁ Θεὸς ἐχώρισε καὶ ἀπεμάκρυνε τὸ φῶς ἀπὸ τὸ σκοτάδι καὶ ἀφώρισε διὰ τὸ καθένα ὡρισμένον καιρόν, ὥστε τὸ σκοτάδι νὰ διαδέχεται τὸ φῶς με τὴν καθημερινὴν ἐναλλαγήν.

Γεν. 1,5

καὶ ἐκάλεσεν ὁ Θεὸς τὸ φῶς ἡμέραν καὶ τὸ σκότος ἐκάλεσε νύκτα. καὶ ἐγένετο ἑσπέρα καὶ ἐγένετο πρωΐ, ἡμέρα μία.

Κολιτσάρα

Καὶ ὠνόμασεν ὁ Θεὸς τὸ φῶς ἡμέραν καὶ τὸ σκότος ὠνόμασε νύκτα. Καὶ ἔγινεν ἑσπέρα καὶ ἔγινε πρωΐ καὶ ἔκλεισεν ἡ πρώτη ἡμέρα τῆς δημιουργίας.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Θεός, ὡς κύριος τῶν χρόνων καὶ τῶν καιρῶν ὠνόμασε τὸ φῶς «ἡμέραν» καὶ τὸ σκοτάδι ὠνόμασε «νύκτα». Καὶ μὲ τὴν ἀρίστην αὐτὴν διαίρεσιν καὶ θαυμαστὴν δημιουργίαν ἐπέρασεν ἡ νύκτα καὶ ἦλθε τὸ πρωΐ καὶ ἔκλεισε ἡ μία ἡμέρα τῆς δημιουργίας τοῦ κόσμου. (Δηλαδὴ ἡ περίοδος ποὺ ἐπέρασε διὰ νὰ ἔλθῃ εἰς πέρας ἡ πρώτη φάσις τῆς ὑλικῆς δημιουργίας, ἡ ὁποία ἐπρόκειτο νὰ ὁλοκληρωθῇ εἰς ἕξι φάσεις).

Γεν. 1,6

Καὶ εἶπεν ὁ Θεός· γενηθήτω στερέωμα ἐν μέσῳ τοῦ ὕδατος καὶ ἔστω διαχωρίζον ἀνὰ μέσον ὕδατος καὶ ὕδατος. καὶ ἐγένετο οὕτως.

Κολιτσάρα

Καὶ εἶπεν ὁ Θεός· «νὰ γίνῃ ὁ οὐράνιος θόλος τῆς γῆς μεταξὺ τῶν ὑδάτων, ποὺ καλύπτουν τὴν ἐπιφάνειάν της καὶ τῶν νεφῶν ποὺ αἰωροῦνται εἰς τὴν ἀτμόσφαιραν, καὶ νὰ διαχωρίζῃ μεταξὺ τῶν ὑδάτων τῆς γῆς καὶ τῶν ὑδάτων τοῦ οὐρανοῦ». Καὶ ἔγινεν ὅπως ὁ Θεὸς διέταξε.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Θεός, ἐκφράζων τὴν θείαν καὶ ἀγαθὴν βουλήν του ὡς πρόσταγμα, εἶπε· «νὰ γίνῃ στερέωμα, δηλαδὴ νὰ ξετυλιχθῇ ἡ ἀτμόσφαιρα ὡς παραπέτασμα καὶ διάφραγμα, τὸ ὁποῖον νὰ διαιρῇ καὶ νὰ χωρίζῃ τὸ ὑγρὸν στοιχεῖον, ὥστε ἄλλα μὲν ὕδατα ὡς λεπτὰ καὶ ὡς εὑρισκόμενα εἰς κατάστασιν ὑδρατμῶν νὰ τὰ σπρώχνῃ πρὸς τὰ ἐπάνω καὶ νὰ τὰ ἀποθηκεύῃ εἰς τὰ νέφη· ἄλλα δέ, ὡς εὑρισκόμενα εἰς κατάστασιν ὑγράν, νὰ τὰ ἀφήνῃ κάτω εἰς τὴν ἐπιφάνειαν τῆς γῆς»· καὶ εὐθὺς ἀμέσως τὸ θεῖον πρόσταγμα ἔγινε ἔργoν.

Γεν. 1,7

καὶ ἐποίησεν ὁ Θεὸς τὸ στερέωμα, καὶ διεχώρισεν ὁ Θεὸς ἀνὰ μέσον τοῦ ὕδατος, ὃ ἦν ὑποκάτω τοῦ στερεώματος, καὶ ἀνὰ μέσον τοῦ ὕδατος τοῦ ἐπάνω τοῦ στερεώματος.

Κολιτσάρα

Καὶ ἔδωσεν ὕπαρξιν ὁ Θεὸς εἰς τὸν οὐράνιον θόλον καὶ διεχώρισε τὰ ὕδατα, τὰ ὁποῖα ἦσαν ἐπὶ τῆς γῆς κάτω ἀπὸ τὸν οὐρανόν, ἀπὸ τὰ νερά, τὰ ὁποῖα ἦσαν ἐπάνω εἰς τὰ νέφη τοῦ οὐρανοῦ.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Θεὸς διέπλασε καὶ ἐμορφοποίησε τὸ στερέωμα, τὸ ὁποῖον διήρεσε τὸ ὑγρὸν στοιχεῖον· καὶ ἐχώρισεν ὁ Θεὸς εἰς δύο μέρη τὰ ὕδατα εἰς ἐκεῖνα, ποὺ ἦσαν ἐπάνω εἰς τὴν γῆν, κάτω ἀπὸ τὸ στερέωμα· καὶ εἰς ἐκεῖνα, ποὺ ἦσαν μετέωροι ὑδρατμοὶ ὑπὸ μορφὴν νεφῶν, ἐπάνω ἀπὸ τὸ στερέωμα.

Γεν. 1,8

καὶ ἐκάλεσεν ὁ Θεὸς τὸ στερέωμα οὐρανόν· καὶ εἶδεν ὁ Θεός, ὅτι καλόν. καὶ ἐγένετο ἑσπέρα καὶ ἐγένετο πρωΐ, ἡμέρα δευτέρα.

Κολιτσάρα

Καὶ ὠνόμασεν ὁ Θεὸς τὴν ἀτμόσφαιραν οὐρανόν. Καὶ εἶδεν ὁ παντογνώστης Θεὸς ὅτι τὸ ἔργον του αὐτὸ ἦτο ὡραῖον καὶ σκόπιμον. Καὶ ἔγινεν ἑσπέρα, ἔγινε πρωῒ καὶ ἔκλεισεν ἡ δευτέρα ἡμέρα τῆς δημιουργίας.

Τρεμπέλα

Καὶ ὠνόμασεν ὁ Θεὸς αὐτό, τὸ ὁποῖον ἐχώρισε τὰ ὕδατα εἰς ἄνω καὶ κάτω, «οὐρανόν»· αὐτός (δὲν εἶναι ὁ οὐρανὸς ποὺ ἀναφέρεται εἰς τὸν πρῶτον στίχον, ἀλλά) εἶναι ἡ ἀχανὴς ἀτμόσφαιρα, ἡ ὁποία ὡς λαμπρὸς καὶ πάγκαλος μανδύας περιβάλλει προστατευτικῶς τὴν γῆν καὶ εἶδεν ὁ Θεός, ὅτι ὁ οὐρανὸς μὲ τὸ ἀπερίγραπτον κάλλος του εἶναι ἔτσι ὅπως τὸν εἶχε θελήσει ἡ ἀγαθὴ βουλή του καὶ ὅπως τὸν εἶχε προορίσει. Καὶ ἐπέρασεν ἡ νύκτα καὶ ἦλθε τὸ πρωΐ καὶ ἔκλεισε ἡ δευτέρα ἡμέρα τῆς δημιουργίας τοῦ κόσμου. (Δηλαδὴ ἡ περίοδος ποὺ ἐπέρασε διὰ νὰ ἔλθῃ εἰς πέρας ἡ δευτέρα φάσις τῆς ὑλικῆς δημιουργίας).

Γεν. 1,9

Καὶ εἶπεν ὁ Θεός· συναχθήτω τὸ ὕδωρ τὸ ὑποκάτω τοῦ οὐρανοῦ εἰς συναγωγὴν μίαν, καὶ ὀφθήτω ἡ ξηρά. καὶ ἐγένετο οὕτως. καὶ συνήχθη τὸ ὕδωρ τὸ ὑποκάτω τοῦ οὐρανοῦ εἰς τὰς συναγωγὰς αὐτῶν, καὶ ὤφθη ἡ ξηρά.

Κολιτσάρα

Καὶ εἶπεν ὁ Θεός· «ἂς συναχθῇ τὸ ὕδωρ, τὸ ὁποῖον καλύπτει ὁλόκληρον τὴν γῆν, εἰς ὠρισμένην περιοχὴν καὶ ἂς φανῇ ἡ ξηρά». Καὶ ἔγινεν, ὅπως ὁ Θεὸς διέταξε· καὶ ἐμαζεύθη ὅλον τὸ ὕδωρ τῆς γῆς εἰς τὰς βαθείας περιοχὰς τῶν ὠκεανῶν καὶ θαλασσῶν, καὶ ἐφάνη ἡ ξηρά.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Θεός, ἐκφράζων τὴν θείαν καὶ ἀγαθὴν βουλήν του ὡς πρόσταγμα, εἶπε· «να συναχθοῦν τὰ νερά, ποὺ εἶναι κάτω ἀπὸ τὸ στερέωμα καὶ καλύπτουν τὴν ἐπιφάνειαν τῆς γῆς, εἰς μεγάλην καὶ τελειοτάτην συνάθροισιν καὶ να φανῇ ἡ ξηρά»· καὶ εὐθὺς ἀμέσως τὸ θεῖον πρόσταγμα ἔγινε ἔργον. Καὶ ἐσυνάχθησαν τὰ νερά, ποὺ ἐκάλυπταν τὴν ἐπιφάνειαν τῆς γῆς, εἰς τὶς συναθροίσεις των, τὶς θάλασσες καὶ τοὺς ὠκεανούς, καὶ ἐφάνη ἡ ξηρά.

Γεν. 1,10

καὶ ἐκάλεσεν ὁ Θεὸς τὴν ξηρὰν γῆν καὶ τὰ συστήματα τῶν ὑδάτων ἐκάλεσε θαλάσσας. καὶ εἶδεν ὁ Θεός, ὅτι καλόν.

Κολιτσάρα

Καὶ ὠνόμασεν ὁ Θεὸς τὴν ἐκτὸς τῆς θαλάσσης ἔκτασιν γῆν, τὰς δὲ μεγάλας περιοχὰς τῶν ὑδάτων ὠνόμασε θαλάσσας. Καὶ εἶδεν ὁ Θεὸς ὅτι ἡ θάλασσα καὶ ἡ ξηρὰ εἶναι καλαί, ἔχουν τὸν σκοπὸν καὶ τὴν χρησιμότητά των.

Τρεμπέλα

Καὶ ὠνόμασεν ὁ Θεὸς τὴν ἐπιφάνειαν, ποὺ δὲν ἐκάλυπταν πλέον τὰ νερά, «γῆν»· καὶ τὰ νερά, ποὺ εἶχαν συναχθῇ καὶ ἐσχημάτισαν τοὺς μεγάλους ὠκεανοὺς καὶ τὶς θάλασσες μὲ τὰ ἰδιαίτερά των σχήματα, ὠνόμασε «θάλασσας. Καὶ ὁ Θεός, ἀτενίζων τὸ ἔργον του μὲ τὴν ἀνέκφραστον σοφίαν του, εἶδεν ὅτι εἶναι ὡραῖον, ὅπως τὸ εἶχε θελήσει ἡ ἀγαθὴ βουλή του, καὶ ὅτι θὰ ἀνταπεκρίνετο εἰς τὸν σκοπόν, διὰ τὸν ὁποῖον τὸ ἔπλασε· διότι ἡ ὑγρασία τῆς θαλάσσης ἐπιστρέφει εἰς τὸ βάθος τῆς γῆς· διότι ἡ θάλασσα εἶναι δοχεῖον ὅλων τῶν ποταμῶν τῆς γῆς καὶ ὅμως μένει περιωρισμένη εἰς τὰ ὅριά της· διότι αὐτὴ εἶναι ἡ πηγὴ τῶν ὑδρατμῶν, ποὺ ἀνεβαίνουν ὑψηλὰ διὰ νὰ πέσουν ὡς βροχή, ἡ ὁποία ποτίζει καὶ λιπαίνει τὴν γῆν καὶ διότι ἡ θάλασσα περιβάλλει τὶς νήσους, τὶς στολίζει καὶ τὶς ἀσφαλίζει καὶ ταυτοχρόνως ἑνώνει μεταξύ των τὶς ἠπείρους.

Γεν. 1,11

καὶ εἶπεν ὁ Θεός· βλαστησάτω ἡ γῆ βοτάνην χόρτου σπεῖρον σπέρμα κατὰ γένος καὶ καθ’ ὁμοιότητα, καὶ ξύλον κάρπιμον ποιοῦν καρπόν, οὗ τὸ σπέρμα αὐτοῦ ἐν αὐτῷ κατὰ γένος ἐπὶ τῆς γῆς. καὶ ἐγένετο οὕτως.

Κολιτσάρα

Καὶ εἶπεν ὁ Θεός· «ἂς φυτρώσουν καὶ ἂς ἀναπτυχθοῦν εἰς τὴν ξηρὰν χλόη καὶ ποώδεις θάμνοι, ποὺ τὸ κάθε εἶδος ἀπὸ αὐτὰ θὰ ἔχῃ τὸ ἰδικόν του σπέρμα, διὰ νὰ διαιωνίζεται ἐπὶ τῆς γῆς»· καὶ ἐν συνεχείᾳ διέταξεν ὁ Θεός· «νὰ φυτρώσουν καὶ νὰ μεγαλώσουν εἰς τὴν γῆν καρποφόρα ξυλώδη δένδρα, ἕκαστον ἀπὸ τὰ ὁποῖα θὰ φέρῃ κατὰ τὸ εἶδος του τὸ ἰδικόν του σπέρμα».

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Θεός, ἐκφράζων τὴν θείαν καὶ ἀγαθὴν βουλήν του ὡς πρόσταγμα, εἶπε· «να βλαστήσῃ ἡ γῆ χλόην, χορτάρι νὰ φυτρώσουν ποώδεις θάμνοι, καθένας τῶν ὁποίων νὰ παράγῃ σπόρον ἀναλόγως τοῦ εἴδους καὶ τῆς ποικιλίας του, ὥστε νὰ διαιωνίζωνται νὰ φυτρώσουν δένδρα δασικά (ποὺ παράγουν ξυλείαν) καὶ ὀπωροφόρα, οἱ καρποὶ τῶν ὁποίων να περιέχουν τὰ σπέρματά των, τὸ καθένα ἀναλόγως τοῦ ἰδιαιτέρου εἴδους του· ἡ χλόη, οἱ θάμνοι, τὰ δένδρα νὰ καλύψουν τὴν ἐπιφάνειαν τῆς γῆς». Καὶ εὐθὺς ἀμέσως τὸ θεῖον πρόσταγμα ἔγινε ἔργον.

Γεν. 1,12

καὶ ἐξήνεγκεν ἡ γῆ βοτάνην χόρτου σπεῖρον σπέρμα κατὰ γένος καὶ καθ’ ὁμοιότητα, καὶ ξύλον κάρπιμον ποιοῦν καρπόν, οὗ τὸ σπέρμα αὐτοῦ ἐν αὐτῷ κατὰ γένος ἐπὶ τῆς γῆς.

Κολιτσάρα

Καὶ ἔβγαλε πράγματι ἡ γῆ ποώδη βλάστησιν, χλόην καὶ θάμνους, κάθε εἶδος ἀπὸ τὰ ὁποῖα εἶχε τὸ σπέρμα αὐτοῦ διὰ τὴν διατήρησίν του. Καὶ κατόπιν ἐφύτρωσαν καὶ ἐμεγάλωσαν ἐπὶ τῆς γῆς καρποφόρα δένδρα, ἕκαστον ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἔφερε τὸ σπέρμα τοῦ εἴδους του, διὰ νὰ διαιωνίζεται ἐπὶ τῆς γῆς.

Τρεμπέλα

Καὶ ἡ γῆ, ἡ ὁποία μέχρι τότε ἦταν χωρὶς καλλιέργειαν ἢ ἄλλην βοήθειαν, ἀκολουθοῦσα τὸ πρόσταγμα καὶ τοὺς νόμους τοῦ Δημιουργοῦ, ἐβλάστησε χορτάρι, ποώδεις θάμνους, καθένας τῶν ὁποίων παράγει σπόρον ἀναλόγως τοῦ εἴδους καὶ τῆς ποικιλίας του, καὶ δένδρα δασικά (ποὺ παράγουν ξυλείαν) καὶ ὀπωροφόρα, οἱ καρποὶ τῶν ὁποίων περιέχουν τὰ σπέρματά των, τὸ καθένα ἀναλόγως τοῦ ἰδιαιτέρου εἴδους του, ὥστε νὰ συνεχίζουν τὴν ὕπαρξίν των ἐπὶ τῆς ἐπιφανείας τῆς γῆς.

Γεν. 1,13

καὶ εἶδεν ὁ Θεός, ὅτι καλόν. καὶ ἐγένετο ἑσπέρα καὶ ἐγένετο πρωΐ, ἡμέρα τρίτη.

Κολιτσάρα

Εἶδεν ὁ Θεὸς ὅτι ἡ χλόη, οἱ θάμνοι καὶ τὰ δένδρα, ποὺ ἐκάλυψαν ὅλην τὴν ἐπιφάνειαν τῆς ξηρᾶς, ἦσαν καλά, σκόπιμα καὶ χρήσιμα. Ἔγινεν ἑσπέρα, ἔγινε πρωῒ καὶ συνεπληρώθη ἡ τρίτη ἡμέρα τῆς δημιουργίας.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Θεός, ἀτενίζων τὸ ἔργον του μὲ τὴν ἀνέκφραστον σοφίαν του, εἶδεν ὅτι εἶναι καλόν, ἔτσι ὅπως τὸ εἶχε θελήσει ἡ ἀγαθὴ βουλή του καὶ ὅπως τὸ εἶχε προορίσει· διότι τὸ ἴδιον δημιουργικὸν πρόσταγμα συνεχίζει νὰ παραμένῃ εἰς τὴν γῆν, ὥστε νὰ βλαστάνῃ τὸ χορτάρι, τοὺς θάμνους καὶ τὰ δένδρα τὸ καθένα κατὰ τὸ εἶδος του. Καὶ ἐπέρασεν ἡ νύκτα καὶ ἦλθε τὸ πρωΐ καὶ ἔκλεισε ἡ τρίτη ἡμέρα τῆς δημιουργίας τοῦ κόσμου. (Δηλαδὴ ἡ περίοδος ποὺ ἐπέρασε διὰ νὰ ἔλθῃ εἰς πέρας ἡ τρίτη φάσις τῆς ὑλικῆς δημιουργίας).

Γεν. 1,14

Καὶ εἶπεν ὁ Θεός· γενηθήτωσαν φωστῆρες ἐν τῷ στερεώματι τοῦ οὐρανοῦ εἰς φαῦσιν ἐπὶ τῆς γῆς, τοῦ διαχωρίζειν ἀνὰ μέσον τῆς ἡμέρας καὶ ἀνὰ μέσον τῆς νυκτός· καὶ ἔστωσαν εἰς σημεῖα καὶ εἰς καιροὺς καὶ εἰς ἡμέρας καὶ εἰς ἐνιαυτούς·

Κολιτσάρα

Καὶ εἶπεν ὁ Θεός· «ἂς γίνουν (ἂς φανοῦν) εἰς τὸν οὐρανὸν τῆς γῆς φωτεινοὶ ἀστέρες, διὰ νὰ φωτίζουν τὴν γῆν καὶ νὰ χωρίζουν τὴν ἡμέραν ἀπὸ τὴν νύκτα. Ἂς εἶναι οἱ ἀστέρες αὐτοὶ εἰς σημεῖα μετεωρολογικῶν καὶ ἄλλων φαινομένων, καὶ ἂς χρησιμεύουν εἰς κανονικὴν μεταβολὴν καὶ διάκρισιν τῶν ἐποχῶν τοῦ ἔτους, τῶν ἡμερῶν καὶ τῶν ἐτῶν.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Θεὸς ἐκφράζων τὴν θείαν καὶ ἀγαθὴν βουλήν του ὡς πρόσταγμα, εἶπε· «νὰ ἐμφανισθοῦν εἰς τὸν οὐράνιον θόλον φωτεινὰ σώματα, διὰ νὰ φωτίζουν τὴν γῆν, διὰ νὰ χωρίζουν τὴν ἡμέραν ἀπὸ τὴν νύκτα καὶ οἱ φωτεινοὶ αὐτοὶ ἀστέρες νὰ εἶναι κατάλληλοι διὰ τὴν ἐπισήμανσιν τῶν μετεωρολογικῶν καὶ καιρικῶν συνθηκῶν, διὰ τὴν κανονικὴν διαδοχὴν καὶ τὴν διάκρισιν τῶν ἐποχῶν τὸ ἔτους καὶ τῶν ἑορτῶν διὰ τὴν ἀρίθμησιν τῶν ἡμερῶν καὶ τῶν ἐτῶν.

Γεν. 1,15

καὶ ἔστωσαν εἰς φαῦσιν ἐν τῷ στερεώματι τοῦ οὐρανοῦ, ὥστε φαίνειν ἐπὶ τῆς γῆς. καὶ ἐγένετο οὕτως.

Κολιτσάρα

Πρὸ παντὸς δὲ ἂς εἶναι αὐτοὶ εἰς τὸν οὐρανόν, ὥστε νὰ φωτίζουν τὴν γῆν». Καὶ ἔγινεν ὅπως ὁ Θεὸς διέταξε.

Τρεμπέλα

Καὶ τὰ φωτεινὰ αὐτὰ σώματα νὰ εἶναι φῶτα εἰς τὸν οὐράνιον θόλον, διὰ νὰ φωτίζουν τὸ πρόσωπον τῆς γῆς». Καὶ εὐθὺς ἀμέσως τὸ θεῖον πρόσταγμα ἔγινε ἔργον.

Γεν. 1,16

καὶ ἐποίησεν ὁ Θεὸς τοὺς δύο φωστῆρας τοὺς μεγάλους, τὸν φωστῆρα τὸν μέγαν εἰς ἀρχὰς τῆς ἡμέρας καὶ τὸν φωστῆρα τὸν ἐλάσσω εἰς ἀρχὰς τῆς νυκτός, καὶ τοὺς ἀστέρας.

Κολιτσάρα

Καὶ ἔκαμεν ὁ Θεὸς τοὺς δύο μεγάλους ἀστέρας, τὸν ἥλιον, τὸν μεγάλον ἀστέρα, νὰ ἄρχῃ μὲ τὸ φῶς του ὅλην τὴν ἡμέραν. Καὶ τὸν μικρότερον ἀστέρα, τὴν σελήνην, νὰ ἄρχῃ μὲ τὸ φῶς της κατὰ τὴν νύκτα. Ἐπίσης διέταξε νὰ φανοῦν καὶ οἱ ἄλλοι ἀστέρες τοῦ οὐρανοῦ.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Θεὸς διέπλασε καὶ διεμόρφωσε τὰ δύο μεγάλα φωτεινὰ σώματα, τὰ ὁποῖα ἔχουν διαστάσεις τέτοιες, ὥστε ἐπαρκεῖ τὸ φῶς των νὰ καταφωτίζῃ τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν. Διέπλασε καὶ διεμόρφωσε τὸν μεγάλον ἀστέρα, τὸν ἥλιον, διὰ νὰ ἐξουσίαζῃ καὶ βασιλεύῃ μὲ τὸ φῶς καὶ τὴν θερμότητά του κατὰ τὴν ἡμέραν, καὶ τὸν μικρότερον ἀστέρα, τὴν σελήνην, διὰ νὰ ἐξουσιάζῃ καὶ βασιλεύῃ κατὰ τὴν νύκτα μὲ τὸ φῶς, ποὺ τῆς δανείζει ὁ ἥλιος ἐπίσης διέπλασε καὶ διεμόρφωσε καὶ τοὺς ἄλλους ἀστέρας.

Γεν. 1,17

καὶ ἔθετο αὐτοὺς ὁ Θεὸς ἐν τῷ στερεώματι τοῦ οὐρανοῦ, ὥστε φαίνειν ἐπὶ τῆς γῆς

Κολιτσάρα

Καὶ ἔθεσεν αὐτοὺς ὁ Θεὸς εἰς τὸ οὐράνιον στερέωμα, διὰ νὰ στέλλουν τὸ φῶς των ἐπάνω εἰς τὴν γῆν·

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Θεὸς ἔθεσεν ὅλους αὐτοὺς τοὺς ἀστέρας εἰς τὸν οὐράνιον θόλον καὶ τοὺς ἔταξεν εἰς τροχιὰν κανονικὴν καὶ εἰς ἀνάλογον ἀπόστασιν ἀπὸ τὴν γῆν καὶ μὲ θερμότητα τόσην, ὅση χρειάζεται νὰ τὴν φωτίζουν καὶ νὰ τὴν ζωογονοῦν.

Γεν. 1,18

καὶ ἄρχειν τῆς ἡμέρας καὶ τῆς νυκτὸς καὶ διαχωρίζειν ἀνὰ μέσον τοῦ φωτὸς καὶ ἀνὰ μέσον τοῦ σκότους. καὶ εἶδεν ὁ Θεός, ὅτι καλόν.

Κολιτσάρα

νὰ ἐξουσιάζουν τὴν ἡμέραν καὶ τὴν νύκτα καὶ νὰ ξεχωρίζουν τὸ φῶς ἀπὸ τὸ σκότος. Καὶ εἶδεν ὁ παντογνώστης Θεός, ὅτι τὸ ἔργον του αὐτὸ ἦτο καλόν, χρήσιμον καὶ σκόπιμον.

Τρεμπέλα

Καὶ τοὺς ἔταξε νὰ ἐξουσιάζουν ὁ μὲν ἥλιος κατὰ τὴν ἡμέραν, ὥστε νὰ τὴν καθιστᾷ φαιδροτέραν καὶ λαμπροτέραν, ἡ δὲ σελήνη κατὰ τὴν νύκτα, ὥστε νὰ διαλύῃ τὸ σκοτάδι καὶ νὰ καθιστᾲ τὴν νύκτα ἤρεμον καὶ γλυκεῖαν καὶ ἀκόμη, διὰ να χωρίζουν τὸ φῶς ἀπὸ τὸ σκοτάδι. Καὶ ὁ Θεός, ἀτενίζων τὸ ἔργον του μὲ τὴν ἀνέκφραστον σοφίαν του, εἶδεν ὅτι εἶναι καλόν, ἔτσι ὅπως τὸ εἶχε θελήσει ἡ ἀγαθὴ βουλή του καὶ ὅπως τὸ εἶχε προορίσει.

Γεν. 1,19

καὶ ἐγένετο ἑσπέρα καὶ ἐγένετο πρωΐ, ἡμέρα τετάρτη.

Κολιτσάρα

Ἔγινεν ἑσπέρα, ἔγινε πρωῒ καὶ συνεπληρώθη ἡ τετάρτη ἡμέρα τῆς δημιουργίας.

Τρεμπέλα

Καὶ ἐπέρασεν ἡ νύκτα καὶ ἦλθε τὸ πρωΐ καὶ ἔκλεισε ἡ τετάρτη ἡμέρα τῆς δημιουργίας τοῦ κόσμου. (Δηλαδὴ ἡ περίοδος ποὺ ἐπέρασε διὰ νὰ ἔλθῃ εἰς πέρας ἡ τετάρτη φάσις τῆς ὑλικῆς δημιουργίας).

Γεν. 1,20

Καὶ εἶπεν ὁ Θεός· ἐξαγαγέτω τὰ ὕδατα ἑρπετὰ ψυχῶν ζωσῶν καὶ πετεινὰ πετόμενα ἐπὶ τῆς γῆς κατὰ τὸ στερέωμα τοῦ οὐρανοῦ. καὶ ἐγένετο οὕτως.

Κολιτσάρα

Καὶ εἶπεν ὁ Θεός· «νὰ βγάλουν τὰ ὕδατα τῶν θαλασσῶν ψάρια καὶ ἑρπετὰ καὶ πτηνά, τὰ ὁποῖα θὰ πετοῦν εἰς τὴν ἀτμόσφαιραν μεταξὺ τοῦ οὐρανίου θόλου καὶ τῆς γῆς». Καὶ ἔγινεν ἔτσι.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Θεός, ἐκφράζων τὴν θείαν καὶ ἀγαθὴν βουλήν του ὡς πρόσταγμα, εἶπε· «νὰ βγάλουν, νὰ παραγάγουν καὶ νὰ γεμίσουν τὰ νερὰ τῶν θαλασσῶν μὲ πλῆθος ἀπὸ ζωντανοὺς ὀργανισμούς, ψάρια ζωοτόκα καὶ ὠοτόκα, καὶ ἡ ἀτμόσφαιρα νὰ γεμίσῃ μὲ πλῆθος ἀπὸ πτηνά, τὰ ὁποῖα νὰ πετοῦν μεταξὺ τῆς γῆς καὶ τοῦ οὐρανίου θόλου». Καὶ εὐθὺς ἀμέσως τὸ θεῖον πρόσταγμα ἔγινε ἔργον.

Γεν. 1,21

καὶ ἐποίησεν ὁ Θεὸς τὰ κήτη τὰ μεγάλα καὶ πᾶσαν ψυχὴν ζῴων ἑρπετῶν, ἃ ἐξήγαγε τὰ ὕδατα κατὰ γένη αὐτῶν, καὶ πᾶν πετεινὸν πτερωτὸν κατὰ γένος. καὶ εἶδεν ὁ Θεός, ὅτι καλά.

Κολιτσάρα

Καὶ ἐδημιούργησεν ὁ Θεὸς τὰ μεγάλα κήτη καὶ τὰ ψάρια καὶ τὰ ἑρπετά, τὰ ὁποῖα σύμφωνα μὲ τὴν διαταγήν του ἔβγαλαν τὰ ὕδατα ἕκαστον κατὰ τὸ εἶδος αὐτοῦ· καθὼς καὶ ὅλα τὰ εἴδη τῶν πτηνῶν καθένα κατὰ τὸ εἶδος του. Καὶ εἶδεν ὁ Θεὸς ὅτι ὅλα ἦσαν καλὰ καὶ χρήσιμα διὰ τὸν σκοπόν, διὰ τὸν ὁποῖον ἔγιναν.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Θεὸς ἐδημιούργησεν ἀπὸ τὸ μηδὲν τὰ μεγάλα θαλάσσια κήτη, τὰ ψάρια καὶ ὅλους τοὺς ζωντανοὺς θαλασσίους ὀργανισμούς, ποὺ γλιστροῦν εἰς τὰ νερά, τοὺς ὁποίους κατὰ τὸ θεῖον πρόσταγμα ἔβγαλαν μὲ ἀφθονίαν τὰ νερά, καθένα κατὰ τὸ εἶδος του· ἐπίσης καὶ κάθε εἶδος πτηνοῦ, τὸ ὁποῖον μὲ τὰ πτερά του διασχίζει τοὺς ὁρίζοντες, καθένα κατὰ τὸ εἶδος του. Καὶ ὁ Θεός, ἀτενίζων τὰ ἔργα του μὲ τὴν ἀνέκφραστον σοφίαν του, εἶδεν ὅτι εἶναι καλά, ἔτσι ὅπως τὰ εἶχε θελήσει ἡ ἀγαθὴ βουλή του καὶ ὅπως τὰ εἶχε προορίσει.

Γεν. 1,22

καὶ εὐλόγησεν αὐτὰ ὁ Θεός, λέγων· αὐξάνεσθε καὶ πληθύνεσθε καὶ πληρώσατε τὰ ὕδατα ἐν ταῖς θαλάσσαις, καὶ τὰ πετεινὰ πληθυνέσθωσαν ἐπὶ τῆς γῆς.

Κολιτσάρα

Καὶ εὐλόγησεν αὐτὰ ὁ Θεὸς λέγων· «γίνεσθε γόνιμα, αὐξάνεσθε καὶ πολλαπλασιάζεσθε καὶ γεμίσατε τὰ ὕδατα τῶν θαλασσῶν. Καὶ τὰ πετεινὰ ἐπίσης ἂς πληθυνθοῦν ἐπάνω εἰς τὴν γῆν».

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Θεός, ἐπειδὴ ἤθελε διὰ τῆς πολυγονίας νὰ γεμίσουν τὴν θάλασσαν καὶ νὰ καλύψουν τὴν ξηρὰν καὶ νὰ ἔχουν τὴν ὕπαρξιν παντοτεινήν, τὰ εὐλόγησε καὶ εἶπεν· «ἀναπαράγεσθε, καρποφορεῖτε, μεγαλώνετε, πολλαπλασιάζεσθε καὶ γεμίσετε τὰ νερὰ τῶν θαλασσῶν· καὶ τὰ πτηνά, ποὺ διασχίζουν τοὺς ὁρίζοντες, νὰ πολλαπλασιάζωνται ἐπάνω εἰς τὴν γῆν».

Γεν. 1,23

καὶ ἐγένετο ἑσπέρα καὶ ἐγένετο πρωΐ, ἡμέρα πέμπτη.

Κολιτσάρα

Καὶ ἔγινεν ἑσπέρα καὶ ἔγινε πρωΐ καὶ συνεπληρώθη ἡ πέμπτη ἡμέρα τῆς δημιουργίας.

Τρεμπέλα

Καὶ ἐπέρασεν ἡ νύκτα καὶ ἦλθε τὸ πρωΐ καὶ ἔκλεισεν ἡ πέμπτη ἡμέρα τῆς δημιουργίας τοῦ κόσμου. (Δηλαδὴ ἡ περίοδος ποὺ ἐπέρασε διὰ vὰ ἔλθῃ εἰς πέρας ἡ πέμπτη φάσις τῆς ὑλικῆς δημιουργίας).

Γεν. 1,24

Καὶ εἶπεν ὁ Θεός· ἐξαγαγέτω ἡ γῆ ψυχὴν ζῶσαν κατὰ γένος, τετράποδα καὶ ἑρπετὰ καὶ θηρία τῆς γῆς κατὰ γένος. καὶ ἐγένετο οὕτως.

Κολιτσάρα

Καὶ εἶπεν ὁ Θεός· «ἂς βγάλῃ ἡ γῆ ζῶα διαφόρων εἰδῶν, τετράποδα καὶ ἑρπετὰ καὶ θηρία τῆς ξηρᾶς, τὸ καθένα κατὰ τὸ εἴδος του». Καὶ ἔγινε ἔτσι.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Θεός, έκφράζων τὴν θείαν καὶ ἀγαθὴν βουλήν του ὡς πρόσταγμα, εἶπε· «νὰ βγάλῃ καὶ νὰ γεμίσῃ ἡ γῆ μὲ ὅλα τὰ εἴδη τῶν ζωντανῶν ὀργανισμῶν, τῶν ζώων· νὰ βγάλῃ ζῶα μεγάλα, ἥμερα καὶ κατοικίδια, ἑρπετὰ καὶ ἔντομα, ἄγρια θηρία, τὰ ὁποῖα νὰ ζοῦν εἰς τὰ δάση, καθένα κατὰ τὸ εἶδος του». Καὶ εὐθὺς ἀμέσως τὸ θεῖον πρόσταγμα ἔγινε ἔργον.

Γεν. 1,25

καὶ ἐποίησεν ὁ Θεὸς τὰ θηρία τῆς γῆς κατὰ γένος, καὶ τὰ κτήνη κατὰ γένος αὐτῶν καὶ πάντα τὰ ἑρπετὰ τῆς γῆς κατὰ γένος αὐτῶν. καὶ εἶδεν ὁ Θεός, ὅτι καλά.

Κολιτσάρα

Καὶ ἐδημιούργησεν ὁ Θεὸς τὰ θηρία τῆς γῆς κατὰ τὰ εἴδη αὐτῶν, καὶ τὰ κτήνη κατὰ τὰ εἴδη αὐτῶν καὶ ὅλα τὰ ἑρπετὰ τῆς γῆς κατὰ τὰ εἴδη αὐτῶν. Καὶ εἶδεν ὁ Θεὸς ὅτι εἶναι καλά, σκόπιμα καὶ χρήσιμα.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Θεὸς διέπλασε καὶ διεμόρφωσε τὰ ἄγρια θηρία, τὰ ὁποῖα ζοῦν εἰς τὰ δάση καθένα κατὰ τὸ εἶδος του, καὶ τὰ μεγάλα, ἥμερα καὶ κατοικίδια ζῶα καθένα κατὰ τὸ εἶδος του, καὶ ὅλα τὰ μικρὰ ζῶα, ἑρπετὰ καὶ ἔντομα καθένα κατὰ τὸ εἶδος του. Καὶ ὁ Θεός, ἀτενίζων τὰ ἔργα του μὲ τὴν ἀνέκφραστον σοφίαν του, εἶδεν ὅτι εἶναι καλά, ἔτσι ὅπως τὰ εἶχε θελήσει ἡ ἀγαθή βουλή του καὶ ὅπως τὰ εἶχε προορίσει.

Γεν. 1,26

καὶ εἶπεν ὁ Θεός· ποιήσωμεν ἄνθρωπον κατ’ εἰκόνα ἡμετέραν καὶ καθ’ ὁμοίωσιν, καὶ ἀρχέτωσαν τῶν ἰχθύων τῆς θαλάσσης καὶ τῶν πετεινῶν τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῶν κτηνῶν καὶ πάσης τῆς γῆς καὶ πάντων τῶν ἑρπετῶν τῶν ἑρπόντων ἐπὶ τῆς γῆς.

Κολιτσάρα

Ἐν συνεχείᾳ ὁ Τριαδικὸς Θεὸς εἶπε καθ’ ἑαυτόν· «ἂς δημιουργήσωμεν τώρα τὸν ἄνθρωπον, σύμφωνα μὲ τὴν ἰδικήν μας εἰκόνα, καὶ νὰ ἔχῃ τὴν δυνατότητα νὰ ὁμοιάσῃ μὲ ἡμᾶς. Αὐτοί, ἄνδρας καὶ γυναῖκα, ἂς εἶναι ἄρχοντες καὶ κύριοι τῶν ἰχθύων τῆς θαλάσσης, τῶν πτηνῶν τοῦ οὐρανοῦ, τῶν κτηνῶν καὶ ὅλης τῆς γῆς καὶ ὅλων ὅσα ἔρπουν ἐπάνω εἰς τὴν ἐπιφάνειαν τῆς γῆς».

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Θεὸς Πατήρ, ἐκφράζων τὴν θείαν καὶ ἀγαθὴν βουλὴν καὶ σκέψιν του πρὸς τὰ ἄλλα δύο πρόσωπα τῆς ἁγίας καὶ ἀδιαιρέτου καὶ ζωοποιοῦ Τριάδος, τὸν ὁμοούσιον πρὸς Αὐτὸν μονογενῆ Υἱὸν καὶ Λόγον του καὶ τὸ ὁμόθρονον καὶ συναΐδιον πρὸς Αὐτὸν Παράκλητον Πνεῦμα, εἶπεν· «ἂς κάμωμεν μέγα καὶ θαυμαστὸν δημιούργημα, τὸ τιμιώτερον ὅλων τῶν ζωντανῶν κτισμάτων, διὰ τὸ ὁποῖον ἐδημιουργήθη ὁ οὐρανός, ἡ γῆ, ἡ θάλασσα καὶ ὅλα ὅσα ὑπάρχουν εἰς αὐτὰ ἂς κάμωμεν ἄνθρωπον, ἄνδρα καὶ γυναῖκα, καὶ ἂς τὸν τιμήσωμεν μὲ ἔξοχα χαρίσματα καὶ θεῖες ἱκανότητες· δηλαδὴ μὲ ψυχὴν λογικὴν καὶ ἀθάνατον, μὲ ἐλευθέραν βούλησιν, μὲ ἱκανότητα γνωστικὴν καὶ δημιουργικὴν καὶ ἐξουσίαν ἐπὶ ὅλου τοῦ ὁρατοῦ κόσμου καὶ ἂς τὸν κάμωμεν ἔτσι, ὥστε νὰ ἠμπορῇ, ἐὰν θέλῃ, νὰ γίνῃ ὅμοιος μὲ ἡμᾶς κατὰ τὴν ἀρετήν, τὴν ὁσιότητα καὶ ἁγιότητα, ὅσον τοῦτο εἶναι δυνατὸν εἰς τὸ κτίσμα νὰ ὁμοιάσῃ τὸν κτίστην του. Καὶ ὁ ἄνδρας καὶ ἡ γυναῖκα ἂς ἄρχουν ὡς ἄλλοι ἀντιβασιλεῖς ἐπὶ τῶν ἰχθύων τῆς θαλάσσης καὶ τῶν πτηνῶν, ποὺ διασχίζουν τοὺς ὁρίζοντες καὶ τῶν μεγάλων ζώων τῆς γῆς, ἀγρίων καὶ ἡμερῶν καὶ ἐπὶ ὅλων τῶν ἄλλων μικρῶν ζώων, ποὺ κινοῦνται ὡς νὰ σύρωνται καὶ ἐπὶ τῶν ἐντόμων, τὰ ὁποῖα ζοῦν ἐπάνω εἰς τὴν γῆν».

Γεν. 1,27

καὶ ἐποίησεν ὁ Θεὸς τὸν ἄνθρωπον, κατ’ εἰκόνα Θεοῦ ἐποίησεν αὐτόν, ἄρσεν καὶ θῆλυ ἐποίησεν αὐτούς.

Κολιτσάρα

Καὶ πράγματι ὁ ἀπειροτέλειος Θεὸς ἐδημιούργησε τὸν ἄνθρωπον, τὸν ὁποῖον ἐπροίκισε μὲ ἰδικά του χαρακτηριστικὰ γνωρίσματα, ὥστε νὰ εἶναι μὲ αὐτὰ εἰκὼν τοῦ Θεοῦ. Ἐδημιούργησεν ἀπ’ ἀρχῆς ἄνδρα καὶ γυναῖκα.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Θεὸς ἐδημιούργησε καὶ διέπλασε τὸν ἄνθρωπον μὲ ψυχὴν λογικὴν καὶ ἀθάνατον, μὲ ἐλευθέραν βούλησιν, μὲ ἱκανότητα γνωστικὴν καὶ δημιουργικὴν καὶ ἐξουσίαν ἐπὶ ὅλου τοῦ ὁρατοῦ κόσμου· ἐδημιούργησεν ἐξ ἀρχῆς ἀνδρόγυνον, ἕνα ἄνδρα καὶ μίαν γυναῖκα.

Γεν. 1,28

καὶ εὐλόγησεν αὐτοὺς ὁ Θεός, λέγων· αὐξάνεσθε καὶ πληθύνεσθε καὶ πληρώσατε τὴν γῆν καὶ κατακυριεύσατε αὐτῆς καὶ ἄρχετε τῶν ἰχθύων τῆς θαλάσσης καὶ τῶν πετεινῶν τοῦ οὐρανοῦ καὶ πάντων τῶν κτηνῶν καὶ πάσης τῆς γῆς καὶ πάντων τῶν ἑρπετῶν τῶν ἑρπόντων ἐπὶ τῆς γῆς.

Κολιτσάρα

Καὶ εὐλόγησεν αὐτοὺς ὁ Θεὸς λέγων· «αὐξάνεσθε καὶ πληθύνεσθε, γεμίσατε ὅλην τὴν γῆν καὶ γενῆτε κύριοι αὐτῆς· σᾶς δίδω τὴν δύναμιν νὰ εἶσθε κύριοι καὶ ἐξουσιασταὶ τῶν ἰχθύων τῆς θαλάσσης καὶ τῶν πτηνῶν τοῦ οὐρανοῦ, ὅλων τῶν κτηνῶν καὶ ὅλης τῆς γῆς καὶ ὅλων ὅσα, ὡς ἑρπετά, σύρονται ἐπάνω εἰς τὴν ἐπιφάνειαν τῆς γῆς».

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Θεὸς εὐλόγησε τὸν ἄνδρα καὶ τὴν γυναῖκα, λέγων· «σεῖς, τὸ ἕνα ζεῦγος, καρποφορεῖτε, ἀναπαράγεσθε καὶ πολλαπλασιάζεσθε· μὲ τοὺς ἀπογόνους, ποὺ θὰ προέλθουν ἀπὸ τὴν μίαν ρίζαν, τὴν ἰδικήν σας, γεμίσατε καὶ καλύψατε τὴν γῆν καὶ γίνετε οἱ κυρίαρχοι, ποὺ θὰ τὴν ὑποτάξετε καὶ γίνετε δεσπόται καὶ ἐξουσιασταὶ τῶν ἰχθύων τῆς θαλάσσης καὶ τῶν πετεινῶν, ποὺ διασχίζουν τοὺς ὁρίζοντες, καὶ τῶν μεγάλων ζώων, ἀγρίων καὶ ἡμερῶν, καὶ ὁλοκλήρου τῆς γῆς καὶ ὅλων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα κινοῦνται ὡς νὰ σύρωνται ἐπάνω εἰς τὴν γῆν».

Γεν. 1,29

καὶ εἶπεν ὁ Θεός· ἰδοὺ δέδωκα ὑμῖν πάντα χόρτον σπόριμον σπεῖρον σπέρμα, ὅ ἐστιν ἐπάνω πάσης τῆς γῆς, καὶ πᾶν ξύλον, ὃ ἔχει ἐν ἑαυτῷ καρπὸν σπέρματος σπορίμου, ὑμῖν ἔσται εἰς βρῶσιν·

Κολιτσάρα

Καὶ ἐν συνεχείᾳ εἶπεν ὁ Θεός· «ἰδοὺ ἔχω δώσει ὑπὸ τὴν κυριότητά σας καὶ εἰς ἐξυπηρέτησίν σας ὅλα τὰ εἰδη τοῦ χόρτου, τὰ ὁποῖα ἔχουν ἐν ἑαυτοῖς σπέρματα καὶ εἶναι ἀπλωμένα εἰς ὁλόκληρον τὴν γῆν, καὶ κάθε δένδρον, τὸ ὁποῖον φέρει καρπὸν πρὸς τροφήν σας καὶ σπέρμα πρὸς πολλαπλασιασμὸν καὶ διαιώνισίν του. Ὅλα αὐτά, χόρτα τῆς γῆς καὶ καρποὶ τῶν δένδρων, θὰ εἶναι εἰς διατροφήν σας.

Τρεμπέλα

Καὶ εἶπεν ὁ Θεός: «Νά· ἔχω δώσει εἰς σᾶς, τὸν ἄνδρα καὶ τὴν γυναῖκα, ὅλα τὰ εἴδη τῶν χόρτων καὶ φυτῶν, ποὺ ἔχουν σπόρον καὶ ποὺ ὑπάρχουν εἰς τὴν ἐπιφάνειαν ὁλοκλήρου τῆς γῆς, καὶ ὅλα τὰ εἴδη τῶν δένδρων, ποὺ ἔχουν εἰς τοὺς καρπούς των τὸν σπόρον διὰ πολλαπλασιασμὸν ὅλα αὐτά, χόρτα καὶ φυτὰ καὶ καρποὶ τῶν δένδρων, ἂς εἶναι διὰ τὴν διατροφὴν καὶ τὴν συντήρησίν σας.

Γεν. 1,30

καὶ πᾶσι τοῖς θηρίοις τῆς γῆς καὶ πᾶσι τοῖς πετεινοῖς τοῦ οὐρανοῦ καὶ παντὶ ἑρπετῷ ἕρποντι ἐπὶ τῆς γῆς, ὃ ἔχει ἐν ἑαυτῷ ψυχὴν ζωῆς, καὶ πάντα χόρτον χλωρὸν εἰς βρῶσιν. καὶ ἐγένετο οὕτως.

Κολιτσάρα

Σᾶς δίδω ἐπίσης κυριότητα ἐπὶ ὅλων τῶν θηρίων τῆς γῆς, ἐπὶ ὅλων τῶν πτηνῶν τοῦ οὐρανοῦ καὶ ἐπὶ ὅλων τῶν ἑρπετῶν, ποὺ σύρονται εἰς τὴν γῆν· εἰς ὅλας αὐτὰς τὰς ζώσας ὑπάρξεις δίδω ἐπίσης ὡς τροφὴν τὸ χλωρὸν χόρτον τῆς γῆς». Καὶ ἔγινεν ὅπως ὁ Θεὸς διέταξε.

Τρεμπέλα

Καὶ εἰς ὅλα τὰ μεγάλα ἄγρια ζῶα τῆς γῆς καὶ εἰς ὅλα τὰ πετεινά, τὰ ὁποῖα διασχίζουν τοὺς ὁρίζοντες, καὶ εἰς ὅλα τὰ εἴδη τῶν ζώων, τὰ ὁποῖα κινοῦνται ὡς νὰ σύρωνται ἐπάνω εἰς τὴν γῆν καὶ τὰ ὁποῖα εἶναι ζωντανὲς ὑπάρζεις, δίδω διὰ διατροφὴν καὶ συντήρησίν των κάθε εἶδος χόρτου χλωροῦ, πρασίνου καὶ τρυφεροῦ». Καὶ εὐθὺς ἀμέσως τὸ θεῖον πρόσταγμα ἔγινε ἔργον καὶ ὅλα εἰς ὅσα ὁ Θεὸς ἔδωκεν ἐντολὴν νὰ γίνουν, ἐπραγματοποιήθησαν καὶ ἔλαβαν τὴν πρέπουσαν θέσιν καὶ ἀποστολὴν εἰς τὸν κόσμον.

Γεν. 1,31

καὶ εἶδεν ὁ Θεὸς τὰ πάντα, ὅσα ἐποίησε, καὶ ἰδοὺ καλὰ λίαν. καὶ ἐγένετο ἑσπέρα καὶ ἐγένετο πρωΐ, ἡμέρα ἕκτη.

Κολιτσάρα

Καὶ ἐπεθεώρησεν ὁ παντογνώστης Θεὸς ὅλα ὅσα ἐδημιούργησε, καὶ εἶδεν ὅτι τὰ πάντα ἦσαν ἐξαιρετικῶς καλά, τὸ καθένα μὲ τὸν σκοπὸν καὶ τὴν χρησιμότητά του. Καὶ ἔγινεν ἑσπέρα, ἔγινε πρωΐ καὶ συνεπληρώθη ἡ ἕκτη ἡμέρα τῆς δημιουργίας.

Τρεμπέλα

Καὶ εἶδεν ὁ Θεός, ἀτενίζων καὶ ἐπιθεωρῶν μὲ τὴν ἀνέκφραστον σοφίαν του ὅλα ὅσα ἐδημιούργησεν ἀπὸ τὸ μηδὲν καὶ διέπλασεν, ἄψυχα καὶ ἔμψυχα, μὲ τὸν ἄνθρωπον ἀντιβασιλέα τοῦ ὁρατοῦ κόσμου, καὶ νά· τοῦ ἐφάνησαν ὅλα ἑξαιρετικῶς τέλεια καὶ ἄριστα, χωρὶς κανένα μειονέκτημα. Ὅλα ἦσαν ἔτσι ὅπως τὰ εἶχε θελήσει ἡ ἀγαθὴ βουλή του· ἦσαν σύνολον ὠλοκληρωμένον, ἁρμονικὸν καὶ ἀπείρου ὡραιότητος· καὶ ὅλα ἔγιναν ἔτσι ὅπως τὰ εἶχε προορίσει νὰ ὑπηρετοῦν τὸν ἄνθρωπον καὶ νὰ δοξάζουν τὸν Δημιουργόν των. Καὶ ἐπέρασεν ἡ νύκτα καὶ ἦλθε τὸ πρωΐ, καὶ ἔκλεισεν ἡ ἕκτη ἡμέρα τῆς δημιουργίας τοῦ κόσμου. (Δηλαδὴ ἡ περίοδος ποὺ ἐπέρασε διὰ νὰ ἔλθῃ εἰς πέρας ἡ ἕκτη φάσις τῆς ὑλικῆς δημιουργίας).

Κεφάλαιο 2

Γεν. 2,1

Καὶ συνετελέσθησαν ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ καὶ πᾶς ὁ κόσμος αὐτῶν.

Κολιτσάρα

Οὕτω δὲ ἐτελείωσεν ἡ δημιουργία τοῦ σύμπαντος, τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς, καὶ ὅλος αὐτῶν ὁ στολισμός, ἡ ἁρμονία καὶ ἡ λαμπρότης.

Τρεμπέλα

Τοιουτοτρόπως συνεπληρώθησαν καὶ ὡλοκληρώθησαν ὁ οὐρανός, ἡ γῆ καὶ ἡ θάλασσα καὶ ὅλη ἡ ἁρμονικὴ καὶ λαμπρὰ στρατιὰ τῶν στοιχείων, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουν εἰς αὐτά.

Γεν. 2,2

καὶ συνετέλεσεν ὁ Θεὸς ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῇ ἕκτῃ τὰ ἔργα αὐτοῦ, ἃ ἐποίησε, καὶ κατέπαυσε τῇ ἡμέρᾳ τῇ ἑβδόμῃ ἀπὸ πάντων τῶν ἔργων αὐτοῦ, ὧν ἐποίησε.

Κολιτσάρα

Κατὰ τὴν ἕκτην ἡμέραν ἐτελείωσεν ὁ Θεὸς τὰ ἔργα αὐτοῦ, ὅσα ἔκαμε, καὶ ἀνεπαύθη κατὰ τὴν ἑβδόμην ἡμέραν ἀπὸ ὅλα τὰ ἔργα αὐτοῦ, τὰ ὁποῖα ἐδημιούργησεν ἐκ τοῦ μηδενὸς καὶ ἐμορφοποίησεν.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Θεὸς ἀπετελείωσε καὶ ὠλοκλήρωσε κατὰ τὴν ἕκτην ἡμέραν τὰ ἔργα του, τὰ ὁποῖα διέπλασε καὶ διεμόρφωσεν ἀπὸ τὸ μηδέν. Καὶ ἐσταμάτησεν ὁ Θεὸς κατὰ τὴν ἑβδόμην ἡμέραν ἀπὸ ὅλα τὰ ἔργα του, τὰ ὁποῖα διέπλασε καὶ διεμόρφωσε ἀπὸ τοῦ μὴ ὄντος εἰς τὸ εἶναι κατὰ τὶς προηγούμενες ἓξ ἡμέρες.

Γεν. 2,3

καὶ εὐλόγησεν ὁ Θεὸς τὴν ἡμέραν τὴν ἑβδόμην καὶ ἡγίασεν αὐτήν· ὅτι ἐν αὐτῇ κατέπαυσεν ἀπὸ πάντων τῶν ἔργων αὐτοῦ, ὧν ἤρξατο ὁ Θεὸς ποιῆσαι.

Κολιτσάρα

Εὐλόγησε δὲ ὁ Θεὸς τὴν ἡμέραν τὴν ἑβδόμην, ἡγίασεν αὐτὴν καὶ ὡς ἁγίαν τὴν ὥρισε, διότι κατ’ αὐτὴν κατέπαυσε τὴν δημιουργίαν του καὶ ἀνεπαύθη μετὰ τὴν δημιουργίαν τῶν ἔργων, τὰ ὁποῖα ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας ἤρχισε νὰ δημιουργῇ.

Τρεμπέλα

Καὶ ἐπειδὴ ὅσα ἠθέλησεν ἡ θεῖα παντοδυναμία τὸ παρήγαγε καὶ τὰ ὠλοκλήρωσε κατὰ τὶς ἕξι προηγούμενες ἡμέρες, διὰ νὰ μὴ ὑστερῇ καὶ ἡ ἑβδόμη, ἀξιώνει καὶ τὴν ἡμέραν αὐτὴν εὐλογίας. Οἱ προηγούμενες ἡμέρες εἶχαν ἀντὶ ἄλλης εὐλογίας τὴν δημιουργίαν τῶν ὄντων. Εἰς τὴν ἑβδόμην ἡμέραν ὁ Θεὸς ἔδωκε χαρίτας πνευματικὰς τὴν καθιέρωσεν ὡς ἁγίαν καὶ τὴν ἐξεχώρισε διὰ τὸν ἑαυτόν του, διότι τὴν ἡμέραν αὐτὴν ἐσταμάτησε νὰ παράγῃ ἀπὸ τὸ μηδὲν τὰ δημιουργήματα, ποὺ ἄρχισε νὰ δημιουργῇ ἀπὸ τὴν πρώτην ἡμέραν. Ἀπὸ τώρα καὶ εἰς τὸ ἑξῆς προνοεῖ διὰ τὴν συντήρησιν τῶν ἔργων του καὶ κατευθύνει τὸν χρόνον καὶ τὴν ἱστορίαν.

Γεν. 2,4

Αὕτη ἡ βίβλος γενέσεως οὐρανοῦ καὶ γῆς, ὅτε ἐγένετο· ᾗ ἡμέρᾳ ἐποίησε Κύριος ὁ Θεὸς τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν

Κολιτσάρα

Αὐτὴ εἶναι ἡ ἱστορία τῆς δημιουργίας τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς, ὅταν αὐτὰ ἐτελείωσαν καὶ ὠλοκληρώθησαν. Αὐτὴ εἶναι ἡ δημιουργία τοῦ σύμπαντος, ὅταν ὁ ἀπειροτέλειος Θεὸς ἐδημιούργησεν ἐκ τοῦ μηδενὸς τὸ σύμπαν, τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν.

Τρεμπέλα

Αὐτὴ εἶναι ἡ ἱστορία τῆς καταγωγῆς καὶ δημιουργίας τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς καὶ ὅλων ὅσα ὑπάρχουν εἰς αὐτά, ὅταν ἐδημιουργοῦντο ἀπὸ τὸ μηδέν. Ὅταν ὁ παντοδύναμος καὶ ἀπειροτέλειος Θεός, ἡ αὐτοζωὴ καὶ ἡ πηγὴ τῆς ζωῆς, ἐδημιούργησε τὸ ὑλικὸν σύμπαν, τὸν ἀπέραντον οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν,

Γεν. 2,5

καὶ πᾶν χλωρὸν ἀγροῦ πρὸ τοῦ γενέσθαι ἐπὶ τῆς γῆς καὶ πάντα χόρτον ἀγροῦ πρὸ τοῦ ἀνατεῖλαι· οὐ γὰρ ἔβρεξεν ὁ Θεὸς ἐπὶ τὴν γῆν, καὶ ἄνθρωπος οὐκ ἦν ἐργάζεσθαι αὐτήν·

Κολιτσάρα

Δὲν ὑπῆρχον ὅμως ἀκόμη χλόη καὶ θάμνοι τῶν ἀγρῶν καὶ δὲν εἶχον βλαστήσει φυτὰ τοῦ ἀγροῦ. Διότι δὲν εἶχεν ἀποστείλει βροχὰς ὁ Θεὸς εἰς τὴν γῆν καὶ δὲν ὑπῆρχεν ἄνθρωπος νὰ ἐργάζεται καὶ νὰ καλλιεργῇ τοὺς ἀγρούς.

Τρεμπέλα

δὲν ὑπήρχαν ἀκόμη καθόλου πρασινάδα ἡ ἄλλη ποώδης βλάστησις εἰς τὴν γῆν καὶ δὲν εἶχε φυτρώσει ἀκόμη κανένα εἶδος χόρτου ἢ φυτοῦ διότι ὁ παντοδύναμος καὶ ἀπειροτέλειος Θεὸς δὲν εἶχε βρέξει ἀκόμη ἐπάνω εἰς τὴν γῆν καὶ ἄνθρωπος δὲν ὑπῆρχε διὰ νὰ τὴν καλλιεργῇ.

Γεν. 2,6

πηγὴ δὲ ἀνέβαινεν ἐκ τῆς γῆς καὶ ἐπότιζε πᾶν τὸ πρόσωπον τῆς γῆς.

Κολιτσάρα

Ἀνέβλυζαν δὲ πηγαὶ καὶ ἐπότιζαν μὲ τὰ ὕδατά των ὅλην τὴν ἐπιφάνειαν τῆς ξηρᾶς.

Τρεμπέλα

Ἀνέβλυζεν ὅμως ἀπὸ τὴν γῆν, ὡς πηγή, ἕνα κῦμα ὑγρασίας, μία συνεχὴς ροὴ ὑγρῶν ἀτμῶν, ποὺ ἐπότιζε τὴν ἐπιφάνειαν τῆς ξηρᾶς.

Γεν. 2,7

καὶ ἔπλασεν ὁ Θεὸς τὸν ἄνθρωπον, χοῦν ἀπὸ τῆς γῆς, καὶ ἐνεφύσησεν εἰς τὸ πρόσωπον αὐτοῦ πνοὴν ζωῆς, καὶ ἐγένετο ὁ ἄνθρωπος εἰς ψυχὴν ζῶσαν.

Κολιτσάρα

Ὁ Θεὸς ἔπλασε τὸν ἄνθρωπον μὲ χῶμα ἀπὸ τὴν γῆν (χοϊκόν) καὶ ἐνεφύσησεν εἰς τὸ πρόσωπον αὐτοῦ πνεῦμα ζῶν, τὴν ἀθάνατον ψυχήν· ἔτσι δὲ ἔγινεν ὁ ἄνθρωπος ζῶσα ὑλικοπνευματικὴ ὕπαρξις.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ παντοδύναμος καὶ ἀπειροτέλειος Θεός, ἡ αὐτοζωὴ καὶ ἡ πηγὴ τῆς ζωῆς, ἀφοῦ ἔλαβε χῶμα κοινὸν καὶ συνηθισμένον, λεπτὴν σκόνην ἀπὸ τὴν γῆν, ἀπὸ αὐτὴν ποὺ πατοῦμεν, διέπλασε καὶ ἐμορφοποίησε τὸν ὑλικὸν ἄνθρωπον· καὶ ἐνεφύσησε εἰς τὸ πρόσωπόν του ζωτικὴν ἐνέργειαν, ζωοποιὸν δύναμιν καὶ ἔγινεν ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ νεκρὸν πλάσμα ὕπαρξις ζωντανὴ μὲ ψυχὴν λογικήν, ἐλευθέραν, ἀσώματον καὶ ἀθάνατον, ἡ ὁποία δίδει ζωήν, κίνησιν καὶ ἐνέργειαν εἰς τὸ σῶμα καὶ τὰ μέλη του. (Ἡ ψυχὴ δὲν ἐπλάσθη ἀπὸ προϋπάρχουσαν ὕλην, ἀλλὰ ἐπλάσθη ὑπὸ τῆς θείας Παντοδυναμίας ἀπὸ τὸ μηδὲν καὶ συνεδέθη μὲ τὸ ὑλικὸν σῶμα ἑπομένως ὁ ἄνθρωπος εἶναι ὕπαρξις ὑλικοπνευματική).

Γεν. 2,8

Καὶ ἐφύτευσεν ὁ Θεὸς παράδεισον ἐν Ἐδὲμ κατὰ ἀνατολὰς καὶ ἔθετο ἐκεῖ τὸν ἄνθρωπον, ὃν ἔπλασε.

Κολιτσάρα

Διέταξε δὲ ὁ Θεὸς καὶ ἐφύτρωσε καὶ ἐβλάστησεν εἰς τὴν περιοχὴν τῆς Ἐδὲμ πρὸς ἀνατολὰς κῆπος, ὁ παράδεισος, καὶ ἐκεῖ ἐτοποθέτησε τὸν ἄνθρωπον, τὸν ὁποῖον ἔπλασε.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ παντοδύναμος καὶ ἀπειροτέλειος Θεὸς διέταξε καὶ ἐφύτρωσε Παράδεισος, κῆπος μὲ πλουσίαν καὶ ποικίλην βλάστησιν, εἰς τὴν Ἐδέμ, τόπον ἀπολαύσεως καὶ χαρᾶς, ποὺ εὑρίσκεται πρὸς Ἀνατολάς· ἐκεῖ ἐπρόσταξε νὰ ζῇ ὁ ἄνθρωπος, τὸν ὁποῖον ἐδημιούργησε.

Γεν. 2,9

καὶ ἐξανέτειλεν ὁ Θεὸς ἔτι ἐκ τῆς γῆς πᾶν ξύλον ὡραῖον εἰς ὅρασιν καὶ καλὸν εἰς βρῶσιν καὶ τὸ ξύλον τῆς ζωῆς ἐν μέσῳ τοῦ παραδείσου καὶ τὸ ξύλον τοῦ εἰδέναι γνωστὸν καλοῦ καὶ πονηροῦ.

Κολιτσάρα

Ἔκαμε δὲ ὁ Θεὸς νὰ βλαστήσουν ἀπὸ τὴν γῆν ὅλα τὰ εἴδη τῶν δένδρων, τὰ ὁποῖα εἶναι ὡραῖα εἰς τὴν ὅρασιν, εὐχάριστα εἰς τὴν γεῦσιν καὶ θρεπτικά, καθὼς ἐπίσης διέταξε καὶ ἐφύτρωσε τὸ δένδρον τῆς ζωῆς ἐν μέσῳ τοῦ παραδείσου καὶ τὸ δένδρον τῆς γνώσεως τοῦ καλοῦ καὶ τοῦ κακοῦ.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ παντοδύναμος καὶ ἀπειροτέλειος Θεὸς ἐπρόσταξε καὶ ἐβλάστησαν ἀκόμη ἀπὸ τὴν γῆν τρία εἴδη δένδρων: Πρώτον· κάθε εἶδος καὶ κάθε ποικιλία δένδρων, τὰ ὁποῖα μὲ τὸ ὕψος, τὸ σχῆμα, τὸ φύλλωμα, τὰ ἄνθη των νὰ εὐχαριστοῦν καὶ νὰ τέρπουν· μὲ τὴν ποικιλίαν δὲ τῶν καρπῶν των νὰ ἰκανοποιοῦν, εὐφραίνουν καὶ τρέφουν τὸν ἄνθρωπον. Εἰς τὸ κέντρον τοῦ Παραδείσου, εἰς θέσιν προνομιακήν, ὥστε νὰ εἶναι ὁρατὰ καθημερινῶς ἀπὸ τὸν ἄνθρωπον, ὁ Θεὸς ἐπρόσταξε καὶ ἐβλάστησαν ἄλλα δύο δένδρα. Τὸ ἕνα ἦταν δένδρον, τοῦ ὁποίου οἱ καρποὶ εἶχαν χάριν μοναδικήν, ὑπερφυσικὴν καὶ δύναμιν ἔκτακτον, διότι θὰ ἔδιδαν ἀθανασίαν καὶ αἰωνίαν μακαριότητα εἰς ἐκεῖνον ποὺ θὰ τοὺς ἔτρωγε· τὸ ἄλλο ἦταν δένδρον, ἀπὸ τοὺς καρποὺς τοῦ ὁποίου ὅποιος ἔτρωγε θὰ ἐγνώριζε πειραματικῶς πόσον πικρὸν ἦταν τὸ ἠθικὸν κακόν. Μὲ ἄλλους λόγους τὰ εἴδη τῶν δένδρων τοῦ Παραδείσου ἦσαν τρία: α) Τὰ πολλά, διὰ νὰ ζῇ («ἵνα ζῇ») ὁ ἄνθρωπος καὶ να συντηρῆται. β) «Τὸ ξύλον τῆς ζωῆς», διὰ νὰ ζῇ ὁ ἄνθρωπος αἰωνίως εὐτυχής («ἵνα ἀεὶ ζῇ»). Αὐτὸ τοῦ ἐδόθη ὡς βραβεῖον. γ) «Τὸ ξύλον τοῦ εἰδέναι γνωστὸν καλοῦ καὶ πονηροῦ» («ἵνα εὖ ζῇ»), οἱ καρποὶ τοῦ ὁποίου ἦσαν γύμνασμα καὶ ἀγώνισμα τῆς ὑπακοῆς του ἀνθρώπου εἰς τὴν ἐντολὴν τοῦ Θεοῦ.

Γεν. 2,10

ποταμὸς δὲ ἐκπορεύεται ἐξ Ἐδὲμ ποτίζειν τὸν παράδεισον· ἐκεῖθεν ἀφορίζεται εἰς τέσσαρας ἀρχάς.

Κολιτσάρα

Ποταμὸς δὲ πηγάζει καὶ ἁπλώνεται ἀπὸ τὴν Ἐδέμ, ὥστε νὰ ποτίζῃ τὸν παράδεισον. Ἀπὸ ἐκεῖ δὲ ἐξέρχεται καὶ διαχωρίζεται εἰς τέσσαρας κατευθύνσεις.

Τρεμπέλα

Ἀπὸ τὴν Ἐδὲμ πηγάζει ἕνας ποταμὸς διὰ νὰ ποτίζῃ τὸν κῆπον τὸ Παραδείσου ἀπὸ ἐκεῖ διακλαδίζεται εἰς τέσσερις βραχίονες, εἰς τέσσερις ἄλλους ποταμούς.

Γεν. 2,11

ὄνομα τῷ ἑνὶ Φισῶν· οὗτος ὁ κυκλῶν πᾶσαν τὴν γῆν Εὐιλάτ, ἐκεῖ οὗ ἐστι τὸ χρυσίον·

Κολιτσάρα

Τὸ ὄνομα τοῦ ἑνὸς ἐκ τῶν τεσσάρων αὐτῶν ποταμῶν εἶναι Φισῶν. Αὐτὸς περικυκλώνει καὶ ποτίζει ὅλην τὴν περιοχὴν Εὐϊλάτ, ὅπου ὑπάρχει ὁ χρυσός.

Τρεμπέλα

Τὸ ὄνομα τοῦ ἑνὸς ἀπὸ αὐτοὺς εἶναι Φισῶν· αὐτὸς εἶναι ἐκεῖνος ποὺ περιβάλλει καὶ περικυκλώνει ὅλην τὴν χώραν Εὐϊλάτ, ὅπου ὑπάρχει τὸ χρυσάφι.

Γεν. 2,12

τὸ δὲ χρυσίον τῆς γῆς ἐκείνης καλόν· καὶ ἐκεῖ ἐστιν ὁ ἄνθραξ καὶ ὁ λίθος ὁ πράσινος.

Κολιτσάρα

Ὁ χρυσὸς τῆς χώρας ἐκείνης εἶναι ἁγνὸς καὶ πολύτιμος. Εἰς τὴν χώραν αὐτὴν ἐπίσης ὑπάρχουν καὶ δύο ἄλλοι πολύτιμοι λίθοι, ὁ ἀπαστράπτων ἄνθραξ καὶ ὁ πράσινος λίθος.

Τρεμπέλα

Τὸ δὲ χρυσάφι τῆς χώρας ἐκείνης εἶναι καθαρὸν καὶ ἐκλεκτόν· ἐκεῖ ἐπίσης ὑπάρχει ὁ πολύτιμος λίθος ἀνθράκιον καὶ ὁ πράσινος πολύτιμος λίθος ὄνυξ.

Γεν. 2,13

καὶ ὄνομα τῷ ποταμῷ τῷ δευτέρῳ Γεῶν· οὗτος ὁ κυκλῶν πᾶσαν τὴν γῆν Αἰθιοπίας.

Κολιτσάρα

Τὸ ὄνομα τοῦ δευτέρου ποταμοῦ εἶναι Γεῶν· αὐτὸς διαρρέει ὅλην τὴν γῆν τῆς Αἰθιοπίας.

Τρεμπέλα

Τὸ ὄνομα τοῦ δευτέρου ποταμοῦ εἶναι Γεῶν· αὐτὸς εἶναι ἐκεῖνος, ποὺ περιβάλλει καὶ περικυκλώνει ὅλην τὴν χώραν τῆς Αἰθιοπίας.

Γεν. 2,14

καὶ ὁ ποταμὸς ὁ τρίτος Τίγρις· οὗτος ὁ προπορευόμενος κατέναντι Ἀσσυρίων. ὁ δὲ ποταμὸς ὁ τέταρτος Εὐφράτης.

Κολιτσάρα

Καὶ ὁ ποταμὸς ὁ τρίτος εἶναι ὁ Τίγρις· αὐτὸς διέρχεται ἐμπρὸς ἀπὸ τὴν χώραν τῶν Ἀσσυρίων. Ὁ δὲ τέταρτος ποταμὸς εἶναι ὁ Εὐφράτης.

Τρεμπέλα

Τὸ ὄνομα τοῦ τρίτου ποταμοῦ εἶναι Τίγρις· αὐτὸς εἶναι ἐκεῖνος, ποὺ τρέχει ἀνατολικῶς τῆς χώρας τῶν Ἀσσυρίων. Ὁ δὲ ποταμὸς ὁ τέταρτος ὀνομάζεται Εὐφράτης.

Γεν. 2,15

Καὶ ἔλαβε Κύριος ὁ Θεὸς τὸν ἄνθρωπον, ὃν ἔπλασε, καὶ ἔθετο αὐτὸν ἐν τῷ παραδείσῳ τῆς τρυφῆς, ἐργάζεσθαι αὐτὸν καὶ φυλάσσειν.

Κολιτσάρα

Ἔλαβε Κύριος ὁ Θεὸς τὸν ἄνθρωπον, τὸν ὁποῖον ἐδημιούργησε, καὶ ἔθεσεν αὐτὸν εἰς τὸν παράδεισον τῆς χαρᾶς καὶ τῆς τέρψεως, διὰ νὰ ἐργάζεται εἰς αὐτὸν καὶ νὰ τὸν φυλάσσῃ.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ παντοδύναμος καὶ ἀπειροτέλειος Θεὸς ἐπῆρε τὸν ἄνθρωπον, ποὺ ἐδημιούργησεν ἔξω ἀπὸ τὸν Παράδεισον καὶ τὸν ὡδήγησε μέσα εἰς τὸν Παράδεισον τῆς εὐτυχίας καὶ τῆς μακαριότητος, διὰ νὰ τὸν καλλιεργῇ, νὰ τὸν φροντίζῃ καὶ νὰ τὸν φυλάττῃ ἀπὸ τὰ πτηνά, τὰ ζῶα καὶ τὰ θηρία.

Γεν. 2,16

καὶ ἐνετείλατο Κύριος ὁ Θεὸς τῷ Ἀδὰμ λέγων· ἀπὸ παντὸς ξύλου τοῦ ἐν τῷ παραδείσῳ βρώσει φαγῇ,

Κολιτσάρα

Ἔδωσε δὲ ἐντολὴν Κύριος ὁ Θεὸς εἰς τὸν Ἀδὰμ λέγων· «ἀπὸ ὅλα τὰ καρποφόρα δένδρα ποὺ ὑπάρχουν εἰς τὸν παράδεισον, σᾶς δίδω τὸ δικαίωμα νὰ τρώγετε.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Θεὸς ἔδωκεν εἰς τὸν Ἀδὰμ ἐντολὴν εὔκολον, ἄκοπον, ταιριαστὴν καὶ συμφέρουσαν εἰς τὸ λογικὸν καὶ τὴν ἐλευθερίαν του, λέγων· «ἀπὸ κάθε εἶδος δένδρου, ποὺ ὑπάρχει εἰς τὸν Παράδεισον, εἶσαι ἐλεύθερος νὰ φάγῃς,

Γεν. 2,17

ἀπὸ δὲ τοῦ ξύλου τοῦ γινώσκειν καλὸν καὶ πονηρόν, οὐ φάγεσθε ἀπ’ αὐτοῦ· ᾗ δ’ ἂν ἡμέρᾳ φάγητε ἀπ’ αὐτοῦ, θανάτῳ ἀποθανεῖσθε.

Κολιτσάρα

Ἀπὸ τὸ δένδρον ὅμως τῆς γνώσεως τοῦ καλοῦ καὶ κακοῦ δὲν πρέπει ποτὲ νὰ φάγετε ἀπὸ αὐτό. Κατὰ δὲ τὴν ἡμέραν κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ φάγετε ἀπὸ τὸν καρπόν του, θὰ χάσετε τὸ δικαίωμα τῆς ἀθανασίας, θὰ ἀποθάνετε σωματικῶς καὶ θὰ χωρισθῆτε ἀπὸ ἐμέ, ποὺ σᾶς ἔδωσα τὴν ζωήν».

Τρεμπέλα

ἀπὸ τὸ δένδρον ὅμως, τοῦ ὁποίου οἱ καρποὶ θὰ σοῦ γνωρίσουν πειραματικῶς τὸ ἠθικὸν κακόν, τόσον σύ, ὅσον καὶ ἡ γυναῖκα σου (ποὺ θὰ δημιουργηθῇ ἐντὸς ὀλίγου), δὲν θὰ φάγετε· τὴν ἡμέραν ποὺ θὰ παραβῆτε τὴν ἐντολὴν καὶ θὰ φάγετε ἀπὸ τὸν ἀπηγορευμένον καρπόν, θὰ ἀποθάνετε ἐξάπαντος μὲ θάνατον πνευματικόν»· θὰ χωρισθῆτε δηλαδὴ ἀπὸ ἐμὲ τὸν Θεόν. Ὡς ἀποτέλεσμα τοῦ θανάτου αὐτοῦ θὰ ἔλθῃ κατόπιν καὶ ὁ σωματικὸς θάνατος, ὁ χωρισμὸς τοῦ σώματος ἀπὸ τῆς ψυχῆς.

Γεν. 2,18

Καὶ εἶπε Κύριος ὁ Θεός· οὐ καλὸν εἶναι τὸν ἄνθρωπον μόνον· ποιήσωμεν αὐτῷ βοηθὸν κατ’ αὐτόν.

Κολιτσάρα

Ὁ δὲ Τριαδικὸς Θεὸς εἶπε καθ’ ἑαυτόν· «δὲν εἶναι καλὸν νὰ μείνῃ μόνος του ὁ ἄνθρωπος. Ἂς δημιουργήσωμεν πρὸς χάριν αὐτοῦ βοηθόν του, πλάσμα ὅμοιον μὲ αὐτόν».

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Θεὸς Πατήρ, ἐκφράζων τὴν θείαν καὶ ἀγαθὴν βουλὴν καὶ σκέψιν του πρὸς τὰ ἄλλα δύο πρόσωπα τῆς ἁγίας καὶ ἀδιαιρέτου καὶ ζωοποιοῦ Τριάδος, τὸν ὁμοούσιον πρὸς αὐτὸν μονογενῆ Υἱὸν καὶ Λόγον του καὶ τὸ ὁμόθρονον καὶ συναΐδιον πρὸς αὐτὸν Παράκλητον Πνεῦμα, εἶπε· «δὲν εἶναι καλὸν πρᾶγμα νὰ μένῃ εἰς τὸν μακάριον τοῦτον τόπον ὁ ἄνθρωπος μόνος· ἂς κάμωμεν δι’ αὐτὸν βοηθόν, ὁ ὁποῖος ὅμως δὲν θὰ εἶναι ὅπως τὰ ἄλλα δημιουργήματα. Ἂς κάμωμεν βοηθὸν ὅμοιον καὶ ὁμότιμον μὲ τὸν Ἀδάμ, τῆς ἰδίας οὐσίας καὶ ἀξίας, ποὺ νὰ μὴ ὑστερῇ ἀπὸ αὐτὸν εἰς τίποτε, ὥστε νὰ ἐπικοινωνῇ μαζί του· ὥστε νὰ ἀνακοινώνουν ἀμοιβαίως τὶς σκέψεις, νὰ ἐκδηλώνουν ἀμοιβαίως τὰ αἰσθήματά των ὥστε μαζὶ καὶ οἱ δύο νὰ συντηροῦν καὶ διαιωνίζουν τὸ ἀνθρώπινον γένος».

Γεν. 2,19

καὶ ἔπλασεν ὁ Θεὸς ἔτι ἐκ τῆς γῆς πάντα τὰ θηρία τοῦ ἀγροῦ καὶ πάντα τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ καὶ ἤγαγεν αὐτὰ πρὸς τὸν Ἀδάμ, ἰδεῖν τί καλέσει αὐτά. καὶ πᾶν ὃ ἐὰν ἐκάλεσεν αὐτὸ Ἀδὰμ ψυχὴν ζῶσαν, τοῦτο ὄνομα αὐτῷ.

Κολιτσάρα

Πρὶν ὅμως δημιουργήσῃ ὁ Θεὸς τὴν βοηθὸν τοῦ Ἀδάμ, τὴν Εὔαν, ὡδήγησεν ἐνώπιον τοῦ Ἀδὰμ ὅλα τὰ θηρία τοῦ ἀγροῦ καὶ ὅλα τὰ πτηνὰ τοῦ οὐρανοῦ, τὰ ὁποῖα ἐδημιούργησε, διὰ νὰ ἴδῃ αὐτὰ ὁ Ἀδὰμ καὶ νὰ τοὺς δώσῃ τὸ κατάλληλον ὄνομα. Καὶ τὸ ὄνομα, τὸ ὁποῖον θὰ ἔδιδεν ὁ Ἀδὰμ εἰς τὸ καθένα ἀπὸ αὐτά, τοῦτο τὸ ὄνομα καὶ θὰ ἔμενεν εἰς αὐτό.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Θεός, πρὶν ἀκόμη δημιουργήσῃ τὴν Εὔαν, τὴν βοηθὸν τοῦ Ἀδάμ, διέπλασε καὶ ἐμορφοποίησε ἀπὸ τὸ χῶμα τῆς γῆς ὅλα τὰ ἄγρια θηρία, ποὺ ζοῦν εἰς τὰ δάση καὶ ὅλα τὰ πουλιά, ποὺ διασχίζουν τοὺς ὁρίζοντες καὶ μὲ εἰδικὴν νεῦσιν τὰ ὡδήγησεν ὡς ὑπηκόους ἐμπρὸς εἰς τὸν Ἀδάμ, τὸν λογικὸν κυρίαρχον τῆς ὁρατῆς κτίσεως, διὰ νὰ σκεφθῇ καὶ ἀποφασίσῃ ποῖα ὀνόματα νὰ τοὺς δώσῃ. Καὶ ὅ,τι ὄνομα θὰ ἔδιδεν ὁ Ἀδὰμ εἰς κάθε ζωντανὸν ὀργανισμόν, αὐτὸ καὶ θὰ ἔμενεν ὡς ὄνομά του.

Γεν. 2,20

καὶ ἐκάλεσεν Ἀδὰμ ὀνόματα πᾶσι τοῖς κτήνεσι καὶ πᾶσι τοῖς πετεινοῖς τοῦ οὐρανοῦ καὶ πᾶσι τοῖς θηρίοις τοῦ ἀγροῦ· τῷ δὲ Ἀδὰμ οὐχ εὑρέθη βοηθὸς ὅμοιος αὐτῷ.

Κολιτσάρα

Καὶ ὁ Ἀδάμ μὲ τὴν σοφίαν, τὴν κρίσιν καὶ τὴν γνῶσιν ποὺ εἶχεν, ἔδωσεν ὀνόματα εἰς ὅλα τὰ κτήνη καὶ εἰς ὅλα τὰ πτηνὰ τοῦ οὐρανοῦ καὶ εἰς ὅλα τὰ θηρία τῆς ὑπαίθρου. Κανένα ὅμως ἀπὸ τὰ ζῶα αὐτὰ δὲν εὑρέθη βοηθὸς ὅμοιος μὲ τὸν Ἀδάμ, ἄξιος καὶ εὐχάριστος εἰς αὐτόν.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Ἀδὰμ ὡς κύριος τῆς ὁρατῆς κτίσεως, προικισμένος ἀπὸ τὸν Θεὸν μὲ σοφίαν, ὀξύνοιαν καὶ ἀντίληψιν, ὥστε νὰ γνωρίζῃ τὸν χαρακτῆρα, τὶς συνήθειες καὶ τὴν χρησιμότητα τοῦ κάθε ζώου, χωρὶς νὰ δυσκολευθῇ ἢ νὰ κάμῃ σύγχυσιν εἰς τὴν τάξιν τῶν ζώων, ἔδωκεν ὀνόματα εἰς ὅλα τὰ ἥμερα ζῶα καὶ εἰς ὅλα τὰ πετεινά, ποὺ διασχίζουν τοὺς ὁρίζοντες καὶ εἰς ὅλα τὰ ἄγρια θηρία, ποὺ ζοῦν εἰς τὰ δάση (καὶ ὁ Θεὸς ἔκαμε δεκτὴν τὴν ὀνοματοθεσίαν τοῦ Ἀδὰμ καὶ τὴν ἐπεκύρωσε). Ἀλλά, παρ’ ὅλον ὅτι τὰ ζῶα ἐπρόσφεραν εἰς τὸν ἄνθρωπον βοήθειαν καὶ ὠφέλειαν πολλήν, ἐν τούτοις διὰ τὸν Ἀδὰμ δὲν εὑρέθη βοηθὸς ὅμοιος καὶ ὁμότιμος μὲ αὐτόν, τῆς ἰδίας οὐσίας καὶ ἀξίας, ποὺ νὰ μὴ ὑστερῇ εἰς τίποτε ἀπὸ αὐτὸν καὶ ὁ ὁποῖος νὰ τοῦ προσφέρῃ παρηγορίαν καὶ ψυχικὴν ἱκανοποίησιν.

Γεν. 2,21

καὶ ἐπέβαλεν ὁ Θεὸς ἔκστασιν ἐπὶ τὸν Ἀδάμ, καὶ ὕπνωσε· καὶ ἔλαβε μίαν τῶν πλευρῶν αὐτοῦ καὶ ἀνεπλήρωσε σάρκα ἀντ’ αὐτῆς.

Κολιτσάρα

Τότε ὁ Θεός, διὰ νὰ ἀναπληρώσῃ τὴν ἔλλειψιν αὐτήν, ἔφερεν ἔκστασιν εἰς τὸν Ἀδάμ, ὁ ὁποῖος καὶ ἐκοιμήθη βαθύτατα. Ἔλαβε τότε μίαν ἀπὸ τὰς πλευρὰς τοῦ Ἀδὰμ καὶ συνεπλήρωσε διὰ σαρκὸς τὸ κενὸν τῆς ἀναιρεθείσης αὐτῆς πλευρᾶς.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ παντοδύναμος καὶ ἀπειροτέλειος Θεός, διὰ νὰ μὴ προξενήσῃ πόνον εἰς τὸν ἄνθρωπον ἡ ἀφαίρεσις τῆς πλευρᾶς καὶ ὡς ἐκ τούτου διάκειται ἐχθρικῶς πρὸς τὸ πλάσμα ποὺ θὰ ἐδημιουργεῖτο ἐνθυμούμενος τὸν πόνον, διέταξε νὰ καταληφθῇ ὁ Ἀδὰμ ἀπὸ νάρκην. Καὶ ὁ Ἀδὰμ ἔπεσεν εἰς ἀσυνήθη, βαθὺν ληθαργικὸν ὕπνον, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐδιατηροῦοε τὴν αὐτοσυνειδησίαν του. Τότε ὁ Θεὸς ἔλαβε μίαν ἀπὸ τὶς πλευρὲς τοῦ Ἀδὰμ καὶ ἀνεπλήρωσε τὴν ἔλλειψιν τῆς μὲ σάρκα. Δὲν ἔλαβε τμῆμα ἀπὸ τὴν κεφαλὴν τοῦ Ἀδάμ, διὰ νὰ μὴ τοῦ εἶναι αὐτὴ ποὺ θὰ ἐδημιουργεῖτο κύριος καὶ αὐθέντης· οὔτε ἀπὸ τὰ πόδια, διὰ νὰ μὴ τοῦ εἶναι δούλη καὶ τὴν ποδοπατῇ· ἔλαβε μίαν ἀπὸ τις πλευρὲς τοῦ Ἀδάμ, ὥστε αὐτὴ ποὺ θὰ ἐδημιουργεῖτο νὰ εἶναι ἰσχυρά, ὅπως ἡ πλευρά, ἀσθενεστέρα ὅμως τοῦ Ἀδάμ, ὅπως τὸ μέρος εἶναι ἀσθενέστερον τοῦ ὅλου. Ἔλαβε μίαν ἀπὸ τὶς πλευρὲς κάτω ἀπὸ τὸν βραχίονα τοῦ Ἀδάμ, ὥστε ὁ Ἀδὰμ νὰ προστατεύῃ καὶ νὰ ὑποβαστάζῃ αὐτὴν ποὺ θὰ ἐδημιουργεῖτο· καὶ ἐπειδὴ ἡ πλευρὰ εἶναι κοντὰ εἰς τὴν καρδίαν του, νὰ τὴν ἀγαπᾷ μὲ θέρμην.

Γεν. 2,22

καὶ ᾠκοδόμησεν ὁ Θεὸς τὴν πλευράν, ἣν ἔλαβεν ἀπὸ τοῦ Ἀδάμ, εἰς γυναῖκα καὶ ἤγαγεν αὐτὴν πρὸς τὸν Ἀδάμ.

Κολιτσάρα

Καὶ κατεσκεύασε καὶ ἐμορφοποίησε τὴν πλευράν, τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ἀπὸ τὸν Ἀδάμ, εἰς γυναῖκα, τὴν ὁποίαν καὶ ἔφερε πρὸς αὐτόν.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ παντοδύναμος καὶ ἀπειροτέλειος Θεὸς μετέπλασε καὶ ἐμορφοποίησε τὴν πλευράν, ποὺ ἔλαβεν ἀπὸ τὸν Ἀδάμ, εἰς τελείαν καὶ ὡλοκληρωμένην προσωπικότητα, τὴν γυναῖκα, δημιούργημα ἐλεύθερον, λογικὸν καὶ ὁμότιμον πρὸς τὸν Ἀδάμ. Καὶ διὰ νὰ δείξῃ εἰς τὸν Ἀδάμ, ὅτι δι’ αὐτὸν ἐδημιούργησε τὴν γυναῖκα,τὴν ὁδήγησεν ὡς πατέρας φιλόστοργος πρὸς αὐτόν, καὶ τοῦ τὴν παρέδωκεν ὡς δεύτερον ἑαυτόν του, ὡς βοηθὸν ἱκανὸν νὰ τοῦ προσφέρῃ βοήθειαν εἰς τὰ καθημερινὰ καὶ τὰ κύρια προβλήματα, ποὺ ἐπρόκειτο να ἀντιμετωπίζῃ εἰς τὴν ζωήν του.

Γεν. 2,23

καὶ εἶπεν Ἀδάμ· τοῦτο νῦν ὀστοῦν ἐκ τῶν ὀστέων μου καὶ σὰρξ ἐκ τῆς σαρκός μου· αὕτη κληθήσεται γυνή, ὅτι ἐκ τοῦ ἀνδρὸς αὐτῆς ἐλήφθη αὕτη·

Κολιτσάρα

Ὅταν δὲ ὁ Ἀδὰμ ἐξύπνησε καὶ εἶδε τὴν γυναῖκα εἶπεν· «αὐτὸ εἶναι πλέον ὀστοῦν ἀπὸ τὰ ὀστᾶ μου καὶ σὰρξ ἀπὸ τὴν σάρκα μου. Αὐτὴ θὰ ὀνομασθῇ γυνή (ἀνδρίς), διότι ἔγινεν ἀπὸ τὸν ἄνδρα αὐτῆς.

Τρεμπέλα

Ὅταν ὁ Ἀδὰμ εἶδε τὸ νέον δημιούργημα, χάρις εἰς τὸ προφητικὸν χάρισμα ποὺ διέθετε, εἶπε μὲ ἐνθουσιασμὸν καὶ λυρισμόν: «Τοῦτο τὸ δημιούργημα, ποὺ ἐπλάσθη κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον τώρα μόνον, διὰ πρώτην καὶ τελευταίαν φοράν (εἰς τὸ μέλλον τόσον ὁ ἄνδρας, ὅσον καὶ ἡ γυναῖκα θὰ γεννῶνται ἀπὸ τὴν συνεύρεσιν ἀνδρὸς καὶ γυναικός), εἶναι ὀστοῦν ἀπὸ τὰ ὀστᾶ μου καὶ σάρκα ἀπὸ τὴν σάρκα μου· προέρχεται ἐξ ὁλοκλήρου ἀπὸ τὸ ἰδικόν μου φύραμα· αὐτὴ θὰ ὀνομασθῇ γυναῖκα (ἀνδρὶς κατὰ τὸ ἑβραϊκὸν κείμενον, τὸ ὁποῖον μὲ τὶς λέξεις ish = ἀνήρ, isha = γυνὴ δεικνύει τὴν πλήρη ἰσοτιμίαν ἀνδρὸς καὶ γυναικός), διότι ἔγινε ἀπὸ τὸν ἄνδρα της».

Γεν. 2,24

ἕνεκεν τούτου καταλείψει ἄνθρωπος τὸν πατέρα αὐτοῦ καὶ τὴν μητέρα καὶ προσκολληθήσεται πρὸς τὴν γυναῖκα αὐτοῦ, καὶ ἔσονται οἱ δύο εἰς σάρκα μίαν.

Κολιτσάρα

Ἕνεκα τοῦ στενοῦ τούτου συνδέσμου τοῦ ἀνδρὸς πρὸς τὴν γυναῖκα, εἰς τὸ μέλλον κάθε ἀνὴρ θὰ ἀφήνῃ τὸν πατέρα καὶ τὴν μητέρα του καὶ θὰ συνδέεται στενότατα μὲ τὴν γυναῖκα του, ὥστε οἱ δύο νὰ γίνουν πλέον μία σὰρξ διὰ τῆς συζυγίας».

Τρεμπέλα

Ἐμπρὸς εἰς τὸν ἱερὸν καὶ ἀδιάσπαστον τοῦτον δεσμὸν ὑποχωροῦν καὶ αὐτοὶ ἀκόμη οἱ δεσμοὶ μεταξὺ γονέων καὶ τέκνων. Ἕνεκα τοῦ στενοῦ τούτου συνδέσμου θὰ ἐγκαταλείπῃ ὁ ἄνδρας τὸν πατέρα καὶ τὴν μητέρα του καὶ θὰ προσκολλᾶται εἰς τὴν μίαν καὶ μόνην γυναῖκα του, καὶ μὲ τὸν στενώτατον αὐτὸν σύνδεσμον καὶ συνάφειαν θὰ γίνουν οἱ δύο μία σάρκα, ἕνα σῶμα.

Γεν. 2,25

καὶ ἦσαν οἱ δύο γυμνοί, ὅ τε Ἀδὰμ καὶ ἡ γυνὴ αὐτοῦ, καὶ οὐκ ᾐσχύνοντο.

Κολιτσάρα

Ἦσαν δὲ καὶ οἱ δύο γυμνοί, ὁ Ἀδὰμ καὶ ἡ γυναῖκα αὐτοῦ, καὶ δὲν ἐντρέποντο ὁ ἕνας τὸν ἄλλον, διότι ἦσαν ἁγνοὶ καὶ ἀθῷοι.

Τρεμπέλα

Καὶ οἱ δύο, ὁ Ἀδὰμ καὶ ἡ γυναῖκα του, ἦσαν γυμνοὶ καὶ δὲν ἐντρέποντο ὁ ἕνας τὸν ἄλλον, διότι δὲν εἶχεν εἰσορμήσει εἰς τὴν ζωήν των ἡ ἁμαρτία καὶ δὲν εἶχαν διαταραχθῇ οἱ σχέσεις των μὲ τὸν Θεόν. Ἐζοῦσαν εἰς κατάστασιν πλήρους ἀθωότητος καὶ ἁγνότητος· ἦσαν ἄκακοι καὶ ἀπονήρευτοι, ξένοι ἀπὸ πάθη, στολισμένοι μὲ θεοΰφαντον στολήν, τὴν ἀνέκφραστον θεϊκὴν δόξαν.

Κεφάλαιο 3

Γεν. 3,1

Ὁ δὲ ὄφις ἦν φρονιμώτατος πάντων τῶν θηρίων τῶν ἐπὶ τῆς γῆς, ὧν ἐποίησε Κύριος ὁ Θεός. καὶ εἶπεν ὁ ὄφις τῇ γυναικί· τί ὅτι εἶπεν ὁ Θεός, οὐ μὴ φάγητε ἀπὸ παντὸς ξύλου τοῦ παραδείσου;

Κολιτσάρα

Ὁ ὄφις ἦτο τὸ εὐφυέστερον καὶ ἐπινοητικώτερον ἀπὸ ὅλα τὰ ζῷα, τὰ ὁποῖα εἶχε δημιουργήσει Κύριος ὁ Θεὸς ἐπὶ τῆς γῆς. Ὁ ὄφις (ὁ διάβολος ὑπὸ μορφὴν ὄφεως) ἠρώτησε τὴν Εὐαν καὶ τῆς εἶπε· «διατί ὁ Θεὸς ἀπηγόρευσε νὰ φάγετε ἀπὸ τοὺς καρποὺς ὅλων τῶν δένδρων, ποὺ ὑπάρχουν εἰς τὸν παράδεισον;»

Τρεμπέλα

Τὸ δὲ φίδι ἦταν τὸ πιὸ ἔξυπνον διὰ να ἀπατᾷ, τὸ πιὸ πανοῦργον καὶ δόλιον ἀπὸ ὅλα τὰ ἄγρια θηρία, ποὺ ὑπῆρχαν εἰς τὴν γῆν καὶ τὰ ὁποῖα ἐδημιούργησεν ὁ Θεός. Διὰ τοῦτο ὁ διάβολος, κινούμενος ἀπὸ φθόνον ἐναντίον τοῦ ἀνθρώπου, μὲ τὴν μορφὴν φιδιοῦ ἢ κρυμμένος εἰς ἕνα φίδι, ἐπλησίασε τὴν Εὕαν, ποὺ ἐστέκετο μόνη κοντὰ εἰς τὸ δένδρον μὲ τὸν ἀπαγορευμένον καρπόν. Καὶ ἀφοῦ διέστρεψε τὴν ἐντολὴν τοῦ Θεοῦ πρὸς τοὺς πρωτοπλάστους, τὴν ἐρώτησεν· «εἶναι λοιπὸν ἀλήθεια, ὅτι ὁ Θεὸς εἶπε να μὴ φάγετε ἀπὸ τοὺς καρποὺς ὅλων τῶν δένδρων, ποὺ ὑπάρχουν εἰς τὸν Παράδεισον;»

Γεν. 3,2

καὶ εἶπεν ἡ γυνὴ τῷ ὄφει· ἀπὸ καρποῦ τοῦ ξύλου τοῦ παραδείσου φαγούμεθα,

Κολιτσάρα

Ἡ Εὐα ἀπήντησεν εἰς τὸν ὄφιν· «ἀπὸ τοὺς καρποὺς κάθε δένδρου τοῦ παραδείσου ἠμποροῦμεν νὰ φάγωμεν.

Τρεμπέλα

Ἡ γυναῖκα ἀντὶ νὰ ἀποστραφῇ καὶ ἀποπέμψῃ τὸν διάβολον, ποὺ διέστρεψε τὴν ἐντολὴν τοῦ Θεοῦ, παίρνει θάρρος, διότι ἀκούει ἕνα φίδι νὰ τῆς ὁμιλῇ καὶ ἀποκαλύπτει εἰς τὸν διάβολον ὅλην τὴν ἐντολήν, καὶ λέγει: Ὁ Θεὸς μᾶς εἶπεν· «ἀπὸ κάθε καρπὸν τῶν δένδρων, ποὺ εὑρίσκονται εἰς τὸν Παράδεισον νὰ τρώγωμεν,

Γεν. 3,3

ἀπὸ δὲ τοῦ καρποῦ τοῦ ξύλου, ὅ ἐστιν ἐν μέσῳ τοῦ παραδείσου, εἶπεν ὁ Θεός, οὐ φάγεσθε ἀπ’ αὐτοῦ, οὐ δὲ μὴ ἅψησθε αὐτοῦ, ἵνα μὴ ἀποθάνητε.

Κολιτσάρα

Ἀπὸ τὸν καρπὸν ὅμως τοῦ δένδρου, ποὺ ὑπάρχει ἐν τῷ μέσῳ τοῦ παραδείσου, ἔδωσεν ἐντολὴν ὁ Θεὸς λέγων· δὲν θὰ φάγετε ἀπὸ τὸν καρπὸν αὐτοῦ οὔτε καὶ θὰ ἐγγίσετε αὐτό, διὰ νὰ μὴ ἀποθάνετε».

Τρεμπέλα

ἀπὸ τὸν καρπὸν ὅμως τοῦ δένδρου, ποὺ εὑρίσκεται εἰς τὸ μέσον τοῦ Παραδείσου, μόνον ἀπὸ αὐτὸν μᾶς εἶπεν ὁ Θεός· «νὰ μὴ φάγετε ἀπὸ αὐτόν, οὐδὲ κὰν νὰ τὸν ἐγγίσετε, διὰ νὰ μὴ ἀποθάνετε».

Γεν. 3,4

καὶ εἶπεν ὁ ὄφις τῇ γυναικί· οὐ θανάτῳ ἀποθανεῖσθε·

Κολιτσάρα

Εἶπε δὲ τότε ὁ ὄφις πρὸς τὴν γυναῖκα· «δὲν θὰ ἀποθάνετε· κάθε ἄλλο.

Τρεμπέλα

Ἀφοῦ ὁ διάβολος εἶδεν, ὅτι ἡ γυναῖκα ἐμίλησεν ἀδιάφορα, χαλαρὰ καὶ χλιαρὰ διὰ τὴν ἀπειλὴν τοῦ Θεοῦ, τὴν συνεβούλευσεν ἀντίθετα πρὸς τὸν Θεὸν καὶ τῆς εἶπε· «καθόλου δεν θὰ ἀποθάνετε, ἐὰν φάγετε»·

Γεν. 3,5

ᾔδει γὰρ ὁ Θεός, ὅτι ᾗ ἂν ἡμέρᾳ φάγητε ἀπ’ αὐτοῦ, διανοιχθήσονται ὑμῶν οἱ ὀφθαλμοὶ καὶ ἔσεσθε ὡς θεοί, γινώσκοντες καλὸν καὶ πονηρόν.

Κολιτσάρα

Σᾶς ἀπηγόρευσεν ὁ Θεὸς νὰ φάγετε ἀπὸ τὸ δένδρον αὐτό, διότι ἐγνώριζεν ὅτι κατὰ τὴν ἡμέραν, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ φάγετε, θὰ ἀνοιχθοῦν τὰ μάτια σας καὶ θὰ εἶσθε καὶ σεῖς σὰν θεοί, ὅμοιοι μὲ αὐτόν, γνωρίζοντες καλὸν καὶ πονηρόν».

Τρεμπέλα

(συκοφαντῶν δὲ τὸν Θεὸν ὡς φθονερόν, ὑπεσχέθη μεγάλα ὠφελήματα) καὶ ἐπρόσθεσε· «διότι ἐγνώριζεν ὁ Θεός, ὅτι τὴν ἡμέραν ἀκριβῶς, ποὺ θὰ φάγετε ἀπὸ τὸν καρπὸν αὐτόν, θὰ διανοιχθοῦν τὰ μάτια σας καὶ θὰ γίνετε ὅμοιοι πρὸς αὐτόν, ὡς παντογνώσται καὶ παντοδύναμοι θεοί, γνωρίζοντες καὶ διακρίνοντες τὸ καλὸν ἀπὸ τὸ κακόν».

Γεν. 3,6

καὶ εἶδεν ἡ γυνή, ὅτι καλὸν τὸ ξύλον εἰς βρῶσιν καὶ ὅτι ἀρεστὸν τοῖς ὀφθαλμοῖς ἰδεῖν καὶ ὡραῖόν ἐστι τοῦ κατανοῆσαι, καὶ λαβοῦσα ἀπὸ τοῦ καρποῦ αὐτοῦ ἔφαγε· καὶ ἔδωκε καὶ τῷ ἀνδρὶ αὐτῆς μετ’ αὐτῆς, καὶ ἔφαγον.

Κολιτσάρα

Τότε ἡ Εὔα παρετήρησε προσεκτικότερα τὸ ἀπηγορευμένον δένδρον, εἶδε τὸν καρπόν του ὠραῖον εἰς τὴν ὄψιν καὶ ἐσκέφθη ὅτι εὐχάριστον θὰ ἦτο νὰ δοκιμάσῃ αὐτόν. Καὶ λοιπὸν ἔλαβεν ἀπὸ τὸν καρπὸν τοῦ δένδρου αὐτοῦ, ἔφαγεν αὐτή, καὶ ἔδωσε καὶ εἰς τὸν ἄνδρα της, καὶ ἔτσι ἔφαγον καὶ οἱ δύο.

Τρεμπέλα

Καὶ ἐπειδὴ ἡ γυναῖκα ἄρχισε νὰ περιεργάζεται μὲ προσοχὴν καὶ περιέργειαν τὸ δένδρον καὶ ἔτσι ἄρχισε νὰ ὑποχωρῇ εἰς τὰ λόγια τοῦ διαβόλου, ἐσκοτίσθηκεν ὁ νοῦς καὶ αἰχμαλωτίσθηκε ἡ θέλησίς της. Καὶ τότε ἀντελήφθη ὅτι ἦταν καλὸν νὰ φάγῃ ἀπὸ τοὺς καρποὺς τοῦ δένδρου· ὅτι τοῦτο ἦταν ὡραῖον καὶ εὐχάριστον εἰς τὰ μάτια καὶ ὅτι ἦταν ἐπιθυμητὸν νὰ τὸ δοκιμάσῃ, διότι θὰ τῆς ἔδιδε τὴν γνῶσιν. Καὶ τότε ἄπλωσε τὸ χέρι καὶ ἔλαβε μόνη της ἀπὸ τὸν καρπὸν τοῦ δένδρου καὶ ἔφαγε. Καὶ ἀφοῦ ἔφαγεν, ἔδωκε καὶ εἰς τὸν ἄνδρα της καὶ ἔφαγαν καὶ οἱ δύο ἀπὸ τὸν ἀπαγορευμένον καρπόν. Ἔτσι διεπράχθη ἐλεύθερα καὶ ἀβίαστα ἡ πρώτη καὶ μεγάλη ἁμαρτία τοῦ ἀνθρώπου.

Γεν. 3,7

καὶ διηνοίχθησαν οἱ ὀφθαλμοὶ τῶν δύο, καὶ ἔγνωσαν ὅτι γυμνοὶ ἦσαν, καὶ ἔρραψαν φύλλα συκῆς καὶ ἐποίησαν ἑαυτοῖς περιζώματα.

Κολιτσάρα

Καὶ ἤνοιξαν τὰ μάτια τῶν δύο πρωτοπλάστων, ἐκατάλαβαν ὅτι ἦσαν γυμνοὶ σωματικῶς καὶ ψυχικῶς, ἐντράπηκαν τὴν γυμνότητά των καὶ ἔκοψαν φύλλα συκῆς, τὰ ἔρραψαν προχείρως καὶ μὲ αὐτὰ σὰν ποδιὲς ἐκάλυψαν τὴν γυμνότητά των.

Τρεμπέλα

Καὶ μόλις ἔφαγαν, ἐπειδὴ παρέβησαν τὴν ἐντολὴν τοῦ Θεοῦ, ἔχασαν πλέον τὴν θείαν χάριν ποὺ τοὺς περιέβαλλε καὶ τοὺς ἐστόλιζε· τότε ἄνοιξαν τὰ μάτια τῆς ψυχῆς καὶ τῶν δύο καὶ ἀντελήφθησαν ὅτι ἦσαν γυμνοί. Καὶ ἐπειδὴ δὲν ἠμποροῦσαν νὰ ὑποφέρουν τὴν ἐντροπὴν τῆς γυμνότητος, συνέρραψαν φύλλα συκιᾶς, ποὺ εἶναι πλατειὰ καὶ μεγάλα, καὶ κατεσκεύασαν μὲ αὐτὰ ζωνάρια πλατειά, διὰ νὰ σκεπάσουν μέρος τοῦ γυμνοῦ σώματός των.

Γεν. 3,8

Καὶ ἤκουσαν τῆς φωνῆς Κυρίου τοῦ Θεοῦ περιπατοῦντος ἐν τῷ παραδείσῳ τὸ δειλινόν, καὶ ἐκρύβησαν ὅ τε Ἀδὰμ καὶ ἡ γυνὴ αὐτοῦ ἀπὸ προσώπου Κυρίου τοῦ Θεοῦ ἐν μέσῳ τοῦ ξύλου τοῦ παραδείσου.

Κολιτσάρα

Ὅταν δὲ κατὰ τὸ δειλινὸν ἤκουσαν τὴν φωνὴν τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος περιπατοῦσεν εἰς τὸν παράδεισον, ἐκρύβησαν ὁ Ἀδὰμ καὶ ἡ γυνὴ αὐτοῦ ἀπὸ φόβον καὶ ἐντροπὴν ἀνάμεσα εἰς τὰ δένδρα τοῦ παραδείσου, διὰ νὰ μὴ ἀντικρύσουν τὸ πρόσωπον τοῦ Θεοῦ.

Τρεμπέλα

Καὶ ἐπειδὴ ὁ Θεὸς ἠθέλησε νὰ τοὺς κάμῃ αἰσθητὴν τὴν παρουσίαν του, οἱ πρωτόπλαστοι ἄκουσαν τὸν θόρυβον τῶν βημάτων του κατὰ τὸ δειλινόν· καὶ τότε ὁ Ἀδὰμ καὶ ἡ γυναῖκα του ἀπὸ τὴν ἐντροπὴν καὶ τὸν φόβον τῆς τιμωρίας ἀμέσως ἐκρύβησαν ἀπὸ τὸν Θεὸν μεταξὺ τῶν δένδρων τοῦ Παραδείσου.

Γεν. 3,9

καὶ ἐκάλεσε Κύριος ὁ Θεὸς τὸν Ἀδὰμ καὶ εἶπεν αὐτῷ· Ἀδάμ, ποῦ εἶ;

Κολιτσάρα

Ὁ Θεὸς προσεκάλεσε τὸν Ἀδὰμ καὶ τοῦ εἶπε· «Ἀδάμ, ποῦ εἶσαι;»

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ παντοδύναμος καὶ ἀπειροτέλειος Θεός, ποὺ ἔτρεξεν ἀμέσως, διὰ νὰ φροντίσῃ μὲ ἀγάπην τὸ πλάσμα του, ἐπροσκάλεσε τὸν Ἀδὰμ καὶ τοῦ εἶπεν, ὡς δικαστὴς ἥμερος καὶ φιλάνθρωπος: «Ἀδάμ, ποῦ σὲ ἀφῆκα καὶ ποὺ εἶσαι τώρα; Πῶς σὲ ἔπλασα καὶ πῶς εἶσαι τώρα; Τὶ σοῦ συνέβη;»

Γεν. 3,10

καὶ εἶπεν αὐτῷ· τῆς φωνῆς σου ἤκουσα περιπατοῦντος ἐν τῷ παραδείσῳ καὶ ἐφοβήθην, ὅτι γυμνός εἰμι, καὶ ἐκρύβην.

Κολιτσάρα

Ὁ δὲ Ἀδὰμ ἀπήντησεν εἰς τὸν Θεόν· «ἤκουσα τὴν φωνήν σου, καθὼς περιπατοῦσες εἰς τὸν παράδεισον, καὶ ἐφοβήθην νὰ παρουσιασθῶ ἐμπρός σου ἐπειδὴ εἶμαι γυμνὸς δι’ αὐτὸ καὶ ἔσπευσα νὰ κρυφθῶ».

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Ἀδάμ, ἀντὶ νὰ ὁμολογήσῃ τὴν ἁμαρτίαν του, ἀπάντησεν εἰς τὸν Θεόν: «Ἄκουσα τὸν θόρυβον τῶν βημάτων σου, καθὼς ἐπερπατοῦσες εἰς τὸν Παράδεισον καὶ μὲ ἐκυρίευσε φόβος, διότι εἶμαι γυμνός· διὰ τοῦτο ἔτρεξα καὶ ἐκρύφθηκα. διὰ νὰ μὴ με συναντήσῃς».

Γεν. 3,11

καὶ εἶπεν αὐτῷ ὁ Θεός· τίς ἀνήγγειλέ σοι ὅτι γυμνὸς εἶ, εἰ μὴ ἀπὸ τοῦ ξύλου, οὗ ἐνετειλάμην σοι τούτου μόνου μὴ φαγεῖν, ἀπ’ αὐτοῦ ἔφαγες;

Κολιτσάρα

Ἠρώτησεε δὲ ὁ Θεὸς αὐτόν· «ποῖος σοῦ ἀνήγγειλεν ὅτι εἶσαι γυμνός; Μήπως καὶ ἔφαγες ἀπὸ τὸ δένδρον, ἀπὸ τὸ ὁποῖον καὶ μόνον σοῦ ἀπηγόρευσα νὰ φάγῃς;»

Τρεμπέλα

Ὁ Θεός, ἂν καὶ ἐγνώριζε τὰ πάντα, ἐρώτησε μὲ φιλανθρωπίαν τὸν Ἀδὰμ διὰ να τὸν βοηθήσῃ νὰ ὁμολογήσῃ τὴν ἁμαρτίαν του καὶ μετανοήσῃ: «Ποῖος σὲ ἐπληροφόρησε καὶ σοῦ ἀπεκάλυψε ὅτι εἶσαι γυμνός; Μήπως ἔφαγες ἀπὸ τὸν καρπὸν τοῦ δένδρου, ἀπὸ τὸν ὁποῖον καὶ μόνον σοῦ παρήγγειλα νὰ μὴ φάγῃς;»

Γεν. 3,12

καὶ εἶπεν ὁ Ἀδάμ· ἡ γυνή, ἣν ἔδωκας μετ’ ἐμοῦ, αὕτη μοι ἔδωκεν ἀπὸ τοῦ ξύλου, καὶ ἔφαγον.

Κολιτσάρα

Ὁ Ἀδὰμ ἔσπευσε νὰ δικαιολογηθῇ καὶ εἶπε· «αὐτὴ ἡ γυναίκα, τὴν ὁποίαν σὺ μοῦ ἔδωκες ὡς σύντροφον καὶ βοηθόν μου, αὐτὴ μοῦ ἔδωσε ἀπὸ τὸν καρπὸν τοῦ ἀπηγορευμένου δένδρου καὶ ἔφαγον».

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Ἀδάμ, κατηγορῶν ὡς ὑπεύθυνον τῆς πράξεώς του τὴν γυναῖκα του, ἀπάντησε δικαιολογουμενος· «ἡ γυναῖκα, τὴν ὁποῖον σὺ ὁ Θεὸς μοῦ ἔδωκες ὡς σύντροφον καὶ βοηθόν μου, αὐτὴ μοῦ ἔδωκεν ἀπὸ τὸν ἀπαγορευμένον καρπὸν τοῦ δένδρου καὶ ἔφαγα χωρὶς νὰ γνωρίζω ἀπὸ ποίαν αἰτίαν κινουμένη τὸ ἔκαμε».

Γεν. 3,13

καὶ εἶπε Κύριος ὁ Θεὸς τῇ γυναικί· τί τοῦτο ἐποίησας; καὶ εἶπεν ἡ γυνή· ὁ ὄφις ἠπάτησέ με, καὶ ἔφαγον.

Κολιτσάρα

Εἶπε δὲ τότε Κύριος ὁ Θεὸς πρὸς τὴν γυναῖκα, τὴν Εὔαν· «διατί ἔκαμες αὐτό;» Ἡ Εὔα ἀπήντησεν· «ὁ ὄφις μὲ ἐξηπάτησε καὶ ἔφαγον».

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Θεός, ἀπευθυνόμενος πρὸς τὴν γυναῖκα, εἶπεν: Ἄκουσες τὸν ἄνδρα σου νὰ καταλογίζῃ εἰς σὲ τὴν αἰτίαν τῆς παρακοῆς του· «Ἕνεκα ποίας ἀφορμῆς λοιπὸν τὸ ἔκαμες αὐτό; Διατί ἔγινες αἰτία τόσης ἐντροπῆς καὶ διὰ τὸν ἑαυτόν σου καὶ διὰ τὸν ἄνδρα σου;» Καὶ ἡ γυναῖκα, ἀκολουθοῦσα τὴν τακτικὴν τοῦ Ἀδάμ, ἔρριψε τὴν εὐθύνην εἰς τὸ φίδι καὶ ἀπάντησεν· «ὁ πονηρὸς διάβολος, μὲ τὴν μορφὴν τοῦ πανούργου φιδιοῦ, μὲ ἐξαπάτησε καὶ ἔφαγα».

Γεν. 3,14

καὶ εἶπε Κύριος ὁ Θεὸς τῷ ὄφει· ὅτι ἐποίησας τοῦτο, ἐπικατάρατος σὺ ἀπὸ πάντων τῶν κτηνῶν καὶ ἀπὸ πάντων τῶν θηρίων τῶν ἐπὶ τῆς γῆς· ἐπὶ τῷ στήθει σου καὶ τῇ κοιλίᾳ πορεύσῃ καὶ γῆν φαγῇ πάσας τὰς ἡμέρας τῆς ζωῆς σου.

Κολιτσάρα

Εἶπε δὲ τὸτε Κύριος ὁ Θεὸς εἰς τὸν ὄφιν· «ἐπειδὴ διέπραξες αὐτὴν τὴν δολιότητα, θὰ εἶσαι κατηραμένος σὺ ἀνάμεσα ἀπὸ ὅλα τὰ κτήνη καὶ ὅλα τὰ θηρία, ποὺ ὑπάρχουν εἰς τὴν γῆν. Θὰ σύρεσαι εἰς τὸ χῶμα μὲ τὸ στῆθος καὶ τὴν κοιλίαν καὶ χῶμα θὰ τρώγῃς ὅλας τὰς ἡμέρας τῆς ζωῆς σου.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Θεός, χωρὶς νὰ καλέσῃ εἰς ἀπολογίαν τὸν πονηρόν, διότι αὐτὸς ἦταν ὁ καθ’ αὐτὸ αἴτιος τοῦ κακοῦ, εἶπεν εἰς τὸ ὄργανόν του τὸ φίδι· «ἐπειδὴ ἔκαμες τὸ μεγάλο τοῦτο κακὸν καὶ ἐπρόσφερες ὑπηρεσίαν εἰς τὴν ἀπάτην τοῦ διαβόλου καὶ μετέφερες τὴν πονηρὰν συμβουλὴν εἰς τὸν ἄνθρωπον, θὰ εἶσαι τὸ πιὸ καταράμενον ἀπὸ ὅλα τὰ ἥμερα ζῶα καὶ ἀπὸ ὅλα τὰ ἄγρια θηρία τῆς γῆς». Καὶ διὰ νὰ εἶσαι μόνιμος διδάσκαλος ἐκείνων ποὺ θὰ ἐτολμοῦσαν νὰ παραβοῦν τὸν νόμον μου, σοῦ ἐπιβάλλω διαρκῆ τιμωρίαν· «διατάσσω νὰ σύρεσαι εἰς τὴν γῆν μὲ τὸ στῆθος καὶ τὴν κοιλίαν σου καί, ὡς δεῖγμα τελείου ἐξευτελισμοῦ, νὰ τρώγῃς χῶμα ὄλες τὶς ἡμέρες τῆς ζωῆς σου.

Γεν. 3,15

καὶ ἔχθραν θήσω ἀνὰ μέσον σοῦ καὶ ἀνὰ μέσον τῆς γυναικὸς καὶ ἀνὰ μέσον τοῦ σπέρματός σου καὶ ἀνὰ μέσον τοῦ σπέρματος αὐτῆς· αὐτός σου τηρήσει κεφαλήν, καὶ σὺ τηρήσεις αὐτοῦ πτέρναν.

Κολιτσάρα

Θὰ θέσω δὲ ἄσβεστον ἐχθρότητα μεταξὺ σοῦ καὶ τῆς γυναικός, μεταξὺ τῶν ἀπογόνων σου καὶ τῶν ἀπογόνων αὐτῆς. Ἕνας δὲ ἀπόγονος τῆς γυναικὸς μόνης, αὐτὸς θὰ σοῦ συντρίψῃ τὴν κεφαλὴν καὶ σὺ θὰ κεντήσῃς αὐτοῦ τὴν πτέρναν».

Τρεμπέλα

Καὶ θὰ θέσω ἔχθραν καὶ μῖσος, πόλεμον ἀδιάλλακτον καὶ συνεχῇ μεταξὺ σοῦ, τοῦ διαβόλου, καὶ μεταξὺ τῆς γυναικὸς καὶ τῶν εὐσεβῶν ἀπογόνων της, ὅσοι θὰ γεννῶνται φυσικῶς ἀπὸ ἄνδρα καὶ γυναῖκα· καὶ μεταξὺ τῶν ἀπογόνων καὶ τῶν δαιμονοκινήτων ὀργάνων σου, καὶ μεταξὺ Ἐκείνου, τοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος θὰ γεννηθῇ κατὰ τρόπον ὑπερφυσικὸν ἀπὸ γυναῖκα Παρθένον, τὴν Μαρίαν· μόνος αὐτὸς ἀπὸ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους δικαιοῦται νὰ ὀνομάζεται σπέρμα γυναικός, ἡ δὲ μητέρα του Θεοτόκος. Αὐτός, ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὁ υἱὸς τῆς Παρθένου, θὰ σοῦ καταπατήσῃ καὶ συντρίψῃ τὴν κεφαλήν, θὰ ἀνατρέψῃ ὅλα τὰ δόλια σχέδιά σου, θὰ καταργήσῃ τὴν βασιλείαν καὶ τὰ ὄργανά σου, θὰ σὲ ἀφανίσῃ ὁλοσχερῶς. Καὶ σύ, ὁ διάβολος, θὰ τοῦ δαγκάσῃς μόνον τὴν πτέρναν, θὰ τὸν μωλωπίσῃς ἁπλῶς· θὰ προσβάλῃς μόνον τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν του καὶ θὰ τοῦ προξενήσῃς πόνον προσωρινὸν μὲ τὰ ὄργανά σου, τοὺς Γραμματεῖς καὶ Φαρισαίους.

Γεν. 3,16

καὶ τῇ γυναικὶ εἶπε· πληθύνων πληθυνῶ τὰς λύπας σου καὶ τὸν στεναγμόν σου· ἐν λύπαις τέξῃ τέκνα, καὶ πρὸς τὸν ἄνδρα σου ἡ ἀποστροφή σου, καὶ αὐτός σου κυριεύσει.

Κολιτσάρα

Πρὸς δὲ τὴν γυναῖκα εἶπε· «θὰ πολλαπλασιάσω εἰς πλῆθος πολὺ τὰς λύπας σου, τὰς θλίψεις καὶ τοὺς στεναγμούς σου. Μὲ πόνους θὰ γεννᾷς τὰ τέκνα σου, θὰ ἐξαρτᾶσαι δὲ πάντοτε ἀπὸ τὸν ἄνδρα σου καὶ αὐτὸς θὰ εἶναι κύριός σου».

Τρεμπέλα

Καὶ πρὸς τὴν γυναῖκα εἶπεν ὁ Θεός: Ἐγὼ ἠθέλησα ἐξ ἀρχῆς νὰ ἔχῃς ζωὴν χωρὶς πόνους καὶ ταλαιπωρίες· τώρα ὅμως, διότι παρήκουσες τὴν ἐντολήν μου, «θὰ αὐξήσω ὑπερβολικὰ καὶ θὰ καταστήσω σφοδρὲς τὶς θλίψεις καὶ τὶς στενοχωρίες σου κατὰ τὴν ἐγκυμοσύνην, καὶ τὰ βάσανά σου διὰ τὴν ἀνατροφὴν τῶν παιδιῶν σου· ὅλη ἡ ζωή σου θὰ εἶναι ζυμωμένη μὲ λῦπες. Μὲ ὀδύνες καὶ πόνους θὰ γεννᾷς τὰ τέκνα σου». Σὲ ἔκαμα ὁμότιμον πρὸς τὸν ἄνδρα, ἀλλὰ σὺ παρεσύρθης ἀπὸ τὸν διάβολον, παρέσυρες δὲ καὶ τὸν ἄνδρα σου· διὰ τοῦτο «ἀπὸ τώρα θὰ ὑποτάσσεσαι καὶ θὰ ἐξαρτᾶσαι ἀπὸ τὸν σύζυγόν σου· αὐτὸς θὰ εἶναι ὁ κύριος καὶ ἐξουσιαστής σου· ὄχι ὁ καταπιεστής σου, ἀλλὰ ὁ κηδεμόνας, ἡ καταφυγή, ἡ προστασία καὶ ἡ ἀσφάλειά σου εἰς τὰ βάσανα, ποὺ θὰ σὲ συναντοῦν».

Γεν. 3,17

τῷ δὲ Ἀδὰμ εἶπεν· ὅτι ἤκουσας τῆς φωνῆς τῆς γυναικός σου καὶ ἔφαγες ἀπὸ τοῦ ξύλου, οὗ ἐνετειλάμην σοι τούτου μόνου μὴ φαγεῖν, ἀπ’ αὐτοῦ ἔφαγες, ἐπικατάρατος ἡ γῆ ἐν τοῖς ἔργοις σου· ἐν λύπαις φαγῇ αὐτὴν πάσας τὰς ἡμέρας τῆς ζωῆς σου·

Κολιτσάρα

Εἰς δὲ τὸν Ἀδὰμ εἶπεν· «ἐπειδὴ ἤκουσες τὴν κακὴν συμβουλὴν τῆς γυναικός σου καὶ ἔφαγες ἀπὸ τὸν καρπὸν τοῦ δένδρου, ἐκ τοῦ ὁποίου καὶ μόνου ἐγὼ σοῦ ἔδωσα τὴν ἐντολὴν νὰ μὴ φάγῃς, θὰ εἶναι κατηραιμένη ἡ γῆ εἰς τὰ ἔργα σου. Μὲ λύπην καὶ κόπον θὰ κερδίζῃς τὴν τροφήν σου ἀπὸ τὴν γῆν ὅλας τὰς ἡμέρας τῆς ζωῆς σου.

Τρεμπέλα

Καὶ πρὸς τὸν Ἀδὰμ εἶπεν, εἰς ἀπάντησιν τῆς δικαιολογίας του: «Ἐπειδὴ ἄκουσες τί σοῦ εἶπεν ἡ γυναῖκα σου καὶ ἔφαγες ἀπὸ τὸν καρπὸν τοῦ δένδρου, ἀπὸ τὸ ὁποῖον καὶ μόνον σὲ διέταξα νὰ μὴ φάγῃς· ἐπειδὴ ἐπροτίμησες ἀντὶ τῆς συμβουλῆς μου τὴν κακὴν συμβουλὴν τῆς γυναικός σου καὶ ἔφαγες ἀπὸ τὸν καρπὸν τοῦ δένδρου, ποὺ εἶχες ἐντολὴν ἀπὸ αὐτὸ καὶ μόνον νὰ μὴ φάγῃς, διὰ τοῦτο θὰ ἀλλάξουν πλέον οἱ συνθῆκες καὶ οἱ ὅροι τῆς ζωῆς σου· να εἶναι καταραμένη ἡ γῆ, ὅλη ἡ ὁρατὴ δημιουργία καὶ νὰ παύσῃ νὰ εἶναι τόπος εὐτυχίας καὶ ἀνέσεως. Τώρα διὰ νὰ δώσῃ ἡ γῆ καρπούς, πρέπει να ἐργασθῇς πολὺ βαρειὰ καὶ σκληρὰ καὶ νὰ τὴν ποτίσῃς μὲ τὸν ἱδρῶτα σου. Μὲ λῦπες ἀπὸ ἀρρώστιες, θλίψεις, θανάτους προσφιλῶν σου, θεομηνίες, στερήσεις, συνεχεῖς μέριμνες νὰ κερδίζῃς τὴν τροφήν σου ἀπὸ τὴν γῆν, ὅλες τὶς ἡμέρες τῆς ζωῆς σου.

Γεν. 3,18

ἀκάνθας καὶ τριβόλους ἀνατελεῖ σοι, καὶ φαγῇ τὸν χόρτον τοῦ ἀγροῦ.

Κολιτσάρα

Ἀγκάθια καὶ τριβόλια θὰ σοῦ φυτρώνῃ ἡ γῆ καὶ θὰ τρέφεσαι μὲ τὰ χόρτα τοῦ ἀγροῦ.

Τρεμπέλα

Ἡ καλλιεργήσιμος γῆ ἀπὸ εὔφορος νὰ γίνῃ ξηρὰ καὶ ἄγονος· νὰ βλαστάνῃ διὰ σὲ ἀγκάθια καὶ τριβόλια, τὰ ὁποῖα θὰ σοῦ κάμνουν μεγάλους τοὺς κόπους, καὶ βάσανα καὶ τὶς θλίψεις, καὶ θὰ σοῦ ὑπενθυμίζουν τὴν κατάραν· καὶ νὰ τρώγῃς τὰ ἄγρια χόρτα τοῦ ἀγροῦ.

Γεν. 3,19

ἐν ἱδρῶτι τοῦ προσώπου σου φαγῇ τὸν ἄρτον σου, ἕως τοῦ ἀποστρέψαι σε εἰς τὴν γῆν, ἐξ ἧς ἐλήφθης, ὅτι γῆ εἶ καὶ εἰς γῆν ἀπελεύσῃ·

Κολιτσάρα

Καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τῆς ζωῆς σου μὲ τὸν ἱδρῶτα τοῦ προσώπου σου θὰ τρώγῃς τὸν ἄρτον σου, μέχρις ὅτου ἀποθάνῃς καὶ ἐπιστρέψῃ τὸ σῶμα σου εἰς τὴν γῆν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν καὶ ἔχει πλασθῆ· διότι χῶμα εἶναι τὸ σῶμα σου, εἰς τὸ χῶμα θὰ καταλήξῃ καὶ χῶμα πάλιν θὰ γίνῃ».

Τρεμπέλα

Μὲ τὸν ἱδρῶτα τοῦ προσώπου σου θὰ κερδίζῃς καὶ θὰ τρώγῃς τὸ ψωμί σου, μέχρις ὅτου ἀποθάνῃς καὶ ἐπιστρέψῃ τὸ σῶμα σου εἰς τὴν γῆν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἐδημιουργήθη· διότι χῶμα εἶσαι, ἀπὸ χῶμα ἐπλάσθη τὸ σῶμα σου καὶ εἰς τὸ χῶμα πρέπει νὰ ἐπιστρέψῃ πάλιν· τὸ σῶμα σου θὰ διαλυθῇ εἰς τὴν ὕλην ἐκείνην, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἐπλάσθης. Ὁ σωματικὸς θάνατος θὰ εἶναι τὸ τέλος τῶν θλίψεων καὶ τῶν ἱδρώτων σου».

Γεν. 3,20

καὶ ἐκάλεσεν Ἀδὰμ τὸ ὄνομα τῆς γυναικὸς αὐτοῦ Ζωή, ὅτι αὕτη μήτηρ πάντων τῶν ζώντων.

Κολιτσάρα

Ὠνόμασε τότε ὁ Ἀδὰμ τὴν γυναῖκα του Ζωήν, διότι αὐτὴ θὰ ἦτο ἡ μητέρα ὅλων τῶν ἀνθρώπων τῆς γῆς.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Ἀδὰμ ὠνόμασε τὴν γυναῖκα τοῦ Ζωήν, διότι αὐτὴ θὰ ἦταν ἡ ἀρχὴ ὅλων, ὅσοι ἐπρόκειτο νὰ προέλθουν ἀπὸ αὐτήν· ἡ μητέρα, ἡ ρίζα, τὸ θεμέλιον ὅλων τῶν μετέπειτα γενεῶν τῶν ἀνθρώπων.

Γεν. 3,21

Καὶ ἐποίησε Κύριος ὁ Θεὸς τῷ Ἀδὰμ καὶ τῇ γυναικὶ αὐτοῦ χιτῶνας δερματίνους καὶ ἐνέδυσεν αὐτούς.

Κολιτσάρα

Ὁ δὲ πανάγαθος Θεός, διὰ νὰ προφυλάξῃ τὸν Ἀδὰμ καὶ τὴν γυναῖκα του ἀπὸ τὰς καιρικὰς μεταβολάς, κατεσκεύασε δι’ αὐτοὺς χιτῶνας δερματίνους, μὲ τοὺς ὁποίους καὶ τοὺς ἐνέδυσεν.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Θεός, ὁ ὁποῖος δὲν παραβλέπει τὰ δημιουργήματά του ὅταν εὑρίσκωνται εἰς τὴν γυμνότητα καὶ τὴν ἐντροπήν, διέταξε να περιβληθοῦν ὁ Ἀδὰμ καὶ ἡ γυναῖκα του μὲ ἔνδυμα ταπεινόν, ἀλλὰ ἀνώτερον ἀπὸ τὰ φύλλα τῆς συκιᾶς, μὲ τὰ ὁποῖα εἶχαν καλύψει μόνοι τὴν γυμνότητά των· τὸ ἔνδυμα αὐτό, ποὺ θὰ τοὺς ἐπροφύλασσε ἀπὸ τὶς καιρικὲς συνθῆκες, ἦσαν χιτῶνες καμωμένοι ἀπὸ δέρματα ζώων.

Γεν. 3,22

καὶ εἶπεν ὁ Θεός· ἰδοὺ Ἀδὰμ γέγονεν ὡς εἷς ἐξ ἡμῶν, τοῦ γινώσκειν καλὸν καὶ πονηρόν· καὶ νῦν μή ποτε ἐκτείνῃ τὴν χεῖρα αὐτοῦ καὶ λάβῃ ἀπὸ τοῦ ξύλου τῆς ζωῆς καὶ φάγῃ καὶ ζήσεται εἰς τὸν αἰῶνα.

Κολιτσάρα

Εἶπε δὲ τότε ὁ Τριαδικὸς Θεός· «ἰδοὺ ὁ Ἀδὰμ ἔγινε πλέον σὰν ἕνας ἀπὸ ἡμᾶς μὲ τὴν ἱκανότητα νὰ γνωρίζῃ καλὸν καὶ κακόν! Καὶ τώρα μήπως τυχὸν καὶ ἀπλώσῃ τὸ χέρι του καὶ πάρῃ καὶ φάγῃ ἀπὸ τὸν καρπὸν τοῦ ξύλου τῆς ζωῆς καὶ γίνῃ αὐτὸς καὶ τὸ κακὸν ἀθάνατον, πρέπει νὰ ἐκδιωχθῇ ἀπὸ τὸν παράδεισον».

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ παντοδύναμος Τριαδικὸς Θεὸς εἶπε: «Νά· ὁ Ἀδὰμ ἐξετροχιάσθη· ἡ ἁμαρτία τὸν ἐσκότισε τόσον, ὥστε νὰ νομίζῃ ὅτι εἶναι ὡς θεός. Νά· δεν ἔγινε Θεός, ἀλλ’ ὡς θεός, ἱκανὸς νὰ διακρίνῃ τὸ καλὸν ἀπὸ τὸ κακόν! Καὶ τώρα ἂς προσέξωμεν μήπως ἀπλώσῃ τὸ χέρι του καὶ μὲ τρόπον ἀνάρμοστον καὶ καταφρονητικὸν λάβῃ ἀπὸ τὸν καρπὸν τοῦ δένδρου τῆς ζωῆς καὶ φάγῃ καὶ ζήσῃ αἰωνίως καὶ προχωρῇ ἀπὸ τοῦ κακοῦ εἰς τὸ χειρότερον καὶ γίνῃ αὐτὸς καὶ τὸ κακὸν ἀθάνατον».

Γεν. 3,23

καὶ ἐξαπέστειλεν αὐτὸν Κύριος ὁ Θεὸς ἐκ τοῦ παραδείσου τῆς τρυφῆς ἐργάζεσθαι τὴν γῆν, ἐξ ἧς ἐλήφθη.

Κολιτσάρα

Καὶ ἔδιωξεν ὁ Θεὸς τὸν Ἀδὰμ ἀπὸ τὸν παράδεισον τῆς χαρᾶς καὶ τῆς τέρψεως, διὰ νὰ ἐργάζεται μετὰ κόπου τὴν γῆν, ἀπὸ τὸ χῶμα τῆς ὁποίας εἶχε πλασθῆ τὸ σῶμα του.

Τρεμπέλα

Διὰ τοῦτο ὁ παντοδύναμος καὶ ἀπειροτέλειος Θεὸς ἔδιωξε τὸν Ἀδὰμ ἀπὸ τὸν Παράδεισον τῆς εὐτυχίας καὶ τῆς μακαριότητος, διὰ νὰ καλλιεργῇ τὴν γῆν, ποὺ εἶναι ἔξω ἀπὸ τὸν Παράδεισον, καὶ ἀπὸ τὸ χῶμα τῆς ὁποίας ἐπλάσθη· ἡ κουραστικὴ ἐργασία θὰ τὸν ἐβοηθοῦσε εἰς ταπεινοφροσύνην καὶ θὰ τοῦ ὑπενθύμιζεν ὅτι ἡ σωματικὴ κατασκευή του προέρχεται ἀπὸ χῶμα.

Γεν. 3,24

καὶ ἐξέβαλε τὸν Ἀδὰμ καὶ κατῴκισεν αὐτὸν ἀπέναντι τοῦ παραδείσου τῆς τρυφῆς καὶ ἔταξε τὰ Χερουβὶμ καὶ τὴν φλογίνην ῥομφαίαν τὴν στρεφομένην φυλάσσειν τὴν ὁδὸν τοῦ ξύλου τῆς ζωῆς.

Κολιτσάρα

Ἔβγαλε τὸν Ἀδὰμ καὶ τὸν ἔφερε νὰ κατοικήσῃ ἀπέναντι ἀπὸ τὸν παράδεισον τῆς χαρᾶς καὶ τῆς τέρψεως. Διέταξε δὲ τὰ Χερουβὶμ καὶ τὴν φλογίνην ρομφαίαν, τὴν συστρεφομένην, νὰ φυλάσσουν τὴν ὁδόν, ἡ ὁποία ὠδηγοῦσε πρὸς τὸ δένδρον τῆς ζωῆς.

Τρεμπέλα

Ἔβγαλε δὲ τὸν Ἀδὰμ καὶ τὸν ἔβαλε νὰ κατοικήσῃ ἀπέναντι ἀπὸ τὸν Παράδεισον τῆς εὐτυχίας καὶ τῆς μακαριότητος, διὰ νὰ τὸν βλέπῃ καὶ ἀναλογίζεται κάθε ἡμέραν ἀπὸ ποία ἀγαθὰ ἔχει ἐκπέσει καὶ εἰς ποίαν κατάστασιν ὡδήγησε τὸν ἑαυτόν του. Καὶ διέταξεν ὁ Θεὸς τὰ Χερουβίμ, μίαν ἀπὸ τὶς ἀγγελικὲς τάξεις, καὶ τὴν περιστρεφομένην φλογίνην ρομφαίαν, ποὺ συμβολίζει τὴν δύναμιν τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία εἶναι δραστικὴ ὡς φλόγα φωτιᾶς, νὰ φυλάττουν τὸν δρόμον, ποὺ ὡδηγοῦσε πρὸς τὸ δένδρον τῆς ζωῆς, τὸ ὁποῖον ἦταν μέσα εἰς τὸν Παράδεισον.

Κεφάλαιο 4

Γεν. 4,1

Ἀδὰμ δὲ ἔγνω Εὔαν τὴν γυναῖκα αὐτοῦ, καὶ συλλαβοῦσα ἔτεκε τὸν Κάϊν καὶ εἶπεν· ἐκτησάμην ἄνθρωπον διὰ τοῦ Θεοῦ.

Κολιτσάρα

Ὁ Ἀδὰμ ἐγνώρισεν ὡς σύζυγον τὴν γυναῖκα αὐτοῦ τὴν Εὔαν, ἡ ὁποία ἔμεινεν ἔγκυος καὶ ἐγέννησε τὸν Κάϊν. Γεμάτη δὲ χαρὰν ἀνεφώνησε· «μὲ τὴν δύναμιν τοῦ Θεοῦ ἐγέννησα ἄνθρωπον»!

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Ἀδὰμ συνευρέθη μὲ τὴν σύζυγόν του τὴν Εὔαν, ἡ ὁποία ἀφοῦ ἔμεινεν ἔγκυος ἐγέννησε τὸν Κάϊν, ὄνομα ποὺ σημαίνει ἀπόκτημα· καὶ ἡ Εὔα γεμάτη χαρὰν καὶ εὐγνωμοσύνην πρὸς τὸν Θεὸν εἶπε μὲ φρόνημα ταπεινόν· «ἀπέκτησα ἄνθρωπον, υἱὸν ὅμοιον μὲ ἐμὲ καὶ τὸν πατέρα του, μὲ τὴν δύναμιν καὶ εὐλογίαν του Θεοῦ».

Γεν. 4,2

καὶ προσέθηκε τεκεῖν τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ, τὸν Ἄβελ. καὶ ἐγένετο Ἄβελ ποιμὴν προβάτων, Κάϊν δὲ ἦν ἐργαζόμενος τὴν γῆν.

Κολιτσάρα

Ἔπειτα δὲ ἀπὸ τὸν Κάϊν ἐγέννησεν ἡ Εὔα τὸν ἀδελφόν του Ἄβελ. Ὁ Ἄβελ ἦτο ποιμὴν προβάτων, ὁ δὲ Κάϊν ἦτο γεωργός, καλλιεργῶν τὴν γῆν.

Τρεμπέλα

Ἡ Εὔα, ἐπειδὴ ἐφάνη εὐγνώμων διὰ τὸ παιδί, ποὺ ἐγεννήθη καὶ ἀνεγνώρισε τὴν πρώτην εὐεργεσίαν, ἔλαβεν ἀπὸ τὸν Θεὸν καὶ δευτέραν εὐεργεσιαν· ἐγέννησε τὸν ἀδελφὸν τοῦ Κάϊν, τὸν Ἄβελ, ποὺ σημαίνει ματαιότης. Καὶ τὰ δύο παιδιά, ἂν καὶ τὰ εἶχαν ὅλα πλούσια, δὲν ἔμειναν χωρὶς ἐργασίαν· ὁ μὲν Ἄβελ ἔγινε κτηνοτρόφος, βοσκὸς αἰγοπροβάτων, ὁ δὲ Κάϊν γεωργός, καλλιεργητὴς τῆς γῆς.

Γεν. 4,3

καὶ ἐγένετο μεθ’ ἡμέρας ἤνεγκε Κάϊν ἀπὸ τῶν καρπῶν τῆς γῆς θυσίαν τῷ Κυρίῳ,

Κολιτσάρα

Μετά τινα χρόνον ὁ Κάϊν προσέφερε θυσίαν εἰς τὸν Θεὸν ἀπὸ τοὺς καρποὺς τῶν ἀγρῶν του.

Τρεμπέλα

Καὶ ὕστερα ἀπὸ ὀλίγες ἡμέρες ὁ Κάϊν ἐπῆρε ἀπὸ τὴν σειράν, ὅπως - ὅπως, καρποὺς ἀπὸ τὰ γεννήματα τῆς γῆς καὶ τὰ ἐπρόσφερε τυπικά, πρόχειρα, μὲ τρόπον ὄχι ἀνάλογον πρὸς τὴν μεγαλειότητα τοῦ Θεοῦ, ὡς θυσίαν εἰς τὸν Θεόν.

Γεν. 4,4

καὶ Ἄβελ ἤνεγκε καὶ αὐτὸς ἀπὸ τῶν πρωτοτόκων τῶν προβάτων αὐτοῦ καὶ ἀπὸ τῶν στεάτων αὐτῶν. καὶ ἐπεῖδεν ὁ Θεὸς ἐπὶ Ἄβελ καὶ ἐπὶ τοῖς δώροις αὐτοῦ,

Κολιτσάρα

Ὁ δὲ Ἄβελ προσέφερε καὶ αὐτὸς θυσίαν ἀπὸ τὰ πρωτότοκα τῶν προβάτων του καὶ μάλιστα ἀπὸ τὰ πλέον εὐτραφῆ καὶ παχέα. Ὁ δὲ Θεὸς εἶδε μὲ εὐμένειαν τὸν Ἄβελ καὶ τὰ δῶρα του.

Τρεμπέλα

Ὁ Ἀβελ ὅμως ἐδιάλεξε ἀπὸ τὰ πρωτότοκα τῶν προβάτων του καὶ μάλιστα ἀπὸ τὰ πιὸ παχειὰ καὶ τὰ πιὸ πολύτιμα, δηλαδὴ τὰ ἄριστα τῶν ἀρίστων εἰς ποιότητα, καὶ ἐπρόσφερε καὶ αὐτὸς θυσίαν εἰς τὸν Θεόν. Καὶ ὁ Θεὸς ἔδειξεν εὔνοιαν καὶ ἔκαμε δεκτὴν τὴν θυσίαν τοῦ Ἄβελ καὶ τὰ δῶρα τῆς εὐγνωμοσύνης τοῦ ἐπῄνεσε τὴν φιλόθεον διάθεσίν του καὶ ἰκανοποιήθη διὰ τὴν ἐκλεκτὴν προσφοράν,

Γεν. 4,5

ἐπὶ δὲ Κάϊν καὶ ἐπὶ ταῖς θυσίαις αὐτοῦ οὐ προσέσχε. καὶ ἐλυπήθη Κάϊν λίαν, καὶ συνέπεσε τῷ προσώπῳ αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

Εἰς τὸν Κάϊν ὅμως καὶ τὴν θυσίαν του δὲν ἔδωσε καμμίαν προσοχήν. Ἕνεκα τούτου ὁ Κάϊν ἐδυσφόρησε πάρα πολὺ καὶ ἐσκυθρώπασε τὸ πρόσωπον αὐτοῦ.

Τρεμπέλα

ἐνῷ εἰς τὸν Κάϊν καὶ τὶς θυσίες του δὲν ἔδωκε σημασίαν καὶ ἀπέρριψεν ἐκεῖνα ποὺ τοῦ ἐπρόσφερε μὲ προχειρότητα, μὲ τυπικότητα καὶ μὲ τρόπον ὄχι ἀντάξιον τῆς μεγαλειότητός του. Καὶ ἐλυπήθη πάρα πολὺ ὁ Κάϊν, ἐδυσφόρησε, ἐσκυθρώπασε καὶ «ἔρριξε τὰ μούτρα του», διότι ὁ Κύριος δὲν ἐδέχθη τὴν θυσίαν του, ἐνῷ ἐδέχθη εὐχαρίστως τὸ δῶρον τοῦ ἀδελφοῦ του.

Γεν. 4,6

καὶ εἶπε Κύριος ὁ Θεὸς τῷ Κάϊν· ἵνα τί περίλυπος ἐγένου, καὶ ἵνα τί συνέπεσε τὸ πρόσωπόν σου;

Κολιτσάρα

Ἠρώτησε Κύριος ὁ Θεὸς τὸν Κάιν· «διατί ἔγινες περίλυπος καὶ κατέβασες ὀργισμένος τὰ μοῦτρα σου;

Τρεμπέλα

Καὶ ὅταν ὁ παντοδύναμος καὶ ἀπειροτέλειος Θεὸς εἶδε τὸν Κάϊν νὰ λυπῆται ὑπερβολικὰ καὶ ἕτοιμον νὰ καταποντισθῇ εἰς τὸ πέλαγος τῶν θλίψεων, δὲν τὸν παρέβλεψε, ἀλλὰ τοῦ εἶπε· «διατί ἐκυριεύθης ἀπὸ λύπην, ἐδυσφόρησες, «ἔρριξες τὰ μούτρα σου» καὶ ἐσκοτείνιασε τὸ πρόσωπόν σου;»

Γεν. 4,7

οὐκ ἐὰν ὀρθῶς προσενέγκῃς, ὀρθῶς δὲ μὴ διέλῃς, ἥμαρτες; ἡσύχασον· πρὸς σὲ ἡ ἀποστροφὴ αὐτοῦ, καὶ σὺ ἄρξεις αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

Δὲν γνωρίζεις ὅτι ἐὰν προσφέρῃς δῶρα ὡς θυσίαν εἰς τὸν ἀληθινὸν Θεόν, δὲν ἐκλέξῃς ὅμως τὰ καλὰ δῶρα εἰς ἔνδειξιν εὐλαβείας, ἁμαρτάνεις ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ; Ἀλλὰ ἡσύχασε· τὸ κακὸν εἶναι εἰς τὴν ἐξουσίαν σου καὶ δύνασαι ἂν θέλῃς νὰ τὸ νικήσῃς».

Τρεμπέλα

Δὲv ἔχεις δίκαιον νὰ ἁμαρτάνῃς εἰς ἑμέ, ἐπειδὴ δὲν ἔκαμα δεκτὴν τὴν θυσίαν σου. Διότι σὲ ἐρωτῶ· «δἐν ἁμαρτάνεις ὅταν προσφέρῃς μὲν σωστὰ τὴν θυσίαν σου, δὲν ξεχωρίζῃς ὅμως προηγουμένως σωστὰ μὲ εἰλικρινῆ διάθεσιν ἀληθινῆς εὐγνωμοσύνης καὶ εὐσεβείας ἐκεῖνο ποὺ προσφέρεις ὡς θυσίαν εἰς τὸν Θεόν;» Καὶ ἐπειδὴ ὁ παντογνώστης Θεὸς προεῖδε τὸν φόνον, ποὺ θὰ ἔκαμνε ὁ Κάϊν, διὰ να καταπραΰνῃ τὸν Κάϊν ἐπρόσθεσεν· «ὅ,τι ἔγινε ἔγινε· ἁμάρτησες, τώρα ὅμως ἡσύχασε!» Δὲν ἔχεις λόγον νὰ εἶσαι ὠργισμένος ἐναντίον τοῦ ἀδελφοῦ σου, διότι δὲν σοῦ πταίει· «δὲν σοῦ ἀφαιρῶ τὰ προνόμια τῶν πρωτοτοκιῶν· αὐτὸς θὰ εἶναι πάντοτε ἀφωσιωμένος εἰς σέ, θὰ σὲ σέβεται καὶ θὰ σὲ τιμᾷ ὡς μεγαλύτερόν του· καὶ σὺ θὰ εἶσαι ὁ ἄρχοντας καὶ ὁ ἀφέντης ποὺ θὰ τὸν ἐζουσιάζῃς».

Γεν. 4,8

καὶ εἶπε Κάϊν πρὸς Ἄβελ τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ· διέλθωμεν εἰς τὸ πεδίον. καὶ ἐγένετο ἐν τῷ εἶναι αὐτοὺς ἐν τῷ πεδίῳ, ἀνέστη Κάϊν ἐπὶ Ἄβελ τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ καὶ ἀπέκτεινεν αὐτόν.

Κολιτσάρα

Σκυθρωπὸς καὶ φθονερὸς ὁ Κάϊν εἶπε εἰς τὸν ἀδελφόν του τὸν Ἄβελ· «ἂς περάσωμεν εἰς τὴν πεδιάδα». Ὅταν δὲ ἔφθασαν εἰς τὴν πεδιάδα, ὁ Κάϊν ἐπετέθη αἰφνιδίως καὶ μὲ ὁρμὴν ἐναντίον τοῦ Ἄβελ, τοῦ ἀδελφοῦ του, καὶ τὸν ἐφόνευσεν.

Τρεμπέλα

Ὁ Κάιν ὅμως ὡσὰν μεθυσμένος πσθέτει εἰς τὸ πάθημα καὶ τὸ τραῦμα του καὶ ἄλλην πληγήν· δὲν ἐδέχθη τὴν ἰατρικὴν βοήθειαν ποὺ τοῦ ἐδόθη ἀπὸ τὸν Θεὸν καὶ σπεύδει να πραγματοποιήσει τὸν φόνον, ποὺ ἐσχεδίασε μὲ τὸν νοῦν του. Ἀπάτησε μὲ δόλον τὸν ἀδελφόν του καὶ τοῦ εἶπεν· «ἂς περάσωμεν εἰς τὴν πεδιάδα». Ὅταν εὑρέθησαν εἰς τὴν πεδιάδα, ὁ Κάϊν ἐσηκώθη καὶ ἐπετέθη ἔξαφνα κατὰ τοῦ ἀνυπόπτου καὶ ἀθώου ἀδελφοῦ του Ἄβελ καὶ τὸν ἐφόνευσε.

Γεν. 4,9

καὶ εἶπε Κύριος ὁ Θεὸς πρὸς Κάϊν· ποῦ ἔστιν Ἄβελ ὁ ἀδελφός σου; καὶ εἶπεν· οὐ γινώσκω· μὴ φύλαξ τοῦ ἀδελφοῦ μου εἰμὶ ἐγώ;

Κολιτσάρα

Ὁ Κύριος καὶ Θεὸς ἠρώτησε τὸν Κάϊν· «ποῦ εἶναι ὁ ἀδελφός σου ὁ Ἄβελ;» Καὶ ἐκεῖνος ἀπήντησε· «δὲν γνωρίζω· μήπως ἐγὼ εἶμαι φύλακας τοῦ ἀδελφοῦ μου;»

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ παντοδύναμος Θεός, φερόμενος μὲ ἀγαθότητα καὶ μακροθυμίαν πρὸς τὸν ἀδελφοκτόνον Κάϊν, διὰ νὰ τὸν βοηθήσῃ νὰ ὁμολογήσῃ τὸ σφάλμα του τὸν ἐρωτησε: «Ποῦ εὑρίσκεται ὁ Ἄβελ, ὁ ἀδελφός σου;» Καὶ ἐκεῖνος ἀπάντησε μὲ ἀναίδειαν· «δὲν γνωρίζω, δὲν ἔχω ἰδέαν»· καὶ ζαλισμένος ἀπὸ τὴν ἁμαρτίαν ἐτόλμησε νὰ προσθέσῃ μὲ αὐθάδειαν· «μήπως ἐγὼ εἶμαι φύλακας τοῦ ἀδελφοῦ μου;»

Γεν. 4,10

καὶ εἶπε Κύριος· τί πεποίηκας; φωνὴ αἵματος τοῦ ἀδελφοῦ σου βοᾷ πρός με ἐκ τῆς γῆς.

Κολιτσάρα

Εἶπε δὲ ὁ Κύριος· «τί εἶναι αὐτὸ ποῦ ἔκαμες; Ἡ φωνὴ τοῦ αἵματος τοῦ φονευθέντος ἀδελφοῦ σου ὑψώνεται ἀπὸ τὴν γῆν εἰς τὸν οὐρανὸν πρὸς ἐμὲ καὶ βοᾷ ζητοῦσα τὴν τιμωρίαν σου.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Κύριος εἶπε πρὸς τὸν Κάϊν· «διὰ ποίαν αἰτίαν ἔκαμες τὸν φοβερὸν τοῦτον φόνον; Ἡ φωνὴ τοῦ αἵματος τοῦ ἀθώου ἀδελφοῦ σου ἀνεβαίνει ἀπὸ τὴν γῆν, μοῦ φωνάζει καὶ ζητεῖ ἐκδίκησιν ἀπὸ ἑμέ, ποὺ εἶμαι ὁ ἐκδικητὴς τῶν ἀδικουμένων».

Γεν. 4,11

καὶ νῦν ἐπικατάρατος σὺ ἀπὸ τῆς γῆς, ἣ ἔχανε τὸ στόμα αὐτῆς δέξασθαι τὸ αἷμα τοῦ ἀδελφοῦ σου ἐκ τῆς χειρός σου·

Κολιτσάρα

Καὶ τώρα θὰ εἶσαι σὺ κατηραμένος καὶ σὰν ξένος ἀπὸ τὴν γῆν αὐτήν, ἡ ὁποία ἤνοιξε τὸ στόμα της καὶ κατέπιε τὸ αἷμα τοῦ ἀδελφοῦ σου, τὸν ὁποῖον σὺ μὲ τὸ ἐγκληματικόν σου χέρι ἐφόνευσες.

Τρεμπέλα

Διὰ τοῦτο σὲ τιμωρῶ μὲ ποινήν, ποὺ θὰ μείνῃ ἀλησμόνητος καὶ θὰ εἶναι παράδειγμα εἰς ὅλους τοὺς μεταγενεστέρους. «Τώρα, ἐπειδὴ ἐπετέθης ἀπὸ φθόνον κατὰ τοῦ ἀδελφοῦ σου καὶ τὸν ἐσκότωσες, θὰ εἶσαι καταραμένος καὶ ὡσὰν ξένος ἀπὸ τὴν γῆν, ποὺ ἄνοιξε τὸ στόμα της διὰ νὰ δεχθῇ τὸ αἷμα τοῦ ἀδελφοῦ σου, τὸν ὁποῖον ἐσκότωσες μὲ τὸ χέρι σου»· θὰ εἶσαι καταράμενος ἀπὸ τὴν γῆν, ἡ ὁποία ἐδέχθη νὰ ποτισθῇ ἀπὸ αἷμα ἀθώου, ποὺ ἐχύθη ἐξ αἰτίας τόσον μεγάλης ἔχθρας καὶ μὲ τὸ χέρι ἑνὸς τόσον ἀσεβοῦς, ὅπως εἶσαι σύ.

Γεν. 4,12

ὅτε ἐργᾷ τὴν γῆν, καὶ οὐ προσθήσει τὴν ἰσχὺν αὐτῆς δοῦναί σοι· στένων καὶ τρέμων ἔσῃ ἐπὶ τῆς γῆς.

Κολιτσάρα

Ὅταν ἐργάζεσαι καὶ καλλιεργῇς τὴν γῆν αὐτήν, δὲν θὰ παρέχῃ τὴν δύναμίν της νὰ ἀποδώσῃ εἰς σὲ τοὺς καρπούς της. Σὺ δὲ θὰ εὑρίσκεσαι συνεχῶς εἰς κατάστασιν στεναγμῶν καὶ τρόμων, καὶ σὰν καταδιωκόμενος θὰ περιπλανᾶσαι ἐπάνω εἰς τὴν γῆν αὐτήν».

Τρεμπέλα

«Ὅταν θὰ καλλιεργῇς τὴν γῆν, ποὺ ἐμολύνθη μὲ τὸ αἷμα τοῦ ἀθώου ἀδελφοῦ σου, αὐτὴ δὲν θὰ σοῦ δίδῃ τοὺς καρπούς της· ὅλος ὁ κόπος, ποὺ θὰ καταβάλλῃς, θὰ σοῦ εἶναι ἀνώφελος· αὐτὴ δὲν θὰ δίδῃ γεννήματα». Δὲν θὰ σταματήσουν ὅμως εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο οἱ τιμωρίες σου· ἐπειδὴ δὲν ἐχρησιμοποίησες διὰ καλὸν σκοπόν τὶς δυνάμεις τοῦ σώματος καὶ τῶν μελῶν σου, «θὰ στενάζῃς καὶ θὰ τρέμῃς ὅσον θὰ ζῇς ἐπάνω εἰς τὴν γῆν, εἰς ὅποιο μέρος καὶ ἂν εὑρίσκεσαι· θὰ περιπλανᾶσαι ἐδῶ καὶ ἐκεῖ ὡσὰν ξένος, φυγὰς καὶ ἀλήτης». Ἡ ταραχὴ καὶ ὁ τρόμος θὰ σοῦ ὑπενθυμίζουν πάντοτε τὸν ἀνόσιον φόνον· ὅσοι σὲ βλέπουν θὰ παραδειγματίζονται, ὥστε νὰ μὴ ἀποτολμοῦν φόνον ἀδελφικόν. Σὲ ἀφήνω δὲ νὰ ζήσῃς διὰ νὰ διδαχθῇς πόσον ὀλέθριον ἔγκλημα ἔκαμες.

Γεν. 4,13

καὶ εἶπε Κάϊν πρὸς Κύριον τὸν Θεόν· μείζων ἡ αἰτία μου τοῦ ἀφεθῆναί με·

Κολιτσάρα

Ἔκραξε τότε ὁ Κάϊν ἀπηλπισμένος καὶ ἀναστατωμένος πρὸς τὸν Θεόν· «τὸ ἔγκλημα καὶ ἡ ἐνοχή μου εἶναι μεγαλυτέρα ἀπὸ τὴν θείαν συγγνώμην.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Κάϊν ἐξομολογούμενος τὴν ἁμαρτίαν του, πολὺ ἀργὰ ὅμως, διότι ἐτιμωρήθη πλέον, εἶπε πρὸς τὸν παντοδύναμον καὶ ἀπειροτέλειον Θεὸν ἀπελπισμένος: «Τὸ ἔγκλημα διὰ τὸ ὁποῖον κατηγοροῦμαι καὶ ἡ τιμωρία, ποὺ μοῦ ἐπιβάλλεις δι’ αὐτό, εἶναι πολὺ βαρειά. Δεν ἠμπορῶ νὰ ζήσω μὲ τιμωρίαν τόσον μεγάλην καὶ τόσον ἀσυγχώρητον.

Γεν. 4,14

εἰ ἐκβάλλεις με σήμερον ἀπὸ προσώπου τῆς γῆς καὶ ἀπὸ τοῦ προσώπου σου κρυβήσομαι, καὶ ἔσομαι στένων καὶ τρέμων ἐπὶ τῆς γῆς, καὶ ἔσται πᾶς ὁ εὑρίσκων με, ἀποκτενεῖ με.

Κολιτσάρα

Ἐὰν ὅμως μὲ διώξῃς ἀπὸ τὴν περιοχὴν αὐτήν, ὅπου σήμερον εὑρίσκομαι, καὶ ἀποστρέψῃς τὸ πρόσωπόν σου ἀπὸ ἐμὲ καὶ θὰ εἶμαι σὰν κρυμμένος ἀπὸ τὴν θείαν σου παρουσίαν, θὰ περιφέρωμαι στενάζων καὶ τρέμων εἰς τὴν γῆν, καὶ τότε ὁ πρῶτος τυχῶν, ποὺ θὰ μὲ συναντήσῃ, θὰ μὲ φονεύσῃ».

Τρεμπέλα

Ἐὰν σήμερον μὲ διώχνῃς ἀπὸ τὸ πρόσωπον τῆς γῆς καὶ ὁρίζῃς νὰ μὴ ἔχω πουθενὰ καταφύγιον· ἐὰν ὥρισες νὰ εἶμαι καταράμενος ἀπὸ τὴν γῆν καὶ ἀπέστρεψες τὸ πρόσωπόν σου ἀπὸ ἑμέ, θὰ κρύπτωμαι ἀπὸ τὴν θείαν παρουσίαν σου καὶ θὰ στενάζω καὶ θὰ τρέμω ἐπάνω εἰς τὴν γῆν· καὶ ἐφ’ ὅσον θὰ εἶμαι ἀπροστάτευτος, ὁ πρῶτος ποὺ θὰ μὲ συναντήσῃ θὰ μὲ σκοτώσῃ, ἀφοῦ καὶ αὐτὰ τὰ μέλη τοῦ σώματός μου ἔχουν παραλύσει καὶ δὲν ἠμπορῶ νὰ ὑπερασπίσω τὸν ἑαυτόν μου».

Γεν. 4,15

καὶ εἶπεν αὐτῷ Κύριος ὁ Θεός· οὐχ οὕτως, πᾶς ὁ ἀποκτείνας Κάϊν ἑπτὰ ἐκδικούμενα παραλύσει. καὶ ἔθετο Κύριος ὁ Θεὸς σημεῖον τῷ Κάϊν τοῦ μὴ ἀνελεῖν αὐτὸν πάντα τὸν εὑρίσκοντα αὐτόν.

Κολιτσάρα

Εἶπε δὲ πρὸς αὐτὸν ὁ Θεός· «δὲν θὰ συμβῇ κάτι τέτοιο· διότι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θὰ φονεύσῃ τὸν Κάιν, θὰ ἐπισύρῃ ἐναντίον του πολὺ περισσοτέρας τιμωρίας καὶ θὰ παραλύσῃ κάτω ἀπὸ τὸ βάρος αὐτῶν». Ἔθεσε δὲ ὁ Θεὸς κάποιο σημάδι εἰς τὸν Κάϊν, ὥστε κανεὶς ἀπὸ ὅσους θὰ τὸν συναντοῦσαν, νὰ μὴ τὸν φονεύσῃ.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Θεὸς εἶπε πρὸς τὸν Κάϊν· «δὲν εἶναι ἔτσι· αὐτὰ δὲν θὰ γίνουν ὅπως φαντάζεσαι· δὲν θὰ συμβῇ ἐκεῖνο ποὺ φοβεῖσαι, διότι ἑγὼ ὁρίζω τοῦτο: Ἐκεῖνος, ποὺ θὰ φονεύσῃ τὸν Κάϊν γίνεται ἔνοχος ἑπταπλασίας τιμωρίας καὶ θὰ δεχθῇ ἑπταπλασίαν ἐκδίκησιν· θὰ ὑποστῇ τελείαν καὶ σκληρὰν τιμωρίαν ἀπὸ ἐμὲ καὶ θὰ παραλύσῃ ἐντελῶς». Καὶ ὁ Θεὸς ἔβαλε κάποιο σημάδι ἀνεξίτηλον εἰς τὸν Κάϊν, ὥστε ὅσοι τὸν βλέπουν νὰ τὸν ἀναγνωρίζουν ἀμέσως ὡς ἀδελφοκτόνον. Τὸ σημάδι ἐκεῖνο θὰ τὸν ἐπροφύλασσε, διότι ὁποιοσδήποτε τὸν συναντοῦσε θὰ τὸν ἀπέφευγε καὶ δὲν θὰ τὸν ἐσκότωνε· θὰ τὸν ἄφηνε νὰ ζῇ τὴν ἀθλίαν καὶ βασανισμένην ζωήν του, διὰ νὰ εἶναι τὸ παράδειγμά του διδασκαλία σωφρονισμοῦ.

Γεν. 4,16

ἐξῆλθε δὲ Κάϊν ἀπὸ προσώπου τοῦ Θεοῦ καὶ ᾤκησεν ἐν γῇ Ναὶδ κατέναντι Ἐδέμ.

Κολιτσάρα

Ἔφυγε δὲ τότε ὁ Κάϊν ἀπὸ τὴν περιοχήν, εἰς τὴν ὁποίαν μέχρι τότε εὑρίσκετο καὶ εἶχε τὴν εὐλογίαν τοῦ Θεοῦ, καὶ κατῴκησεν εἰς τὴν χώραν Ναίδ, ἡ ὁποία εὑρίσκετο ἀπέναντι ἀπὸ τὴν Ἐδέμ.

Τρεμπέλα

Ἀφοῦ ὁ Κάϊν ἐδέχθη τὴν ἀπόφασιν τοῦ θείου Δικαστοῦ, ἀπεμακρύνθη ὁλοτελῶς καὶ ὁριστικῶς ἀπὸ τὸν Θεόν. Ἐξ αἰτίας τῆς ἀδελφοκτονίας ἐστερήθη τῆς θείας προστασίας, ἐχωρίσθη ἀπὸ τὴν οἰκογενειακὴν λατρείαν τοῦ Θεοῦ καὶ ἑκατοίκησεν εἰς τὴν χώραν Ναὶδ (ἢ Νώδ), ἀπέναντι ἀπὸ τὴν Ἐδέμ. Τὸ ἑβραϊκὸν ὄνομα Ναίδ, τὸ ὁποῖον σημαίνει τόπον ποὺ τρέμει καὶ σείεται, ἐφανέρωνε τὴν συνεχῆ ταραχὴν καὶ τὸν τρόμον, ποὺ ἐδοκίμαζε ψυχικῶς καὶ σωματικῶς ὁ ἀδελφοκτόνος Κάϊν.

Γεν. 4,17

Καὶ ἔγνω Κάϊν τὴν γυναῖκα αὐτοῦ, καὶ συλλαβοῦσα ἔτεκε τὸν Ἐνώχ. καὶ ἦν οἰκοδομῶν πόλιν καὶ ἐπωνόμασε τὴν πόλιν ἐπὶ τῷ ὀνόματι τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ, Ἐνώχ.

Κολιτσάρα

Ὁ Κάϊν ἐγνώρισε τότε τὴν σύζυγόν του, ἡ ὁποία ἔμεινεν ἔγκυος καὶ ἐγέννησε τὸν Ἐνώχ. Ἔκτισε δὲ ὁ Κάϊν μίαν πόλιν καὶ ὠνόμασεν αὐτήν μὲ τὸ ὄνομα τοῦ υἱοῦ του, Ἐνώχ.

Τρεμπέλα

Ὁ Κάϊν συνευρέθη μὲ τὴν σύζυγόν του καὶ αὐτή, ἀφοῦ ἔμεινεν ἔγκυος, ἐγέννησε τὸν Ἐνώχ. Καὶ διὰ νὰ μὴ πλανᾶται ἐδῶ καὶ ἐκεῖ ἔκτισε πόλιν, τὴν ὁποίαν ὠνόμασεν Ἐνώχ, ἀπὸ τὸ ὄνομα τοῦ παιδιοῦ του.

Γεν. 4,18

ἐγεννήθη δὲ τῷ Ἐνὼχ Γαϊδάδ, καὶ Γαϊδὰδ ἐγέννησε τὸν Μαλελεήλ, καὶ Μαλελεὴλ ἐγέννησε τὸν Μαθουσάλα, καὶ Μαθουσάλα ἐγέννησε τὸν Λάμεχ.

Κολιτσάρα

Ἀπὸ δὲ τὸν Ἐνώχ ἐγεννήθη ὁ Γαϊδάδ. Ὁ Γαϊδὰδ ἐγέννησε τὸν Μαλελεήλ, ὁ δὲ Μαλελεὴλ ἐγέννησε τὸν Μαθουσάλα, καὶ ὁ Μαθουσάλα ἐγέννησε τὸν Λάμεχ.

Τρεμπέλα

Ἐγεννήθη δὲ ἀπὸ τὸν Ἐνὼχ ὁ Γαϊδάδ, καὶ ὁ Γαϊδὰδ ἐγέννησε τὸν Μαλελεήλ, καὶ ὁ Μαλελεὴλ ἐγέννησε τὸν Μαθουσάλα, καὶ ὁ Μαθουσάλα ἐγέννησε τὸν Λάμεχ.

Γεν. 4,19

καὶ ἔλαβεν ἑαυτῷ Λάμεχ δύο γυναῖκας, ὄνομα τῇ μιᾷ Ἀδά, καὶ ὄνομα τῇ δευτέρᾳ Σελλά.

Κολιτσάρα

Ἔλαβε δὲ ὁ Λάμεχ δύο συγχρόνως συζύγους. Ἡ μία ὠνομάζετο Ἀδὰ καὶ ἡ δευτέρα Σελλά.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Λάμεχ, ἕβδομος ἀπόγονος τοῦ Ἀδὰμ ἀπὸ τὸν υἱόν του Κάϊν, κατήργησε πρῶτος τὴν μονογαμίαν καὶ ἐνυμφεύθη ταυτοχρόνως δύο γυναίκες· τὸ ὄνομα τῆς μιᾶς ἦταν Ἀδά, καὶ τὸ ὄνομα τῆς δευτέρας ἦταν Σελλά.

Γεν. 4,20

καὶ ἔτεκεν Ἀδὰ τὸν Ἰωβήλ· οὗτος ἦν πατὴρ οἰκούντων ἐν σκηναῖς κτηνοτρόφων.

Κολιτσάρα

Ἡ Ἀδὰ ἐγέννησε τὸν Ἰωβήλ. Αὐτὸς ἦτο γενάρχης τῶν κτηνοτρόφων, οἱ ὁποῖοι περιφερόμενοι ἀνὰ τὰς διαφόρους βοσκησίμους περιοχὰς δὲν εἶχον μόνιμον οἰκίαν, ἀλλὰ ἐζοῦσαν εἰς σκηνάς.

Τρεμπέλα

Ἡ Ἀδὰ ἐγέννησε τὸν Ἰωβήλ· αὐτὸς ἦταν ὁ πρόγονος καὶ ὁ διδάσκαλος τῶν ποιμένων καὶ γενικῶς τῶν κτηνοτρόφων, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶχαν μόνιμον κατοικίαν, ἀλλὰ ἐκατοικοῦσαν εἰς σκηνές.

Γεν. 4,21

καὶ ὄνομα τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ Ἰουβάλ· οὗτος ἦν ὁ καταδείξας ψαλτήριον καὶ κιθάραν.

Κολιτσάρα

Ἀδελφὸς τοῦ Ἰωβὴλ ἦτο ὁ Ἰουβάλ. Αὐτὸς ἦτο συνθέτης ὕμνων καὶ διδάσκαλος τῆς μουσικῆς.

Τρεμπέλα

Καὶ τὸ ὄνομα τοῦ ἀδελφοῦ τοῦ Ἰωβὴλ ἦταν Ἰουβάλ· αὐτὸς εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἔδειξε πρῶτος τὴν χρῆσιν (τοῦ ψαλτηρίου καὶ τῆς κιθάρας ἤ) τῆς λύρας (τῶν ἐγχόρδων μουσικῶν ὀργάνων) καὶ τῆς φλογέρας (τῶν πνευστῶν μουσικῶν ὀργάνων)· ἔτσι ἔγινεν ὁ πατέρας τῆς μουσικῆς.

Γεν. 4,22

Σελλὰ δὲ καὶ αὐτὴ ἔτεκε τὸν Θόβελ, καὶ ἦν σφυροκόπος χαλκεὺς χαλκοῦ καὶ σιδήρου· ἀδελφὴ δὲ Θόβελ Νοεμά.

Κολιτσάρα

Ἡ Σελλὰ ἐγέννησε καὶ αὐτὴ τὸν Θόβελ, ὁ ὁποῖος κατειργάζετο τὸν χαλκὸν καὶ τὸν σίδηρον καὶ κατεσκεύαζεν ἐργαλεῖα. Ἀδελφὴ δὲ τοῦ Θόβελ ἦτο ἡ Νοεμά.

Τρεμπέλα

Ἡ Σελλὰ δὲ ἐγέννησε καὶ αὐτὴ τὸν Θόβελ· αὐτὸς ἦταν χαλκουργὸς καὶ σιδηρουργός, κατασκευαστὴς χαλκίνων καὶ σιδηρῶν ἐργαλείων· ἐδίδαξε τὴν μεταλλουργίαν διὰ σκοποὺς γεωργικοὺς καὶ πολεμικούς. Ἀδελφὴ δὲ τοῦ Θόβελ ἦταν ἡ Νοεμά.

Γεν. 4,23

εἶπε δὲ Λάμεχ ταῖς ἑαυτοῦ γυναιξίν· Ἀδὰ καὶ Σελλά, ἀκούσατέ μου τῆς φωνῆς, γυναῖκες Λάμεχ, ἐνωτίσασθέ μου τοὺς λόγους, ὅτι ἄνδρα ἀπέκτεινα εἰς τραῦμα ἐμοὶ καὶ νεανίσκον εἰς μώλωπα ἐμοί·

Κολιτσάρα

Ὁ δὲ Λάμεχ καυχώμενος διὰ τὴν ἀγριότητά του, εἶπεν εἰς τὰς γυναῖκας του· «Ἀδὰ καὶ Σελλά, ἀκούσατε τὴν φωνήν μου· γυναῖκες Λάμεχ ἀνοίξατε τὰ αὐτιά σας διὰ νὰ ἀκούσετε τοὺς λόγους μου· ἐφόνευσα ἕνα ἄνδρα, διότι μὲ ἐπλήγωσε, καὶ ἕνα νεανίαν διότι μὲ ἐτραυμάτισε.

Τρεμπέλα

Ἐκάλεσε δὲ ὁ Λάμεχ τὶς δύο γυναῖκες του καὶ τοὺς εἶπεν ἐξομολογούμενος (ἢ κατ’ ἄλλους ἑρμηνευτὰς καυχώμενος ἐγωϊστικῶς διὰ τὴν σκληρότητά του): «Ἀδὰ καὶ Σελλά, ἀκοῦστε τὴν φωνήν μου· σύζυγοι τοῦ Λάμεχ, ἀφουγκρασθῆτε τὰ λόγια μου, δῶστε πολλὴν προσοχὴν εἰς ὅ,τι θὰ σᾶς εἰπῶ καὶ θὰ σᾶς ἀποκαλύψω· ἐσκότωσα ἕνα ἄνδρα, διότι μὲ ἐπλήγωσε, καὶ ἕνα νέον, διότι μὲ ἐμωλώπισε».

Γεν. 4,24

ὅτι ἑπτάκις ἐκδεδίκηται ἐκ Κάϊν, ἐκ δὲ Λάμεχ ἑβδομηκοντάκις ἑπτά.

Κολιτσάρα

Ἑπτὰ φορὰς ἐτιμωρήθη ὁ Κάϊν διὰ τὸν φόνον τοῦ ἀδελφοῦ του, ἑβδομήκοντα φορὰς ἑπτὰ θὰ τιμωρὼ ἐγὼ ὁ Λάμεχ ἐκεῖνον, ποὺ θὰ τολμήσῃ νὰ μὲ θίξῃ».

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Λάμεχ, ἐπειδὴ ἐπιέζετο ἀπὸ τὴν συνείδησίν του, τιμωρεῖ τὸν ἑαυτόν του διὰ τοὺς δύο φόνους, προσθέτων: «Ἐὰν διὰ τὸν προπάτορά μου τὸν Κάϊν ἐξ αἰτίας ἐνὸς φόνου ἔχει ληφθῆ ἑπταπλασία ἐκδίκησις, τότε δι’ ἐμὲ τὸν Λάμεχ εἶναι δίκαιον να ληφθῇ σκληροτέρα ἐκδίκησις· ἐγὼ πρέπει νὰ καταστῶ ἔνοχος τιμωρίας ἑβδομήκοντα φορὲς ἑπτὰ αὐστηροτέρας· δηλαδὴ νὰ τιμωρηθῶ 490 φορές». (Ἢ κατ’ ἄλλους ἑρμηνευτάς: Καὶ ὁ Λάμεχ καυχώμενος ἐγωϊστικῶς διὰ τὴν δύναμίν του καὶ διὰ τὸ ὅτι δὲν ἔχει ἀνάγκην τῆς προστασίας τοῦ Θεοῦ, εἶπεν· ἐὰν ὅποιος ἐφόνευε τὸν Κάϊν θὰ ὑφίστατο ἑπταπλασίαν ἐκδίκησιν, τότε ἐκεῖνος ποὺ θὰ τολμήσῃ νὰ σκοτώσῃ ἐμὲ τὸν Λάμεχ θὰ τιμωρηθῇ μὲ ἐκδίκησιν πολὺ αὐστηροτέραν καὶ σκληροτέραν· θὰ τιμωρηθῇ ἑβδομήκοντα φορὲς ἑπτά· δηλαδὴ 490 φορές).

Γεν. 4,25

Ἔγνω δὲ Ἀδὰμ Εὔαν τὴν γυναῖκα αὐτοῦ, καὶ συλλαβοῦσα ἔτεκεν υἱόν, καὶ ἐπωνόμασε τὸ ὄνομα αὐτοῦ Σήθ, λέγουσα· ἐξανέστησε γάρ μοι ὁ Θεὸς σπέρμα ἕτερον ἀντὶ Ἄβελ, ὃν ἀπέκτεινε Κάϊν.

Κολιτσάρα

Ὁ δὲ Ἀδὰμ ἐγνώρισε πάλιν τὴν γυναῖκα αὐτοῦ, ἡ ὁποία ἔμεινεν ἔγκυος καὶ ἐγέννησεν υἱόν, τὸν ὁποῖον ὠνόμασε Σὴθ λέγουσα· «ὁ Θεὸς μοῦ ἔδωσε ἄλλο παιδὶ ἀντὶ τοῦ Ἄβελ, τὸν ὁποῖον ἐφόνευσεν ὁ Κάϊν».

Τρεμπέλα

Ὁ δὲ Ἀδὰμ συνευρέθη μὲ τὴν γυναῖκα του τὴν Εὔαν, ἡ ὁποία άφοῦ ἔμεινεν ἔγκυος ἐγέννησεν υἱὸν καὶ ἔδωκεν εἰς αὐτὸν τὸ ὄνομα Σήθ, λέγουσα μὲ πόνον ψυχῆς: «Τὸν ὠνόμασα Σήθ (τὸ ὁποῖον εἰς τὰ ἑλληνικὰ σημαίνει ἀντικατάστασις), διότι ὁ Θεὸς μοῦ ἔδωκεν ἄλλο παιδὶ ἀντὶ τοῦ Ἄβελ, τὸν ὁποῖον ἐσκότωσεν ὁ Κάϊν». Ἔτσι οἱ μεταγενέστεροι ἀπὸ τὸ ὄνομα Σὴθ θὰ ἐνθυμοῦνται πάντοτε τὸ ἔγκλημα τοῦ Κάϊν.

Γεν. 4,26

καὶ τῷ Σὴθ ἐγένετο υἱός, ἐπωνόμασε δὲ τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἐνώς· οὗτος ἤλπισεν ἐπικαλεῖσθαι τὸ ὄνομα Κυρίου τοῦ Θεοῦ.

Κολιτσάρα

Ὁ δὲ Σὴθ ἀπέκτησεν υἱόν, τὸν ὁποῖον ὠνόμασεν Ἐνώς. Αὐτὸς δὲ ὁ Ἐνὼς ἐπίστευεν καὶ ἤλπιζεν εἰς τὸν Θεόν, ἐλάτρευε καὶ ἐπεκαλεῖτο πάντοτε τὸ ὄνομα Κυρίου τοῦ Θεοῦ.

Τρεμπέλα

Καὶ ἀπὸ τὸν Σὴθ ἐγεννήθη υἱὸς καὶ ἔδωκεν εἰς αὐτὸν τὸ ὄνομα Ἐνώς· αὐτὸς ἐπίστευσε καὶ ἐστήριξε τὶς ἐλπίδες του εἰς τὸν Θεὸν καὶ ἐλάτρευσε τὸ ὄνομά του. Μὲ τὸν Ἐνὼς ἄρχισεν ἡ δημοσία ἐπίκλησις τοῦ θείου ὀνόματος καὶ ἡ ὁμαδικὴ λατρεία τοῦ Θεοῦ.

Κεφάλαιο 5

Γεν. 5,1

Αὕτη ἡ βίβλος γενέσεως ἀνθρώπων· ᾗ ἡμέρᾳ ἐποίησεν ὁ Θεὸς τὸν Ἀδάμ, κατ’ εἰκόνα Θεοῦ ἐποίησεν αὐτόν·

Κολιτσάρα

Αὐτὴ εἶναι ἡ ἱστορία τῆς δημιουργίας τῶν πρώτων ἀνθρώπων, ὅταν ὁ Θεὸς ἐδημιούργησε τὸν Ἀδάμ. Ἐδημιούργησεν αὐτὸν κατ’ εἰκόνα Θεοῦ.

Τρεμπέλα

Αὐτὸς εἶναι ὁ ἱστορικὸς κατάλογος τῶν ὀνομάτων, ἡλικιῶν καὶ θανάτων τῶν ἀνθρώπων, ἀπογόνων τοῦ Ἀδάμ· τὴν ἡμέραν, ποὺ ὁ Θεὸς ἐδημιούργησε τὸν ἄνθρωπον, τὸν ἐδημιούργησε καὶ τὸν διέπλασε μὲ ψυχὴν λογικὴν καὶ ἀθάνατον, μὲ ἐλευθέραν βούλησιν, μὲ ἱκανότητα γνωστικὴν καὶ ἐξουσίαν ἐπὶ ὅλου τοῦ ὁρατοῦ κόσμου.

Γεν. 5,2

ἄρσεν καὶ θῆλυ ἐποίησεν αὐτοὺς καὶ εὐλόγησεν αὐτούς· καὶ ἐπωνόμασε τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἀδάμ, ᾗ ἡμέρᾳ ἐποίησεν αὐτούς·

Κολιτσάρα

Ἀπ’ ἀρχῆς ἄνδρα καὶ γυναῖκα ἐδημιούργησεν ὁ Θεός, τοὺς ὁποίους καὶ εὐλόγησε. Κατὰ δὲ τὴν ἡμέραν κατὰ τὴν ὁποίαν τοὺς ἐδημιούργησεν, ἔδωσεν εἰς τὸν πρῶτον ἄνθρωπον τὸ ὄνομα Ἀδάμ.

Τρεμπέλα

Ὁ Θεὸς ἐδημιούργησεν ἐξ ἀρχῆς ἀνδρόγυνον, ἕνα ἄνδρα καὶ μίαν γυναῖκα, καὶ τοὺς εὐλόγησε· καὶ ἔδωκεν εἰς τὸν πρῶτον ἄνθρωπον, τὴν ἡμέραν ποὺ τὸν ἐδημιούργησε τὸ ὄνομα Ἀδάμ.

Γεν. 5,3

ἔζησε δὲ Ἀδὰμ τριάκοντα καὶ διακόσια ἔτη, καὶ ἐγέννησε κατὰ τὴν ἰδέαν αὐτοῦ καὶ κατὰ τὴν εἰκόνα αὐτοῦ καὶ ἐπωνόμασε τὸ ὄνομα αὐτοῦ Σήθ.

Κολιτσάρα

Ἔζησε δὲ ὁ Ἀδὰμ διακόσια τριάκοντα ἔτη καὶ ἐγέννησε κατὰ τὰ χαρακτηριστικὰ αὐτοῦ σωματικὰ καὶ ψυχικὰ ἰδιώματα υἱόν, τὸν ὁποῖον ὠνόμασε Σήθ.

Τρεμπέλα

Ἔζησε δὲ ὁ Ἀδὰμ διακόσια τριάντα ἔτη, καὶ ἐγέννησε υἱὸν κατὰ τὰ σωματικὰ καὶ ψυχικά του χαρίσματα καὶ ἰδιώματα· υἱὸν ἁμαρτωλόν, ἀδύνατον, θνητόν, ὅπως εἶχε γίνει καὶ ὁ πατέρας του μετὰ τὴν πτῶσιν· υἱόν, ὁ ὁποῖος θὰ ἠμπορῇ διὰ τῆς ἀρετῆς νὰ ἀποκαταστήσῃ τὸ ἔγκλημα τοῦ ἀδελφοῦ του. Καὶ ὁ Ἀδὰμ ἔδωκεν εἰς τὸν υἱόν του τὸ ὄνομα Σήθ.

Γεν. 5,4

ἐγένοντο δὲ αἱ ἡμέραι τοῦ Ἀδάμ, ἃς ἔζησε μετὰ τὸ γεννῆσαι αὐτὸν τὸν Σήθ, ἔτη ἑπτακόσια, καὶ ἐγέννησεν υἱοὺς καὶ θυγατέρας.

Κολιτσάρα

Μετὰ δὲ τὴν γέννησιν τοῦ Σὴθ ἔζησεν ὁ Ἀδὰμ ἑπτακόσια ἔτη καὶ ἐγέννησεν υἱοὺς καὶ θυγατέρας.

Τρεμπέλα

Ἔφθασαν δὲ οἱ ἡμέρες τοῦ Ἀδάμ, τὶς ὀποίες ἔζησε μετὰ τὴν γέννησιν τοῦ Σήθ, εἰς ἑπτακόσια ἔτη, καὶ κατὰ τὰ ἔτη αὐτὰ ἐγέννησε καὶ ἄλλους υἱοὺς καὶ θυγατέρες.

Γεν. 5,5

καὶ ἐγένοντο πᾶσαι αἱ ἡμέραι Ἀδάμ, ἃς ἔζησε, τριάκοντα καὶ ἐννακόσια ἔτη, καὶ ἀπέθανεν.

Κολιτσάρα

Ὅλα τὰ ἔτη, τὰ ὁποῖα ἔζησεν ὁ Ἀδάμ, ἀνῆλθον εἰς ἐννεακόσια τριάκοντα, μετὰ τὰ ὁποῖα καὶ ἀπέθανε.

Τρεμπέλα

Τοιουτοτρόπως ὅλες οἱ ἡμέρες τοῦ Ἀδάμ, τὶς ὅποιες ἔζησεν, ἔφθασαν συνολικῶς τὰ ἐννιακόσια τριάντα ἔτη (930), καὶ ἔπειτα ἀπέθανε.

Γεν. 5,6

Ἔζησε δὲ Σὴθ πέντε καὶ διακόσια ἔτη καὶ ἐγέννησε τὸν Ἐνώς.

Κολιτσάρα

Ὁ δὲ Σὴθ ὅταν ἦτο εἰς ἡλικίαν διακοσίων πέντε ἐτῶν, ἐγέννησε τὸν Ἐνώς.

Τρεμπέλα

Ἔζησε δὲ ὁ Σὴθ διακόσια πέντε ἔτη καὶ εἰς τὴν ἡλικίαν αὐτὴν ἐγέννησε τὸν Ἐνώς.

Γεν. 5,7

καὶ ἔζησε Σὴθ μετὰ τὸ γεννῆσαι αὐτὸν τὸν Ἐνὼς ἑπτὰ ἔτη καὶ ἑπτακόσια καὶ ἐγέννησεν υἱοὺς καὶ θυγατέρας.

Κολιτσάρα

Μετὰ δὲ τὴν γέννησιν τοῦ Ἐνώς ἔζησεν ἑπτακόσια ἑπτὰ ἔτη καὶ ἀπέκτησεν υἱοὺς καὶ θυγατέρας.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Σήθ, μετὰ τὴν γέννησιν τοῦ Ἐνώς, ἔζησεν ἑπτακόσια ἑπτὰ ἔτη καὶ κατὰ τὰ ἔτη αὐτὰ ἐγέννησε καὶ ἄλλους υἱοὺς καὶ θυγατέρες.

Γεν. 5,8

καὶ ἐγένοντο πᾶσαι αἱ ἡμέραι Σὴθ δώδεκα καὶ ἐννακόσια ἔτη, καὶ ἀπέθανε.

Κολιτσάρα

Ὅλα τὰ ἔτη, τὰ ὁποῖα ἔζησεν ὁ Σὴθ ἀνῆλθον εἰς ἐννεακόσια δώδεκα καὶ ἔπειτα ἀπέθανεν.

Τρεμπέλα

Τοιουτοτρόπως ὅλες οἱ ἡμέρες του Σήθ, τὶς ὅποιες ἔζησεν, ἔφθασαν συνολικῶς τὰ ἐννιακόσια δώδεκα ἔτη (912), καὶ ἔπειτα ἀπέθανε.

Γεν. 5,9

Καὶ ἔζησεν Ἐνὼς ἔτη ἑκατὸν ἐνενήκοντα καὶ ἐγέννησε τὸν Καϊνᾶν.

Κολιτσάρα

Ὁ Ἐνώς, ὅταν ἔφθασεν εἰς ἡλικίαν ἑκατὸν ἐνενήκοντα ἐτῶν, ἐγέννησε τὸν Καϊνᾶν.

Τρεμπέλα

Καὶ ἔζησεν ὁ Ἐνὼς ἑκατὸν ἐνενῆντα ἔτη καὶ εἰς τὴν ἡλικίαν αὐτὴν ἐγέννησε τὸν Καϊνᾶν.

Γεν. 5,10

καὶ ἔζησεν Ἐνὼς μετὰ τὸ γεννῆσαι αὐτὸν τὸν Καϊνᾶν πεντεκαίδεκα ἔτη καὶ ἑπτακόσια καὶ ἐγέννησεν υἱοὺς καὶ θυγατέρας.

Κολιτσάρα

Ἔζησε δὲ μετὰ τὴν γέννησιν τοῦ Καϊνᾶν ἑπτακόσια δέκα πέντε ἔτη καὶ ἐγέννησεν υἱοὺς καὶ θυγατέρας.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Ἐνώς, μετὰ τὴν γέννησιν τοῦ Καϊνᾶν, ἔζησεν ἑπτακόσια δεκαπέντε ἔτη καὶ κατὰ τὰ ἔτη αὐτὰ ἐγέννησε καὶ ἄλλους υἱοὺς καὶ θυγατέρες.

Γεν. 5,11

καὶ ἐγένοντο πᾶσαι αἱ ἡμέραι Ἐνὼς πέντε ἔτη καὶ ἐννακόσια, καὶ ἀπέθανε.

Κολιτσάρα

Ἔζησε ἐν συνόλῳ ἐννεακόσια πέντε ἔτη καὶ ἀπέθανεν.

Τρεμπέλα

Τοιουτοτρόπως ὅλες οἱ ἡμέρες του Ἐνώς, τὶς ὁποῖες ἔζησεν, ἔφθασαν συνολικῶς τὰ ἐννιακόσια πέντε ἔτη (905), καὶ ἔπειτα ἀπέθανε.

Γεν. 5,12

Καὶ ἔζησε Καϊνᾶν ἑβδομήκοντα καὶ ἑκατὸν ἔτη, καὶ ἐγέννησε τὸν Μαλελεήλ.

Κολιτσάρα

Ὁ Καϊνᾶν εἰς ἡλικίαν ἑκατὸν ἑβδομήκοντα ἐτῶν ἐγέννησε τὸν Μαλελεήλ.

Τρεμπέλα

Καὶ ἔζησεν ὁ Καϊνᾶν ἑκατὸν ἑβδομῆντα ἔτη καὶ εἰς τὴν ἡλικίαν αὐτὴν ἐγέννησε τὸν Μαλελεήλ.

Γεν. 5,13

καὶ ἔζησε Καϊνᾶν μετὰ τὸ γεννῆσαι αὐτὸν τὸν Μαλελεὴλ τεσσαράκοντα καὶ ἑπτακόσια ἔτη καὶ ἐγέννησεν υἱοὺς καὶ θυγατέρας.

Κολιτσάρα

Μετὰ τὴν γέννησιν τοῦ Μαλελεὴλ ἔζησεν ὁ Καϊνᾶν ἑπτακόσια τεσσαράκοντα ἀκόμη ἔτη καὶ ἐγέννησεν υἱοὺς καὶ θυγατέρας.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Καϊνᾶν, μετὰ τὴν γέννησιν τοῦ Μαλελεήλ, ἔζησεν ἑπτακόσια σαράντα ἔτη καὶ κατὰ τὰ ἔτη αὐτὰ ἐγέννησε καὶ ἄλλους υἱοὺς καὶ θυγατέρες.

Γεν. 5,14

καὶ ἐγένοντο πᾶσαι αἱ ἡμέραι Καϊνᾶν δέκα ἔτη καὶ ἐννακόσια, καὶ ἀπέθανε.

Κολιτσάρα

Ὅλα τὰ ἔτη τῆς ζωῆς τοῦ Καϊνᾶν ἀνῆλθον εἰς ἐννεακόσια δέκα, μετὰ τὰ ὁποῖα καὶ ἀπέθανεν.

Τρεμπέλα

Τοιουτοτρόπως ὅλες οἱ ἡμέρες τοῦ Καϊνᾶν, τὶς ὁποῖες ἔζησεν, ἔφθασαν συνολικῶς τὰ ἐννιακόσια δέκα ἔτη (910), καὶ ἔπειτα ἀπέθανε.

Γεν. 5,15

Καὶ ἔζησε Μαλελεὴλ πέντε καὶ ἑξήκοντα καὶ ἑκατὸν ἔτη καὶ ἐγέννησε τὸν Ἰάρεδ.

Κολιτσάρα

Ὁ δὲ Μαλελεήλ, ὅταν ἔφθασεν εἰς τὴν ἡλικίαν τῶν ἑκατὸν ἑξήκοντα πέντε ἐτῶν, ἀπέκτησε τὸν Ἰάρεδ.

Τρεμπέλα

Καὶ ἔζησεν ὁ Μαλελεὴλ ἑκατὸν ἑξῆντα πέντε ἔτη καὶ εἰς τὴν ἡλικίαν αὐτὴν ἐγέννησε τὸν Ἰάρεδ.

Γεν. 5,16

καὶ ἔζησε Μαλελεὴλ μετὰ τὸ γεννῆσαι αὐτὸν τὸν Ἰάρεδ ἔτη τριάκοντα καὶ ἑπτακόσια καὶ ἐγέννησεν υἱοὺς καὶ θυγατέρας.

Κολιτσάρα

Μετὰ δὲ τὴν γέννησιν τοῦ Ἰάρεδ ἔζησεν ὁ Μαλελεὴλ ἑπτακόσια τριάκοντα ἔτη καὶ ἀπέκτησεν υἱοὺς καὶ θυγατέρας.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Μαλελεήλ, μετὰ τὴν γέννησιν τοῦ Ἰάρεδ, ἔζησεν ἑπτακόσια τριάντα ἔτη καὶ κατὰ τὰ ἔτη αὐτὰ ἐγέννησε καὶ ἄλλους υἱοὺς καὶ θυγατέρες.

Γεν. 5,17

καὶ ἐγένοντο πᾶσαι αἱ ἡμέραι Μαλελεὴλ ἔτη πέντε καὶ ἐνενήκοντα καὶ ὀκτακόσια, καὶ ἀπέθανε.

Κολιτσάρα

Ὅλα δὲ τὰ ἔτη τῆς ζωῆς τοῦ Μαλελεὴλ ἀνῆλθον εἰς ὀκτακόσια ἐνενήκοντα πέντε, μετὰ τὰ ὁποῖα καὶ ἀπέθανεν.

Τρεμπέλα

Τοιουτοτρόπως ὅλες οἱ ἡμέρες τοῦ Μαλελεήλ, τὶς ὁποῖες ἔζησεν, ἔφθασαν συνολικῶς τὰ ὀκτακόσια ἐνενῆντα πέντε ἔτη (895), καὶ ἔπειτα ἀπέθανε.

Γεν. 5,18

Καὶ ἔζησεν Ἰάρεδ δύο καὶ ἑξήκοντα ἔτη καὶ ἑκατὸν καὶ ἐγέννησε τὸν Ἐνώχ.

Κολιτσάρα

Ὁ Ἰάρεδ, ὅταν ἦτο ἑκατὸν ἑξήκοντα δύο ἐτῶν, ἀπέκτησε τὸν Ἐνώχ.

Τρεμπέλα

Καὶ ἔζησεν ὁ Ἰάρεδ ἑκατὸν ἑξῆντα δύο ἔτη καὶ εἰς τὴν ἡλικίαν αὐτὴν ἐγέννησε τὸν Ἐνώχ.

Γεν. 5,19

καὶ ἔζησεν Ἰάρεδ μετὰ τὸ γεννῆσαι αὐτὸν τὸν Ἐνὼχ ὀκτακόσια ἔτη καὶ ἐγέννησεν υἱοὺς καὶ θυγατέρας.

Κολιτσάρα

Καὶ ἔζησε μετὰ τὴν γέννησιν τοῦ Ἐνὼχ ὀκτακόσια ἔτη, κατὰ τὰ ὁποῖα ἀπέκτησεν υἱοὺς καὶ θυγατέρας.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Ἰάρεδ, μετὰ τὴν γέννησιν τοῦ Ἐνώχ, ἔζησεν ὀκτακόσια ἔτη καὶ κατὰ τὰ ἔτη αὐτὰ ἐγέννησε καὶ ἄλλους υἱοὺς καὶ θυγατέρες.

Γεν. 5,20

καὶ ἐγένοντο πᾶσαι αἱ ἡμέραι Ἰάρεδ δύο καὶ ἑξήκοντα καὶ ἐννακόσια ἔτη, καὶ ἀπέθανε.

Κολιτσάρα

Ὅλα τὰ ἔτη τῆς ζωῆς τοῦ Ἰάρεδ ἐνῆλθον εἰς ἐννεακόσια ἑξήκοντα δύο, ὁπότε καὶ ἀπέθανεν.

Τρεμπέλα

Τοιουτοτρόπως ὅλες οἱ ἡμέρες τοῦ Ἰάρεδ, τὶς ὁποῖες ἔζησεν, ἔφθασαν συνολικῶς τὰ ἐννιακόσια ἑξῆντα δύο ἔτη (962), καὶ ἔπειτα ἀπέθανε.

Γεν. 5,21

Καὶ ἔζησεν Ἐνὼχ πέντε καὶ ἑξήκοντα καὶ ἑκατὸν ἔτη καὶ ἐγέννησε τὸν Μαθουσάλα.

Κολιτσάρα

Ὁ Ἐνὼχ εἰς ἡλικίαν ἑκατὸν ἑξήκοντα πέντε ἐτῶν ἐγέννησε τὸν Μαθουσάλα.

Τρεμπέλα

Καὶ ἔζησεν ὁ Ἐνὼχ ἑκατὸν ἑξῆντα πέντε ἔτη καὶ εἰς τὴν ἡλικίαν αὐτὴν ἐγέννησε τὸν Μαθουσάλα.

Γεν. 5,22

εὐηρέστησε δὲ Ἐνὼχ τῷ Θεῷ μετὰ τὸ γεννῆσαι αὐτὸν τὸν Μαθουσάλα διακόσια ἔτη καὶ ἐγέννησεν υἱοὺς καὶ θυγατέρας.

Κολιτσάρα

Μετὰ τὴν γέννησιν τοῦ Μαθουσάλα ἔζησε ζωὴν εὐάρεστον εἰς τὸν Θεὸν ἐπὶ διακόσια ἔτη, κατὰ τὰ ὁποῖα ἀπέκτησεν υἱοὺς καὶ θυγατέρας.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Ἐνώχ, μετὰ τὴν γέννησιν τοῦ Μαθουσάλα, ἔζησεν ἐπὶ διακόσια ἔτη μὲ δικαιοσύνην, πίστιν καὶ εὐλάβειαν συμφώνως πρὸς τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ· ἡ θεάρεστος ζωή του εὐχαρίστησε πολὺ τὸν Θεόν· καὶ κατὰ τὰ διακόσια αὐτὰ ἔτη ἐγέννησε καὶ ἄλλους υἱοὺς καὶ θυγατέρες.

Γεν. 5,23

καὶ ἐγένοντο πᾶσαι αἱ ἡμέραι Ἐνὼχ πέντε καὶ ἑξήκοντα καὶ τριακόσια ἔτη.

Κολιτσάρα

Ὅλα δὲ τὰ ἔτη, τὰ ὁποῖα ἔζησεν ὁ Ἐνώχ, ἀνῆλθον εἰς τριακόσια ἑξήκοντα πέντε.

Τρεμπέλα

Τοιουτοτρόπως ὅλες οἱ ἡμέρες τοῦ Ἐνώχ, τὶς ὁποῖες ἔζησεν, ἔφθασαν συνολικῶς τὰ τριακόσια ἑξῆντα πέντε ἔτη (365).

Γεν. 5,24

καὶ εὐηρέστησεν Ἐνὼχ τῷ Θεῷ καὶ οὐχ εὑρίσκετο, ὅτι μετέθηκεν αὐτὸν ὁ Θεός.

Κολιτσάρα

Ὁ Ἐνώχ, διὰ τὴν εὐσέβειαν καὶ τὴν ἀρετὴν αὐτοῦ, ἔγινεν ἀγαπητὸς καὶ ἀρεστὸς εἰς τὸν Θεόν. Δι’ αὐτὸ καὶ ἐξηφανίσθη ἀπὸ τὴν γῆν, διότι ὁ Θεὸς τὸν μετέθεσε ζῶντα εἰς τοὺς οὐρανούς.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Ἐνὼχ μὲ τὴν ἐνάρετον ζωήν του εὐχαρίστησε πολὺ τὸν Θεόν, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἀνευρίσκετο πλέον εἰς τὴν γῆν, διότι ὁ Θεὸς τὸν μετέθεσεν ἀπὸ τὴν ζωὴν αὐτὴν εἰς τὸν οὐρανὸν ζωντανόν, χωρὶς νὰ ἀποθάνῃ σωματικῶς, ὅπως ἀπέθνησκαν ὅλοι.

Γεν. 5,25

Καὶ ἔζησε Μαθουσάλα ἑπτὰ ἔτη καὶ ἑξήκοντα καὶ ἑκατὸν καὶ ἐγέννησε τὸν Λάμεχ.

Κολιτσάρα

Ὁ Μαθουσάλα, ὅταν ἔφθασεν εἰς τὴν ἡλικίαν τῶν ἑκατὸν ἑξήκοντα ἑπτὰ ἐτῶν, ἐγέννησε τὸν Λάμεχ.

Τρεμπέλα

Καὶ ἔζησεν ὁ Μαθουσάλα ἑκατὸν ἑξῆντα ἑπτὰ ἔτη καὶ εἰς τὴν ἡλικίαν αὐτὴν ἐγέννησε τὸν Λάμεχ.

Γεν. 5,26

καὶ ἔζησε Μαθουσάλα μετὰ τὸ γεννῆσαι αὐτὸν τὸν Λάμεχ δύο καὶ ὀκτακόσια ἔτη καὶ ἐγέννησεν υἱοὺς καὶ θυγατέρας.

Κολιτσάρα

Μετὰ δὲ τὴν γέννησιν τοῦ Λάμεχ ἔζησεν ἀκόμη ὀκτακόσια δύο ἔτη καὶ ἀπέκτησεν υἱοὺς καὶ θυγατέρας.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Μαθουσάλα, μετὰ τὴν γέννησιν τὸ Λάμεχ, ἔζησεν ὀκτακόσια δύο ἔτη καὶ κατὰ τὰ ἔτη αὐτὰ ἐγέννησε καὶ ἄλλους υἱοὺς καὶ θυγατέρες.

Γεν. 5,27

καὶ ἐγένοντο πᾶσαι αἱ ἡμέραι Μαθουσάλα, ἃς ἔζησεν, ἐννέα καὶ ἑξήκοντα καὶ ἐννακόσια ἔτη, καὶ ἀπέθανε.

Κολιτσάρα

Ὅλα δὲ τὰ ἔτη τῆς ζωῆς τοῦ Μαθουσάλα ἀνῆλθον εἰς ἐννεακόσια ἑξήκοντα ἐννέα, μετὰ τὰ ὁποῖα καὶ ἀπέθανεν.

Τρεμπέλα

Τοιουτοτρόπως ὅλες οἱ ἡμέρες τοῦ Μαθουσάλα, τὶς ὁποῖες ἔζησεν, ἔφθασαν συνολικῶς τὰ ἐννιακόσια ἑξῆντα ἐννέα ἔτη (969), καὶ ἔπειτα ἀπέθανε.

Γεν. 5,28

Καὶ ἔζησε Λάμεχ ὀκτὼ καὶ ὀγδοήκοντα καὶ ἑκατὸν ἔτη καὶ ἐγέννησεν υἱόν.

Κολιτσάρα

Ὁ Λάμεχ εἰς ἡλικίαν ἑκατὸν ὀγδοήκοντα ὀκτὼ ἐτῶν ἀπέκτησε υἱόν.

Τρεμπέλα

Καὶ ἔζησεν ὁ Λάμεχ ἑκατὸν ὀγδόντα ὀκτὼ ἔτη καὶ εἰς τὴν ἡλικίαν αὐτὴν ἐγέννησεν υἱόν.

Γεν. 5,29

καὶ ἐπωνόμασε τὸ ὄνομα αὐτοῦ Νῶε λέγων· οὗτος διαναπαύσει ἡμᾶς ἀπὸ τῶν ἔργων ἡμῶν καὶ ἀπὸ τῶν λυπῶν τῶν χειρῶν ἡμῶν καὶ ἀπὸ τῆς γῆς, ἧς κατηράσατο Κύριος ὁ Θεός.

Κολιτσάρα

Ὠνόμασε δὲ αὐτὸν Νῶε, λέγων ὅτι «οὗτος θὰ μᾶς ἀναπαύσῃ ἀπὸ τὰ κοπιώδη καὶ κακὰ ἡμῶν ἔργα, ἀπὸ τὰς θλίψεις τῶν ἔργων τῶν χειρῶν μας καὶ ἀπὸ τοὺς κόπους τῆς ἀγόνου γῆς, τὴν ὁποίαν ἔχει καταρασθῆ ὁ Θεός».

Τρεμπέλα

Καὶ ἔδωκεν εἰς αὐτὸν τὸ ὄνομα Νῶε, ποὺ σημαίνει ἀνάπαυσις, λέγων προφητικῶς· «αὐτὸς θὰ μᾶς ἀνακουφίσῃ ἀπὸ τὸν κόπον καὶ ἀπὸ τὴν ταλαιπωρίαν τῶν χεριῶν μας, ποὺ καταβάλλομεν διὰ τὴν καλλιέργειαν τῆς ἀγόνου γῆς, τὴν ὁποίαν ἔχει καταρασθῆ ὁ παντοδύναμος καὶ ἀπειροτέλειος Θεός, ἕνεκα τῆς παρακοῆς τῶν πρωτοπλάστων».

Γεν. 5,30

καὶ ἔζησε Λάμεχ μετὰ τὸ γεννῆσαι αὐτὸν τὸν Νῶε πεντακόσια καὶ ἑξήκοντα καὶ πέντε ἔτη καὶ ἐγέννησεν υἱοὺς καὶ θυγατέρας.

Κολιτσάρα

Ἔζησεν ὁ Λάμεχ μετὰ τὴν γέννησιν τοῦ Νῶε πεντακόσια ἑξήκοντα πέντε ἔτη καὶ ἀπέκτησεν υἱοὺς καὶ θυγατέρας.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Λάμεχ, μετὰ τὴν γέννησιν τοῦ Νῶε, ἔζησε πεντακόσια ἑξῆντα πέντε ἔτη, καὶ κατὰ τὰ ἔτη αὐτὰ ἐγέννησε καὶ ἄλλους υἱοὺς καὶ θυγατέρες.

Γεν. 5,31

καὶ ἐγένοντο πᾶσαι αἱ ἡμέραι Λάμεχ ἑπτακόσια καὶ πεντήκοντα τρία ἔτη, καὶ ἀπέθανε.

Κολιτσάρα

Ὅλα τὰ ἔτη τῆς ζωῆς τοῦ Λάμεχ ἔφθασαν τὰ ἑπτακόσια πεντήκοντα τρία, μετὰ τὰ ὁποῖα καὶ ἀπέθανεν.

Τρεμπέλα

Τοιουτοτρόπως ὅλες οἱ ἡμέρες τοῦ Λάμεχ, τὶς ὁποῖες ἔζησεν, ἔφθασαν συνολικῶς τὰ ἑπτακόσια πενήντα τρία ἔτη (753), καὶ ἔπειτα ἀπέθανε.

Γεν. 5,32

Καὶ ἦν Νῶε ἐτῶν πεντακοσίων καὶ ἐγέννησε τρεῖς υἱούς, τὸν Σήμ, τὸν Χάμ, καὶ τὸν Ἰάφεθ.

Κολιτσάρα

Ὁ δὲ Νῶε ἦτο πεντακοσίων ἐτῶν, ὅταν ἀπέκτησε τοὺς τρεῖς υἱούς του, τὸν Σήμ, τὸν Χάμ καὶ τὸν Ἰάφεθ.

Τρεμπέλα

Καὶ ὅταν ὁ Νῶε ἔφθασεν εἰς τὴν ἡλικίαν τῶν πεντακοσίων ἐτῶν, ἐγέννησε τρεῖς υἱούς, τὸν Σήμ, τὸν Χὰμ καὶ τὸν Ἰάφεθ.

Κεφάλαιο 6

Γεν. 6,1

Καὶ ἐγένετο ἡνίκα ἤρξαντο οἱ ἄνθρωποι πολλοὶ γίνεσθαι ἐπὶ τῆς γῆς, καὶ θυγατέρες ἐγεννήθησαν αὐτοῖς.

Κολιτσάρα

Ὅταν ἤρχισαν νὰ πληθύνωνται οἱ ἄνθρωποι ἐπὶ τῆς γῆς, ἐπληθύνοντο ἀναλόγως καὶ αἱ γυναῖκες τῶν ἁμαρτωλῶν ἀνθρώπων, τῶν ἀπογόνων τοῦ Κάϊν.

Τρεμπέλα

Καὶ ὅταν ἄρχισαν να πληθύνωνται οἱ ἄνθρωποι ἐπάνω εἰς τὴν γῆν, ἐπληθύνθησαν καὶ οἱ θυγατέρες ποὺ ἀπέκτησαν.

Γεν. 6,2

ἰδόντες δὲ οἱ υἱοὶ τοῦ Θεοῦ τὰς θυγατέρας τῶν ἀνθρώπων ὅτι καλαὶ εἰσιν, ἔλαβον ἑαυτοῖς γυναῖκας ἀπὸ πασῶν, ὧν ἐξελέξαντο.

Κολιτσάρα

Οἱ ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ, ἰδόντες ὅτι αἱ γυναῖκες τοῦ διεφθαρμένου κόσμου ἦσαν ὡραῖαι, κατὰ τρόπον δὲ σαρκικὸν σκεπτόμενοι καὶ ἀπὸ τὴν ἐξωτερικὴν ὡραιότητα ἐλκυόμενοι ἐξέλεξαν καὶ ἔλαβον συζύγους ἀπὸ τὰς θυγατέρας τῶν διεφθαρμένων ἀνθρώπων.

Τρεμπέλα

Καὶ οἱ υἱοὶ τοῦ Θεοῦ, δηλαδή οἱ ἀπόγονοι τῆς εὐσεβοῦς γενεᾶς τοῦ Σὴθ ἀπὸ τὸν Ἐνώς, ὅταν εἶδαν ὅτι οἱ θυγατέρες τῶν ἀνθρώπων, δηλαδὴ ὅσες κατήγοντο ἀπὸ τὴν διεφθαρμένην γενεὰν τοῦ Κάϊν, ἦσαν ὡραῖες, παρεσύρθησαν ἀπὸ τὸ κάλλος των καὶ ἐνυμφεύθησαν ἀπὸ ὅλες ἐκεῖνες τὶς γυναῖκες, ὅσες ἐδιάλεξαν διὰ τὴν ὀμορφιάν των.

Γεν. 6,3

καὶ εἶπε Κύριος ὁ Θεός· οὐ μὴ καταμείνῃ τὸ πνεῦμά μου ἐν τοῖς ἀνθρώποις τούτοις εἰς τὸν αἰῶνα διὰ τὸ εἶναι αὐτοὺς σάρκας, ἔσονται δὲ αἱ ἡμέραι αὐτῶν ἑκατὸν εἴκοσιν ἔτη.

Κολιτσάρα

Εἶδεν ὁ Θεὸς τὴν σαρκικότητα αὐτὴν τῶν ἀνθρώπων καὶ εἶπε· «δὲν θὰ παραμείνῃ πλέον τὸ πνεῦμα μου εἰς τοὺς ἀνθρώπους τούτους, διότι κυριαρχοῦνται ἐξ ὁλοκλήρου ἀπὸ σαρκικὰ φρονήματα. Ὅλαι δὲ αἱ ὑπολειπόμεναι ἡμέραι τῆς ζωῆς των θὰ περιορισθοῦν μόνον εἰς ἑκατὸν εἴκοσιν ἔτη».

Τρεμπέλα

Καὶ ἐπειδὴ οἱ εὐσεβεῖς ἀπόγονοι τοῦ Σὴθ καὶ τοῦ Ἐνὼς παρεσύρθησαν ἀπὸ τὴν ἄτακτον ἐπιθυμίαν καὶ ἐδελεάσθησαν ἀπὸ τὸ ἐξωτερικὸν κάλλος τῶν γυναικῶν τῆς ἁμαρτωλῆς γενεᾶς τοῦ Κάϊν, ὁ παντοδύναμος καὶ ἀπειροτέλειος Θεὸς εἶπεν· «δὲν θὰ παραμείνῃ πλέον εἰς τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς τὸ πνεῦμα, ἡ χάρις καὶ ἡ ἀγαθὴ προνοητικὴ δύναμίς μου, διότι ἐκυριεύθησαν ἀπὸ τὰ πάθη, ἔγιναν δοῦλοι τῆς σαρκὸς καὶ κατασπαταλοῦν τὴν ζωήν των ὡσὰν νὰ εἶναι πλασμένοι μόνον ἀπὸ σάρκα καὶ ὡσὰν να μὴ ἔχουν ψυχήν. Ἐλπίδα διὰ να διορθωθοῦν δεν ὑπάρχει πλέον. Ἀλλὰ δὲν τοὺς τιμωρῶ ἀμέσως, διότι θέλω νὰ σωθοῦν καὶ αὐτοί· ὁρίζω ὅμως ὡς ἡλικίαν τῶν ἑκατὸν εἴκοσι χρόνια ζωῆς».

Γεν. 6,4

οἱ δὲ γίγαντες ἦσαν ἐπὶ τῆς γῆς ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις· καὶ μετ’ ἐκεῖνο, ὡς ἂν εἰσεπορεύοντο οἱ υἱοὶ τοῦ Θεοῦ πρὸς τὰς θυγατέρας τῶν ἀνθρώπων, καὶ ἐγεννῶσαν ἑαυτοῖς· ἐκεῖνοι ἦσαν οἱ γίγαντες οἱ ἀπ’ αἰῶνος, οἱ ἄνθρωποι οἱ ὀνομαστοί.

Κολιτσάρα

Τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ὑπῆρχον οἱ γίγαντες εἰς τὴν γῆν. Ἀλλὰ καὶ κατόπιν, ὅταν οἱ ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ ἐλάμβανον ὡς συζύγους γυναῖκας τοῦ ἁμαρτωλοῦ κόσμου, ἐγεννοῦσαν γίγαντας. Οἱ δὲ γίγαντες ἐκεῖνοι καὶ διαβόητοι ἄνθρωποι ἐπὶ τῆς γῆς.

Τρεμπέλα

Τὶς ἡμέρες δὲ ἐκεῖνες ἐζοῦσαν εἰς τὴν γῆν οἱ γίγαντες, ἄνθρωποι μὲ μεγάλο ἀνάστημα καὶ τεραστίαν δύναμιν. Ἐπειδὴ ὅμως οὔτε ὁ φόβος τῆς ποινῆς οὔτε ὁ χρόνος τῆς θείας μακροθυμίας ἀπεμάκρυναν τοὺς ἀπογόνους τοῦ Σὴθ ἀπὸ τὴν ἁμαρτίαν, διὰ τοῦτο καὶ ἔπειτα ἀπὸ αὐτά, οἱ ἀπόγονοι τοῦ Σήθ, μεθυσμένοι ἀπὸ τὴν σαρκικὴν ἐπιθυμίαν, συνευρίσκοντο μὲ τὶς θυγατέρες τῶν ἀπογόνων τοῦ Κάϊν καὶ ἀποκτοΰσαν παιδιά. Τὰ παιδιὰ ἐκεῖνα ἦσαν οἱ παλαιοὶ γίγαντες, οἱ ἰσχυροὶ κατὰ τὸ σῶμα, οἱ ἄνθρωποι οἱ ὀνομαστοί.

Γεν. 6,5

Ἰδὼν δὲ Κύριος ὁ Θεός, ὅτι ἐπληθύνθησαν αἱ κακίαι τῶν ἀνθρώπων ἐπὶ τῆς γῆς καὶ πᾶς τις διανοεῖται ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ ἐπιμελῶς ἐπὶ τὰ πονηρὰ πάσας τὰς ἡμέρας,

Κολιτσάρα

Ὁ Θεὸς ἰδὼν ὅτι ἐπληθύνθησαν καὶ ἐπληθύνοντο συνεχῶς αἱ ἁμαρτίαι τῶν ἀνθρώπων ἐπὶ τῆς γῆς καὶ ὅτι ἡ καρδία παντὸς ἀνθρώπου ἦτο δοσμένη εἰς τὴν ἁμαρτίαν, καὶ τὰ πονηρὰ πάντοτε ἔργα εἶχεν ὡς ἀντικείμενον τῶν ἐπιθυμιῶν καὶ σκέψεών της,

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Θεὸς ὅταν εἶδεν ὅτι οἱ ἄνθρωποι ἐπέμεναν εἰς τὰ ἴδια καὶ χειρότερα ἁμαρτήματα καὶ ὅτι αὐξήθηκαν οἱ κακίες τῶν ἀνθρώπων, ποὺ ἐζοῦσαν εἰς τὴν γήν· ὅταν ὡς καρδιογνώστης εἶδεν αὐτό, ποὺ δεν βλέπουν τὰ μάτια τῶν ἀνθρώπων, ὅτι δηλαδὴ ὅλοι ἀνεξαιρέτως ἐκεῖνοι οἱ ἄνθρωποι εἰς τὸ βάθος τῆς ψυχῆς των μὲ πολλὴν ἐπιμέλειαν καὶ μεγάλο ἐνδιαφέρον μελετοῦν τὸ κακὸν καθ’ ὅλες τὶς ἡμέρες καὶ σπαταλοΰν συνεχῶς τὴν ζωήν των εἰς τὴν ἁμαρτίαν,

Γεν. 6,6

καὶ ἐνεθυμήθη ὁ Θεὸς ὅτι ἐποίησε τὸν ἄνθρωπον ἐπὶ τῆς γῆς, καὶ διενοήθη.

Κολιτσάρα

ἐσκέφθη ὅτι αὐτὸς ἐδημιούργησεν εἰς τὴν γῆν τὸν ἄνθρωπον νὰ ζῇ κατὰ τὸ θεῖον θέλημα καὶ ἐλυπήθη διὰ τὸ κατάντημα τῶν ἀνθρώπων.

Τρεμπέλα

ἐσκέφθη ὁ Θεός, ὅτι ἐδημιούργησε τὸν ἄνθρωπον ἐπάνω εἰς τὴν γῆν καὶ τὸν ἐπροίκισε μὲ τόσα θεία καὶ ἔξοχα χαρίσματα. Καὶ ὁ Θεὸς ἐλυπήθη μέχρι βάθους καρδίας διὰ τὴν ἀποστασίαν τῶν ἀνθρώπων καὶ ἀπεφάσισε

Γεν. 6,7

καὶ εἶπεν ὁ Θεός· ἀπαλείψω τὸν ἄνθρωπον, ὃν ἐποίησα ἀπὸ προσώπου τῆς γῆς, ἀπὸ ἀνθρώπου ἕως κτήνους καὶ ἀπὸ ἑρπετῶν ἕως πετεινῶν τοῦ οὐρανοῦ, ὅτι μετεμελήθην ὅτι ἐποίησα αὐτούς.

Κολιτσάρα

Ἀπεφάσισε δὲ ὁ Θεὸς καὶ εἶπε· «θὰ ἐξαφανίσω ἀπὸ τὸ πρόσωπον τῆς γῆς τὸν ἄνθρωπον, τὸν ὁποῖον ἐδημιούργησα, καὶ μαζῆ μὲ αὐτὸν κάθε ἄλλο ζωντανὸν ὂν ἀπὸ ἀνθρώπου μέχρι κτήνους, ἀπὸ τὰ ἑρπετὰ τῆς γῆς ἕως τὰ πτηνὰ τοῦ οὐρανοῦ, διότι μετεμελήθην ποὺ τοὺς ἐδημιούργησα».

Τρεμπέλα

καὶ εἶπε: «Θὰ ξεπαστρέψω ὁλοσχερῶς ἀπὸ τὸ πρόσωπον τῆς γῆς τὸν ἄνθρωπον, τὸν ὁποῖον ἐδημιούργησα· μαζὶ μὲ αὐτὸν θὰ ἑξαφανίσω καὶ κάθε ἄλλο ζωντανὸν δημιούργημα, διότι δὲν θὰ ἔχῃ πλέον λόγον ὑπάρξεως, ἐφ’ ὅσον δεν θὰ ὑπάρχῃ ὁ ἄνθρωπος. Θὰ ἑξαφανίσω ὅλα, ἀπὸ τὸν ἄνθρωπον ἕως τὰ κτήνη, ἀπὸ τὰ ἑρπετὰ ἕως τὰ πτηνὰ τοῦ οὐρανοῦ, διότι μετενόησα, ποὺ τοὺς ἐδημιούργησα».

Γεν. 6,8

Νῶε δὲ εὗρε χάριν ἐναντίον Κυρίου τοῦ Θεοῦ.

Κολιτσάρα

Ὁ Νῶε ὅμως διὰ τὴν ἀρετὴν αὐτοῦ ἀπελάμβανε τὴν εὐμένειαν καὶ προστασίαν τοῦ Θεοῦ.

Τρεμπέλα

Ὁ Νῶε ὅμως διὰ τὸ μεγαλεῖον τῆς ἀρετῆς του ἀποτελοῦσε ἐξαίρεσιν καὶ διὰ τοῦτο εἶχε τὴν χάριν, τὴν εὔνοιαν καὶ προστασίαν τοῦ Θεοῦ.

Γεν. 6,9

Αὗται δὲ αἱ γενέσεις Νῶε· Νῶε ἄνθρωπος δίκαιος, τέλειος ὢν ἐν τῇ γενεᾷ αὐτοῦ· τῷ Θεῷ εὐηρέστησε Νῶε.

Κολιτσάρα

Αὐτὴ δὲ εἶναι ἡ ἱστορία καὶ τὰ γεγονότα τῆς ἐποχὴς τοῦ Νῶε. Ὁ Νῶε ἦτο ἄνθρωπος δίκαιος, τέλειος εἰς τὴν ἐποχήν του. Διὰ τὴν πίστιν καὶ τὴν ἀρετὴν αὐτοῦ ἦτο εὐάρεστος ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ.

Τρεμπέλα

Ἰδοὺ δὲ ἡ ἱστορία καὶ ἡ γενεαλογία τοῦ Νῶε. Μόνον ὁ Νῶε ἦταν ἄνθρωπος, ποὺ ἐγνώριζε καὶ ἐφύλαττε τὰ καθήκοντα καὶ τὶς ὑποχρεώσεις του ἀπέναντι τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν ὁμοίων του· μόνον αὐτὸς ἦταν τέλειος κατὰ τὴν ἐρετὴν μεταξὺ τῆς διεφθαρμένης γενεᾶς τῶν συγχρόνων το· ὁ Νῶε μὲ τὸ μεγαλεῖον τῆς ἀρετῆς του εἶχε γίνει πολὺ ἀρεστὸς εἰς τὸν Θεόν.

Γεν. 6,10

ἐγέννησε δὲ Νῶε τρεῖς υἱούς, τὸν Σήμ, τὸν Χάμ, τὸν Ἰάφεθ.

Κολιτσάρα

Ἀπέκτησε τρεῖς υἱούς, τὸν Σήμ, τὸν Χάμ καὶ τὸν Ἰάφεθ.

Τρεμπέλα

Ἀπέκτησε δὲ ὁ Νῶε τρεῖς υἱούς, τὸν Σήμ, τὸν Χὰμ καὶ τὸν Ἰάφεθ.

Γεν. 6,11

ἐφθάρη δὲ ἡ γῆ ἐναντίον τοῦ Θεοῦ, καὶ ἐπλήσθη ἡ γῆ ἀδικίας.

Κολιτσάρα

Οἱ ἄνθρωποι ὅμως τῆς ἐποχῆς ἐκείνης εἶχον παρεκτραπῆ καὶ διαφθαρῆ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ ἐπλημμύρησεν ἡ γῆ ἀπὸ κάθε ἀδικίαν.

Τρεμπέλα

Καὶ ἡ γῆ ἦταν διεφθαρμένη ἐνώπιόν τοῦ Θεοῦ καὶ γεμάτη ἀδικίαν. Ὅλοι δηλαδή οἱ ἄνθρωποι ποὺ ἐζοῦσαν εἰς τὴν γῆν, εἶχαν ἀποστατήσει ἀπὸ τὸν Θεὸν καὶ ἐκυλίοντο εἰς τὰ πάθη τῆς σαρκός· εἶχαν βυθισθῆ εἰς βάθος ἀσεβείας, βαρβαρότητος, βιαιότητος καὶ ἐγκληματικότητος.

Γεν. 6,12

καὶ εἶδε Κύριος ὁ Θεὸς τὴν γῆν, καὶ ἦν κατεφθαρμένη, ὅτι κατέφθειρε πᾶσα σὰρξ τὴν ὁδὸν αὐτοῦ ἐπὶ τῆς γῆς.

Κολιτσάρα

Εἶδε Κύριος ὁ Θεὸς τὴν γῆν, ὅπου κατοικοῦσαν οἱ ἄνθρωποι, ὅτι ἦτο ἀθεραπεύτως διεφθαρμένη, διότι κάθε ἄνθρωπος εἶχε παρεκκλίνει ἀπὸ τὴν εὐθεῖαν ὁδὸν καὶ ἐπορεύετο τὸν δρόμον τῆς διαφθορᾶς.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ παντοδύναμος καὶ ἀπειροτέλειος Θεὸς ἐκύτταξεν εἰς τὴν γῆν καὶ εἶδεν ὅτι ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ἔγιναν σαρκολάτρες· διότι ὅλοι οἱ σαρκολάτρες αὐτοὶ ἄνθρωποι εἶχαν ἐκτραπῆ ἀπὸ τὸν ἅγιον δρόμον τοῦ Θεοῦ καὶ ἐβάδιζαν σταθερά, χωρὶς διάθεσιν μετανοίας, τὸν δρὸμον τῆς διαφθορᾶς.

Γεν. 6,13

καὶ εἶπε Κύριος ὁ Θεὸς τῷ Νῶε· καιρὸς παντὸς ἀνθρώπου ἥκει ἐναντίον μου, ὅτι ἐπλήσθη ἡ γῆ ἀδικίας ἀπ’ αὐτῶν, καὶ ἰδοὺ ἐγὼ καταφθείρω αὐτοὺς καὶ τὴν γῆν.

Κολιτσάρα

Εἶπε τότε Κύριος ὁ Θεὸς πρὸς τὸν Νῶε· «τὸ τέλος ὅλων τῶν ἀνθρώπων ἔφθασε, διότι ἐγέμισεν ἡ γῆ ἀπὸ τὰς ἁμαρτίας των. Καὶ ἰδοὺ ὅτι ἐγὼ θὰ καταστρέψω αὐτοὺς καὶ τὴν γῆν, εἰς τὴν ὁποίαν κατοικοῦν.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Θεὸς εἶπε πρὸς τὸν Νῶε· ἔδειξα πολλὴν μακροθυμίαν, τώρα ὅμως πρέπει να ἀποκοπῇ ἡ κακία διὰ νὰ μὴ προχωρήσῃ περισσοτερον· «ἔφθασεν ὁ καιρὸς τοῦ τέλους, τοῦ θανάτου, ὅλων τῶν ἀνθρώπων, διότι ἡ γῆ ἐγέμισε καὶ ἐξεχείλισεν ἀπὸ τὶς ἀδικίες των· πρέπει νὰ σταματήσῃ τὸ ἀπόστημα καὶ διὰ τοῦτο, νά· ἐγὼ θὰ ἐξοντώσω καὶ αὐτοὺς καὶ ὅλα τὰ ζωντανὰ τῆς γῆς».

Γεν. 6,14

ποίησον οὖν σεαυτῷ κιβωτὸν ἐκ ξύλων τετραγώνων· νοσσιὰς ποιήσεις τὴν κιβωτὸν καὶ ἀσφαλτώσεις αὐτὴν ἔσωθεν καὶ ἔξωθεν τῇ ἀσφάλτῳ.

Κολιτσάρα

Σὺ ὅμως νὰ κατασκευάσῃς διὰ τὸν ἑαυτόν σου μίαν κιβωτὸν ἀπὸ ξύλα πλανισμένα τετράγωνα· νὰ τὴν χωρίσῃς εἰς μικρὰ δωμάτια καὶ νὰ τὴν ἀλείψῃς μὲ πίσσαν ἀπὸ μέσα καὶ ἀπ’ ἔξω.

Τρεμπέλα

Ὅλοι ἐκεῖνοι θὰ καταστραφοῦν ὁλοσχερῶς, «σὺ ὅμως, ἐπειδὴ ἔζησες ὅλην τὴν ζωήν σου μὲ ἀρετήν, κατασκεύασε διὰ τὸν ἑαυτόν σου μίαν κιβωτὸν ἀπὸ δοκάρια τετράγωνα, πλανισμένα, ὥστε νὰ προσαρμόζωνται μὲ ἀκρίβειαν καὶ νὰ εἶναι ἡ κιβωτὸς στερεά· χώρισε τὴν κιβωτὸν εἰς μικρὰ διαμερίσματα καὶ ἄλειψέ την ἀπὸ μέσα καὶ ἀπ’ ἔξω μὲ ἀσφαλτόπισσαν»· ἔτσι δεν θὰ εἰσχωροῦν μέσα τὰ νερὰ καὶ εἰς τὸ ἐσωτερικὸν θὰ ἐξουδετερώνεται ἡ κακοσμία ἀπὸ τὰ ζῶα.

Γεν. 6,15

καὶ οὕτω ποιήσεις τὴν κιβωτόν· τριακοσίων πήχεων τὸ μῆκος τῆς κιβωτοῦ καὶ πεντήκοντα πήχεων τὸ πλάτος καὶ τριάκοντα πήχεων τὸ ὕψος αὐτῆς·

Κολιτσάρα

Ὡς ἑξῆς θὰ κατασκεύασῃς τὴν κιβωτόν. Τὸ μῆκος αὐτῆς θὰ εἶναι τριακόσιοι πήχεις (156 μέτρα) τὸ πλάτος της πεντήκοντα πήχεις καὶ τὸ ὕψος της τριάκοντα πήχεις.

Τρεμπέλα

«Ἔτσι νὰ κατασκευάσῃς τὴν κιβωτόν· τὸ μῆκος της νὰ εἶναι τριακόσιοι (ἑβραϊκοὶ) πήχεις (περίπου 137-170 μέτρα), τὸ πλάτος της πενήντα (ἑβραϊκοὶ) πήχεις (περίπου 23-29 μέτρα) καὶ τὸ ὕψος τῆς τριάντα (ἑβραϊκοὶ) πήχεις (περίπου 14-17 μέτρα).

Γεν. 6,16

ἐπισυνάγων ποιήσεις τὴν κιβωτὸν καὶ εἰς πῆχυν συντελέσεις αὐτὴν ἄνωθεν· τὴν δὲ θύραν τῆς κιβωτοῦ ποιήσεις ἐκ πλαγίων· κατάγαια διώροφα καὶ τριώροφα ποιήσεις αὐτήν.

Κολιτσάρα

Θὰ συγκλείσῃς δὲ τὰς πλευρὰς τῆς κιβωτοῦ εἰς τὸ ὕψος, ὥστε ἡ ἐπάνω σκέπη αὐτῆς θὰ ἔχῃ τὸ πλάτος ἑνὸς μόνον πήχεως. Τὴν θύραν τῆς κιβωτοῦ θὰ τὴν κατασκευάσῃς εἰς τὰ πλάγια αὐτῆς. Θὰ διαιρέσῃς τὴν κιβωτὸν εἰς τρεῖς ὀρόφους, εἰς τὸ ἰσόγειον, τὸν πρῶτον ὄροφον καὶ τὸν δεύτερον.

Τρεμπέλα

Θὰ κατασκευάσῃς δὲ τὴν κιβωτὸν ἔτσι, ὥστε νὰ συνταιριάσῃς καὶ συγκλίσῃς τὶς πλευρές της διὰ νὰ ἔχῃ ἡ σκέπη της εἰς τὸ ἐπάνω μέρος κλίσιν ἐνὸς (ἑβραϊκοῦ) πήχεως (46-57 ἑκατοστὰ τοῦ μέτρου)· τὴν εἴσοδον δὲ τῆς κιβωτοῦ νὰ κατασκευάσῃς εἰς τὰ πλάγια· τὴν κιβωτὸν θὰ κατασκευάσῃς τριώροφον, ὥστε νὰ ἔχῃ πρῶτον (ἰσόγειον), δεύτερον καὶ τρίτον πάτωμα».

Γεν. 6,17

ἐγὼ δὲ ἰδοὺ ἐπάγω τὸν κατακλυσμόν, ὕδωρ ἐπὶ τὴν γῆν καταφθεῖραι πᾶσαν σάρκα, ἐν ᾗ ἐστι πνεῦμα ζωῆς, ὑποκάτω τοῦ οὐρανοῦ· καὶ ὅσα ἐὰν ᾗ ἐπὶ τῆς γῆς, τελευτήσει.

Κολιτσάρα

Ἐγὼ δὲ θὰ ἐξαπολύσω τὸν κατακλυσμόν, ὕδατα πολλὰ ἐπάνω εἰς τὴν ἐπιφάνειαν τῆς γῆς, ὥστε νὰ καταστραφῇ κάθε σάρξ, κάθε τι τὸ ὁποῖον κάτω ἀπὸ τὸν οὐρανὸν ἔχει ζωὴν ὅλα ὅσα ὑπάρχουν ἐπάνω εἰς τὴν γῆν, ἄνθρωποι καὶ πτηνὰ καὶ τετράποδα καὶ ἑρπετὰ θὰ ἀποθάνουν.

Τρεμπέλα

Ἐσὺ μὲν νὰ κατασκευάσῃς τὴν κιβωτόν, ὅπως σὲ διέταξα· «Ἐγὼ δέ, ὁ ἄπειρος εἰς δύναμιν καὶ τέλειος εἰς δικαιοσύνην Θεός, νά· θὰ προκαλέσω ὁπωσδήποτε τὸν μοναδικὸν εἰς τὸ εἶδος του κατακλυσμόν· θὰ ἑξαπολύσω ὕδατα πολλὰ εἰς τὴν ἐπιφάνειαν τῆς γῆς, ὥστε νὰ ἐξολοθρεύσω κάθε ἔμψυχον ὀργανισμόν, ποὺ εὑρίσκεται κάτω ἀπὸ τὸν οὐρανόν· κάθε ζωντανὸς ὀργανισμός, ποὺ ζῇ εἰς τὴν γῆν (ἄνθρωποι, τετράποδα ζῶα, ἑρπετά, πτηνά), θὰ ἀποθάνῃ».

Γεν. 6,18

καὶ στήσω τὴν διαθήκην μου μετὰ σοῦ· εἰσελεύσῃ δὲ εἰς τὴν κιβωτὸν σὺ καὶ οἱ υἱοί σου καὶ ἡ γυνή σου καὶ αἱ γυναῖκες τῶν υἱῶν σου μετὰ σοῦ.

Κολιτσάρα

Σὺ ὅμως διὰ τὴν ἀρετήν σου θὰ σωθῇς θὰ εἰσέλθῃς εἰς τὴν κιβωτόν, σὺ καὶ τὰ παιδιά σου καὶ ἡ γυναῖκα σου καὶ αἱ γυναῖκες τῶν παιδιῶν σου μαζῆ μὲ σέ.

Τρεμπέλα

Ἐὰν ὅμως θὰ ἐπιβληθῇ εἰς ἐκείνους τιμωρία ἀξία τῶν ἁμαρτιῶν των, «μαζί σου θὰ συνάψω τὴν συνθήκην καὶ συμφωνίαν μου»· ἐγὼ θὰ εἶμαι Θεός σου καὶ προστάτης σου, σὺ δὲ ἄνθρωπος ἰδικός μου, διὰ τὸν ὁποῖον θὰ φροντίσω καὶ θὰ μεριμνῶ. Διὰ τὸν σκοπὸν αὐτόν «θὰ εἰσέλθῃς εἰς τὴν κιβωτὸν σὺ καὶ οἱ υἱοί σου, ἡ γυναῖκα σου καὶ οἱ γυναῖκες τῶν υἱῶν σου μαζί σου»· διότι ἂν καὶ εἶναι κατώτεροί σου ὡς πρὸς τὴν ἀρετήν, εἶναι ὅμως μακρυὰ ἀπὸ τὴν ὑπερβολικὴν κακίαν τῶν ἄλλων.

Γεν. 6,19

καὶ ἀπὸ πάντων τῶν κτηνῶν καὶ ἀπὸ πάντων τῶν ἑρπετῶν καὶ ἀπὸ πάντων τῶν θηρίων καὶ ἀπὸ πάσης σαρκός, δύο δύο ἀπὸ πάντων εἰσάξεις εἰς τὴν κιβωτόν, ἵνα τρέφῃς μετὰ σεαυτοῦ· ἄρσεν καὶ θῆλυ ἔσονται.

Κολιτσάρα

Καὶ θὰ πάρῃς μαζῆ σου ἀπὸ ὅλα τὰ κτήνη καὶ ἀπὸ ὅλα τὰ ἑρπετὰ καὶ ἀπὸ ὅλα τὰ θηρία καὶ ἀπὸ κάθε εἶδος ποὺ ζῇ εἰς τὴν γῆν κατὰ ζεύγη, θὰ τὰ εἰσαγάγῃς εἰς τὴν κιβωτόν, ὥστε μαζῆ μὲ σὲ νὰ σωθοῦν, καὶ σὺ θὰ ἔχῃς τὴν φροντίδα τῆς διατροφῆς των. Κάθε ζεῦγος ζώων θὰ ἀποτελῆται ἀπὸ ἀρσενικὸν καὶ θηλυκόν.

Τρεμπέλα

«Καὶ θὰ εἰσαγάγῃς μαζί σου εἰς τὴν κιβωτὸν ἀπὸ ὅλα τὰ εἴδη τῶν κατοικιδίων ζώων καὶ ἀπὸ ὅλα τὰ εἴδη τῶν ἑρπετῶν καὶ ἀπὸ ὅλα τὰ εἴδη τῶν ἀγρίων θηρίων καὶ ἀπὸ ὅλα τὰ εἴδη ὅλων τῶν ἄλλων ζῳων, διὰ να τὰ τρέφῃς· κάθε ζευγάρι θὰ ἀποτελῆται ἀπὸ ἕνα ἀρσενικὸν καὶ ἀπὸ ἕνα θηλυκόν.

Γεν. 6,20

ἀπὸ πάντων τῶν ὀρνέων τῶν πετεινῶν κατὰ γένος, καὶ ἀπὸ πάντων τῶν κτηνῶν κατὰ γένος καὶ ἀπὸ πάντων τῶν ἑρπετῶν τῶν ἑρπόντων ἐπὶ τῆς γῆς κατὰ γένος αὐτῶν. δύο δύο ἀπὸ πάντων εἰσελεύσονται πρὸς σὲ τρέφεσθαι μετὰ σοῦ, ἄρσεν καὶ θῆλυ.

Κολιτσάρα

Θὰ πάρῃς μαζῆ σου ἀπὸ ὅλα τὰ εἴδη τῶν κτηνῶν, τῶν μικρῶν καὶ τῶν μεγάλων, καὶ ἀπὸ ὅλα τὰ ἑρπετὰ ποὺ ἔρπουν εἰς τὴν γῆν κατὰ τὸ γένος αὐτῶν. Ζεῦγος ἄρσεν καὶ θῆλυ ἀπὸ ὅλα αὐτὰ θὰ εἰσέλθουν εἰς τὴν κιβωτόν, διὰ νὰ διασωθοῦν καὶ τραφοῦν μαζῆ σου.

Τρεμπέλα

Θὰ εἰσαγάγῃς μαζί σου εἰς τὴν κιβωτὸν ἀπὸ ὅλα τὰ εἴδη (ἀπὸ τὸ κάθε γένος) τῶν πτηνῶν καὶ ἀπὸ ὅλα τὰ εἴδη (ἀπὸ τὸ κάθε γένος) τῶν κατοικιδίων ζώων καὶ ἀπὸ ὅλα τὰ εἴδη (ἀπὸ τὸ κάθε γένος) τῶν ἑρπετῶν, ποὺ σύρονται εἰς τὴν γῆν. Θὰ εἰσέλθουν εἰς τὴν κιβωτὸν μόνα των, ἐνστικτωδῶς, μὲ νεῦσιν ἰδικήν μου, κατὰ ζεύγη, δύο-δύο ἀπὸ ὅλα τὰ εἴδη (γένη) καὶ θὰ τρέφονται μαζί σου· τὸ ἕνα θὰ εἶναι ἀρσενικὸν καὶ τὸ ἄλλο θηλυκόν.

Γεν. 6,21

σὺ δὲ λήψῃ σεαυτῷ ἀπὸ πάντων τῶν βρωμάτων, ἃ ἔδεσθε, καὶ συνάξεις πρὸς σεαυτόν, καὶ ἔσται σοι καὶ ἐκείνοις φαγεῖν.

Κολιτσάρα

Σὺ δὲ θὰ πάρῃς ἀκόμη μαζῆ σου ἀπὸ ὅλα τὰ εἴδη τῶν τροφῶν, τὰς ὁποίας τρώγετε, καὶ θὰ τὰς συγκεντρώσῃς διὰ τὸν ἑαυτόν σου. Ἀκόμη δὲ θὰ μεριμνήσῃς καὶ διὰ τὴν διατροφὴν τῶν ζώων, ὥστε καὶ σὺ καὶ ἐκεῖνα νὰ ἔχουν τροφὰς κατὰ τὸ διάστημα τοῦ κατακλυσμοῦ.

Τρεμπέλα

Σὺ δὲ θὰ παραλάβῃς μαζί σου ἀπὸ ὅλα τὰ εἴδη τῶν τροφῶν, τὶς ὁποῖες τρώγετε καὶ θὰ τὶς ἀποθηκεύσῃς κοντά σου εἰς τὴν κιβωτόν, ὥστε να χρησιμεύσουν ὡς τροφὴ διὰ σὲ καὶ δι’ ἐκεῖνα κατὰ τὴν διαρκειαν τοῦ κατακλυσμοῦ».

Γεν. 6,22

καὶ ἐποίησε Νῶε πάντα, ὅσα ἐνετείλατο αὐτῷ Κύριος ὁ Θεός, οὕτως ἐποίησε.

Κολιτσάρα

Ὁ Νῶε ἐξετέλεσε μὲ ἀκρίβειαν ὅλα ὅσα διέταξε Κύριος ὁ Θεός· ἔπραξεν, ὅπως ἐκεῖνος εἶχε διατάξει.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Νῶε συνεμορφώθη πλήρως πρὸς ὅσα τοῦ παρήγγειλεν ὁ Θεός· τὰ ἔκαμεν ὅλα μὲ προθυμίαν, χωρὶς ἀναβολήν· ἐπροχώρησε μὲ πίστιν ἀκριβῶς ὅπως τὸν διέταξεν. Ἔτσι ἔδειξε μὲ τὴν πίστιν καὶ τὰ ἔργα του, ὅτι δικαίως ἀξιώθηκε νὰ λάβῃ τὴν εὔνοιαν τοῦ παντοκράτορος Κυρίου.

Κεφάλαιο 7

Γεν. 7,1

Καὶ εἶπε Κύριος ὁ Θεὸς πρὸς Νῶε· εἴσελθε σὺ καὶ πᾶς ὁ οἶκός σου εἰς τὴν κιβωτόν, ὅτι σὲ εἶδον δίκαιον ἐναντίον μου ἐν τῇ γενεᾷ ταύτῃ.

Κολιτσάρα

Τότε εἶπε Κύριος ὁ Θεὸς πρὸς τὸν Νῶε· «εἴσελθε σὺ καὶ ὅλη ἡ οἰκογένειά σου εἰς τὴν κιβωτόν, διότι μόνον σὲ μέσα εἰς τὴν γενεὰν αὐτὴν εὑρῆκα πιστὸν καὶ ἐνάρετον ἐνώπιόν μου.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ παντοδύναμος καὶ ἀπειροτέλειος Θεὸς εἶπε πρὸς τὸν Νῶε: «Ἔλα μέσα εἰς τὴν κιβωτὸν σὺ καὶ ὅλη ἡ οἰκογένειά σου, διότι ἐσὲ μόνον εἶδα καὶ ἐσὲ μόνον εὑρῆκα πιστὸν εἰς ἑμέ, ἐνάρετον, εὐγνώμονα καὶ ἐνδιαφερόμενον διὰ τὴν ἀρετήν, εἰς τὴν ἁμαρτωλὴν αὐτὴν γενεάν, ἡ ὁποία βαδίζει πρὸς τὴν καταστροφήν.

Γεν. 7,2

ἀπὸ δὲ τῶν κτηνῶν τῶν καθαρῶν εἰσάγαγε πρὸς σὲ ἑπτὰ ἑπτά, ἄρσεν καὶ θῆλυ, ἀπὸ δὲ τῶν κτηνῶν τῶν μὴ καθαρῶν δύο δύο, ἄρσεν καὶ θῆλυ,

Κολιτσάρα

Ἀπὸ τὰ ζῶα τὰ καθαρὰ εἰσάγαγε εἰς τὴν κιβωτὸν ἀνὰ ἑπτὰ ζεύγη, ἄρσεν καὶ θῆλυ· ἀπὸ δὲ τὰ κτήνη τὰ μὴ καθαρὰ ἀνὰ δύο ζεύγη ἄρσεν καὶ θῆλυ.

Τρεμπέλα

Ἀπὸ δὲ τὰ ζῶα τὰ καθαρὰ νὰ εἰσαγάγῃς μαζί σου εἰς τὴν κιβωτὸν ἀνὰ ἑπτὰ ζεύγη ἀπὸ κάθε εἶδος· τὸ ζεῦγος θὰ ἀποτελῆται ἀπὸ ἕνα ἀρσενικὸν καὶ ἀπὸ ἕνα θηλυκόν· ἀπὸ δὲ τὰ ζῶα τὰ ἀκάθαρτα να εἰσαγάγῃς ἀνὰ δύο ζεύγη ἀπὸ τὸ κάθε εἶδος· τὸ ζεῦγος θὰ ἀποτελῆται ἀπὸ ἕνα ἀρσενικὸν καὶ ἀπὸ ἕνα θηλυκόν.

Γεν. 7,3

καὶ ἀπὸ τῶν πετεινῶν τοῦ οὐρανοῦ τῶν καθαρῶν ἑπτὰ ἑπτά, ἄρσεν καὶ θῆλυ, καὶ ἀπὸ πάντων τῶν πετεινῶν τῶν μὴ καθαρῶν δύο δύο, ἄρσεν καὶ θῆλυ, διαθρέψαι σπέρμα ἐπὶ πᾶσαν τὴν γῆν.

Κολιτσάρα

Ἐπίσης ἀπὸ τὰ πτηνὰ τοῦ οὐρανοῦ τὰ καθαρὰ ἀνὰ ἑπτὰ ζεύγη, ἄρσεν καὶ θῆλυ καὶ ἀπὸ ὅλα τὰ πτηνὰ τὰ μὴ καθαρὰ ἀνὰ δύο ζεύγη, ἄρσεν καὶ θῆλυ, ὥστε νὰ διατραφοῦν καὶ σωθοῦν ἀπὸ τὸν κατακλυσμὸν καὶ πολλαπλασιασθοῦν κατόπιν εἰς ὅλην τὴν γῆν.

Τρεμπέλα

Καὶ ἀπὸ τὰ πτηνά (ποὺ διασχίζουν τοὺς αἰθέρες) τὰ καθαρὰ εἰσάγαγε ἀνὰ ἑπτὰ ζεύγη ἀπὸ κάθε εἶδος· τὸ ζεῦγος θὰ ἀποτελῆται ἀπὸ ἕνα ἀρσενικὸν καὶ ἀπὸ ἕνα θηλυκόν· καὶ ἀπὸ ὅλα τὰ πτηνὰ τὰ ἀκάθαρτα να εἰσαγάγῃς ἀνὰ δύο ζεύγη ἀπὸ τὸ κάθε εἶδος· τὸ ζεῦγος θὰ ἀποτελῆται ἀπὸ ἕνα ἀρσενικὸν καὶ ἀπὸ ἕνα θηλυκόν. Τοῦτο θὰ κάμῃς διὰ να διατραφοῦν, να σωθοῦν καὶ να διαιωνίσουν μετὰ τὸν κατακλυσμὸν τὸ εἶδος των ἐπάνω εἰς τὴν γῆν.

Γεν. 7,4

ἔτι γὰρ ἡμερῶν ἑπτὰ ἐγὼ ἐπάγω ὑετὸν ἐπὶ τὴν γῆν τεσσαράκοντα ἡμέρας καὶ τεσσαράκοντα νύκτας καὶ ἐξαλείψω πᾶν τὸ ἀνάστημα, ὃ ἐποίησα, ἀπὸ προσώπου πάσης τῆς γῆς.

Κολιτσάρα

Κάμε σύντομα τοῦτο, διότι μετὰ ἑπτὰ ἡμέρας θὰ ἐξαπολύσω κατακλυσμὸν εἰς ὁλόκληρον τὴν γῆν ἐπὶ τεσσαράκοντα ἡμερονύκτια καὶ θὰ ἐξαφανίσω ἀπὸ τὸ πρόσωπον τῆς γῆς ἀνθρώπους καὶ ζῶα, τὰ ὁποῖα εἶχον δημιουργήσει».

Τρεμπέλα

Κάμε ὅλα αὐτά, διότι μόνον ἑπτὰ ἡμέρες ὑπολείπονται καὶ θὰ ἐπιφέρω βιαίαν, ἀπότομον καὶ ὁρμητικὴν βροχὴν εἰς τὴν γῆν ἐπὶ σαράντα ἡμερόνυκτα καὶ θὰ καταστρέψω ὅλα τὰ δημιουργήματα, ποὺ ἐδημιούργησα, ἀπὸ τὴν ἐπιφάνειαν ὅλης τῆς γῆς».

Γεν. 7,5

καὶ ἐποίησε Νῶε πάντα, ὅσα ἐνετείλατο αὐτῷ Κύριος ὁ Θεός.

Κολιτσάρα

Καὶ ἐξετέλεσεν ὁ Νῶε ὅλα ὅσα διέταξε καὶ ὑπέδειξεν εἰς αὐτὸν Κύριος ὁ Θεός.

Τρεμπέλα

Ὁ Νῶε συνεμορφώθη ἀπολύτως, ὑπήκουσε καὶ ἐπραγματοποίησεν ἀμέσως καὶ μὲ προθυμίαν ὅλα, ὅσα τὸν διέταξεν ὁ Θεός.

Γεν. 7,6

Νῶε δὲ ἦν ἐτῶν ἑξακοσίων, καὶ ὁ κατακλυσμὸς τοῦ ὕδατος ἐγένετο ἐπὶ τῆς γῆς.

Κολιτσάρα

Ὁ δὲ Νῶε ἦτο ἑξακοσίων ἐτῶν τότε, ποὺ ἔγινεν ὁ κατακλυσμὸς εἰς τὴν γῆν.

Τρεμπέλα

Ὁ Νῶε δὲ ἦταν ἐξακοσίων ἐτῶν, ὅταν ἐπραγματοποιήθη εἰς τὴν γῆν ὁ κατακλυσμός.

Γεν. 7,7

εἰσῆλθε δὲ Νῶε καὶ οἱ υἱοὶ αὐτοῦ καὶ ἡ γυνὴ αὐτοῦ καὶ αἱ γυναῖκες τῶν υἱῶν αὐτοῦ μετ’ αὐτοῦ εἰς τὴν κιβωτὸν διὰ τὸ ὕδωρ τοῦ κατακλυσμοῦ.

Κολιτσάρα

Εἰσῆλθε, σύμφωνα μὲ τὴν διαταγὴν τοῦ Θεοῦ, εἰς τὴν κιβωτὸν αὐτὸς καὶ μαζῆ μὲ αὐτὸν τὰ παιδιά του καὶ ἡ γυναῖκα του καὶ αἱ γυναῖκες τῶν παιδιῶν του, διὰ νὰ σωθοῦν ἀπὸ τὰ ὕδατα τοῦ κατακλυσμοῦ.

Τρεμπέλα

Εἰσῆλθε δὲ εἰς τὴν κιβωτὸν ὁ Νῶε καὶ οἱ υἱοί του καὶ ἡ γυναῖκα του, μαζί του δὲ καὶ οἱ γυναῖκες τῶν υἱῶν του, διὰ νὰ σωθοῦν ἀπὸ τὰ ὕδατα τοῦ κατακλυσμοῦ.

Γεν. 7,8

καὶ ἀπὸ τῶν πετεινῶν τῶν καθαρῶν καὶ ἀπὸ τῶν πετεινῶν τῶν μὴ καθαρῶν καὶ ἀπὸ τῶν κτηνῶν τῶν καθαρῶν καὶ ἀπὸ τῶν κτηνῶν τῶν μὴ καθαρῶν καὶ ἀπὸ πάντων τῶν ἑρπόντων ἐπὶ τῆς γῆς

Κολιτσάρα

Μαζῆ του ἐπίσης εἰσῆλθον ἀπὸ τὰ καθαρὰ καὶ ἀκάθαρτα πτηνά, ἀπὸ τὰ καθαρὰ καὶ ἀκάθαρτα ζῶα καὶ ἀπὸ ὅλα τὰ ἑρπετά, ποὺ σύρονται εἰς τὴν γῆν.

Τρεμπέλα

Μαζὶ μὲ τὸν Νῶε εἰσῆλθαν ἐπίσης εἰς τὴν κιβωτὸν ἀπὸ τὰ πτηνὰ τὰ καθαρὰ καὶ ἀπὸ τὰ πτηνὰ τὰ ἀκάθαρτα, καὶ ἀπὸ τὰ ζῶα τὰ καθαρὰ καὶ ἀπὸ τὰ ζῶα τὰ ἀκάθαρτα, καὶ ἀπὸ ὅλα τὰ ἑρπετά, τὰ ὁποῖα σύρονται ἐπάνω εἰς τὴν γῆν.

Γεν. 7,9

δύο δύο εἰσῆλθον πρὸς Νῶε εἰς τὴν κιβωτόν, ἄρσεν καὶ θῆλυ, καθὰ ἐνετείλατο ὁ Θεὸς τῷ Νῶε.

Κολιτσάρα

Εἰσῆλθον μαζῆ μὲ τὸν Νῶε εἰς τὴν κιβωτὸν κατὰ ζεύγη, ἀρσενικὸν καὶ θηλυκόν, ὅπως εἶχε διατάξει ὁ Θεός.

Τρεμπέλα

Ὅλα αὐτὰ εἰσῆλθαν εἰς τὴν κιβωτὸν μαζὶ μὲ τὸν Νῶε κατὰ ζεύγη· τὸ κάθε ζευγάρι ἀπετελεῖτο ἀπὸ ἕνα ἀρσενικὸν καὶ ἕνα θηλυκόν, ὅπως ἀκριβῶς εἶχε διατάξει ὁ Θεὸς τὸν Νῶε.

Γεν. 7,10

καὶ ἐγένετο μετὰ τὰς ἑπτὰ ἡμέρας καὶ τὸ ὕδωρ τοῦ κατακλυσμοῦ ἐγένετο ἐπὶ τῆς γῆς.

Κολιτσάρα

Ἑπτὰ δὲ ἡμέρας μετὰ τὴν εἴσοδον αὐτῶν ἐξεχύθησαν τὰ ὕδατα τοῦ κατακλυσμοῦ ἐπάνω εἰς τὴν γῆν.

Τρεμπέλα

Καὶ ἑπτὰ ἡμέρες μετὰ τὴν εἴσοδον ὅλων αὐτῶν εἰς τὴν κιβωτόν, εἰς τὸ τέλος τῆς ἑβδόμης ἡμέρας ἐπραγματοποιήθη ὁ κατακλυσμὸς τῶν ὑδάτων ἐπάνω εἰς τὴν γῆν.

Γεν. 7,11

ἐν τῷ ἑξακοσιοστῷ ἔτει ἐν τῇ ζωῇ τοῦ Νῶε, τοῦ δευτέρου μηνός, ἑβδόμῃ καὶ εἰκάδι τοῦ μηνός, τῇ ἡμέρᾳ ταύτῃ ἐρράγησαν πᾶσαι αἱ πηγαὶ τῆς ἀβύσσου, καὶ οἱ καταρράκται τοῦ οὐρανοῦ ἠνεῴχθησαν.

Κολιτσάρα

Κατὰ τὸ ἑξακοσιοστὸν ἔτος τῆς ἡλικίας τοῦ Νῶε, εἰς τὰς εἴκοσι δύο τοῦ δευτέρου μηνὸς διερράγησαν ὅλαι αἱ πηγαὶ τῶν ὑπογείων ὑδάτων καὶ τῶν θαλασσῶν καὶ ἤνοιξαν οἱ καταρράκται τοῦ οὐρανοῦ εἰς καταρρακτώδεις βροχάς.

Τρεμπέλα

Κατὰ τὸ ἑξακοσιοστὸν ἔτος τῆς ζωῆς τοῦ Νῶε, καὶ μάλιστα κατὰ τὴν 27ην ἡμέραν τοῦ δευτέρου μηνός (τοῦ πολιτικοῦ ἔτους), δηλαδὴ τὸν Νοέμβριον μῆνα· κατὰ τὴν ἡμέραν αὐτὴν ὁ Κύριος διέταξε μόνον καὶ ἡ φύσις τῶν νερῶν ἐπειθάρχησεν εἰς τὸ θεῖον πρόσταγμα καὶ κατέκλυσεν ὅλον τὸν κόσμον· ἀμέσως ἔσπασαν ἀπότομα καὶ ἄνοιξαν βίαια ὅλες οἱ τεράστιες ἀποθῆκες τῶν ὑπογείων νερῶν καὶ τὰ νερὰ ἐκτινάχθηκαν μὲ ὁρμήν· ἄνοιξαν ἐπίσης οἱ ὁρμητικοὶ καταρράκτες τοῦ οὐρανοῦ.

Γεν. 7,12

καὶ ἐγένετο ὑετὸς ἐπὶ τῆς γῆς τεσσαράκοντα ἡμέρας καὶ τεσσαράκοντα νύκτας.

Κολιτσάρα

Ἔβρεχε δὲ συνεχῶς ἐπὶ τεσσαράκοντα ἡμερονύκτια εἰς τὴν γῆν.

Τρεμπέλα

Καὶ ἔπιπτε συνεχῶς χωρὶς διακοπὴν ἡ πρωτοφανὴς καταιγιστικὴ νεροποντή, ἡ ἀνεπανάληπτος ἐκείνη καταρρακτώδης βροχὴ ἐπάνω εἰς τὴν γῆν ἐπὶ σαράντα ἡμερόνυκτα.

Γεν. 7,13

ἐν τῇ ἡμέρᾳ ταύτῃ εἰσῆλθε Νῶε, Σήμ, Χάμ, Ἰάφεθ, οἱ υἱοὶ Νῶε, καὶ ἡ γυνὴ Νῶε καὶ αἱ τρεῖς γυναῖκες τῶν υἱῶν αὐτοῦ μετ’ αὐτοῦ εἰς τὴν κιβωτόν.

Κολιτσάρα

Κατὰ τὴν ἡμέραν αὐτήν, ὅπως εἶχε διατάξει ὁ Θεός, εἰσῆλθεν εἰς τὴν κιβωτὸν ὁ Νῶε καὶ τὰ παιδιά του, ὁ Σήμ, ὁ Χάμ καὶ ὁ Ἰάφεθ, ἡ γυναίκα τοῦ Νῶε καὶ αἱ τρεῖς γυναῖκες τῶν παιδιῶν του.

Τρεμπέλα

Καὶ κατὰ τὴν ἰδίαν ἡμέραν, κατὰ τὴν ὁποίαν διέταξεν ὁ Θεὸς τὸν Νῶε, εἰσῆλθαν εἰς τὴν κιβωτὸν ὁ Νῶε καὶ οἱ υἱοί του Σήμ, Χάμ, Ἰάφεθ καὶ ἡ γυναῖκα τοῦ Νῶε καὶ οἱ τρεῖς γυναῖκες τῶν υἱῶν του μαζί του.

Γεν. 7,14

καὶ πάντα τὰ θηρία κατὰ γένος καὶ πάντα τὰ κτήνη κατὰ γένος καὶ πᾶν ἑρπετὸν κινούμενον ἐπὶ τῆς γῆς κατὰ γένος καὶ πᾶν ὄρνεον πετεινὸν κατὰ γένος αὐτοῦ

Κολιτσάρα

Μαζῆ του ἐπίσης εἶχον εἰσέλθει ὅλα τὰ θηρία κατὰ τὰ εἴδη αὐτῶν καὶ ὅλα τὰ κτήνη κατὰ τὰ εἴδη αὐτῶν καὶ ὅλα τὰ εἴδη τῶν ἑρπετῶν ποὺ σύρονται εἰς τὴν γῆν, καὶ ὅλα τὰ πτηνὰ τοῦ οὐρανοῦ κατὰ τὰ εἴδη αὐτῶν.

Τρεμπέλα

Μαζί του εἰσῆλθαν ἐπίσης καὶ ὅλα τὰ ἄγρια ζῶα κατὰ τὰ εἴδη των καὶ ὅλα τὰ ἥμερα ζῶα κατὰ τὰ εἴδη των καὶ ὅλα τὰ εἴδη τῶν ἑρπετῶν, ποὺ κινοῦνται εἰς τὴν γῆν, καὶ ὅλα τὰ εἴδη τῶν πτηνῶν τοῦ οὐρανοῦ, κατὰ τὰ εἴδη των.

Γεν. 7,15

εἰσῆλθον πρὸς Νῶε εἰς τὴν κιβωτόν, δύο δύο ἄρσεν καὶ θῆλυ ἀπὸ πάσης σαρκός, ἐν ᾧ ἐστι πνεῦμα ζωῆς.

Κολιτσάρα

Κατὰ ζεύγη, ἄρρενα καὶ θήλεα, εἰσῆλθον μαζῆ μὲ τὸν Νῶε εἰς τὴν κιβωτόν, κάθε ζωντανὸν τῆς ξηρᾶς.

Τρεμπέλα

Ὅλα αὐτὰ εἰσῆλθαν μαζὶ μὲ τὸν Νῶε εἰς τὴν κιβωτὸν κατὰ ζεύγη· τὸ κάθε ζευγάρι ἀπὸ ὅλα τὰ εἴδη τῶν ζωντανῶν ὑπάρξεων τῆς ξηρᾶς ἀπετελεῖτο ἀπὸ ἕνα ἀρσενικὸν καὶ ἕνα θηλυκόν.

Γεν. 7,16

καὶ τὰ εἰσπορευόμενα ἄρσεν καὶ θῆλυ ἀπὸ πάσης σαρκὸς εἰσῆλθε, καθὰ ἐνετείλατο ὁ Θεὸς τῷ Νῶε. καὶ ἔκλεισε Κύριος ὁ Θεὸς τὴν κιβωτὸν ἔξωθεν αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

Τὰ εἰσελθόντα εἰς τὴν κιβωτὸν ζῶα ἦσαν ἀπὸ ὅλα τὰ εἴδη ἀρσενικὰ καὶ θηλυκά, ὅπως εἶχε διατάξει ὁ Θεὸς τὸν Νῶε. Καὶ ἀφοῦ τὰ πάντα ἠσφαλίσθησαν εἰς τὴν κιβωτόν, ἔκλεισεν ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς ἀπ’ ἔξω τὴν κιβωτόν.

Τρεμπέλα

Καὶ τὰ εἰσερχόμενα ἀρσενικὰ καὶ θηλυκὰ ἀπὸ ὅλα τὰ ζωντανὰ ὅντα, εἰσῆλθαν ὅπως ἀκριβῶς εἶχε διατάξει ὁ Θεὸς τὸν Νῶε. Κατόπιν τούτου ὁ Θεός, δεικνύων τὸ στοργικὸν ἐνδιαφέρον καὶ τὴν εἰδικὴν φροντίδα του πρὸς τὸν Νῶε, ἔκλεισε καὶ ἀσφάλισε ἀπ’ ἔξω τὴν κιβωτόν.

Γεν. 7,17

Καὶ ἐγένετο ὁ κατακλυσμὸς τεσσαράκοντα ἡμέρας καὶ τεσσαράκοντα νύκτας ἐπὶ τῆς γῆς, καὶ ἐπεπληθύνθη τὸ ὕδωρ καὶ ἐπῇρε τὴν κιβωτόν, καὶ ὑψώθη ἀπὸ τῆς γῆς.

Κολιτσάρα

Ὁ κατακλυσμὸς ἐγίνετο ἐπὶ τεσσαράκοντα κατὰ συνέχειαν ἡμερονύκτια εἰς τὴν γῆν καὶ ἐπληθύνθη πάρα πολὺ τὸ νερὸ ἐπάνω εἰς τὴν γῆν, ἀνεσήκωσε τὴν κιβωτὸν εἰς τὴν ἐπιφάνειάν του καὶ τὴν ὕψωσεν ἐπάνω ἀπὸ τὴν γῆν.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ κατακλυσμὸς ἐγίνετο ἐπάνω εἰς τὴν γῆν ἀδιακόπως ἐπὶ τεσσαράκοντα ἡμερόνυκτα καὶ τὸ νερὸν ἐπληθύνετο καὶ ἐξωγκώνετο ὁλονὲν καὶ περισσότερον· καθὼς δὲ ἐσκέπαζε τὰ πάντα, ἀνεσήκωνε καὶ τὴν κιβωτόν, ἡ ὁποία ὑψώθη ἐπάνω ἀπὸ τὴν γῆν.

Γεν. 7,18

καὶ ἐπεκράτει τὸ ὕδωρ καὶ ἐπληθύνετο σφόδρα ἐπὶ τῆς γῆς, καὶ ἐπεφέρετο ἡ κιβωτὸς ἐπάνω τοῦ ὕδατος.

Κολιτσάρα

Καὶ ἐκυριάρχει συνεχῶς τὸ ὕδωρ καὶ ἐπληθύνετο ὁλονὲν καὶ περισσότερον ἐπάνω εἰς τὴν γῆν, ἡ δὲ κιβωτὸς ἐφέρετο ἐπάνω εἰς τὰ ὕδατα.

Τρεμπέλα

Καὶ ἐκάλυπτε τὸ νερὸν ὅλα καὶ ἐπολλαπλασιάζετο καὶ ἐπλεόναζεν ὑπερβολικὰ ἐπάνω εἰς τὴν γῆν καὶ ἡ κιβωτὸς ἔπλεεν ἐπάνω εἰς τὰ ὕδατα.

Γεν. 7,19

τὸ δὲ ὕδωρ ἐπεκράτει σφόδρα σφόδρα ἐπὶ τῆς γῆς καὶ ἐκάλυψε πάντα τὰ ὄρη τὰ ὑψηλά, ἃ ἦν ὑποκάτω τοῦ οὐρανοῦ·

Κολιτσάρα

Καὶ ἐξωγκώθη ἀκόμη περισσότερον τὸ ὕδωρ καὶ ὑπερεπληθύνθη καὶ ἐσκέπασεν ὅλα τὰ ὄρη τὰ ὑψηλά, ὅσα ὑπῆρχον κάτω ἀπὸ τὸν οὐρανόν.

Τρεμπέλα

Τὸ νερὸν δὲ ἐκυριαρχοῦσε κατὰ πολύ, μὲ μεγάλην δύναμιν καὶ ὁρμὴν ἐπάνω εἰς τὴν γῆν καὶ ἐξωγκώθη καὶ ἐσκέπασεν ὅλως διόλου ὅλα τὰ ὑψηλὰ ὄρη, ποὺ ἦσαν κάτω ἀπὸ τὸν οὐράνιον θόλον.

Γεν. 7,20

πεντεκαίδεκα πήχεις ὑπεράνω ὑψώθη τὸ ὕδωρ καὶ ἐπεκάλυψε πάντα τὰ ὄρη τὰ ὑψηλά.

Κολιτσάρα

Δέκα πέντε πήχεις ἐπάνω ἀπὸ τὰ ὑψηλότερα ὄρη ὑψώθη τὸ ὕδωρ καὶ ἐσκέπασεν ἐξ ὁλοκλήρου αὐτά.

Τρεμπέλα

Τὸ νερὸν εἶχε τόσον πολὺ αὐξηθῆ καὶ ἐπικρατήσει, ὥστε ὑψώθη δεκαπέντε πήχεις (περίπου 7 ἢ 8,5 μέτρα) πάνω ἀπὸ τὴν ὑψηλοτέραν κορυφὴν καὶ ἐσκέπασεν ἐξ ὁλοκλήρου ὅλα τὰ ὑψηλὰ ὄρη. Τοιουτοτρόπως δὲν κατεποντίσθησαν εἰς τὰ ὕδατα μόνον οἱ ἄνθρωποι καὶ τὰ κτήνη καὶ τὰ τετράποδα καὶ τὰ ἑρπετά, ἀλλὰ καὶ τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ καὶ ὅσα ἄγρια θηρία καὶ ἄλογα ζῶα ἑκατοικοῦσαν εἰς τὰ ὄρη.

Γεν. 7,21

καὶ ἀπέθανε πᾶσα σὰρξ κινουμένη ἐπὶ τῆς γῆς τῶν πετεινῶν καὶ τῶν κτηνῶν καὶ τῶν θηρίων καὶ πᾶν ἑρπετὸν κινούμενον ἐπὶ τῆς γῆς καὶ πᾶς ἄνθρωπος.

Κολιτσάρα

Ἐπνίγη δὲ καὶ ἀπέθανε μέσα εἰς τὰ ὕδατα τοῦ κατακλυσμοῦ κάθε ζωϊκὴ ὕπαρξις τῆς γῆς, τὰ πτηνὰ τοῦ οὐρανοῦ καὶ τὰ κτήνη καὶ τὰ θηρία καὶ τὰ ἑρπετὰ ποὺ σύρονται εἰς τὴν γῆν καὶ κάθε ἄνθρωπος·

Τρεμπέλα

Ἐπνίγη δὲ καὶ ἀπέθανε μέσα εἰς τὰ νερὰ κάθε ζωντανὴ ὕπαρξις, ἡ ὁποῖα ἐκινεῖτο ἐπάνω εἰς τὴν γῆν, ὅλα τὰ πτηνὰ καὶ ὅλα τὰ ἥμερα ζῶα καὶ ὅλα τὰ ἄγρια θηρία καὶ ὅλα τὰ ἑρπετά, τὰ ὁποῖα σύρονται ἐπάνω εἰς τὴν γῆν, καὶ ὅλοι οἱ ἄνθρωποι.

Γεν. 7,22

καὶ πάντα, ὅσα ἔχει πνοὴν ζωῆς, καὶ πᾶν, ὃ ἦν ἐπὶ τῆς ξηρᾶς, ἀπέθανε.

Κολιτσάρα

καὶ ὅλα ὅσα ἔχουν ζωὴν καὶ ἀναπνέουν, κάθε τι τὸ ὁποῖον ἔζη εἰς τὴν ξηρὰν ἐπνίγη.

Τρεμπέλα

Καὶ ὅλα τὰ ζωντανὰ ὄντα, ποὺ εὑρίσκονται καὶ ἀναπνέουν ἐπάνω εἰς τὴν ξηράν, ἐπνίγησαν καὶ ἀπέθαναν.

Γεν. 7,23

καὶ ἐξήλειψε πᾶν τὸ ἀνάστημα, ὃ ἦν ἐπὶ προσώπου τῆς γῆς, ἀπὸ ἀνθρώπου ἕως κτήνους καὶ ἑρπετῶν καὶ τῶν πετεινῶν τοῦ οὐρανοῦ, καὶ ἐξηλείφθησαν ἀπὸ τῆς γῆς· καὶ κατελείφθη μόνος Νῶε καὶ οἱ μετ’ αὐτοῦ ἐν τῇ κιβωτῷ.

Κολιτσάρα

Τοιουτοτρόπως ὁ Θεὸς ἐξηφάνισε κάθε ζωντανὴν ὕπαρξιν ἐπὶ τῆς γῆς ἀπὸ ἀνθρώπου μέχρι τῶν κτηνῶν καὶ ἑρπετῶν καὶ πτηνῶν τοῦ οὐρανοῦ· τὰ πάντα ἐξηφανίσθησαν ἀπὸ τὸ πρόσωπον τῆς γῆς. Ἔμεινε δὲ ἐν τῇ ζωῇ μόνον ὁ Νῶε καὶ ὅσοι ἦσαν μαζῆ μὲ αὐτὸν εἰς τὴν κιβωτόν.

Τρεμπέλα

Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπον ὁ Θεὸς ἐξωλόθρευσε ὅλα τὰ ζωντανὰ δημιουργήματα, ποὺ ἦσαν εἰς τὴν ἐπιφάνειαν ὅλης τῆς γῆς, ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους μέχρι τὰ ἥμερα ζῶα καὶ τὰ ἑρπετὰ καὶ τὰ πτηνὰ τοῦ οὐρανοῦ· ὅλα ἐξωλοθρεύθησαν καὶ ἐξηφανίσθησαν ἀπὸ τὴν γῆν· ἀπέμεινε δὲ εἰς τὴν ζωὴν μόνον ὁ Νῶε καὶ ὅσοι ἦσαν μαζί του μέσα εἰς τὴν κιβωτόν.

Γεν. 7,24

καὶ ὑψώθη τὸ ὕδωρ ἐπὶ τῆς γῆς ἡμέρας ἑκατὸν πεντήκοντα.

Κολιτσάρα

Καὶ τὸ ὕδωρ κατεπλημμύρισε τὴν ἐπιφάνειαν τῆς γῆς ἐπὶ ἑκατὸν πεντήκοντα ἡμέρας.

Τρεμπέλα

Καὶ τὸ νερὸν ἀνέβηκε καὶ ἐσκέπασε τὴν γῆν ἐπὶ ἑκατὸν πενήντα ἡμέρες.

Κεφάλαιο 8

Γεν. 8,1

Καὶ ἀνεμνήσθη ὁ Θεὸς τοῦ Νῶε καὶ πάντων τῶν θηρίων καὶ πάντων τῶν κτηνῶν καὶ πάντων τῶν πετεινῶν καὶ πάντων τῶν ἑρπετῶν τῶν ἑρπόντων, ὅσα ἦν μετ’ αὐτοῦ ἐν τῇ κιβωτῷ, καὶ ἐπήγαγεν ὁ Θεὸς πνεῦμα ἐπὶ τὴν γῆν, καὶ ἐκόπασε τὸ ὕδωρ,

Κολιτσάρα

Ἐνεθυμήθη δὲ ὁ Θεὸς τὸν Νῶε καὶ ὅλα τὰ θηρία καὶ ὅλα τὰ κτήνη καὶ ὅλα τὰ πτηνὰ καὶ ὅλα τὰ ἑρπετά, ποὺ σύρονται εἰς τὴν γῆν, ὅλα ὅσα εὑρίσκοντο μαζῆ μὲ τὸν Νῶε εἰς τὴν κιβωτόν· καὶ ἔστειλε τότε ὁ Θεὸς ἄνεμον εἰς τὴν γῆν, συνεπείᾳ τοῦ ὁποίου ἤρχισε νὰ ὑποχωρῇ καὶ νὰ ἐλαττώνεται τὸ ὕδωρ, ποὺ ἐσκέπαζε τὴν γῆν.

Τρεμπέλα

Καὶ ἐνεθυμήθη (κατ’ ἄλλην γραφὴν ἐλυπήθη καὶ εὐσπλαγχνίσθη) ὁ Θεὸς τὸν Νῶε καὶ ὅλα τὰ ἄγρια ζῶα καὶ ὅλα τὰ ἥμερα ζῶα καὶ ὅλα τὰ πτηνὰ καὶ ὅλα τὰ ἑρπετά, ποὺ κινοῦνται ὡς να σύρωνται ἐπάνω εἰς τὴν γῆν, δηλαδὴ ὅλα ὅσα ἦσαν μαζί μὲ τὸν Νῶε εἰς τὴν κιβωτόν· καὶ ἔστειλεν ὁ Θεὸς εἰς τὴν γῆν ἄνεμον ξηρὸν (βόρειον ἢ βορειυδυτικόν) με ἀποτέλεσμα νὰ ὑποχωρῇ καὶ νὰ ὀλιγοστεύῃ τὸ νερὸν τοῦ κατακλυσμοῦ, ποὺ ἐσκέπαζε τὴν γῆν.

Γεν. 8,2

καὶ ἐπεκαλύφθησαν αἱ πηγαὶ τῆς ἀβύσσου καὶ οἱ καταρράκται τοῦ οὐρανοῦ, καὶ συνεσχέθη ὁ ὑετὸς ἀπὸ τοῦ οὐρανοῦ.

Κολιτσάρα

Ἐπωματίσθησαν κατὰ διαταγὴν τοῦ Θεοῦ αἱ πηγαὶ τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης, ἔκλεισαν οἱ καταρράκται τοῦ οὐρανοῦ καὶ ἐσταμάτησε τελείως ἡ κατακλυσμιαία βροχή.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Κύριος διέταξε μόνον καὶ ἀμέσως ἐπωματίσθησαν, ἔκλεισαν ὅλως διόλου οἱ τεράστιες ἀποθῆκες τῶν ὑπογείων ὑδάτων καὶ οἱ ὁρμητικοὶ καταρράκτες τοῦ οὐρανοῦ καὶ συνεκρατήθη ἡ κατακλυαμιαία βροχή, ἡ πρωτοφανὴς νεροποντὴ ποὺ ἔπιπτε ἀπὸ τὸν οὐρανόν.

Γεν. 8,3

καὶ ἐνεδίδου τὸ ὕδωρ πορευόμενον ἀπὸ τῆς γῆς, καὶ ἠλαττονοῦτο τὸ ὕδωρ μετὰ πεντήκοντα καὶ ἑκατὸν ἡμέρας.

Κολιτσάρα

Τὸ ὕδωρ ὑποχωροῦσε ὁλονὲν καὶ περισσότερον καὶ ἀπεσύρετο ἀπὸ τὴν γῆν. Μετὰ ἑκατὸν πεντήκοντα ἡμέρας ἀπὸ τὴν ἔναρξιν τοῦ κατακλυσμοῦ ἤρχισε νὰ ὑποχωρῇ τὸ ὕδωρ.

Τρεμπέλα

Καὶ τὸ νερὸν ὑποχωροῦσε ὁλονὲν καὶ περισσότερον ἀπὸ τὴν γῆν καὶ συνεχῶς ὠλιγόστευε· τὸ νερὸν ἄρχισε νὰ ὑποχωρῇ μετὰ ἑκατὸν πενῆντα ἡμέρες ἀπὸ τότε ποὺ ἄρχισεν ὁ κατακλυσμός.

Γεν. 8,4

καὶ ἐκάθισεν ἡ κιβωτὸς ἐν μηνὶ τῷ ἑβδόμῳ, ἑβδόμῃ καὶ εἰκάδι τοῦ μηνός, ἐπὶ τὰ ὄρη τὰ Ἀραράτ.

Κολιτσάρα

Ἡ κιβωτὸς ἐκάθισεν ὁμαλῶς εἰς τὰ ὄρη Ἀραρὰτ κατὰ τὴν εἰκοστὴν ἑβδόμην τοῦ ἑβδόμου μηνός.

Τρεμπέλα

Καὶ ἡ κιβωτὸς ἐπροσάραξεν ὁμαλὰ καὶ ἐκάθισεν ἁπαλὰ εἰς τὰ ὄρη Ἀραρὰτ τῆς Ἀρμενίας κατὰ τὴν 27ην ἡμέραν τοῦ ἑβδόμου μηνός (τοῦ ἐβραϊκοῦ πολιτικοῦ ἔτους), δηλαδὴ τὴν 27ην Ἀπριλίου.

Γεν. 8,5

τὸ δὲ ὕδωρ ἠλαττονοῦτο ἕως τοῦ δεκάτου μηνός· καὶ ἐν τῷ δεκάτῳ μηνί, τῇ πρώτῃ τοῦ μηνός, ὤφθησαν αἱ κεφαλαὶ τῶν ὀρέων.

Κολιτσάρα

Τὸ δὲ ὕδωρ συνεχῶς ἠλαττώνετο μέχρι τοῦ δεκάτου μηνός. Κατὰ τὴν πρώτην τοῦ δεκάτου μηνὸς ἐφάνησαν αἱ κορυφαὶ καὶ τῶν ἄλλων ὀρέων.

Τρεμπέλα

Τὸ δὲ νερὸν συνεχῶς ὠλιγόστευε καὶ ὑποχωροῦσε σταθερῶς μέχρι τοῦ δεκάτου μηνός· καὶ κατὰ τὴν πρώτην ἡμέραν τοῦ δεκάτου μηνός (τοῦ Ἰουλίου) ἐφάνησαν οἱ κορυφὲς τῶν βουνῶν.

Γεν. 8,6

καὶ ἐγένετο μετὰ τεσσαράκοντα ἡμέρας ἠνέῳξε Νῶε τὴν θυρίδα τῆς κιβωτοῦ, ἣν ἐποίησε, καὶ ἀπέστειλε τὸν κόρακα τοῦ ἰδεῖν, εἰ κεκόπακε τὸ ὕδωρ·

Κολιτσάρα

Τεσσαράκοντα δὲ ἡμέρας κατόπιν ἤνοιξεν ὁ Νῶε τὴν θυρίδα τῆς κιβωτοῦ, τὴν ὁποίαν εἶχε κατασκευάσει, καὶ ἀπέλυσε τὸν κόρακα, διὰ νὰ ἴδῃ ἐὰν ἔπαυσε νὰ ὑπάρχῃ νερὸ εἰς τὴν ξηράν.

Τρεμπέλα

Καὶ ὕστερα ἀπὸ σαράντα ἡμέρες ἄνοιξεν ὁ Νῶε τὴν μικρὴν πόρταν τῆς κιβωτοῦ, ποὺ εἶχε κατασκευάσει, καὶ ἀπέλυσε τὸν κόρακα διὰ νὰ διαπιστώσῃ ἐὰν ἔπαυσε νὰ ὑπάρχῃ νερὸν εἰς τὴν ἐπιφάνειαν τῆς γῆς.

Γεν. 8,7

καὶ ἐξελθών, οὐκ ἀνέστρεψεν ἕως τοῦ ξηρανθῆναι τὸ ὕδωρ ἀπὸ τῆς γῆς.

Κολιτσάρα

Ὁ κόραξ ἐξελθὼν ἀπὸ τὴν κιβωτὸν δὲν ἐπέστρεψε πλέον, οὔτε καὶ ὅταν ἐξηράνθη ἐντελῶς τὸ ὕδωρ ἀπὸ τὴν ἐπιφάνειαν τῆς γῆς.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ κόρακας ἀφοῦ ἐβγῆκε, δὲν ἐπέστρεψε πλέον, οὔτε καὶ ὅταν ἐστέγνωσεν ἐντελῶς ἡ ἐπιφάνεια τῆς γῆς.

Γεν. 8,8

καὶ ἀπέστειλε τὴν περιστερὰν ὀπίσω αὐτοῦ ἰδεῖν, εἰ κεκόπακε τὸ ὕδωρ ἀπὸ τῆς γῆς·

Κολιτσάρα

Ἔπειτα ἀπὸ τὸν κόρακα ἔστειλεν ὁ Νῶε τὴν περιστεράν, διὰ νὰ ἴδῃ ἐὰν εἶχε παύσει τὸ ὕδωρ νὰ σκεπάζῃ τὴν ἐπιφάνειαν τῆς γῆς.

Τρεμπέλα

Μετὰ τὸν κόρακα ἀπέστειλε τὴν περιστεράν, διὰ νὰ διαπιστώσῃ ἐὰν ἐσταμάτησε τὸ νερὸν να σκεπάζῃ τὴν ἐπιφάνειαν τῆς γῆς.

Γεν. 8,9

καὶ οὐχ εὑροῦσα ἡ περιστερὰ ἀνάπαυσιν τοῖς ποσὶν αὐτῆς, ἀνέστρεψε πρὸς αὐτὸν εἰς τὴν κιβωτόν, ὅτι ὕδωρ ἦν ἐπὶ πᾶν τὸ πρόσωπον τῆς γῆς, καὶ ἐκτείνας τὴν χεῖρα ἔλαβεν αὐτήν, καὶ εἰσήγαγεν αὐτὴν πρὸς ἑαυτὸν εἰς τὴν κιβωτόν.

Κολιτσάρα

Ἡ περιστερὰ ἐπειδὴ δὲν εὗρε τόπον ξηρόν, διὰ νὰ πατήσῃ καὶ ἀναπαυθῇ, διότι τὸ ὕδωρ ἐξηκολούθει νὰ καλύπτῃ τὴν ἐπιφάνειαν τῆς γῆς, ἐπέστρεψεν εἰς τὴν κιβωτόν. Ὁ Νῶε ἥπλωσε τὸ χέρι του, ἐπῆρε τὴν περιστερὰν καὶ τὴν εἰσήγαγεν εἰς τὴν κιβωτόν, ὅπου καὶ αὐτὸς εὑρίσκετο.

Τρεμπέλα

Ἀλλὰ ἡ περιστερά, ἐπειδὴ δὲν εὑρῆκε τόπον στεγνὸν διὰ νὰ πατήσῃ καὶ ἀναπαυθῇ, ἐπέστρεψε πάλιν εἰς τὴν κιβωτόν, διότι τὸ νερὸν καὶ ἡ παχειὰ λάσπη συνέχιζαν νὰ σκεπάζουν ἀκόμη ὅλην τὴν ἐπιφάνειαν τῆς γῆς· καὶ ὁ Νῶε ἀφοῦ ἅπλωσε τὸ χέρι τὴν ἐπῆρε καὶ τὴν ἔβαλε πάλιν μαζί του μέσα εἰς τὴν κιβωτόν.

Γεν. 8,10

καὶ ἐπισχὼν ἔτι ἡμέρας ἑπτὰ ἑτέρας, πάλιν ἐξαπέστειλε τὴν περιστερὰν ἐκ τῆς κιβωτοῦ·

Κολιτσάρα

Ἐπερίμενεν ἑπτὰ ἀκόμη ἡμέρας καὶ ἀπέστειλε πάλιν τὴν περιστερὰν ἀπὸ τὴν κιβωτόν.

Τρεμπέλα

Ὁ Νῶε, ἀφού ἐπερίμενε ἀκόμη ἄλλες ἑπτὰ ἡμέρες, ἔστειλε πάλιν τὴν περιστερὰν ἔξω ἀπὸ τὴν κιβωτόν.

Γεν. 8,11

καὶ ἀνέστρεψε πρὸς αὐτὸν ἡ περιστερὰ τὸ πρὸς ἑσπέραν, καὶ εἶχε φύλλον ἐλαίας κάρφος ἐν τῷ στόματι αὐτῆς, καὶ ἔγνω Νῶε ὅτι κεκόπακε τὸ ὕδωρ ἀπὸ τῆς γῆς.

Κολιτσάρα

Ἡ περιστερὰ ἐπέστρεψε πρὸς τὸν Νῶε κατὰ τὴν ἑσπέραν φέρουσα εἰς τὸ ράμφος της κλωναράκι ἐληᾶς. Ἐνόησε τότε ὁ Νῶε ὅτι εἶχεν ἀποσυρθῆ πλέον τὸ ὕδωρ ἀπὸ τὴν γῆν.

Τρεμπέλα

Τὴν φορὰν αὐτὴν ἡ περιστερά, ἀφοῦ ἐβόσκησε ὅλην τὴν ἡμέραν, ἐγύρισε κοντά του κατὰ τὸ βράδυ καὶ ἐκρατοῦσε εἰς τὸ ράμφος της μικρὸ κλωνάρι μὲ φύλλον ἐλιᾶς· ἀπὸ αὐτὸ ἀντελήφθη ὁ Νῶε, ὅτι τὸ νερὸν εἶχεν ὑποχωρήσει ἀπὸ τὴν ἐπιφάνειαν τῆς γῆς.

Γεν. 8,12

καὶ ἐπισχὼν ἔτι ἡμέρας ἑπτὰ ἑτέρας, πάλιν ἐξαπέστειλε τὴν περιστεράν, καὶ οὐ προσέθετο τοῦ ἐπιστρέψαι πρὸς αὐτὸν ἔτι.

Κολιτσάρα

Ἐπερίμενεν ὁ Νῶε ἄλλας ἑπτὰ ἡμέρας καὶ ἔστειλε πάλιν τὴν περιστεράν. Ἀλλὰ ἡ περιστερὰ δὲν ἐπέστρεψε πλέον πρὸς αὐτόν.

Τρεμπέλα

Καὶ ἀφοῦ ἐπερίμενεν ἀκόμη ἄλλες ἑπτὰ ἡμέρες, ἔστειλε καὶ πάλιν ἔξω τὴν περιστεράν· αὐτὴ ὅμως δεν ἐπέστρεψε πλέον κοντά του εἰς τὴν κιβωτόν, διότι εὑρῆκε τόπον καὶ διὰ νὰ βοσκήσῃ καὶ διὰ νὰ κουρνιάσῃ.

Γεν. 8,13

καὶ ἐγένετο ἐν τῷ ἑνὶ καὶ ἑξακοσιοστῷ ἔτει ἐν τῇ ζωῇ τοῦ Νῶε, τοῦ πρώτου μηνός, μιᾷ τοῦ μηνός, ἐξέλιπε τὸ ὕδωρ ἀπὸ τῆς γῆς· καὶ ἀπεκάλυψε Νῶε τὴν στέγην τῆς κιβωτοῦ, ἣν ἐποίησε, καὶ εἶδεν ὅτι ἐξέλιπε τὸ ὕδωρ ἀπὸ προσώπου τῆς γῆς.

Κολιτσάρα

Ὅταν δὲ ὁ Νῶε τὸ ἑξακοσίων καὶ ἑνὸς ἐτῶν, κατὰ τὴν πρώτην τοῦ πρώτου μηνός, ἐξηφηνίσθη ὁλοτελῶς ἀπὸ τὴν ἐπιφάνειαν τὸ ὕδωρ τοῦ κατακλυσμοῦ. Τότε ὁ Νῶε ἐξεσκέπασε τὴν στέγην τῆς κιβωτοῦ, τὴν ὁποίαν εἶχε κατασκευάσει, καὶ εἶδεν ὅτι πράγματι εἶχεν ἐκλείψει τὸ ὕδωρ τοῦ κατακλυσμοῦ ἀπὸ τὴν ξηράν.

Τρεμπέλα

Καὶ συνέβη κατὰ τὸ ἑξακοσιοστὸν πρῶτον ἔτος τῆς ζωῆς τοῦ Νῶε, τὴν πρώτην ἡμέραν τοῦ πρώτου μηνός (τοῦ ἑβραϊκοῦ πολιτικοῦ ἔτους), δηλαδὴ τὴν πρώτην τοῦ ἰδικοῦ μας μηνὸς Ὀκτωβρίου, ἔλειψε, ἑξαφανίσθηκε, ἐχάθη τὸ νερὸν τοῦ κατακλυσμοῦ ἀπὸ τὴν ἐπιφάνειαν τῆς γῆς. Τότε ὁ Νῶε ἀφηπήρεσε τὴν στέγην τῆς κιβωτοῦ, ποὺ εἶχε κατασκευάσει, καὶ ὅταν ἐξεσκέπασε τὴν κιβωτόν, εἶδε μὲ τὰ μάτια του ὅτι τὸ νερὸν τοῦ κατακλυσμοῦ εἶχεν ὑποχωρήσει ἀπὸ τὴν ἐπιφάνειαν τῆς γῆς.

Γεν. 8,14

ἐν δὲ τῷ δευτέρῳ μηνὶ ἐξηράνθη ἡ γῆ, ἑβδόμῃ καὶ εἰκάδι τοῦ μηνός.

Κολιτσάρα

Κατὰ δὲ τὴν εἰκοστὴν ἑβδόμην τοῦ δευτέρου μηνὸς ἐστέγνωσεν ἡ ξηρὰ ἀπὸ τὰ ὕδατα τοῦ κατακλυσμοῦ.

Τρεμπέλα

Καὶ κατὰ τὴν εἰκοστὴν ἑβδόμην ἡμέραν τοῦ δευτέρου μηνός (τοῦ ἑβραϊκοῦ πολιτικοῦ ἔτους), δηλαδὴ τὴν 27ην τοῦ ἰδικοῦ μας μηνὸς Νοεμβρίου, ἐστέγνωσεν ἡ γῆ ἀπὸ τὰ νερὰ τοῦ κατακλυσμοῦ.

Γεν. 8,15

Καὶ εἶπε Κύριος ὁ Θεὸς πρὸς Νῶε λέγων·

Κολιτσάρα

Τότε ὡμίλησε Κύριος ὁ Θεὸς πρὸς τὸν Νῶε καὶ τοῦ εἶπε·

Τρεμπέλα

Ὅταν πλέον ἐκαθαρίσθη ὅλη ἡ κτίσις ἀπὸ τὸν μολυσμόν, ποὺ ἐδημιούργησεν εἰς αὐτὴν ἡ ἁμαρτία τῶν ἀνθρώπων, ὁ παντοδύναμος καὶ ἀπειροτέλειος Θεὸς ἐμίλησε πρὸς τὸν Νῶε καὶ τοῦ εἶπεν·

Γεν. 8,16

ἔξελθε ἐκ τῆς κιβωτοῦ, σὺ καὶ ἡ γυνή σου καὶ οἱ υἱοί σου καὶ αἱ γυναῖκες τῶν υἱῶν σου μετὰ σοῦ

Κολιτσάρα

«ἔβγα ἀπὸ τὴν κιβωτόν, σὺ μαζῆ δὲ μὲ σὲ καὶ ἡ γυναίκα σου καὶ τὰ παιδιά σου καὶ αἱ γυναῖκες τῶν παιδιῶν σου·

Τρεμπέλα

«Ἔβγα ἔξω ἀπὸ τὴν κιβωτὸν σὺ καὶ ἡ γυναῖκα σου καὶ οἱ υἱοί σου καὶ οἱ γυναῖκες τῶν υἱῶν σου, ποὺ εἶναι μαζί σου.

Γεν. 8,17

καὶ πάντα τὰ θηρία, ὅσα ἐστὶ μετὰ σοῦ, καὶ πᾶσα σὰρξ ἀπὸ πετεινῶν ἕως κτηνῶν, καὶ πᾶν ἑρπετὸν κινούμενον ἐπὶ τῆς γῆς ἐξάγαγε μετὰ σεαυτοῦ· καὶ αὐξάνεσθε καὶ πληθύνεσθε ἐπὶ τῆς γῆς.

Κολιτσάρα

Βγάλε ἀπὸ τὴν κιβωτὸν ὅλα τὰ θηρία ὅσα ὑπάρχουν εἰς αὐτὴν καὶ κάθε τι ἔμψυχον ἀπὸ τὰ πτηνὰ ἕως τὰ κτήνη καὶ κάθε ἑρπετόν, ποὺ σύρεται εἰς τὴν γῆν, ὥστε τίποτε πλέον νὰ μὴ μείνῃ εἰς τὴν κιβωτόν. Αὐξάνεσθε καὶ πληθύνεσθε εἰς ὅλην τὴν γῆν».

Τρεμπέλα

Ἐπίσης βγάλε σὺ ὁ ἴδιος μαζί σου ἔξω ἀπὸ τὴν κιβωτὸν καὶ ὅλα τὰ ἄγρια ζῶα, ποὺ εἶναι μαζί σου, καὶ κάθε ζωντανὴν ὕπαρξιν ἀπὸ τὰ πτηνὰ μέχρι τὰ ἥμερα ζῶα καὶ κάθε ἑρπετόν, τὸ ὁποῖον κινεῖται ὡς νὰ σύρεται ἐπάνω εἰς τὴν γῆν. Καὶ καρποφορεῖτε, ἀναπαράγεσθε καὶ πολλαπλασιάζεσθε ἐπάνω εἰς τὴν γῆν».

Γεν. 8,18

καὶ ἐξῆλθε Νῶε καὶ ἡ γυνὴ αὐτοῦ καὶ οἱ υἱοὶ αὐτοῦ καὶ αἱ γυναῖκες τῶν υἱῶν αὐτοῦ μετ’ αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

Καὶ πράγματι ἐξῆλθεν ἀπὸ τὴν κιβωτὸν ὁ Νῶε καὶ ἡ σύζυγος αὐτοῦ, τὰ παιδιά του καὶ αἱ γυναῖκες τῶν παιδιῶν του μαζῆ μὲ αὐτόν.

Τρεμπέλα

Καὶ ἐβγῆκαν ἀπὸ τὴν κιβωτὸν ὁ Νῶε, μαζί του δὲ καὶ ἡ γυναῖκα του καὶ οἱ υἱοί του καὶ οἱ γυναῖκες τῶν υἱῶν του.

Γεν. 8,19

καὶ πάντα τὰ θηρία, καὶ πάντα τὰ κτήνη, καὶ πᾶν πετεινόν, καὶ πᾶν ἑρπετὸν κινούμενον ἐπὶ τῆς γῆς κατὰ γένος αὐτῶν, ἐξήλθοσαν ἐκ τῆς κιβωτοῦ.

Κολιτσάρα

Ἐξῆλθον ἐπίσης ἀπὸ τὴν κιβωτὸν ὅλα τὰ θηρία καὶ ὅλα τὰ κτήνη καὶ κάθε πτηνὸν καὶ κάθε ἑρπετόν, ποὺ κινεῖται εἰς τὴν ἐπιφάνειαν τῆς γῆς, κατὰ τὸ εἶδος αὐτῶν.

Τρεμπέλα

Ἀπὸ τὴν κιβωτὸν ἐβγῆκαν ἐπίσης καὶ ὅλα τὰ ἄγρια ζῶα καὶ ὅλα τὰ ἥμερα ζῶα καὶ ὅλα τὰ πτηνὰ καὶ ὅλα τὰ ἑρπετά, τὰ ὁποῖα κινοῦνται ὡς νὰ σύρωνται ἐπάνω εἰς τὴν γῆν, τὸ κάθε ἕνα κατὰ τὸ εἶδος του.

Γεν. 8,20

καὶ ᾠκοδόμησε Νῶε θυσιαστήριον τῷ Κυρίῳ, καὶ ἔλαβεν ἀπὸ πάντων τῶν κτηνῶν τῶν καθαρῶν καὶ ἀπὸ πάντων τῶν πετεινῶν τῶν καθαρῶν καὶ ἀνήνεγκεν εἰς ὁλοκάρπωσιν ἐπὶ τὸ θυσιαστήριον.

Κολιτσάρα

Καὶ ἔκτισεν ὁ Νῶε θυσιαστήριον εἰς ἔκφρασιν εὐγνωμοσύνης καὶ δοξολογίας πρὸς τὸν Κύριον. Ἐπῆρε δὲ καὶ προσέφερε θυσίαν ὁλοκαυτώματος πρὸς τὸν Θεὸν ἀπὸ ὅλα τὰ καθαρὰ κτήνη καὶ ἀπὸ ὅλα τὰ καθαρὰ πτηνά.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Νῶε, μόλις ἐβγῆκε ἀπὸ τὴν κιβωτόν, ἔκτισε πρόχειρον θυσιαστήριον εἰς ἔκφρασιν εὐχαριστίας καὶ εὐγνωμοσύνης πρὸς τὸν Κυριον· καὶ ἐπῆρε ἀπὸ ὅλα τὰ καθαρὰ ζῶα καὶ ἀπὸ ὅλα τὰ καθαρὰ πτηνὰ καὶ προσέφἒρε θυσίαν ὁλοκαυτώματος πρὸς τὸν Θεόν· δηλαδὴ τὰ ἀφῆκε νὰ καοῦν ἐξ ὁλοκλήρου ἐπάνω εἰς τὸ θυσιαστήριον, ποὺ κατεσκεύασε.

Γεν. 8,21

καὶ ὠσφράνθη Κύριος ὁ Θεὸς ὀσμὴν εὐωδίας, καὶ εἶπε Κύριος ὁ Θεὸς διανοηθείς· οὐ προσθήσω ἔτι καταράσασθαι τὴν γῆν διὰ τὰ ἔργα τῶν ἀνθρώπων, ὅτι ἔγκειται ἡ διάνοια τοῦ ἀνθρώπου ἐπιμελῶς ἐπὶ τὰ πονηρὰ ἐκ νεότητος αὐτοῦ· οὐ προσθήσω οὖν ἔτι πατάξαι πᾶσαν σάρκα ζῶσαν, καθὼς ἐποίησα.

Κολιτσάρα

Ὁ δὲ Θεὸς ὠσφράνθη τὴν εὐώδη ὀσμὴν τῆς εὐχαριστηρίου θυσίας καὶ σκεφθεὶς ἀπεφάσισε καὶ εἶπε· «δὲν θὰ καταρασθῶ πλέον τὴν γῆν ἐξ αἰτίας τῶν πονηρῶν ἔργων τῶν ἀνθρώπων, μολονότι ἡ καρδία τοῦ κάθε ἀνθρώπου ρέπει καὶ εἶναι προσηλωμένη ἐπιμελῶς εἰς τὸ πονηρὸν ἐκ νεότητος αὐτοῦ. Δὲν θὰ πλήξω καὶ δὲν θὰ καταστρέψω ἄλλην φορὰν κάθε ζωντανὴν ὑπαρξιν ἐπὶ τῆς γῆς διὰ κατακλυσμοῦ, ὅπως ἔκαμα τώρα.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Θεὸς ὠσφράνθη τὴν εὐωδιάζουσαν μυρωδιὰν τῆς θυσίας· δηλαδὴ ἀπεδέχθη πλήρως τὴν θυσίαν τῆς εὐγνωμοσύνης τοῦ δικαίου Νῶε. Καὶ ὁ παντοδύναμος καὶ ἀπειροτέλειος Θεός, ἀφοῦ ἐσκέφθη, ἀπεφάσισε καὶ εἶπε· «Δὲν θὰ καταρασθῶ πλέον τὴν γῆν διὰ τὰ ἁμάρτωλὰ ἔργα τῶν ἀνθρώπων, διότι ἡ καρδία κάθε ἀνθρώπου ρέπει μὲ πολλὴν ἐπιμέλειαν καὶ μεγάλο ἐνδιαφέρον εἰς τὰ πονηρὰ ἔργα ἀπὸ τὰ παιδικά του χρόνια, ἀπὸ τότε ἀκόμη ποὺ δὲν ἔχει καταλάβει καλά-καλὰ τὸν ἑαυτόν του. Ποτὲ λοιπὸν πλέον εἰς τὸ μέλλον δὲν θὰ πατάξω καὶ δὲν θὰ ἑξαφανίσω κάθε ζωντανὴν ὕπαρξιν, ὅπως ἔκαμα τώρα μὲ τὸν κατακλυσμόν.

Γεν. 8,22

πάσας τὰς ἡμέρας τῆς γῆς σπέρμα καὶ θερισμός, ψῦχος καὶ καῦμα, θέρος καὶ ἔαρ, ἡμέραν καὶ νύκτα οὐ καταπαύσουσι.

Κολιτσάρα

Ἐφ’ ὅσον θὰ ὑπάρχῃ ἡ γῆ, δὲν θὰ παύσουν νὰ ὑπάρχουν σπορὰ καὶ θερισμός, κρύο καὶ ζέστη, ἄνοιξις καὶ θέρος, ἡμέρα καὶ νύκτα.

Τρεμπέλα

Ὅλες τὶς ἡμέρες, ὅσον καιρὸν θὰ ὑπάρχῃ ἡ γῆ», ὑπόσχομαι ὅτι δὲν θὰ παύσουν νὰ ὑπάρχουν ἡ τακτικὴ καὶ κανονικὴ διαδοχὴ τῶν ὡρῶν καὶ ἐποχῶν τοῦ ἔτους· «πάντοτε θὰ ὑπάρχῃ σπορὰ καὶ θερισμός, κρύον καὶ ζέστη, θέρος καὶ ἄνοιξις, ἡμέρα καὶ νύκτα»· ὁ νόμος αὐτὸς θὰ εἶναι σταθερὸς καὶ ἀμετάβλητος μέχρι τέλους τοῦ παρόντος αἰῶνος.

Κεφάλαιο 9

Γεν. 9,1

Καὶ εὐλόγησεν ὁ Θεὸς τὸν Νῶε καὶ τοὺς υἱοὺς αὐτοῦ καὶ εἶπεν αὐτοῖς· αὐξάνεσθε καὶ πληθύνεσθε καὶ πληρώσατε τὴν γῆν καὶ κατακυριεύσατε αὐτῆς.

Κολιτσάρα

Εὐλόγησε τότε ὁ Θεὸς τὸν Νῶε καὶ τὰ παιδιὰ αὐτοῦ καὶ εἶπε πρὸς αὐτούς· «αὐξάνεσθε καὶ πληθύνεσθε καὶ ἀπλωθῆτε εἰς ὅλην τὴν γῆν καὶ γενῆτε κύριοι αὐτῆς.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Θεὸς ἀμείβων τὴν εὐγνωμοσύνην τοῦ δίκαιου μὲ γενναιοδωρίαν, εὐλόγησε τὸν Νῶε καὶ τοὺς υἱούς του καὶ τοὺς εἶπε: (Σεῖς τὰ τέσσερα ζεύγη καρποφορεῖτε, ἀναπαράγεσθε καὶ πολλαπλασιάζεσθε· με τοὺς ἀπογόνους, ποὺ θὰ προέλθουν ἀπὸ σᾶς, γεμίσατε καὶ καλύψατε τὴν γῆν καὶ γίνετε οἱ κυρίαρχοι, ποὺ θὰ τὴν ὑποτάξετε.

Γεν. 9,2

καὶ ὁ τρόμος καὶ ὁ φόβος ὑμῶν ἔσται ἐπὶ πᾶσι τοῖς θηρίοις τῆς γῆς, ἐπὶ πάντα τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ καὶ ἐπὶ πάντα τὰ κινούμενα ἐπὶ τῆς γῆς καὶ ἐπὶ πάντας τοὺς ἰχθύας τῆς θαλάσσης· ὑπὸ χεῖρας ὑμῖν δέδωκα.

Κολιτσάρα

Ἂς εἶσθε τρόμος καὶ φόβος εἰς ὅλα τὰ θηρία τῆς γῆς, εἰς ὅλα τὰ πτηνὰ τοῦ οὐρανοῦ, εἰς κάθε τι ποὺ ζῇ καὶ κινεῖται ἐπὶ τῆς ξηρᾶς, καὶ εἰς ὅλους τοὺς ἰχθύας τῆς θαλάσσης. Ὑπὸ τὴν ἐξουσίαν σας ἔδωκα ὅλα αὐτά.

Τρεμπέλα

Σεῖς να εἶσθε τρόμος καὶ φόβος εἰς ὅλα τὰ ἄγρια θηρία τῆς γῆς, εἰς ὅλα τὰ πτηνὰ τοῦ οὐρανοῦ καὶ εἰς ὅλα, ὅσα κινοῦνται ἐπάνω εἰς τὴν ξηρὰν καὶ εἰς ὅλους τοὺς ἰχθύες τῆς θαλάσσης· ὅλα αὐτὰ τὰ ἔχω δώσει ὑπὸ τὴν ἐξουσίαν καὶ κυριαρχίαν σας· ἔχετε τὸ δικαίωμα τῆς ζωῆς καὶ τοῦ θανάτου ἐπάνω των.

Γεν. 9,3

καὶ πᾶν ἑρπετόν, ὅ ἐστι ζῶν, ὑμῖν ἔσται εἰς βρῶσιν· ὡς λάχανα χόρτου δέδωκα ὑμῖν τὰ πάντα.

Κολιτσάρα

Κάθε τι ποὺ ζῇ καὶ κινεῖται ἐπὶ τῆς γῆς, θὰ εἶναι πρὸς διατροφήν σας. Σᾶς δίδω ὅλα αὐτὰ εἰς τροφήν, ὅπως σᾶς ἔδωσα τὰ λάχανα καὶ τὰ χόρτα.

Τρεμπέλα

Καὶ κάθε εἴδους ζῶον, ποὺ ζῇ καὶ κινεῖται, ἂς εἶναι πρὸς τροφὴν καὶ συντήρησίν σας. Σᾶς ἔχω δώσει ὅλα τὰ ζῶα νὰ τὰ τρώγετε, ὅπως σᾶς ἔδωκα καὶ τὰ λάχανα τοῦ χόρτου.

Γεν. 9,4

πλὴν κρέας ἐν αἵματι ψυχῆς οὐ φάγεσθε·

Κολιτσάρα

Πλὴν ὅμως κρέας μαζῆ μὲ τὸ αἷμα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου βασίζεται ἡ ζωὴ τοῦ ζώου, δὲν θὰ φάγετε.

Τρεμπέλα

Ὅμως σάρκα μαζί με τὸ αἷμα, τὸ ὁποῖον εἶναι ἡ ἔδρα τῆς ζωῆς τοῦ ζώου, δὲν θὰ φάγετε»· διότι κύριος τῆς ζωῆς (τοῦ αἵματος) τοῦ ζώου εἶναι ὁ Θεός.

Γεν. 9,5

καὶ γὰρ τὸ ὑμέτερον αἷμα τῶν ψυχῶν ὑμῶν ἐκ χειρὸς πάντων τῶν θηρίων ἐκζητήσω αὐτὸ καὶ ἐκ χειρὸς ἀνθρώπου ἀδελφοῦ ἐκζητήσω τὴν ψυχὴν τοῦ ἀνθρώπου.

Κολιτσάρα

Διὰ δὲ τὸ αἷμα τῶν συνανθρώπων σας, τὸ ὁποῖον τυχὸν μὲ τὰ χέρια σας ἐγκληματοῦντες θὰ χύσετε, θὰ τιμωρήσω διὰ τῶν ἀγρίων ζώων, τὰ ὁποῖα θὰ ἐξαπολύσω ἐναντίον σας. Ἀλλὰ καὶ δι’ ἄλλου ἀνθρώπου θὰ τιμωρήσω ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἀφαιρεῖ ἀνθρωπίνην ζωήν.

Τρεμπέλα

«Τὸ αἷμα σας εἶναι ἡ ἔδρα τῆς ζωῆς σας». Καὶ ἐπειδὴ εἶναι σκληρόν, ἄγριον καὶ ἐγκληματικὸν νὰ κατασπαράσσεται με τὰ δόντια μία ζωντανὴ ὕπαρξις καὶ νὰ καταπίνωνται ὠμὲς οἱ σάρκες, «διὰ τοῦτο θὰ ζητήσω τὸ αἷμα τὸ ἰδικόν σας ἀπὸ ὅλα τὰ ἄγρια θηρία. Θὰ τιμωρήσω μὲ θάνατον κάθε θηρίον, ποὺ θὰ κατασπαράξῃ ἄνθρωπον· κάθε τέτοιο θηρίον θὰ θανατωθῇ καὶ αὐτό (εἴτε ἀπὸ ἄνθρωπον εἴτε ἀπὸ ἄλλο θηρίον εἴτε με θάνατον πρόωρον καὶ βίαιον). Ἀκόμη θὰ ζητήσω καὶ τὸ αἷμα τοῦ συνανθρώπου σας, ὁ ὁποῖος φονεύεται ἀπὸ ἄλλον ἄνθρωπον· θὰ τιμωρήσω μὲ θάνατον ἐκεῖνον, ποὺ τὸν ἐσκότωσε». Διὰ τὸ ζήτημα τοῦτο ὁρίζω νόμον, σύμφωνα μὲ τὸν ὁποῖον:

Γεν. 9,6

ὁ ἐκχέων αἷμα ἀνθρώπου, ἀντὶ τοῦ αἵματος αὐτοῦ ἐκχυθήσεται, ὅτι ἐν εἰκόνι Θεοῦ ἐποίησα τὸν ἄνθρωπον.

Κολιτσάρα

Ἐκεῖνος δηλαδὴ ὁ ὁποῖος χύνει αἷμα ἀνθρώπου, εἰς τιμωρίαν του διὰ τὸ ἐκχυθὲν ὑπ’ αὐτοῦ αἷμα, θὰ φονευθῇ καὶ θὰ χυθῇ ἔτσι καὶ τὸ ἰδικόν του αἷμα, διότι ἐγὼ ὁ Θεὸς ἐδημιούργησα κατ’ εἰκόνα ἰδικήν μου τὸν ἄνθροπον καὶ κανεὶς δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ τοῦ ἀφαιρέσῃ τὴν ζωήν.

Τρεμπέλα

«Ἐκεῖνος ποὺ χύνει αἷμα ἀνθρώπου, θὰ τιμωρηθῇ μὲ τὸ χύσιμον τοῦ ἰδικοῦ του αἵματος ἀπὸ ἄλλον ἄνθρωπον («ὁ φονιᾶς θὰ πάῃ σκοτωτός»), διότι ἐδημιούργησα τὸν ἄνθρωπον κατ’ εἰκόνα Θεοῦ (μὲ ψυχὴν λογικὴν καὶ μὲ ἐλευθέραν βούλησιν, μὲ ἱκανότητα γνωστικὴν καὶ δημιουργικὴν καὶ ἐξουσίαν ἐπὶ ὅλου τοῦ ὑλικοῦ κόσμου)· ὥστε κανεὶς δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ καταατρέψῃ τὴν εἰκόνα αὐτήν. Κάθε φόνος ποὺ γίνεται ἐναντίον ἀνθρώπου, προσβάλλει καὶ τὸν μέγαν Θεόν, τοῦ ὁποίου ὁ ἄνθρωπος εἶναι εἰκόνα.

Γεν. 9,7

ὑμεῖς δὲ αὐξάνεσθε καὶ πληθύνεσθε καὶ πληρώσατε τὴν γῆν, καὶ κατακυριεύσατε αὐτῆς.

Κολιτσάρα

Σεῖς δὲ αὐξάνεσθε καὶ πληθύνεσθε καὶ γεμίσατε ὅλην τὴν γῆν καὶ γενῆτε κύριοι αὐτῆς».

Τρεμπέλα

Σεῖς δὲ οἱ ὀλίγοι, οἱ ὀκτὼ ἄνθρωποι, καρποφορεῖτε, ἀναπαράγεσθε καὶ πολλαπλασιάζεσθέ· μὲ τοὺς ἀπογόνους, ποὺ θὰ προέλθουν ἀπὸ σᾶς, γεμίσατε καὶ καλύψατε τὴν γῆν καὶ γίνετε οἱ κυρίαρχοι, ποὺ θὰ τὴν ὑποτάξετε».

Γεν. 9,8

Καὶ εἶπεν ὁ Θεὸς τῷ Νῶε καὶ τοῖς υἱοῖς αὐτοῦ μετ’ αὐτοῦ λέγων·

Κολιτσάρα

Εἶπε δὲ ἀκόμη ὁ Θεὸς εἰς τὸν Νῶε καὶ εἰς τὰ παιδιὰ αὐτοῦ λέγων·

Τρεμπέλα

Καὶ εἶπεν ὁ Θεὸς πρὸς τὸν Νῶε καὶ τοὺς υἱούς του, ποὺ ἦσαν μαζί του:

Γεν. 9,9

καὶ ἰδοὺ ἐγὼ ἀνίστημι τὴν διαθήκην μου ὑμῖν καὶ τῷ σπέρματι ὑμῶν μεθ’ ὑμᾶς

Κολιτσάρα

«ἰδοὺ ἐγὼ σήμερον συνάπτω καὶ κλείω μίαν συμφωνίαν μαζῆ σας καὶ μὲ τοὺς ἀπογόνους σας, οἱ ὁποῖοι θὰ σᾶς διαδεχθοῦν.

Τρεμπέλα

«Νά· ἐγὼ σήμερα συνάπτω συμφωνίαν, κάμνω συνθήκην μαζί σας καὶ μὲ τοὺς ἀπογόνους σας, οἱ ὁποῖοι θὰ σᾶς διαδεχθοῦν,

Γεν. 9,10

καὶ πάσῃ ψυχῇ ζώσῃ μεθ’ ὑμῶν, ἀπὸ ὀρνέων καὶ ἀπὸ κτηνῶν, καὶ πᾶσι τοῖς θηρίοις τῆς γῆς, ὅσα ἐστὶ μεθ’ ὑμῶν ἀπὸ πάντων τῶν ἐξελθόντων ἐκ τῆς κιβωτοῦ.

Κολιτσάρα

Ἡ συμφωνία καὶ ἡ ὑπόσχεσίς μου αὐτὴ ἐπεκτείνεται καὶ εἰς κάθε ζῶσαν ψυχήν, ποὺ ὑπάρχει μαζῆ σας καὶ γύρω σας, εἰς τὰ πτηνὰ τοῦ οὐρανοῦ καὶ εἰς ὅλα τὰ κτήνη καὶ τὰ θηρία τῆς γῆς, ὅσα μαζῆ μὲ σᾶς ἐξῆλθον ἀπὸ τὴν κιβωτόν.

Τρεμπέλα

καὶ μὲ κάθε ζωντανὴν ὕπαρξιν, ποὺ ὑπάρχει μαζί σας: Μὲ τὰ πτηνὰ καὶ τὰ ἥμερα ζῶα καὶ μὲ ὅλα τὰ ἄγρια θηρία τῆς γῆς, μὲ ὅλα ὅσα ἐβγῆκαν μαζί σας ἀπὸ τὴν κιβωτόν.

Γεν. 9,11

καὶ στήσω τὴν διαθήκην μου πρὸς ὑμᾶς, καὶ οὐκ ἀποθανεῖται πᾶσα σὰρξ ἔτι ἀπὸ τοῦ ὕδατος τοῦ κατακλυσμοῦ, καὶ οὐκ ἔτι ἔσται κατακλυσμὸς ὕδατος τοῦ καταφθεῖραι πᾶσαν τὴν γῆν.

Κολιτσάρα

Κάμνω διαθήκην καὶ σᾶς ὑπόσχομαι ὅτι δὲν θὰ καταστραφῇ ποτὲ πλέον τὸ ζωϊκὸν βασίλειον ἀπὸ ὕδατα τοῦ κατακλυσμοῦ καὶ δὲν θὰ γίνῃ ποτὲ κατακλυσμός, διὰ νὰ καταστρέψῃ ὅλην τὴν γῆν».

Τρεμπέλα

Καὶ σᾶς ὑπόσχομαι, ὅτι τὴν συμφωνίαν μου αὐτὴν μαζί σας θὰ τὴν καταστήσω ἀπαρασάλευτον καὶ δὲν θὰ ἀποθάνῃ πλέον τὸ ζωϊκὸν βασίλειον ἀπὸ τὸ νερὸν τοῦ κατακλυσμοῦ καὶ δὲν θὰ γίνῃ ποτὲ πλέον κατακλυσμὸς νεροῦ, διὰ νὰ καταστρέψῃ ὅλην τὴν γῆν».

Γεν. 9,12

καὶ εἶπε Κύριος ὁ Θεὸς πρὸς Νῶε· τοῦτο τὸ σημεῖον τῆς διαθήκης, ὃ ἐγὼ δίδωμι ἀνὰ μέσον ἐμοῦ καὶ ὑμῶν καὶ ἀνὰ μέσον πάσης ψυχῆς ζώσης, ἥ ἐστι μεθ’ ὑμῶν εἰς γενεὰς αἰωνίους·

Κολιτσάρα

Εἶπε δὲ ἀκόμη Κύριος ὁ Θεὸς πρὸς τὸν Νῶε· «σημεῖον δὲ αὐτῆς τῆς ὑποσχέσεως, τὴν ὁποίαν ἐγὼ δίδω, ὥστε νὰ μένῃ μεταξὺ ἐμοῦ καὶ μεταξύ σας καὶ μεταξὺ πάσης ζώσης ὑπάρξεως ἡ ὁποία ὑπάρχει σήμερον μαζῆ σας καὶ θὰ ὑπάρχῃ εἰς γενεὰς γενεῶν, εἶναι τοῦτο:

Τρεμπέλα

Ἀκόμη ὁ Θεὸς εἶπε πρὸς τὸν Νῶε: «Τὸ σημεῖον, ἡ ἀπόδειξις τῆς συμφωνίας, ποὺ συνάπτεται μεταξύ μας καὶ μεταξὺ ἐμοῦ καὶ κάθε ζωντανῆς ὑπάρξεως, ἡ ὁποία ὑπάρχει τώρα μαζί σας καὶ θὰ ὑπάρχῃ εἰς ὅλες τὶς γενεές, ποὺ θὰ ἀκολουθήσουν μέχρι συντελείας τῶν αἰώνων, εἶναι τοῦτο:

Γεν. 9,13

τὸ τόξον μου τίθημι ἐν τῇ νεφέλῃ, καὶ ἔσται εἰς σημεῖον διαθήκης ἀνὰ μέσον ἐμοῦ καὶ τῆς γῆς.

Κολιτσάρα

Θέτω τὸ οὐράνιον τόξον εἰς τὰ νέφη, καὶ αὐτὸ θὰ εἶναι εἰς σημεῖον καὶ εἰς ὑπόμνησιν τῆς διαθήκης μου μεταξὺ Ἐμοῦ καὶ ὅλων τῶν ζώντων ἐπὶ τῆς γῆς, ἀνθρώπων καὶ ζώων.

Τρεμπέλα

Τοποθετῶ τὸ οὐράνιον τόξον μου, τὸ εἰρηνικὸν σύμβολον τῆς ἴριδος, εἰς τὰ νέφη· τοῦτο θὰ εἶναι σημεῖον, σφραγῖδα καὶ ὑπόμνησις τῆς συμφωνίας, ἡ ὁποία συνάπτεται μεταξύ μας καὶ μεταξὺ ἐμοῦ καὶ ὅλων τῶν δημιουργημάτων, ποὺ ζοῦν ἐπάνω εἰς τὴν γῆν.

Γεν. 9,14

καὶ ἔσται ἐν τῷ συννεφεῖν με νεφέλας ἐπὶ τὴν γῆν, ὀφθήσεται τὸ τόξον ἐν τῇ νεφέλῃ,

Κολιτσάρα

Ὅταν θὰ συναθροίζω τὰ νέφη εἰς τὸν οὐρανὸν τῆς γῆς, θὰ φαίνεται τὸ οὐράνιον τόξον ἐπάνω εἰς αὐτά,

Τρεμπέλα

Καὶ θὰ συμβαίνῃ τοῦτο: Ὅταν θὰ συναθροίζω τὰ νέφη εἰς τὸν οὐρανὸν ἐπάνω ἀπὸ τὴν γῆν, θὰ φαίνεται τὸ οὐράνιον τόξον εἰς τὰ νέφη,

Γεν. 9,15

καὶ μνησθήσομαι τῆς διαθήκης μου, ἥ ἐστιν ἀνὰ μέσον ἐμοῦ καὶ ὑμῶν, καὶ ἀνὰ μέσον πάσης ψυχῆς ζώσης ἐν πάσῃ σαρκί, καὶ οὐκ ἔσται ἔτι τὸ ὕδωρ εἰς κατακλυσμόν, ὥστε ἐξαλεῖψαι πᾶσαν σάρκα.

Κολιτσάρα

καὶ θὰ ἐνθυμοῦμαι τὴν διαθήκην μου, τὴν ὁποίαν ἔκαμα πρὸς σᾶς καὶ πρὸς κάθε ἄλλην ζωντανὴν ὑπαρξιν, πρὸς κάθε σάρκα καὶ δὲν θὰ πέσῃ ὕδωρ ἐπὶ τῆς γῆς εἰς κατακλυσμὸν αὐτῆς, ὥστε νὰ καταστραφῇ κάθε ζῶσα ὕπαρξις ἀπὸ ἀνθρώπου ἕως ζώου.

Τρεμπέλα

καὶ τότε θὰ ἐνθυμοῦμαι τὴν συμφωνίαν, τὴν διαβεβαίωσιν καὶ ὑπόσχεσίν μου, ἡ ὁποία ὑπάρχει μεταξύ μας καὶ μεταξὺ ἐμοῦ καὶ κάθε ἄλλης ζωῆς, ποὺ ὑπάρχει εἰς κάθε σάρκα· καὶ δεν θὰ πέσ ποτὲ πλέον τὸ νερόν, διὰ νὰ κατακλύσῃ καὶ σκεπάσῃ τὴν γῆν, ὥστε νὰ πνίξῃ καὶ νὰ ἐξολοθρευσῃ κάθε ζωντανὴν ὕπαρξιν (ἀνθρώπου καὶ ζώου).

Γεν. 9,16

καὶ ἔσται τὸ τόξον μου ἐν τῇ νεφέλῃ, καὶ ὄψομαι τοῦ μνησθῆναι διαθήκην αἰώνιον ἀνὰ μέσον ἐμοῦ καὶ τῆς γῆς καὶ ἀνὰ μέσον ψυχῆς ζώσης ἐν πάσῃ σαρκί, ἥ ἐστιν ἐπὶ τῆς γῆς.

Κολιτσάρα

Τοῦτο τὸ οὐράνιόν μου τόξον θὰ ὑπάρχῃ εἰς τὰ νέφη, καὶ θὰ τὸ βλέπω, ὥστε νὰ ἐνθυμοῦμαι, τὴν αἰωνίαν καὶ ἀπαράβατον συμφωνίαν μεταξὺ ἐμοῦ καὶ τῶν ἀνθρώπων τῆς γῆς καὶ πάσης ἄλλης ζωῆς ποὺ θὰ ὑπάρχῃ εἰς κάθε ζωϊκὸν ὀργανισμὸν ἐπάνω εἰς τὴν γῆν».

Τρεμπέλα

Καὶ τοῦτο τὸ οὐράνιον τόξον μου θὰ ὑπάρχῃ εἰς τὰ νέφη, καὶ θὰ τὸ βλέπω διὰ νὰ ἐνθυμοῦμαι τὴν αἰωνίαν συμφωνίαν, ποὺ συνῆψα μεταξὺ ἐμοῦ καὶ τῶν ἀνθρώπων καὶ κάθε ἄλλης ζωντανῆς ὑπάρξεως, ἡ ὁποία ὑπάρχει ἐπάνω εἰς τὴν γῆν».

Γεν. 9,17

καὶ εἶπεν ὁ Θεὸς τῷ Νῶε· τοῦτο τὸ σημεῖον τῆς διαθήκης, ἧς διεθέμην ἀνὰ μέσον ἐμοῦ καὶ ἀνὰ μέσον πάσης σαρκός, ἥ ἐστιν ἐπὶ τῆς γῆς.

Κολιτσάρα

Εἶπεν ἀκόμη ὁ Θεὸς εἰς τὸν Νῶε· «λοιπὸν αὐτὸ τὸ οὐράνιον τόξον εἶναι τὸ αἰώνιον σημεῖον τῆς συμφωνίας, τὴν ὁποίαν ἔκαμα μεταξὺ ἐμοῦ καὶ παντὸς ζωϊκοῦ ὀργανισμοῦ ἐπὶ τῆς γῆς καὶ τῆς ὑποσχέσεώς μου ὅτι δὲν θὰ ἀποστείλω πλέον κατακλυσμὸν εἰς τὴν γῆν».

Τρεμπέλα

Ὁ Θεὸς εἶπεν ἀκόμη πρὸς τὸν Νῶε· «αὐτὸ τὸ οὐράνιον τόξον εἶναι τὸ μόνιμον καὶ αἰώνιον σημεῖον τῆς συμφωνίας, ποὺ συνῆψα μεταξὺ ἐμοῦ καὶ τῶν ἀνθρώπων καὶ κάθε ζωντανῆς ὑπάρξεως, ἡ ὁποία ὑπάρχει ἐπάνω ες τὴν γῆν».

Γεν. 9,18

Ἦσαν δὲ οἱ υἱοὶ Νῶε, οἱ ἐξελθόντες ἐκ τῆς κιβωτοῦ, Σήμ, Χάμ, Ἰάφεθ· Χάμ δὲ ἦν πατὴρ Χαναάν.

Κολιτσάρα

Τὰ παιδιὰ τοῦ Νῶε, τὰ ὁποῖα ἐξῆλθον ἀπὸ τὴν κιβωτόν, ἦσαν ὁ Σήμ, ὁ Χάμ καὶ ὁ Ἰάφεθ. Ὁ Χάμ ἦτο γενάρχης τῶν Χαναναίων.

Τρεμπέλα

Οἱ δὲ υἱοὶ τοῦ Νῶε, ποὺ ἐβγῆκαν ἀπὸ τὴν κιβωτόν, ἦσαν ὁ Σήμ, ὁ Χὰμ καὶ ὁ Ἰἀφεθ. Ὁ Χὰμ ἦταν γενάρχης καὶ πρόγονος τῶν Χαναναίων.

Γεν. 9,19

τρεῖς οὗτοί εἰσιν υἱοὶ Νῶε· ἀπὸ τούτων διεσπάρησαν ἐπὶ πᾶσαν τὴν γῆν.

Κολιτσάρα

Αὐτοὶ οἱ τρεῖς ἦσαν οἱ υἱοὶ τοῦ Νῶε. Ἀπὸ αὐτοὺς δὲ ἐγεννήθησαν καὶ ἐπληθύνθησαν οἱ ἄνθρωποι καὶ διεσπάρησαν εἰς ὅλην τὴν γῆν.

Τρεμπέλα

Αὐτοί οἱ τρεῖς ἦσαν οἱ υἱοὶ τοῦ Νῶε· ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς τρεῖς ἐγεννήθησαν καὶ διεσκορπίσθησαν οἱ ἄνθρωποι εἱς ὅλην τὴν γῆν.

Γεν. 9,20

Καὶ ἤρξατο Νῶε ἄνθρωπος γεωργὸς γῆς καὶ ἐφύτευσεν ἀμπελῶνα.

Κολιτσάρα

Ὁ Νῶε ἔγινε γεωργός, ἤρχισε νὰ καλλιεργῇ τὴν γῆν, καὶ ἐφύτευσε μεταξὺ τῶν ἄλλων, καὶ ἀμπελῶνα.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Νῶε, ποὺ ἦταν γεωργός, ἄρχισε τὴν καλλιέργειαν τῆς γῆς καὶ ἐφύτευσεν ἀμπέλι.

Γεν. 9,21

καὶ ἔπιεν ἐκ τοῦ οἴνου καὶ ἐμεθύσθη καὶ ἐγυμνώθη ἐν τῷ οἴκῳ αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

Ἔπιε δὲ ἀπὸ τὸν οἶνον καὶ ἐμέθυσε. Μεθυσμένος δὲ καθὼς ἦτο, ἐγυμνώθη ἐντὸς τῆς οἰκίας του, χωρὶς νὰ τὸ ἀντιληφθῇ.

Τρεμπέλα

Καὶ ἤπιεν ἀπὸ τὸ κρασὶ τοῦ ἀμπελιοῦ καὶ ἐμέθυσεν· ἐπανω εἰς τὸ μεθύσι τοῦ ἔβγαλε ὅλα τὰ ροῦχα του καὶ ἐγυμνώθη μέσα εἰς τὸ σπίτι του.

Γεν. 9,22

καὶ εἶδε Χὰμ ὁ πατὴρ Χαναὰν τὴν γύμνωσιν τοῦ πατρὸς αὐτοῦ καὶ ἐξελθὼν ἀνήγγειλε τοῖς δυσὶν ἀδελφοῖς αὐτοῦ ἔξω.

Κολιτσάρα

Ὁ Χάμ, ὁ πρόγονος τῶν Χαναναίων, εἶδε τὴν γύμνωσιν τοῦ πατρός του καὶ ἐξελθὼν ἐγνωστοποίησεν ἐμπαικτικῶς τὸ γεγονὸς εἰς τοὺς δύο ἀδελφούς του, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκοντο ἔξω.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Χάμ, ὁ γενάρχης τῶν Χαναναίων, εἶδε τὴν γύμνωσιν τοῦ πατέρα του καὶ δὲν ἐντράπη· ἀφοῦ δὲ ἐβγῆκεν ἀπὸ τὸ σπίτι, ἔτρεξε καὶ ἐγνωστοποίησε τὸ γεγονὸς μὲ τρόπον χλευαστικὸν εἰς τοὺς ἄλλους δύο ἀδελφούς του, τὸν Σὴμ καὶ τὸν Ἰάφεθ, ποὺ εὑρίσκοντο ἔξω.

Γεν. 9,23

καὶ λαβόντες Σὴμ καὶ Ἰάφεθ τὸ ἱμάτιον ἐπέθεντο ἐπὶ τὰ δύο νῶτα αὐτῶν καὶ ἐπορεύθησαν ὀπισθοφανῶς καὶ συνεκάλυψαν τὴν γύμνωσιν τοῦ πατρὸς αὐτῶν, καὶ τὸ πρόσωπον αὐτῶν ὀπισθοφανῶς, καὶ τὴν γύμνωσιν τοῦ πατρὸς αὐτῶν οὐκ εἶδον.

Κολιτσάρα

Ἀμέσως δὲ ὁ Σὴμ καὶ ὁ Ἰάφεθ ἔλαβον τὸ ἱμάτιον τοῦ πατρός των, ἔθεσαν αὐτὸ εἰς τοὺς ὤμους των καὶ ὀπισθοβατοῦντες μέχρι τοῦ πατρός των ἐσκέπασαν τὴν γύμνωσιν αὐτοῦ ἔχοντες τὸ πρόσωπόν των πρὸς τὴν ἀντίθετον διεύθυνσιν, καὶ ἔτσι δὲν εἶδον καθόλου τὴν γύμνωσιν τοῦ πατρός των.

Τρεμπέλα

Ἀλλὰ ὁ Σὴμ καὶ ὁ Ἰάφεθ, ἀφοῦ ἐπῆραν τὸν χιτῶνα τοῦ πατέρα των, τὸν ἄπλωσαν ἐπάνω εἰς τοὺς ὤμους των καὶ βαδίζοντες πρὸς τὰ πίσω, ἐπλησίασαν τὸν πατέρα των καὶ ἐσκέπασαν τὴν γύμνωσίν του· καὶ τὸ πρόσωπόν των τὸ εἶχαν στραμμένον πρὸς τὴν ἀντίθετον κατεύθυνσιν καὶ ἔτσι αὐτοί οἱ δύο δὲν εἶδαν καθόλου τὴν γύμνωσιν τοῦ πατέρα των.

Γεν. 9,24

ἐξένηψε δὲ Νῶε ἀπὸ τοῦ οἴνου καὶ ἔγνω ὅσα ἐποίησεν αὐτῷ ὁ υἱὸς αὐτοῦ ὁ νεώτερος,

Κολιτσάρα

Ἀνένηψε καὶ συνῆλθε ὁ Νῶε ἀπὸ τὴν ἐπίδρασιν τοῦ οἴνου, ἔμαθε ὅσα ἔκαμεν ὁ νεώτερος υἱὸς του ὁ Χάμ

Τρεμπέλα

Ἀνέκτησε δὲ ὁ Νῶε τὴν πνευματικήν του διαύγειαν καὶ συνῆλθεν ἀπὸ τὴν ἐπίδρασιν τοῦ κρασιοῦ καὶ ἔμαθεν ὅσα τοῦ ἔκαμε τὸ νεώτερον παιδί του, ὁ Χάμ.

Γεν. 9,25

καὶ εἶπεν· ἐπικατάρατος Χαναάν· παῖς οἰκέτης ἔσται τοῖς ἀδελφοῖς αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

καὶ εἶπε· «κατηραμένος θὰ εἶναι ὁ Χάμ καὶ οἱ ἀπόγονοί του. Ὑπηρέτης καὶ δοῦλος θὰ εἶναι εἰς τοὺς ἀδελφούς του».

Τρεμπέλα

Ὅταν ὁ Νῶε ἔμαθε τὴν ἀσεβῆ καὶ ὑβριστικὴν συμπεριφορὰν τοῦ Χάμ, εἶπε· «καταράμενος θὰ εἶναι ὁ Χαναάν, ὁ υἱὸς τοῦ Χάμ· δοῦλος θὰ εἶναι εἰς τοὺς ἀδελφούς του».

Γεν. 9,26

καὶ εἶπεν· εὐλογητὸς Κύριος ὁ Θεὸς τοῦ Σήμ, καὶ ἔσται Χαναὰν παῖς οἰκέτης αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

Εἶπε δὲ ἀκόμη ὁ Νῶε· «εὐλογημένος ὁ Θεὸς τοῦ Σὴμ καὶ ὁ Χαναὰν θὰ εἶναι δοῦλος αὐτοῦ κατὰ τὴν δικαίαν ἀπόφασιν τοῦ Θεοῦ.

Τρεμπέλα

Καὶ ἐπρόσθεσεν: «Ἂς εἶναι εὐλογημένος ὁ παντοδύναμος Κύριος, ὁ Θεὸς τοῦ Σήμ, καὶ ὁ Χαναὰν θὰ εἶναι δοῦλος τοῦ Σήμ.

Γεν. 9,27

πλατύναι ὁ Θεὸς τῷ Ἰάφεθ, καὶ κατοικησάτω ἐν τοῖς οἴκοις τοῦ Σὴμ καὶ γενηθήτω Χαναὰν παῖς αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

Ἂς αὐξήσῃ καὶ ἂς πλατύνῃ ὁ Θεὸς τὴν γενεὰν καὶ τὰς χώρας τοῦ Ἰάφεθ καὶ ἂς βάλῃ αὐτὸν νὰ κατοικῇ εἰς τὰς περιοχὰς τοῦ Σήμ, ὁ δὲ Χαναὰν ἂς γίνῃ ὑπηρέτης του».

Τρεμπέλα

Ἂς μεγαλώσῃ, ἂς πληθύνῃ καὶ ἂς αὐξήσῃ ὁ Θεὸς τοὺς ἀπογόνους τοῦ Ἰάφεθ καὶ ἂς κατοικήσουν οἱ ἀπόγονοι τοῦ Ἰάφεθ εἰς τὶς χῶρες καὶ τὶς περιοχὲς τοῦ Σὴμ καὶ ἂς γίνῃ ὁ Χαναὰν καὶ οἱ ἀπόγονοί του δοῦλοι των».

Γεν. 9,28

Ἔζησε δὲ Νῶε μετὰ τὸν κατακλυσμὸν ἔτη τριακόσια πεντήκοντα.

Κολιτσάρα

Ἔζησε δὲ ὁ Νῶε μετὰ τὸν κατακλυσμὸν τριακόσια πεντήκοντα ἔτη.

Τρεμπέλα

Ἔζησε δὲ ὁ Νῶε μετὰ τὸν κατακλυσμὸν τριακόσια πενήντα ἔτη.

Γεν. 9,29

καὶ ἐγένοντο πᾶσαι αἱ ἡμέραι Νῶε ἐννακόσια πεντήκοντα ἔτη, καὶ ἀπέθανεν.

Κολιτσάρα

Ἔφθασαν ἐν συνόλῳ τὰ ἔτη τῆς ζωῆς τοῦ Νῶε ἐννεακόσια πεντήκοντα καὶ ἔπειτα ἀπέθανε.

Τρεμπέλα

Συνεπῶς ὅλες οἱ ἡμέρες τῆς ζωῆς τοῦ Νῶε, τὶς ὁποῖες ἔζησεν εἰς τὴν γῆν, ἔφθασαν συνολικῶς τὰ ἐννιακόσια πενήντα ἔτη καὶ ἔπειτα ἀπέθανεν.

Κεφάλαιο 10

Γεν. 10,1

Αὗται δὲ αἱ γενέσεις τῶν υἱῶν Νῶε, Σήμ, Χάμ, Ἰάφεθ, καὶ ἐγεννήθησαν αὐτοῖς υἱοὶ μετὰ τὸν κατακλυσμόν.

Κολιτσάρα

Οἱ ἀπόγονοι, τῶν υἱῶν τοῦ Νῶε, τοῦ Σὴμ τοῦ Χάμ καὶ τοῦ Ἰάφεθ, οἱ ὁποῖοι ἐγεννήθησαν μετὰ τὸν κατακλυσμόν, εἶναι οἱ ἑξῆς·

Τρεμπέλα

Αὐτοὶ εἶναι οἱ ἀπόγονοι τῶν τριῶν υἱῶν τοῦ Νῶε, δηλαδὴ τοῦ Σήμ, Χὰμ καὶ Ἰάφεθ· ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς τρεῖς ἐγεννήθησαν υἱοὶ μετὰ τὸν κατακλυσμόν.

Γεν. 10,2

Υἱοὶ Ἰάφεθ· Γαμὲρ καὶ Μαγὼγ καὶ Μαδοὶ καὶ Ἰωύαν καὶ Ἐλισὰ καὶ Θοβὲλ καὶ Μοσὸχ καὶ Θείρας.

Κολιτσάρα

Υἱοὶ καὶ ἀπόγονοι τοῦ Ἰάφεθ εἶναι οἱ Γαμὲρ καὶ ὁ Μαγώγ, Μῆδοι καὶ Ἴωνες, Ἐλισὰ καὶ Θοβέλ, Μοσὸχ καὶ Θείρας.

Τρεμπέλα

Οἱ υἱοὶ καὶ ἀπόγονοὶ τοῦ Ἰάφεθ εἶναι: Ὁ Γαμὲρ (οἱ Κιμμέριοι) καὶ ὁ Μαγώγ (Λυδοὶ καὶ Γυγοί) καὶ ὁ Μαδοί (οἱ Μῆδοι) καὶ ὁ Ἰωύαν (οἱ Ἴωνες) καὶ ὁ Ἐλισὰ καὶ ὁ Θοβέλ (οἱ Τιβαρηνοί) καὶ ὁ Μοσόχ (οἱ Μόσχοι εἰς τὰ Β.Δ. τῆς Ἀρμενίας) καὶ ὁ Θείρας (oἱ Ἐτροῦσκοι ἢ Τυρρηνοὶ τῆς κεντρικῆς Ἰταλίας).

Γεν. 10,3

καὶ υἱοὶ Γαμέρ· Ἀσχανὰζ καὶ Ῥιφὰθ καὶ Θοργαμά.

Κολιτσάρα

Υἱοὶ δὲ καὶ ἀπόγονοι τοῦ Γαμὲρ εἶναι οἱ Ἀσχανάζ, Ριφὰθ καὶ Θοργαμά.

Τρεμπέλα

Οἱ υἱοὶ καὶ οἱ ἀπόγονοι τὸν Γαμὲρ εἶναι: Ὁ Ἀσχανάζ (οἱ Σκύθαι τὸν Εὐξείνον Πόντον) καὶ ὁ Ριφάθ (Παφλαγόνες, λαοὶ σνγενικοὶ πρὸς τοὺς Κιμμερίους καὶ Σκύθας) καὶ ὁ Θοργαμά (οἱ Φρύγες).

Γεν. 10,4

καὶ υἱοὶ Ἰωύαν· Ἐλισὰ καὶ Θάρσεις, Κίτιοι, Ῥόδιοι.

Κολιτσάρα

Υἱοὶ καὶ ἀπόγονοι τοῦ Ἰωύαν οἱ Ἐλισά, Θαρσείς, Κίτιοι καὶ Ρόδιοι.

Τρεμπέλα

Οἱ υἱοὶ καὶ ἀπόγονοι τὸν Ἰωύαν εἶναι: Ὁ Ἐλισά (οἱ κάτοικοι τῆς Ἀλασίας = τῆς νῆσου Κύπρου) καὶ ὁ Θάρσεις (λαὸς εἰς τὰ παράλια τῆς Ἱσπανίας), οἱ Κίτιοι (οἱ κάτοικοι τὸν Κιτίου τῆς Κύπρου), οἱ Ρόδιοι (οἱ κάτοικοι τῆς Ρόδου).

Γεν. 10,5

ἐκ τούτων ἀφωρίσθησαν νῆσοι τῶν ἐθνῶν ἐν τῇ γῇ αὐτῶν, ἕκαστος κατὰ γλῶσσαν ἐν ταῖς φυλαῖς αὐτῶν καὶ ἐν τοῖς ἔθνεσιν αὐτῶν.

Κολιτσάρα

Ἀπὸ αὐτοὺς προῆλθον λαοί, οἱ ὁποῖοι διεσπάρησαν εἰς διαφόρους εἰδωλολατρικὰς νήσους, ἰδίως τῆς Μεσογείου θαλάσσης, καὶ εἰς ἄλλας χώρας κατὰ τὰς γλώσσας αὐτῶν, τὰς φυλὰς καὶ τὰ ἔθνη των.

Τρεμπέλα

Ἀπὸ αὐτοὺς προῆλθαν οἱ λαοί, οἱ ὁποῖοι ἐσκορπίσθησαν καὶ ἑκατοίκησαν εἰς διάφορες εἰδωλολατρικὲς νήσους ἰδιαιτέρως τῆς Μεσογείου Θαλάσσης καὶ εἰς ἄλλες χῶρες, ποὺ εὐρισκονται γύρω ἀπὸ τὴν Μεσόγειον. Ὅλα αὐτὰ τὰ ἔθνη ἐχωρίσθησαν κατὰ γλῶσσες, φυλὲς καὶ λαούς.

Γεν. 10,6

Υἱοὶ δὲ Χάμ· Χοὺς καὶ Μεσραΐν, Φοὺδ καὶ Χαναάν.

Κολιτσάρα

Υἱοὶ καὶ ἀπόγονοι τοῦ Χάμ εἶναι οἱ Χούς, Μεσραΐν, Φοὺδ καὶ Χαναάν.

Τρεμπέλα

Οἱ δὲ υἱοὶ καὶ οἱ ἀπόγονοι τὸν Χὰμ εἶναι: Ὁ Χούς (οἱ Αἰθίοπες) καὶ ὁ Μεσραΐν (οἱ Αἰγύπτιοι τῆς ἄνω καὶ κάτω Αἰγύπτου) καὶ ὁ Φούδ (ἴσως ὅσοι κατοικοῦν γύρω ἀπὸ τὴν σημεμινὴν Σομαλίαν) καὶ ὁ Χαναὰν (οἱ κάτοικοι τῆς Παλαιστίνης, Φοινίκης καὶ τῆς περιοχῆς τῶν Φιλισταίων).

Γεν. 10,7

υἱοὶ δὲ Χούς· Σαβὰ καὶ Εὐϊλὰ καὶ Σαβαθὰ καὶ Ῥεγμὰ καὶ Σαβαθακά. υἱοὶ δὲ Ῥεγμά· Σαβὰ καὶ Δαδάν.

Κολιτσάρα

Υἱοὶ δὲ καὶ ἀπόγονοι τοῦ Χοὺς εἶναι οἱ Σαβά, Εὐϊλά, Σαβαθά, Ρεγμὰ καὶ Σαβαθακά. Υἱοὶ δὲ τοῦ Ρεγμά, ὁ Σαβὰ καὶ ὁ Δαδάν.

Τρεμπέλα

Οἱ δὲ υἱοὶ καὶ οἱ ἀπόγονοι τὸν Χοὺς εἶναι: Ὁ Σαβὰ (ὅσοι κατοικοῦν εἰς τὰ βόρεια τοῦ Χαρτούμ), ὁ Εὐϊλα (οἱ Αὐλῖται, ὅπως τοὺς ὀνομάζουν οἱ ἀρχαῖοι γεωγράφοι), ὁ Σαβαθά, ὁ Ρεγμά, ὁ Σαβαθακά (οἱ τρεῖς αὐτοὶ εἶναι τρία Ἀραβικὰ φῦλα). Οἱ δὲ υἱοὶ καὶ ἀπόγονοι τὸν Ρεγμὰ εἶναι ὁ Σαβά (ὅσοι κατοικοῦν εἰς τὰ Ν.Δ. τῆς Ἀραβίας) καὶ ὁ Δαδάν (ὅσοι κατοικοῦν γύρω ἀπὸ τὴν Ὑεμένην).

Γεν. 10,8

Χοὺς δὲ ἐγέννησε τὸν Νεβρώδ. οὗτος ἤρξατο εἶναι γίγας ἐπὶ τῆς γῆς·

Κολιτσάρα

Ὁ δὲ Χοὺς ἀπέκτησεν υἱὸν τὸν Νεβρώδ. Αὐτὸς ὑπῆρξεν ὁ πρῶτος γίγας εἰς τὴν περιοχήν του.

Τρεμπέλα

Ὁ Χοὺς δὲ ἐγέννησε τὸν Νεβρώδ. Αὐτὸς ὑπῆρξεν ὁ πρῶτος γίγας εἰς τὴν περιοχήν του (ἤ, κατ’ ἄλλην ἐρμηνείαν, ὁ πρῶτος μέγας κατακτητῆς τοῦ κόσμου).

Γεν. 10,9

οὗτος ἦν γίγας κυνηγὸς ἐναντίον Κυρίου τοῦ Θεοῦ· διὰ τοῦτο ἐροῦσιν, ὡς Νεβρὼδ γίγας κυνηγὸς ἐναντίον Κυρίου.

Κολιτσάρα

Ἦτο ἐπίσης καὶ ἀνδρεῖος κυνηγός, ἥρως ἐνώπιον Κυρίου τοῦ Θεοῦ. Ἦτο τόσον ὀνομαστὸς διὰ τὴν δύναμιν καὶ τὴν ἀνδρείαν του, ὥστε ὡς παροιμία θὰ λέγουν οἱ ἄνθρωποι, ὅταν θὰ θέλουν νὰ ἐξάρουν τὴν ἀνδρείαν κάποιου, «οὗτος εἶναι σὰν τὸν Νεβρὼδ ἀνδρεῖος κυνηγὸς ἐνώπιον τοῦ Κυρίου».

Τρεμπέλα

Αὐτὸς ἦταν ἰσχυρός, ἀνδρεῖος κυνηγὸς ἐναντιούμενος εἰς τὸν Θεὸν (ἢ, κατ’ ἄλλην ἑρμηνείαν, μὲ τὴν βοήθειαν τοῦ Θεοῦ ἤ, κατ’ ἄλλην ἐρμηνείαν, διὰ τὸν ὁποῖον ἐθαυμάζετο ὁ Θεός). Ὁ Νεβρὼδ ἦταν τόσον σπουδαῖος, ὥστε ἔμεινε παροιμιώδης ἡ ἔκφρασις, προκειμένου νὰ τονίσουν τὴν δύναμιν κάποιου· «αὐτὸς εἶναι ὅπως ὁ Νεβρὼδ ὁ γίγας ἐναντιούμενος εἰς τὸν Θεόν».

Γεν. 10,10

καὶ ἐγένετο ἀρχὴ τῆς βασιλείας αὐτοῦ Βαβυλὼν καὶ Ὀρὲχ καὶ Ἀρχὰδ καὶ Χαλάννη ἐν τῇ γῇ Σεναάρ.

Κολιτσάρα

Ἡ ἀρχὴ καὶ ὁ πυρὴν τῆς βασιλείας τοῦ Νεδρὼδ ὑπῆρξεν ἡ Βαβυλών, ἡ Ὀρέχ, ἡ Ἀρχὰδ καὶ ἡ Χαλάννη εἰς τὴν χώραν Σεναάρ.

Τρεμπέλα

Ὁ Νεβρὼδ χάρις εἰς τὴν δύναμίν του (ἤ, κατ’ ἄλλην ἐρμηνείαν, χάρις εἰς τὴν βίαν, ποὺ ἄσκησε ἐπάνω εἰς τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους) ἀπέκτησεν ἐξουσίαν καὶ ἵδρυσε βασιλείαν, τῆς ὁποίας κέντρον ὑπῆρξεν ἡ πόλις Βαβυλών (ποὺ εἶναι εἰς τὰ ἀριστερά τοῦ Εὐφράτη ποταμοῦ) καὶ ἡ πόλις Ὀρέχ (ἡ σημερινὴ Βάρκα, Ν.Α. τῆς Βαβυλῶνος) καὶ ἡ Ἀρχάδ (Β.Α. τῆς Βαβυλῶνος) καὶ ἡ Χαλάννη (πιθανῶς ἡ Κτησιφῶν τῆς Βαβυλῶνος) εἰς τὴν μεγάλην καὶ εὔφορον πεδιάδα Σενναὰρ τῆς Βαβυλῶνος.

Γεν. 10,11

ἐκ τῆς γῆς ἐκείνης ἐξῆλθεν Ἀσσοὺρ καὶ ᾠκοδόμησε τὴν Νινευῒ καὶ τὴν Ῥοωβὼθ πόλιν καὶ τὴν Χαλὰχ

Κολιτσάρα

Ἀπὸ τὴν περιοχὴν αὐτὴν Σεναὰρ ἀνεχώρησεν ὁ Ἀσσοὺρ καὶ ἔκτισε τὴν Νινευΐ, τὴν πόλιν Ροωβώθ, τὴν Χαλὰχ

Τρεμπέλα

Καὶ ἀπὸ τὴν περιοχὴν Σενναὰρ ἀνεχώρησε καὶ ἐπροχώρησεν ὁ Ἀσσοὺρ καὶ ἔκτισε τὴν πόλιν Νινευΐ (ἐπάνω εἰς τὸν Τίγρην ποταμὸν) καὶ τὴν πόλιν Ροωβὼθ καὶ τὴν πόλιν Χαλάχ (ἡ δευτέρα πρωτεύουσα τῶν Ἀσσυρίων, ἀριστερὰ τοῦ Τίγρητος ποταμοῦ)

Γεν. 10,12

καὶ τὴν Δασὴ ἀνὰ μέσον Νινευῒ καὶ ἀνὰ μέσον Χαλάχ· αὕτη ἡ πόλις μεγάλη.

Κολιτσάρα

καὶ τὴν Δασὴ μεταξὺ τῆς πόλεως Νινευῒ καὶ τῆς Χαλάχ. Ἡ δὲ Νινευῒ εἶναι ἡ ὀνομαστὴ μεγάλη πόλις.

Τρεμπέλα

καὶ τὴν πόλιν Δασή, ἡ ὁποία εὑρίσκεται μεταξὺ τῆς Νινευῒ καὶ τῆς Χαλαχ· αὐτὴ ἡ Νινευῒ εἶναι ἡ πόλις ἡ μεγάλη, ἡ πρωτεύουσα τῶν Ἀσσυρίων.

Γεν. 10,13

καὶ Μεσραῒν ἐγέννησε τοὺς Λουδιεὶμ καὶ τοὺς Ἐνεμετιεὶμ καὶ τοὺς Λαβιεὶμ καὶ τοὺς Νεφθαλιεὶμ καὶ τοὺς Πατροσωνιεὶμ

Κολιτσάρα

Ὁ Μεσραῒν ἐγέννησεν υἱοὺς καὶ ἀπογόνους, τοὺς Λουδιείμ, τοὺς Ἐνεμετιείμ, τοὺς Λαβιείμ, τοὺς Νεφθαλιείμ, τοὺς Πατροσωνιείμ,

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Μεσραΐν (δηλαδὴ ὁ Αἰγύπτιος) ἐγέννησε τοὺς Λουδιείμ (πιθανῶς εἶναι οἱ Λύδιοι τῆς Ἀφρικῆς) καὶ τοὺς Ἐνεμετιεἰμ καὶ τοὺς Λαβιείμ (οἱ κάτοικοι τῆς Λιβύης τῆς Ἀφρικῆς) καὶ τοὺς Νεφθαλιείμ (οἱ κάτοικοι τοῦ Δέλτα τοῦ Νείλου) καὶ τοὺς Πατροσωνιείμ (οἱ κάτοικοι τῆς ἄνω Αἰγύπτου, Θηβαΐδος)

Γεν. 10,14

καὶ τοὺς Χασλωνιείμ, ὅθεν ἐξῆλθε Φυλιστιείμ, καὶ τοὺς Καφθοριείμ.

Κολιτσάρα

τοὺς Χασλωνιείμ, ἀπὸ τοὺς ὁποίους προῆλθον οἱ Φιλισταῖοι, καὶ τοὺς Καφθοριείμ.

Τρεμπέλα

καὶ τοὺς Χασλωνιείμ, ἀπὸ τοὺς ὁποίους προῆλθαν οἱ Φιλισταῖοι, καὶ τοὺς Καφθοριείμ (οἱ κάτοικοι τῆς Ἑλληνικῆς νήσου Καρπάθου, οἱ μετέπειτα Κρῆτες).

Γεν. 10,15

Χαναὰν δὲ ἐγέννησε τὸν Σιδῶνα πρωτότοκον αὐτοῦ

Κολιτσάρα

Ὁ δὲ Χαναὰν ἀπέκτησε πρωτότοκον υἱὸν αὐτοῦ τὸν Σιδῶνα, καὶ ἄλλους ἔπειτα υἱούς,

Τρεμπέλα

Ὁ Χαναὰν δὲ ἐγέννησε τὸν πρωτότοκον υἱὸν τοῦ Σιδῶνα (οἱ κάτοικοι τῆς Σιδῶνος καὶ τῆς Φοινίκης)

Γεν. 10,16

καὶ τὸν Χετταῖον καὶ τὸν Ἰεβουσαῖον καὶ τὸν Ἀμορραῖον καὶ τὸν Γεργεσαῖον καὶ τὸν Εὐαῖον καὶ τὸν Ἀρουκαῖον

Κολιτσάρα

δηλαδὴ τὸν Χετταῖον, τὸν Ἰεβουσαῖον, τὸν Ἀμορραῖον, τὸν Γεργεσαῖον, τὸν Εὐαῖον, τὸν Ἀρουκαῖον,

Τρεμπέλα

καὶ κατόπιν τοὺς ἄλλους υἱούς του, δηλαδὴ τὸν Χετταῖον (οἱ κάτοικοι τῆς ἄνω Συρίας) καὶ τὸν Ἰεβουσαῖον (οἱ πρῶτοι κάτοικοι τῆς Ἱερουσαλὴμ) καὶ τὸν Ἀμορραῖον (ὅσοι κατοικοῦν ἀνατολικῶς τοῦ Ἰορδάνου) καὶ τὸν Γεργεσαῖον καὶ τὸν Εὐαῖον (οἱ δύο αὐτοὶ λαοὶ ἑκατοίκησαν εἰς τὸ κέντρον τῆς Παλαιστίνης) καὶ τὸν Ἀρουκαῖον

Γεν. 10,17

καὶ τὸν Ἀσενναῖον καὶ τὸν Ἀράδιον καὶ τὸν Σαμαραῖον καὶ τὸν Ἀμαθί.

Κολιτσάρα

τὸν Ἀσενναῖον, τὸν Ἀράδιον, τὸν Σαμαραῖον καὶ Ἀμαθί.

Τρεμπέλα

καὶ τὸν Ἀσενναῖον (οἱ Ἀρουκαῖοι καὶ Ἀσενναῖοι ἑκατοικοῦσαν κοντὰ εἰς τὸ ὄρος Λίβανος) καὶ τὸν Ἀράδιον (οἱ κάτοικοι τῆς σημερινῆς Ρουάδ) καὶ τὸν Σαμαραῖον καὶ τὸν Ἀμαθι (οἱ κάτοικοι ἐπὶ τοῦ ποταμοῦ Ορόντου).

Γεν. 10,18

καὶ μετὰ τοῦτο διεσπάρησαν αἱ φυλαὶ τῶν Χαναναίων,

Κολιτσάρα

Μετὰ δὲ ταῦτα διεσπάρησαν αἱ φυλαὶ τῶν Χαναναίων ἀνὰ τὴν περιοχὴν τῆς Χαναάν.

Τρεμπέλα

Ἀργότερα οἱ φυλὲς αυτες τῶν Χαναναίων διεσκορπίσθησαν εἰς τὴν περιοχὴν τῆς Χαναάν.

Γεν. 10,19

καὶ ἐγένετο τὰ ὅρια τῶν Χαναναίων ἀπὸ Σιδῶνος ἕως ἐλθεῖν εἰς Γεραρὰ καὶ Γαζάν, ἕως ἐλθεῖν ἕως Σοδόμων καὶ Γομόρρας, Ἀδαμὰ καὶ Σεβωΐμ ἕως Δασά.

Κολιτσάρα

Ἐξετείνοντο δὲ τὰ ὅρια τῆς περιοχῆς τῶν Χαναναίων ἀπὸ τὴν Σιδῶνα ἕως τὰ Γέραρα καὶ τὴν Γάζαν, ἕως τὰ Σόδομα καὶ τὴν Γομόρραν, τὴν Ἀδαμὰ καὶ Σεβωῒμ ἕως Δασά.

Τρεμπέλα

Τὰ σύνορα δὲ τῆς χώρας τῶν Χαναναίων ἐξετείνοντο ἀπὸ τὴν Σιδῶνα μέχρι τῶν Γεράρων καὶ τὴν Γάζαν εἰς τὰ νοτιο-δυτικά· πρὸς τὰ ἀνατολικὰ μέχρι τὰ Σόδομα καὶ Γόμορρα, μέχρι τὴν Ἀδαμὰ καὶ Σεβωΐμ, μέχρι τὴν Δασά (ἡ ὁποία εἶναι ὁ Λεσά, δηλαδὴ ἡ Καλλιρρόη τῶν ἀρχαίων γεωγράφων).

Γεν. 10,20

οὗτοι υἱοὶ Χάμ, ἐν ταῖς φυλαῖς αὐτῶν, κατὰ γλώσσας αὐτῶν, ἐν ταῖς χώραις αὐτῶν καὶ ἐν τοῖς ἔθνεσιν αὐτῶν.

Κολιτσάρα

Αὐτοὶ εἶναι οἱ υἱοὶ καὶ ἀπόγονοι τοῦ Χάμ, κατὰ τὰς φυλὰς αὐτῶν καὶ τὰς διαλέκτους αὐτῶν εἰς τὰς χώρας αὐτῶν καὶ εἰς τὰ ἔθνη, ποὺ διεσπάρησαν.

Τρεμπέλα

Αὐτοὶ εἶναι οἱ υἱοὶ καὶ οἱ ἀπόγονοι τοῦ Χάμ, ἀπὸ τοὺς ὁποίους προῆλθαν οἱ διάφορες φυλές· αὐτοὶ ἐμιλοῦσαν διάφορες διαλέκτους καὶ ἐχωρίσθηοαν εἰς διάφορες χῶρες καὶ ἔθνη.

Γεν. 10,21

Καὶ τῷ Σὴμ ἐγεννήθη καὶ αὐτῷ, πατρὶ πάντων τῶν υἱῶν Ἕβερ, ἀδελφῷ Ἰάφεθ τοῦ μείζονος.

Κολιτσάρα

Καὶ ὁ Σὴμ πρεσβύτερος ἀδελφὸς τοῦ Ἰάφεθ ἀπέκτησεν υἱοὺς καὶ ἀπογόνους καὶ ἀνεδείχθη ὁ γενάρχης τῶν υἱῶν Ἕβερ.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Σήμ, ὁ πρόγονος καὶ γενάρχης ὅλων τῶν υἱῶν τοῦ Ἕβερ καὶ ἀδελφὸς τοῦ Ἰάφεθ, τοῦ πρεσβυτέρου υἱοῦ τοῦ Νῶε, ἀπέκτησε καὶ αὐτὸς ἀπογόνους.

Γεν. 10,22

υἱοὶ Σήμ· Ἐλὰμ καὶ Ἀσσοὺρ καὶ Ἀρφαξὰδ καὶ Λοὺδ καὶ Ἀρὰμ καὶ Καϊνᾶν.

Κολιτσάρα

Υἱοὶ τοῦ Σὴμ εἶναι οἱ Ἐλάμ, Ἀσσούρ, Ἀρφαξάδ, Λούδ, Ἀρὰμ καὶ Καϊνᾶν.

Τρεμπέλα

Οἱ υἱοὶ καὶ οἱ ἀπόγονοι τοῦ Σὴμ εἶναι: Ὁ Ἐλάμ (οἱ Ἐλαμῖται, κάτοικοι τοῦ Ἰράν με πρωτεύουσαν τὰ Σοῦσα), ὁ Ἀσσούρ (οἱ Ἀσσύριοι, κάτοικοι τῆς Ἀσσυρίας), ὁ Ἀρφαξαδ (ὅσοι κατοικοῦν ἀνατολικῶς τοῦ Τίγρητος ποταμοῦ), ὁ Λούδ (πιθανῶς οἱ Λύδιοι τῆς Λυδίας, εἰς τὰ δυτικὰ τῆς Μ. Ἀσίας· κατ’ ἄλλους ὅσοι ἑκατοίκησαν μεταξὺ Τίγρητος καὶ Εὐφράτου), ὁ Ἀράμ (οἱ Ἀραμαῖοι τῆς Συρίας) καὶ ὁ Καϊνᾶν.

Γεν. 10,23

καὶ υἱοὶ Ἀράμ· Οὔζ καὶ Οὔλ καὶ Γατὲρ καὶ Μοσόχ.

Κολιτσάρα

Υἱοὶ τοῦ Ἀρὰμ ἦσαν ὁ Οὔζ, ὁ Οὔλ, ὁ Γατὲρ καὶ ὁ Μοσόχ.

Τρεμπέλα

Οἱ δὲ υἱοὶ τοῦ Ἀράμ (ἀπόγονοί του εἶναι οἱ κάτοικοι τῆς Ἀρμενίας, ἄνω Μεσοποταμίας καὶ Συρίας) ἦσαν: Ὁ Οὔζ (Β.Α. τῆς Παλαιστίνης, οἱ κάτοικοι τῆς Χούζ, πατρίδος τοῦ Ἰώβ), ὁ Οὔλ (κοντὰ εἰς τὸ ὄρος Μάσιον), ὁ Γατέρ (ὅσοι εἶχαν κατοικήσει μεταξὺ Βασὰν καὶ ὄρους ἐρμών), καὶ ὁ Μοσόχ (οἱ κάτοικοι τῆς περιοχῆς τοῦ ὄρους Μάσιον, οἱ ὁποῖοι ἀναφέρονται ἀπὸ τὸν Πτολεμαῖον καὶ τὸν Στράβωνα, εἰς τὰ βόρεια τῆς Νισίβεως).

Γεν. 10,24

καὶ Ἀρφαξὰδ ἐγέννησε τὸν Καϊνᾶν, καὶ Καϊνᾶν ἐγέννησε τὸν Σαλά, Σαλὰ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἕβερ.

Κολιτσάρα

Ὁ δὲ Ἀρφαξὰδ ἐγέννησεν υἱὸν τὸν Καϊνᾶν, ὁ Καϊνᾶν ἐγέννησε τὸν Σαλά, ὁ δὲ Σαλὰ ἐγέννησε τὸν Ἕβερ.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Ἀρφαξάδ (κάτοικοι εἰς τὴν μεγάλην πεδιάδα ἀνατολικῶς τοῦ Τίγρητος, νοτίως τῆς Μεσοποταμίας, ἡ ὁποῖα περιλαμβάνει καὶ τὴν Ἐδέμ) ἀπέκτησεν υἱὸν τὸν Καϊνᾶν, ὁ Καϊνᾶν ἀπέκτησεν υἱὸν τὸν Σαλά, ὁ δὲ Σαλὰ ἀπέκτησεν υἱὸν τὸν Ἕβερ, τὸν γενάρχην τῶν Ἑβραίων.

Γεν. 10,25

καὶ τῷ Ἕβερ ἐγεννήθησαν δύο υἱοί· ὄνομα τῷ ἑνὶ Φαλέγ, ὅτι ἐν ταῖς ἡμέραις αὐτοῦ διεμερίσθη ἡ γῆ, καὶ ὄνομα τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ Ἰεκτάν.

Κολιτσάρα

Ὁ Ἕβερ ἀπέκτησε δύο υἱούς· τὸ ὄνομα τοῦ ἑνὸς ἦτο Φαλέγ - ποὺ σημαίνει χωρισμός - διότι ἐπὶ τῶν ἡμερῶν αὐτοῦ διεσπάρησαν οἱ κάτοικοι τῆς γῆς, ὅταν ἐπεχείρησαν νὰ κτίσουν τὸν πύργον Βαβέλ, τὸ δὲ ὄνομα τοῦ ἀδελφοῦ του ἦτο Ἰεκτάν.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Ἕβερ ἀπέκτησε δύο υἱούς· τὸ ὄνομα τοῦ ἑνὸς ἦταν Φαλέγ (ποὺ σημαίνει χωρισμός), διότι εἰς τὶς ἡμέρες του ἐχωρίσθησαν καὶ διεσκορπίσθησαν οἱ ἄνθρωποι εἰς ὅλην τὴν γῆν· τὸ ὄνομα τοῦ ἀδελφοῦ τοῦ Φαλὲγ ἦταν Ἰεκτάν.

Γεν. 10,26

Ἰεκτὰν δὲ ἐγέννησε τὸν Ἐλμωδὰδ καὶ Σαλὲθ καὶ τὸν Σαρμὼθ καὶ Ἰαρὰχ καὶ Ὁδορρὰ καὶ Αἰβὴλ καὶ Δεκλὰ

Κολιτσάρα

Ὁ Ἰεκτὰν ἀπέκτησεν υἱοὺς τὸν Ἐλμωδάδ, τὸν Σαλέθ, τὸν Σαρμώθ, τὸν Ἰαράχ, τὸν Ὁδορρά, τὸν Αἰβήλ, τὸν Δεκλά,

Τρεμπέλα

Οἱ υἱοὶ καὶ οἱ ἀπόγονοι τοῦ Ἰεκτᾶν εἶναι: Ὁ Ἐλμωδάδ (λαὸς τῆς νοτίου Ἀραβίας), ὁ Σαλέθ, ὁ Σαρμώθ (λαὸς ἀνατολικῶς τοῦ Ἄδεν, οἱ Χατραμωνῖται τοῦ Πλινίου καὶ Στράβωνος), ὁ Ἰαράχ, ὁ Ὁδορρά, ὁ Αἰβήλ, ὁ Δεκλά,

Γεν. 10,27

καὶ Εὐὰλ καὶ Ἀβιμαὲλ καὶ Σαβὰ

Κολιτσάρα

τὸν Εὐάλ, τὸν Ἀβιμαέλ, τὸν Σαβά,

Τρεμπέλα

ὁ Εὐάλ, ὁ Ἀβιμαέλ, ὁ Σαβά,

Γεν. 10,28

καὶ Οὐφεὶρ καὶ Εὐειλὰ καὶ Ἰωβάβ.

Κολιτσάρα

τὸν Οὐφείρ, τὸν Εὐειλὰ καὶ τὸν Ἰωβάβ.

Τρεμπέλα

ὁ Οὐφείρ (σημαίνει χώραν τοῦ χρυσοῦ, ἀλλὰ ποία εἶναι ἀκριβῶς μᾶς εἶναι ἄγνωστον), ὁ Εὐειλὰ καὶ ὁ Ἰωβάβ (πιθανὸν φυλὴ τῆς νοτίου Ἀραβίας).

Γεν. 10,29

πάντες οὗτοι υἱοὶ Ἰεκτάν.

Κολιτσάρα

Ὁλοι αὐτοὶ ἦσαν υἱοὶ τοῦ Ἰεκτάν.

Τρεμπέλα

Ὅλοι αὐτοὶ εἶναι οἱ υἱοὶ καὶ οἱ ἀπόγονοι τοῦ Ἰεκτᾶν.

Γεν. 10,30

καὶ ἐγένετο ἡ κατοίκησις αὐτῶν ἀπὸ Μασσῆ ἕως ἐλθεῖν εἰς Σαφηρά, ὄρος ἀνατολῶν.

Κολιτσάρα

Ἡ δὲ περιοχή, τὴν ὁποίαν κατοικοῦσαν, ἐξετείνετο ἀπὸ Μασσῆ μέχρι Σαφηρὰ εἰς τὸ ὄρος τὸ πρὸς ἀνατολάς.

Τρεμπέλα

Αὐτοὶ ἑκατοίκησαν εἰς τὴν περιοχήν, ἡ ὁποία ἐκτείνεται ἀπὸ τὴν Μασσῆ μέχρι τὴν Σαφηρά, εἰς τὸ ὄρος, ποὺ εὑρίσκεται πρὸς τὰ ἀνατολικά.

Γεν. 10,31

οὗτοι υἱοὶ Σήμ, ἐν ταῖς φυλαῖς αὐτῶν, κατὰ γλώσσας αὐτῶν, ἐν ταῖς χώραις αὐτῶν καὶ ἐν τοῖς ἔθνεσιν αὐτῶν.

Κολιτσάρα

Αὐτοὶ ἦσαν οἱ υἱοὶ καὶ ἀπόγονοι τοῦ Σὴμ κατὰ τὰς διαφόρους αὐτῶν φυλὰς καὶ τὰς διαλέκτους, εἰς τὰς χώρας καὶ τοὺς λαοὺς ὅπου διεσκορπίσθησαν.

Τρεμπέλα

Αὐτοὶ εἶναι oἱ υἱοὶ καὶ oἱ ἀπόγονοι τοῦ Σήμ, ἀπὸ τοὺς ὁποίους προῆλθαν oἱ διάφορες φυλές· αὐτοὶ ἐμιλοῦσαν διάφορες διαλέκτους καὶ ἐχωρίσθησαν εἰς διάφορες χῶρες καὶ ἔθνη.

Γεν. 10,32

Αὗται αἱ φυλαὶ υἱῶν Νῶε κατὰ γενέσεις αὐτῶν, κατὰ ἔθνη αὐτῶν· ἀπὸ τούτων διεσπάρησαν νῆσοι τῶν ἐθνῶν ἐπὶ τῆς γῆς μετὰ τὸν κατακλυσμόν.

Κολιτσάρα

Αὐταὶ εἶναι αἱ φυλαὶ τῶν υἱῶν τοῦ Νῶε κατὰ τὰς γενεαλογίας αὐτῶν καὶ κατὰ τοὺς λαούς. Ἀπὸ αὐτοὺς οἱ ἀπόγονοί των διεσπάρησαν ἐπὶ τῆς γῆς μετὰ τὸν κατακλυσμὸν εἰς διαφόρους χώρας καὶ νήσους.

Τρεμπέλα

Αὐτὲς εἶναι οἱ φυλές, ἀπόγονοι τῶν τριῶν υἱῶν τοῦ Νῶε κατὰ τὶς διάφορες γενεαλογίες καὶ τὰ διάφορα ἔθνη. Οἱ ἀπόγονοι των διεσκορπίσθησαν μετὰ τὸν κατακλυσμὸν εἰς τὶς εἰδωλολατρικὲς νήσους καὶ χῶρες τῆς γῆς.

Κεφάλαιο 11

Γεν. 11,1

Καὶ ἦν πᾶσα ἡ γῆ χεῖλος ἕν, καὶ φωνὴ μία πᾶσι.

Κολιτσάρα

Ἀπ’ ἀρχῆς καὶ μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ὠμιλοῦσαν μίαν γλῶσσαν, εἶχον τὴν ἴδιαν ὁμιλίαν.

Τρεμπέλα

Ἀπό τῆς δημιουργίας τοῦ Ἀνθρώπου μέχρι τότε ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ὠμιλοῦσαν μίαν γλῶσσαν καὶ εἶχαν τὴν ἰδίαν ὁμιλίαν ἦσαν ὅλοι ὁμόφωνοι καὶ ὁμόγλωσσοι.

Γεν. 11,2

καὶ ἐγένετο ἐν τῷ κινῆσαι αὐτοὺς ἀπὸ ἀνατολῶν, εὗρον πεδίον ἐν γῇ Σενναὰρ καὶ κατῴκησαν ἐκεῖ.

Κολιτσάρα

Ὅταν οἱ ἀπόγονοι τοῦ Νῶε ἐξεκίνησαν ἀπὸ τὰ ἀνατολικὰ μέρη, εὗρον τὴν πεδιάδα εἰς τὴν περιοχὴν Σενναὰρ καὶ κατῴκησαν ἐκεῖ.

Τρεμπέλα

Καὶ ὅταν οἱ ἀπόγονοι τοῦ Νῶε ἐξεκίνησαν ἀπὸ τὰ ἀνατολικὰ μέρη καὶ ἐπροχώρησαν πρὸς τὰ δυτικά, εὑρῆκαν μίαν εὐρύχωρον καὶ εὔφορον πεδιάδα εἰς τὴν περιοχὴν Σενναάρ (μεταξὺ τῶν ποταμῶν Τίγρητος καὶ Εὐφράτου) καὶ ἐγκατεστάθησαν ἐκεῖ.

Γεν. 11,3

καὶ εἶπεν ἄνθρωπος τῷ πλησίον αὐτοῦ· δεῦτε πλινθεύσωμεν πλίνθους καὶ ὀπτήσωμεν αὐτὰς πυρί. καὶ ἐγένετο αὐτοῖς ἡ πλίνθος εἰς λίθον, καὶ ἄσφαλτος ἦν αὐτοῖς ὁ πηλός.

Κολιτσάρα

Ἐκεῖ εἶπεν ὁ ἕνας εἰς τὸν ἄλλον· «ἐλᾶτε νὰ πλάσωμεν ὅλοι μαζῆ πλίνθους καὶ νὰ τὰς ψήσωμεν εἰς τὴν φωτιά». Αἱ πλίνθοι ἐχρησίμευσαν εἰς αὐτοὺς ὡς λίθοι οἰκοδομῆς· ὡς συνδετικὸν δὲ ὑλικόν, ὡς πηλόν, μεταξὺ τῶν πλίνθων, ἐχρησιμοποίησαν τὴν ἄσφαλτον.

Τρεμπέλα

Καὶ εἶπεν ὁ ἕνας πρὸς τὸν ἄλλον· «ἐμπρός, ἐλᾶτε ὅλοι μαζὶ πρόθυμα καὶ χωρὶς ἀναβολήν· ἂς καταακευάσωμεν πλιθάρια καὶ ἂς τὰ ψήσωμεν εἰς τὴν φωτιάν, διὰ νὰ γίνουν σκληρὰ καὶ στερεά». Ἔτσι ἐχρησιμοποίησαν διὰ τὸ κτίσιμον τῆς πόλεως καὶ τοῦ πύργου πλιθάρια ὡς πέτρες· καὶ ὡς λάσπην, διὰ νὰ συγκολλῶνται τὰ πλιθάρια, ἐχρησιμοποίησαν ἄσφαλτον (πίσσαν).

Γεν. 11,4

καὶ εἶπαν· δεῦτε οἰκοδομήσωμεν ἑαυτοῖς πόλιν καὶ πύργον, οὗ ἔσται ἡ κεφαλὴ ἕως τοῦ οὐρανοῦ, καὶ ποιήσωμεν ἑαυτοῖς ὄνομα πρὸ τοῦ διασπαρῆναι ἡμᾶς ἐπὶ προσώπου πάσης τῆς γῆς.

Κολιτσάρα

Εἶπαν δὲ κατόπιν μεταξύ των· «ἐλᾶτε νὰ οἰκοδομήσωμεν ὅλοι μαζῆ διὰ τὸν ἑαυτόν μας καὶ τὴν φήμην μας πόλιν καὶ ἕνα πύργον, τοῦ ὁποίου ἡ κορυφὴ θὰ φθάνῃ ἕως τὸν οὐρανόν. Ἔτσι θὰ ἀφήσωμεν ὄνομα εἰς τοὺς ἀπογόνους μας, πρὶν διασκορπισθῶμεν εἰς τὸ πρόσωπον ὅλης τῆς γῆς». Καὶ ἤρχισαν νὰ κτίζουν τὴν πόλιν καὶ τὸν πύργον.

Τρεμπέλα

Κατόπιν εἶπαν μεταξύ των· «ἐμπρός, ἐλᾶτε ὅλοι μαζὶ πρόθυμα καὶ χωρὶς ἀναβολήν· ἂς κτίσωμεν διὰ τὸν ἑαυτόν μας πόλιν καὶ πύργον μεγάλον καὶ ὑψηλόν, τοῦ ὁποίου ἡ κορυφὴ θὰ φθάνῃ μέχρι τοῦ οὐρανοῦ. Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπον θὰ ἀφήσωμεν εἰς τοὺς ἀπογόνους μας ἔνδοξον μνημεῖον, ποὺ θὰ διαλαλῇ τὸ περιβόητον ὄνομά μας, προτοῦ διασκορπισθῶμεν εἰς ὅλην τὴν ἔκτασιν τῆς γῆς».

Γεν. 11,5

καὶ κατέβη Κύριος ἰδεῖν τὴν πόλιν καὶ τὸν πύργον, ὃν ᾠκοδόμησαν οἱ υἱοὶ τῶν ἀνθρώπων.

Κολιτσάρα

Κατέβη τότε ὁ Θεὸς ἀπὸ τὸν οὐρανὸν νὰ ἴδῃ τὴν πόλιν καὶ τὸν πύργον, ποὺ εἶχαν ἀρχίσει νὰ οἰκοδομοῦν οἱ ἄνθρωποι.

Τρεμπέλα

Ὅταν ἡ ἀλαζονικὴ ἐκείνη γενεὰ ἄρχισε τὸ κτίσιμον, ὁ αἰώνιος Θεὸς κατέβη διὰ νὰ ἴδῃ τὴν πόλιν καὶ τὸν πύργον ποὺ ἔκτιζαν οἱ ἀδύνατοι ἄνθρωποι.

Γεν. 11,6

καὶ εἶπε Κύριος· ἰδοὺ γένος ἓν καὶ χεῖλος ἓν πάντων, καὶ τοῦτο ἤρξαντο ποιῆσαι, καὶ νῦν οὐκ ἐκλείψει ἀπ’ αὐτῶν πάντα, ὅσα ἂν ἐπιθῶνται ποιεῖν.

Κολιτσάρα

Καὶ εἶπε τότε ὁ Κύριος· «ἰδοὺ ἕως τώρα ἕνας λαὸς εἶναι αὐτοὶ καὶ μίαν γλῶσσαν ὁμιλοῦν ὅλοι. Ἰδοὺ ὅτι ἤρχισαν δι’ ἀλαζονείαν καὶ ἐπίδειξιν τὸ οἰκοδομικὸν ἔργον των. Καὶ νομίζουν ὅτι τώρα δὲν θὰ τοὺς λείψῃ τίποτε ἀπὸ ὅσα σκέπτονται νὰ κάμουν».

Τρεμπέλα

Καὶ τότε εἶπεν ὁ Θεός: «Νά· εἶναι ὅλοι τους ἕνας λαός, ἔχουν μίαν ἀπόφασιν καὶ ὁμιλοῦν μίαν γλῶσσαν ἄρχισαν ἤδη να πραγματοποιοῦν μὲ τρόπον ἐγωϊστικὸν αὐτὸ ποὺ ἐσκέφθησαν· καὶ (ὁ Θεὸς προσθέτει εἰρωνικά) ὅ,τι βάλουν εἰς τὸν νοῦν των καὶ ὅ,τὶ σκεφθοῦν, δὲν θὰ ἠμπορέσῃ κανεὶς νὰ τοὺς ἐμποδίσῃ, ἀλλὰ θὰ τὸ θέσουν εἰς ἐνέργειαν καὶ θὰ τὸ τελειώσουν».

Γεν. 11,7

δεῦτε καὶ καταβάντες συγχέωμεν αὐτῶν ἐκεῖ τὴν γλῶσσαν, ἵνα μὴ ἀκούσωσιν ἕκαστος τὴν φωνὴν τοῦ πλησίον.

Κολιτσάρα

Εἶπε δὲ τότε ὁ Τριαδικὸς Θεός· «ἐμπρὸς ἂς καταβῶμεν ἐκεῖ καὶ ἂς ἐπιφέρωμεν σύγχυσιν εἰς τὴν γλῶσσαν των, ὥστε νὰ μὴν ἐννοῇ ὁ ἕνας τὴν γλῶσσαν τοῦ ἄλλου». Ἔτσι καὶ ἔγινε.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Θεὸς Πατήρ, ἐκφάζων τὴν ἀπόφασίν του πρὸς τὰ ἄλλα δύο πρόσωπα τῆς ἁγίας καὶ ἀδιαιρέτου καὶ ζωοποιοῦ Τριάδος, τὸν ὁμοούσιον πρὸς Αὐτὸν μονογενῆ Υἱὸν καὶ Λόγον του καὶ τὸ ὁμόθρονον καὶ συναΐδιον πρὸς Αὐτὸν Παράκλητον Πνεῦμα (ὁμιλῶν δηλαδὴ ὁ Τριαδικὸς Θεὸς ἐν Ἑαυτῷ καὶ πρὸς Ἑαυτόν), εἶπεν: «Ἐμπρός, ἂς κατεβοῦμε ἐκεῖ καὶ ἂς ἐπιφέρωμεν σύγχυσιν εἰς τὴν γλῶσσαν των διὰ νὰ μὴ ἐννοῇ ὁ ἕνας τὴν γλῶσσαν τοῦ ἄλλου καὶ νὰ μὴ ἠμποροῦν νὰ συνεννοηθοῦν μεταξύ των».

Γεν. 11,8

καὶ διέσπειρεν αὐτοὺς Κύριος ἐκεῖθεν ἐπὶ πρόσωπον πάσης τῆς γῆς, καὶ ἐπαύσαντο οἰκοδομοῦντες τὴν πόλιν καὶ τὸν πύργον.

Κολιτσάρα

Μὲ τὴν σύγχυσιν δὲ αὐτὴν τῶν γλωσσῶν καὶ τὴν ἀδυναμίαν των νὰ συνεννοοῦνται μεταξύ των οἱ ἄνθρωποι, τοὺς ἠνάγκασεν ὁ Θεὸς νὰ ξεχωρισθοῦν εἰς ὁμάδας μεταξύ των, νὰ διασκορπισθοῦν εἰς ὅλην τὴν γῆν καὶ νὰ παύσουν πλέον νὰ οἰκοδομοῦν τὴν ὑπερήφανον πόλιν καὶ τὸν πύργον των.

Τρεμπέλα

Αὐτὸ ἔγινε· ὁ Κύριος μὲ τὴν σύγχυσιν ποὺ ἔφερεν εἰς τὴν γλῶσσαν των καὶ τὴν ἀσυνεννοησίαν ποὺ ἐδημιουργησε μεταξύ των, τοὺς ἀνάγκασε νὰ διασκορπισθοῦν ἀπὸ ἐκεῖ εἰς ὅλην τὴν γῆν καὶ νὰ σταματήσουν πλέον νὰ κτίζουν τὴν πόλιν καὶ τὸν πύργον.

Γεν. 11,9

διὰ τοῦτο ἐκλήθη τὸ ὄνομα αὐτῆς Σύγχυσις, ὅτι ἐκεῖ συνέχεε Κύριος τὰ χείλη πάσης τῆς γῆς, καὶ ἐκεῖθεν διέσπειρεν αὐτοὺς Κύριος ἐπὶ πρόσωπον πάσης τῆς γῆς.

Κολιτσάρα

Διὰ τοῦτο καὶ ἐκλήθη τὸ ὄνομα τῆς περιοχῆς αὐτῆς «Σύγχυσις», διότι ἐκεῖ ἐπέφερεν ὁ Θεὸς σύγχυσιν εἰς τὰς γλώσσας τῶν ἀνθρώπων καὶ διεσκόρπισεν αὐτοὺς εἰς ὅλην τὴν γῆν.

Τρεμπέλα

Διὰ τοῦτο ὠνομάσθη ὁ τόπος ἐκεῖνος Βαβέλ, ποὺ σημαίνει Σύγχυσις, διότι ἐκεῖ ἐπέφερεν ὁ Θεὸς σύγχυσιν εἰς τὶς γλῶσσες τῶν ἀνθρώπων καὶ ἀπὸ ἐκεῖ τοὺς διεσκόρπισεν εἰς πλην τὴν ἔκτασιν τῆς γῆς.

Γεν. 11,10

Καὶ αὗται αἱ γενέσεις Σήμ. καὶ ἦν Σὴμ υἱὸς ἑκατὸν ἐτῶν, ὅτε ἐγέννησε τὸν Ἀρφαξάδ, δευτέρου ἔτους μετὰ τὸν κατακλυσμόν.

Κολιτσάρα

Οἱ ἀπόγονοι τοῦ Σὴμ ἦσαν οἱ ἑξῆς. Ὁ Σὴμ εἰς ἡλικίαν ἑκατὸν ἐτῶν, καὶ κατὰ τὸ δεύτερον ἔτος μετὰ τὸν κατακλυσμόν, ἀπέκτησεν υἱὸν τὸν Ἀρφαξάδ.

Τρεμπέλα

Καὶ αὐτοὶ εἶναι οἱ ἀπόγονοι τοῦ Σήμ. Ἦταν δὲ ὁ Σὴμ ἑκατὸν ἐτῶν, ὅταν ἀπέκτησεν υἱὸν τὸν Ἀρφαξάδ, τὸ δεύτερον ἔτος μετὰ τὸν κατακλυσμόν.

Γεν. 11,11

καὶ ἔζησε Σὴμ μετὰ τὸ γεννῆσαι αὐτὸν τὸν Ἀρφαξὰδ ἔτη πεντακόσια καὶ ἐγέννησεν υἱοὺς καὶ θυγατέρας καὶ ἀπέθανε.

Κολιτσάρα

Μετὰ δὲ τὴν γέννησιν τοῦ Ἀρφαξὰδ ἔζησεν ὁ Σὴμ πεντακόσια ἀκόμη ἔτη, ἀπέκτησεν υἱοὺς καὶ θυγατέρας καὶ κατόπιν ἀπέθανε.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Σὴμ μετὰ τὴν γέννησιν τοῦ Ἀρφαξὰδ ἔζησεν ἀκόμη πεντακόσια ἔτη καὶ ἀπέκτησε καὶ ἄλλους υἱοὺς καὶ θυγατέρες καὶ κατόπιν ἀπέθανε.

Γεν. 11,12

Καὶ ἔζησεν Ἀρφαξὰδ ἑκατὸν τριάκοντα πέντε ἔτη καὶ ἐγέννησε τὸν Καϊνᾶν.

Κολιτσάρα

Ὁ δὲ Ἀρφαξὰδ εἰς ἡλικίαν ἑκατὸν τριάκοντα πέντε ἐτῶν ἀπέκτησεν υἱὸν τὸν Καϊνᾶν.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Ἀρφαξἀδ εἰς ἡλικίαν ἑκατὸν τριάντα πέντε ἐτῶν ἀπέκτησεν υἱόν, τὸν Καϊνᾶν.

Γεν. 11,13

καὶ ἔζησεν Ἀρφαξὰδ μετὰ τὸ γεννῆσαι αὐτὸν τὸν Καϊνᾶν ἔτη τετρακόσια καὶ ἐγέννησεν υἱοὺς καὶ θυγατέρας καὶ ἀπέθανε. Καὶ ἔζησε Καϊνᾶν ἑκατὸν καὶ τριάκοντα ἔτη καὶ ἐγέννησε τὸν Σαλά. καὶ ἔζησε Καϊνᾶν μετὰ τὸ γεννῆσαι αὐτὸν τὸν Σαλὰ ἔτη τριακόσια τριάκοντα καὶ ἐγέννησεν υἱοὺς καὶ θυγατέρας καὶ ἀπέθανε.

Κολιτσάρα

Μετὰ δὲ τὴν γέννησιν τοῦ Καϊνᾶν ἔζησε τετρακόσια ἀκόμη ἔτη, ἀπέκτησε υἱοὺς καὶ θυγατέρας καὶ κατόπιν ἀπέθανε. Ὁ Καϊνᾶν εἰς ἡλικίαν ἑκατὸν τριάκοντα ἐτῶν ἀπέκτησεν υἱὸν τὸν Σαλά. Ἔζησε δὲ ὁ Καϊνᾶν μετὰ τὴν γέννησιν τοῦ Σαλὰ τριακόσια τριάκοντα ἔτη, ἀπέκτησεν υἱοὺς καὶ θυγατέρας καὶ ἔπειτα ἀπέθανεν.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Ἀρφαξὰδ μετὰ τὴν γέννησιν τοῦ Καϊνᾶν ἔζησεν ἀκόμη τετρακόσια ἔτη καὶ ἀπέκτησε καὶ ἄλλους υἱοὺς καὶ θυγατέρες καὶ κατόπιν ἀπέθανε. Καὶ ὁ Καϊνᾶν εἰς ἡλικίαν ἑκατὸν τριάντα ἐτῶν ἀπέκτησεν υἱόν, τὸν Σαλά. Καὶ ὁ Καϊνᾶν μετὰ τὴν γέννησιν τοῦ Σαλὰ ἔζησεν ἀκόμη τριακόσια τριάντα ἔτη καὶ ἀπέκτησε καὶ ἄλλους υἱοὺς καὶ θυγατέρες καὶ κατόπιν ἀπέθανε.

Γεν. 11,14

Καὶ ἔζησε Σαλὰ ἑκατὸν τριάκοντα ἔτη καὶ ἐγέννησε τὸν Ἕβερ.

Κολιτσάρα

Ἔζησεν ὁ Σαλὰ ἑκατὸν τριάκοντα ἔτη καὶ ἀπέκτησεν υἱὸν τὸν Ἕβερ.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Σαλὰ εἰς ἡλικίαν ἑκατὸν τριάντα ἐτῶν ἀπέκτησεν υἱόν, τὸν Ἕβερ.

Γεν. 11,15

καὶ ἔζησε Σαλὰ μετὰ τὸ γεννῆσαι αὐτὸν τὸν Ἕβερ τριακόσια τριάκοντα ἔτη καὶ ἐγέννησεν υἱοὺς καὶ θυγατέρας καὶ ἀπέθανε.

Κολιτσάρα

Μετὰ δὲ τὴν γέννησιν τοῦ Ἕβερ ἔζησε τριακόσια τριάκοντα ἔτη, ἀπέκτησεν υἱοὺς καὶ θυγατέρας καὶ ἔπειτα ἀπέθανε.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Σαλὰ μετὰ τὴν γέννησιν τοῦ Ἕβερ ἔζησεν ἀκόμη τριακόσια τριάντα ἔτη καὶ ἀπέκτησε καὶ ἄλλους υἱοὺς καὶ θυγατέρες καὶ κατόπιν ἀπέθανε.

Γεν. 11,16

Καὶ ἔζησεν Ἕβερ ἑκατὸν τριάκοντα τέσσαρα ἔτη καὶ ἐγέννησε τὸν Φαλέγ.

Κολιτσάρα

Ὁ Ἕβερ εἰς ἡλικίαν ἑκατὸν τριάκοντα τεσσάρων ἐτῶν ἀπέκτησεν υἱὸν τὸν Φαλέγ.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Ἕβερ εἰς ἡλικίαν ἑκατὸν τριάντα τεσσάρων ἔτων ἀπέκτησεν υἱόν, τὸν Φαλέγ.

Γεν. 11,17

καὶ ἔζησεν Ἕβερ μετὰ τὸ γεννῆσαι αὐτὸν τὸν Φαλὲγ ἔτη διακόσια ἑβδομήκοντα καὶ ἐγέννησεν υἱοὺς καὶ θυγατέρας καὶ ἀπέθανε.

Κολιτσάρα

Μετὰ δὲ τὴν γέννησιν τοῦ Φαλὲγ ἔζησεν ὁ Ἕβερ διακόσια ἑβδομήκοντα ἔτη, ἀπέκτησεν υἱοὺς καὶ θυγατέρας καὶ ἔπειτα ἀπέθανεν.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Ἕβερ μετὰ τὴν γέννησιν τοῦ Φαλὲγ ἔζησεν ἀκόμη διακόσια ἑβδομήντα ἔτη καὶ ἀπέκτησε καὶ ἄλλους υἱοὺς καὶ θυγατέρες καὶ κατόπιν ἀπέθανε.

Γεν. 11,18

Καὶ ἔζησε Φαλὲγ τριάκοντα καὶ ἑκατὸν ἔτη καὶ ἐγέννησε τὸν Ῥαγαῦ.

Κολιτσάρα

Ὁ Φαλὲγ εἰς ἡλικίαν ἑκατὸν τριάκοντα ἐτῶν ἀπέκτησεν υἱὸν τὸν Ραγαῦ.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Φαλὲγ εἰς ἡλικίαν ἑκατὸν τριάντα ἐτῶν ἀπέκτησεν υἱόν, τὸν Ραγαῦ.

Γεν. 11,19

καὶ ἔζησε Φαλὲγ μετὰ τὸ γεννῆσαι αὐτὸν τὸν Ῥαγαῦ ἐννέα καὶ διακόσια ἔτη καὶ ἐγέννησεν υἱοὺς καὶ θυγατέρας καὶ ἀπέθανε.

Κολιτσάρα

Μετὰ δὲ τὴν γέννησιν τοῦ Ραγαῦ ἔζησεν ὁ Φαλὲγ διακόσια ἐννέα ἔτη, ἀπέκτησε υἱοὺς καὶ θυγατέρας καὶ ἔπειτα ἀπέθανεν.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Φαλὲγ μετὰ τὴν γέννησιν τοῦ Ραγαῦ ἔζησεν ἀκόμη διακόσια ἐννέα ἔτη καὶ ἀπέκτησε καὶ ἄλλους υἱοὺς καὶ θυγατέρες καὶ κατόπιν ἀπέθανε.

Γεν. 11,20

Καὶ ἔζησε Ῥαγαῦ ἑκατὸν τριάκοντα καὶ δύο ἔτη καὶ ἐγέννησε τὸν Σερούχ.

Κολιτσάρα

Ὁ Ραγαῦ εἰς ἡλικίαν ἑκατὸν τριάκοντα δύο ἐτῶν ἀπέκτησεν υἱὸν τὸν Σερούχ.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Ραγαῦ εἰς ἡλικίαν ἑκατὸν τριάντα δύο ἐτῶν ἀπέκτησεν υἱόν, τὸν Σερούχ.

Γεν. 11,21

καὶ ἔζησε Ῥαγαῦ μετὰ τὸ γεννῆσαι αὐτὸν τὸν Σεροὺχ διακόσια ἑπτὰ ἔτη καὶ ἐγέννησεν υἱοὺς καὶ θυγατέρας καὶ ἀπέθανε.

Κολιτσάρα

Ἔζησε δὲ μετὰ τὴν γέννησιν τοῦ Σεροὺχ διακόσια ἑπτὰ ἔτη, ἀπέκτησεν υἱοὺς καὶ θυγατέρας καὶ κατόπιν ἀπέθανε.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Ραγαῦ μετὰ τὴν γέννησιν τοῦ Σεροὺχ ἔζησεν ἀκόμη διακόσια ἑπτὰ ἔτη καὶ ἀπέκτησε καὶ ἄλλους υἱοὺς καὶ θυγατέρες καὶ κατόπιν ἀπέθανε.

Γεν. 11,22

καὶ ἔζησε Σεροὺχ ἑκατὸν τριάκοντα ἔτη καὶ ἐγέννησε τὸν Ναχώρ.

Κολιτσάρα

Ὁ Σεροὺχ εἰς ἡλικίαν ἑκατὸν τριάκοντα ἐτῶν ἀπέκτησε υἱόν, τὸν Ναχώρ.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Σεροὺχ εἰς ἡλικίαν ἑκατὸν τριάντα ἐτῶν ἀπέκτησεν υἱόν, τὸν Ναχώρ.

Γεν. 11,23

Καὶ ἔζησε Σερούχ, μετὰ τὸ γεννῆσαι αὐτὸν τὸν Ναχώρ, ἔτη διακόσια καὶ ἐγέννησεν υἱοὺς καὶ θυγατέρας καὶ ἀπέθανε.

Κολιτσάρα

Μετὰ δὲ τὴν γέννησιν τοῦ Ναχὼρ ἔζησεν ὁ Σεροὺχ διακόσια ἔτη, ἀπέκτησεν υἱοὺς καὶ θυγατέρας καὶ κατόπιν ἀπέθανεν.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Σεροὺχ μετὰ τὴν γέννησιν τοῦ Ναχὼρ ἔζησεν ἀκόμη διακόσια ἔτη καὶ ἀπέκτησε καὶ ἄλλους υἱοὺς καὶ θυγατέρες καὶ κατόπιν ἀπέθανε.

Γεν. 11,24

Καὶ ἔζησε Ναχὼρ ἔτη ἑκατὸν ἑβδομήκοντα ἐννέα καὶ ἐγέννησε τὸν Θάρα.

Κολιτσάρα

Ὁ Ναχὼρ εἰς ἡλικίαν ἑκατὸν ἑβδομήκοντα ἐννέα ἐτῶν ἀπέκτησεν υἱὸν τὸν Θάρα.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Ναχὼρ εἰς ἡλικίαν ἑκατὸν ἑβδομῆντα ἐννέα ἐτῶν ἀπέκτησεν υἱόν, τὸν Θάρα.

Γεν. 11,25

καὶ ἔζησε Ναχώρ, μετὰ τὸ γεννῆσαι αὐτὸν τὸν Θάρα, ἔτη ἑκατὸν εἰκοσιπέντε καὶ ἐγέννησεν υἱοὺς καὶ θυγατέρας καὶ ἀπέθανε.

Κολιτσάρα

Μετὰ δὲ τὴν γέννησιν τοῦ Θάρα ἔζησεν ἀκόμη ἑκατὸν εἴκοσι πέντε ἔτη, ἀπέκτησεν υἱοὺς καὶ θυγατέρας καὶ ἔπειτα ἀπέθανεν.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Ναχὼρ μετὰ τὴν γέννησιν τοῦ Θάρα ἔζησεν ἀκόμη ἑκατὸν εἴκοσι πέντε ἔτη καὶ ἀπέκτησε καὶ ἄλλους υἱοὺς καὶ θυγατέρες καὶ κατόπιν ἀπέθανε.

Γεν. 11,26

Καὶ ἔζησε Θάρα ἑβδομήκοντα ἔτη καὶ ἐγέννησε τὸν Ἅβραμ καὶ τὸν Ναχὼρ καὶ τὸν Ἀρράν.

Κολιτσάρα

Ὁ Θάρα εἰς ἡλικίαν ἑβδομήκοντα ἐτῶν ἀπέκτησεν υἱὸν τὸν Ἅβραμ, τὸν Ναχὼρ καὶ τὸν Ἀρράν.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Θάρα εἰς ἡλικίαν ἑβδομῆντα ἐτῶν ἀπέκτησε τρεῖς υἱούς, τὸν Ἅβραμ, τὸν Ναχὼρ καὶ τὸν Ἀρράν.

Γεν. 11,27

Αὗται αἱ γενέσεις Θάρα· Θάρα ἐγέννησε τὸν Ἅβραμ καὶ τὸν Ναχὼρ καὶ τὸν Ἀρράν, καὶ Ἀρρὰν ἐγέννησε τὸν Λώτ.

Κολιτσάρα

Οἱ ἀπόγονοι τοῦ Θάρα εἶναι οἱ ἑξῆς. Ὁ Θάρα ἐγέννησε τὸν Ἅβραμ, τὸν Ναχὼρ καὶ τὸν Ἀρράν· ὁ Ἀρράν ἀπέκτησεν υἱὸν τὸν Λώτ.

Τρεμπέλα

Αὐτοὶ εἶναι οἱ ἀπόγονοι τοῦ Θάρα· ὁ Θάρα ἀπέκτησε τρεῖς υἱούς, τὸν Ἅβραμ, τὸν Ναχὼρ καὶ τὸν Ἄρράν, ὁ Ἀρρὰν δὲ ἀπέκτησεν υἱόν, τὸν Λώτ.

Γεν. 11,28

καὶ ἀπέθανεν Ἀρρὰν ἐνώπιον Θάρα τοῦ πατρὸς αὐτοῦ ἐν τῇ γῇ, ᾗ ἐγεννήθη, ἐν τῇ χώρᾳ τῶν Χαλδαίων.

Κολιτσάρα

Ὁ Ἀρράν ἀπέθανεν εἰς τὴν χώραν τῶν Χαλδαίων, ὅπου εἶχε γεννηθῆ, ἐνῶ ἀκόμη ἔζη ὁ πατὴρ αὐτοῦ ὁ Θάρα.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Ἀρρὰν ἀπέθανε πρὶν ἀπὸ τὸν πατέρα του τὸν Θάρα εἰς τὴν χώραν ὅπου ἐγεννήθη, δηλαδὴ εἰς τὴν πόλιν Οὒρ τῶν Χαλδαίων (τῆς Βαβυλωνίας).

Γεν. 11,29

καὶ ἔλαβον Ἅβραμ καὶ Ναχὼρ ἑαυτοῖς γυναῖκας· ὄνομα τῇ γυναικὶ Ἅβραμ Σάρα, καὶ ὄνομα τῇ γυναικὶ Ναχὼρ Μελχά, θυγάτηρ Ἀρρὰν καὶ πατὴρ Μελχὰ καὶ πατὴρ Ἰεσχά.

Κολιτσάρα

Οἱ δύο ἄλλοι υἱοὶ τοῦ Θάρα, ὁ Ἅβραμ καὶ ὁ Ναχὼρ ἔλαβον συζύγους. Τὸ ὄνομα τῆς γυναικὸς τοῦ Ἅβραμ ἦτο Σάρα καὶ τὸ ὄνομα τῆς γυναικὸς τοῦ Ναχὼρ ἦτο Μελχά. Ἡ δὲ Μελχὰ ἦτο θυγάτηρ τοῦ Ἀρράν, ὁ ὁποῖος ἦτο πατὴρ τῆς Μελχὰ καὶ τῆς Ἰεσχά.

Τρεμπέλα

Ὁ Ἅβραμ καὶ ὁ Ναχὼρ ἐνυμφεύθησαν· τὸ ὄνομα τῆς γυναικὸς τοῦ Ἅβραμ ἦταν Σάρα καὶ τὸ ὄνομα τῆς γυναικὸς τοῦ Ναχὼρ ἦταν Μελχά· ἡ Μελχὰ ἦταν κόρη τοῦ Ἀρράν (ἀδελφοῦ τοῦ Ναχώρ), ὁ ὁποῖος ἦταν ἐπίσης καὶ πατέρας τῆς Ἰεσχά.

Γεν. 11,30

καὶ ἦν Σάρα στεῖρα καὶ οὐκ ἐτεκνοποίει.

Κολιτσάρα

Ἡ δὲ Σάρα ἦτο στεῖρα καὶ δὲν ἐτεκνοποιοῦσε.

Τρεμπέλα

Ἡ δὲ Σάρα ἦταν στεῖρα καὶ δὲν ἠμποροῦσε νὰ γεννήσῃ παιδιά.

Γεν. 11,31

καὶ ἔλαβε Θάρα τὸν Ἅβραμ υἱὸν αὐτοῦ καὶ τὸν Λὼτ υἱὸν Ἀρράν, υἱὸν τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ, καὶ τὴν Σάραν τὴν νύμφην αὐτοῦ, γυναῖκα Ἅβραμ τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ, καὶ ἐξήγαγεν αὐτοὺς ἐκ τῆς χώρας τῶν Χαλδαίων πορευθῆναι εἰς γῆν Χαναὰν καὶ ἦλθον ἕως Χαρρὰν καὶ κατῴκησεν ἐκεῖ.

Κολιτσάρα

Ἔλαβε δὲ ὁ Θάρα τὸν υἱὸν αὐτοῦ τὸν Ἅβραμ καὶ τὸν ἔγγονόν του Λώτ, υἱὸν τοῦ υἱοῦ τοῦ Ἀρράν, τὴν νύμφην αὐτοῦ τὴν Σάραν, σύζυγον τοῦ παιδιοῦ τοῦ Ἅβραμ, καὶ ἔβγαλεν αὐτοὺς ἀπὸ τὴν χώραν τῶν Χαλδαίων μὲ τὸν σκοπὸν νὰ μεταβοῦν καὶ κατοικήσουν εἰς τὴν γῆν Χαναάν. Ἔφθασαν εἰς τὴν Χαρρὰν καὶ ἐγκατεστάθησαν ἐκεῖ.

Τρεμπέλα

Ὁ Θάρα παρέλαβε τὸν υἱόν του Ἅβραμ καὶ τὸν Λώτ, υἱὸν τοῦ Ἀρράν, δηλαδὴ τὸν ἐγγονόν του, καὶ τὴν νύμφην του Σάραν, δηλαδὴ τὴν σύζυγον τοῦ υἱοῦ του Ἅβραμ καὶ ἐπροχώρησαν ὅλοι μαζὶ ἀπὸ τὴν πόλιν Οὒρ τῶν Χαλδαίων διὰ νὰ μεταβοῦν εἰς τὴν χώραν Χαναάν· ἀλλ’ ὅταν ἔφθασαν εἰς τὴν Χαρράν, ἐγκατεστάθησαν ἐκεῖ.

Γεν. 11,32

καὶ ἐγένοντο πᾶσαι αἱ ἡμέραι Θάρα ἐν γῇ Χαρρὰν διακόσια πέντε ἔτη, καὶ ἀπέθανε Θάρα ἐν Χαρράν.

Κολιτσάρα

Ὁ Θάρα ἔφθασεν εἰς τὴν ἡλικίαν τῶν διακοσίων πέντε ἐτῶν καὶ ἀπέθανεν εἰς τὴν Χαρράν.

Τρεμπέλα

Καὶ τὸ σύνολον τῶν ἐτῶν ποὺ ἔζησεν ὁ Θάρα, ἔφθασε τὰ διακόσια πέντε ἔτη καὶ ἀπέθανεν ὁ Θάρα εἰς τὴν Χαρράν.

Κεφάλαιο 12

Γεν. 12,1

Καὶ εἶπε Κύριος τῷ Ἅβραμ· ἔξελθε ἐκ τῆς γῆς σου καὶ ἐκ τῆς συγγενείας σου καὶ ἐκ τοῦ οἴκου τοῦ πατρός σου καὶ δεῦρο εἰς τὴν γῆν, ἣν ἂν σοι δείξω·

Κολιτσάρα

Τότε εἶπεν ὁ Κύριος εἰς τὸν Ἅβραμ· «ἔβγα ἀπὸ τὴν πατρίδα σου, ἀπὸ τοὺς συγγενεῖς σου καὶ τὸν πατρικόν σου οἶκον, καὶ ξεκίνα καὶ πήγαινε εἰς τὴν χώραν, τὴν ὁποίαν ἐγὼ θὰ σοῦ δείξω.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Κύριος εἶπεν εἰς τὸν Ἅβραμ: «Βγές, φύγε καὶ ἀπομακρύνσου ἀπὸ τὴν πατρίδα σου καὶ ἀπὸ τοὺς συγγενεῖς σου καὶ ἀπὸ τὸ πατρικόν σου σπίτι· ἄφησε ὅλα τὰ ἀκίνητα ὑποστατικά σου καὶ πήγαινε εἰς χώραν, τὴν ὁποίαν δὲν γνωρίζεις καὶ τὴν ὁποίαν δὲν σοῦ λέγω· ταξίδευσε εἰς τόπον, τὸν ὁποῖον θὰ σοῦ δείξω.

Γεν. 12,2

καὶ ποιήσω σε εἰς ἔθνος μέγα καὶ εὐλογήσω σε καὶ μεγαλυνῶ τὸ ὄνομά σου, καὶ ἔσῃ εὐλογημένος·

Κολιτσάρα

Θὰ σὲ κάμω δὲ γενάρχην μεγάλου ἔθνους, θὰ σοῦ δώσω πλουσίας τὰς ὑλικὰς καὶ πνευματικὰς εὐλογίας μου, θὰ καταστήσω ἔνδοξον τὸ ὄνομά σου καὶ ἔτσι θὰ εἷσαι πλούσιος καὶ δοξασμένος ἐν μέσῳ τῶν ἀνθρώπων.

Τρεμπέλα

Καὶ ἐγὼ θὰ σὲ ἀναδείξω γενάρχην μεγάλου ἔθνους καὶ θὰ σὲ εὐλογήσω πλουσίως μὲ ὑλικὰ καὶ πνευματικὰ ἀγαθά, καὶ θὰ δοξάσω τὸ ὄνομά σου καὶ θὰ εἶσαι πλούσιος, τιμημένος καὶ δοξασμένος μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων· θὰ σὲ ἀξιώσω τόσης εὐλογίας, ὥστε αὐτὴ θὰ διαρκῇ αἰωνίως.

Γεν. 12,3

καὶ εὐλογήσω τοὺς εὐλογοῦντάς σε καὶ τοὺς καταρωμένους σε καταράσομαι· καὶ ἐνευλογηθήσονται ἐν σοὶ πᾶσαι αἱ φυλαὶ τῆς γῆς.

Κολιτσάρα

Θὰ εὐλογήσω δὲ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θὰ σὲ σέβωνται καὶ θὰ σὲ τιμοῦν, θὰ καταρασθῶ δὲ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι θὰ σὲ ὑβρίζουν καὶ θὰ σὲ πολεμοῦν. Καὶ τὸ σπουδαιότερον, ὅτι δι’ ἑνὸς ἀπὸ τοὺς ἀπογόνους σου θὰ εὐλογηθοῦν ὅλαι αἱ φυλαὶ τῆς γῆς».

Τρεμπέλα

Θὰ εὐλογήσω δὲ καὶ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θὰ σὲ σέβωνται καὶ θὰ σὲ τιμοῦν καὶ θὰ καταράσθω ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θὰ σὲ κακολογοῦν, θὰ σὲ ὑβρίζουν καὶ θὰ σὲ πολεμοῦν. Ἡ μεγαλύτερη δὲ εὐλογία, ποὺ σοῦ δίδω, εἶναι ὅτι διὰ σοῦ, δι’ ἑνὸς τῶν ἀπογόνων σου, θὰ εὐλογηθοῦν ὄχι μόνον ἕνα ἔθνος, τὸ Ἰουδαϊκόν, ἀλλὰ ὅλα τὰ ἔθνη τῆς γῆς».

Γεν. 12,4

καὶ ἐπορεύθη Ἅβραμ, καθάπερ ἐλάλησεν αὐτῷ Κύριος, καὶ ᾤχετο μετ’ αὐτοῦ Λώτ. Ἅβραμ δὲ ἦν ἐτῶν ἑβδομηκονταπέντε, ὅτε ἐξῆλθεν ἐκ Χαρράν.

Κολιτσάρα

Ὑπήκουσεν ὁ Ἅβραμ καὶ ἀνεχώρησεν ἀπὸ τὴν Χαρράν, ὅπως τοῦ εἶχεν εἴπει ὁ Κύριος. Μαζῆ του δὲ ἀνεχώρησε καὶ ὁ Λώτ. Ὅταν δὲ ὁ Ἅβραμ ἀνεχώρησεν ἀπὸ τὴν Χαρρὰν διὰ τὴν Χαναάν, ἦτο ἑβδομήκοντα πέντε ἐτῶν.

Τρεμπέλα

Ὁ Ἅβραμ ἐπίστευσεν ἀπολύτως εἰς τὰ ὅσα ἄκουσεν ἀπὸ τὸν Θεὸν καὶ χωρὶς κανένα δισταγμὸν ἀνεχώρησε καὶ ἐπροχώρησε μὲ σταθερὰν ἀπόφασιν ὅπως τοῦ εἶπεν ὁ Κυριος· μαζί του δὲ ἐπῆγε καὶ ὁ Λώτ, ὁ ὀρφανὸς ἀνεψιὸς καὶ προστατευόμενός του. Ὁ δὲ Ἄβραμ ἦταν ἑβδομῆντα πέντε ἐτῶν, ὅταν ἐβγῆκε καὶ ἀνεχώρησεν ἀπὸ τὴν Χαρράν.

Γεν. 12,5

καὶ ἔλαβεν Ἅβραμ Σάραν τὴν γυναῖκα αὐτοῦ καὶ τὸν Λὼτ υἱὸν τοῦ ἀδελφοῦ αὐτοῦ καὶ πάντα τὰ ὑπάρχοντα αὐτῶν, ὅσα ἐκτήσαντο, καὶ πᾶσαν ψυχήν, ἣν ἐκτήσαντο ἐκ Χαρράν, καὶ ἐξήλθοσαν πορευθῆναι εἰς γῆν Χαναάν.

Κολιτσάρα

Ἐπῆρε μαζῆ του ὁ Ἅβραμ τὴν γυναῖκα αὐτοῦ τὴν Σάραν, τὸ παιδὶ τοῦ ἀδελφοῦ του τὸν Λώτ, ὅλους τοὺς δούλους καὶ ὅλα τὰ ὑπάρχοντά των ὅσα εἶχον ἀποκτήσει εἰς Χαρράν, καὶ ἔφυγον ἀπὸ τὴν πόλιν Χαρράν, διὰ νὰ μεταβοῦν εἰς τὴν χώραν Χαναάν.

Τρεμπέλα

Ὁ Ἄβραμ παρέλαβε μαζί του καὶ τὴν γυναῖκα του Σάραν καὶ τὸν Λώτ, τὸν υἱὸν τοῦ ἀδελφοῦ τοῦ Ἀρράν, καὶ ὅλην τὴν κινητὴν περιουσίαν των καὶ τὰ ποίμνια, ποὺ εἶχαν ἐν τῷ μεταξὺ ἀποκτήσει, καὶ ὅλους τοὺς δούλους καὶ τὶς δοῦλες ποὺ ἀπέκτησαν (κατὰ τὸ δίκαιον τῆς ἐποχῆς ἐκείνης) εἰς Χαρράν, καὶ ἐπροχώρησε (ἀπὸ τὴν πόλιν Χαρρὰν) διὰ νὰ μεταβῇ εἰς τὴν χώραν Χαναάν.

Γεν. 12,6

καὶ διώδευσεν Ἅβραμ τὴν γῆν εἰς τὸ μῆκος αὐτῆς ἕως τοῦ τόπου Συχέμ, ἐπὶ τὴν δρῦν τὴν ὑψηλήν· οἱ δὲ Χαναναῖοι τότε κατῴκουν τὴν γῆν.

Κολιτσάρα

Ὁ Ἅβραμ διεπέρασε κατὰ μῆκος ἀπὸ βορρᾶ πρὸς νότον τὴν Χαναὰν μέχρι τοῦ τόπου τῆς Συχέμ, πλησίον τῆς τοποθεσίας, τῆς λεγομένης «ὑψηλὴ δρῦς». Οἱ Χαναναῖοι δέ, οἱ ἀπόγονοι δηλαδὴ τοῦ Χάμ, κατοικοῦσαν τότε τὴν περιοχὴν αὐτήν.

Τρεμπέλα

Ὅταν ὁ Ἅβραμ ἔφθασεν εἰς τὴν χώραν Χαναάν, τὴν διέσχισε κατὰ μῆκος (ἀπὸ βορρᾶν πρὸς νότον) μέχρι τοῦ τόπου τῆς Συχέμ, κοντὰ εἰς τὴν τοποθεσίαν, ποὺ ὀνομάζεται «ὑψηλὴ βελανιδιά». Τότε εἰς τὴν χώραν αὐτὴν κατοικοῦσαν οἱ Χαναναῖοι.

Γεν. 12,7

καὶ ὤφθη Κύριος τῷ Ἅβραμ καὶ εἶπεν αὐτῷ· τῷ σπέρματί σου δώσω τὴν γῆν ταύτην. καὶ ᾠκοδόμησεν ἐκεῖ Ἅβραμ θυσιαστήριον Κυρίῳ τῷ ὀφθέντι αὐτῷ.

Κολιτσάρα

Ἐκεῖ ἐφανερώθηκε ὁ Κύριος εἰς τὸν Ἅβραμ καὶ τοῦ εἶπεν· «αὐτὴν ὅλην τὴν χώραν θὰ τὴν δώσω εἰς τοὺς ἀπογόνους σου». Ὁ Ἅβραμ, εὐγνώμων πρὸς τὸν Θεὸν καὶ διὰ τὸν λόγον ὅτι ἐκεῖ ἐφανερώθηκε εἰς αὐτὸν ὁ Κύριος, ἔκτισε πρὸς τιμὴν Αὐτοῦ θυσιαστήριον.

Τρεμπέλα

Εἰς τὸν τόπον ἐκεῖνον ἐφανερώθη ὁ Θεὸς εἰς τὸν Ἅβραμ (ἐφανερώθη ὅπως ὁ ἄπειρος Θεὸς γνωρίζει μόνον καὶ ὅσον καὶ ὅπως ἠμποροῦσε νὰ τὸν ἴδη ὁ Ἄβραμ) καὶ τοῦ εἶπεν· «ὄχι εἰς σέ, ἀλλ’ εἰς τοὺς ἀπογόνους σου θὰ δώσω τὴν χώραν αὐτήν, τὴν ὁποίαν σοῦ δεικνύω». Καὶ ὁ Ἅβραμ, ἀναπαυμένος καὶ ἰκανοποιημένος ἀπὸ τὴν θείαν ὑπόσχεσιν, καὶ ἐπειδὴ ἐκεῖ ἐφανερώθη εἰς αὐτὸν ὁ Θεός, ἔκτισε πρὸς τιμὴν τοῦ Κυρίου θυσιαστήριον· μὲ τὴν πρᾶξιν αὐτὴν εὐχαρίστησε τὸν Θεὸν καὶ ταυτοχρόνους ἀφιέρωσεν εἰς Αὐτὸν τὴν χώραν τῆς Χαναάν.

Γεν. 12,8

καὶ ἀπέστη ἐκεῖθεν εἰς τὸ ὄρος κατὰ ἀνατολὰς Βαιθὴλ καὶ ἔστησεν ἐκεῖ τὴν σκηνὴν αὐτοῦ, Βαιθὴλ κατὰ θάλασσαν καὶ Ἀγγαὶ κατὰ ἀνατολάς· καὶ ᾠκοδόμησεν ἐκεῖ θυσιαστήριον τῷ Κυρίῳ καὶ ἐπεκαλέσατο ἐπὶ τῷ ὀνόματι Κυρίου.

Κολιτσάρα

Ἀνεχώρησεν ἀπὸ τὴν τοποθεσίαν αὐτὴν ὁ Ἅβραμ, μετέβη εἰς κάποιο ὄρος ἀνατολικὰ τῆς Βαιθὴλ καὶ ἔστησε τὴν σκηνήν του μεταξὺ τῆς Βαιθήλ, ἡ ὁποία εὑρίσκετο πρὸς δυσμὰς εἰς τὴν θάλασσαν καὶ τῆς Ἀγγαί, ἡ ὁποία εὑρίσκετο πρὸς ἀνατολάς. Ἔκτισε δὲ ἐκεῖ θυσιαστήριον πρὸς τὸν Κύριον, τοῦ ὁποίου καὶ ἐπεκαλέσθη τὸ ὄνομα.

Τρεμπέλα

Κατόπιν ἔφυγεν ἀπὸ ἐκεῖ ὁ Ἅβραμ καὶ ἐπῆγε εἰς ἕνα βουνόν, ποὺ εὑρίσκεται εἰς τὰ ἀνατολικὰ τῆς πόλεως Βαιθήλ· εἰς τὸν τόπον αὐτὸν ἔστησε τὴν σκηνήν του. Ἔτσι εἶχε τὴν πόλιν Βαιθὴλ εἰς τὰ δυτικά, ὅπου εἶναι ἡ Μεσόγειος θάλασσα, καὶ εἰς τὰ ἀνατολικὰ τὴν πόλιν Ἀγγαί. Ἐκεῖ ὁ Ἅβραμ ἔκτισε θυσιαστήριον εἰς τὸν Κύριον καὶ τὸ ἀφιέρωσεν εἰς τὸν Θεόν.

Γεν. 12,9

καὶ ἀπῇρεν Ἅβραμ καὶ πορευθεὶς ἐστρατοπέδευσεν ἐν τῇ ἐρήμῳ.

Κολιτσάρα

Ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ἐκεῖ ἀνεχώρησεν ὁ Ἅβραμ καὶ ἐγκατεστάθη νοτιώτερα εἰς τὴν ἔρημον περιοχήν.

Τρεμπέλα

Ἀνεχώρησεν ὅμως καὶ ἀπὸ ἐκεῖ ὁ Ἅβραμ καὶ ἀφοῦ κατηυθύνθη πρὸς τὰ νότια τῆς Χαναάν, ἐγκατεστάθη εἰς τὴν ἔρημον Νεγκέβ.

Γεν. 12,10

Καὶ ἐγένετο λιμὸς ἐπὶ τῆς γῆς, καὶ κατέβη Ἅβραμ εἰς Αἴγυπτον παροικῆσαι ἐκεῖ, ὅτι ἐνίσχυσεν ὁ λιμὸς ἐπὶ τῆς γῆς.

Κολιτσάρα

Τότε δὲ ἔγινε λιμὸς καὶ ἦλθε πεῖνα εἰς τὴν Χαναάν. Δι’ αὐτὸ ὁ Ἅβραμ κατέβηκε εἰς τὴν Αἴγυπτον, διὰ νὰ κατοικήσῃ ἐκεῖ, ἐπειδὴ ἦτο μεγάλη ἡ πεῖνα εἰς τὴν χώραν Χαναάν.

Τρεμπέλα

Ἔγινε δὲ πεῖνα εἰς τὴν χώραν τῆς Χαναὰν καὶ ὁ Ἅβραμ κατέβηκε εἰς τὴν Αἴγυπτον διὰ νὰ κατοικήσῃ ἐκεῖ προοωρινῶς, διότι ἡ πεῖνα ἦταν μεγάλη εἰς τὴν Χαναάν.

Γεν. 12,11

ἐγένετο δέ, ἡνίκα ἤγγισεν Ἅβραμ εἰσελθεῖν εἰς Αἴγυπτον, εἶπεν Ἅβραμ Σάρᾳ τῇ γυναικί· γινώσκω ἐγώ, ὅτι γυνὴ εὐπρόσωπος εἶ·

Κολιτσάρα

Ὅταν δὲ ἐπλησίαζε νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν Αἴγυπτον, εἶπεν εἰς τὴν Σάραν τὴν σύζυγόν του· «ἐγὼ γνωρίζω καλὰ ὅτι εἶσαι εὔμορφη γυνή.

Τρεμπέλα

Ὅταν ὁ Ἅβραμ ἔφθασεν εἰς τὰ σύνορα τῆς Αἰγύπτου, εἶπεν εἰς τὴν γυναῖκα του Σάραν: «Γνωρίζω ὅτι εἶσαι γυναῖκα μὲ ὡραῖον πρόσωπον, εὔμορφη·

Γεν. 12,12

ἔσται οὖν, ὡς ἂν ἴδωσί σε οἱ Αἰγύπτιοι, ἐροῦσιν ὅτι γυνὴ αὐτοῦ ἐστιν αὐτή, καὶ ἀποκτενοῦσί με, σὲ δὲ περιποιήσονται.

Κολιτσάρα

Ὑπάρχει φόβος, ὅταν σὲ ἴδουν οἱ Αἰγύπτιοι, νὰ εἴπουν ὅτι ἡ γυναίκα αὐτὴ εἶναι σύζυγός του. Τότε ἐμὲ μὲν θὰ φονεύσουν, σὲ δὲ θὰ περιποιηθοῦν.

Τρεμπέλα

θὰ συμβῇ λοιπὸν τοῦτο· ὅταν θὰ σὲ ἴδουν οἱ Αἰγύπτιοι μαζί μου, θὰ εἴπουν· «αὐτὴ εἶναι σύζυγός του», καὶ τότε ἐμένα μὲν θὰ φονεύσουν, ἐσένα δὲ θὰ περιποιηθοῦν.

Γεν. 12,13

εἰπὸν οὖν, ὅτι ἀδελφὴ αὐτοῦ εἰμι, ὅπως ἂν εὖ μοι γένηται διὰ σέ, καὶ ζήσεται ἡ ψυχή μου ἕνεκέν σου.

Κολιτσάρα

Διὰ τοῦτο εἶπε ὅτι εἶμαι ἀδελφή του, ὥστε χάριν σου νὰ εὕρω καὶ ἐγὼ μίαν εὐμενῆ ὑποδοχήν, νὰ διαφύγω τὸν θάνατον καὶ νὰ ζήσω χάρις εἰς σέ».

Τρεμπέλα

Διὰ τοῦτο νὰ τοὺς εἴπῃς, ὅτι «εἶμαι ἀδελφή του», ὥστε πρὸς χάριν ἰδικήν σου νὰ τύχω καλῆς ὑποδοχῆς καὶ μεταχειρίσεως ἐκ μέρους των καὶ πρὸς χάριν σου νὰ μὴ φονευθῶ ἀπὸ αὐτούς».

Γεν. 12,14

ἐγένετο δέ, ἡνίκα εἰσῆλθεν Ἅβραμ εἰς Αἴγυπτον, ἰδόντες οἱ Αἰγύπτιοι τὴν γυναῖκα αὐτοῦ, ὅτι καλὴ ἦν σφόδρα,

Κολιτσάρα

Πράγματι· ὅταν ὁ Ἅβραμ εἰσῆλθεν εἰς τὴν Αἴγυπτον, εἶδον οἱ Αἰγύπτιοι τὴν σύζυγόν του, ὅτι ἦτο ὡραιοτάτη.

Τρεμπέλα

Αὐτὸ ἔγινε πράγματι· ὅταν ὁ Ἅβραμ ἔφθασεν εἰς τὴν Αἴγυπτον, εἶδαν οἱ Αἰγύπτιοι τὴν γυναῖκα του ὅτι ἦταν πολὺ εὔμορφη.

Γεν. 12,15

καὶ εἶδον αὐτὴν οἱ ἄρχοντες Φαραὼ καὶ ἐπῄνεσαν αὐτὴν πρὸς Φαραὼ καὶ εἰσήγαγον αὐτὴν εἰς τὸν οἶκον Φαραώ·

Κολιτσάρα

Καὶ οἱ ἄρχοντες ἀκόμη τοῦ Φαραὼ τὴν εἶδον, ἐπῄνεσαν αὐτὴν πρὸς τὸν Φαραὼ καὶ τὴν ὡδήγησαν εἰς τὰ ἀνάκτορά του.

Τρεμπέλα

Καὶ εἶδαν τὴν Σάραν οἱ ἀξιωματοῦχοι τῆς αὐλῆς τοῦ Φαραὼ τῆς Αἰγύπτου καὶ τὴν ἐπῄνεσαν εἰς τὸν Φαραὼ καὶ τὴν ὡδήγησαν εἰς τὰ ἀνάκτορα καὶ τὴν παρέδωκαν εἰς τὸν Φαραώ.

Γεν. 12,16

καὶ τῷ Ἅβραμ εὖ ἐχρήσαντο δι’ αὐτήν, καὶ ἐγένοντο αὐτῷ πρόβατα καὶ μόσχοι καὶ ὄνοι καὶ παῖδες καὶ παιδίσκαι καὶ ἡμίονοι καὶ κάμηλοι.

Κολιτσάρα

Χάριν δὲ αὐτῆς ὑπεδέχθησαν μὲ εὐμένειαν καὶ ἐπεριποιήθησαν τὸν Ἅβραμ, ὥστε αὐτὸς νὰ ἀποκτήσῃ πρόβατα καὶ μόσχους καὶ ὄνους καὶ δούλους καὶ δούλας καὶ ἡμιόνους καὶ καμήλους.

Τρεμπέλα

Χάριν δὲ τῆς Σάρας ἐπεριποιήθησαν τὸν Ἅβραμ καὶ τοῦ ἔδωκαν πρόβατα καὶ μοσχάρια καὶ ὄνους καὶ δούλους καὶ δοῦλες καὶ ἡμιόνους καὶ καμήλους.

Γεν. 12,17

καὶ ἤτασεν ὁ Θεὸς τὸν Φαραὼ ἐτασμοῖς μεγάλοις καὶ πονηροῖς καὶ τὸν οἶκον αὐτοῦ περὶ Σάρας τῆς γυναικὸς Ἅβραμ.

Κολιτσάρα

Ὁ Θεὸς ὅμως ἐτιμώρησε καὶ ἐβασάνισε τὸν Φαραὼ μὲ πολλὰς καὶ ὀδυνηρὰς θλίψεις αὐτὸν καὶ τὴν οἰκογένειάν του διὰ τὰς ἀπρεπεῖς διαθέσεις ποὺ εἶχε πρὸς τὴν Σάραν, τὴν γυναῖκα τοῦ Ἅβραμ.

Τρεμπέλα

Ὁ Θεὸς ὅμως ἐτιμώρησε τὸν Φαραὼ μὲ σκληρὰ καὶ πικρὰ καὶ πολλὰ βάσανα, καὶ ὅλους τοὺς ἄρχοντες καὶ αὐλικούς του, διὰ τὶς πονηρὲς διαθέσεις του πρὸς τὴν Σάραν, τὴν γυναῖκα τοῦ Ἅβραμ.

Γεν. 12,18

καλέσας δὲ Φαραὼ τὸν Ἅβραμ εἶπε· τί τοῦτο ἐποίησάς μοι, ὅτι οὐκ ἀπήγγειλάς μοι, ὅτι γυνή σου ἐστίν;

Κολιτσάρα

Ὁ Φαραὼ ἀντιληφθεὶς τὴν αἰτίαν τῶν δοκιμασιῶν ἐκείνων ἐκάλεσε τὸν Ἅβραμ καὶ τοῦ εἶπε· «τί εἶναι αὐτὸ τὸ ὁποῖον μοῦ ἔκαμες; Διατί δὲν μοῦ ἀνήγγειλες ὅτι αὐτὴ εἶναι σύζυγός σου;

Τρεμπέλα

Ὁ Φαραὼ (ὁ ὁποῖος ἀπὸ τὶς τιμωρίες ποὺ ἐδέχθη ἀντελήφθη ὅτι αὐτὲς προέρχονται ἀπὸ τὸν Θεόν, διότι ἡ Σάρα ἦταν γυναῖκα τοῦ Ἅβραμ) ἐκάλεσε τὸν Ἅβραμ καὶ τοῦ εἶπε: «Διατί μοῦ τὸ ἔκαμες αὐτό; Διατί δὲν μοῦ εἶπες ὅτι εἶναι σύζυγός σου;

Γεν. 12,19

ἱνατί εἶπας ὅτι ἀδελφή μου ἐστί; καὶ ἔλαβον αὐτὴν ἐμαυτῷ γυναῖκα, καὶ νῦν ἰδοὺ ἡ γυνή σου ἔναντί σου· λαβὼν ἀπότρεχε.

Κολιτσάρα

Διατί μου εἶπες ὅτι εἶναι ἀδελφή σου καὶ ἔλαβον αὐτὴν ὡς σύζυγόν μου; Καὶ τώρα ἰδοὺ ἡ σύζυγός σου εἶναι ἐνώπιόν σου. Πάρε την καὶ φύγε ἔξω ἀπὸ τὴν Αἴγυπτον».

Τρεμπέλα

Διατί μοῦ εἶπες «εἶναι ἀδελφή μου», ἐγὼ δὲ μὲ τὴν ἰδέαν αὐτὴν τὴν ἔλαβα ὡς σύζυγόν μου; Ἀλλὰ νά την τώρα· ἡ σύζυγός σου εὑρίσκεται ἐμπρός σου· πάρε την πίσω καὶ φύγε γρήγορα ἀπὸ τὴν Αἴγυπτον».

Γεν. 12,20

καὶ ἐνετείλατο Φαραὼ ἀνδράσι περὶ Ἅβραμ συμπροπέμψαι αὐτὸν καὶ τὴν γυναῖκα αὐτοῦ καὶ πάντα, ὅσα ἦν αὐτῷ.

Κολιτσάρα

Διέταξε δὲ ὁ Φαραὼ μερικοὺς ἄνδρας νὰ πορευθοῦν καὶ νὰ προπέμψουν τιμητικῶς ἐκτὸς τῆς Αἰγύπτου τὸν Ἅβραμ, τὴν γυναῖκα του καὶ ὅλα τὰ ὑπάρχοντά του.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Φαραὼ διέταξε μερικοὺς ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους καὶ τοὺς στρατιῶτες του νὰ συνοδεύσουν καὶ προπέμπουν τιμητικῶς ἔξω ἀπὸ τὴν Αἴγυπτον τὸν Ἅβραμ καὶ τὴν γυναῖκα του καὶ νὰ τοὺς κατευοδώσουν μαζὶ μὲ ὅλα, ὅσα εἶχαν αὐτοὶ μαζί τους καὶ μὲ ὅσα δῶρα τοὺς ἔδωκεν ὁ Φαραώ.

Κεφάλαιο 13

Γεν. 13,1

Ἀνέβη δὲ Ἅβραμ ἐξ Αἰγύπτου, αὐτὸς καὶ ἡ γυνὴ αὐτοῦ καὶ πάντα τὰ αὐτοῦ καὶ Λὼτ μετ’ αὐτοῦ, εἰς τὴν ἔρημον.

Κολιτσάρα

Ὁ Ἅβραμ καὶ ἡ σύζυγός του μὲ ὅλα τὰ ὑπάρχοντά των καὶ ὁ Λὼτ μαζῆ μὲ αὐτόν, ἔφυγον ἀπὸ τὴν Αἴγυπτον καὶ ἦλθον εἰς τὴν ἔρημον περιοχήν, εἰς τὰ νότια μέρη τῆς Χαναάν.

Τρεμπέλα

Ἀνέβη δὲ ὁ Ἅβραμ ἀπὸ τὴν Αἴγυπτον μὲ τὴν γυναῖκα του καὶ ὅλα τὰ ὑπάρχοντά του, μαζί των δὲ ἀνέβη καὶ ὁ ἀνεψιὸς τοῦ Λὼτ καὶ ἦλθαν εἰς τὴν ἔρημον Νεγκέβ, εἰς τὰ νότια τῆς Χαναάν.

Γεν. 13,2

Ἅβραμ δὲ ἦν πλούσιος σφόδρα κτήνεσι καὶ ἀργυρίῳ καὶ χρυσίῳ.

Κολιτσάρα

Ἦτο δὲ ὁ Ἅβραμ πολὺ πλούσιος εἰς ζῶα, εἰς ἄργυρον καὶ εἰς χρυσόν.

Τρεμπέλα

Ὁ Ἅβραμ δὲ ἦταν πολὺ πλούσιος εἰς ζῶα καὶ εἰς ἄργυρον καὶ εἰς χρυσάφι.

Γεν. 13,3

καὶ ἐπορεύθη ὅθεν ἦλθεν εἰς τὴν ἔρημον ἕως Βαιθήλ, ἕως τοῦ τόπου, οὗ ἦν ἡ σκηνὴ αὐτοῦ τὸ πρότερον, ἀνὰ μέσον Βαιθὴλ καὶ ἀνὰ μέσον Ἀγγαί,

Κολιτσάρα

Ἀπὸ δὲ τὴν ἔρημον αὐτὴν ἐπορεύθησαν ἕως εἰς τὴν Βαιθὴλ καὶ άκριβῶς εἰς τὸ μέρος ἐκεῖνο, ὅπου προηγουμένως ὁ Ἅβραμ εἶχε στήσει τὴν σκηνήν του, μεταξὺ Βαιθὴλ καὶ Ἀγγαί·

Τρεμπέλα

Καὶ ἀπὸ τὴν ἔρημον Νεγκὲβ ὁ Ἅβραμ καὶ ἡ ἀκολουθία του κατηυθύνθησαν πρὸς τὴν Βαιθὴλ καὶ συγκεκριμένως ἐκεῖ ὅπου ὁ Ἅβραμ εἶχε στήσει προηγουμένως τὴν σκηνήν του, μεταξὺ Βαιθὴλ καὶ Ἀγγαί·

Γεν. 13,4

εἰς τὸν τόπον τοῦ θυσιαστηρίου, οὗ ἐποίησεν ἐκεῖ τὴν ἀρχήν· καὶ ἐπεκαλέσατο ἐκεῖ Ἅβραμ τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου.

Κολιτσάρα

εἰς τὴν τοποθεσίαν, ὅπου ἔκτισεν, ἀμέσως μόλις εἶχε φθάσει προηγουμένως, θυσιαστήριον πρὸς τιμὴν τοῦ Θεοῦ, τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα εἶχεν ἐπικαλεσθῆ.

Τρεμπέλα

δηλαδὴ εἰς τὸν τόπον ἐκεῖνον, εἰς τὸν ὁποῖον εἶχεν ἀνοικοδομήσει ἀμέσως, μόλις εἶχε φθάσει τὴν πρώτην φοράν, θυσιαστήριον, τὸ ὁποῖον ἀφιέρωσεν εἰς τὸν Θεόν.

Γεν. 13,5

καὶ Λὼτ τῷ συμπορευομένῳ μετὰ Ἅβραμ ἦν πρόβατα καὶ βόες καὶ σκηναί.

Κολιτσάρα

Καὶ ὁ Λώτ, ὁ ὁποῖος συνεπορεύετο μαζῆ μὲ τὸν Ἅβραμ, εἶχεν ἐπίσης πρόβατα καὶ βόδια καὶ ἰδικόν του ὑπηρετικὸν προσωπικόν, σκηνίτας.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Λώτ, ὁ ὁπῖος ἐβάδιζεν ἀχώριστος μὲ τὸν θείον τοῦ Ἅβραμ, εἶχεν ἐπίσης πρόβατα καὶ βόδια καὶ σκηνὲς μὲ τὸ ἀντίστοιχον ὑπηρετικὸν τφοσωπικόν.

Γεν. 13,6

καὶ οὐκ ἐχώρει αὐτοὺς ἡ γῆ κατοικεῖν ἅμα, ὅτι ἦν τὰ ὑπάρχοντα αὐτῶν πολλά, καὶ οὐκ ἐχώρει αὐτοὺς ἡ γῆ κατοικεῖν ἅμα.

Κολιτσάρα

Ἐπειδὴ δὲ τὰ πρόβατα, τὰ ζῶα καὶ τὰ ἀλλὰ ὑπάρχοντα τοῦ Ἅβραμ καὶ τοῦ Λώτ, ἦσαν πολλὰ καὶ δὲν τὰ ἐχωροῦσε ὅλα μαζῆ ἡ περιοχὴ ἐκείνη,

Τρεμπέλα

Ἐπειδὴ δὲ τὰ πρόβατα καὶ τὰ ἄλλα ζῶα τοῦ Ἅβραμ καὶ τοῦ Λὼτ ἦσαν πολλά, δὲν τοὺς ἐχωροῦσεν ἡ γῆ Χαναάν, ὥστε νὰ κατοικοῦν μαζὶ καὶ οἱ δύο μὲ ὅλον τὸ πλῆθος τῶν ζώων των,

Γεν. 13,7

καὶ ἐγένετο μάχη ἀνὰ μέσον τῶν ποιμένων τῶν κτηνῶν τοῦ Ἅβραμ καὶ ἀνὰ μέσον τῶν ποιμένων τῶν κτηνῶν τοῦ Λώτ· οἱ δὲ Χαναναῖοι καὶ οἱ Φερεζαῖοι τότε κατῴκουν τὴν γῆν.

Κολιτσάρα

ἔγινε φιλονεικία μεταξὺ τῶν ποιμένων τοῦ Ἅβραμ καὶ τῶν ποιμένων τοῦ Λώτ. Τότε δὲ κατοικοῦσαν τὴν Χαναὰν ἐκτὸς τῶν Χαναναίων καὶ οἱ Φερεζαῖοι.

Τρεμπέλα

Ἔγινε φιλονεικία μεταξὺ τῶν βοσκῶν τῶν κοπαδιῶν τοῦ Ἅβραμ καὶ μεταξὺ τῶν βοσκῶν τῶν κοπαδιῶν τοῦ Λώτ. Τότε εἰς τὴν Χαναὰν κατοικοῦσαν οἱ Χαναναῖοι καὶ οἱ Φερεζαῖοι.

Γεν. 13,8

εἶπε δὲ Ἅβραμ τῷ Λώτ· μὴ ἔστω μάχη ἀνὰ μέσον ἐμοῦ καὶ σοῦ καὶ ἀνὰ μέσον τῶν ποιμένων μου καὶ ἀνὰ μέσον τῶν ποιμένων σου, ὅτι ἄνθρωποι ἀδελφοί ἐσμεν ἡμεῖς.

Κολιτσάρα

Εἶπε δὲ ὁ εἰρηνικὸς Ἅβραμ εἰς τὸν Λώτ· «δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχουν φιλονεικίαι καὶ ἔριδες μεταξύ μας οὔτε μεταξὺ τῶν ποιμένων μου καὶ τῶν ποιμένων σου, διότι ἡμεῖς εἴμεθα συγγενεῖς, εἴμεθα ἀδελφοί.

Τρεμπέλα

Εἶπε δὲ ὁ ταπεινός, ψύχραιμος καὶ φιλειρηνικὸς Ἅβραμ πρὸς τὸν ἀνεψιὸν του Λώτ: «Δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ φιλονεικία μεταξὺ ἐμοῦ καὶ σοῦ οὔτε μεταξὺ τῶν βοσκῶν μου καὶ τῶν βοσκῶν σου, διότι εἴμεθα ἄνθρωποι καὶ μάλιστα ἄνθρωποι συγγενεῖς.

Γεν. 13,9

οὐκ ἰδοὺ πᾶσα ἡ γῆ ἐναντίον σου ἐστί; διαχωρίσθητι ἀπ’ ἐμοῦ· εἰ σὺ εἰς ἀριστερά, ἐγὼ εἰς δεξιά· εἰ δὲ σὺ εἰς δεξιά, ἐγὼ εἰς ἀριστερά.

Κολιτσάρα

Διατί νὰ φιλονεικοῦμεν; Εἰς τὴν διάθεσίν μας δὲν εὑρίσκεται ὅλη αὐτὴ ἡ χώρα; Λοιπὸν ἂς χωρισθῶμεν. Πήγαινε σύ, ὅπου θέλεις. Ἐὰν μεταβῇς εἰς ἀριστερά, ἐγὼ θὰ πορευθῶ εἰς τὰ δεξιὰ ἐὰν σὺ ὑπάγῃς δεξιά, ἐγὼ θὰ προχωρήσω ἀριστερά».

Τρεμπέλα

Κύτταξε· ὅλη ἡ χώρα δὲν ἀπλώνεται ἐμπρός σου, δεν εἶναι εἰς τὴν διάθεσίν σου; Λοιπὸν ἂς χωρισθῶμεν· ἐὰν ἐσὺ μεταβῇς εἰς τὰ ἀριστερὰ μέρη τῆς χώρας αὐτῆς, ἐγὼ θὰ μεταβῶ εἰς τὰ δεξιά· ἐὰν ὅμως σὺ προχωρήσῃς εἰς τὰ δεξιά, ἐγὼ θὰ μεταβῶ εἰς τὰ ἀριστερά· διάλεξε λοιπὸν πρῶτος καὶ πήγαινε ὅπου θέλεις».

Γεν. 13,10

καὶ ἐπάρας Λὼτ τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ, ἐπεῖδε πᾶσαν τὴν περίχωρον τοῦ Ἰορδάνου, ὅτι πᾶσα ἦν ποτιζομένη πρὸ τοῦ καταστρέψαι τὸν Θεὸν Σόδομα καὶ Γόμορρα, ὡς ὁ παράδεισος τοῦ Θεοῦ καὶ ὡς ἡ γῆ Αἰγύπτου, ἕως ἐλθεῖν εἰς Ζόγορα.

Κολιτσάρα

Ὁ Λὼτ ἐσήκωσε τὰ μάτια του, ἐπεθεώρησε μὲ προσοχὴν τὴν περίχωρον τοῦ Ἰορδάνου. Εἶδεν ὅτι ὅλη αὐτὴ μέχρι Ζόγορα ἐποτίζετο καὶ εἶχε πλουσίαν βλάστησιν, καὶ ὅτι, πρὶν ὁ Θεὸς καταστρέψῃ τὰ Σόδομα καὶ Γόμορρα, ἐφαίνετο σὰν παράδεισος τοῦ Θεοῦ καὶ σὰν τὴν χώραν τῆς Αἰγύπτου ποὺ ποτίζεται ἀπὸ τὸν Νεῖλον ποταμόν,

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Λὼτ ἀφοῦ ἐσήκωσε τὰ ματιά του, παρετήρησε προσεκτικὰ μὲ τὸ βλέμμα του ὅλην τὴν περίχωρον τοῦ Ἰορδάνου, διότι ὅλη αὐτὴ ἡ περιοχή (μεταξὺ τῆς θαλάσσης τῆς Τιβεριάδος καὶ τῆς Νεκρᾶς Θαλάσσης), πρὶν ὁ Θεὸς καταστρέψῃ τὰ Σόδομα καὶ τὰ Γόμορρα, ἐποτίζετο μέχρι τῆς Ζόγορα ἀπὸ τὸν Ἰορδάνην ποταμόν, καὶ ἦταν ὅπως ὁ Παράδεισος, ποὺ εἶχε φυτεύσει διὰ τοὺς πρωτοπλάστους ὁ Θεός, καὶ ὅπως ἡ εὔφορος καὶ πλουσία γῆ τῆς Αἰγύπτου, ποὺ ποτίζεται ἀπὸ τὸν Νεῖλον ποταμόν.

Γεν. 13,11

καὶ ἐξελέξατο ἑαυτῷ Λὼτ πᾶσαν τὴν περίχωρον τοῦ Ἰορδάνου, καὶ ἀπῇρε Λὼτ ἀπὸ ἀνατολῶν, καὶ διεχωρίσθησαν ἕκαστος ἀπὸ τοῦ ἀδελφοῦ αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

καὶ ἐπροτίμησεν ὅλην αὐτὴν τὴν περίχωρον τοῦ Ἰορδάνου. Ἐπῆρε τὰ ὑπάρχοντά του καὶ μετέβη πρὸς ἀνατολάς. Ἔτσι δὲ ἐχωρίσθησαν μεταξύ των οἱ δύο αὐτοὶ συγγενεῖς, ὁ θεῖος καὶ ἀνεψιός.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Λώτ, ἀντὶ ν’ ἀφήσῃ τὸν θεῖον του Ἅβραμ νὰ διαλέξῃ πρῶτος, ἐδιάλεξε καὶ ἐπροτίμησε διὰ τὸν ἑαυτόν του ὅλην τὴν εὔφορον περίχωρον τοῦ Ἰορδάνου ποταμοῦ καὶ ἐπροχώρησε πρὸς τὰ ἀνατολικά. Ἔτσι ἐχωρίσθησαν μεταξύ των οἱ δύο συγγενεῖς, ὁ θεῖος καὶ ὁ ἀνεψιός, ὁ Ἅβραμ καὶ ὁ Λώτ.

Γεν. 13,12

Ἅβραμ δὲ κατῴκησεν ἐν γῇ Χαναάν, Λὼτ δὲ κατῴκησεν ἐν πόλει τῶν περιχώρων καὶ ἐσκήνωσεν ἐν Σοδόμοις·

Κολιτσάρα

Ὁ Ἅβραμ ἔμεινε καὶ κατῴκησεν εἰς τὴν γῆν Χαναάν, ὁ δὲ Λὼτ εἰς μίαν πόλιν πέραν ἀπὸ τὰ μέρη τοῦ Ἰορδάνου καὶ ἔστησε τὴν σκηνήν του εἰς τὰ Σόδομα.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Ἅβραμ ἔμεινε καὶ ἐγκατεστάθη εἰς τὴν χώραν Χαναάν, ὁ δὲ Λὼτ εἰς κάποιαν πόλιν πέραν τοῦ Ἰορδάνου καὶ ἔστησε τὴν σκηνήν του εἰς τὰ Σόδομα.

Γεν. 13,13

οἱ δὲ ἄνθρωποι οἱ ἐν Σοδόμοις πονηροὶ καὶ ἁμαρτωλοὶ ἐναντίον τοῦ Θεοῦ σφόδρα.

Κολιτσάρα

Οἱ ἄνθρωποι τῶν Σοδόμων ἦσαν πάρα πολὺ πονηροὶ καὶ ἁμαρτωλοὶ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ.

Τρεμπέλα

Οἱ δὲ κάτοικοι τῶν Σοδόμων ἦσαν πονηροί, κακοὶ καὶ ὑπερβολικὰ ἁμαρτωλοὶ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ.

Γεν. 13,14

Ὁ δὲ Θεὸς εἶπε τῷ Ἅβραμ μετὰ τὸ διαχωρισθῆναι τὸν Λὼτ ἀπ’ αὐτοῦ· ἀνάβλεψον τοῖς ὀφθαλμοῖς σου καὶ ἴδε ἀπὸ τοῦ τόπου, οὗ νῦν σὺ εἶ, πρὸς βορρᾶν καὶ λίβα καὶ ἀνατολὰς καὶ θάλασσαν·

Κολιτσάρα

Ἀφοῦ ὁ Λώτ, ἰδιοτελῶς σκεπτόμενος, ἐχωρίσθη ἀπὸ τὸν Ἅβραμ, εἶπεν ὁ Θεὸς εἰς τὸν πρᾶον καὶ μεγαλόκαρδον Ἅβραμ· «σήκωσε τὰ βλέμματά σου, ἴδε ὁλόγυρα ἀπὸ τὸν τόπον ὅπου τώρα εὑρίσκεσαι, πρὸς Βορρᾶν καὶ Νότον, πρὸς Ἀνατολὰς καὶ Δυσμάς,

Τρεμπέλα

Ὁ δὲ Θεὸς εἶπεν εἰς τὸν φιλειρηνικὸν καὶ πρᾶον Ἅβραμ, ἀφοῦ ἐχωρίσθη ἀπὸ αὐτὸν ὁ Λώτ, ὁ ἀνεψιός του, μὲ τὴν θέλησίν του· «σήκωσε τὸ βλέμμα σου καὶ κύτταξε ὅλον αὐτὸν τὸν τόπον, εἰς τὸν ὁποῖον τώρα εὑρίσκεσαι· κύτταξε πρὸς βορρᾶν καὶ πρὸς νότον καὶ πρὸς ἀνατολὰς καὶ πρὸς δυσμάς, ὅπου εἶναι ἡ Μεσόγειος θάλασσα· κύτταξε γύρω σου ὅσον ἠμπορεῖς μακρύτερα καὶ ὅσον παίρνει τὸ μάτι σου,

Γεν. 13,15

ὅτι πᾶσαν τὴν γῆν, ἣν σὺ ὁρᾷς, σοὶ δώσω αὐτὴν καὶ τῷ σπέρματί σου ἕως αἰῶνος.

Κολιτσάρα

διότι ὅλην αὐτὴν τὴν γῆν, τὴν ὁποίαν βλέπεις, θὰ τὴν δώσω εἰς σὲ καὶ εἰς τοὺς ἀπογόνους σου εἰς τοὺς αἰῶνας.

Τρεμπέλα

διότι ὅλην αὐτὴν τὴν γῆν, τὴν ὁποίαν βλέπεις, εἰς σὲ θὰ τὴν δώσω καὶ εἰς τοὺς ἀπογόνους σου ὡς κτῆμα αἰώνιον, ἰδικόν σας γιὰ πάντα».

Γεν. 13,16

καὶ ποιήσω τὸ σπέρμα σου ὡς τὴν ἄμμον τῆς γῆς· εἰ δύναταί τις ἐξαριθμῆσαι τὴν ἄμμον τῆς γῆς, καὶ τὸ σπέρμα σου ἐξαριθμηθήσεται.

Κολιτσάρα

Καὶ θὰ πληθύνω τοὺς ἀπογόνους σου ὡσὰν τὴν ἄμμον τῆς γῆς. Ἐὰν κανεὶς ἠμπορῇ νὰ μετρήσῃ τὴν ἄμμον τῆς θαλάσσης θὰ δυνηθῇ νὰ μετρήσῃ καὶ τοὺς ἰδικούς σου ἀπογόνους.

Τρεμπέλα

Καὶ διὰ νὰ μὴ ὀλιγοπιστήσῃ ὁ Ἅβραμ εἰς τὴν θείαν ὑπόσχεσιν, ἐπειδὴ ἦταν γέροντας, ἡ δὲ γυναῖκα του στεῖρα, ὁ Θεὸς τοῦ ὑπόσχεται κάτι ἄλλο, ποὺ ὑπερβαίνει τὶς ἀνθρώπινες δυνατότητες· τοῦ εἶπε: «Θὰ πληθύνω τόσον πολὺ τοὺς ἀπογόνους σου, ὥστε θὰ αὐξηθοῦν καὶ θὰ γίνουν ἀναρίθμητοι ὡς ἡ ἄμμος τῆς γῆς· ἐὰν ἠμπορῇ κανεὶς νὰ μετρήσῃ τὴν ἄμμον τῆς γῆς, ἄλλο τόσον θὰ ἠμπορέσῃ νὰ μετρήσῃ καὶ τοὺς ἀπογόνους σου.

Γεν. 13,17

ἀναστὰς διόδευσον τὴν γῆν εἴς τε τὸ μῆκος αὐτῆς καὶ εἰς τὸ πλάτος, ὅτι σοὶ δώσω αὐτὴν καὶ τῷ σπέρματί σου εἰς τὸν αἰῶνα.

Κολιτσάρα

Σήκω, διόδευσε τὴν χώραν αὐτὴν κατὰ μῆκος καὶ κατὰ πλάτος, διὰ νὰ τὴν γνωρίσῃς καλά, διότι εἰς σὲ καὶ εἰς τοὺς ἀπογόνους σου θὰ τὴν δώσω ὡς παντοτεινὴν κατοικίαν σας».

Τρεμπέλα

Σήκω ἐπάνω καὶ διάσχισε τὴν χώραν αὐτὴν καὶ περπάτησέ την, ὅπως γυρίζει κάθε ἀφέντης τὰ κτήματά του· περπάτησέ την κατὰ τὸ μῆκος καὶ κατὰ τὸ πλάτος της, ὥστε νὰ τὴν γνωρίσῃς καλά, διότι εἰς σὲ θὰ τὴν δώσω καὶ εἰς τοὺς ἀπογόνους σου ὡς κτῆμα αἰώνιον, ἰδικόν σας γιὰ πάντα».

Γεν. 13,18

καὶ ἀποσκηνώσας Ἅβραμ, ἐλθὼν κατῴκησε παρὰ τὴν δρῦν τὴν Μαμβρῆ, ἣ ἦν ἐν Χεβρώμ, καὶ ᾠκοδόμησεν ἐκεῖ θυσιαστήριον τῷ Κυρίῳ.

Κολιτσάρα

Ἔπειτα ἀπὸ αὐτὰ ὁ Ἅβραμ ἐσήκωσε τὴν σκηνήν του, ἐπῆρε τὰ ὑπάρχοντά του καὶ ἐλθὼν ἐγκατεστάθη πλησίον εἰς τὴν δρῦν Μαμβρῆ, ἡ ὁποία εὑρίσκετο εἰς τὴν Χεβρών, ἐκεῖ καὶ ἔκτισε θυσιαστήριον πρὸς τιμὴν τοῦ Κυρίου.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Ἅβραμ κατάπληκτος ἀπὸ τὴν θείαν ἀγαθότητα ὑπάκουσε πρόθυμα εἰς τὴν ἐντολὴν τοῦ Κυρίου· ἀφοῦ διέλυσε καὶ ἐσήκωσε τὴν σκηνήν, ποὺ εἶχε στήσει εἰς τὴν Βαιθήλ, ἦλθε καὶ ἑκατοίκησε κοντὰ εἰς τὴν βελανιδιὰν τὴν Μαμβρῆ, ἡ ὁποία ἦταν εἰς τὴν Χεβρών· καὶ εἰς τὸν τόπον ἐκεῖνον ἔκτισε θυσιαστήριον πρὸς τιμὴν τοῦ Θεοῦ, διὰ νὰ θυσιάζῃ εἰς Αὐτὸν καὶ νὰ Τὸν λατρεύῃ.

Κεφάλαιο 14

Γεν. 14,1

Ἐγένετο δὲ ἐν τῇ βασιλείᾳ τῇ Ἀμαρφὰλ βασιλέως Σενναάρ, καὶ Ἀριὼχ βασιλέως Ἐλλασάρ, Χοδολλογομὸρ βασιλεὺς Ἐλὰμ καὶ Θαργὰλ βασιλεὺς ἐθνῶν

Κολιτσάρα

Τότε βασιλεὺς τῆς Σενναὰρ ἦτο ὁ Ἀμαρφάλ, βασιλεὺς τῆς Ἐλλασάρ ἦτο ὁ Ἀριώχ, βασιλεὺς τῆς Ἐλὰμ ἦτο ὁ Χοδολλογομὸρ καὶ βασιλεὺς τῶν ἐθνῶν ἦτο ὁ Θαργάλ.

Τρεμπέλα

Συνέβη δὲ τοῦτο· τέσσερις βασιλεῖς, δηλαδὴ ὁ Ἀμαρφάλ, βασιλιὰς τῆς Σενναάρ, ὁ Ἀριώχ, βασιλιὰς τῆς Ἐλλασάρ, ὁ Χοδολλογομόρ, βασιλιὰς τῆς Ἐλὰμ καὶ ὁ Θαργάλ, βασιλιᾶς τῶν ἐθνῶν,

Γεν. 14,2

ἐποίησαν πόλεμον μετὰ Βαλλὰ βασιλέως Σοδόμων καὶ μετὰ Βαρσὰ βασιλέως Γομόρρας καὶ μετὰ Σενναὰρ βασιλέως Ἀδαμὰ καὶ μετὰ Συμοβὸρ βασιλέως Σεβωείμ, καὶ βασιλέως Βαλάκ (αὕτη ἐστὶ Σηγώρ).

Κολιτσάρα

Αὐτοὶ ἐκήρυξαν πόλεμον ἐναντίον τοῦ Βαλλά, βασιλέως τῶν Σοδόμον, ἐναντίον τοῦ Βαρσὰ βασιλέως τῆς Γομόρρας, ἐναντίον Σενναὰρ βασιλέως Ἀδαμά, ἐναντίον Συμοβὸρ βασιλέως Σεβωεὶμ καὶ ἐναντίον τοῦ βασιλέως τῆς Βαλάκ, ἡ ὁποία Βαλὰκ εἶναι ἡ ἴδια μὲ τὴν Σηγώρ,

Τρεμπέλα

ἐκήρυξαν πόλεμον ἐναντίον τοῦ Βαλλά, βασιλιᾶ τῶν Σοδόμων καὶ ἐναντίον τοῦ Βαρσά, βασιλιᾶ τῆς Γομόρρας καὶ ἐναντίον τοῦ Σενναάρ, βασιλιὰ τῆς Ἀδαμὰ καὶ ἐναντίον τοῦ Συμοβόρ, βασιλιᾶ τῆς Σεβωεὶμ καὶ ἐναντίον τοῦ βασιλιᾶ τῆς Βαλάκ (ἡ πόλις αὐτὴ εἶναι ἡ ἰδία με τὴν Σηγώρ).

Γεν. 14,3

πάντες οὗτοι συνεφώνησαν ἐπὶ τὴν φάραγγα τὴν ἁλυκὴν (αὕτη ἡ θάλασσα τῶν ἁλῶν).

Κολιτσάρα

Οἱ πέντε αὐτοὶ βασιλεῖς συνεκεντρώθησαν, μὲ τὰ στρατεύματά των εἰς τὴν φάραγγα, ἡ ὁποία ἐλέγετο ἁλμυρά (αὐτὴ εἶναι ἡ θάλασσα τῶν ἁλάτων).

Τρεμπέλα

Αὐτοὶ οἱ πέντε βασιλεῖς συνεμάχησαν καὶ συνεκέντρωσαν τὸν στρατόν των εἰς τὴν κοιλάδα τὴν ἀλμυρήν (ἡ ὁποία ὀνομάζεται ἀλμυρὴ θάλασσα) καὶ παρετάχθησαν ἐναντίον τῶν τεσσάρων ἐπιδρομέων βασιλέων.

Γεν. 14,4

δώδεκα ἔτη αὐτοὶ ἐδούλευσαν τῷ Χοδολλογομόρ, τῷ δὲ τρισκαιδεκάτῳ ἔτει ἀπέστησαν.

Κολιτσάρα

Οἱ πέντε αὐτοὶ βασιλεῖς ἐπὶ δώδεκα ἔτη ἦσαν δοῦλοι εἰς τὸν Χοδολλογομόρ. Κατὰ δὲ τὸ δέκατον τρίτον ἔτος ἐπανεστάτησαν.

Τρεμπέλα

Αὐτοὶ οἱ πέντε βασιλεῖς ἦσαν ὑπόδουλοι δώδεκα χρόνια εἰς τὸν Χοδολλογομόρ, τὸν βασιλιᾶ τῆς χώρας Ἐλάμ. Ἀλλὰ κατὰ τὸ δέκατον τρίτον ἔτος ἐπανεστάτησαν.

Γεν. 14,5

ἐν δὲ τῷ τεσσαρεσκαιδεκάτῳ ἔτει ἦλθε Χοδολλογομὸρ καὶ οἱ βασιλεῖς μετ’ αὐτοῦ καὶ κατέκοψαν τοὺς γίγαντας τοὺς ἐν Ἀσταρὼθ καὶ Καρναΐν, καὶ ἔθνη ἰσχυρὰ ἅμα αὐτοῖς καὶ τοὺς Ὀμμαίους τοὺς ἐν Σαυῇ τῇ πόλει

Κολιτσάρα

Κατὰ τὸ δέκατον τέταρτον ὅμως ἔτος ἐπῆλθεν ἐναντίον αὐτῶν ὁ Χοδολλογομὸρ καὶ μαζῆ μὲ αὐτὸν οἱ σύμμαχοί του βασιλεῖς καὶ κατέκοψαν τοὺς γίγαντας τῆς πόλεως Ἀσταρὼθ καὶ Καρναΐν, μαζῆ δὲ μὲ αὐτοὺς καὶ ἄλλα ἔθνη ἰσχυρά, τοὺς Ὀμμαίους τῆς πόλεως Σαυῆ,

Τρεμπέλα

Καὶ κατὰ τὸ δέκατον τέταρτον ἔτος ὁ Χοδολλογομὸρ καὶ οἱ τρεῖς σύμμαχοί του ἐπετέθησαν καὶ κατέσφαξαν τοὺς γίγαντες, οἱ ὁποῖοι ἦσαν εἰς τὶς πόλεις Ἄσταρὼθ καὶ Καρναΐν, μαζὶ δὲ μὲ αὐτοὺς καὶ ἄλλα ἰσχυρὰ ἔθνη, τοὺς Ὀμμαίους, οἱ ὁποῖοι κατοικοῦσαν εἰς τὴν πόλιν Σαυή,

Γεν. 14,6

καὶ τοὺς Χορραίους τοὺς ἐν τοῖς ὄρεσι Σηείρ, ἕως τῆς τερεβίνθου τῆς Φαράν, ἥ ἐστιν ἐν τῇ ἐρήμῳ.

Κολιτσάρα

τοὺς Χορραίρυς τῶν ὀρέων Σηεὶρ μέχρι τῆς τερεβίνθου τῆς Φαράν, ἡ ὁποία εὑρίσκεται εἰς τὴν ἔρημον, εἰς τὰ νότια μέρη τῆς Χαναάν.

Τρεμπέλα

καὶ τοὺς Χορραίους, οἱ ὁποῖοι κατοικοῦσαν εἰς τὰ ὄρη Σηείρ, μέχρι τῆς τερεβίνθου τῆς Φαράν, ἡ ὁποία εὑρίσκεται εἰς τὴν ἔρημον (νοτίως τῆς Χαναάν).

Γεν. 14,7

καὶ ἀναστρέψαντες ἦλθον ἐπὶ τὴν πηγὴν τῆς κρίσεως (αὕτη ἐστὶ Κάδης) καὶ κατέκοψαν πάντας τοὺς ἄρχοντας Ἀμαλὴκ καὶ τοὺς Ἀμορραίους τοὺς κατοικοῦντας ἐν Ἀσασονθαμάρ.

Κολιτσάρα

Οἱ τέσσαρες αὐτοὶ πολεμισταὶ βασιλεῖς ἐπέστρεψαν ἀπὸ τὴν περιοχὴν Φαράν, ἦλθον εἰς τὴν «Πηγὴν τῆς Κρίσεως», δηλαδὴ εἰς τὴν Κάδης, καὶ ἐκεῖ κατέκοψαν ὅλους τοὺς ἄρχοντας τῶν Ἀμαληκιτῶν καὶ τοὺς Ἀμορραίους, οἱ ὁποῖοι κατοικοῦσαν εἰς Ἀσασονθαμάρ, κοντὰ εἰς τὴν Νεκρὰν Θάλασσαν.

Τρεμπέλα

Ὁ Χοδολλογομὸρ καὶ οἱ τρεῖς σύμμαχοί του, ἀφοῦ ἐπέστρεψαν ἀπὸ τὴν ἔρημον Φαράν, ἦλθαν εἰς τὴν πηγὴν τῆς κρίσεως (δηλαδὴ εἰς τὴν τοποθεσίαν Κάδης) καὶ ἐκεῖ ὑπέταξαν καὶ κατέσφαξαν ὅλους τοὺς ἄρχοντες τῶν Ἀμαληκιτῶν καὶ τοὺς Ἀμορραίους, οἱ ὁποῖοι κατοικοῦσαν εἰς τὴν Ἀσασονθαμάρ (κοντὰ εἰς τὴν Νεκρὰν Θάλασσαν).

Γεν. 14,8

ἐξῆλθε δὲ βασιλεὺς Σοδόμων καὶ βασιλεὺς Γομόρρας καὶ βασιλεὺς Ἀδαμὰ καὶ βασιλεὺς Σεβωεὶμ καὶ βασιλεὺς Βαλάκ (αὕτη ἐστὶ Σηγώρ) καὶ παρετάξαντο αὐτοῖς εἰς πόλεμον ἐν τῇ κοιλάδι τῇ ἁλυκῇ,

Κολιτσάρα

Τότε οἱ πέντε βασιλεῖς, δηλαδὴ ὁ βασιλεὺς Σοδόμων, ὁ βασιλεὺς Γομόρρας, ὁ βασιλεὺς Ἀδαμά, ὁ βασιλεὺς Σεβωεὶμ καὶ ὁ βασιλεὺς τῆς Βαλάκ (αὐτὴ εἶναι ἡ πόλις Σηγώρ) ἐξῆλθον καὶ παρετάχθησαν εἰς τὴν κοιλάδα τὴν ἁλμυράν, διὰ νὰ πολεμήσουν

Τρεμπέλα

Ἐβγῆκαν δἱ οἱ πέντε βασιλεῖς τῆς Πενταπόλεως, δηλαδὴ ὁ βασιλιᾶς τῶν Σοδόμων καὶ ὁ βασιλιᾶς τῆς Γομόρρας καὶ ὁ βασιλιᾶς τῆς Ἀδαμὰ καὶ ὁ βασιλιᾶς τῆς Σεβωεὶμ καὶ ὁ βασιλιᾶς τῆς Βαλάκ (ἡ πόλις αὐτὴ εἶναι ἡ ἰδία μὲ τὴν Σηγώμ), καὶ παρετάχθησαν εἰς πόλεμον κοντὰ εἰς τὴν ἁλμυρὰν κοιλάδα

Γεν. 14,9

πρὸς Χοδολλογομὸρ βασιλέα Ἐλὰμ καὶ Θαργὰλ βασιλέα ἐθνῶν καὶ Ἀμαρφὰλ βασιλέα Σενναὰρ καὶ Ἀριὼχ βασιλέα Ἐλλασάρ, οἱ τέσσαρες βασιλεῖς πρὸς τοὺς πέντε.

Κολιτσάρα

ἐναντίον τῶν τεσσάρων βασιλέων, ἤτοι ἐναντίον τοῦ Χοδολλογομὸρ βασιλέως Ἐλάμ, ἐναντίον Θαργὰλ βασιλέως τῶν ἐθνῶν, ἐναντίον Ἀμαρφὰλ βασιλέως Σενναὰρ καὶ ἐναντίον Ἀριὼχ βασιλέως Ἐλλασάρ. Οἱ τέσσαρες αὐτοὶ τελευταῖοι βασιλεῖς ἀντιπαρετάχθησαν ἐναντίον τῶν πέντε βασιλέων.

Τρεμπέλα

ἐναντίον τῶν τεσσάρων ἐπιδρομέων· δηλαδή, ἐναντίον τοῦ Χοδολλογομὸρ βασιλιᾶ τῆς χώρας Ἐλὰμ καὶ τοῦ Θαργὰλ βασιλιᾶ τῶν ἐθνῶν καὶ τοῦ Ἀμαρφὰλ βασιλιὰ τῆς χώρας Σενναὰρ καὶ τοῦ Ἀριὼχ βασιλιᾶ τῆς πόλεως Ἐλλασάρ. Οἱ τέσσερις αὐτοὶ βασιλεῖς παρετάχθησαν εἰς πόλεμον ἐναντίον τῶν πέντε βασιλέων τῆς Πενταπόλεως.

Γεν. 14,10

ἡ δὲ κοιλὰς ἡ ἁλυκή, φρέατα ἀσφάλτου. ἔφυγε δὲ βασιλεὺς Σοδόμων καὶ βασιλεὺς Γομόρρας καὶ ἐνέπεσαν ἐκεῖ, οἱ δὲ καταλειφθέντες εἰς τὴν ὀρεινὴν ἔφυγον.

Κολιτσάρα

Ἡ ἁλμυρὰ ἐκείνη κοιλὰς εἶχε φρέατα ἀσφάλτου. Γενομένης μάχης μεταξὺ τῶν ἀντιπάλων μερῶν ἐνικήθησαν καὶ ἐτράπησαν εἰς φυγὴν ὁ βασιλεὺς τῶν Σοδόμων καὶ ὁ βασιλεὺς τῆς Γομόρρας, οἱ ὁποῖοι ὅμως ἐνέπεσαν εἰς τὰ ἐκεῖ φρέατα. Οἱ ὑπόλοιποι ἔφυγον εἰς τὴν ὀρεινὴν περιοχήν.

Τρεμπέλα

Ἡ ἀλμυρὴ ἐκείνη κοιλάδα ἦταν γεμάτη ἀπὸ λάκκους μὲ πίσσαν ἀσφάλτου. Ἐμπρὸς εἰς τὴν ἀνδρείαν καὶ τὴν δύναμιν τῶν ἐπιδρομέων ἐνικήθησαν καὶ ἐτράπησαν εἰς φυγὴν ὁ βασιλιᾶς τῶν Σοδόμων καὶ ὁ βασιλιᾶς τῆς Γομόρρας καὶ ἔπεσαν μέσα εἰς τοὺς πισσωμένους λάκκους τῆς κοιλάδος· ὅσοι ἀπέμειναν κατέφυγαν εἰς τὰ ὄρη.

Γεν. 14,11

ἔλαβον δὲ τὴν ἵππον πᾶσαν τὴν Σοδόμων καὶ Γομόρρας καὶ πάντα τὰ βρώματα αὐτῶν καὶ ἀπῆλθον.

Κολιτσάρα

Οἱ νικηταὶ τέσσαρες βασιλεῖς ἐπῆραν ὡς λάφυρα ὅλον τὸ ἱππικὸν τῶν Σοδόμων καὶ τῆς Γομόρας καὶ ὅλα τὰ τρόφιμα αὐτῶν καὶ ἔφυγον.

Τρεμπέλα

Ἀφοῦ δὲ ἔφυγαν ὅλοι, ὁ Χοδολλογομὸρ καὶ οἱ τρεῖς σύμμαχοί του ἐπῆραν ὡς λάφυρα ὅλον τὸ ἱππικὸν τῶν Σοδόμων καὶ τῆς Γομόρρας καὶ ἅρπαξαν ὅλα τὰ τρόφιμά των καὶ ἔφυγαν.

Γεν. 14,12

ἔλαβον δὲ καὶ τὸν Λὼτ τὸν υἱὸν τοῦ ἀδελφοῦ Ἅβραμ καὶ τὴν ἀποσκευὴν αὐτοῦ καὶ ἀπῴχοντο· ἦν γὰρ κατοικῶν ἐν Σοδόμοις.

Κολιτσάρα

Συνέλαβον δὲ καὶ τὸν Λώτ, τὸν υἱὸν τοῦ ἀδελφοῦ τοῦ Ἅβραμ, ἐπῆραν καὶ τὰ ὑπάρχοντα αὐτοῦ καὶ ἔφυγαν. Αὐτὸ δὲ τὸ ἔπαθεν ὁ Λώτ, διότι κατοικοῦσε εἰς τὴν περιοχὴν τῶν Σοδόμων.

Τρεμπέλα

Συνέλαβαν δὲ ὡς αἰχμάλωτον καὶ τὸν Λώτ, τὸν υἱὸν τοῦ ἀδελφοῦ τοῦ Ἅβραμ, μὲ ὅλην τὴν κινητὴν περιουσίαν του καὶ ἔφυγαν. Ὁ Λὼτ συνελήφθη αἰχμάλωτος, διότι κατοικοῦσεν εἰς τὰ Σόδομα.

Γεν. 14,13

Παραγενόμενος δὲ τῶν ἀνασωθέντων τις ἀπήγγειλεν Ἅβραμ τῷ περάτῃ· αὐτὸς δὲ κατῴκει παρὰ τῇ δρυΐ τῇ Μαμβρῇ Ἀμορραίου τοῦ ἀδελφοῦ Ἐσχὼλ καὶ τοῦ ἀδελφοῦ Αὐνάν, οἳ ἦσαν συνωμόται τοῦ Ἅβραμ.

Κολιτσάρα

Ἕνας δὲ ἀπὸ τοὺς διασωθέντας ἦλθεν εἰς τὸν Ἅβραμ, εἰς τὸν περάτην ὅπως τὸν ὠνόμαζον οἱ ἐντόπιοι, καὶ τοῦ ἀνήγγειλε τὰ θλιβερὰ γεγονότα. Ὁ Ἅβραμ κατοικοῦσε τότε κοντὰ εἰς τὴν δρῦν τοῦ Μαμβρῆ τοῦ Ἀμορραίου, ἀδελφοῦ τοῦ Ἐσχὼλ καὶ τοῦ Αὐνάν, οἱ ὁποῖοι εἶχον συνάψει ἕνα σύμφωνον φιλίας καὶ συμμαχίας μὲ τὸν Ἅβραμ.

Τρεμπέλα

Ἕνας ὅμως ἀπὸ ἐκείνους ποὺ ἐγλύτωσαν ἀπὸ τὴν μάχην, ἦλθεν εἰς τὸν Ἅβραμ, τὸν ὁποῖον οἱ ἐντόπιοι ὠνόμαζαν περάτην (διότι ἐπέρασεν ἀπὸ τὴν περιοχὴν τοῦ Εὐφράτου εἰς τὴν γῆν Χαναάν), καὶ ἀνήγγειλεν εἰς αὐτὸν τὴν καταστροφὴν καὶ τὴν ἐρήμωσιν, ποὺ ἐπροξένησεν ὁ Χοδολλογομὸρ μὲ τοὺς συμμάχους του. Ὁ Ἅβραμ κατοικοῦσε κοντὰ εἰς τὴν βελανιδιάν, ἡ ὁποία ἀνῆκεν εἰς τὸν Μαμβρῆν τὸν Ἀμορραῖον καὶ ἦταν εἰς τὴν Χεβρών. Ὁ Μαμβρῆς ἦταν ἀδελφὸς τοῦ Ἐσχὼλ καὶ τοῦ Αὐνάν, οἱ ὁποῖοι εἶχαν συνάψει συμφωνίαν φιλίας μαζὶ μὲ τὸν Ἅβραμ.

Γεν. 14,14

ἀκούσας δὲ Ἅβραμ ὅτι ᾐχμαλώτευται Λὼτ ὁ ἀδελφιδοῦς αὐτοῦ, ἠρίθμησε τοὺς ἰδίους οἰκογενεῖς αὐτοῦ, τριακοσίους δέκα καὶ ὀκτώ, καὶ κατεδίωξεν ὀπίσω αὐτῶν ἕως Δάν.

Κολιτσάρα

Πληροφορηθεὶς ὁ Ἅβραμ ὅτι συνελήφθη αἰχμάλωτος ὁ ἀνεψιός του ὁ Λὼτ ἐπεστράτευσε τοὺς δούλους, ποὺ εἶχαν γεννηθῆ καὶ ἐζοῦσαν εἰς τὸν οἶκον του, τριακοσίους δέκα ὀκτὼ ἄνδρας, καὶ κατεδίωξε τοὺς νικητὰς βασιλεῖς μέχρι τῆς πόλεως Δάν.

Τρεμπέλα

Ὅταν δὲ ὁ Ἅβραμ ἐπληροφορήθη ὅτι συνελήφθη αἰχμάλωτος ὁ Λὼτ ὁ ἀνεψιός του, ἐστρατολόγησε τοὺς δούλους, οἱ ὁποῖοι εἶχαν γεννηθῇ εἰς τὸν οἶκον του, τριακοσίους δεκαοκτώ, καὶ μὲ τοὺς ἄνδρες αὐτοὺς κατεδίωξε τοὺς τέσσερις βασιλεῖς μέχρι τῆς πόλεως Δὰν (ἢ Λαΐδος), ποὺ εἶναι βόρεια τῆς Παλαιστίνης, κοντὰ εἰς τὶς πηγὲς τοῦ Ἰορδάνη.

Γεν. 14,15

καὶ ἐπέπεσεν ἐπ’ αὐτοὺς τὴν νύκτα αὐτὸς καὶ οἱ παῖδες αὐτοῦ, καὶ ἐπάταξεν αὐτοὺς καὶ κατεδίωξεν αὐτοὺς ἕως Χοβά, ἥ ἐστιν ἐν ἀριστερᾷ Δαμασκοῦ.

Κολιτσάρα

Ἐπέπεσεν ἐναντίον αὐτῶν κατὰ τὴν νύκτα, αὐτὸς καὶ οἱ δοῦλοι του, ἐκτύπησε καὶ ἐνίκησεν αὐτοὺς καὶ τοὺς κατεδίωξεν ἕως εἰς τὴν πόλιν Χοβά, ἡ ὁποία εὑρίσκεται πρὸς τὰ ἀριστερὰ τῆς Δαμασκοῦ.

Τρεμπέλα

Ὅταν ὁ Ἅβραμ τοὺς ἐπροφθασεν εἰς τὴν Δάν (κοντὰ εἰς τοὺς πρόποδες τοῦ ὄρους Ἐρμών), ἐπετέθη ἐναντίον των κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς νύκτας αὐτὸς καὶ οἱ δοῦλοι του καὶ τοὺς ἐνίκησε καὶ τοὺς κατεδίωξε μέχρι τῆς πόλεως Χοβά, ἡ ὁποία εὑρίσκεται ἀριστερὰ τῆς πόλεως Δαμασκοῦ.

Γεν. 14,16

καὶ ἀπέστρεψε πᾶσαν τὴν ἵππον Σοδόμων, καὶ Λὼτ τὸν ἀδελφιδοῦν αὐτοῦ ἀπέστρεψε καὶ πάντα τὰ ὑπάρχοντα αὐτοῦ καὶ τὰς γυναῖκας καὶ τὸν λαόν.

Κολιτσάρα

Ἐκυρίευσεν ὁ Ἅβραμ ὅλον τὸ ἱππικὸν τῶν Σοδόμων, ἀπηλευθέρωσε τὸν ἀνεψιόν του τὸν Λώτ μὲ ὅλα τὰ ὑπάρχοντά του, μὲ τὰς γυναῖκας καὶ τὸν λαόν.

Τρεμπέλα

Μετὰ τὴν νίκην ὁ Ἅβραμ ἐκυρίευσε καὶ ἔφερε πίσω ὅλον τὸ ἱππικὸν τῶν Σοδόμων, ποὺ εἶχαν ἁρπάξει οἱ ἐχθροί· ἐλευθέρωσεν ἐπίσης καὶ τὸν Λώτ, τὸν ἀνεψιόν του, μὲ ὅλα τὰ ὑπάρχοντά του καὶ τὶς γυναῖκες καὶ τὸν λαόν.

Γεν. 14,17

Ἐξῆλθε δὲ βασιλεὺς Σοδόμων εἰς συνάντησιν αὐτῷ, μετὰ τὸ ὑποστρέψαι αὐτὸν ἀπὸ τῆς κοπῆς τοῦ Χοδολλογομὸρ καὶ τῶν βασιλέων τῶν μετ’ αὐτοῦ, εἰς τὴν κοιλάδα τοῦ Σαβύ (τοῦτο ἦν τὸ πεδίον τῶν βασιλέων).

Κολιτσάρα

Μετὰ δὲ τὴν συντριπτικὴν ἤτταν τοῦ Χοδολλογομὸρ καὶ τῶν συμμάχων τοῦ βασιλέων ὁ Ἅβραμ ἐπέστρεψε καὶ ἔφθασεν ἔξω ἀπὸ τὴν Ἱερουσαλήμ. Ἐκεῖ, εἰς τὴν κοιλάδα τοῦ Σαβύ (δηλαδὴ εἰς τὴν πεδιάδα τῶν βασιλέων), ἐξῆλθε πρὸς συνάντησίν του ὁ βασιλεὺς τῶν Σοδόμων.

Τρεμπέλα

Ὅταν ὁ Ἅβραμ ἐπέστρεψε νικητὴς μετὰ τὴν συντριπτικὴν ἧτταν καὶ τὴν τελείαν κατατρόπωσιν τοῦ Χοδολλογομὸρ καὶ τῶν ἄλλων βασιλέων, ποὺ ἦσαν μαζί του, καὶ ὅταν ἔφθασεν ἔξω ἀπὸ τὴν Ἱερουσαλήμ, ὁ βασιλιᾶς τῶν Σοδόμων ἐβγῆκε καὶ ἦλθε πρὸς συνάντησίν του εἰς τὴν κοιλάδα τοῦ Σαβύ (αὐτὴ ἦταν ἡ πεδιάδα τῶν βασιλέων).

Γεν. 14,18

καὶ Μελχισεδὲκ βασιλεὺς Σαλὴμ ἐξήνεγκεν ἄρτους καὶ οἶνον· ἦν δὲ ἱερεὺς τοῦ Θεοῦ τοῦ ὑψίστου.

Κολιτσάρα

Ὁ δὲ Μελχισεδέκ, ὁ ὁποῖος ἦτο ἱερεὺς τοῦ Θεοῦ τοῦ Ὑψίστου καὶ βασιλεὺς τῆς Ἱερουσαλήμ, προσέφερε πρὸς τὸν Θεὸν ὡς εὐχαριστήριον θυσίαν διὰ τὴν νίκην τοῦ Ἅβραμ ἄρτους καὶ οἶνον.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Μελχισεδέκ, ὁ βασιλιὰς τῆς Ἱερουσαλήμ, ἔφερε καὶ προσέφερεν εἰς τὸν Ἅβραμ ψωμιὰ καὶ κρσι, ἦταν δὲ ὁ Μελχισεδὲκ ἱερεὺς τοῦ Θεοῦ τοῦ ὑψίστου.

Γεν. 14,19

καὶ ηὐλόγησε τὸν Ἅβραμ καὶ εἶπεν· εὐλογημένος Ἅβραμ τῷ Θεῷ τῷ ὑψίστῳ, ὃς ἔκτισε τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν.

Κολιτσάρα

Αὐτὸς εὐλόγησε τὸν Ἅβραμ καὶ εἶπεν «ἂς εἶναι εὐλογημένος ὁ Ἅβραμ ἀπὸ τὸν Θεὸν τὸν Ὕψιστον, ὁ ὁποῖος ἐδημιούργησε τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν.

Τρεμπέλα

Τότε ὁ Μελχισεδὲκ εὐλόγησε τὸν Ἅβραμ καὶ εἶπε: «Νὰ εἶναι εὐλογημενος ὁ Ἅβραμ ἀπὸ τὸν Θεὸν τὸν Ὕψιστον, ὁ ὁποῖος ἐδημιούργησε τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν.

Γεν. 14,20

καὶ εὐλογητὸς ὁ Θεὸς ὁ ὕψιστος, ὃς παρέδωκε τοὺς ἐχθρούς σου ὑποχειρίους σοι. καὶ ἔδωκεν αὐτῷ Ἅβραμ δεκάτην ἀπὸ πάντων.

Κολιτσάρα

Καὶ δοξασμένος ἂς εἶναι ὁ Θεὸς ὁ Ὕψιστος, ὁ ὁποῖος παρέδωσε ὑποχειρίους εἰς σὲ τοὺς ἐχθρούς σου». Ὁ Ἅβραμ ἔδωσε τότε εἰς τὸν Μελχισεδὲκ τὸ δέκατον ἀπὸ ὅλα τὰ λάφυρα, τὰ ὁποῖα εἶχε κυριεύσει.

Τρεμπέλα

Καὶ εὐλογητὸς καὶ δοξασμένος να εἶναι ὁ Θεὸς ὁ Ὕψιστος, ὁ ὁποῖος παρέδωκε τοὺς ἐχθρούς σου εἰς τὰ χέρια σου καὶ τοὺς ὑπέταξεν εἰς σέ». Καὶ ὁ Ἅβραμ, ὡς εὐγνωμοσύνην διὰ τὴν εὐλογίαν, καὶ διὰ νὰ τιμήσῃ τὸν Μελχισεδὲκ ὡς ἱερέα τοῦ Θεοῦ τοῦ ὑψίστου, ἔδωκεν εἰς αὐτὸν τὸ ἕνα δέκατον ἀπὸ ὅλα τὰ λάφυρα, τὰ ὁποῖα εἶχε κυριεύσει.

Γεν. 14,21

εἶπε δὲ βασιλεὺς Σοδόμων πρὸς Ἅβραμ· δός μοι τοὺς ἄνδρας, τὴν δὲ ἵππον λάβε σεαυτῷ.

Κολιτσάρα

Ὁ δὲ βασιλεὺς τῶν Σοδόμων εἶπε πρὸς τὸν Ἅβραμ· «δός μου τοὺς ἄνδρας μου, τοὺς ὁποίους ἀπηλευθέρωσες, καὶ κράτησε διὰ τὸν ἑαυτόν σου τὸ ἱππικόν».

Τρεμπέλα

Ὁ βασιλιᾶς τῶν Σοδόμων, ὁ ὁποῖος ἐξεπλάγη ἀπὸ τὴν μεγαλοψυχίαν τοῦ νικητοῦ Ἅβραμ, τοῦ εἶπε· «δός μου τοὺς ἄνδρες μου, ποὺ εἶχεν αἰχμαλωτίσει ὁ Χοδολλογομὸρ καὶ τοὺς ὁποίους ἐλευθέρωσες, τὸ δὲ ἱππικὸν κράτησέ το ὡς ἀμοιβὴν διὰ τὸν ἑαυτόν σου».

Γεν. 14,22

εἶπε δὲ Ἅβραμ πρὸς τὸν βασιλέα Σοδόμων· ἐκτενῶ τὴν χεῖρά μου πρὸς Κύριον τὸν Θεὸν τὸν ὕψιστον, ὃς ἔκτισε τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν,

Κολιτσάρα

Ἀπήντησε δὲ Ἅβραμ πρὸς τὸν βασιλέα τῶν Σοδόμων· «ἀπλώνω τὸ χέρι μου καὶ ὁρκίζομαι εἰς Κύριον τὸν Θεὸν τὸν Ὕψιστον, ὁ ὁποῖος ἐδημιούργησε τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν,

Τρεμπέλα

Ὁ Ἅβραμ ὅμως ἀπάντησε πρὸς τὸν βασιλέα τῶν Σοδόμων: «Ἁπλώνω τὸ χέρι μου καὶ ὁρκίζομαι πρὸς Κύριον τὸν Θεὸν τὸν Ὕψιστον, ὁ ὁποῖος ἐδημιούργησε τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν,

Γεν. 14,23

εἰ ἀπὸ σπαρτίου ἕως σφυρωτῆρος ὑποδήματος λήψομαι ἀπὸ πάντων τῶν σῶν, ἵνα μὴ εἴπῃς, ὅτι ἐγὼ ἐπλούτισα τὸν Ἅβραμ·

Κολιτσάρα

ὅτι δὲν θὰ πάρω τίποτε, ἀπὸ ὅσα σοῦ ἀνήκουν, ἀπὸ κλωστὴν ἕως σχοινὶ ὑποδήματος, διὰ νὰ μὴ εἴπῃς ὅτι ἐγὼ ἐπλούτισα τὸν Ἅβραμ.

Τρεμπέλα

ὅτι δὲν θὰ λάβω ἀπὸ τὰ ἰδικά σου πράγματα τίποτε, οὔτε κλωστὴν μέχρι σχοινὶ ὑποδήματος· δηλαδὴ οὐδὲ τὸ ἐλάχιστον, τὸ εὐτελὲς καὶ εὐκαταφρόνητον, διὰ νὰ μὴ εἴπῃς ὅτι ἐγὼ ἔκαμα πλούσιον τὸν Ἅβραμ.

Γεν. 14,24

πλὴν ὧν ἔφαγον οἱ νεανίσκοι καὶ τῆς μερίδος τῶν ἀνδρῶν τῶν συμπορευθέντων μετ’ ἐμοῦ, Ἐσχώλ, Αὐνάν, Μαμβρῆ, οὗτοι λήψονται μερίδα.

Κολιτσάρα

Θὰ λάβω μόνον τὰς τροφάς, τὰς ὁποίας κατηνάλωσαν οἱ δοῦλοι μου κατὰ τὸν χρόνον τῆς ἐπιθέσεως αὐτῆς. Ἐπίσης αὐτοὶ ποὺ ἐξεστράτευσαν μαζῆ μὲ ἐμέ, οἱ ἄνδρες τοῦ Ἐσχώλ, τοῦ Αὐνάν καὶ Μαμβρῆ, θὰ λάβουν τὴν δικαίαν μερίδα ἀπὸ τὰ λάφυρα».

Τρεμπέλα

Δὲν θὰ λάβω τίποτε παρὰ μόνον τὶς τροφές, ποὺ ἐδαπάνησαν οἱ δοῦλοι μου εἰς τὸν πόλεμον, καὶ τὴν μερίδα τῶν πολεμιστῶν, οἱ ὁποῖοι ἐξεστράτευσαν μαζί μου· δηλαδὴ θὰ λάβουν τὸ δίκαιον μερίδιόν των ἀπὸ τὰ λάφυρα οἱ ἄνδρες τῶν συμμάχων μου Ἐσχώλ, Αὐνὰν καὶ Μαμβρῆ».

Κεφάλαιο 15

Γεν. 15,1

Μετὰ δὲ τὰ ῥήματα ταῦτα ἐγενήθη ῥῆμα Κυρίου πρὸς Ἅβραμ ἐν ὁράματι, λέγων· μὴ φοβοῦ Ἅβραμ, ἐγὼ ὑπερασπίζω σου· ὁ μισθός σου πολὺς ἔσται σφόδρα.

Κολιτσάρα

Ἐπείτα ἀπὸ τὰ γεγονότα αὐτὰ παρουσιάσθη ὁ Θεὸς μὲ ὅραμα εἰς τὸν Ἅβραμ καὶ τοῦ εἶπε· «Ἅβραμ, μὴ φοβῆσαι· ἐγώ σὲ ὑπερασπίζω πάντοτε· ὁ μισθός σου διὰ τὴν πίστιν καὶ δικαιοσύνην σου θὰ εἶναι πολύς, πάρα πολύς».

Τρεμπέλα

Ἐπείτα ἀπὸ τὰ γεγονότα αὐτὰ ὁ Κύριος παρουσιάσθη μὲ ὀπτασίαν εἰς τὸν Ἅβραμ, ὅταν ὁ Πατριάρχης ἦταν ξύπνιος, καὶ τοῦ εἶπε· «μὴ φοβῆσαι, œ Ἅβραμ· ἐγὼ θὰ εἶμαι ὁ ὑπερασπιστὴς καὶ ὁ προστάτης σου· ἡ ἀμοιβή, μὲ τὴν ὁποίαν θὰ σὲ βραβεύσω, θὰ εἶναι καταληκτικὰ μεγάλη».

Γεν. 15,2

λέγει δὲ Ἅβραμ· δέσποτα Κύριε, τί μοι δώσεις; ἐγὼ δὲ ἀπολύομαι ἄτεκνος· ὁ δὲ υἱὸς Μασὲκ τῆς οἰκογενοῦς μου, οὗτος Δαμασκὸς Ἐλιέζερ.

Κολιτσάρα

Εἶπε δὲ ὁ Ἅβραμ· «Δεσπότα Κύριε, τί θὰ μοῦ δώσῃς; Ἐγὼ ἔπειτα ἀπὸ ὀλίγον ἀποθνήσκω ἄτεκνος. Κληρονόμος μου θὰ εἶναι ὁ Ἐλιέζερ, ὁ καταγόμενος ἀπὸ τὴν Δαμασκόν, ὁ υἱὸς τῆς δούλης μου Μασέκ, ἡ ὁποία ἐγεννήθη εἰς τὸν οἶκον μου».

Τρεμπέλα

Εἰς τὴν βεβαίωσιν αὐτὴν τοῦ Θεοῦ ὁ Ἅβραμ ἀπάντησε· «Δεσπότα Κύριε, τὶ θὰ μοῦ δώσης; Τί νὰ κάμω τὴν μεγάλην ἀμοιβήν; Διότι νά· ἐγὼ ἔφθασα εἰς βαθὺ γῆρας καὶ τώρα προχωρῶ διὰ νὰ ἀποθάνω ἄτεκνος· κληρονόμος μου δὲ εἶναι ὁ Ἐλιέζερ, ποὺ κατάγεται ἀπὸ τὴν Δαμασκόν, ὁ ὁποῖος εἶναι υἱὸς τῆς δούλης μου Μασέκ, ποὺ ἐγεννήθη εἰς τὴν οἰκογένειάν μου (τὸ σπίτι μου)».

Γεν. 15,3

καὶ εἶπεν Ἅβραμ· ἐπειδὴ ἐμοὶ οὐκ ἔδωκας σπέρμα, ὁ δὲ οἰκογενής μου κληρονομήσει μοι.

Κολιτσάρα

Καὶ ἐπαναλαμβάνει ὁ Ἅβραμ πρὸς τὸν Θεόν· «ναί, Κύριε, ὁ δοῦλος μου ὁ γεννηθεὶς εἰς τὸν οἶκον μου, αὐτὸς θὰ μὲ κληρονομήσῃ, διότι εἰς ἐμὲ δὲν ἔδωσες τέκνον».

Τρεμπέλα

Καὶ εἶπε πάλιν ὁ Ἅβραμ πρὸς τὸν Θεόν· «ἐπειδὴ ἀκριβῶς δὲν ἔδωσες εἰς ἐμὲ ἀπόγονον, δι’ αὐτὸ θὰ μὲ κληρονομήσῃ ὁ δοῦλος μου Ἐλιέζερ, ὁ υἱὸς τῆς δούλης μου, ποὺ ἐγεννήθη εἰς τὸν οἶκόν μου».

Γεν. 15,4

καὶ εὐθὺς φωνὴ Κυρίου ἐγένετο πρὸς αὐτὸν λέγουσα· οὐ κληρονομήσει σε οὗτος, ἀλλ’ ὃς ἐξελεύσεται ἐκ σοῦ, οὗτος κληρονομήσει σε.

Κολιτσάρα

Ἀμέσως ἠκούσθη ἡ φωνὴ τοῦ Κυρίου λέγουσα πρὸς αὐτόν· «ὄχι! Δὲν θὰ σὲ κληρονομήσῃ αὐτός, ἀλλὰ θὰ σὲ κληρονομήσῃ ἐκεῖνος ποὺ θὰ γεννηθῇ ἀπὸ σένα».

Τρεμπέλα

Ἀλλ’ εὐθὺς ἀμέσως ἀκούσθηκε ἡ φωνὴ τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία ἀπηυθύνετο πρὸς αὐτὸν καὶ τοῦ ἔλεγεν· «ὄχι! δὲν πρόκειται νὰ σὲ κληρονομήσῃ αὐτός, ὁ δοῦλος σου Ἐλιέζερ· ἀλλὰ θὰ σὲ κληρονομήσῃ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ γεννηθῇ ἀπὸ σὲ τὸν ἴδιον».

Γεν. 15,5

ἐξήγαγε δὲ αὐτὸν ἔξω καὶ εἶπεν αὐτῷ· ἀνάβλεψον δὴ εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἀρίθμησον τοὺς ἀστέρας, εἰ δυνήσῃ ἐξαριθμῆσαι αὐτούς. καὶ εἶπεν· οὕτως ἔσται τὸ σπέρμα σου.

Κολιτσάρα

Ἔβγαλε δὲ ὁ Θεὸς τὸν Ἅβραμ ἔξω ἀπὸ τὴν σκηνὴν καὶ τοῦ εἶπε· «σήκωσε, λοιπόν, τὸ βλέμμα σου εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ μέτρησε τὰ ἀστέρια τοῦ οὐρανοῦ, ἐὰν ἠμπορῇς ποτὲ νὰ τὰ μετρήσῃς». Καὶ προσέθεσεν ὁ Θεός· «τόσον πολλοὶ θὰ εἶναι οἱ ἀπόγονοί σου».

Τρεμπέλα

Ἔπειτα ὁ Θεός, διὰ νὰ αὐξήσῃ τὸ μέγεθος τῆς ἐπαγγελίας, ὥστε ὁ Πατριάρχης νὰ ἀνακτήσῃ πλήρως τὸ θάρρος του, ὡδήγησε τὸν Ἅβραμ ἔξω ἀπὸ τὴν σκηνήν του καὶ τοῦ εἶπε: «Σήκωσε λοιπὸν ὑψηλὰ τὸ βλέμμα σου εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ μέτρησε τὰ ἄστρα τοῦ οὐρανοῦ, ἐὰν ἠμπορῇς ποτὲ νὰ τὰ ἀριθμήσῃς». Καὶ ἐπρόσθεσεν ὁ Κυριος· «τόσον πολλοί, τόσον ἀναρίθμητοι θὰ εἶναι οἱ ἀπόγονοί σου».

Γεν. 15,6

καὶ ἐπίστευσεν Ἅβραμ τῷ Θεῷ, καὶ ἐλογίσθη αὐτῷ εἰς δικαιοσύνην.

Κολιτσάρα

Ἐπίστευσεν ὁ Ἅβραμ ὑλοψύχως εἰς τὸν Θεὸν καὶ ἡ πίστις του αὐτὴ ἐθεωρήθη ὡς μεγάλη ἀρετὴ καὶ σύνολον ἀρετῶν.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Ἅβραμ ἐπίστευσεν ἀπολύτως, χωρὶς κανένα δισταγμὸν εἰς ὅ,τι τοῦ ὑπεσχέθη ὁ παντοδύναμος Θεὸς τῆς ἀληθείας καὶ ἡ πίστις αὐτὴ ἐλογαριάσθη εἰς αὐτὸν ὡσὰν μεγάλη ἀρετή, ὡς τὸ κεφάλαιον ὅλων τῶν ἀρετῶν, ὥστε ὁ Θεὸς νὰ τὸν δικαιώσῃ.

Γεν. 15,7

εἶπε δὲ πρὸς αὐτόν· ἐγὼ ὁ Θεὸς ὁ ἐξαγαγών σε ἐκ χώρας Χαλδαίων, ὥστε δοῦναί σοι τὴν γῆν ταύτην κληρονομῆσαι.

Κολιτσάρα

Εἶπεν ἀκόμη ὁ Θεὸς πρὸς τὸν Ἅβραμ· «ἐγώ σὲ ἔβγαλα ἀπὸ τὴν χώραν τῶν Χαλδαίων, διὰ νὰ δώσω εἰς σὲ καὶ εἰς τοὺς ἀπογόνους σου ὡς κληρονομίαν τὴν γῆν αὐτήν».

Τρεμπέλα

Ὁ δὲ Θεὸς εἶπεν εἰς τὸν Ἅβραμ· «ἐγὼ εἶμαι ὁ Θεός, ὁ ὁποῖος σὲ ἔβγαλα ἀπὸ τὴν πατρίδα σου, τὴν Οὒρ τῶν Χαλδαίων· ἐγὼ εἶμαι ὁ Θεός, ὁ ὁποῖος θὰ σοῦ δώσω ὡς κληρονομίαν τὴν χώραν αὐτήν».

Γεν. 15,8

εἶπε δέ, Δέσποτα Κύριε, κατὰ τί γνώσομαι ὅτι κληρονομήσω αὐτήν;

Κολιτσάρα

Εἶπε τότε ὁ Ἅβραμ· «Δέσποτα Κύριε, πῶς ἐγὼ θὰ πληροφορηθῶ σαφῶς καὶ θὰ ἐννοήσω ὅτι θὰ κληρονομήσω αὐτὴν τὴν χώραν;»

Τρεμπέλα

Ὁ Ἅβραμ, ὅχι διότι ἀπιστοῦσε, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐγήρασε καὶ ἀκόμη μετεκινεῖτο ἐδῶ καὶ ἐκεῖ, ἤθελε νὰ ἔχῃ κάποιο πειστικώτερον σημεΐον, ποὺ νὰ δυναμώσῃ περισσότερον τὴν πίστιν του. Διὰ τοῦτο εἰς τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ ἀπάντησε· «Δεσπότα Κύριε, πῶς θὰ γνωρίσω καὶ πῶς θὰ πληροφορηθῶ ὅτι θὰ κληρονομήσω τὴν χώραν αὐτήν;».

Γεν. 15,9

εἶπε δὲ αὐτῷ· λάβε μοι δάμαλιν τριετίζουσαν καὶ αἶγα τριετίζουσαν καὶ κριὸν τριετίζοντα καὶ τρυγόνα καὶ περιστεράν.

Κολιτσάρα

Εἶπε πρὸς αὐτὸν ὁ Θεός· «πάρε δι’ ἐμὲ μίαν δάμαλιν τριῶν ἐτῶν, αἶγα ἐπίσης τριῶν ἐτῶν καὶ κριὸν τριῶν ἐτῶν, ἀκόμη δὲ μίαν τρυγόνα καὶ μίαν περιστεράν».

Τρεμπέλα

Τότε ὁ ἀγαθὸς Θεός, φερόμενος μὲ συγκατάβασιν πρὸς τὸν δοῦλον του, τοῦ εἶπε· «πάρε δι’ ἐμὲ καὶ φέρε μίαν δάμαλιν τριῶν ἐτῶν καὶ μίαν αἶγα (γίδα) ἐπίσης τριῶν ἐτῶν καὶ κριάρι ὁμοίως τριῶν ἐτῶν, δηλαδὴ ζῶα ἄρτια, ὥριμα καὶ τελείως ἀνεπτυγμένα, καὶ ἕνα τρυγόνι καὶ ἕνα περιστέρι».

Γεν. 15,10

ἔλαβε δὲ αὐτῷ πάντα ταῦτα καὶ διεῖλεν αὐτὰ μέσα καὶ ἔθηκεν αὐτὰ ἀντιπρόσωπα ἀλλήλοις, τὰ δὲ ὄρνεα οὐ διεῖλε.

Κολιτσάρα

Ἐπῆρε ὁ Ἅβραμ ὅλα αὐτά, τὰ ἐδιχοτόμησε καὶ ἔθεσε τὰ τεμάχια τὰ μὲν ἀπέναντι τῶν δέ. Τὰ πτηνὰ ὅμως δὲν τὰ ἐδιχοτόμησε.

Τρεμπέλα

Ὁ Ἅβραμ ἐπῆρε τὰ τρία αὐτὰ ζῶα καὶ ἔκοψε τὸ καθένα εἰς δύο κομμάτια καὶ ἔβαλε τὰ κομμάτια τὸ ἕνα ἀπέναντι τοῦ ἄλλου. Τὰ δύο πτηνὰ ὅμως δὲν τὰ ἐμοίρασεν εἰς δύο κομμάτια.

Γεν. 15,11

κατέβη δὲ ὄρνεα ἐπὶ τὰ σώματα, ἐπὶ τὰ διχοτομήματα αὐτῶν, καὶ συνεκάθησεν αὐτοῖς Ἅβραμ.

Κολιτσάρα

Εἰς τὰ διχοτομημένα αὐτὰ σώματα τῶν ζώων ἐπέπεσαν μὲ ὁρμὴν ἁρπακτικὰ ὄρνεα καὶ ὁ Ἅβραμ ἐκάθησε κοντὰ εἰς τὰ διχοτομημένα ἐκεῖνα σώματα, διὰ νὰ διώχνῃ τὰ ὄρνεα.

Τρεμπέλα

Εἰς τὰ κομματιασμένα ζῶα ἐπέπεσαν τὰ ἁρπακτικὰ ὄρνεα, οἱ γύπες, ὁ Ἅβραμ ὅμως ἐκάθησε κοντὰ εἰς αὐτὰ διὰ νὰ διώχν·ῃ μακρυὰ τὰ ὄρνεα καὶ τοὺς γῦπες.

Γεν. 15,12

περὶ δὲ ἡλίου δυσμὰς ἔκστασις ἐπέπεσε τῷ Ἅβραμ, καὶ ἰδοὺ φόβος σκοτεινὸς μέγας ἐπιπίπτει αὐτῷ.

Κολιτσάρα

Κατὰ δὲ τὸ ἠλιοβασίλεμμα ἐβυθίσθη ὁ Ἅβραμ εἰς ἔκστασιν καὶ ἕνας σκοτεινὸς μεγάλος φόβος τὸν κατέλαβεν.

Τρεμπέλα

Καὶ κατὰ τὸ ἡλιοβασίλευμα ὁ Ἅβραμ ἔπεσεν εἰς ἔκστασιν· δηλαδὴ ἐνῷ οἱ σωματικές του δυνάμεις ἀδρανοῦσαν, ἡ ψυχή του ἦταν ἐλεύθερη, διατηροῦσε πλήρη αὐτοσυνειδησίαν καὶ ὁ Ἅβραμ εἶχε συνείδησιν τῶν ὅσων συνέβαιναν καὶ ὅσων τοῦ ἀπεκάλυπτε ὁ Θεός· ταυτοχρόνως τὸν ἐκυρίευσε μεγάλος καὶ σκοτεινὸς φόβος.

Γεν. 15,13

καὶ ἐρρέθη πρὸς Ἅβραμ· γινώσκων γνώσῃ ὅτι πάροικον ἔσται τὸ σπέρμα σου ἐν γῇ οὐκ ἰδίᾳ, καὶ δουλώσουσιν αὐτοὺς καὶ κακώσουσιν αὐτοὺς καὶ ταπεινώσουσιν αὐτοὺς τετρακόσια ἔτη.

Κολιτσάρα

Εἰς τοιαύτην ψυχολογικὴν κατάστασιν εὑρισκόμενος ἤκουσε τὸν Θεὸν νὰ τοῦ λέγῃ· «μάθε καὶ κατανόησε καλὰ ὅτι οἱ ἀπόγονοί σου ἐπὶ τετρακόσια ὁλόκληρα ἔτη θὰ ζήσουν ὡς ξένοι εἰς ξένην χώραν, οἱ κάτοικοι τῆς ὁποίας θὰ ἔχουν αὐτοὺς ὡς δούλους· θὰ τοὺς ταλαιπωρήσουν καὶ θὰ τοὺς ἐξευτελίσουν ἐπὶ τετρακόσια ἔτη.

Τρεμπέλα

Καὶ ἐνῷ ὁ Ἅβραμ ἐδοκίμασε κατάπληξιν καὶ ἐτάραξε τὴν σκέψιν του ὁ φόβος καὶ ἡ ἔκστασις, ποὺ τὸν ἐκυρίευσε, ἄκουσε φωνήν, ἡ ὁποία τοῦ ἔλεγε: Εἶπες, πῶς θὰ γνωρίσω; Καὶ ἠθέλησες να ἔχῃς κάποιαν σαφεστέραν ἀπόδειξιν διὰ τὸ πῶς πρόκειται νὰ κληρονομήσῃς τὴν χώραν αὐτήν; Νά, σοῦ δίδω τώρα ἀπόδειξιν· «μάθε λοιπὸν πολὺ καλά, ὅτι οἱ ἀπόγονοί σου θὰ ζήσουν ὡς προσωρινοὶ κάτοικοι εἰς ξένην χώραν, τῆς ὁποίας οἱ μόνιμοι κάτοικοι θὰ τοὺς ἔχουν ὡς δούλους, θὰ τοὺς κακομεταχειρισθοῦν καὶ θὰ τοὺς ἐξευτελίζουν ἐπὶ τετρακόσια χρόνια.

Γεν. 15,14

τὸ δὲ ἔθνος, ᾧ ἐὰν δουλεύσωσι, κρινῶ ἐγώ· μετὰ δὲ ταῦτα ἐξελεύσονται ὧδε μετὰ ἀποσκευῆς πολλῆς.

Κολιτσάρα

Τὸ δὲ ἔθνος, τὸ ὁποῖον θὰ μεταχειρισθῇ τοὺς ἀπογόνους σου ὡς δούλους, θὰ τὸ τιμωρήσω ἐγώ. Μετὰ δὲ τὰ τετρακόσια αὐτὰ χρόνια οἱ ἀπόγονοί σου θὰ ἐξέλθουν ἀπὸ τὴν χώραν ἐκείνην καὶ θὰ ἔλθουν ἐδῶ εἰς τὴν Χαναάν μὲ πολλὰ ἀγαθά, λαὸς πολύς.

Τρεμπέλα

Τὸ ἔθνος ὅμως, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ γίνουν οἱ ἀπόγονοί σου δοῦλοι, θὰ τὸ τιμωρήσω ἐγώ· ὕστερα δὲ ἀπὸ τὴν μακρὰν αὐτὴν δοκιμασίαν καὶ τὴν τιμωρίαν τοῦ ξένου ἔθνους οἱ ἀπόγονοί σου θὰ φύγουν ἀπὸ τὴν χώραν ἐκείνην καὶ θὰ ἐλθουν ἐδῶ εἰς τὴν Χαναὰν μὲ πολλὰ ὑπάρχοντα καὶ πολὺν πλοῦτον.

Γεν. 15,15

σὺ δὲ ἀπελεύσῃ πρὸς τοὺς πατέρας σου ἐν εἰρήνῃ, τραφεὶς ἐν γήρᾳ καλῷ.

Κολιτσάρα

Σὺ δὲ μὲ ἕνα εἰρηνικὸν θάνατον, ἀφοῦ πλέον θὰ ἔχεις φθάσει εἰς εὐτυχισμένα γεράματα, θὰ μεταβῇς εἰς τοὺς προπάτοράς σου εἰς τὴν αἰωνιότητα.

Τρεμπέλα

Σὺ δέ, ὅταν ἀποθάνῃς, θὰ μεταβῇς πρὸς τοὺς προπάτορές σου μὲ θάνατον εἰρηνικόν, ἀφοῦ φθάσῃς εἰς βαθεῖα καὶ εὐτυχισμένα γεράματα.

Γεν. 15,16

τετάρτῃ δὲ γενεᾷ ἀποστραφήσονται ὧδε· οὔπω γὰρ ἀναπεπλήρωνται αἱ ἁμαρτίαι τῶν Ἀμορραίων ἕως τοῦ νῦν.

Κολιτσάρα

Οἱ ἀπόγονοί σου θὰ ἐπιστρέψουν ἐδῶ ἀπὸ τὴν ξένην χώραν κατὰ τὴν τετάρτην γενεάν. Καὶ τοῦτο, διότι αἱ κακίαι τῶν Ἀμορραίων δὲν θὰ ἔχουν φθάσει ἐνωρίτερον εἰς τὸ ἀποκορύφωμά των, διὰ νὰ τιμωρηθοῦν αὐτοὶ ὅπως τοὺς πρέπει».

Τρεμπέλα

Οἱ ἀπόγονοί σου ὅμως, οἱ ὁποῖοι θὰ βγοῦν ἀπὸ τὴν ξένην χώραν τῆς δουλείας, θὰ ἔλθουν ἐδῶ διὰ νὰ κατακτήσουν τὴν γῆν τῆς Ἐπαγγελίας εἰς τὴν τετάρτην γενεάν. Δὲν θὰ ἐπιστρέψουν ἐνωρίτερα, διότι ἀκόμη δὲν θὰ ἔχουν συμπληρωθῇ οἱ κακίες καὶ οἱ ἁμαρτίες τῶν Ἀμορραίων, ὥστε νὰ τιμωρηθοῦν ὅπως τοὺς ἀξίζει».

Γεν. 15,17

ἐπεὶ δὲ ὁ ἥλιος ἐγένετο πρὸς δυσμάς, φλὸξ ἐγένετο, καὶ ἰδοὺ κλίβανος καπνιζόμενος καὶ λαμπάδες πυρός, αἳ διῆλθον ἀνὰ μέσον τῶν διχοτομημάτων τούτων.

Κολιτσάρα

Ὅταν δὲ ὁ ἥλιος ἔδυε, ἤναψε μιὰ φλὸξ καὶ ἰδοὺ ἐφάνη ἕνα καμίνι νὰ καπνίζῃ καὶ λαμπάδες πυρός, αἱ ὁποῖαι ἐπέρασαν ἀνάμεσα ἀπὸ τὰ διχοτομημένα σώματα τῶν ζώων.

Τρεμπέλα

Ἀφοῦ ὁ Θεὸς τὰ ἀνεκοίνωσεν ὅλα μὲ ἀκρίβειαν εἰς τὸν Πατριάρχην καὶ ὅταν πλέον ὁ ἥλιος ἐπήγαινε νὰ δύσῃ, ἄναψε μία φλόγα καὶ ἐφάνη ἕνα καμίνι, ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἔβγαινε καπνὸς πολὺς καὶ φωτεινὲς πύρινες λαμπάδες. Οἱ πύρινες λαμπάδες ἐπροχωροῦσαν καὶ ἐπέρασαν μέσα ἀπὸ τὰ σφαγμένα καὶ κομματιασμένα ζῶα. Τοῦτο ἐσήμαινε ὅτι ὁ Θεὸς ἐδέχθη τὴν θυσίαν τοῦ Ἅβραμ, ἐπεβεβαίωσε τὴν ἐπαγγελίαν καὶ ἐπεκύρωσε τὴν διαθήκην Τοῦ πρὸς τὸν Πατριάρχην.

Γεν. 15,18

ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ διέθετο Κύριος τῷ Ἅβραμ διαθήκην λέγων· τῷ σπέρματί σου δώσω τὴν γῆν ταύτην, ἀπὸ τοῦ ποταμοῦ Αἰγύπτου ἕως τοῦ ποταμοῦ τοῦ μεγάλου, ποταμοῦ Εὐφράτου,

Κολιτσάρα

Κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην ἔκαμε διαθήκην ὁ Θεὸς πρὸς τὸν Ἅβραμ καὶ τοῦ ἔδωσε τὴν ὑπόσχεσιν λέγων· «εἰς τοὺς ἀπογόνους σου θὰ δώσω τὴν χώραν αὐτὴν ἀπὸ τὸν ποταμὸν τῆς Αἰγύπτου ἕως τὸν μεγάλον ποταμὸν τῆς Μεσοποταμίας, τὸν Εὐφράτην.

Τρεμπέλα

Τότε κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην ὁ Κύριος ἔδωκεν εἰς τὸν Ἅβραμ τὴν ἀκόλουθον ὑπόσχεσιν: «Ὑπόσχομαι ὅτι εἰς τοὺς ἀπογόνους σου θὰ δώσω τὴν χώραν αὐτήν, ἡ ὁποία ἐκτείνεται ἀπὸ τὸν ποταμὸν τῆς Αἰγύπτου (ἀπὸ τὰ νοτιοδυτικὰ τοῦ Νείλου) μέχρι τὸν Εὐφράτην, τὸν μεγάλον ποταμὸν τῆς Μεσοποταμίας (βορειοδυτικὰ τῆς Μεσοποταμίας).

Γεν. 15,19

τοὺς Κεναίους καὶ τοὺς Κενεζαίους καὶ τοὺς Κεδμωναίους

Κολιτσάρα

Θὰ σᾶς δώσω ἐπίσης ὑπὸ τὴν ἐξουσίαν σας τοὺς Κεναίους, τοὺς Κενεζαίους, τοὺς Κεδμωναίους,

Τρεμπέλα

Ἐπίσης θὰ δώσω εἰς τοὺς ἀπογόνους σου ὡς ὑποχειρίους τοὺς λαούς, οἱ ὁποῖοι περικλείονται κὶς τὴν χώραν αὐτήν, δηλαδὴ τοὺς Κεναίους καὶ τοὺς Κενεζαίους καὶ τοὺς Κεδμωναίους

Γεν. 15,20

καὶ τοὺς Χετταίους καὶ τοὺς Φερεζαίους καὶ Ῥαφαεὶν καὶ τοὺς Ἀμορραίους καὶ τοὺς Χαναναίους καὶ τοὺς Εὐαίους καὶ τοὺς Γεργεσαίους καὶ τοὺς Ἰεβουσαίους.

Κολιτσάρα

τοὺς Χετταίους, τοὺς Φερεζαίους, τοὺς Ραφαείν, τοὺς Ἀμορραίους, τοὺς Χαναναίους, τοὺς Εὐαίους, τοὺς Γεργεσαίους καὶ τοὺς Ἰεβουσαίους».

Τρεμπέλα

καὶ τοὺς Χετταίους καὶ τοὺς Φερεζαίους καὶ τοὺς Ραφαεῖν καὶ τοὺς Ἀμορραίους καὶ τοὺς Χαναναίους καὶ τοὺς Εὐαίους καὶ τοὺς Γεργεσαίους καὶ τοὺς Ἰεβουσαίους».

Κεφάλαιο 16

Γεν. 16,1

Σάρα δὲ γυνὴ Ἅβραμ οὐκ ἔτικτεν αὐτῷ. ἦν δὲ αὐτῇ παιδίσκη Αἰγυπτία, ᾗ ὄνομα Ἄγαρ.

Κολιτσάρα

Ἡ Σάρα, ἡ σύζυγος τοῦ Ἅβραμ, δὲν ἐγεννοῦσε τέκνα. Εἰς τὴν ὑπηρεσίαν αὐτῆς εὑρίσκετο μία δούλη ἀπὸ τὴν Αἴγυπτον, ἡ ὁποία ὠνομάζετο Ἄγαρ.

Τρεμπέλα

Ἡ δὲ Σάρα, ἡ γυναῖκα του Ἅβραμ, δὲν τοῦ ἐγεννοῦσε παιδιά. Εἶχε δὲ ἡ Σάρα μίαν Αἰγυπτίαν δούλην, ἡ ὁποία ὠνομάζετο Ἄγαρ.

Γεν. 16,2

εἶπε δὲ Σάρα πρὸς Ἅβραμ· ἰδοὺ συνέκλεισέ με Κύριος τοῦ μὴ τίκτειν· εἴσελθε οὖν πρὸς τὴν παιδίσκην μου, ἵνα τεκνοποιήσωμαι ἐξ αὐτῆς. ὑπήκουσε δὲ Ἅβραμ τῆς φωνῆς Σάρας.

Κολιτσάρα

Εἶπε ἡ Σάρα πρὸς τὸν Ἅβραμ· «ἰδού, ὁ Κύριος μὲ ἔχει ἐμποδίσει νὰ συλλάβω καὶ γεννήσω τέκνον. Λοιπόν, πήγαινε εἰς τὴν δούλην μου, διὰ νὰ ἀποκτήσω, ἔστω καὶ ἀπὸ αὐτήν, ἕνα τέκνον». Ὑπήκουσεν ὁ Ἅβραμ εἰς τὸν λόγον αὐτὸν τῆς Σάρας.

Τρεμπέλα

Ἡ Σάρα κυριευμένη ἀπὸ λύπην διὰ τὴν ἀτεκνίαν της εἶπε πρὸς τὸν σύζυγόν της τὸν Ἅβραμ: «Νά· ὁ Θεὸς μὲ ἔκαμε ἀνίκανον πρὸς ἀπόκτησιν παιδιῶν· ἔλα λοιπὸν εἰς σαρκικὴν ἕνωσιν μὲ τὴν δούλην μου, ὥστε νὰ ἀποκτήσω παιδὶ διὰ μέσου αὐτῆς». Καὶ ὁ Ἅβραμ ἐπειθάρχησεν εἰς τὴν συμβουλὴν καὶ τὴν πρότασιν τῆς Σάρας.

Γεν. 16,3

καὶ λαβοῦσα Σάρα ἡ γυνὴ Ἅβραμ Ἄγαρ τὴν Αἰγυπτίαν τὴν ἑαυτῆς παιδίσκην, μετὰ δέκα ἔτη τοῦ οἰκῆσαι Ἅβραμ ἐν γῇ Χαναάν, ἔδωκεν αὐτὴν τῷ Ἅβραμ ἀνδρὶ αὐτῆς αὐτῷ γυναῖκα.

Κολιτσάρα

Ἡ Σάρα, ἡ γυνὴ τοῦ Ἅβραμ, ἔλαβε τὴν Ἄγαρ τὴν Αἰγυπτίαν δούλην της, δέκα ἔτη μετὰ τὴν ἔλευσιν τοῦ Ἅβραμ εἰς τὴν Χαναὰν καὶ ἔδωσεν ἐκείνην εἰς αὐτὸν ὡς γυναῖκα.

Τρεμπέλα

Καὶ ἡ Σάρα, ἡ γυναῖκα τοῦ Ἅβραμ, ἀφοῦ ἐπῆρε τὴν Ἄγαρ, τὴν Αἰγυπτίαν δούλην της, δέκα χρόνια μετὰ τὴν ἐγκατάστασιν τοῦ Ἅβραμ εἰς τὴν Χαναάν, τὴν ἔδωκεν ὡς γυναῖκα εἰς τὸν Ἅβραμ, τὸν σύζυγόν της.

Γεν. 16,4

καὶ εἰσῆλθε πρὸς Ἄγαρ, καὶ συνέλαβε. καὶ εἶδεν ὅτι ἐν γαστρὶ ἔχει, καὶ ἠτιμάσθη ἡ κυρία ἐναντίον αὐτῆς.

Κολιτσάρα

Ὁ Ἅβραμ ἔλαβε τὴν Ἄγαρ, ἡ ὁποία καὶ κατέστη κατόπιν ἔγκυος. Ὅταν ἡ Ἄγαρ εἶδεν ὅτι εἶναι ἔγκυος, ὑπερηφανεύθη, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἀπετέλεσε περιφρόνησιν διὰ τὴν κυρίαν της τὴν Σάραν.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Ἅβραμ ἦλθεν εἰς σαρκικὴν ἕνωσιν μὲ τὴν Ἄγαρ, ἡ ὁποῖα καὶ συνέλαβεν. Ὅταν ἡ δούλη Ἄγαρ διεπίστωσεν, ὅτι εἶναι ἔγκυος, ὑπερηφανεύθη καὶ ἔβλεπε μὲ περιφρονήσιν τὴν Σάραν, τὴν κυρίαν της.

Γεν. 16,5

εἶπε δὲ Σάρα πρὸς Ἅβραμ· ἀδικοῦμαι ἐκ σοῦ· ἐγὼ δέδωκα τὴν παιδίσκην μου εἰς τὸν κόλπον σου, ἰδοῦσα δὲ ὅτι ἐν γαστρὶ ἔχει, ἠτιμάσθην ἐναντίον αὐτῆς· κρίναι ὁ Θεὸς ἀνὰ μέσον ἐμοῦ καὶ σοῦ.

Κολιτσάρα

Εἶπε τότε ἡ Σάρα πρὸς τὸν Ἅβραμ· «ἀδικοῦμαι ἀπὸ σέ· ἐγὼ σοῦ ἔδωσα τὴν δούλην μου εἰς τὴν ἀγκάλην σου. Ἐκείνη δέ, ὅταν εἶδεν ὅτι εἶναι ἔγκυος, ὑπερηφανεύθη ἐναντίον μου καὶ μὲ περιεφρόνησε. Ὁ Θεὸς ἂς κρίνῃ μεταξὺ ἐμοῦ καὶ σοῦ, διότι φαίνεται ὅτι σὺ ἀνέχεσαι αὐτὴν τὴν διαγωγήν της».

Τρεμπέλα

Ὅταν ἡ Σάρα εἶδε τὴν συμπεριφορὰν αὐτὴν τῆς Ἄγαρ, εἶπε πρὸς τὸν Ἅβραμ: «Ἀδικοῦμαι ἐξ ἀφορμῆς ἰδικῆς σου» (σὺ εἶσαι ὑπεύθυνος διὰ τὴν αὐθάδειάν της· ἐφάνης ἀπέναντί της ἐλαστικὸς καὶ αὐτὴ τὸ ’πῆρε ἐπάνω της). «Ἐγὼ σοῦ ἔδωκα τὴν δούλην μου εἰς τὴν ἀγκάλην σου· αὐτὴ ὅμως, ὅταν διεπίστωσε ὅτι εἶναι ἔγκυος, ὑπερηφανεύθη καὶ μὲ ἐπεριφρόνησε· ἂς κρίνῃ ὁ Θεὸς μεταξὺ ἐμοῦ καὶ σοῦ ποῖος ἔχει τὸ δίκαιον. Τὸ ἀδίκημα, ποὺ μοῦ ἔκαμες, ἀνεχόμενος τὴν ὑβριστικὴν συμπεριφορὰν τῆς Ἄγαρ πρὸς ἑμέ, ἀπὸ τὸν Θεὸν να τὸ εὕρῃς».

Γεν. 16,6

εἶπε δὲ Ἅβραμ πρὸς Σάραν· ἰδοὺ ἡ παιδίσκη σου ἐν ταῖς χερσί σου· χρῶ αὐτῇ ὡς ἂν σοι ἀρεστὸν ᾖ. καὶ ἐκάκωσεν αὐτὴν Σάρα, καὶ ἀπέδρα ἀπὸ προσώπου αὐτῆς.

Κολιτσάρα

Ὁ Ἅβραμ εἶπε τότε πρὸς τὴν Σάραν· «ἡ δούλη σου εἶναι εἰς τὰ χέρια σου. Τὴν ἀφήνω εἰς τὴν διάθεσίν σου. Μεταχειρίσου την, ὅπως σοῦ ἀρέσει». Ἡ Σάρα ἐταλαιπώρησε τότε καὶ ἐβασάνισε τὴν Ἄγαρ, ἡ ὁποία καὶ ἐδραπέτευσεν ἀπὸ τὴν σκληρὰν κυρίαν της.

Τρεμπέλα

Ἀλλ’ ὁ Ἅβραμ ἀπάντησε μὲ πραότητα καὶ συγκατάβασην πρὸς τὴν παραπονουμένη Σάραν καὶ τῆς εἶπε· «νά, ἡ δούλη σου εἶναι εἰς τὰ χέρια σου· κανεὶς δὲν σοῦ ἐστέρησε τὴν ἐξουσίαν, ποὺ ἔχεις ἐπάνω της· μεταχειρίσου την ὅπως σοῦ ἀρέσει· δεν ἐπεμβαίνω εἰς τὸ νοικοκυριὸ καὶ εἰς τὸ σπίτι σου». Καὶ ἡ Σάρα ἐκακομεταχειρίσθη τὴν Ἄγαρ καὶ τῆς ἐφέρθη μὲ αὐστηρότητα. Αὐτὴ δέ, ἐπειδὴ ἐτιμωρήθη διὰ τὴν αὐθάδειάν της, ἔφυγε κρυφὰ ἀπὸ τὴν Σάραν καὶ τὴν σκηνὴν τοῦ Ἅβραμ.

Γεν. 16,7

Εὗρε δὲ αὐτὴν ἄγγελος Κυρίου ἐπὶ τῆς πηγῆς τοῦ ὕδατος ἐν τῇ ἐρήμῳ, ἐπὶ τῆς πηγῆς ἐν τῇ ὁδῷ Σούρ.

Κολιτσάρα

Ἄγγελος ὅμως Κυρίου εὗρε τὴν Ἄγαρ περιπλανωμένην εἰς τὴν ἔρημον, πλησίον κάποιας πηγῆς ποὺ εὑρίσκετο εἰς τὴν ὁδὸν τὴν ὁδηγοῦσαν πρὸς τὴν ἔρημον Σούρ,

Τρεμπέλα

Ἕνας ἄγγελος δὲ τοῦ Κυρίου εὑρῆκε τὴν Ἄγαρ νὰ πλανᾶται εἰς τὴν ἔρημον κοντὰ εἰς κάποιαν πηγήν, ἡ ὁποία εὑρίσκετο εἰς τὸν δρόμον πρὸς τὴν ἔρημον Σούρ (βορειοανατολικὰ σύνορα τῆς Αἰγύπτου).

Γεν. 16,8

καὶ εἶπεν αὐτῇ ὁ ἄγγελος Κυρίου. Ἄγαρ, παιδίσκη Σάρας, πόθεν ἔρχῃ καὶ ποῦ πορεύῃ; καὶ εἶπεν· ἀπὸ προσώπου Σάρας τῆς κυρίας μου ἐγὼ ἀποδιδράσκω.

Κολιτσάρα

καὶ εἶπε πρὸς αὐτὴν ὁ ἄγγελος τοῦ Κυρίου· «Ἄγαρ, δούλη τῆς Σάρας, ἀπὸ ποὺ ἔρχεσαι καὶ ποῦ πηγαίνεις;» Ἐκείνη ἀπήντησε· «ἐδραπέτευσα ἀπὸ τὴν κυρίαν μου τὴν Σάραν».

Τρεμπέλα

Καὶ εἶπε πρὸς αὐτὴν ὁ ἄγγελος τοῦ Κυρίου· «Ἄγαρ, δούλη τῆς Σάρας, ἀπὸ ποὺ ἔφυγες, ἀπὸ ποὺ ἔρχεσαι καὶ ποὺ πηγαίνεις;» Ἡ Ἄγαρ ταπεινωμένη ἀπάντησε· Ἔφυγα κρυφά, ἐδραπέτευσα ἀπὸ τὴν Σάραν, τὴν κυρίαν μου».

Γεν. 16,9

εἶπε δὲ αὐτῇ ὁ ἄγγελος Κυρίου· ἀποστράφηθι πρὸς τὴν κυρίαν σου καὶ ταπεινώθητι ὑπὸ τὰς χεῖρας αὐτῆς.

Κολιτσάρα

Εἶπε πρὸς αὐτὴν ὁ ἄγγελος τοῦ Κυρίου· «νὰ ἐπιστρέψῃς εἰς τὴν κυρίαν σου, νὰ ταπεινωθῇς καὶ νὰ ὑποταχθῇς εἰς τὴν ἐξουσίαν της».

Τρεμπέλα

Εἶπε δὲ πρὸς αὐτὴν ὁ ἄγγελος τοῦ Κυρίου· «γύρισε πίσω κοντὰ εἰς τὴν κυρίαν σου καὶ ταπεινώσου κάτω ἀπὸ τὴν ἐξουσίαν της· νὰ ὑποταχθῇς μὲ εὐγνωμοσύνην εἰς αὐτήν, διὰ τὴν τιμὴν ποὺ σοῦ ἔκαμε, διότι αὐτὸ εἶναι τὸ συμφέρον σου».

Γεν. 16,10

καὶ εἶπεν αὐτῇ ὁ ἄγγελος Κυρίου· πληθύνων πληθυνῶ τὸ σπέρμα σου, καὶ οὐκ ἀριθμηθήσεται ὑπὸ τοῦ πλήθους.

Κολιτσάρα

Καὶ προσέθεσεν ὁ ἄγγελος· «θὰ πληθύνω πολὺ τοὺς ἀπογόνους σου, τόσον πολὺ ὥστε λὸγῳ τοῦ πλήθους των νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν νὰ καταμετρηθοῦν.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ ἄγγελος τοῦ Κυρίου τῆς ἐπρόσθεσεν ἀκόμη· «θὰ πληθύνω πάρα πολὺ τοὺς ἀπογόνους σου τόσον, ὥστε λόγῳ τοῦ πλήθους νὰ μὴ ἠμποροῦν νὰ ἀριθμηθοῦν».

Γεν. 16,11

καὶ εἶπεν αὐτῇ ὁ ἄγγελος Κυρίου· ἰδού, σὺ ἐν γαστρὶ ἔχεις καὶ τέξῃ υἱὸν καὶ καλέσεις τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰσμαήλ, ὅτι ἐπήκουσε Κύριος τῇ ταπεινώσει σου.

Κολιτσάρα

Σὺ εἶσαι τώρα ἔγκυος, θὰ γεννήσῃς τέκνον καὶ θὰ τὸ ὀνομάσῃς Ἰσμαήλ, διότι Κύριος ὁ Θεὸς ἤκουσε τὴν δέησίν σου καὶ διετέθη εὐμενῶς διὰ σὲ ἐξ αἰτίας τῆς θλίψεώς σου αὐτῆς.

Τρεμπέλα

Καὶ συνεπλήρωσεν ἀκόμη ὁ ἄγγελος τοῦ Κυρίου· «νά, τώρα εἶσαι ἔγκυος· θὰ γεννήσῃς υἱὸν καὶ θὰ τὸν ὀνομάσῃς Ἰσμαήλ (ποὺ σημαίνει, ὁ Θεὸς ἀκούει), διότι ὁ Κύριος σὲ ἄκουσε καὶ διετέθη μὲ εὐμένειαν ἀπέναντί σου ἕνεκα τῆς συμφορᾶς, τῆς θλίψεως καὶ τῆς ταλαιπωρίας σου.

Γεν. 16,12

οὗτος ἔσται ἄγροικος ἄνθρωπος αἱ χεῖρες αὐτοῦ ἐπὶ πάντας, καὶ αἱ χεῖρες πάντων ἐπ’ αὐτόν, καὶ κατὰ πρόσωπον πάντων τῶν ἀδελφῶν αὐτοῦ κατοικήσει.

Κολιτσάρα

Αὐτὸς δὲ ὁ υἱός σου θὰ εἶναι ἄνθρωπος τῆς ὑπαίθρου, τραχύς· θὰ στρέφεται ἐναντίον ὅλων καὶ ὅλοι θὰ στρέφωνται ἐναντίον αὐτοῦ. Αὐτὸς καὶ οἱ ἀπόγονοί του θὰ κατοικήσουν ἀπέναντι ὅλων τῶν συγγενῶν των».

Τρεμπέλα

Ὁ υἱός σου αὐτός, τὸν ὁποῖον θὰ γεννήσῃς, θὰ εἶναι ἄνθρωπος τῆς ὑπαίθρου, τραχύς, φιλόνεικος, τόσον δυνατός, ὥστε ἔνεκα καὶ τοῦ ἀνυποτάκτου χαρακτῆρος του θὰ στρέφεται συνεχῶς ἐναντίον ὅλων καὶ θὰ τοὺς ἐνοχλῇ καὶ ὅλοι θὰ στρέφωνται ἐναντίον του καὶ θὰ τὸν ἐνοχλοῦν. Οἱ ἀπόγονοί του θὰ κατοικήσουν εἰς τὰ ἀνατολικὰ τῶν ἀδελφῶν τοὺς Ἰσραηλιτῶν (ἀπογόνων τοῦ Ἅβραμ ἀπὸ τὸν γνήσιον υἱόν του, τὸν Ἰσαάκ)».

Γεν. 16,13

καὶ ἐκάλεσεν Ἄγαρ τὸ ὄνομα Κυρίου τοῦ λαλοῦντος πρὸς αὐτήν· σὺ ὁ Θεὸς ὁ ἐπιδών με, ὅτι εἶπε· καὶ γὰρ ἐνώπιον εἶδον ὀφθέντα μοι.

Κολιτσάρα

Ἡ Ἄγαρ ἐπεκαλέσθη τότε μὲ σεβασμὸν καὶ εὐγνομοσύνην τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου, ὁ ὁποῖος ὡμίλει πρὸς αὐτήν, καὶ εἶπε· «σὺ εἶσαι ὁ Θεός, ὁ ὁποῖος ἔρριψες βλέμμα στοργῆς πρὸς ἐμὲ τὴν ταλαίπωρον». Καὶ ὡμολόγησεν ἡ Ἄγαρ· «πράγματι εἶδον ἐνώπιόν μου νὰ φανερώνεται ὁ Θεός»!

Τρεμπέλα

Ἡ Ἄγαρ γεμάτη εὐγνωμοσύνην διὰ τὰ ὅσα ἄκουσεν, ἐπεκαλέσθη τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου, ὁ ὁποῖος τῆς ἐμιλοῦσε, καὶ εἶπε: «Σὺ εἶσαι ὁ Θεός, ὁ ὁποῖος ἔρριψες εὐσπλαγχνικὸν βλέμμα πρὸς ἐμὲ τὴν δυστυχιαμένην». Καὶ ἡ Ἄγαρ ὡμολόγησε καὶ εἶπε· «πράγματι, εἶδα ἐμπρός μου τὸν Κύριον, ὁ ὁποῖος παρουσιάσθη εἰς ἐμέ».

Γεν. 16,14

ἕνεκεν τούτου ἐκάλεσε τὸ φρέαρ Φρέαρ οὗ ἐνώπιον εἶδον· ἰδοὺ ἀνὰ μέσον Κάδης καὶ ἀνὰ μέσον Βαράδ.

Κολιτσάρα

Ἐξ αἰτίας τοῦ μεγάλου τούτου γεγονότος ὠνόμασε τὸ φρέαρ ἐκεῖνο «φρέαρ ὅπου εἶδον ἐνώπιόν μου τὸν Θεόν». Τοῦτο εὑρίσκεται μεταξὺ Κάδης καὶ Βαράδ.

Τρεμπέλα

Διὰ τοῦτο, εὐχαριστοῦσα τὸν εὐεργέτην της Θεόν, ὠνόμασε τὸ πηγάδι, εἰς τὸ ὁποῖον συνήντησε τὸν ἄγγελον, «πηγάδι ὅπου εἶδα τὸν Κύριον». Τὸ πηγάδι τοῦτο εὑρίσκεται μεταξὺ Κάδης καὶ Βαράδ (εἰς τὰ βορειοανατολικὰ τοῦ Σινᾶ).

Γεν. 16,15

Καὶ ἔτεκεν Ἄγαρ τῷ Ἅβραμ υἱόν, καὶ ἐκάλεσεν Ἅβραμ τὸ ὄνομα τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ, ὃν ἔτεκεν αὐτῷ Ἄγαρ, Ἰσμαήλ.

Κολιτσάρα

Ἡ Ἄγαρ ἐγέννησε πράγματι, ὑστέρα ἀπὸ ὀλίγον, τέκνον εἰς τὸν Ἅβραμ. Ὁ δὲ Ἅβραμ ὠνόμασε τὸ παιδί του, τὸ ὁποῖον τοῦ ἐγέννησεν ἡ Ἄγαρ, μὲ τὸ ὄνομα Ἰσμαήλ.

Τρεμπέλα

Καὶ ὅταν ἦλθεν ὁ ὡρισμένος καιρός, ἡ Ἄγαρ ἐγέννησεν εἰς τὸν Ἅβραμ υἱὸν καὶ ὁ Ἅβραμ ἔδωκεν εἰς τὸν υἱόν του, τὸν ὁποῖον τοῦ ἐγέννησεν ἡ Ἄγαρ, τὸ ὄνομα Ἰσμαήλ.

Γεν. 16,16

Ἅβραμ δὲ ἦν ἐτῶν ὀγδοηκονταέξ, ἡνίκα ἔτεκεν Ἄγαρ τῷ Ἅβραμ τὸν Ἰσμαήλ.

Κολιτσάρα

Ἦτο δὲ τότε ὁ Ἅβραμ, ὅταν ἐγέννησεν εἰς αὐτὸν ἡ Ἄγαρ τὸν Ἰσμαήλ, ἐτῶν ὀγδοήκοντα ἕξ.

Τρεμπέλα

Ὁ δὲ Ἅβραμ ἦταν ὄγδοντα ἕξι ἔτων, ὅταν ἡ Ἄγαρ ἐγέννησεν εἰς αὐτὸν τὸν Ἰσμαήλ.

Κεφάλαιο 17

Γεν. 17,1

Ἐγένετο δὲ Ἅβραμ ἐτῶν ἐνενηκονταεννέα, καὶ ὤφθη Κύριος τῷ Ἅβραμ καὶ εἶπεν αὐτῷ· ἐγώ εἰμι ὁ Θεός σου· εὐαρέστει ἐνώπιον ἐμοῦ καὶ γίνου ἄμεμπτος,

Κολιτσάρα

Ὅταν ὁ Ἅβραμ ἔφθασεν εἰς ἡλικίαν ἐνενήκοντα ἐννέα ἐτῶν, παρουσιάσθη ὁ Κύριος εἰς αὐτὸν καὶ τοῦ εἶπεν· «ἐγὼ εἶμαι, ὁ Θεός σου· γίνε εὐάρεστος ἐνώπιόν μου, ἀνεπίληπτος καὶ ἐνάρετος·

Τρεμπέλα

Ὁ Ἅβραμ ἔγινε ἐνενῆντα ἐννέα ἐτῶν. Τότε παρουσιάσθη πάλιν ὁ Θεὸς εἰς αὐτόν, δηλαδὴ τὸν ἀξίωσε τῆς ἐπισκέψεώς του, καὶ τοῦ εἶπεν: «Ἐγὼ εἶμαι ὁ Θεός σου· γίνου εὐάρεστος ἐνώπιόν μου καὶ ἄμεμπτος· δίκαιος, ἐνάρετος, εὐθὺς καὶ εἰλικρινής,

Γεν. 17,2

καὶ θήσομαι τὴν διαθήκην μου ἀνὰ μέσον ἐμοῦ καὶ ἀνὰ μέσον σοῦ καὶ πληθυνῶ σε σφόδρα.

Κολιτσάρα

καὶ θὰ συνάψω τὴν διαθήκην μου μεταξὺ ἐμοῦ καὶ σοῦ καὶ θὰ πληθύνω τοὺς ἀπογόνους σου πάρα πολύ».

Τρεμπέλα

καὶ ἐγὼ δὲν θὰ παραβλέψω τοὺς ἱδρῶτες τῆς τόσον μεγάλης ἀρετῆς σου, ἀλλὰ θὰ συνάψω καὶ θὰ ὑπογράψω διαθήκην μεταξὺ ἐμοῦ καὶ σοῦ καὶ θὰ σὲ πληθύνω πάρα πολύ».

Γεν. 17,3

καὶ ἔπεσεν Ἅβραμ ἐπὶ πρόσωπον αὐτοῦ, καὶ ἐλάλησεν αὐτῷ ὁ Θεὸς λέγων·

Κολιτσάρα

Γεμᾶτος ἱερὸν δέος καὶ εὐγνωμοσύνην ὁ Ἅβραμ ἔπεσε πρηνὴς ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος ὡμίλησε πάλιν καὶ τοῦ εἶπεν·

Τρεμπέλα

Ὁ Ἅβραμ, ὅταν ἄκουσε τὴν θείαν αὐτὴν ὑπόσχεσιν, γεμᾶτος εὐγνωμοσύνην καὶ ἅγιον φόβον πρὸς τὸν φιλάνθρωπον Κύριον, ὁ ὁποῖος συγκατέβη τόσον πολύ, ἐταπεινώθη περισσότερον ἐνώπιον το Θεοῦ καὶ ἔπεσε μὲ τὸ πρόσωπον κατὰ γῆς. Καὶ ὁ Θεὸς ἐμίλησε καὶ το εἶπε:

Γεν. 17,4

καὶ ἐγὼ ἰδοὺ ἡ διαθήκη μου μετὰ σοῦ, καὶ ἔσῃ πατὴρ πλήθους ἐθνῶν,

Κολιτσάρα

«Ἰδοὺ ἡ συμφωνία καὶ ἡ ὑπόσχεσίς μου πρὸς σέ· θὰ γίνῃς γενάρχης πολυαρίθμων ἐθνῶν.

Τρεμπέλα

«Νά, ἡ διαθήκη καὶ ἡ ὑπόσχεσίς μου πρὸς σέ· θὰ γίνῃς γενάρχης καὶ πρόγονος πολλῶν ἐθνῶν.

Γεν. 17,5

καὶ οὐ κληθήσεται ἔτι τὸ ὄνομά σου Ἅβραμ, ἀλλ’ ἔσται τὸ ὄνομά σου Ἁβραάμ, ὅτι πατέρα πολλῶν ἐθνῶν τέθεικά σε.

Κολιτσάρα

Τὸ ὄνομά σου δὲν θὰ εἶναι πλέον Ἅβραμ, ἀλλὰ θὰ ὀνομάζεσαι Ἁβραάμ, διότι σὲ ἔχω προορίσει ὡς πρόγονον καὶ πατριάρχην πολλῶν λαῶν.

Τρεμπέλα

Καὶ τὸ ὄνομά σου δὲν θὰ εἶναι ὅπως μέχρι τώρα Ἅβραμ» (τὸ ὁποῖον σημαίνει πατέρας μεγάλος ἢ ὑψηλός· ἢ περάτης, διότι ἐπέρασες ἀπὸ τὴν Μεσοποταμίαν εἰς τὴν Χαναάν)· «Ἀπὸ τώρα καὶ εἰς τὸ ἑξῆς θὰ ὀνομζεσαι Ἁβραὰμ (πατέρας λαῶν), διότι σὲ κατέστησα πατριάρχην καὶ σὲ ὥρισα γενάρχην πολλῶν ἐθνῶν.

Γεν. 17,6

καὶ αὐξανῶ σε σφόδρα σφόδρα καὶ θήσω σε εἰς ἔθνη, καὶ βασιλεῖς ἐκ σοῦ ἐξελεύσονται.

Κολιτσάρα

Θὰ σὲ αὐξήσω πολύ, πάρα πολύ, θὰ σὲ ἀναδείξω πρόγονον πολλῶν ἐθνῶν καὶ βασιλεῖς θὰ προέλθουν ἀπὸ σέ.

Τρεμπέλα

Θὰ σὲ αὐξήσω ὑπερβολικά· ἀπὸ τοὺς ἀπογόνους σου θὰ προέλθουν ἔθνη πολλά, ἀκόμη καὶ βασιλεῖς θὰ γεννηθοῦν ἀπὸ σέ.

Γεν. 17,7

καὶ στήσω τὴν διαθήκην μου ἀνὰ μέσον σοῦ καὶ ἀνὰ μέσον τοῦ σπέρματός σου μετὰ σέ, εἰς τὰς γενεὰς αὐτῶν, εἰς διαθήκην αἰώνιον, εἶναί σου Θεὸς καὶ τοῦ σπέρματός σου μετὰ σέ.

Κολιτσάρα

Καὶ θὰ στήσω ἔγκυρον καὶ ἀκατάλυτον τὴν συμφωνίαν καὶ τὴν ὑπόσχεσίν μου αὐτὴν καὶ εἰς τοὺς ἀπογόνους σου ἔπειτα ἀπὸ σὲ εἰς ὅλας τὰς γενεὰς αὐτῶν· ὑπόσχεσιν παντοτεινὴν καὶ ἀνέκκλητον ὅτι θὰ εἶμαι ἰδικός σου Θεὸς καὶ Θεὸς τῶν ἔπειτα ἀπὸ σὲ ἀπογόνων σου.

Τρεμπέλα

Θὰ πραγματοποιήσω καὶ θὰ τηρήσω τὴν ὑπόσχεσίν μου αὐτὴν πρὸς σὲ καὶ τοὺς ἀπογόνους σου, οἱ ὁποῖοι θὰ ἀκολουθήσουν μετὰ ἀπὸ σέ, εἰς ὅλες τὶς γενεές. Σοῦ δίδω ὑπόσχεσιν αἰώνιον, παντοτινήν, ὑπόσχεσιν, ἡ ὁποία δὲν ἠμπορεῖ ποτὲ νὰ χάσῃ τὴν δύναμιν καὶ τὸ κῦρος της, ὅτι θὰ εἶμαι Θεὸς ἰδικός σου καὶ Θεὸς τῶν ἀπογόνων σου, οἱ ὁποῖοι θὰ ἀκολουθήσουν μετὰ ἀπὸ σέ.

Γεν. 17,8

καὶ δώσω σοι καὶ τῷ σπέρματί σου μετὰ σὲ τὴν γῆν, ἣν παροικεῖς, πᾶσαν τὴν γῆν Χαναάν, εἰς κατάσχεσιν αἰώνιον καὶ ἔσομαι αὐτοῖς εἰς Θεόν.

Κολιτσάρα

Καὶ θὰ δώσω εἰς σὲ καὶ, ἔπειτα ἀπὸ σὲ εἰς τοὺς ἀπογόνους σου ὡς αἰωνίαν ἰδιοκτησίαν ὅλην αὐτὴν τὴν γῆν Χαναάν, εἰς τὴν ὁποίαν τώρα κατοικεῖς ὡς ξένος· καὶ θὰ εἶμαι εἰς τοὺς ἀπογόνους σου ὁ Θεός των».

Τρεμπέλα

Καὶ θὰ δώσω εἰς σὲ καὶ εἰς τοὺς ἀπογόνους σου, οἱ ὁποῖοι θὰ ἀκολουθήσουν μετὰ ἀπὸ σέ, ὁλόκληρον τὴν χώραν Χαναάν, εἰς τὴν ὁποίαν τώρα διαμένεις ὡς προσωρινὸς κάτοικος, ὡς μετανάστης· θὰ δώσω τὴν χώραν αὐτήν, ὥστε νὰ τὴν κατέχουν αἰωνίως οἱ ἀπόγονοι σου. Καὶ θὰ εἶμαι Θεὸς ἰδικός των, ὁποῖος θὰ τοὺς φροντίζῃ καὶ θὰ τοὺς βοηθῇ πάντοτε».

Γεν. 17,9

καὶ εἶπεν ὁ Θεὸς πρὸς Ἁβραάμ· σὺ δὲ τὴν διαθήκην μου διατηρήσεις, σὺ καὶ τὸ σπέρμα σου μετὰ σὲ εἰς τὰς γενεὰς αὐτῶν.

Κολιτσάρα

Εἶπε δὲ ἀκόμη ὁ Θεὸς πρὸς τὸν Ἁβραάμ· «σὺ θὰ φυλάξῃς τὴν διαθήκην μου αὐτήν, σὺ καὶ οἱ ἀπόγονοί σου εἰς ὅλας τὰς γενεάς των.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Θεὸς εἶπεν εἰς τὸν Ἀβραάμ: «Σὺ δὲ νὰ κρατήσῃς καὶ νὰ φυλάξῃς τὴν διαθήκην μου, σὺ καὶ οἱ ἀπόγονοι, οἱ ὁποῖοι θὰ ἀκολουθήσουν μετὰ ἀπὸ σὲ εἰς ὅλες τὶς γενεές των.

Γεν. 17,10

καὶ αὕτη ἡ διαθήκη, ἣν διατηρήσεις, ἀνὰ μέσον ἐμοῦ καὶ ὑμῶν καὶ ἀνὰ μέσον τοῦ σπέρματός σου μετὰ σὲ εἰς τὰς γενεὰς αὐτῶν· περιτμηθήσεται ὑμῶν πᾶν ἀρσενικόν,

Κολιτσάρα

Σημεῖον δὲ καὶ ἐξωτερικὸν γνώρισμα τῆς συμφωνίας μεταξὺ ἐμοῦ καὶ ὑμῶν καὶ τῶν ἀπογόνων σου ἔπειτα ἀπὸ σέ, εἰς ὅλας τὰς γενεὰς αὐτῶν ὅτι θὰ τηρήσετε τὴν διαθήκην μου εἶναι τοῦτο· Ἀπὸ τώρα καὶ εἰς τὸ ἑξῆς θὰ περιτέμνεται κάθε ἀρσενικὸν τέκνον σας.

Τρεμπέλα

Ὡς ἐξωτερικὸν δὲ γνώρισμα τῆς συμφωνίας, τὴν ὁποίαν θὰ διατηρήσῃς μεταξὺ ἐμοῦ καὶ ὅλων σας καὶ μεταξὺ τῶν ἀπογόνων σου, οἱ ὁποῖοι θὰ ἀκολουθήσουν μετὰ ἀπὸ σὲ εἰς ὅλες τὶς γενεές των, εἶναι τοῦτο: Κάθε ἀρσενικὸν παιδὶ τῆς οἰκογενείας σας θὰ περιτέμνεται·

Γεν. 17,11

καὶ περιτμηθήσεσθε τὴν σάρκα τῆς ἀκροβυστίας ὑμῶν, καὶ ἔσται εἰς σημεῖον διαθήκης ἀνὰ μέσον ἐμοῦ καὶ ὑμῶν.

Κολιτσάρα

Θὰ περικόψετε τὴν σαρκίνην ἀκροβυστίαν σας· καὶ τοῦτο θὰ εἶναι σημεῖον τῆς συμφωνίας μας μεταξὺ ἐμοῦ καὶ ὑμῶν.

Τρεμπέλα

θὰ περικόψετε τὴν σαρκίνην ἀκροβυστίαν σας· αὐτὸ θὰ εἶναι τὸ σημεῖον καὶ ἡ σφραγῖδα τῆς συμφωνίας, ἡ ὁποία γίνεται μεταξύ μου καὶ μεταξύ σας.

Γεν. 17,12

καὶ παιδίον ὀκτὼ ἡμερῶν περιτμηθήσεται ὑμῖν, πᾶν ἀρσενικὸν εἰς τὰς γενεὰς ὑμῶν, ὁ οἰκογενὴς καὶ ὁ ἀργυρώνητος, ἀπὸ παντὸς υἱοῦ ἀλλοτρίου, ὃς οὐκ ἔστιν ἐκ τοῦ σπέρματός σου.

Κολιτσάρα

Κάθε ἀρσενικὸν παιδὶ θὰ περιτέμνεται ὀκτὼ ἡμέρας μετὰ τὴν γέννησίν του, κάθε ἀρσενικὸν εἰς ὅλας τὰς γενεάς σας, ὅπως ἐπίσης θὰ περιτέμνεται καὶ ὁ δοῦλος, ὁ ὁποῖος θὰ ἀγορασθῇ μὲ χρήματα, καὶ τὸ παιδὶ παντὸς ξένου ὁ ὁποῖος κατοικεῖ μαζῆ σας, ἔστω καὶ ἂν δὲν εἶναι ἀπόγονός σου.

Τρεμπέλα

Κάθε ἀρσενικὸν παιδί σας θὰ περιτέμνεται ὀκτὼ ἡμέρες μετὰ τὴν γέννησίν του κάθε ἀρσενικὸν παιδὶ εἰς ὅλες τὶς γενεὲς ποὺ θὰ ἀκολουθήσουν. Θὰ περιτέμνεται ἐπίσης καὶ ὁ δοῦλος, ποὺ ἐγεννήθη εἰς τὴν οἰκογένειάν σας καὶ ὁ δοῦλος, ποὺ ἔχει ἀγορασθῆ μὲ χρήματα καὶ κάθε ἀπόγονος ξένου, ὁ ὁποῖος κατοικεῖ μαζί σας καὶ δὲν κατάγεται ἀπὸ τὸ σπέρμα σου.

Γεν. 17,13

περιτομῇ περιτμηθήσεται ὁ οἰκογενὴς τῆς οἰκίας σου καὶ ὁ ἀργυρώνητος, καὶ ἔσται ἡ διαθήκη μου ἐπὶ τῆς σαρκὸς ὑμῶν εἰς διαθήκην αἰώνιον.

Κολιτσάρα

Θὰ περιτμηθῇ ὅπως δήποτε ὁ δοῦλος, ποὺ ἐγεννήθη εἰς τὴν οἰκίαν σου, καὶ ὁ δοῦλος, ποὺ ἠγοράσθη μὲ χρήματα. Ἡ περιτομὴ αὐτὴ τῆς σαρκός σας θὰ εἶναι ὑποχρέωσις ἀπορρέουσα ἀπὸ τὴν συμφωνίαν μας, ἡ ὁποία θὰ ἔχῃ αἰωνίαν ἰσχύν.

Τρεμπέλα

Μὲ τὴν περιτομὴν θὰ περιτμηθῇ ὁπωσδήποτε ὁ δοῦλος, ποὺ ἐγεννήθη εἰς τὸ σπίτι σου καὶ ἀνήκει εἰς τὴν οἰκογένειάν σου καὶ ὁ δοῦλος, ποὺ ἔχει ἀγορασθῆ μὲ χρήματα. Καὶ θὰ εἶναι ἡ συμφωνία μου αὐτὴ ὡς σημεῖον καὶ σφραγῖδα ἐπανῶ εἰς τὴν σάρκα σας, ἡ ὁποία θὰ δεικνύῃ, ὅτι ἡ συμφωνία εἶναι αἰώνιος καὶ ἀπαράβατος.

Γεν. 17,14

καὶ ἀπερίτμητος ἄρσην, ὃς οὐ περιτμηθήσεται τὴν σάρκα τῆς ἀκροβυστίας αὐτοῦ τῇ ἡμέρᾳ τῇ ὀγδόῃ, ἐξολοθρευθήσεται ἡ ψυχὴ ἐκείνη ἐκ τοῦ γένους αὐτῆς, ὅτι τὴν διαθήκην μου διεσκέδασε.

Κολιτσάρα

Κάθε ἀρσενικόν, τοῦ ὁποίου δὲν περιεκόπη ἡ σὰρξ τῆς ἀκροβυστίας του κατὰ τὴν ὀγδόην ἡμέραν ἀπὸ τῆς γεννήσεώς του καὶ ἔμεινεν ἀπερίτμητον, θὰ ἐξολοθρευθῇ ἡ ὕπαρξις αὐτὴ ἐκ μέσου τῆς φυλῆς του, διότι κατεφρόνησε καὶ κατεπάτησε τὴν ἐντολήν μου».

Τρεμπέλα

Κάθε ἀρσενικὸν ἀπερίτμητον, τοῦ ὁποίου δὲν θὰ περικοπῇ ἡ σάρκα τῆς ἀκροβυστίας κατὰ τὴν ὀγδόην ἡμέραν ἀπὸ τῆς γεννήσεώς του, θὰ ἀποκοπῇ καὶ θὰ ἐξολοθρευθῇ ἀπὸ τὸν λαὸν καὶ τὴν φυλήν του, διότι παρέβη τὴν ἐντολήν μου καὶ ἐπεριφρόνησε τὴν συμφωνίαν μου αὐτήν».

Γεν. 17,15

Καὶ εἶπεν ὁ Θεὸς τῷ Ἁβραάμ· Σάρα ἡ γυνή σου οὐ κληθήσεται τὸ ὄνομα αὐτῆς Σάρα, ἀλλὰ Σάρρα ἔσται τὸ ὄνομα αὐτῆς.

Κολιτσάρα

Εἶπεν ἀκόμη ὁ Θεὸς εἰς τὸν Ἁβραάμ· «ἡ σύζυγός σου ἡ Σάρα δὲν θὰ λέγεται πλέον Σάρα, ἀλλὰ θὰ ὀνομάζεται Σάρρα.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Θεὸς εἶπεν εἰς τὸν Ἀβραάμ: «Ἡ γυναῖκα σου δὲν θὰ ὀνομάζεται πλέον Σάρα (= ἡ πριγκίπισσά μου), ἀλλὰ Σάρρα (= πριγκίπισσα πολλῶν).

Γεν. 17,16

εὐλογήσω δὲ αὐτήν, καὶ δώσω σοι ἐξ αὐτῆς τέκνον· καὶ εὐλογήσω αὐτό, καὶ ἔσται εἰς ἔθνη, καὶ βασιλεῖς ἐθνῶν ἐξ αὐτοῦ ἔσονται.

Κολιτσάρα

Θὰ εὐλογήσω δὲ αὐτήν, θὰ λύσω τὴν ἀτεκνίαν της καὶ θὰ δώσω εἰς σὲ ἀπὸ αὐτὴν τέκνον. Ἐγὼ δὲ θὰ εὐλογήσω αὐτὸ καὶ θὰ τὸ ἀναδείξω πατριάρχην ἐθνῶν πολλῶν, καὶ βασιλεῖς ἐθνῶν θὰ προέλθουν ἀπὸ αὐτό».

Τρεμπέλα

Θὰ τὴν εὐλογήσω δέ, θὰ τὴν καταστήσω καρποφόρον καὶ θὰ σοῦ δώσω ἀπὸ αὐτὴν παιδὶ ἀρσενικόν. Τὸ παιδὶ αὐτὸ θὰ τὸ εὐλογήσω ἐγὼ ὁ Κύριος τοῦ οὐρανοῦ καὶ θὰ γίνῃ πρόγονος καὶ γενάρχης πολλῶν ἐθνῶν καὶ βασιλεῖς λαῶν θὰ γεννηθοῦν ἀπὸ αὐτόν».

Γεν. 17,17

καὶ ἔπεσεν Ἁβραὰμ ἐπὶ πρόσωπον αὐτοῦ καὶ ἐγέλασε καὶ εἶπεν ἐν τῇ διανοίᾳ αὐτοῦ λέγων· εἰ τῷ ἑκατονταετεῖ γενήσεται υἱός; καὶ εἰ ἡ Σάρρα ἐνενήκοντα ἐτῶν τέξεται;

Κολιτσάρα

Ἔπεσεν ὁ Ἁβραὰμ πρηνὴς ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ἐχάρη καὶ εἶπεν ἀπὸ μέσα του· «λοιπὸν εἰς ἡλικίαν ἑκατὸν ἐτῶν θὰ ἀποκτήσω υἱὸν καὶ ἡ Σάρρα εἰς ἠλικίαν ἐνενήκοντα ἐτῶν θὰ γεννήσῃ;»

Τρεμπέλα

Ὁ Ἀβραὰμ ἐκατάλαβε τὸ μέγεθος καὶ τὴν σοβαρότητα τῆς ὑποσχέσεως καὶ ἔπεσε μπρούμυτα εἰς τὴν γῆν προσκυνῶν εὐλαβικὰ καὶ ταπεινὰ τὸν Θεὸν καὶ ἐχάρηκε ὑπερβολικά· ἐπλημμύρισεν ἀπὸ χαράν. Ἐπειδὴ ὅμως τοῦ ἐφάνη παράδοξος ἡ ὑπόσχεσις, ἐστοχάσθη μέσα του καὶ εἶπε: Μέγας εἶσαι, Κύριε! Εἶναι δυνατὸν νὰ γεννηθῇ υἱὸς ἀπὸ ἐμὲ τὸν ἄνδρα ἑκατὸν ἐτῶν; Καὶ εἶναι δυνατὸν ἡ στεῖρα καὶ ἐνενήντα ἐτῶν Σάρρα νὰ γεννήσῃ;

Γεν. 17,18

εἶπε δὲ Ἁβραὰμ πρὸς τὸν Θεόν· Ἰσμαὴλ οὗτος ζήτω ἐναντίον σου.

Κολιτσάρα

Εἶπε δὲ ὁ Ἁβραὰμ πρὸς τὸν Θεόν· «ὁ Ἰσμαὴλ εἶναι καὶ αὐτὸς υἱός μου· ἂς ζήσῃ καὶ αὐτὸς ἐνώπιόν σου καὶ μὲ τὴν εὐλογίαν σου».

Τρεμπέλα

Ἐνῷ ὅμως τὰ ἐσκέπτετο αὐτά, δὲν ἐκλονίσθη εἰς τὴν πίστιν ἐσκέφθη μόνον τὸν Ἰσμαὴλ καὶ γεμᾶτος εὐγνωμοσύνην πρὸς τὸν Θεόν, εἶπε προσευχόμενος: «Κύριε, αὐτὸς ὁ Ἰσμαήλ, τὸν ὁποῖον μοῦ ἐχάρισες, εἴθε νὰ ζῇ κάτω ἀπὸ τὴν προστασίαν σου».

Γεν. 17,19

εἶπε δὲ ὁ Θεὸς πρὸς Ἁβραάμ· ναί· ἰδοὺ Σάρρα ἡ γυνή σου τέξεταί σοι υἱόν, καὶ καλέσεις τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰσαάκ, καὶ στήσω τὴν διαθήκην μου πρὸς αὐτὸν εἰς διαθήκην αἰώνιον, εἶναι αὐτῷ Θεὸς καὶ τῷ σπέρματι αὐτοῦ μετ’ αὐτόν.

Κολιτσάρα

Ἀπήντησεν ὁ Θεὸς πρὸς τὸν Ἁβραάμ· «ναί· ἰδοὺ ἡ Σάρρα ἡ σύζυγός σου θὰ γεννήσῃ πρὸς μεγάλην σου χαρὰν υἱὸν καὶ θὰ ὀνομάσῃς αὐτὸν Ἰσαάκ, καὶ πρὸς αὐτὸν ἐγὼ θὰ συνάψω τὴν διαθήκην μου, διαθήκην αἰωνίαν, ὅτι θὰ εἶμαι εἰς αὐτὸν καὶ εἰς τοὺς ἀπογόνους αὐτοῦ ὁ Θεός των.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Θεὸς ἀπάντησεν εἰς τὸν Ἀβραάμ: «Ναί, θὰ γίνῃ αὐτὸ ποὺ σοῦ εἶπα· ἄκουε λοιπὸν καὶ λάβε θάρρος· διότι νά, ἡ γυναῖκα σου ἡ Σάρρα, τὴν ὁποῖον θεωρεῖς ἀνίκανον διὰ τεκνογονίαν, θὰ σοῦ γεννήσῃ υἱὸν καὶ θὰ δώσης εἰς αὐτὸν τὸ ὄνομα Ἰσαάκ· καὶ ἐγὼ θὰ συνάψω διαθήκην μὲ αὐτὸν καὶ ἡ συμφωνία μου αὐτὴ θὰ ἔχῃ ἰσχὺν καὶ κῦρος αἰώνιον· θὰ εἶμαι δι’ αὐτὸν καὶ τοὺς ἀπογόνους, οἱ ὁποῖοι θὰ προέλθουν ἀπὸ αὐτόν, Θεὸς προστάτης καὶ προνοητής.

Γεν. 17,20

περὶ δὲ Ἰσμαὴλ ἰδοὺ ἐπήκουσά σου· καὶ ἰδοὺ εὐλόγηκα αὐτὸν καὶ αὐξανῶ αὐτὸν καὶ πληθυνῶ αὐτὸν σφόδρα· δώδεκα ἔθνη γεννήσει καὶ δώσω αὐτὸν εἰς ἔθνος μέγα.

Κολιτσάρα

Τὴν δὲ παράκλησίν σου περὶ τοῦ Ἰσμαὴλ ἰδοὺ τὴν ἤκουσα καὶ τὴν ἐδέχθην· τὸν ἔχω εὐλογήσει καὶ αὐτόν. Θὰ τὸν αὐξήσω καὶ θὰ τὸν πληθύνω πολύ· δώδεκα ἔθνη θὰ προέλθουν ἀπὸ αὐτὸν καὶ θὰ ἀναδείξω αὐτὸν γενάρχην μεγάλου λαοῦ.

Τρεμπέλα

Τὴν δὲ προσευχήν σου διὰ τὸν Ἰσμαὴλ τὴν ἄκουσα· καὶ νά, τὸν ἔχω εὐλογήσει. Θὰ τὸν αὐξήσω, θὰ τὸν προστατεύσω καὶ θὰ τὸν πληθύνω πάρα πολύ. Ἀπὸ αὐτὸν θὰ προέλθουν δώδεκα λαοὶ καὶ ἔτσι θὰ γίνη ὁ Ἰσμαὴλ πρόγονος καὶ γενάρχης μεγάλου λαοῦ.

Γεν. 17,21

τὴν δὲ διαθήκην μου στήσω πρὸς Ἰσαάκ, ὃν τέξεταί σοι Σάρρα εἰς τὸν καιρὸν τοῦτον, ἐν τῷ ἐνιαυτῷ τῷ ἑτέρῳ.

Κολιτσάρα

Ἀλλὰ τὴν διαθήκην μου θὰ συνάψω καὶ θὰ πραγματοποιήσω πρὸς τὸν Ἰσαάκ, τὸν ὁποῖον θὰ γεννήσῃ εἰς σὲ ἡ Σάρρα τὴν ἐποχὴν αὐτὴν κατὰ τὸ ἑπόμενον ἔτος».

Τρεμπέλα

Θὰ πραγματοποιήσω δὲ καὶ θὰ τηρήσω τὴν διαθήκην μου πρὸς τὸν Ἰσαάκ, τὸν ὁποῖον θὰ γεννήσῃ εἰς σὲ ἡ Σάρρα τὴν ἐποχὴν αὐτήν, κατὰ τὸν ἑπόμενον χρόνον».

Γεν. 17,22

συνετέλεσε δὲ λαλῶν πρὸς αὐτὸν καὶ ἀνέβη ὁ Θεὸς ἀπὸ Ἁβραάμ.

Κολιτσάρα

Ἐτελείωσε τὴν ὁμιλίαν του ὁ Θεὸς πρὸς τὸν Ἀβραὰμ καὶ ἀνεχώρησεν ἀπὸ αὐτόν.

Τρεμπέλα

Ὁ Θεὸς ἐτελείωσε τὴν σπουδαίαν αὐτὴν συνομιλίαν του μὲ τὸν δίκαιον Ἀβραὰμ καὶ ἀπεμακρύνθη ἀπὸ αὐτόν.

Γεν. 17,23

Καὶ ἔλαβεν Ἁβραὰμ Ἰσμαὴλ τὸν υἱὸν ἑαυτοῦ καὶ πάντας τοὺς οἰκογενεῖς αὐτοῦ καὶ πάντας τοὺς ἀργυρωνήτους καὶ πᾶν ἄρσεν τῶν ἀνδρῶν τῶν ἐν τῷ οἴκῳ Ἁβραὰμ καὶ περιέτεμε τὰς ἀκροβυστίας αὐτῶν ἐν τῷ καιρῷ τῆς ἡμέρας ἐκείνης, καθὰ ἐλάλησεν αὐτῷ ὁ Θεός.

Κολιτσάρα

Ὁ Ἁβραάμ, τὴν ἐντολὴν τοῦ Θεοῦ ἀμέσως ἐκτελῶν, ἔλαβε τὸν υἱόν του τὸν Ἰσμαὴλ καὶ ὅλους τοὺς δούλους, οἱ ὁποῖοι ἐγεννήθησαν εἰς τὸν οἶκον του, καὶ ὅλους ὅσοι ἠγοράσθησαν μὲ χρήματα, ὅλα τὰ ἀρσενικὰ τῶν ἀνθρώπων, ποὺ ἦσαν εἰς τὸν οἶκον του, καὶ περιέτεμεν αὐτοὺς κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην σύμφωνα μὲ τὴν ἐντολήν, ποὺ τοῦ εἶχε δώσει ὁ Θεός.

Τρεμπέλα

Ὁ Ἀβραὰμ χωρὶς ἀναβολὴν καὶ χωρὶς κανένα δισταγμὸν ἐπῆρε τὸν υἱόν του Ἰσμαὴλ καὶ ὅλους τοὺς δούλους, ποὺ ἐγεννήθησαν εἰς τὸ σπίτι του καὶ ὅλους τοὺς δούλους, ποὺ ἀγόρασε μὲ χρήματα καὶ γενικῶς κάθε ἀρσενικὸν ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, ποὺ ἦσαν εἰς τὸ σπίτι του καὶ περιέκοψε τὴν σάρκα τῆς ἀκροβυστίας των κατὰ τὴν ἰδίαν ἀκριβῶς ἡμέραν, ποὺ τοῦ ἐμίλησεν ὁ Θεός, συμφώνως πρὸς ὅσα τοῦ παρήγγειλεν.

Γεν. 17,24

Ἁβραὰμ δὲ ἐνενηκονταεννέα ἦν ἐτῶν, ἡνίκα περιετέμετο τὴν σάρκα τῆς ἀκροβυστίας αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

Κατὰ δὲ τὴν ἡμέραν ἐκείνην, ποὺ περιέκοψεν ὁ Ἁβραὰμ καὶ τὴν ἰδικήν του σαρκίνην ἀκροβυστίαν, ἦτο ἡλικίας ἐνενήκοντα ἐννέα ἐτῶν.

Τρεμπέλα

Ὁ Ἀβραὰμ δὲ ἦταν ἐνενῆντα ἐννέα ἐτῶν, ὅταν περιέκοψε τὴν σάρκα τῆς ἀκροβυστίας του.

Γεν. 17,25

Ἰσμαὴλ δὲ ὁ υἱὸς αὐτοῦ ἦν ἐτῶν δεκατριῶν, ἡνίκα περιετέμετο τὴν σάρκα τῆς ἀκροβυστίας αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

Ὁ δὲ υἱός του ὁ Ἰσμαὴλ ἦτο δέκα τριῶν ἐτῶν, ὅταν ἔλαβε τὴν περιτομήν.

Τρεμπέλα

Ὁ δὲ υἱὸς τοῦ Ἀβραάμ, ὁ Ἰσμαήλ, ἦταν δεκατριῶν ἐτῶν, ὅταν τὸν περιέτεμεν ὁ πατέρας καὶ περιέκοψε τὴν σάρκα τῆς ἀκροβυστίας του.

Γεν. 17,26

ἐν δὲ τῷ καιρῷ τῆς ἡμέρας ἐκείνης περιετμήθη Ἁβραὰμ καὶ Ἰσμαὴλ ὁ υἱὸς αὐτοῦ·

Κολιτσάρα

Τὴν ἰδίαν ἡμέραν, ποὺ ἔλαβε τὴν ἐντολὴν ἀπὸ τὸν Θεόν, περιετμήθη ὁ Ἁβραάμ, ὁ υἱὸς τοῦ Ἰσμαήλ,

Τρεμπέλα

Κατὰ τὴν ἰδίαν λοιπὸν ἐκείνην ἡμέραν, ποὺ ἔλαβε τὴν ἐντολὴν ἀπὸ τὸν Θεόν, περιετμήθησαν ὁ Ἀβραὰμ καὶ ὁ υἱὸς τοῦ Ἰσμαήλ.

Γεν. 17,27

καὶ πάντες οἱ ἄνδρες τοῦ οἴκου αὐτοῦ καὶ οἱ οἰκογενεῖς αὐτοῦ καὶ οἱ ἀργυρώνητοι ἐξ ἀλλογενῶν ἐθνῶν, περιέτεμεν αὐτούς.

Κολιτσάρα

ὅλοι οἱ ἄνδρες τοῦ οἴκου του, οἱ δοῦλοι οἱ γεννηθέντες εἰς τὸν οἶκον του, οἱ δοῦλοι οἱ ἀγορασθέντες ἀπὸ ἄλλους λαούς· ὅλους αὐτοὺς περιέτεμεν ὁ Ἁβραάμ.

Τρεμπέλα

Περιετμήθησαν ἐπίσης καὶ ὅλοι οἱ ἄνδρες, ποὺ ἦσαν εἰς τὸ σπίτι του καὶ οἱ δουλοί, ποὺ ἐγεννήθησαν εἰς τὸ σπίτι του καὶ οἱ δοῦλοι, τοὺς ὁποίους ἀγόρασε μὲ χρήματα ἀπὸ ξένους λαούς· ὅλους αὐτοὺς τοὺς περιέτεμεν ὁ Ἀβραὰμ τὴν ἰδίαν μὲ αὐτὸν ἡμέραν.

Κεφάλαιο 18

Γεν. 18,1

Ὤφθη δὲ αὐτῷ ὁ Θεὸς πρὸς τῇ δρυῒ τῇ Μαμβρῇ, καθημένου αὐτοῦ ἐπὶ τῆς θύρας τῆς σκηνῆς αὐτοῦ μεσημβρίας.

Κολιτσάρα

Ἐφανερώθηκε δὲ ὁ Θεὸς εἰς τὸν Ἁβραάμ, ποὺ ἦτο κοντὰ εἰς τὴν δρῦν Μαμβρῆ καὶ ἐκάθητο εἰς τὴν θὺραν τῆς σκηνῆς του κατὰ τὸν Νότον.

Τρεμπέλα

Ὁ Θεὸς παρουσιάσθη εἰς τὸν Ἀβραάμ, ἐνῷ ὁ Πατριάρχης εὑρίσκετο κοντὰ εἰς τὴν βελανιδιὰν τοῦ Μαμβρῆ καὶ ἐκάθητο ἐμπρὸς εἰς τὴν πόρταν τῆς σκηνῆς του κατὰ τὸ μεσημέρι (ἤ, κατ’ ἄλλην ἑρμηνείαν, εἰς τὴν πλέον θερμὴν ὥραν τῆς ἡμέρας).

Γεν. 18,2

ἀναβλέψας δὲ τοῖς ὀφθαλμοῖς αὐτοῦ εἶδε, καὶ ἰδοὺ τρεῖς ἄνδρες εἱστήκεισαν ἐπάνω αὐτοῦ· καὶ ἰδὼν προσέδραμεν εἰς συνάντησιν αὐτοῖς ἀπὸ τῆς θύρας τῆς σκηνῆς αὐτοῦ καὶ προσεκύνησεν ἐπὶ τὴν γῆν.

Κολιτσάρα

Ἐσήκωσε τὰ μάτια του ὁ Ἁβραὰμ καὶ εἶδεν αἴφνης τρεῖς ἄνδρας ὀρθίους ἀπέναντι του. Ἀμέσως ἐτρεξεν εἰς συνάντησίν των ἀπὸ τὴν θύραν τῆς σκηνῆς του, προσεκύνησεν αὐτοὺς ἕως εἰς τὸ ἔδαφος.

Τρεμπέλα

Καθὼς δὲ ὁ Ἀβραὰμ ὕψωσε τὸ βλέμμα του, εἶδεν ἔξαφνα τρεῖς ἄνδρες νὰ στέκωνται ὀλίγον πάρα - πέρα ἀπέναντι του ὄρθιοι· μόλις τοὺς εἶδε, χωρὶς νὰ περιμένῃ νὰ τὸν πλησιάσουν, ἔτρεξε ἀπὸ τὴν πόρταν τῆς σκηνῆς του νὰ τοὺς συναντήσῃ. Καὶ ὅταν ἔφθασε κοντά τους, ἔπεσε κάτω μέχρι τοῦ ἐδάφους καὶ τοὺς ἐπροσκύνησε ταπεινά, μὲ φιλοφροσύνην.

Γεν. 18,3

καὶ εἶπε· κύριε, εἰ ἄρα εὗρον χάριν ἐναντίον σου, μὴ παρέλθῃς τὸν παῖδά σου·

Κολιτσάρα

Καὶ εἰπε· «Κύριε, ἐὰν τυχὸν εὑρῆκα χάριν ἐνώπιόν σου, σὲ παρακαλῶ μὴ καταφρονήσῃς τὸν δοῦλον σου·

Τρεμπέλα

Καὶ εἶπεν εἰς τὸν ἕνα ἀπὸ αὐτούς· «Κύριε, ἐὰν εὑρῆκα χάριν ἐνώπιόν σου, μὴ παραβλέψῃς τὴν σκηνήν μου καὶ μὴ παραθεωρήσῃς τὸν δοῦλον σου.

Γεν. 18,4

ληφθήτω δὴ ὕδωρ, καὶ νιψάτωσαν τοὺς πόδας ὑμῶν, καὶ καταψύξατε ὑπὸ τὸ δένδρον·

Κολιτσάρα

ἂς μοῦ ἐπιτροπῇ, λοιπόν, νὰ φέρω νερὸ καὶ οἱ δοῦλοι μου νὰ νίψουν τοὺς πόδας σας, καὶ νὰ δροσισθῆτε κάτω ἀπὸ τὸ δένδρον.

Τρεμπέλα

Ἂς μοῦ ἐπιτραπῇ λοιπὸν νὰ φέρω νερὸ διὰ νὰ πλύνουν οἱ δοῦλοι μου τὰ σκονισμένα ἀπὸ τὴν ὁδοιπορίαν πόδια σας καὶ νὰ δροσισθῆτε κάτω ἀπὸ τὸν ἥσκιον τοῦ δένδρου, ἐπειδὴ εἶσθε κουρασμένοι καὶ ὑποφέρετε ἀπὸ τὴν ζέστην.

Γεν. 18,5

καὶ λήψομαι ἄρτον, καὶ φάγεσθε, καὶ μετὰ τοῦτο παρελεύσεσθε εἰς τὴν ὁδὸν ὑμῶν, οὗ ἕνεκεν ἐξεκλίνατε πρὸς τὸν παῖδα ὑμῶν. καὶ εἶπαν· οὕτω ποίησον, καθὼς εἴρηκας.

Κολιτσάρα

Ἐγὼ δὲ θὰ ἑτοιμάσω καὶ θὰ σᾶς φέρω φαγητόν, διὰ νὰ φάγετε, ἔπειτα δὲ θὰ συνεχίσετε τὸν δρόμον σας, ἀπὸ τὸν ὁποῖον παρεξεκλίνατε ἕως ἐμέ, τὸν δοῦλον σας, διὰ νὰ μοῦ κάμετε τὴν τιμὴν νὰ σᾶς περιποιηθῶ». Ἐκεῖνοι δὲ εἶπαν· «κάμε ὅπως εἶπες».

Τρεμπέλα

Ἐγὼ δὲ ἐν τῷ μεταξὺ θὰ ἑτοιμάσω καὶ θὰ σᾶς φέρω ψωμὶ καὶ φαγητὸν διὰ νὰ φάγετε καὶ κατόπιν θὰ συνεχίσετε τὸν δρόμον σας, διότι διὰ τοῦτο ἐπεράσατε ἀπὸ ἐμὲ τὸν δοῦλον σας, διὰ νὰ μοῦ δώσετε τὴν τιμὴν νὰ σᾶς φιλοξενήσω». Καὶ οἱ τρεῖς ἄνδρες ἀπάντησαν εἰς τὴν πρόσκλησιν τοῦ Ἀβραάμ· «ἔτσι κάμε, ὅπως εἶπες».

Γεν. 18,6

καὶ ἔσπευσεν Ἁβραὰμ ἐπὶ τὴν σκηνὴν πρὸς Σάρραν καὶ εἶπεν αὐτῇ· σπεῦσον καὶ φύρασον τρία μέτρα σεμιδάλεως καὶ ποίησον ἐγκρυφίας.

Κολιτσάρα

Ἔτρεξεν ὁ Ἁβραὰμ εἰς τὴν σκηνήν, ὅπου εὑρίσκετο ἡ Σάρρα καὶ τῆς εἶπε· «τρέξε καὶ ζύμωσε τρία μέτρα σιμιγδάλι καὶ κάμε το λαγάνες εἰς τὴν φωτιά».

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Ἀβραὰμ ἀμέσως ἔτρεξε γρήγορα εἰς τὴν σκηνήν, ὅπου ἦταν ἡ Σάρρα καὶ τῆς εἶπε: «Τρέξε γρήγορα καὶ ζύμωσε χωρὶς καθυστέρησιν τρία «μέτρα» (περίπου 32 ὀκάδες ἢ 41 κιλὰ) σιμιγδάλι καὶ κάμε μὲ αὐτὸ κουλοῦρες (ἢ λαγάνες) ψημένες εἰς τὴν φωτιάν, διὰ νὰ φάγουν οἱ ξένοι».

Γεν. 18,7

καὶ εἰς τὰς βόας ἔδραμεν Ἁβραὰμ καὶ ἔλαβεν ἁπαλὸν μοσχάριον καὶ καλὸν καὶ ἔδωκε τῷ παιδί, καὶ ἐτάχυνε τοῦ ποιῆσαι αὐτό.

Κολιτσάρα

Ἔτρεξε δὲ ἐκεῖ, ποὺ ἔβοσκαν τὰ βόδια του, ἐπῆρε τρυφερὸ καὶ παχὺ μοσχάρι καὶ τὸ ἔδωσεν εἰς τὸν ὑπηρέτην, ὁ ὁποῖος ἔσπευσε νὰ τὸ ἑτοιμάσῃ.

Τρεμπέλα

Καὶ ἀφοῦ ἔδωκε τὴν ἐντολὴν αὐτὴν εἰς τὴν Σάρραν, ἔτρεξε μὲ προθυμίαν μόνος του εἰς τὰ βόδια του καὶ ἐδιάλεξε ἕνα μοσχαράκι παχὺ καὶ τρυφερὸν καὶ τὸ ἔδωκε εἰς τὸν ὑπηρέτην του διὰ νὰ τὸ ἑτοιμάσῃ· καὶ ὁ ὑπηρέτης ἔσπευσε νὰ τὸ ἑτοιμάσῃ γρήγορα.

Γεν. 18,8

ἔλαβε δὲ βούτυρον, καὶ γάλα, καὶ τὸ μοσχάριον ὃ ἐποίησε, καὶ παρέθηκεν αὐτοῖς, καὶ ἔφαγον· αὐτὸς δὲ παρειστήκει αὐτοῖς ὑπὸ τὸ δένδρον.

Κολιτσάρα

Ἔπειτα ἀπὸ ὀλίγην ὥραν ἔλαβεν ὁ Ἁβραὰμ βούτυρον καὶ γάλα καὶ τὸ μοσχάρι, τὸ ὁποῖον ἔψησεν ὁ ὑπηρέτης, παρέθεσεν αὐτὰ εἰς τοὺς ξένους καὶ ἔφαγον. Αὐτὸς δὲ ἐστέκετο ὄρθιος πλησίον αὐτῶν κάτω ἀπὸ τὸ δένδρον.

Τρεμπέλα

Καὶ ἀφοῦ ἐπῆρε βούτυρον καὶ γάλα καὶ τὸ μοσχαράκι, ποὺ ἔψησεν ὁ ὑπηρέτης, τὰ παρέθεσεν εἰς τοὺς ξένους, οἱ ὁποῖοι ἐδέχθησαν τὴν πρόθυμον προσφορὰν καὶ ἔφαγαν. Ἐνῷ δὲ ἐκεῖνοι ἔτρωγαν, ὁ Ἀβραὰμ ἐστέκετο κοντά τους ὄρθιος ὡς ὑπηρέτης, κάτω ἀπὸ τὴν βελανιδιάν.

Γεν. 18,9

Εἶπε δὲ πρὸς αὐτόν· ποῦ Σάρρα ἡ γυνή σου; ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν· ἰδοὺ ἐν τῇ σκηνῇ.

Κολιτσάρα

Εἶπε δὲ πρὸς αὐτὸν ἕνας ἀπὸ τοὺς φιλοξενουμένους· «ποῦ εἶναι ἡ γυναίκα σου ἡ Σάρρα;» Ὁ δὲ Ἁβραὰμ ἀπεκρίθη· «ἰδοὺ εὑρίσκεται εἰς τὴν σκηνήν».

Τρεμπέλα

Ὅταν ἐτελείωσε ἡ φιλοξενία καὶ ἔλαμψεν ἡ άρετὴ τοῦ Πατριάρχου, ὁ ἕνας ἀπὸ τοὺς τρεῖς φιλοξενουμένους, τὸν ὁποῖον ὁ Ἀβραὰμ ὠνόμασε «Κύριον», τοῦ εἶπε· «ποῦ εἶναι ἡ γυναῖκα σου ἡ Σάρρα;» Ὁ Ἀβραὰμ ἀπεκρίθη καὶ τοῦ εἶπε· «νά, εὑρίσκεται ἐκεῖ, μέσα εἰς τὴν σκηνήν».

Γεν. 18,10

εἶπε δέ· ἐπαναστρέφων ἥξω πρὸς σὲ κατὰ τὸν καιρὸν τοῦτον εἰς ὥρας, καὶ ἕξει υἱὸν Σάρρα ἡ γυνή σου. Σάρρα δὲ ἤκουσε πρὸς τῇ θύρᾳ τῆς σκηνῆς, οὖσα ὄπισθεν αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

Εἶπε δὲ ὁ ξένος αὐτὸς πρὸς τὸν Ἅβραμ· «ὅταν τὸ ἑπόμενον ἔτος κατὰ τὴν ἐποχὴν αὐτὴν ἐπιστρέφων ἔλθω πρὸς σέ, ἡ Σάρρα, ἡ σύζυγός σου, θὰ ἔχῃ τέκνον». Ἡ δὲ Σάρρα, εὑρισκομένη εἰς τὴν θύραν τῆς σκηνῆς πίσω ἀπὸ τὸν Ἁβραὰμ ἤκουσε τὰ λόγια αὐτὰ τοῦ ξένου.

Τρεμπέλα

Ὁ φιλοξενούμενος τότε τοῦ εἶπε· «ὅταν ἔλθω πρὸς σὲ ἐπιστρέφων κατὰ τὸ ἑπόμενον ἔτος καὶ τὴν ἰδίαν ἐποχὴν σὰν τώρα, ἡ γυναῖκα σου ἡ Σάρρα θὰ ἔχῃ υἱόν». Ἡ Σάρρα ἄκουσε τὰ λόγια αὐτὰ τοῦ φιλοξενουμένου, ἐνῷ εὑρίσκετο εἰς τὴν πόρταν τῆς σκηνῆς πίσω ἀπὸ τὸν Ἀβραάμ.

Γεν. 18,11

Ἁβραὰμ δὲ καὶ Σάρρα πρεσβύτεροι προβεβηκότες ἡμερῶν, ἐξέλιπε δὲ τῇ Σάρρᾳ γίνεσθαι τὰ γυναικεῖα.

Κολιτσάρα

Ὁ Ἁβραὰμ καὶ ἡ Σάρρα ἦσαν γέροντες, προχωρημένοι εἰς τὰ χρόνια, εἰς δὲ τὴν Σάρραν ἔπαυσαν πλέον νὰ ὑπάρχουν τὰ συμπτώματα τῆς γονιμότητας.

Τρεμπέλα

Ὁ Ἀβραὰμ δὲ καὶ ἡ Σάρρα ἦσαν γέροντες προχωρημένοι εἰς τὰ χρόνια· εἰς δὲ τὴν Σάρραν εἶχαν παύσει πλέον τὰ γυναικεῖα ἔμμηνα συμπτώματα τῆς γονιμότητος καὶ διὰ τοῦτο δεν ἠμποροῦσε νὰ συλλάβῃ καὶ νὰ τεκνοποίησῃ.

Γεν. 18,12

ἐγέλασε δὲ Σάρρα ἐν ἑαυτῇ, λέγουσα· οὔπω μέν μοι γέγονεν ἕως τοῦ νῦν, ὁ δὲ κύριός μου πρεσβύτερος.

Κολιτσάρα

Ἐγέλασε δὲ ἡ Σάρρα ἀπὸ μέσα της λέγουσα· «μέχρι σήμερα δὲν ἀπέκτησα υἱὸν καὶ θὰ ἀποκτήσω τώρα! Ἄλλωστε ὁ σύζυγός μου εἶναι γέρων».

Τρεμπέλα

Ὅταν ἡ Σάρρα ἄκουσε τὰ ὅσα εἶπεν ὁ φιλοξενούμενος εἰς τὸν Ἀβραάμ, ἐγέλασε μέσα της ἀπὸ ἀπιστίαν καὶ διότι ἐνόμισεν ἀστεῖα τὰ λόγια αὐτὰ καὶ συγχρόνως εἶπε: «Τόσα χρόνια τώρα δὲν μοῦ συνέβη τέτοιο πρᾶγμα· ἕως τώρα δεν ἐγέννησα υἱόν! Καὶ θὰ συμβῇ τοῦτο τώρα, ποὺ ὁ κύριός μου, ὁ σύζυγός μου εἶναι πλέον προχωρημένος εἰς τὰ χρόνια!»

Γεν. 18,13

καὶ εἶπε Κύριος πρὸς Ἁβραάμ· τί ὅτι ἐγέλασε Σάρρα ἐν ἑαυτῇ, λέγουσα· ἆρά γε ἀληθῶς τέξομαι; ἐγὼ δὲ γεγήρακα.

Κολιτσάρα

Εἶπε δὲ πρὸς τὸν Ἁβραὰμ ὁ ξένος ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἦτο ὁ Θεός· «διατί ἐγέλασεν ἡ Σάρρα ἀπὸ μέσα της λέγουσα· Θὰ γεννήσω πράγματι παιδί; Ἐγὼ ἔχω πλέον γηράσει!

Τρεμπέλα

Ὁ Κύριος ὅμώς, ὁ ὁπῖος γνωρίζει τὶς ἀπόκρυφες σκέψεις καὶ διακρίνει τὰ μυστικὰ τῶν ἀνθρώπων, εἶπε πρὸς τὸν Ἀβραάμ· «διατί ἐγέλασεν ἡ Σάρρα μέσα της, διὰ τὸ μήνυμα ποὺ σοῦ ἔφερα, καὶ εἶπε· πράγματι εἶναι δυνατὸν νὰ γεννήσω παιδί; Ἐγὼ ἐγήρασα πλέον!»

Γεν. 18,14

μὴ ἀδυνατήσει παρὰ τῷ Θεῷ ῥῆμα; εἰς τὸν καιρὸν τοῦτον ἀναστρέψω πρὸς σὲ εἰς ὥρας· καὶ ἔσται τῇ Σάρρᾳ υἱός.

Κολιτσάρα

Μήπως ὑπάρχει τίποτε ἀδύνατον διὰ τὸν Θεόν; Λοιπόν, τὸ ἑπόμενον ἔτος καὶ κατὰ τὴν ἐποχὴν αὐτὴν θὰ ἐπιστρέψω εἰς σέ· καὶ ἡ Σάρρα θὰ ἔχῃ παιδί».

Τρεμπέλα

Καὶ ἐπρόσθεσεν ὁ Κύριος· «μήπως ὑπάρχει τίποτε ἀδύνατον διὰ τὸν Θεόν;» Ἄκουσε λοιπόν· «θὰ ἐπιστρέψω ὁπωσδήποτε πρὸς σὲ κατὰ τὸ ἑπόμενον ἔτος καὶ κατὰ τὴν ἰδίαν ἐποχὴν σὰν τώρα· καὶ ἡ Σάρρα ἡ γυναῖκα σου θὰ ἔχῃ υἱόν».

Γεν. 18,15

ἠρνήσατο δὲ Σάρρα λέγουσα· οὐκ ἐγέλασα· ἐφοβήθη γάρ. καὶ εἶπεν αὐτῇ· οὐχί, ἀλλὰ ἐγέλασας.

Κολιτσάρα

Ἡ δὲ Σάρρα, ἐπειδὴ ἐφοβήθη, ἠρνήθη λέγουσα· «δὲν ἐγέλασα». Εἶπεν ὅμως πρὸς αὐτὴν ὁ Κύριος· «ὄχι! ἐγέλασες».

Τρεμπέλα

Ὅταν ἡ Σάρρα ἐκατάλαβεν, ὅτι οἱ μυστικὲς σκέψεις της δὲν διέφυγαν τῆς προσοχῆς τοῦ φιλοξενουμένου, ἀρνήθηκε ὅτι ἐσκέφθη τέτοιο πρᾶγμα καὶ εἶπεν· «ὄχι, δὲν ἐγέλασα». Ἀρνήθηκε, διότι ἐφοβήθη καὶ ὁ φόβος της ἔφερε ταραχὴν καὶ σύγχυσιν. Ἀλλὰ ὁ Κύριος τῆς εἶπεν ἐπιτιμητικά· «ὄχι, Σάρρα, δὲν εἶναι ἀλήθεια αὐτό· ἀλλὰ ἐγέλασες».

Γεν. 18,16

Ἐξαναστάντες δὲ ἐκεῖθεν οἱ ἄνδρες κατέβλεψαν ἐπὶ πρόσωπον Σοδόμων καὶ Γομόρρας. Ἁβραὰμ δὲ συνεπορεύετο μετ’ αὐτῶν συμπροπέμπων αὐτούς.

Κολιτσάρα

Οἱ φιλοξενούμενοι τρεῖς ἄνδρες ἠγέρθησαν ἀπὸ τὸ τραπέζι, ἔστρεψαν τὸ πρόσωπόν των πρὸς τὰ Σόδομα καὶ τὰ Γόμορρα καὶ ἐπορεύοντο πρὸς αὐτά. Μαζῆ δὲ μὲ αὐτοὺς καὶ προπέμπων αὐτοὺς ἐπορεύετο καὶ ὁ Ἁβραάμ.

Τρεμπέλα

Οἱ τρεῖς φιλοξενούμενοι, ἀφοῦ ἐσηκώθηκαν ἀπὸ τὸ τραπέζι, ἀνεχώρησαν ἀπὸ ἐκεῖ καὶ ἔστρεψαν τὸ πρόσωπόν των κάτω πρὸς τὰ Σόδομα καὶ τὴν Γομόρραν μὲ θυμὸν καὶ ὀργήν. Ὁ Ἀβραὰμ δὲ ἐπροχωροῦσε μαζί τους καὶ τοὺς προέπεμπε μὲ εὐλάβειαν καὶ ταπείνωσιν.

Γεν. 18,17

ὁ δὲ Κύριος εἶπεν· οὐ μὴ κρύψω ἐγὼ ἀπὸ Ἁβραὰμ τοῦ παιδός μου, ἃ ἐγὼ ποιῶ.

Κολιτσάρα

Εἶπε δὲ τότε ὁ Κύριος· «δὲν θὰ κρύψω ἐγὼ ἀπὸ τὸν Ἁβραάμ, τὸν δοῦλον μου, αὐτά, τὰ ὁποῖα θὰ κάμω.

Τρεμπέλα

Ὅταν δὲ ἔφυγαν οἱ δύο ἀπὸ τοὺς τρεῖς, ὁ ἕνας ποὺ ἔμεινε, δηλαδὴ ὁ Κύριος, ἐσκέφθη καὶ εἶπε: «Δὲν θὰ κρύψω ἐγὼ ἀπὸ τὸν εὐλαβῆ δοῦλον μου τὸν Ἀβραὰμ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ κάμω». Θὰ τοῦ τὰ φανερώσω, διότι

Γεν. 18,18

Ἁβραὰμ δὲ γινόμενος ἔσται εἰς ἔθνος μέγα καὶ πολύ, καὶ ἐνευλογηθήσονται ἐν αὐτῷ πάντα τὰ ἔθνη τῆς γῆς.

Κολιτσάρα

Ὁ Ἁβραὰμ θὰ ἀναδειχθῇ γενάρχης, πατριάρχης μεγάλου καὶ ἰσχυροῦ ἔθνους καὶ δι’ αὐτοῦ θὰ λάβουν τὰς θείας εὐλογίας ὅλοι οἱ λαοὶ τῆς γῆς.

Τρεμπέλα

«ὁ Ἀβραὰμ θὰ γίνῃ ὁπωσδήποτε γενάρχης, Πατριάρχης λαοῦ μεγάλου καὶ ἰσχυροῦ καὶ διὰ μέσου αὐτοῦ θὰ εὐλογηθοῦν ὅλα τὰ ἔθνη τῆς γῆς.

Γεν. 18,19

ᾔδειν γὰρ ὅτι συντάξει τοῖς υἱοῖς αὐτοῦ καὶ τῷ οἴκῳ αὐτοῦ μετ’ αὐτόν, καὶ φυλάξουσι τὰς ὁδοὺς Κυρίου ποιεῖν δικαιοσύνην καὶ κρίσιν, ὅπως ἂν ἐπαγάγῃ Κύριος ἐπὶ Ἁβραὰμ πάντα, ὅσα ἐλάλησε πρὸς αὐτόν.

Κολιτσάρα

Διότι ἐγὼ ἐγνώριζον ἀπ’ ἀρχῆς ὅτι ὁ πιστὸς καὶ ἐνάρετος Ἁβραὰμ θὰ διδάξῃ τὰ τέκνα του, ἐφ’ ὅσον ζῇ, καὶ δι’ αὐτῶν τοὺς ἀπογόνους του ποὺ θὰ γεννηθοῦν ὑστέρα ἀπ’ αὐτόν, νὰ τηροῦν τὰς ἐντολάς τοῦ Κυρίου, ὥστε νὰ ζοῦν δικαιοσύνην καὶ νὰ ἐφαρμόζουν δικαίαν κρίσιν, διὰ νὰ ἀποστείλῃ ὁ Κύριος εἰς τὸν Ἁβραὰμ καὶ τοὺς ἀπογόνους αὐτοῦ ὅλα ὅσα τοῦ ἔχει ὑποσχεθῆ».

Τρεμπέλα

Θὰ κάμω δὲ τοῦτο, διότι ἐγνώριζα ἐξ ἀρχῆς, ὅτι ὁ δίκαιος Ἀβραὰμ θὰ καθοδηγήσῃ τὰ παιδιά του καὶ ὅλους, ὅσοι συγκατοικοῦν μαζί του καὶ δι’ αὐτῶν ὅλους τοὺς ἀπογόνους, οἱ ὁποῖοι θὰ προέλθουν ἀπὸ αὐτόν, νὰ φυλάξουν τὰ προστάγματα καὶ τὶς ἐντολὲς τοῦ Κυρίου, ὥστε νὰ ζοῦν μὲ δικαιοσύνην καὶ νὰ ἐφαρμόζουν τὸ ὀρθὸν καὶ ἔτσι ὁ Κύριος θὰ ἐκπληρώσῃ εἰς τὸν Ἀβραὰμ ὅλα, ὅσα τοῦ ὑπεσχέθη».

Γεν. 18,20

εἶπε δὲ Κύριος· κραυγὴ Σοδόμων καὶ Γομόρρας πεπλήθυνται πρός με, καὶ αἱ ἁμαρτίαι αὐτῶν μεγάλαι σφόδρα.

Κολιτσάρα

Εἶπε δὲ ἐν συνεχείᾳ ὁ Κύριος· «κραυγαὶ πολλαὶ ἀπὸ τὰ Σόδομα καὶ τὴν Γομόρραν ἀνέρχονται πρὸς ἐμέ· αἱ ἁμαρτίαι των εἶναι πάρα πολὺ μεγάλαι.

Τρεμπέλα

Καὶ ἀμέσως ὁ Κύριος ἀρχίζει τὴν ἀποκάλυψίν του εἰς τὸν Ἀβραάμ, λέγων: «Φωνὲς πολλὲς καὶ μεγάλες· κραυγὲς δυνατές, ἀγωνιώδεις ἀνεβαίνουν εἰς τὸν οὐρανὸν πρὸς ἐμὲ ἀπὸ τὰ Σόδομα καὶ τὴν Γομόρραν· εἶναι οἱ κραυγὲς ποὺ προέρχονται ἀπὸ τὶς μεγάλες καὶ πολλὲς ἀδικίες των. Οἱ ἁμαρτίες τῶν κατοίκων τῶν δύο αὐτῶν πόλεων εἶναι τόσον μεγάλες, ὥστε δὲν ἠμπορεῖ νὰ τὶς βαστάσῃ πλέον ἡ μακροθυμία μου.

Γεν. 18,21

καταβὰς οὖν ὄψομαι, εἰ κατὰ τὴν κραυγὴν αὐτῶν τὴν ἐρχομένην πρός με συντελοῦνται, εἰ δὲ μή, ἵνα γνῶ.

Κολιτσάρα

Θὰ καταβῶ, λοιπόν, ἐκεῖ, διὰ νὰ ἴδω, ἐὰν πράγματι αἱ ἁμαρτίαι των εἶναι ὅπως αἱ κραυγαὶ ποὺ ἀνέρχονται πρὸς ἐμὲ ἢ ὄχι. Ὁπωσδήποτε θέλω νὰ μάθω»!

Τρεμπέλα

Πρέπει λοιπὸν νὰ κατέβω ἐκεῖ διὰ νὰ ἴδω, ἐὰν οἱ ἁμαρτίες των γίνωνται πράγματι, ὅπως ἀκριβῶς ἀνεβαίνουν πρὸς ἐμὲ οἱ θρηνητικὲς κραυγὲς τῶν ἀδικουμένων ἢ ὄχι. Θέλω νὰ πληροφορηθῶ, νὰ μάθω ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως, ἐάν οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ πράττουν τόσες παρανομίες».

Γεν. 18,22

καὶ ἀποστρέψαντες ἐκεῖθεν οἱ ἄνδρες ἦλθον εἰς Σόδομα. Ἁβραὰμ δὲ ἔτι ἦν ἑστηκὼς ἐναντίον Κυρίου.

Κολιτσάρα

Δύο δὲ ἀπὸ τοὺς ξένους αὐτοὺς ἄνδρας ἀνεχώρησαν ἀπὸ ἐκεῖ καὶ ἦλθαν εἰς τὰ Σόδομα. Ὁ Ἁβραὰμ ἦτο ὄρθιος ἐκεῖ πλησίον τοῦ Κυρίου.

Τρεμπέλα

Καὶ οἱ δύο ἀπὸ τοὺς τρεῖς φιλοξενουμένους τοῦ Ἀβραὰμ ἐπροχώρησαν πρὸς τὰ Σόδομα καὶ ἔφθασαν ἐκεῖ. Ὁ Ἀβραὰμ δὲ συνέχιζε νὰ στέκεται ὄρθιος ἐμπρὸς εἰς τὸν Κύριον, ὁ ὁποῖος ἔμεινε μαζὶ μὲ τὸν εὐσεβῆ δοῦλον του.

Γεν. 18,23

καὶ ἐγγίσας Ἁβραὰμ εἶπε· μὴ συναπολέσῃς δίκαιον μετὰ ἀσεβοῦς καὶ ἔσται ὁ δίκαιος ὡς ὁ ἀσεβής;

Κολιτσάρα

Ἐπλησίασε τὸν Κύριον καὶ τοῦ εἶπε· «θὰ κατάστρεψῃς τάχα τὸν δίκαιον μαζῆ μὲ τὸν ἀσεβῆ καὶ θὰ εἶναι ὁ δίκαιος εἰς τὴν αὐτὴν θέσιν, ὅπως καὶ ὁ ἀσεβής;

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Ἀβραάμ, ἀφοῦ ἐπλησίασε τὸν Κύριον, εἶπε: «Εἶναι δυνατὸν νὰ καταστρέψῃς τὸν δίκαιον μαζὶ μὲ τὸν ἀσεβῆ καὶ θὰ εἶναι λοιπὸν ὁ δίκαιος εἰς τὴν ἰδίαν μοῖραν μὲ τὸν ἀσεβῆ;

Γεν. 18,24

ἐὰν ὦσι πεντήκοντα δίκαιοι ἐν τῇ πόλει, ἀπολεῖς αὐτούς; οὐκ ἀνήσεις πάντα τὸν τόπον ἕνεκεν τῶν πεντήκοντα δικαίων, ἐὰν ὦσιν ἐν αὐτῇ;

Κολιτσάρα

Ἐὰν εὑρίσκωνται πενῆντα δίκαιοι εἰς τὴν πόλιν αὐτήν, θὰ καταστρέψῃς καὶ αὐτοὺς μαζῆ μὲ τοὺς πονηρούς; Δὲν θὰ ἀφήσῃς ἄθικτον ὅλην τὴν πόλιν ἕνεκα τῶν πεντήκοντα αὐτῶν δικαίων, οἱ ὁποῖοι θὰ εὑρίσκωνται εἰς αὐτήν;

Τρεμπέλα

Ἐὰν εὑρίσκωνται εἰς τὴν πόλιν αὐτὴν πενήντα δίκαιοι, θὰ τοὺς καταστρέψῃς μαζὶ μὲ τοὺς ἀσεβεῖς; Δὲν θὰ ἀφήσῃς ἀτιμώρητον ὅλην τὴν πόλιν ἕνεκα τῶν πενήντα δικαίων, ἐὰν αὐτοὶ ζοῦν εἰς τὴν πόλιν αὐτήν;

Γεν. 18,25

μηδαμῶς σὺ ποιήσεις ὡς τὸ ῥῆμα τοῦτο, τοῦ ἀποκτεῖναι δίκαιον μετὰ ἀσεβοῦς, καὶ ἔσται ὁ δίκαιος ὡς ὁ ἀσεβής. μηδαμῶς· ὁ κρίνων πᾶσαν τὴν γῆν, οὐ ποιήσεις κρίσιν;

Κολιτσάρα

Ποτὲ σὺ ὁ δίκαιος Θεὸς δὲν θὰ κάμῃς κάτι τέτοιο, νὰ φονεύσῃς δηλαδὴ τὸν δίκαιον μαζῆ μὲ τὸν ἀσεβῆ, ὥστε νὰ ἔχῃ ὁ δίκαιος τὴν αὐτὴν τύχην μὲ τὸν ἀσεβῆ. Ποτὲ δὲν θὰ κάμῃς κάτι τέτοιο. Λοιπόν, σὺ ὁ δίκαιος κριτὴς ὅλης τῆς οἰκουμένης δὲν θὰ κάμῃς καὶ εἰς τὴν περίστασιν αὐτὴν δικαίαν κρίσιν;»

Τρεμπέλα

Οὐδέποτε σὺ ὁ Θεὸς θὰ κάμῃς κάτι τέτοιο· ποτὲ δηλαδὴ δὲν θὰ φονεύσῃς τὸν δίκαιον μαζὶ μὲ τὸν ἀσεβῆ· εἶναι ἀδύνατον σὺ ὁ δίκαιος νὰ ἐξισώσῃς δίκαιον καὶ ἀσεβῆ καὶ νὰ συμπεριφερθῇς πρὸς αὐτοὺς μὲ τὸν ἴδιον τρόπον· οὐδέποτε θὰ κάμῃς κάτι τέτοιο. Σύ, ὁ ὁποῖος εἶσαι ὁ δίκαιος κριτὴς ὅλου τοο κόσμου, δὲν θὰ ἐφαρμόσῆς καὶ ἐδῶ δικαιοσύνην;»

Γεν. 18,26

εἶπε δὲ Κύριος· ἐὰν ὦσιν ἐν Σοδόμοις πεντήκοντα δίκαιοι ἐν τῇ πόλει, ἀφήσω ὅλην τὴν πόλιν καὶ πάντα τὸν τόπον δι’ αὐτούς.

Κολιτσάρα

Ἀπήντησεν ὁ Κύριος· «ἐὰν ὑπάρχουν εἰς τὴν πόλιν τῶν Σοδόμων πενῆντα δίκαιοι, ἐγὼ χάριν αὐτῶν θὰ ἀφήσω ἄθικτον ὅλην τὴν πόλιν καὶ τὴν περιοχὴν αὐτῆς».

Τρεμπέλα

Ὁ φιλάνθρωπος Κύριος ἐσυμφώνησε μὲ τὴν παράκλησιν τοῦ Πατριάρχου καὶ τοῦ ἀπάντησε· «δέχομαι τὴν ἱκεσίαν σου· ἐὰν εὑρίσκωνται εἰς τὰ Σόδομα πενήντα δίκαιοι, δὲν θὰ καταστρέψω ὁλόκληρον τὴν πόλιν καὶ ὅλον τὸν τόπον ἐκεῖνον πρὸς χάριν αὐτῶν τῶν ὀλίγων δικαίων».

Γεν. 18,27

καὶ ἀποκριθεὶς Ἁβραὰμ εἶπε· νῦν ἠρξάμην λαλῆσαι πρὸς τὸν Κύριόν μου, ἐγὼ δέ εἰμι γῆ καὶ σποδός·

Κολιτσάρα

Λαβὼν τὸν λόγον καὶ πάλιν ὁ Ἁβραὰμ εἶπε· «ἔχω ἤδη ἀρχίσει νὰ ὁμιλῶ πρὸς τὸν Κύριον, ἂν καὶ ἐγὼ εἶμαι χῶμα καὶ στάκτη. Ἐπίτρεψέ μου νὰ ἐρωτήσω καὶ πάλιν.

Τρεμπέλα

Ὁ Ἀβραάμ, ἀφοῦ ἐπῆρε θάρρος καὶ ἐγνώρισε τὴν φιλανθρωπίαν τοῦ Θεοῦ, ὑπέβαλε μὲ ταπείνωσιν καὶ συστολὴν δευτέραν παράκλησιν καὶ εἶπε: «Τώρα ἄρχισα νὰ ὁμιλῶ πρὸς τὸν Κύριόν μου· τολμῶ δὲ νὰ ὁμιλῶ, ἂν καὶ εἶμαι ἐμπρός σου ὡσὰν τὸ χῶμα, ποὺ πατοῦμεν· ὡσὰν τὴν στάχτην, ποὺ τὴν πετοῦν οἱ ἄνθρωποι ὡς ἄχρηστον πρᾶγμα.

Γεν. 18,28

ἐὰν δὲ ἐλαττονωθῶσιν οἱ πεντήκοντα δίκαιοι εἰς τεσσαρακονταπέντε, ἀπολεῖς ἕνεκεν τῶν πέντε πᾶσαν τὴν πόλιν; καὶ εἶπεν· οὐ μὴ ἀπολέσω, ἐὰν εὕρω ἐκεῖ τεσσαρακονταπέντε.

Κολιτσάρα

Ἐὰν ἐλαττωθοῦν οἱ πενῆντα δίκαιοι εἰς σαράντα πέντε, ἕνεκα τῶν πέντε δικαίων ποὺ θὰ λείπουν, θὰ καταστρέψῃς τὴν πόλιν;» Καὶ εἶπεν ὁ Θεός· «δὲν θὰ τὴν καταστρέψω, ἐὰν εὕρω ἐκεῖ σαράντα πέντε δικαίους».

Τρεμπέλα

Ἐὰν ὀλιγοστεύσουν οἱ πενήντα δίκαιοι κατὰ πέντε καὶ εὑρεθοῦν εἰς τὴν πόλιν τῶν Σοδόμων σαράντα πέντε δίκαιοι, θὰ καταστρέψῃς ὁλόκληρον τὴν πόλιν ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως αὐτῶν τῶν πέντε δικαίων;» Καὶ ὁ φιλάνθρωπος Θεὸς ἀπάντησεν εἰς τὸν Ἀβραάμ· «ὄχι· δὲν θὰ καταστρέψω τὴν πόλιν, ἐὰν εὕρω εἰς αὐτὴν σαράντα πέντε δικαίους».

Γεν. 18,29

καὶ προσέθηκεν ἔτι λαλῆσαι πρὸς αὐτόν, καὶ εἶπεν· ἐὰν δὲ εὑρεθῶσιν ἐκεῖ τεσσαράκοντα; καὶ εἶπεν· οὐ μὴ ἀπολέσω ἕνεκεν τῶν τεσσαράκοντα.

Κολιτσάρα

Ἐτόλμησεν ὁ Ἁβραὰμ νὰ ὁμιλήσῃ ἀκόμη πρὸς τὸν Θεὸν καὶ εἶπε· «ἐὰν εὐρεθοῦν ἐκεῖ σαράντα δίκαιοι, θὰ καταστρέψῃς τὴν πόλιν;» Ἀπήντησεν ὁ Θεός· «δὲν θὰ τὴν καταστρέψω ἔνεκα τῶν τεσισαράκοντα δικαίων».

Τρεμπέλα

Ὁ δίκαιος Πατριάρχης ἐτόλμησε νὰ ὁμιλήσῃ πάλιν πρὸς τὸν Κύριον τοῦ οὐρανοῦ καὶ δειλά - δειλὰ εἶπεν· «ἐὰν δὲ εὐρεθοῦν ἐκεῖ εἰς τὰ Σόδομα σαράντα δίκαιοι, θὰ καταστρέψῃς τὴν πόλιν;» Καὶ ὁ Θεὸς τοῦ ἀπάντησε· «δὲν θὰ καταστρέψω τὴν πόλιν, ἐὰν εὕρω ἐκεῖ σαράντα δικαίους· πρὸς χάριν των δὲν θὰ τὴν τιμωρήσω».

Γεν. 18,30

καὶ εἶπε· μή τι κύριε, ἐὰν λαλήσω; ἐὰν δὲ εὑρεθῶσιν ἐκεῖ τριάκοντα; καὶ εἶπεν· οὐ μὴ ἀπολέσω ἕνεκεν τῶν τριάκοντα.

Κολιτσάρα

Εἶπεν ἀκόμη ὁ Ἁβραάμ· «μήπως, Κύριε, θὰ ὀργισθῇς, ἐὰν καὶ πάλιν ὁμιλήσω; Ἐὰν εὐρεθοῦν ἐκεῖ τριάκοντα δίκαιοι;» Καὶ εἶπεν ὁ Θεός· «πρὸς χάριν αὐτῶν τῶν τριάκοντα δὲν θὰ καταστρέψω τὴν πόλιν».

Τρεμπέλα

Ὁ δίκαιος Ἀβραάμ, ὡσὰν νὰ ἔνοιωσε ἐντροπὴν διὰ τὴν πολλὴν μακροθυμίαν τοῦ Θεοῦ καὶ ἐπειδὴ ἐφοβήθη μήπως δώσῃ τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι ἀσεβεῖ καὶ παρακαλεῖ περισσότερον ἀπὸ ὅ,τι πρέπει, εἶπε: «Μήπως θυμώσῃς, Κύριε, ἐὰν ὁμιλήσω καὶ πάλιν; Ἐὰν εὐρεθοῦν ἔτσι τριάντα δίκαιοι;» Καὶ ὁ Θεὸς τοῦ ἀπάντησεν· «ὅχι· δὲν θὰ καταστρέψω τὴν πόλιν, ἐὰν εὐρεθοῦν ἐκεῖ τριάντα· πρὸς χάριν τῶν τριάντα δικαίων δὲν θὰ τὴν ἐξολοθρεύσω».

Γεν. 18,31

καὶ εἶπεν· ἐπειδὴ ἔχω λαλῆσαι πρὸς τὸν κύριον· ἐὰν δὲ εὑρεθῶσιν ἐκεῖ εἴκοσι; καὶ εἶπεν· οὐ μὴ ἀπολέσω, ἐὰν εὕρω ἐκεῖ εἴκοσι.

Κολιτσάρα

Εἶπε πάλιν ὁ Ἁβραάμ· «Ἂς μὲ συγχωρήσᾳ ὁ Κύριος ἐπειδὴ ἔχω ἀκόμη κάτι νὰ ἐρωτήσω αὐτόν. Ἐὰν εὑρεθοῦν ἐκεῖ εἴκοσι;» Καὶ εἶπεν ὁ Θεός· «Καὶ εἴκοσι ἐὰν εὕρω ἐκεῖ, δὲν θὰ καταστρέψω τὴν πόλιν».

Τρεμπέλα

Ἀλλ’ ὁ Ἀβραάμ, παρακινούμενος ἀπὸ μεγάλην φιλοστοργίαν, συνέχισε τὴν παράκλησίν του μὲ ἐπιμόνην καὶ εἶπεν· «ἐπειδὴ ἔχω τὸ θάρρος νὰ ὁμιλησω καὶ πάλιν πρὸς τὸν Κύριόν μου, τολμῶ καὶ τὸν ἐρωτῶ· ἐὰν εὐρεθοῦν ἐκεῖ εἴκοσι δίκαιοι;» Καὶ ὁ φιλάνθρωπος Θεὸς συγκαταβαίνων πρὸς τὴν ἐρώτησιν τοῦ ἐναρέτου δούλου του ἀπάντησεν· «ὄχι· δεν θὰ καταστρέψω τὴν πόλιν, ἐὰν εὕρω εἰς αὐτὴν εἴκοσι δικαίους· πρὸς χάριν των δὲν θὰ τὴν ἐξολοθρεύσω».

Γεν. 18,32

καὶ εἶπε· μήτι κύριε, ἐὰν λαλήσω ἔτι ἅπαξ· ἐὰν δὲ εὑρεθῶσιν ἐκεῖ δέκα; καὶ εἶπεν· οὐ μὴ ἀπολέσω ἕνεκεν τῶν δέκα.

Κολιτσάρα

Εἶπε δὲ ὁ Ἁβραάμ· «Μήπως Κύριε, θὰ ὀργισθῇς ἐναντίον μου ἐὰν ὑποβάλω μίαν ἀκόμη ἐρώτησιν; Ἐὰν εὐρεθοῦν ἐκεῖ δέκα;» Ἀπήντησεν ὁ Θεός· «δὲν θὰ καταστρέψω τὴν πόλιν πρὸς χάριν αὐτῶν τῶν δέκα».

Τρεμπέλα

Ὁ δίκαιος Ἀβραάμ, βλέπων τὸν πλοῦτον τῆς θείας συγκαταβάσεως καὶ φιλανθρωπίας, εἶπε πάλιν: «Μήπως θυμώσῃς, Κύριε, ἐὰν ὁμιλήσω ἀκόμη μίαν φοράν; Μήπως κάμνω κάτι ἄξιον κατακρίσεως, ἐὰν ὁμιλήσω ἀκόμη μίαν φοράν; Καὶ ἐὰν εὑρεθοῦν ἐκεῖ δέκα δίκαιοι;» Καὶ ὁ μακρόθυμος Θεὸς τοῦ ἀπάντησεν· «ὄχι· δεν θὰ καταστρέφω τὴν πόλιν πρὸς χάριν αὐτῶν τῶν δέκα δικαίων».

Γεν. 18,33

ἀπῆλθε δὲ ὁ Κύριος, ὡς ἐπαύσατο λαλῶν τῷ Ἁβραάμ, καὶ Ἁβραὰμ ἀπέστρεψεν εἰς τὸν τόπον αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

Ὅταν δὲ ἔπαυσε πλέον νὰ ὁμιλῇ ὁ Ἁβραάμ, ἀνεχώρησεν ὁ Θεός· καὶ ὁ Ἁβραὰμ ἐπανῆλθεν εἰς τὸν τόπον του.

Τρεμπέλα

Καὶ ὅταν ἔπαυσεν ὁ Κύριος νὰ συνομιλῇ με τὸν Ἀβραάμ, ὁ ὁποῖος ἐσιώπησε πλέον, ἀνεχώρησε. Καὶ ὁ Ἀβραὰμ ἐπέστρεψεν εἰς τὸν τόπον, ὅπου εὑρίσκετο ἡ σκηνή του. Ἐκαθησεν ἥσυχος καὶ ἐπερίμενε νὰ ἴδῃ τί θὰ ἀπογίνῃ.

Κεφάλαιο 19

Γεν. 19,1

Ἦλθον δὲ οἱ δύο ἄγγελοι εἰς Σόδομα ἑσπέρας· Λὼτ δὲ ἐκάθητο παρὰ τὴν πύλην Σοδόμων. ἰδὼν δὲ Λώτ, ἐξανέστη εἰς συνάντησιν αὐτοῖς καὶ προσεκύνησε τῷ προσώπῳ ἐπὶ τὴν γῆν.

Κολιτσάρα

Κατὰ δὲ τὴν ἑσπέραν ἔφθασαν οἱ δύο ἄγγελοι εἰς τὰ Σόδομα. Ὁ Λὼτ ἐκάθητο κοντὰ εἰς τὴν πύλην τῶν Σοδόμων. Ὅταν εἶδε τοὺς ξένους, ἠγέρθη, ἐπροχώρησεν εἰς συνάντησίν των, τοὺς ἐπροσκύνησε μέχρις ἐδάφους

Τρεμπέλα

Ἐνῷ ὁ Κύριος συνωμιλοῦσε ἀκόμη μὲ τὸν Ἀβραάμ, οἱ δύο ἄγγελοι, ποὺ ἐχωρίσθησαν ἀπὸ (αὐτούς, ἔφθασαν εἰς τὰ Σόδομα κατὰ τὸ βράδυ, διὰ νὰ ἐκτελέσουν τὴν ἐντολὴν ποὺ ἔλαβαν ἀπὸ τὸν Θεόν. Παρ’ ὅλον ὅτι ἐτελείωσεν ἡ ἡμέρα, ὁ Λὼτ ἐκάθητο κοντὰ εἰς τὴν πύλην τῶν Σοδόμων ἕτοιμος νὰ προσφέρῃ φιλοξενίαν, διότι ἐγνώριζε τὴν κακότητα καὶ τὸ ἀφιλόξενον τῶν Σοδομιτῶν. Ὅταν εἶδε τοὺς δύο ἀγγέλους, ἐσηκώθη ἀπὸ τὴν θέσιν του καὶ ἔτρεξε πρὸς συνάντησίν των καὶ τοὺς ἐπροσκύνησε μὲ τὸ πρόσωπον εἰς τὴν γῆν, ἂν καὶ δὲν ἐγνώριζε ὅτι ἦσαν ἄγγελοι,

Γεν. 19,2

καὶ εἶπεν· ἰδοὺ κύριοι, ἐκκλίνατε εἰς τὸν οἶκον τοῦ παιδὸς ὑμῶν καὶ καταλύσατε καὶ νίψασθε τοὺς πόδας ὑμῶν, καὶ ὀρθρίσαντες ἀπελεύσεσθε εἰς τὴν ὁδὸν ὑμῶν. καὶ εἶπαν· οὐχί, ἀλλ’ ἐν τῇ πλατείᾳ καταλύσομεν.

Κολιτσάρα

καὶ εἶπεν· «ἰδοὺ σᾶς παρακαλῶ, κύριοι, λοξοδρομήσατε εἰς τὸν οἶκον τοῦ δούλου σας νὰ καταλύσετε ἐκεῖ, νὰ πλύνετε τοὺς πόδας σας καὶ ἐνωρὶς τὸ πρωΐ συνεχίζετε τὸν δρόμον σας». Ἐκεῖνοι εἶπον· «ὄχι. Εἰς τὴν πλατεῖαν, εἰς τὸ ὕπαιθρον θὰ διανυκτερεύσωμεν».

Τρεμπέλα

καὶ τοὺς εἶπε: «Κύριοι, νά· περάστε, παρακαλῶ, εἰς τὸ σπίτι τοῦ δούλου σας, καὶ διανυκτερεύσετε κοντά μου καὶ πλύνετε τὰ πόδια σας, ποὺ εἶναι κουρασμένα καὶ λερωμένα ἀπὸ τὴν ὁδοιπορίαν, καὶ ἀφοῦ σηκωθῆτε ἐνωρίς αὔριον τὸ πρωΐ συνεχίζετε τὸν δρόμον σας». Οἱ δύο ἄγγελοι ὅμως ἀπάντησαν: «Ὄχι· θὰ περάσωμεν τὴν νύκτα εἰς τὴν πλατεῖαν τῆς πόλεως, εἰς τὸ ὕπαιθρον».

Γεν. 19,3

καὶ κατεβιάζετο αὐτούς, καὶ ἐξέκλιναν πρὸς αὐτὸν καὶ εἰσῆλθον εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ. καὶ ἐποίησεν αὐτοῖς πότον, καὶ ἀζύμους ἔπεψεν αὐτοῖς, καὶ ἔφαγον.

Κολιτσάρα

Ὁ Λὼτ παρακλητικῶς ἐπίεζεν αὐτούς, ὥστε ἐκεῖνοι ὑπεχώρησαν. Ἐπῆγαν πρὸς αὐτὸν καὶ εἰσῆλθον εἰς τὸν οἶκον του. Ὁ Λὼτ παρέθεσεν εἰς αὐτοὺς δεῖπνον. Ἔψησεν ἄζυμον ἄρτον εἰς τὴν φωτιὰ καὶ ἔφαγον.

Τρεμπέλα

Ὅταν ὁ Λὼτ εἶδεν ὅτι ἀρνοῦνται, ἐπέμεινε· τοὺς ἐβίαζε μὲ παρακλήσεις καὶ τοὺς ἐπίεζε μὲ ἰκεσίες νὰ δεχθοῦν τὴν πρόσκλησίν του. Οἱ δύο ἄγγελοι, κατόπιν τῆς ἐπιμονῆς του, ὑπεχώρησαν, ἐλοξοδρόμησαν καὶ ἐμβῆκαν εἰς τὸ σπίτι του. Καὶ ὁ Λὼτ τοὺς παρέθεσε δεῖπνον τοὺς ἔδωκε νὰ πιοῦν, τοὺς ἔψησεν εἰς τὴν φωτιὰν ἄζυμες κουλοῦρες (λαγάνες) καὶ ἔφαγαν.

Γεν. 19,4

πρὸ τοῦ κοιμηθῆναι δέ, οἱ ἄνδρες τῆς πόλεως οἱ Σοδομῖται περιεκύκλωσαν τὴν οἰκίαν ἀπὸ νεανίσκου ἕως πρεσβυτέρου, ἅπας ὁ λαὸς ἅμα.

Κολιτσάρα

Ἀλλὰ πρὶν κοιμηθοῦν, οἱ ἄνδρες τῆς πόλεως, οἱ πονηροὶ Σοδομῖται ἀπὸ τοῦ νεωτέρου ἕως τοῦ γεροντοτέρου, ὅλος ὁ λαὸς μαζῆ, περιεκύκλωσαν τὴν οἰκίαν τοῦ Λώτ,

Τρεμπέλα

Προτοῦ ὅμως κοιμηθοῦν οἱ δύο φιλοξενούμενοι, οἱ κάτοικοι τῆς πόλεως, οἱ Σοδομίτες, ἀπὸ τὸν νεωτέρου μέχρι τοῦ γεροντοτέρου, ὅλος ἀνεξαιρέτως ὁ λαὸς τῶν Σοδόμων, ἐκύκλωσαν τὸ σπίτι τοῦ Λώτ.

Γεν. 19,5

καὶ ἐξεκαλοῦντο τὸν Λὼτ καὶ ἔλεγον πρὸς αὐτόν· ποῦ εἰσιν οἱ ἄνδρες οἱ εἰσελθόντες πρὸς σὲ τὴν νύκτα; ἐξάγαγε αὐτοὺς πρὸς ἡμᾶς, ἵνα συγγενώμεθα αὐτοῖς.

Κολιτσάρα

καὶ ἔξω ἀπὸ αὐτὴν ἐφώναζον πρὸς τὸν Λὼτ καὶ τοῦ ἔλεγαν· «ποῦ εἶναι οἱ ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὴν ἑσπέραν εἰσῆλθον εἰς τὸ σπίτι σου; Βγάλε τους πρὸς ἡμᾶς ἔξω, διὰ νὰ ἀσελγήσωμεν ἐπάνω εἰς αὐτούς»!

Τρεμπέλα

Καὶ ἐνῷ ἐστέκοντο ἔξω ἀπὸ αὐτό, ἐφώναζαν πρὸς τὸν Λὼτ καὶ τοῦ ἔλεγαν: «Ποὺ εἶναι οἱ δύο ἄνδρες, ποὺ ἦλθαν τὴν νύκτα εἰς τὸ σπίτι σου; Βγάλε τους ἔξω, παράδωσέ τους εἰς ἡμᾶς διὰ νὰ ἀσελγήσωμεν εἰς αὐτούς»!

Γεν. 19,6

ἐξῆλθε δὲ Λὼτ πρὸς αὐτοὺς πρὸς τὸ πρόθυρον, τὴν δὲ θύραν προσέῳξεν ὀπίσω αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

Ἐβγῆκεν ὁ Λὼτ πρὸς αὐτοὺς ἔμπροσθεν ἀπὸ τὴν θύραν, τὴν δὲ θύραν ἔκλεισεν ἀσφαλῶς ὀπίσω ἀπ’ αὐτόν.

Τρεμπέλα

Ὁ Λὼτ ἐβγῆκε ἔξω ἀπὸ τὴν πόρταν καὶ ἦλθε πρὸς αὐτοὺς καὶ ἐπειδὴ ἐφοβεῖτο διὰ τὴν ἀσφάλειαν τῶν ξένων, ἐτράβηξε πίσω του τὴν πόρταν, ὥστε νὰ κλείοῃ καλά,

Γεν. 19,7

εἶπε δὲ πρὸς αὐτούς· μηδαμῶς ἀδελφοί, μὴ πονηρεύσησθε.

Κολιτσάρα

Εἶπε δὲ πρὸς αὐτούς· «ἀδελφοί, κατ’ οὐδένα τρόπον καὶ λόγον δὲν πρέπει νὰ πραγματοποιήσετε τὸ πονηρὸν τοῦτο.

Τρεμπέλα

καὶ τοὺς εἶπε: «Ἀδελφοί· κατ’ οὐδένα τρόπον, καθόλου δὲν πρέπει νὰ προβῆτε εἰς αὐτὴν τὴν αἰσχρὰν πρᾶξιν.

Γεν. 19,8

εἰσὶ δέ μοι δύο θυγατέρες, αἳ οὐκ ἔγνωσαν ἄνδρα· ἐξάξω αὐτὰς πρὸς ὑμᾶς, καὶ χρᾶσθε αὐταῖς, καθὰ ἂν ἀρέσκῃ ὑμῖν· μόνον εἰς τοὺς ἄνδρας τούτους μὴ ποιήσητε ἄδικον, οὗ εἵνεκεν εἰσῆλθον ὑπὸ τὴν σκέπην τῶν δοκῶν μου.

Κολιτσάρα

Ἐντὸς τοῦ σπιτιοῦ μου ὑπάρχουν αἱ δύο, θυγατέρες μου, παρθένοι, αἱ ὁποῖαι δὲν ἐγνώρισαν ἄνδρα. Θὰ τὰς φέρω πρὸς σᾶς καὶ χρησιμοποιήσατέ τας, ὅπως σᾶς ἀρέσει. Μόνον εἰς τοὺς ἄνδρας αὐτοὺς μὴ θελήσετε νὰ κάμετε κάτι τὸ κακόν, διότι εἰσῆλθον ὑπὸ τὴν στέγην μου καὶ ὡς φιλοξενούμενοι εὑρίσκονται ὑπὸ τὴν προστασίαν μου».

Τρεμπέλα

Διὰ νὰ καθησυχάσετε τὴν ἔξαρσιν τῆς μανίας σας καὶ διὰ νὰ εἶναι ἐλαφροτέρα ἡ ἁμαρτία ποὺ τολμᾶτε, ἔχω δύο θυγατέρες παρθένους, ποὺ δὲν ἐγνώρισαν ἄνδρα, μέσα εἰς τὸ σπίτι· θὰ σᾶς παραδώσω αὐτὲς καὶ χρησιμοποιήσετέ τες ὅπως σᾶς ἀρέσει· χορτάσετε τὴν πονηρὰν ἐπιθυμίαν σας μὲ αὐτές. Μόνον μὴ ἀδικήσετε τοὺς δύο ἄνδρες, ποὺ φιλοξενῶ, διὰ νὰ μὴ θεωρηθῶ ἐγὼ αἴτιος τῆς προσβολῆς αὐτῆς· διότι ἐμβῆκαν εἰς τὸ σπίτι μου κάτω ἀπὸ τὰ δοκάρια τοῦ σπιτιοῦ μου, ὡς φιλοξενούμενοι, καὶ πρέπει νὰ τοὺς προστατεύσω».

Γεν. 19,9

εἶπαν δὲ αὐτῷ· ἀπόστα ἐκεῖ. εἰσῆλθες παροικεῖν· μὴ καὶ κρίσιν κρίνειν; νῦν οὖν σὲ κακώσωμεν μᾶλλον ἢ ἐκείνους. καὶ παρεβιάζοντο τὸν ἄνδρα τὸν Λὼτ σφόδρα. καὶ ἤγγισαν συντρίψαι τὴν θύραν.

Κολιτσάρα

Ἐκεῖνοι ἐξηγριωμένοι εἶπον εἰς αὐτόν· «παραμέρισε ἀπὸ ἐκεῖ καὶ φύγε· ἦλθες ἀπὸ ἄλλην χώραν καὶ μένεις σὰν ξένος μαζῆ μας. Μήπως θέλεις νὰ γίνῃς καὶ δικαστής μας; Λοιπὸν τώρα θὰ κακοποιήσωμεν περισσότερον ἐσὲ παρὰ ἐκείνους». Ὥρμησαν ἐξηγριωμένοι καὶ ἐχειροδίκουν ἐναντίον τοῦ Λώτ, τὸν ἀπωθοῦσαν βιαίως καὶ ἐπλησίασαν διὰ νὰ συντρίψουν τὴν θύραν.

Τρεμπέλα

Οἱ ἀκόλαστοι ὅμως Σοδομῖτες τοῦ ἀπάντησαν: «Φύγε ἀπὸ ἐκεῖ· δεν εἶσαι μόνιμος κάτοικος ἐδῶ. Ἦλθες ἀπὸ ἄλλην χώραν, μένεις μαζί μας ὡς ξένος καὶ θέλεις νὰ γίνῃς δικαστὴς καὶ κριτής μας; Τώρα λοιπὸν θὰ κακοποιήσωμεν περισσότερον ἐσένα παρὰ τοὺς φιλοξενουμένους σου». Καὶ ὥρμησαν ὡς λύκοι κατὰ τοῦ Λὼτ καὶ ἐπλησίασαν εἰς τὴν πόρταν διὰ νὰ τὴν σπάσουν καὶ νὰ χυθοῦν μέσα εἰς τὸ σπίτι.

Γεν. 19,10

ἐκτείναντες δὲ οἱ ἄνδρες τὰς χεῖρας εἰσεσπάσαντο τὸν Λὼτ πρὸς ἑαυτοὺς εἰς τὸν οἶκον, καὶ τὴν θύραν τοῦ οἴκου ἀπέκλεισαν·

Κολιτσάρα

Οἱ δύο ἄνδρες ὅμως ἄπλωσαν τὰ χέρια των, ἐτράβηξαν πρὸς τὸν ἑαυτόν των καὶ ἔβαλαν τὸν Λὼτ εἰς τὸν οἶκον καὶ ἔκλεισαν ἀσφαλῶς τὴν θύραν τοῦ σπιτιοῦ.

Τρεμπέλα

Ἀφοῦ ὁ Λὼτ ἔκαμεν ὅ,τι τοῦ ἦταν δυνατόν, οἱ δύο φιλοξενούμενοι ἐφανέρωσαν τὴν δύναμίν των καὶ τὸν ὑπερασπίσθηκαν. Ἄπλωσαν τὰ χέρια των, τὸν ἐτράβηξαν κοντά τους μέσα εἰς τὸ σπίτι τὸν Λὼτ καὶ ἔκλεισαν τὴν πόρταν μὲ τόσην εὐκολίαν, ὡσὰν νὰ μὴ ἦταν κανεὶς ἀπ’ ἔξω.

Γεν. 19,11

τοὺς δὲ ἄνδρας τοὺς ὄντας ἐπὶ τῆς θύρας τοῦ οἴκου ἐπάταξαν ἐν ἀορασίᾳ ἀπὸ μικροῦ ἕως μεγάλου, καὶ παρελύθησαν ζητοῦντες τὴν θύραν.

Κολιτσάρα

Τοὺς δὲ ἄνδρας, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκοντο εἰς τὴν θύραν, τοὺς ἐτιμώρησαν ὅλους μὲ τύφλωσιν ἀπὸ μικροῦ ἕως μεγάλου καὶ ἔτσι ἐκεῖνοι ἀπέκαμαν ψάχνοντες νὰ εὕρουν τὴν θύραν.

Τρεμπέλα

Τοὺς δὲ ἄνδρες τοὺς Σοδομῖτες, ποὺ ἦσαν συγκεντρωμένοι ἐμπρὸς εἰς τὴν πόρταν τοῦ σπιτιοῦ, τοὺς ἐτιμώρησαν ὅλους μὲ ἀορασίαν, ἀπὸ μικροῦἰμέχρι μεγάλου· τότε ὅλοι ἐκεῖνοι ἕνεκα τῆς ἀορασίας παρέλυσαν καὶ ἀπέκαμαν εἰς τὴν ἀναζήτησιν τῆς πόρτας τοῦ σπιτιοῦ τοῦ Λώτ.

Γεν. 19,12

Εἶπαν δὲ οἱ ἄνδρες πρὸς Λώτ· εἰσί σοι ὧδε γαμβροὶ ἢ υἱοὶ ἢ θυγατέρες; ἢ εἴτις σοι ἄλλος ἐστὶν ἐν τῇ πόλει, ἐξάγαγε ἐκ τοῦ τόπου τούτου·

Κολιτσάρα

Οἱ δύο ξένοι εἶπον τότε εἰς τὸν Λώτ· μήπως ὑπάρχουν ἐδῶ εἰς τὴν πόλιν αὐτὴν γαμβροί σου ἢ υἱοί σου ἢ θυγατέρες ἢ κανένας ἄλλος ἰδικός σου; Πάρε τους καὶ βγάλε τους ἀπὸ τὸν τόπον αὐτόν.

Τρεμπέλα

Οἱ δύο ἄνδρες, ποὺ ἐφιλοξενοῦσεν ὁ Λώτ, τοῦ εἶπαν: «Μήπως ὑπάρχοον ἐδῶ εἰς τὴν πόλιν γαμβροί σου ἢ υἱοί σου ἢ θυγατέρες σου; Μήπως ὑπάρχει κανεὶς ἄλλος ἰδικός σου εἰς τὴν πόλιν ἢ ἐπιθυμεῖς νὰ σώσῃς κάποιον ἄλλον γνωστόν σου, ποὺ νὰ μὴ εἶναι ἁμαρτωλὸς ὡσὰν τοὺς ἄλλους Σοδομίτες; Ὁδήγησέ τους γρήγορα ἔξω ἀπὸ τὸν τόπον αὐτόν,

Γεν. 19,13

ὅτι ἡμεῖς ἀπόλλυμεν τὸν τόπον τοῦτον, ὅτι ὑψώθη ἡ κραυγὴ αὐτῶν ἔναντι Κυρίου, καὶ ἀπέστειλεν ἡμᾶς Κύριος ἐκτρίψαι αὐτήν.

Κολιτσάρα

Διότι ἡμεῖς καταστρέφομεν τὸν τόπον αὐτόν, ἐπειδὴ ἡ κραυγὴ τῶν φοβερῶν ἀνομιῶν των ἔφθασε μεγάλη ἐνώπιον τοῦ Κυρίου. Καὶ ὁ Κύριος μᾶς ἀπέστειλε νὰ καταστρέψωμεν καὶ νὰ ἐξαφανίσωμεν ἐξ ὁλοκλήρου αὐτοὺς καὶ τὸν τόπον των».

Τρεμπέλα

ἐπειδὴ πρόκειται νὰ καταστρέψωμεν τὴν περιοχὴν αὐτὴν διότι ἡ βοὴ καὶ ἡ κατακραυγὴ ἐναντίον τῶν κατοίκων τῆς περιοχῆς αὐτῆς εἶναι μεγάλη καὶ ἀνυπόφορος ἐνώπιον καὶ αὐτοῦ τοῦ μακροθύμου Κυρίου, καὶ ὁ Κύριος μᾶς ἀπέστειλε διὰ να τοὺς ἐξολοθρεύσωμεν»,

Γεν. 19,14

ἐξῆλθε δὲ Λὼτ καὶ ἐλάλησε πρὸς τοὺς γαμβροὺς αὐτοῦ τοὺς εἰληφότας τὰς θυγατέρας αὐτοῦ καὶ εἶπεν· ἀνάστητε καὶ ἐξέλθετε ἐκ τοῦ τόπου τούτου, ὅτι ἐκτρίβει Κύριος τὴν πόλιν. ἔδοξε δὲ γελοιάζειν ἐναντίον τῶν γαμβρῶν αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

Ἐξῆλθεν ὁ Λὼτ ἀπὸ τὸ σπίτι του, ὡμίλησε πρὸς τοὺς μνηστῆρας τῶν θυγατέρων του καὶ τοὺς εἶπε· «σηκωθῆτε ἀμέσως καὶ φύγετε μακρυὰ ἀπὸ τὸν τόπον τοῦτον, διότι ὁ Κύριος θὰ καταστρέψῃ τὴν πόλιν». Οἱ γαμβροί του ὅμως ἐνόμισαν ὅτι ὁ Λὼτ ἀστειεύεται μαζῆ των.

Τρεμπέλα

Ὅταν ὁ Λὼτ ἔμαθε τὸν σκοπὸν διὰ τὸν ὁποῖον ἦλθαν οἱ δύο ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι ἦσαν ἄγγελοι ὑπηρέτες τοῦ Θεοῦ, ἐβγῆκε ἀπὸ τὸ σπίτι του, συνάντησε τοὺς μέλλοντας γαμβρούς του, ποὺ εἶχαν μνηστευθῆ τὶς θυγατέρες του, καὶ τοὺς εἶπε: «Σηκωθῆτε ἀμέσως καὶ φύγετε γρήγορα ἀπὸ τὸν τόπον αὐτόν, διότι ὁ Κύριος πρόκειται καὶ καταστρέψῃ τὴν πόλιν». Ἀλλὰ οἱ μέλλοντες γαμβροί του ἐνόμισαν, ὅτι μὲ τὰ ὅσα τοὺς εἶπεν ἀστειεύεται, λέγει ἀνοησίες, καὶ δι’ αὐτὸ δεν τὸν ἀκολούθησαν.

Γεν. 19,15

ἡνίκα δὲ ὄρθρος ἐγίνετο, ἐσπούδαζον οἱ ἄγγελοι τὸν Λὼτ λέγοντες· ἀναστὰς λάβε τὴν γυναῖκά σου καὶ τὰς δύο θυγατέρας σου, ἃς ἔχεις, καὶ ἔξελθε, ἵνα μὴ καὶ σὺ συναπόλῃ ταῖς ἀνομίαις τῆς πόλεως.

Κολιτσάρα

Κατὰ δὲ τὰ ἐξημερώματα οἱ δύο ἄγγελοι ἐπίεζον καὶ ἐβίαζαν τὸν Λὼτ λέγοντες· «σήκω ἀμέσως, πάρε τὴν γυναῖκα σου καὶ τὰς δύο θυγατέρας σου καὶ φύγε ἔξω, διὰ νὰ μὴ καταστραφῇς καὶ σὺ μαζῆ μὲ τοὺς ἁμαρτωλοὺς κατοίκους αὐτῆς τῆς πόλεως».

Τρεμπέλα

Κατὰ τὴν αὐγὴν δὲ οἱ δύο ἄγγελοι ἐβίαζαν τὸν Λὼτ καὶ τὸν ἐπίεζαν λέγοντες: «Μὴ καθυστερῇς καθόλου· σήκω ἀμέσως καὶ πάρε τὴν γυναῖκα σου καὶ τὶς δύο θυγατέρες σου, τὶς ὁποῖες ἔχεις μαζί σου εἰς τὸ σπίτι, καὶ φύγε γρήγορα ῆξω ἀπὸ τὴν πόλιν, διὰ να μὴ τιμωρηθῇς καὶ σὺ μαζὶ μὲ τοὺς ἁμαρτωλοὺς κατοίκους της».

Γεν. 19,16

καὶ ἐταράχθησαν· καὶ ἐκράτησαν οἱ ἄγγελοι τῆς χειρὸς αὐτοῦ καὶ τῆς χειρὸς τῆς γυναικὸς αὐτοῦ καὶ τῶν χειρῶν τῶν δύο θυγατέρων αὐτοῦ, ἐν τῷ φείσασθαι Κύριον αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

Ὁ Λὼτ καὶ οἱ περὶ αὐτὸν ἐταράχθησαν σὰν νὰ τὰ ἔχασαν. Οἱ ἄγγελοι ἐπῆραν τότε τὸ χέρι τοῦ Λώτ, τὸ χέρι τῆς γυναικός του καὶ τὰ χέρια τῶν δύο θυγατέρων του καὶ τοὺς ὡδήγησαν ἔξω ἀπὸ τὴν πόλιν, διότι ὁ Κύριος ἐλυπήθη τὸν Λώτ.

Τρεμπέλα

Εἰς τὸ ἄκουσμα τῶν λόγων αὐτῶν ὅσοι ἦσαν μὲ τὸν Λὼτ ἐγέμισαν φόβον, τοὺς κατέλαβε τρόμος, ἔνοιωσαν ἀγωνίαν διὰ τὴν ἀπειλὴν καὶ ἔμεναν ἀναποφάσιστοι. Ἀλλὰ οἱ δύο ἄγγελοι ἀπὸ ἀγάπην πρὸς τὸν δίκαιον καὶ διὰ νὰ τοὺς ἐνισχύσουν καὶ στηρίξουν, ἔπιασαν καὶ ἐκράτησαν τὸ χέρι τοῦ Λώτ, τὸ χέρι τῆς γυναίκας του καὶ τὰ χέρια τῶν δύο θυγατέρων του, διότι ὁ Κύριος ἐλυπήθη τὸν Λὼτ καὶ δεν ἤθελε νὰ τὸν καταστρέφῃ,

Γεν. 19,17

καὶ ἐγένετο, ἡνίκα ἐξήγαγον αὐτοὺς ἔξω καὶ εἶπαν· σῴζων σῷζε τὴν σεαυτοῦ ψυχήν· μὴ περιβλέψῃ εἰς τὰ ὀπίσω, μηδὲ στῇς ἐν πάσῃ τῇ περιχώρῳ· εἰς τὸ ὄρος σῴζου, μήποτε συμπαραληφθῇς.

Κολιτσάρα

Ὅταν δὲ οἱ ἄγγελοι ἔφερον αὐτοὺς ἔξω ἀπὸ τὴν πόλιν, εἶπαν εἰς τὸν Λὼτ καὶ τὰς τρεῖς γυναῖκας· «σπεῦσε νὰ σώσῃς τὴν ζωήν σου, φύγε ἀπὸ τὴν περιοχὴν αὐτήν· οὔτε νὰ στρέψετε τὸ κεφάλι σας εἰς τὰ ὀπίσω, οὔτε καὶ νὰ σταματήσετε πουθενὰ εἰς τὰ περίχωρα τῶν Σοδόμων. Σπεύσατε εἰς τὸ ἀπέναντι ὄρος, διὰ νὰ σωθῆτε, διότι ἄλλως ὑπάρχει φόβος νὰ συμπεριληφθῆτε καὶ σεῖς εἰς τὴν φοβερὰν καταστροφήν».

Τρεμπέλα

Ὅταν πλέον οἱ δύο ἄγγελοι τοὺς ἔβγαλαν ἔξω ἀπὸ τὴν πόλιν τῶν Σοδόμων, εἶπαν εἰς τὸν Λώτ: «Κύτταξε πῶς θὰ γλυτώσῃς· μὴ συλλογίζεσαι τώρα τίποτε. Φύγε καὶ σῶσε τὴν ζωή σου· μὴ γυρίσῃς νὰ κυττάξῃς πίσω σου, διὰ νὰ ἰδῇς τὶ γίνονται τὰ Σόδομα· οὔτε νὰ σταματήσῃς εἰς τὰ περίχωρα τῶν Σοδόμων, εἰς τὴν ὡραίαν αὐτὴν πεδιάδα. Τρέξε καὶ κατάφυγε μακρυὰ εἰς ἐκεῖνο τὸ ἀπέναντι βουνόν, διὰ νὰ μὴ συμπεριληφθῇς καὶ σὺ εἰς τὴν τρομερὰν καταστροφήν, ποὺ ἔρχεται».

Γεν. 19,18

εἶπε δὲ Λὼτ πρὸς αὐτούς· δέομαι κύριε,

Κολιτσάρα

Εἶπε δὲ ὁ Λὼτ πρὸς ἕνα ἀπὸ αὐτούς· «Κύριε, σὲ παρακαλῶ,

Τρεμπέλα

Ὁ Λὼτ ἐφοβήθη, ὅτι δὲν θὰ προφθάσῃ νὰ μεταβῇ εἰς τὸ ὄρος, καὶ εἶπε εἰς τὸν ἕνα ἀπὸ τοὺς δύο ἀγγέλους: «Κύριε, σὲ παρακαλῶ,

Γεν. 19,19

ἐπειδὴ εὗρεν ὁ παῖς σου ἔλεος ἐναντίον σου καὶ ἐμεγάλυνας τὴν δικαιοσύνην σου, ὃ ποιεῖς ἐπ’ ἐμὲ τοῦ ζῆν τὴν ψυχήν μου, ἐγὼ δὲ οὐ δυνήσομαι διασωθῆναι εἰς τὸ ὄρος, μήποτε καταλάβῃ με τὰ κακὰ καὶ ἀποθάνω.

Κολιτσάρα

ἀφοῦ ὁ δοῦλος σου εὑρῆκεν ἔλεος ἀπέναντί σου καὶ ἔδειξες τὴν μεγάλην σου καλωσύνην μὲ τὸ νὰ ἐνδιαφερθῇς διὰ τὴν ἀσφάλειαν τῆς ζωῆς μου, ἐγὼ δὲν θὰ ἠμπορέσω καὶ δὲν θὰ προλάβω νὰ φθάσω εἰς τὸ ὄρος ἐκεῖνο. Φοβοῦμαι, μήπως μὲ προλάβουν αἱ ἐπερχόμεναι τιμωρίαι καὶ χάσω τὴν ζωήν μου.

Τρεμπέλα

ἀφοῦ ὁ δοῦλος σου εὐρῆκε ἔλεος καὶ ἔχει χάριν ἐνώπιόν σου καὶ ἀφοῦ ἔδειξες τὴν μεγάλην καλωσύνην σου μὲ τὸ νὰ φρόντισῃς διὰ τὴν ζωήν μου, ἐγὼ δὲν θὰ προφθάσω νὰ καταφύγω καὶ νὰ σωθῶ εἰς ἐκεῖνο τὸ βουνόν· κινδυνεύω νὰ μὲ τφολάβη ἡ μεγάλη καταστροφή, ποὺ ἔρχεται, καὶ νὰ ἀποθάνω.

Γεν. 19,20

ἰδοὺ ἡ πόλις αὕτη ἐγγὺς τοῦ καταφυγεῖν με ἐκεῖ, ἥ ἐστι μικρά, καὶ ἐκεῖ διασωθήσομαι· οὐ μικρά ἐστι; καὶ ζήσεται ἡ ψυχή μου ἕνεκέν σου.

Κολιτσάρα

Ἰδοὺ ἡ πόλις ἐκείνη εὑρίσκεται κοντά· ἐκεῖ ἠμπορῶ νὰ καταφύγω. Μικρὰ δὲν εἶναι αὐτὴ ἡ πόλις; Διατί νὰ καταστροφῇ; Ἐὰν μοῦ κάμῃς αὐτὴν τὴν χάριν, θὰ σωθῇ ἡ ζωή μου ἀπὸ σέ».

Τρεμπέλα

Διὰ τοῦτο σὲ παρακαλῶ· νά, ἡ πόλις ἐκείνη εἶναι κοντὰ καὶ θὰ προφθάσω νὰ καταφύγω ἐκεῖ· ἡ πόλις εἶναι μικρή, δὲν ἔχει τὴν πολυκοσμίαν τῶν Σοδόμων καὶ ἐκεῖ θὰ ἠμπορέσω νὰ διασωθῶ· δὲν εἶναι μικρὴ καὶ ἄρα ὄχι πολὺ διεφθαρμένη διὰ νὰ καταστροφῇ, ἀφοῦ εἰς τὰ μικρὰ μέρη δὲν ὑπάρχει τόση παραλυσία, ὅση εἰς τὶς μεγαλουπόλεις; Ἐὰν λοιπὸν μεταβῶ ἐκεῖ καὶ σωθῶ, θὰ ὀφείλω τὴν σωτηρίαν τῆς ζωῆς μου εἰς σέ».

Γεν. 19,21

καὶ εἶπεν αὐτῷ· ἰδοὺ ἐθαύμασά σου τὸ πρόσωπον καὶ ἐπὶ τῷ ῥήματι τούτῳ τοῦ μὴ καταστρέψαι τὴν πόλιν, περὶ ἧς ἐλάλησας·

Κολιτσάρα

Εἶπεν εἰς αὐτὸν ὁ ἄγγελος· «ἰδού· ἐθαύμααα ἐγὼ τὴν καρδίαν σου, ἐδέχθην τὴν παράκλησίν σου καὶ χάρις εἰς αὐτὴν δὲν θὰ καταστρέψω τὴν μικρὰν ἐκείνην πόλιν, διὰ τὴν ὁποίαν μὲ παρεκάλεσες.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ ἄγγελος εἶπεν εἰς τὸν Λώτ: «Νά· ἐγὼ σὲ ἐθαύμασα· ἄκουσα τὴν προσευχήν σου· διὰ τὴν ἱκεσίαν σου αὐτὴν δὲν θὰ καταστρέψω τὴν μικρὴν ἐκείνην πόλιν, διὰ τὴν ὁποίαν μὲ παρεκάλεσες.

Γεν. 19,22

σπεῦσον οὖν τοῦ σωθῆναι ἐκεῖ· οὐ γὰρ δυνήσομαι ποιῆσαι πρᾶγμα, ἕως τοῦ ἐλθεῖν σε ἐκεῖ. διὰ τοῦτο ἐκάλεσε τὸ ὄνομα τῆς πόλεως ἐκείνης Σηγώρ.

Κολιτσάρα

Λοιπόν, σπεῦσε ἐκεῖ νὰ σωθῇς. Ἐγὼ δὲν θὰ ἀποστείλω τὴν καταστροφήν, μέχρις ὅτου σὺ φθάσῃς ἐκεῖ» Διὰ τοῦτο ἐκάλεσε τὸ ὄνομα τῆς πόλεως ἐκείνης «Σηγώρ».

Τρεμπέλα

Κάμε λοιπὸν γρήγορα, βιάσου νὰ φθάσῃς εἰς τὸν τόπον ἐκεῖνον καὶ νὰ σωθῇς· διότι ἀναβάλλω καὶ δὲν θὰ καταστρέψω τὴν περιοχὴν μέχρις ὅτου φθάσῃς ἔσυ ἐκεῖ». Διὰ τοῦτο ὁ Λὼτ ὠνόμασε τὴν πόλιν ἐκείνην Σηγώρ, ποὺ σημαίνει μικρή.

Γεν. 19,23

ὁ ἥλιος ἐξῆλθεν ἐπὶ τὴν γῆν, καὶ Λὼτ εἰσῆλθεν εἰς Σηγώρ,

Κολιτσάρα

Ἀνέτειλεν ὁ ἥλιος εἰς τὴν χώραν ἐκείνην καὶ ὁ Λὼτ ἔφθασεν ἀσφαλὴς εἰς τὴν Σηγώρ.

Τρεμπέλα

Ὁ ἥλιος ἀνέτειλε καὶ ἐφώτιζε τὴν γῆν, ὅταν ὁ Λὼτ ἔμπαινε πρωΐ-πρωὶ εἰς τὴν Σηγώρ.

Γεν. 19,24

καὶ Κύριος ἔβρεξεν ἐπὶ Σόδομα καὶ Γόμορρα θεῖον, καὶ πῦρ παρὰ Κυρίου ἐξ οὐρανοῦ

Κολιτσάρα

Καὶ τότε ὁ Κύριος ἔβρεξεν ἐπάνω εἰς τὰ Σόδομα καὶ Γόμορρα θειάφι καὶ ἔρριψεν ἀπὸ τὸν οὐρανὸν φωτιὰ

Τρεμπέλα

Μόλις ὁ Λὼτ ἔφθασεν ἀσφαλὴς εἰς τὴν Σηγώρ, ὁ Κύριος ἔβρεξεν εἰς τὰ Σόδομα καὶ τὰ Γόμορρα θειάφι καὶ ἔρριξε φωτιὰν ἀπὸ τὸν οὐρανόν· ἀπὸ τὸν Θεὸν προῆλθεν ἡ μοναδικὴ τιμωρία.

Γεν. 19,25

καὶ κατέστρεψε τὰς πόλεις ταύτας καὶ πᾶσαν τὴν περίχωρον καὶ πάντας τοὺς κατοικοῦντας ἐν ταῖς πόλεσι καὶ τὰ ἀνατέλλοντα ἐκ τῆς γῆς.

Κολιτσάρα

καὶ κατέστρεψεν αὐτὰς τὰς πόλεις καὶ ὅλην τὴν περίχωρον καὶ ὅλους τοὺς κατοίκους τῶν πόλεων καὶ κάθε τι, ποὺ ἐβλάστανεν εἰς τὴν χώραν ἐκείνην.

Τρεμπέλα

Τὸ θειάφι καὶ ἡ φωτιὰ κατέστρεψαν τὶς πόλεις αὐτὲς καὶ ὅλα τὰ περίχωρα καὶ ὅλους, ὅσοι ἑκατοικοῦσαν εἰς τὶς πόλεις καὶ ὅλην τὴν βλάστησιν τῆς ὡραίας καὶ πλουσίας ἐκείνης περιοχῆς.

Γεν. 19,26

καὶ ἐπέβλεψεν ἡ γυνὴ αὐτοῦ εἰς τὰ ὀπίσω καὶ ἐγένετο στήλη ἁλός.

Κολιτσάρα

Ἡ σύζυγος τοῦ Λώτ, περίεργος καθὼς ἦτο καὶ παρὰ τὴν ἐντολήν τοῦ ἀγγέλου, ἔστρεψε τὴν κεφαλὴν εἰς τὰ ὀπίσω, διὰ νὰ ἴδῃ τὴν καταστροφήν· καὶ ἀμέσως ἔγινε στήλη ἅλατος.

Τρεμπέλα

Ἡ γυναῖκα ὅμὼς τοῦ Λὼτ παρήκουσε τὴν ἐντολὴν καὶ δὲν ἐφύλαξε τὴν παραγγελίαν τῶν ἀγγέλων· ἐγύρισε πίσω διὰ να ἴδῃ τὴν θεομηνίαν ποὺ ἐξέσπασε εἰς τὴν πόλιν της καὶ διὰ τὴν παρακοὴν αὐτὴν ἐτιμωρήθη ἀμέσως. Καθὼς ἐκύτταξε πίσω της ὀρθία, ἔγινε ὡς ἄγαλμα ἄψυχον καὶ μαρμάρινον, διότι τὸ σῶμα της μετεβλήθη εἰς στῦλον ἀπὸ ἁλάτι.

Γεν. 19,27

Ὤρθρισε δὲ Ἁβραὰμ τῷ πρωῒ εἰς τὸν τόπον, οὗ εἱστήκει ἐναντίον Κυρίου.

Κολιτσάρα

Ὁ δὲ Ἁβραάμ ἐσηκώθη ἀπὸ τὰ χαράματα καὶ μετέβη εἰς τὸν τόπον, ὅπου χθὲς εἶχε σταθῆ ἐνώπιον τοῦ Κυρίου.

Τρεμπέλα

Τὴν ἄλλην ἡμέραν ὁ δίκαιος Ἀβραάμ, λυπούμενος τοὺς Σοδομίτες καὶ ἐνδιαφερόμενος διὰ τὴν τύχην τοῦ ἀνεψιοῦ του Λώτ, ἐσηκώθη πολὺ πρωΐ ἀνήσυχος καὶ ἐπῆγε εἰς τὸν τόπον, ὅπου εὑρίσκετο χθὲς ἐμπρὸς εἰς τὸν Κύριον καὶ τὸν παρακαλοῦσε.

Γεν. 19,28

καὶ ἐπέβλεψεν ἐπὶ πρόσωπον Σοδόμων καὶ Γομόρρας καὶ ἐπὶ πρόσωπον τῆς περιχώρου καὶ εἶδε, καὶ ἰδοὺ ἀνέβαινε φλὸξ ἐκ τῆς γῆς, ὡσεὶ ἀτμὶς καμίνου.

Κολιτσάρα

Προσήλωσε τὰ βλέμματά του εἰς τὰ Σόδομα καὶ Γόμορρα καὶ εἰς τὴν περιοχὴν αὐτῶν καὶ εἶδε· καὶ ἰδοὺ ἀνέβαινεν φλόγα ἀπὸ τὴν γῆν, ὅπως βγαίνει ὁ καπνὸς ἀπὸ τὸ καμίνι.

Τρεμπέλα

Ἀπὸ ἐκεῖ ἔστρεψε τὸ βλέμμα του κάτω πρὸς τὴν πεδιάδα, ὅπου ἦσαν οἱ πόλεις τῶν Σοδόμων καὶ Γομόρρας, καὶ τὸ περιέφερε γύρω-γύρω εἰς ὅλα τὰ περίχωρα τῶν πόλεων αὐτῶν μὲ προσοχὴν καὶ εἶδε. Καὶ νά· ἀνέβαιναν φλόγες ἀπὸ τὴν γῆν, ὡς νὰ ἔβγαινε καπνὸς φωτιᾶς ἀπὸ ἀσβεστοκαμίνι.

Γεν. 19,29

καὶ ἐγένετο ἐν τῷ ἐκτρίψαι Κύριον πάσας τὰς πόλεις τῆς περιοίκου, ἐμνήσθη ὁ Θεὸς τοῦ Ἁβραὰμ καὶ ἐξαπέστειλε τὸν Λὼτ ἐκ μέσου τῆς καταστροφῆς, ἐν τῷ καταστρέψαι Κύριον τὰς πόλεις, ἐν αἷς κατῴκει ἐν αὐταῖς Λώτ.

Κολιτσάρα

Ὅταν ὁ Θεὸς εἶχε πάρει τὴν ἀπόφασιν νὰ καταστρέψῃ τὰς πόλεις τῆς περιοχῆς ἐκείνης, ἐνδιεφέρθη διὰ τὸν Ἁβραὰμ καὶ ἀπεμάκρυνε τὸν Λὼτ ἀπὸ τὴν φοβερὰν ἐκείνην καταστροφήν, ὅτε κατέστρεψε τὰς πόλεις εἰς τὰς ὁποίας κατοικοῦσε ὁ Λώτ.

Τρεμπέλα

Τοῦτο δὲ ἔκαμε φωτισθεὶς ἀπὸ τὴν χάριν τοῦ Πνεύματος, διότι ὅταν ὁ Θεὸς ἐπρόκειτο να καταστρέψῃ ὅλες τὶς πόλεις τῆς περιοχῆς αὐτῆς, ἐνεθυμήθη τὴν ἱκεσίαν τοῦ πιστοῦ δούλου του Ἀβραὰμ διὰ τοὺς δικαίους καὶ ἔσωσε τὸν Λώτ, ὅταν κατέστρεφε τὶς πόλεις, εἰς τὶς ὁποῖες κατοικοῦσεν ὁ Λώτ.

Γεν. 19,30

Ἀνέβη δὲ Λὼτ ἐκ Σηγὼρ καὶ ἐκάθητο ἐν τῷ ὄρει αὐτὸς καὶ αἱ δύο θυγατέρες αὐτοῦ μετ’ αὐτοῦ· ἐφοβήθη γὰρ κατοικῆσαι ἐν Σηγώρ. καὶ κατῴκησεν ἐν τῷ σπηλαίῳ, αὐτὸς καὶ αἱ δύο θυγατέρες αὐτοῦ μετ’ αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

Ὁ δὲ Λὼτ ἀνέβη ἀπὸ τὴν Σηγὼρ καὶ ἐκάθησεν εἰς τὸ ὄρος αὐτὸς καὶ αἱ δύο θυγατέρες μαζῆ του, διότι ἐφοβήθη νὰ κατοικήσῃ μέσα εἰς τὴν Σηγώρ. Ἔμεινε δὲ εἰς τὸ σπήλαιον αὐτὸς καὶ αἱ δύο θυγατέρες μαζῆ του.

Τρεμπέλα

Ὁ Λὼτ ἔφυγεν ἀπὸ τὴν Σηγὼρ καὶ ἀνέβη εἰς τὸ βουνὸν καὶ ἔμεινεν ἐκεῖ αὐτός, μαζὶ δὲ μὲ αὐτὸν καὶ οἱ δύο θυγατέρες του, ἐπειδὴ ἐφοβήθη νὰ παραμείνῃ εἰς τὴν Σηγώρ. Καὶ ἑκατοίκησε μέσα εἰς τὸ σπήλαιον, μαζὶ δὲ μὲ αὐτὸν καὶ οἱ δύο θυγατέρες του.

Γεν. 19,31

εἶπε δὲ ἡ πρεσβυτέρα πρὸς τὴν νεωτέραν· ὁ πατὴρ ἡμῶν πρεσβύτερος, καὶ οὐδείς ἐστιν ἐπὶ τῆς γῆς, ὃς εἰσελεύσεται πρὸς ἡμᾶς, ὡς καθήκει πάσῃ τῇ γῇ·

Κολιτσάρα

Εἶπε δὲ ἡ μεγαλυτέρα θυγάτηρ εἰς τὴν μικροτέραν· «ὁ πατήρ μας εἶναι ἡλικιωμένος καὶ δὲν ὑπάρχει κανεὶς εἰς τὴν περιοχήν, ποὺ κατοικοῦμε, ὁ ὁποῖος νὰ μᾶς νυμφευθῇ, ὅπως γίνεται εἰς ὅλην τὴν οἰκουμένην.

Τρεμπέλα

Εἶπε δὲ ἡ μεγαλύτερη θυγατέρα τοῦ Λὼτ πρὸς τὴν μικρότερην: «Ὁ πατέρας μας εἶναι ἡλικιωμένος καὶ εἰς τὸ ἔρημον αὐτὸ μέρος δὲν ὑπάρχει κανένας, μὲ τὸν ὁποῖον νὰ νυμφευθῶμεν καὶ νὰ ἀποκτήσωμεν παιδιά, ὅπως γίνεται παντοῦ μὲ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους.

Γεν. 19,32

δεῦρο καὶ ποτίσωμεν τὸν πατέρα ἡμῶν οἶνον καὶ κοιμηθῶμεν μετ’ αὐτοῦ καὶ ἐξαναστήσωμεν ἐκ τοῦ πατρὸς ἡμῶν σπέρμα.

Κολιτσάρα

Ἔλα, λοιπὸν, νὰ δώσωμεν κρασὶ εἰς τὸν πατέρα μας, νὰ κοιμηθῶμεν μαζῆ του καὶ νὰ ἀποκτήσωμεν ἀπογόνους ἀπὸ τὸν πατέρα μας»

Τρεμπέλα

Ἔλα νὰ ἐπιτύχωμεν τοῦτο μὲ ἀπάτην. Ἂς ποτίσωμεν τὸν πατέρα μας κρασὶ καὶ ἀφοῦ μεθύσῃ ἂς κοιμηθῶμεν μαζί του καὶ ἂς ἀποκτήσωμεν ἀπὸ τὸν πατέρα μας ἀπογόνους».

Γεν. 19,33

ἐπότισαν δὲ τὸν πατέρα αὐτῶν οἶνον ἐν τῇ νυκτὶ ἐκείνῃ, καὶ εἰσελθοῦσα ἡ πρεσβυτέρα ἐκοιμήθη μετὰ τοῦ πατρὸς αὐτῆς ἐν τῇ νυκτὶ ἐκείνῃ, καὶ οὐκ ᾔδει ἐν τῷ κοιμηθῆναι αὐτὸν καὶ ἐν τῷ ἀναστῆναι.

Κολιτσάρα

Ἐπότισαν πράγματι τὸν πατέρα των κατὰ τὴν νύκτα ἐκείνην μὲ κρασὶ καὶ ἡ μεγαλυτέρα κόρη εἰσῆλθεν εἰς τὸν κοιτῶνα τοῦ πατρός της καὶ ἐκοιμήθη μαζῆ του κατὰ τὴν νύκτα ἐκείνη. Αὐτὸς δὲ δὲν ἀντελήφθη τί ἔκαμεν οὔτε ὅταν ἐκοιμήθη μὲ τὴν κόρην του οὔτε καὶ ὅταν ἐξύπνησε.

Τρεμπέλα

Καὶ ἐπότισαν τὸν πατέρα τους κράσὶ κατὰ τὴν νύκτα ἐκείνην, καὶ ὅταν ὁ Λὼτ ἐμέθυσεν, ἐμβῆκεν ἡ μεγαλύτερη εἰς τὸν κοιτῶνα του καὶ συνευρέθη μὲ τὸν πατέρα της κατὰ τὴν νύκτα ἐκείνην. Ὁ πατέρας της ἕνεκα τῆς μέθης δεν ἀντελήφθη τί ἔκαμεν, οὔτε ὅταν ἐξύπνησεν ἐνεθυμεῖτο τίποτε ἀπὸ αὐτὸ ποὺ ἔγινε τὴν νύκτα.

Γεν. 19,34

ἐγένετο δὲ ἐν τῇ ἐπαύριον καὶ εἶπεν ἡ πρεσβυτέρα πρὸς τὴν νεωτέραν· ἰδοὺ ἐκοιμήθην χθὲς μετὰ τοῦ πατρὸς ἡμῶν· ποτίσωμεν αὐτὸν οἶνον καὶ ἐν τῇ νυκτὶ ταύτῃ, καὶ εἰσελθοῦσα κοιμήθητι μετ’ αὐτοῦ, καὶ ἐξαναστήσωμεν ἐκ τοῦ πατρὸς ἡμῶν σπέρμα.

Κολιτσάρα

Κατὰ δὲ τὴν ἄλλην ἡμέραν εἶπεν ἡ μεγαλυτέρα πρὸς τὴν νεωτέραν· «ἰδοὺ χθὲς ἐκοιμήθην ἐγὼ μὲ τὸν πατέρα μας. Ἂς τὸν ποτίσωμεν κρασὶ καὶ κατὰ τὴν νύκτα αὐτήν, καὶ σὺ πήγαινε καὶ κοιμήσου μαζῆ μὲ αὐτόν, ὥστε νὰ ἀποκτήσω μὲν ἀπογόνους ἀπὸ τὸν πατέρα μας».

Τρεμπέλα

Τὴν ἄλλην ἡμέραν ἡ μεγαλύτερη ἀδελφὴ εἶπε πρὸς τὴν νεώτερην: «Νά, χθὲς συνευρέθην μὲ τὸν πατέρα μας. Ἂς τὸν ποτίσωμεν πάλιν κρασὶ καὶ τὴν νύκτα αὐτὴν καὶ ἀφοῦ μεθύσῃ ἔμπα καὶ σὺ εἰς τὸν κοιτῶνα του νὰ συνευρεθῇς μαζί του, διὰ νὰ ἀποκτήσωμεν ἀπογόνους ἀπὸ τὸν πατέρα μας».

Γεν. 19,35

ἐπότισαν δὲ καὶ ἐν τῇ νυκτὶ ἐκείνῃ τὸν πατέρα αὐτῶν οἶνον, καὶ εἰσελθοῦσα ἡ νεωτέρα ἐκοιμήθη μετὰ τοῦ πατρὸς αὐτῆς, καὶ οὐκ ᾔδει ἐν τῷ κοιμηθῆναι αὐτὸν καὶ ἀναστῆναι.

Κολιτσάρα

Ἐπότισαν πράγματι καὶ κατὰ τὴν νύκτα ἐκείνην τὸν πατέρα των οἶνον, τὸν ἐμέθυσαν καὶ εἰσελθοῦσα ἡ νεωτέρα ἐκοιμήθη μαζῆ του. Ἐκεῖνος δὲ δὲν ἀντελήφθη τίποτε οὔτε ὅταν ἐκοιμήθη μὲ τὴν κόρην του οὔτε καὶ ὅταν ἐξύπνησε.

Τρεμπέλα

Ἐπότισαν δὲ καὶ κατὰ τὴν νύκτα ἐκείνην τὸν πατέρα τους κρασί, καὶ ὅταν ἐκεῖνος ἐμέθυσεν, ἐμβῆκεν ἡ νεότερη ἀδελφὴ καὶ συνευρέθη μὲ τὸν πατέρα της. Καὶ ὁ Λὼτ ἕνεκα τῆς μέθης δὲν ἀντελήφθη τὶ ἔκαμεν, οὔτε ὅταν ἦλθεν εἰς ἐπαφὴν μὲ τὴν θυγατέρα του, οὔτε ὅταν ἐξύπνησεν ἐνεθυμεῖτο τίποτε ἀπὸ αὐτὸ ποὺ ἔγινε τὴν νύκτα.

Γεν. 19,36

καὶ συνέλαβον αἱ δύο θυγατέρες Λὼτ ἐκ τοῦ πατρὸς αὐτῶν.

Κολιτσάρα

Συνέλαβον δὲ καὶ αἱ δύο θυγατέρες ἀπὸ τὸν πατέρα των τὸν Λώτ.

Τρεμπέλα

Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον οἱ δύο θυγατέρες τοῦ Λὼτ ἔμειναν ἔγκυοι ἀπὸ τὸν πατέρα των.

Γεν. 19,37

καὶ ἔτεκεν ἡ πρεσβυτέρα υἱὸν καὶ ἐκάλεσε τὸ ὄνομα αὐτοῦ Μωὰβ λέγουσα· ἐκ τοῦ πατρός μου· οὗτος πατὴρ Μωαβιτῶν ἕως τῆς σήμερον ἡμέρας.

Κολιτσάρα

Ἐγέννησεν ἡ μεγαλυτέρα τέκνον καὶ ἐκάλεσεν αὐτὸ Μωάβ, λέγουσα· «Ἀπὸ τὸν πατέρα μου ἀπέκτησα υἱόν». Αὐτὸς ἔγινε γενάρχης τῶν Μωαβιτῶν, οἱ ὁποῖοι καὶ ζοῦν μέχρι σήμερα.

Τρεμπέλα

Καὶ ἡ μεγαλύτερη θυγατέρα τοῦ Λὼτ ἐγέννησεν υἱὸν καὶ ἔδωκεν εἰς αὐτὸν τὸ ὄνομα Μωὰβ λέγουσα· «ἀπέκτησα υἱὸν ἀπὸ τὸν πατέρα μου». Αὐτὸς εἶναι ὁ πρόγονος καὶ ὁ γενάρχης τῶν Μωαβιτῶν, οἱ ὁποῖοι ζοῦν μέχρι σήμερα.

Γεν. 19,38

ἔτεκε δὲ καὶ ἡ νεωτέρα υἱὸν καὶ ἐκάλεσε τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἀμμάν, λέγουσα· υἱὸς γένους μου· οὗτος πατὴρ Ἀμμανιτῶν ἕως τῆς σήμερον ἡμέρας.

Κολιτσάρα

Ἐγέννησε δὲ καὶ ἡ νεωτέρα θυγάτηρ υἱὸν καὶ ἔδωσεν εἰς αὐτὸν τὸ ὄνομα Ἀμμάν, τὸ ὁποῖον σημαίνει «αὐτὸς εἶναι υἱὸς ἐκ τοῦ γένους μου». Αὐτὸς εἶναι γενάρχης τῶν Ἀμμανιτῶν ἕως σήμερον.

Τρεμπέλα

Ἐγέννησεν ἐπίσης καὶ ἡ νεώτερη θυγατέρα τοῦ Λὼτ υἱὸν καὶ ἔδωκεν εἰς αὐτὸν τὸ ὄνομα Ἀμμάν, λέγουσα· «αὐτὸς εἶναι γνήσιος υἱὸς μου· ἀπόγονος τοῦ λαοῦ μου». Αὐτὸς εἶναι ὁ πρόγονος καὶ ὁ γενάρχης τῶν Ἀμμανιτῶν, οἱ ὁποῖοι ζοῦν μέχρι σήμερα.

Κεφάλαιο 20

Γεν. 20,1

Καὶ ἐκίνησεν ἐκεῖθεν Ἁβραὰμ εἰς γῆν πρὸς λίβα καὶ ᾤκησεν ἀνὰ μέσον Κάδης καὶ ἀνὰ μέσον Σούρ. καὶ παρῴκησεν ἐν Γεράροις.

Κολιτσάρα

Ἀπό τὴν Βαιθὴλ ἐξεκίνησεν ὁ Ἁβραὰμ πρὸς, Νότον καὶ κατεσκήνωσε μεταξὺ Κάδης καὶ τῆς ἐρήμου Σούρ. Ἀπὸ ἐκεῖ ἐγκατεστάθη προσωρινῶς εἰς Γέραρα.

Τρεμπέλα

Ὁ Ἀβραὰμ ἔφυγε ἀπὸ τὴν βελανιδιὰν τοῦ Μαμβρῆ (κοντὰ εἰς τὴν Χεβρῶν), ὅπου ἔφιλοξένησε τὸν Κύριον μὲ τοὺς ἀγγέλους, ἐπροχώρησε πρὸς νότον καὶ ἔστησε τὴν σκηνήν του εἰς εὔφορον ὄασιν, ποῦ εὑρίσκετο μεταξὺ τῶν ἐρήμων Κάδης καὶ Σούρ, ἀπεναντί τῆς Ἀραβίας καὶ τῆς Αἰγύπτου. Ἀπὸ ἐκεῖ ἐπῆγε καὶ ἐκατοίκησε προσωρινῶς εἰς τὰ Γέραρα.

Γεν. 20,2

εἶπε δὲ Ἁβραὰμ περὶ Σάρρας τῆς γυναικὸς αὐτοῦ, ὅτι ἀδελφή μου ἐστίν· ἐφοβήθη γὰρ εἰπεῖν ὅτι γυνή μου ἐστί, μή ποτε ἀποκτείνωσιν αὐτὸν οἱ ἄνδρες τῆς πόλεως δι’ αὐτήν. ἀπέστειλε δὲ Ἀβιμέλεχ, βασιλεὺς Γεράρων, καὶ ἔλαβε τὴν Σάρραν.

Κολιτσάρα

Εἶπε δὲ ὁ Ἁβραὰμ περὶ τῆς γυναικός του τῆς Σάρρας πρὸς τοὺς κατοίκους τῆς περιοχῆς ὅτι εἶναι ἀδελφή του. Ἐφοβήθη νὰ εἴπῃ ὅτι εἶναι σύζυγός του, μήπως τυχὸν καὶ ἐξ αἰτίας της τὸν φονεύσουν οἱ ἄνδρες τῆς πόλεως ἐκείνης. Ὁ δὲ βασιλεὺς τῶν Γεράρων, ὁ Ἀβιμέλεχ, ἔστειλεν ἀνθρώπους καὶ ἔλαβε τὴν Σάρραν, διὰ νὰ τὴν ἔχῃ ὡς συζυγόν του.

Τρεμπέλα

Ὅταν ὁ Ἀβραὰμ ἔφθασεν εἰς τὰ Γέραρα, εἶπε διὰ τὴν γυναῖκα του Σάρραν, «εἶναι ἄδελφή μου»· διότι ἐφοβήθη νὰ εἶπη «εἶναι σύζυγός μου», μὴ τυχὸν οἱ κάτοικοι τῆς πόλεως ἐκείνης τὸν φονεύσουν ἐξ αἰτίας της. Καὶ ὁ βασιλιᾶς τῶν Γεράρων Ἀβιμέλεχ ἔστειλε τοὺς ἀνθρώπους του διὰ νὰ λάβουν τὴν Σάρραν καὶ νὰ τοῦ τὴν φέρουν, ὥστε νὰ τὴν ἔχῃ σύζυγόν του.

Γεν. 20,3

καὶ εἰσῆλθεν ὁ Θεὸς πρὸς Ἀβιμέλεχ ἐν ὕπνῳ τὴν νύκτα καὶ εἶπεν· ἰδοὺ σὺ ἀποθνήσκεις περὶ τῆς γυναικός, ἧς ἔλαβες, αὕτη δέ ἐστι συνῳκηκυῖα ἀνδρί.

Κολιτσάρα

Ὁ Θεὸς ὅμως παρουσιάσθη εἰς τὸν Ἀβιμέλεχ κατὰ τὴν νύκτα εἰς τὸ ὄνειρόν του καὶ τοῦ εἶπε· «ἰδοὺ σὺ ἀποθνήσκεις ἐξ αἰτίας τῆς γυναικός, τὴν ὁποίαν ἔλαβες, διότι αὐτὴ εἶναι σύζυγος ἄλλου ἀνδρός, τοῦ Ἁβραάμ».

Τρεμπέλα

Ἀλλὰ ὁ Θεὸς παρουσιάσθη εἰς τὸν Ἄβιμέλεχ κατὰ τὴν νύκτα εἰς τὸ ὄνειρόν του καὶ τοῦ εἶπε: «Νά· σὺ ἀποθνήσκεις ἐξ αἰτίας τῆς γυναικὸς Σάρρας, τὴν ὁποίαν ἔλαβες διὰ νὰ τὴν ἔχης ὡς σύζυγόν σου. Διότι αὐτὴ εἶναι ἤδη ἔγγαμος· εἶναι σύζυγος ἄλλου ἀνδρός».

Γεν. 20,4

Ἀβιμέλεχ δὲ οὐχ ἥψατο αὐτῆς καὶ εἶπε· Κύριε, ἔθνος ἀγνοοῦν καὶ δίκαιον ἀπολεῖς;

Κολιτσάρα

Ὁ Ἀβιμέλεχ δὲν ἤγγισεν αὐτὴν καὶ εἶπε· «Κύριε, θὰ τιμωρήσῃς μὲ θάνατον δικαίους ἀνθρώπους ἐξ αἰτίας τῆς ἀγνοίας των;

Τρεμπέλα

Ὁ Ἄβιμέλεχ ὅμως δὲν ἄγγισε καθόλου τὴν Σάρραν. Ἀπολογούμενος δὲ διὰ τὴν πράξιν του εἶπε: Κύριε, εἶμαι ἀθῶος· δὲν ἐγνώριζα, ὅτι εἶναι γυναῖκα του οὔτε ἤθελα νὰ ἀδικήσω τὸν ξένον, θὰ τιμωρήσῃς λοιπὸν μὲ θάνατον τὸν δίκαιον λαὸν ἐξ αἰτίας τῆς ἀγνοιάς του;

Γεν. 20,5

οὐκ αὐτός μοι εἶπεν, ἀδελφή μου ἐστί; καὶ αὕτη μοι εἶπεν, ἀδελφός μου ἐστίν; ἐν καθαρᾷ καρδίᾳ καὶ ἐν δικαιοσύνῃ χειρῶν ἐποίησα τοῦτο.

Κολιτσάρα

Δὲν μοῦ εἶπεν ὁ ἴδιος ὁ Ἁβραὰμ ὅτι ἡ Σάρρα εἶναι ἀδελφή του; Καὶ αὐτὴ δὲν μοῦ εἶπεν ὅτι ἐκεῖνος εἶναι ἀδελφός της; Ἐπομένως ἐγὼ μὲ καθαρὰν καρδίαν καὶ μὲ δικαίας τὰς χεῖρας ἠθέλησα νὰ λάβω αὐτὴν ὡς σύζυγον».

Τρεμπέλα

Μήπως ὁ ἴδιος ὁ Ἀβραὰμ δὲν μοῦ εἶπεν «εἶναι ἀδελφή μου»; Καὶ μήπως αὐτὴ ἡ ἴδια δὲν μοῦ εἶπεν, «εἶναι ἀδελφός μου»; Ἑπομένως ὅ,τι ἔκαμα τὸ ἔκαμα μὲ ἁγνὴν καρδιὰν καὶ ἀγαθὴν συνείδηση· ἐνήργησα μὲ καθαρὰ χέρια. Τὸ ἔκαμα μὲ τὴν πεποίθηση, ὅτι ἐνεργῶ νόμιμα καὶ ὄχι παράνομα».

Γεν. 20,6

εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ Θεὸς καθ’ ὕπνον· κἀγὼ ἔγνων ὅτι ἐν καθαρᾷ καρδίᾳ ἐποίησας τοῦτο, καὶ ἐφεισάμην σου τοῦ μὴ ἁμαρτεῖν σε εἰς ἐμέ· ἕνεκα τούτου οὐκ ἀφῆκά σε ἅψασθαι αὐτῆς.

Κολιτσάρα

Εἶπε δὲ ὁ Θεὸς πρὸς αὐτὸν κατὰ τὸν ὕπνον του· «καὶ ἐγὼ κατενόησα ὅτι μὲ καθαρὰν καρδίαν ἔκαμες αὐτό, σὲ ἐλυπήθηκα καὶ σὲ ἐπρόλαβα, ὥστε νὰ μὴ ἀμαρτήσῃς ἐνώπιόν μου. Διὰ τοῦτο καὶ δὲν σὲ ἀφῆκα νὰ ἐγγίσῃς τὴν Σάρραν.

Τρεμπέλα

Ὁ Θεὸς συγκαταβαίνων καὶ ἀποδεικνύων τὴν ἀγαθότητά του εἶπε πρὸς τὸν Ἀβιμέλεχ κατὰ τὴν νύκτα εἰς τὸ ὅνειρόν του: «Καὶ ἐγὼ ἐκατάλαβα ὅτι τὸ ἔκαμες μὲ ἀγαθὴν συνείδησιν. Ἐπειδὴ ἀκριβῶς ἐνήργησες ἔτσι, σὲ ἐλυπήθηκα καὶ σὲ ἐμπόδισα, ὥστε νὰ μὴ ἁμαρτήσῃς ἐνώπιόν μου. Διὰ τοῦτο δὲν σὲ ἀφῆκα οὔτε καὶ νὰ ἐγγίσῃς τὴν Σάρραν.

Γεν. 20,7

νῦν δὲ ἀπόδος τὴν γυναῖκα τῷ ἀνθρώπῳ, ὅτι προφήτης ἐστὶ καὶ προσεύξεται περὶ σοῦ καὶ ζήσῃ· εἰ δὲ μὴ ἀποδίδως, γνώσῃ ὅτι ἀποθανῇ σὺ καὶ πάντα τὰ σά.

Κολιτσάρα

Καὶ τώρα ἀπόδωσε τὴν γυναῖκα εἰς τὸν σύζυγόν της τὸν Ἁβραάμ, διότι εἶναι προφήτης καὶ θὰ προσευχηθῇ ὑπὲρ σοῦ καὶ θὰ σοῦ χαρισθῇ ἡ ζωή. Ἐὰν δὲ τυχὸν καὶ δὲν τὴν ἐπιστρέψῃς εἰς αὐτόν, μάθε ὅτι θὰ ἀποθάνῃς καὶ σὺ καὶ ὅλοι οἱ ἰδικοί σου».

Τρεμπέλα

Τώρα ὅμως δῶσε πίσω τὴν γυναῖκα εἰς τὸν ἄνδρα της, τὸν Ἀβραάμ, διότι εἶναι προφήτης, Ἕνας ἀπὸ τοὺς πλέον εὐσεβεῖς καὶ ἀγαπητοὺς εἰς ἐμὲ ἀνθρώπους· αὐτὸς δὲ θὰ προσευχηθῃ διὰ σὲ καὶ δὲν θὰ τιμωρηθῆς μὲ θάνατον. Ἐὰν ὅμως δὲν ἐπιστρέψῃς πίσω τὴν Σάρραν, μάθε ὅτι θὰ τιμωρηθῆς ὁπωσδήποτε μὲ θάνατον σὺ καὶ ὅλοι οἱ ἰδικοί σου».

Γεν. 20,8

καὶ ὤρθρισεν Ἀβιμέλεχ τῷ πρωῒ καὶ ἐκάλεσε πάντας τοὺς παῖδας αὐτοῦ καὶ ἐλάλησε πάντα τὰ ῥήματα ταῦτα εἰς τὰ ὦτα αὐτῶν, ἐφοβήθησαν δὲ πάντες οἱ ἄνθρωποι σφόδρα.

Κολιτσάρα

Ταραγμένος ὁ Ἀβιμέλεχ ἐσηκώθη πολὺ πρωΐ, ἐκάλεσεν ὅλους τοὺς δούλους του, ἀνεκοίνωσεν εἰς αὐτοὺς ὅλα ὅσα τοῦ εἶπεν ὁ Θεὸς καὶ ὅλοι οἱ ἄνθρωποι κατελήφθησαν ἀπὸ φόβον μεγάλον.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Ἀβιμέλεχ χωρὶς νὰ βραδύνῃ ἐσηκώθη πρωῒ-πρωΐ, ἐκάλεσεν ὅλους τοὺς δούλους του καὶ τοὺς εἶπεν διά, ὅσα τοῦ ἀπεκάλυψεν ὁ Θεός, ὥστε νὰ τὰ ἀκούσουν καὶ τὰ γνωρίσουν ὅλοι. Ὅλοι δὲ οἱ ἄνθρωποι τοῦ βασιλιᾶ, ὅταν τὰ ἄκουσαν, ἐφοβήθησαν πάρα πολύ.

Γεν. 20,9

καὶ ἐκάλεσεν Ἀβιμέλεχ τὸν Ἁβραάμ, καὶ εἶπεν αὐτῷ· τί τοῦτο ἐποίησας ἡμῖν; μήτι ἡμάρτομεν εἰς σέ, ὅτι ἐπήγαγες ἐπ’ ἐμὲ καὶ ἐπὶ τὴν βασιλείαν μου ἁμαρτίαν μεγάλην; ἔργον, ὃ οὐδεὶς ποιήσει, πεποίηκάς μοι.

Κολιτσάρα

Ἐκάλεσε δὲ τὸν Ἁβραὰμ καὶ τοῦ εἶπε· «τί εἶναι αὐτὸ ποὺ μᾶς ἔκαμες; Μήπως ἐπταίσαμεν εἰς κάτι ἀπέναντί σου καὶ ἠθέλησες νὰ φέρῃς ἐπάνω εἰς τὴν κεφαλήν μου καὶ εἰς τὴν βασιλείαν μου ἁμαρτίαν καὶ ἐνοχὴν μεγάλην; Ἔκαμες ἀπέναντί μου ἔργον, τὸ ὁποῖον κανεὶς ποτὲ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ κάμῃ».

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ βασιλιᾶς Ἀβιμέλεχ ἐκάλεσε τὸν Ἀβραὰμ καὶ τοῦ εἶπε: «Διατί μᾶς τὸ ἔκαμες αὐτό; Μήπως σοῦ ἐπταίσαμεν εἰς τίποτε, ὥστε νὰ καταλογισθῇ εἰς ἐμὲ καὶ ὅλους τοὺς ὑπηκόους μου τόσον μεγάλη ἁμαρτία καὶ ἐνοχή; Πρᾶγμα τὸ ὁποῖον κανεὶς δὲν ἐπιτρέπεται νὰ κάμῃ, τὸ τὸ ἔχεις κάμει σὺ εἰς ἐμέ».

Γεν. 20,10

εἶπε δὲ Ἀβιμέλεχ τῷ Ἁβραάμ· τί ἐνιδὼν ἐποίησας τοῦτο;

Κολιτσάρα

Εἶπε δὲ ἀκόμη ὁ Ἀβιμέλεχ εἰς τὸν Ἁβραάμ· «εἰς τί ἀποβλέπων ἔκαμες τοῦτο;»

Τρεμπέλα

Ὁ Ἀβιμέλεχ εἶπεν ἐπίσης εἰς τὸν Ἀβραάμ: «Διὰ ποῖον λόγον ἐσκέφθης καὶ τὸ ἔκαμες αὐτό; Ποιὸς ἦταν ὁ σκοπός σου;»

Γεν. 20,11

εἶπε δὲ Ἁβραάμ· εἶπα γάρ, ἄρα οὐκ ἔστι θεοσέβεια ἐν τῷ τόπῳ τούτῳ, ἐμέ τε ἀποκτενοῦσιν ἕνεκεν τῆς γυναικός μου.

Κολιτσάρα

Ἀπήντησεν ὁ Ἁβραάμ· «τὸ ἔκαμα, διότι εἶπα· Δὲν ὑπάρχει εὐσέβεια καὶ φόβος Θεοῦ εἰς τὸν τόπον αὐτόν. Θὰ μὲ φονεύσουν ἕνεκα τῆς γυναικὸς διὰ νὰ πάρουν αὐτὴν ὡς σύζυγόν των.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Ἀβραὰμ ἀπάντησεν εἰς τὸν Ἀβιμέλεχ: «Αὐτὸ τὸ ἔκαμα, διότι ἐσκέφθηκα καὶ εἶπα· «δέν ὑπάρχει εὐσέβεια πρὸς τὸν Θεὸν εἰς τὸν τόπον αὐτόν. Καὶ ἐπειδὴ λείπει ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ, θὰ μὲ φονεύσουν ἕνεκα τῆς γυναικός μου, ὥστε νὰ τὴν πάρουν ὡς σύζυγόν των.

Γεν. 20,12

καὶ γὰρ ἀληθῶς ἀδελφή μου ἐστὶν ἐκ πατρός, ἀλλ’ οὐκ ἐκ μητρός· ἐγενήθη δέ μοι εἰς γυναῖκα.

Κολιτσάρα

Ἄλλωστε εἶναι πράγματι ἀδελφή μου ἐκ πατρὸς ἀλλ’ ὄχι ἐκ μητρός. Δι’ αὐτὸ καὶ τὴν ἐπῆρα ὡς σύζυγόν μου.

Τρεμπέλα

Μὴ νομίσετε ὅμως, ὅτι εἶπα ψέματα· διότι πράγματι ἡ Σάρρα εἶναι ἀδελφή μου, δηλαδὴ ἀνεψιᾶ μου ἀπὸ τὸν πατέρα μου, ὄχι ὅμως καὶ ἀπὸ τὴν μητέρα μου. Καὶ ἐπειδὴ δὲν εἶναι καὶ ἀπὸ τὴν μητέρα μου, δι’ αὐτὸ ἔγινε καὶ σύζυγός μου.

Γεν. 20,13

ἐγένετο δέ, ἡνίκα ἐξήγαγέ με ὁ Θεὸς ἐκ τοῦ οἴκου τοῦ πατρός μου, καὶ εἶπα αὐτῇ· ταύτην τὴν δικαιοσύνην ποιήσεις εἰς ἐμέ, εἰς πάντα τόπον οὗ ἐὰν εἰσέλθωμεν ἐκεῖ, εἰπὸν ἐμέ, ὅτι ἀδελφός μου ἐστίν.

Κολιτσάρα

Ὅταν δὲ ὁ Θεὸς μὲ διέταξε νὰ φύγω ἀπὸ τὸν πατρικόν μου οἶκον, εἶπα εἰς αὐτήν: Αὐτὴν τὴν δικαίαν ἀξίωσιν ἔχω ἀπὸ σέ· εἰς κάθε τόπον, ὅπου θὰ εἰσερχώμεθα νὰ λέγῃς δι’ ἐμὲ ὅτι εἶμαι ἀδελφός σου».

Τρεμπέλα

Ὅταν δὲ ὁ Θεὸς μοῦ ἔδωκεν ἐντολὴν νὰ ἐγκαταλείψω τὸ σπίτι τοῦ πατέρα μου καὶ ἐγὼ τὸ ἐγκατέλειψα, τῆς εἶπα: Ἀπὸ σὲ θέλω νὰ μοῦ κάμεις αὐτὴν τὴν χάριν εἰς κάθε τόπον, εἰς τὸν ὁποῖον θὰ εἰσερχώμεθα ὡς ξένοι, νὰ λέγῃς δι’ ἐμέ· «αὐτὸς εἶναι ἀδελφός μου» Τοῦτο ἔκαμε καὶ τώρα».

Γεν. 20,14

ἔλαβε δὲ Ἀβιμέλεχ χίλια δίδραχμα καὶ πρόβατα καὶ μόσχους καὶ παῖδας καὶ παιδίσκας καὶ ἔδωκε τῷ Ἁβραὰμ καὶ ἀπέδωκεν αὐτῷ Σάρραν τὴν γυναῖκα αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

Ἐπῆρεν ὁ Ἀβιμέλεχ χίλια δίδραχμα καὶ πρόβατα καὶ μοσχάρια καὶ δούλους καὶ δούλας καὶ ἔδωσεν αὐτὰ ὡς δῶρα εἰς τὸν Ἁβραάμ. Ἐπέστρεψε δὲ εἰς αὐτὸν καὶ τὴν Σάρραν τὴν σύζυγόν του.

Τρεμπέλα

Ὁ Ἀβιμέλεχ ἤθελησε νὰ ἀμείψῃ τὸν Ἀβραὰμ ἠθικῶς μὲ μεγαλοδωρίαν. Ἐπῆρε χίλια δίδραχμα καὶ πρόβατα καὶ μοσχάρια καὶ δούλους καὶ δοῦλες καὶ ἔδωκεν ὅλα αὐτὰ ὡς δῶρον εἰς τὸν Ἀβραάμ, διὰ νὰ ἐξιλεωθῇ ἀπέναντί του· τοῦ ἐπέστρεψε δὲ καὶ τὴν γυναῖκα του τὴν Σάρραν.

Γεν. 20,15

καὶ εἶπεν Ἀβιμέλεχ τῷ Ἁβραάμ· ἰδοὺ ἡ γῆ μου ἐναντίον σου· οὗ ἐάν σοι ἀρέσκῃ, κατοίκει.

Κολιτσάρα

Εἶπεν ἀκόμη ὁ Ἀβιμέλεχ εἰς τὸν Ἁβραάμ· «ἰδοὺ ἡ χώρα μου εἶναι ἐνώπιόν σου. Ὁπου σοῦ ἀρέσει, εἶσαι ἐλεύθερος νὰ κατοικῇς».

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Ἀβιμέλεχ εἶπεν ἐπίσης εἰς τὸν Ἀβραάμ: «Νά· ἡ χώρα μου ἀπλώνεται ἐμπρός σου, εἶναι εἰς τὴν διάθεσίν σου· ἠμπορεῖς νὰ κατοίκησῃς ὅποῦ σοῦ ἀρέσει».

Γεν. 20,16

τῇ δὲ Σάρρᾳ εἶπεν· ἰδοὺ δέδωκα χίλια δίδραχμα τῷ ἀδελφῷ σου· ταῦτα ἔσται σοι εἰς τὴν τιμὴν τοῦ προσώπου σου καὶ πάσαις ταῖς μετὰ σοῦ· καὶ πάντα ἀλήθευσον.

Κολιτσάρα

Εἰς δὲ τὴν Σάρραν εἶπεν· «ἰδοὺ ἔδωσα χίλια δίδραχμα εἰς τὸν ἀδελφόν σου. Αὐτὰ εἶναι τὸ ἀντίτιμον διὰ τὴν ἐντροπήν, τὴν ὁποίαν ἐδοκίμασες σὺ καὶ αἱ ἀκόλουθοί σου ἐξ αἰτίας μου. Ἀλλὰ εἰς τὸ ἐξῆς νὰ λέγῃς τὴν ἀλήθειαν πάντοτε».

Τρεμπέλα

Εἰς δὲ τὴν Σάρραν εἶπε: «Νά· ἔδωκα εἰς τὸν «Ἀδελφὸν» καὶ σύζυγον σου χίλια δίδραχμα. Αὐτὰ εἶναι ὡς ἀτίτιμον τοῦ προσώπου σου, τὸ ὁποῖον ἐθίγη, διότι σὲ ἔφερα εἰς τὸ σπίτι μου ὡς σύζυγον· ὡς ἀντίτιμον τῆς ἐντροπῆς, ποῦ ἐδοκίμασες σὺ καὶ ὅλες, ὅσες εἶναι μαζί σου, ἐξ αἰτίας μου. Εἰς τὸ ἑξῆς λέγε πάντοτε τὴν ἀλήθειαν. Λέγε ἐπίσης ὅτι εἶμαι ἀθῶος, ὅτι δὲν ἔκαμα τίποτε τὸ παράνομον, καὶ ὅτι δὲν σὲ ἐπείραξα καθόλου, ὅσον χρόνον ἤσουν εἰς το σπίτι μου».

Γεν. 20,17

προσηύξατο δὲ Ἁβραὰμ πρὸς τὸν Θεόν, καὶ ἰάσατο ὁ Θεὸς τὸν Ἀβιμέλεχ καὶ τὴν γυναῖκα αὐτοῦ καὶ τὰς παιδίσκας αὐτοῦ, καὶ ἔτεκον·

Κολιτσάρα

Ἐπειδὴ δὲ ἡ οἰκογένεια τοῦ Ἀβιμέλεχ εἶχε προσβληθῆ ἀπὸ δυστοκίαν, προσηυχήθη ὁ Ἁβραὰμ πρὸς τὸν Θεόν, καὶ ἐθεράπευσεν ὁ Θεὸς τὸν Ἀβιμέλεχ καὶ τὴν γυναῖκα αὐτοῦ καὶ τὰς δούλας αὐτοῦ ἀπὸ τὴν δυστοκίαν καὶ ἐγεννοῦσαν χωρὶς δυσκολίαν.

Τρεμπέλα

Προσηυχήθη δὲ ὁ Ἀβραὰμ εἰς τὸν Θεὸν καὶ ὁ Θεὸς ἐθεράπευσε τὸν Ἀβιμέλεχ καὶ τὴν γυναῖκα του καὶ τὶς δοῦλες του, ποῦ εἶχαν τιμωρηθῆ μὲ ἀτοκίαν (ἀδυναμίαν νὰ γεννοῦν)· Ἔτσι ἠμποροῦσαν πλέον νὰ γεννοῦν.

Γεν. 20,18

ὅτι συγκλείων συνέκλεισε Κύριος ἔξωθεν πᾶσαν μήτραν ἐν τῷ οἴκῳ Ἀβιμέλεχ, ἕνεκεν Σάρρας τῆς γυναικὸς Ἁβραάμ.

Κολιτσάρα

Διότι ὁ Θεὸς εἶχε κλείσει ἀπολύτως πᾶσαν μήτραν πρὸς τοκετὸν εἰς τὸν οἶκον τοῦ Ἀβιμέλεχ ἐξ αἰτίας τῆς Σάρρας τῆς γυναικὸς Ἁβραάμ, τὴν ὁποίαν ἐκεῖνος ἠθέλησεν ὡς σύζυγόν του.

Τρεμπέλα

Διότι ὁ Κύριος εἶχεν ἀποκλείσει τελείως κάθε μήτραν ἀπὸ τοῦ νὰ γεννᾷ εἰς τὴν οἰκογένειαν τοῦ Ἀβιμέλεχ, ἐξ αἰτίας τῆς Σάρρας, τῆς γυναικὸς τοῦ Ἀβραάμ, τὴν ὁποῖαν ὁ Ἀβιμέλεχ ἔλαβε διὰ νὰ τὴν ἔχῃ ὡς σύζυγον.

Κεφάλαιο 21

Γεν. 21,1

Καὶ Κύριος ἐπεσκέψατο τὴν Σάρραν, καθὰ εἶπε, καὶ ἐποίησε Κύριος τῇ Σάρρᾳ καθὰ ἐλάλησε,

Κολιτσάρα

Ὁ πανάγαθος Κύριος ἐπεσκέφθη ἐν τῇ ἀγαθότητι αὐτοῦ τὴν Σάρραν, καθὼς εἶχεν εἴπει, καὶ ἐξεπλήρωσε τὴν ὑπόσχεσίν του πρὸς αὐτήν.

Τρεμπέλα

Ὁ Κύριος ἐπεσκέφθη κατὰ τὸ ἔλεός του τὴν Σάρραν, συμφώνως πρὸς ὅσα εἶχεν εἴπει δι’ αὐτὴν καὶ ἐπραγματοποίησεν εἰς αὐτήν, ὅπως ἀκριβῶς εἶχεν ὑποσχεθῆ εἰς τὸν Ἀβραάμ, ὅταν ἐφιλοξενήθη εἰς τὴν βελανιδιὰν τοῦ Μαμβρῆ·

Γεν. 21,2

καὶ συλλαβοῦσα ἔτεκε τῷ Ἁβραὰμ υἱὸν εἰς τὸ γῆρας, εἰς τὸν καιρόν, καθὰ ἐλάλησεν αὐτῷ Κύριος.

Κολιτσάρα

Καὶ ἡ Σάρρα κατέστη ἔγκυος καὶ ἐγέννησεν εἰς τὸν Ἁβραὰμ υἱὸν κατὰ τὸν καιρόν, ποὺ εἶχεν ὑποσχεθῆ εἰς αὐτὸν ὁ Θεός.

Τρεμπέλα

ἡ δὲ Σάρρα, ἀφοῦ ἔγινεν ἔγκυος, ἐγέννησεν εἰς τὸν Ἀβραὰμ υἱὸν εἰς γεροντικὴν ἡλικίαν καὶ εἰς τὴν ἐποχὴν ἀκριβῶς ἐκείνην, κατὰ τὴν ὁποίαν ὑπεσχέθη εἰς αὐτὸν ὁ Κύριος, ὅτι θὰ ἀποκτήσῃ υἱόν.

Γεν. 21,3

καὶ ἐκάλεσεν Ἁβραὰμ τὸ ὄνομα τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ τοῦ γενομένου αὐτῷ, ὃν ἔτεκεν αὐτῷ Σάρρα, Ἰσαάκ.

Κολιτσάρα

Ὠνόμασε δὲ ὁ Ἁβραὰμ τὸν υἱόν του αὐτόν, τὸν ὁποῖον τοῦ ἐγέννησεν ἡ Σάρρα, Ἰσαάκ.

Τρεμπέλα

Ὁ Ἀβραὰμ εἰς τὸν υἱόν του, ποὺ ἐγεννήθη καὶ τὸν ὁποῖον τοῦ ἐχάρισεν ἡ στεῖρα, ἄγονος καὶ γηρασμένη Σάρρα, ἔδωκε τὸ ὄνομα Ἰσαὰκ (ποὺ σημαίνει αὐτός, ὁ ὁποῖος γελᾷ).

Γεν. 21,4

περιέτεμε δὲ Ἁβραὰμ τὸν Ἰσαὰκ τῇ ἡμέρᾳ τῇ ὀγδόῃ, καθὰ ἐνετείλατο αὐτῷ ὁ Θεός.

Κολιτσάρα

Τὸν περιέταμε δὲ κατὰ τὴν ὀγδόην ἡμέραν ἀπὸ τῆς γεννήσεώς του σύμφωνα μὲ τὴν ἐντολήν, ποὺ εἶχε δώσει εἰς αὐτὸν ὁ Θεός.

Τρεμπέλα

Ὁ Ἀβραὰμ δὲ περιέτεμε τὸν Ἰσαὰκ κατὰ τὴν ὀγδόην ἡμέραν ἀπὸ τῆς γεννήσεώς του, συμφώνως πρὸς τὴν ἐντολὴν τῆς περιτομῆς, ποὺ τοῦ εἶχε δώσει ὁ Θεός.

Γεν. 21,5

καὶ Ἁβραὰμ ἦν ἑκατὸν ἐτῶν, ἡνίκα ἐγένετο αὐτῷ Ἰσαὰκ ὁ υἱὸς αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

Ὅταν δὲ ἀπέκτησεν ὁ Ἁβραάμ τὸν υἱόν του τὸν Ἰσαάκ, ἦτο ἡλικίας ἑκατὸν ἐτῶν.

Τρεμπέλα

Ὁ Ἀβραὰμ ἦταν ἑκατὸν ἐτῶν, ὅταν ἐγεννήθη εἰς αὐτὸν ὁ υἱός του Ἰσαάκ.

Γεν. 21,6

εἶπε δὲ Σάρρα· γέλωτά μοι ἐποίησε Κύριος· ὃς γὰρ ἂν ἀκούσῃ, συγχαρεῖταί μοι.

Κολιτσάρα

Γεμάτη δὲ χαρὰν ἡ Σάρρα εἶπε· «χαρὰ καὶ γέλοιο μοῦ ἔδωσεν ὁ Κύριος. Καὶ ὅποιος ἀκόμη ἀκούσῃ τὸ γεγονὸς αὐτό, ἀσφαλῶς θὰ χαρῇ μαζῆ μὲ ἐμέ.

Τρεμπέλα

Ἡ Σάρρα ὅταν ἐγέννησε τὸν Ἰσαάκ, εἶπε: «Χαρὰν μοῦ ἐπροξένησεν ὁ Κύριος· ἡ γέννησις τοῦ παιδιοῦ ἔγινε δι’ ἐμὲ ἀφορμὴ χαράς. Ἐκεῖνος ποὺ θὰ ἀκούσῃ τὸ γεγονὸς τοῦτο, θὰ χαρῇ καὶ αὐτὸς μαζί μου, ὄχι ἐπειδὴ ἐγεννησα ἁπλῶς, ἀλλὰ ἐπειδὴ ἐγέννησα κάτω ἀπὸ θαυμαστὲς συνθῆκες».

Γεν. 21,7

καὶ εἶπε· τίς ἀναγγελεῖ τῷ Ἁβραάμ, ὅτι θηλάζει παιδίον Σάρρα; ὅτι ἔτεκον υἱὸν ἐν τῷ γήρᾳ μου.

Κολιτσάρα

Ποιὸς τώρα θὰ ἀναγγείλῃ εἰς τὸν Ἁβραάμ, ὅτι θηλάζει ἡ Σάρρα παιδίον; Ὅτι ἐγέννησα τέκνον εἰς τὰ γεράματά μου;»

Τρεμπέλα

Καὶ ἡ Σάρρα γεμάτη χαράν, θαυμασμὸν καὶ ἔκπληξιν διὰ τὸ γεγονὸς ἐπρόσθεσε: «Ποιὸς θὰ ἀναγγείλῃ εἰς τὸν Ἀβραάμ, ὅτι ἡ Σάρρα θηλάζει τώρα καὶ τρέφει παιδὶ μὲ ἄφθονον γάλα; Ὅτι ἐγὼ ποὺ ἤμουν στεῖρα ἠμπόρεσα νὰ γεννήσω υἱὸν εἰς τὰ γηρατειά μου!»

Γεν. 21,8

Καὶ ηὐξήθη τὸ παιδίον καὶ ἀπεγαλακτίσθη, καὶ ἐποίησεν Ἁβραὰμ δοχὴν μεγάλην, ᾗ ἡμέρᾳ ἀπεγαλακτίσθη Ἰσαὰκ ὁ υἱὸς αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

Τὸ παιδίον ἐμεγάλωσε καὶ εἰς ἡλικίαν δύο περίπου ἐτῶν ἀπεγαλακτίσθη. Κατὰ δὲ τὴν ἡμέραν τοῦ ἀπογαλακτισμοῦ του ὠργάνωσεν ὁ Ἁβραάμ ἑορτὴν καὶ παρέθεσε συμπάσιον, σύμφωνα μὲ τὰ ἔθιμα τῆς ἐποχῆς ἐκείνης.

Τρεμπέλα

Καὶ τὸ παιδὶ ἀνεπτύχθη καὶ ἀπεγαλακτίσθη. Ὁ δὲ Ἀβραάμ, ὅπως ἐσυνηθίζετο τότε, ὠργάνωσε μεγάλην ὑποδοχὴν καὶ ἔκαμε τραπέζι τὴν ἡμέραν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀπεγαλακτίσθη ὁ υἱός του Ἰσαάκ.

Γεν. 21,9

ἰδοῦσα δὲ Σάρρα τὸν υἱὸν Ἄγαρ τῆς Αἰγυπτίας, ὃς ἐγένετο τῷ Ἁβραάμ, παίζοντα μετὰ Ἰσαὰκ τοῦ υἱοῦ αὐτῆς·

Κολιτσάρα

Ἡ Σάρρα ὅμως, ὅταν εἶδε τὸ παιδί της τὸν Ἰσαὰκ νὰ παίζῃ μὲ τὸν Ἰσμαήλ, τὸ παιδὶ τοῦ Ἁβραάμ καὶ τῆς Ἄγαρ τῆς Αἰγυπτίας, ἐστενοχωρήθη. Ἐθεώρησε τὸ γεγονὸς ὑποτιμητικὸν διὰ τὸ παιδί της, τὸν «υἱὸν τῆς ἐπαγγελίας».

Τρεμπέλα

Ὅταν δὲ ἡ Σάρρα εἶδε τὸν υἱὸν τῆς Αἰγυπτίας δούλης Ἄγαρ, τὸν Ἰσμαήλ, ποὺ αὐτὴ ἀπέκτησεν ἀπὸ τὸν Ἀβραάμ, νὰ εἰρωνεύεται (ἢ νὰ περιφρονῇ ἢ νὰ καταδιώκῃ) τὸν υἱόν της Ἰσαάκ, ἐθεώρησε τὸ πρᾶγμα προσβλητικὸν

Γεν. 21,10

καὶ εἶπε τῷ Ἁβραάμ· ἔκβαλε τὴν παιδίσκην ταύτην καὶ τὸν υἱὸν αὐτῆς· οὐ γὰρ μὴ κληρονομήσει ὁ υἱὸς τῆς παιδίσκης ταύτης μετὰ τοῦ υἱοῦ μου Ἰσαάκ.

Κολιτσάρα

Καὶ εἶπεν εἰς τὸν Ἁβραάμ· «διῶξε αὐτὴν τὴν δούλην καὶ τὸ παιδί της μαζῆ μὲ αὐτήν. Διότι κατ’ οὐδένα τρόπον καὶ λόγον δὲν πρέπει ὁ υἱὸς αὐτῆς τῆς δούλης νὰ κληρονομήσῃ μαζῆ μὲ τὸ παιδί μου τὸν Ἰσαάκ».

Τρεμπέλα

καὶ εἶπεν εἰς τὸν Ἀβραάμ· «διῶξε γρήγορα τὴν δούλην αὐτὴν καὶ τὸν υἱόν της ἀπὸ τὴν οἰκογένειάν μας· διότι δὲν πρέπει νὰ κληρονομήσῃ ὁ υἱὸς τῆς δούλης αὐτῆς μαζὶ μὲ τὸν υἱόν μου Ἰσαάκ· δὲν πρέπει νὰ ἔχῃ τίποτε τὸ κοινὸν ὁ υἱὸς τῆς δούλης μὲ τὸν υἱόν μου Ἰσαάκ».

Γεν. 21,11

σκληρὸν δὲ ἐφάνη τὸ ῥῆμα σφόδρα ἐναντίον Ἁβραὰμ περὶ τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

Βαρὺς πολὺ καὶ ὀδυνηρὸς ἐφάνη εἰς τὸν Ἁβραάμ ὁ λόγος αὐτὸς τῆς Σάρρας διὰ τὸν υἱόν του τὸν Ἰσμαήλ.

Τρεμπέλα

Ἡ πρότασις ὅμως αὐτὴ τῆς Σάρρας διὰ τὸν υἱόν του Ἰσμαὴλ ἐφάνη πολὺ σκληρή, βαρειὰ καὶ ἀπάνθρωπος εἰς τὸν Ἀβραάμ, ὁ ὁποῖος ἦταν φιλόστοργος καὶ ἀγαποῦσε τὸν Ἰσμαήλ.

Γεν. 21,12

εἶπε δὲ ὁ Θεὸς τῷ Ἁβραάμ· μὴ σκληρὸν ἔστω ἐναντίον σου περὶ τοῦ παιδίου καὶ περὶ τῆς παιδίσκης· πάντα ἂν ὅσα εἴπῃ σοι Σάρρα, ἄκουε τῆς φωνῆς αὐτῆς, ὅτι ἐν Ἰσαὰκ κληθήσεταί σοι σπέρμα.

Κολιτσάρα

Εἶπεν ὅμως ὁ Θεὸς εἰς τὸν Ἁβραάμ· «μὴ θεωρῇς τὸν λόγον αὐτὸν τῆς Σάρρας ἐναντίον τοῦ παιδιοῦ σου καὶ τῆς δούλης σου ὡς σκληρόν. Τοὐναντίον ὅσα θὰ σοῦ εἴπῃ ἡ Σάρρα νὰ τὰ ἀκούσῃς, διότι σύμφωνα μὲ τὴν ἰδικήν μου δούλην οἱ ἀπόγονοι τοῦ Ἰσαὰκ θὰ ἀναγνωρισθοῦν κυρίως ὡς ἀπόγονοι ἰδικοί σου.

Τρεμπέλα

Ἀλλ’ ὁ φιλάνθρωπος Θεὸς διὰ νὰ συσφίγξῃ τὸν συνδεσμὸν τῆς ὁμονοίας τοῦ Ἀβραὰμ καὶ τῆς Σάρρας, εἶπεν εἰς τὸν Ἀβραάμ: «Ἂς μὴ εἶναι βαρὺς καὶ σκληρὸς ὁ λόγος αὐτὸς τῆς Σάρρας διὰ τὸ παιδί σου Ἰσμαὴλ καὶ τὴν μητέρα του, τὴν δούλην Ἄγαρ. Ἀλλὰ δῶσε προσοχὴν εἰς ὅσα θὰ σοῦ εἴπῃ ἡ Σάρρα, διότι οἱ ἀπόγονοι ποὺ θὰ ἀποκτήσῃς ἀπὸ τὸν Ἰσαάκ, αὐτοὶ θὰ λάβουν τὴν ὀνομασίαν καὶ τὰ δικαιώματα τῶν γνησίων ἀπογόνων σου, καὶ ὁ Ἰσαὰκ θὰ εἶναι κληρονόμος σου.

Γεν. 21,13

καὶ τὸν υἱὸν δὲ τῆς παιδίσκης ταύτης εἰς ἔθνος μέγα ποιήσω αὐτόν, ὅτι σπέρμα σὸν ἐστιν.

Κολιτσάρα

Ὡς πρὸς δὲ τὸν υἱὸν τῆς δούλης σου θὰ φροντίσω ἐγώ. Θὰ τὸν ἀναδείξω γενάρχην μεγάλου λαοῦ, διότι εἶναι καὶ αὐτὸς ἰδικόν σου τέκνον».

Τρεμπέλα

Θὰ προστατεύσω δὲ καὶ θὰ αὐξήσω καὶ τὸν υἱὸν τῆς δούλης σου αὐτῆς καὶ θὰ τὸν πολλαπλασιάσω, ὥστε νὰ ἀποβῇ εἰς ἔθνος μεγάλο, διότι εἶναι καὶ αὐτὸς ἀπόγονος ἰδικός σου».

Γεν. 21,14

ἀνέστη δὲ Ἁβραὰμ τὸ πρωῒ καὶ ἔλαβεν ἄρτους καὶ ἀσκὸν ὕδατος καὶ ἔδωκε τῇ Ἄγαρ καὶ ἐπέθηκεν ἐπὶ τῶν ὤμων αὐτῆς τὸ παιδίον καὶ ἀπέστειλεν αὐτήν. ἀπελθοῦσα δὲ ἐπλανᾶτο κατὰ τὴν ἔρημον, κατὰ τὸ φρέαρ τοῦ ὅρκου.

Κολιτσάρα

Ἔπειτα ἀπὸ τὴν ἐντολὴν αὐτὴν τοῦ Θεοῦ ἠγέρθη ὁ Ἁβραάμ τὸ πρωΐ, ἐπῆρεν ἄρτους καὶ ἕνα ἀσκὸν γεμᾶτον νερό, ἔδωκεν αὐτὰ εἰς τὴν Ἄγαρ, ἔβαλε τὸ παιδί της εἰς τοὺς ὤμους της καὶ τὴν ἀπεμάκρυνεν ἀπὸ τὴν κατασκήνωσιν ἐκείνην. Ἡ δὲ Ἄγαρ ἀναχωρήσασα περιεπλανᾶτο εἰς τὴν ἔρημον περιοχήν, νοτίως τῆς Χαναάν, ἐκεῖ ὅπου ὑπῆρχε τὸ φρέαρ τοῦ ὅρκου.

Τρεμπέλα

Ὁ Ἀβραὰμ συνεμορφώθη ἀμέσως πρὸς τὴν ἐντολὴν τοῦ Θεοῦ· ἐσηκώθη πρωΐ-πρωΐ καὶ ἐπῆρε ψωμία καὶ ἀσκὶ γεμᾶτο νερὸν καὶ τὰ ἐφόρτωσεν εἰς τὸν ὦμον τῆς Ἄγαρ καὶ τὸ παιδί, τὸν Ἰσμαὴλ καὶ τὴν ἀπεμάκρυνε ἀπὸ τὸ σπίτι του. Ἡ Ἄγαρ, ἀφοῦ ἔφυγεν, ἐπλανᾶτο μέσα εἰς τὴν ἔρημον, ποὺ εἶναι εἰς τὸ νότιον μέρος τῆς γῆς Χαναάν, ἐκεῖ ὅπου ὑπῆρχε τὸ πηγάδι τοῦ ὅρκου, δηλαδὴ κοντὰ εἰς τὴν Βηρσαβεέ.

Γεν. 21,15

ἐξέλιπε δὲ τὸ ὕδωρ ἐκ τοῦ ἀσκοῦ, καὶ ἔρριψε τὸ παιδίον ὑποκάτω μιᾶς ἐλάτης.

Κολιτσάρα

Κατὰ τὴν πολύωρον πεζοπορίαν της ἐξηντλήθη τὸ ὕδωρ τοῦ ἀσκοῦ, τοὺς ἐβασάνιζεν ἡ δίψα καὶ αὐτὴ ἔρριψε τὸ παιδίον κάτω ἀπὸ ἕνα ἔλατον, διὰ νὰ ἀποθάνῃ ἐκεῖ.

Τρεμπέλα

Καὶ τὸ νερὸν ἀπὸ τὸ ἀσκὶ ἐσώθη καὶ ἡ Ἄγαρ δὲν εὕρισκε βοήθειαν ἀπὸ κανένα· καὶ ἔρριψε τὸ διψασμένον παιδὶ κάτω ἀπὸ μίαν ἐλάτην διὰ νὰ ἀποθάνῃ.

Γεν. 21,16

ἀπελθοῦσα δὲ ἐκάθητο ἀπέναντι αὐτοῦ μακρόθεν ὡσεὶ τόξου βολήν· εἶπε γάρ, οὐ μὴ ἴδω τὸν θάνατον τοῦ παιδίου μου. καὶ ἐκάθισεν ἀπέναντι αὐτοῦ, ἀναβοῆσαν δὲ τὸ παιδίον ἔκλαυσεν.

Κολιτσάρα

Ἀπομακρυνθεῖσα δὲ ἀπὸ ἐκεῖ ἐκάθησαν ἀπέναντι αὐτοῦ μακράν, ὅσον ἠμπορεῖ νὰ ρίψῃ κανείς μὲ τὸ τόξον του ἕνα βέλος· διότι εἶπε· «δὲν ἀντέχω νὰ ἴδω τὸν θάνατον τοῦ παιδιοῦ μου». Ἐκάθησε λοιπὸν ἀπέναντί του. Τὸ δὲ παιδίον ἐφώναξε καὶ ἔκλαυσε.

Τρεμπέλα

Καὶ κυριευμένη ἀπὸ ὑπερβολικὴν λύπην διὰ τὸ παιδί της ἐκάθησεν ἀπέναντί του εἰς ἀπόστασιν ρίψεως ἐνὸς βέλους ἀπὸ τόξον (περίπου ἑκατὸν μέτρα μακρυά), διότι εἶπε· «δεν ἀντέχω νὰ βλέπω τὸ παιδί μου, τὸ ὁποῖον πολὺ ἀγαπῶ, νὰ ἀποθνῄσκῃ ἀπὸ τὴν δίψαν». Ἡ Ἄγαρ ἐκάθησεν ἀπέναντί του, τὸ δὲ παιδὶ ἐφώναξε καὶ ἔκλαυσεν.

Γεν. 21,17

εἰσήκουσε δὲ ὁ Θεὸς τῆς φωνῆς τοῦ παιδίου ἐκ τοῦ τόπου, οὗ ἦν, καὶ ἐκάλεσεν ἄγγελος Θεοῦ τὴν Ἄγαρ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καὶ εἶπεν αὐτῇ· τί ἐστιν Ἄγαρ; μὴ φοβοῦ· ἐπακήκοε γὰρ ὁ Θεὸς τῆς φωνῆς τοῦ παιδίου ἐκ τοῦ τόπου, οὗ ἐστιν.

Κολιτσάρα

Ὁ Θεὸς ἤκουσε τὸ γοερὸν κλάμα τοῦ παιδιοῦ ἀπὸ τὸν τόπον, ὅπου αὐτὸ εὑρίσκετο, καὶ ἄγγελος ἀπὸ τὸν οὐρανὸν ἐκάλεσε τὴν Ἄγαρ καὶ τῆς εἶπε· «Ἄγαρ, τί συμβαίνει; Μὴ φοβῆσαι· εἰσήκουσεν ὁ Θεὸς τὴν φωνὴν τοῦ παιδιοῦ, τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται σὰν πεταμένο εἰς τὸν τόπον αὐτόν.

Τρεμπέλα

Ὁ δὲ ἐλεήμων Θεός, Ὁ ὁποῖος μᾶς ἀγαπᾷ περισσότερον ἀπὸ τοὺς γονεῖς μας, ἄκουσε τὴν δυνατὴν φωνὴν τοῦ παιδιοῦ, ἀπὸ τὸν τόπον ὅπου ἦταν ριγμένον. Καὶ ἀφοῦ παρεχώρησεν ὥστε ἡ δούλη νὰ αἰσθανθῇ τὴν φρίκην τῆς ἐρημίας καὶ τῆς ἐγκαταλείψεως, ἔσπευσεν εἰς βοήθείαν της. Ἕνας ἄγγελος τοῦ Θεοῦ ἐκάλεσε τὴν Ἄγαρ ἀπὸ τὸν οὐρανὸν καὶ τῆς εἶπε: «Τί συμβαίνει, Ἄγαρ; Μὴ φοβῆσαν διότι ὁ Θεὸς ἄκουσε τὴν φωνὴν καὶ τὸ γοερὸν κλάμα τοῦ παιδιοῦ σου ἐκεῖ εἰς τὴν ἀπελπιστικὴν κατάστάσιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται πεταγμένον.

Γεν. 21,18

ἀνάστηθι καὶ λαβὲ τὸ παιδίον καὶ κράτησον τῇ χειρί σου αὐτό· εἰς γὰρ ἔθνος μέγα ποιήσω αὐτό.

Κολιτσάρα

Σήκω, πάρε τὸ παιδί σου καὶ κράτησέ το μὲ στοργὴν καὶ ἐμπιστοσύνην ἀπὸ τὸ χέρι, διότι ἐγὼ θὰ τὸ ἀναδείξω γενάρχην ἔθνους».

Τρεμπέλα

Σήκω ἐπάνω καὶ πάρε τὸ παιδί σου καὶ κράτησέ το ἀπὸ τὸ χέρι. Μὴ λυπῆσαι ἐπειδὴ σὲ ἔδιωξαν ἀπὸ τὴν οἰκογένειαν τοῦ Ἀβραάμ, διότι τὸ παιδί σου δεν θὰ μείνῃ ἀπροστάτευτον θὰ τὸ ἀναδείξω εἰς πρόγονον καὶ γενάρχην μεγάλου ἔθνους».

Γεν. 21,19

καὶ ἀνέῳξεν ὁ Θεὸς τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτῆς, καὶ εἶδε φρέαρ ὕδατος ζῶντος καὶ ἐπορεύθη καὶ ἔπλησε τὸν ἀσκὸν ὕδατος καὶ ἐπότισε τὸ παιδίον.

Κολιτσάρα

Καὶ ἀμέσως ὁ Θεὸς ἤνοιξε τὰ μάτια τῆς Ἄγαρ καὶ εἶδεν αὐτὴ ἐκεῖ πλησίον πηγήν, ποὺ ἀνέβλυζε δροσερὸν ὕδωρ. Ἐπῆγεν ἐκεῖ, ἐγέμισε τὸν ἀσκὸν μὲ νερὸ καὶ ἐπότισε τὸ παιδί της.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Θεὸς τῆς ἐφώτισε τὸν νοῦν καὶ μὲ θείαν ἐπενέργειαν ἄνοιξαν τὰ μάτια της. Καὶ τότε ἡ Ἄγαρ εἶδεν ἐκεῖ κοντὰ μίαν πηγὴν (ἢ ἕνα πηγάδι), ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἔτρέχε δροσερὸ νερό· καὶ ἡ δούλη ἐπῆγεν ἐκεῖ, ἐγέμισε τὸ ἀσκί της νερὸ καὶ ἐπότισε τὸ διψασμένον παιδί της.

Γεν. 21,20

καὶ ἦν ὁ Θεὸς μετὰ τοῦ παιδίου, καὶ ηὐξήθη. καὶ κατῴκησεν ἐν τῇ ἐρήμῳ, ἐγένετο δὲ τοξότης.

Κολιτσάρα

Ὁ δὲ Θεὸς ἦτο συμπαραστάτης καὶ βοηθὸς τοῦ παιδιοῦ, τὸ ὁποῖον ἐμεγάλωσεν, ἐγκατεστάθη εἰς τὴν ἔρημον αὐτὴν καὶ ἔγινε τοξότης.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Θεὸς ἦταν μαζὶ μὲ τὸ παιδὶ καὶ ὁ Ἰσμαὴλ ἐμεγάλωσε κάτω ἀπὸ τὴν θείαν προστασίαν καὶ βοήθειαν. Καὶ ἑκατοίκησεν εἰς τὴν ἔρημον καὶ ἔμαθε νὰ χειρίζεται πολὺ καλὰ τόξον, ὥστε ἔγινε ἱκανὸς κυνηγός.

Γεν. 21,21

καὶ κατῴκησεν ἐν τῇ ἐρήμῳ τῇ Φαράν, καὶ ἔλαβεν αὐτῷ ἡ μήτηρ γυναῖκα ἐκ γῆς Αἰγύπτου.

Κολιτσάρα

Ἐγκατεστάθη εἰς τὴν ἔρημον, ἡ ὁποία λέγεται Φαράν. Ἡ δὲ μητέρα του ἐδιάλεξε δι’ αὐτὸν γυναῖκα ἀπὸ τὴν Αἴγυπτον, τὴν ὁποίαν καὶ τοῦ ἔδωσεν ὡς σύζυγον.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Ἰσμαὴλ ἑκατοίκησεν εἰς τὴν ἔρημον Φαράν, καὶ ὅταν ἐνηλικιώθη, ἡ μητέρα του τὸν ἐνύμφευσε μὲ γυναῖκα Αἰγυπτίαν, ἐπειδὴ καὶ αὐτὴ κατήγετο ἀπὸ τὴν Αἴγυπτον.

Γεν. 21,22

Ἐγένετο δὲ ἐν τῷ καιρῷ ἐκείνῳ καὶ εἶπεν Ἀβιμέλεχ καὶ Ὁχοζὰθ ὁ νυμφαγωγὸς αὐτοῦ καὶ Φιχὸλ ὁ ἀρχιστράτηγος τῆς δυνάμεως αὐτοῦ πρὸς Ἁβραὰμ λέγων· ὁ Θεὸς μετὰ σοῦ ἐν πᾶσιν, οἷς ἐὰν ποιῇς·

Κολιτσάρα

Κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ὁ Ἀβιμέλεχ συνοδευόμενος ἀπὸ τὸν νυμφαγωγόν του Ὁχοζὰθ καὶ τὸν ἀρχιστράτηγον τῆς στρατιᾶς τοῦ Φιχόλ, ἐπεσκέφθη τὸν Ἁβραάμ καὶ τοῦ εἶπε· «γνωρίζω ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι μαζῆ σου καὶ εὐλογεῖ κάθε τι ποὺ κάμνεις.

Τρεμπέλα

Κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον ὁ βασιλιᾶς Ἀβιμελεχ καὶ ὁ Ὁχοζὰθ ὁ νυμφαγωγός του καὶ ὁ Φιχὸλ ὁ ἀρχιστράτηγος τοῦ στρατοῦ του ἦλθαν εἰς τὸν Ἀβραάμ, πρὸς τὸν ὁποῖον εἶπεν ὁ Ἀβιμελεχ: «Ὁ Θεὸς εἶναι μαζί σου, εἰς ὅλα τὰ ἔργα τὰ ὁποῖα κάμνεις.

Γεν. 21,23

νῦν οὖν ὄμοσόν μοι τὸν Θεόν, μὴ ἀδικήσειν με μηδὲ τὸ σπέρμα μου, μηδὲ τὸ ὄνομά μου· ἀλλὰ κατὰ τὴν δικαιοσύνην, ἣν ἐποίησα μετὰ σοῦ, ποιήσεις μετ’ ἐμοῦ, καὶ τῇ γῇ, ᾗ σὺ παρῴκησας ἐν αὐτῇ.

Κολιτσάρα

Τώρα λοιπὸν ὁρκίσου μου εἰς τὸν Θεόν, ὅτι δὲν θὰ κάμῃς ποτὲ τίποτε κακὸν καὶ ἄδικον οὔτε ἐναντίον μου οὔτε ἐναντίον τῶν ἀπογόνων μου οὔτε εἰς βάρος τοῦ καλοῦ ὀνόματός μου. Ἀλλά, ὅπως ἐγὼ ἐφάνηκα δίκαιος καὶ καλὸς ἀπέναντί σου, κατὰ παρόμοιον τρόπον καὶ σὺ θὰ φανῇς καλὸς πρὸς ἐμὲ καὶ πρὸς τὴν χώραν αὐτήν, ὅπου προσωρινῶς ἔμεινες».

Τρεμπέλα

Τώρα λοιπὸν ὁρκίσου μου ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ὅτι δὲν πρόκειται νὰ φανῇς κακὸς οὔτε νὰ διαβάλῃς ἐμὲ οὔτε τοὺς ἀπογόνους μου, οὔτε θὰ βλάψῃς τὸ καλὸν ὄνομά μου. Ἄλλ' ὅπως ἐγὼ ἔδειξα πρὸς σὲ καλωσύνην, εὐμένειαν καὶ δικαιοσύνην, δῶσε μου καὶ σὺ ὑπόσχεσιν, ὅτι ἔτσι θὰ συμπεριφερθῇς καὶ σὺ ἀπέναντί μου καὶ ἀπέναντι τῆς χώρας, εἰς τὴν ὁποίαν ἔχεις ἐγκατασταθῇ ὡς ξένος, ὡς προσωρινὸς κάτοικος».

Γεν. 21,24

καὶ εἶπεν Ἁβραάμ· ἐγὼ ὀμοῦμαι.

Κολιτσάρα

Ὁ δὲ Ἁβραάμ εἶπε· «ναί, ἐγὼ ὁρκίζομαι ὅτι δέχομαι τὴν πρότασίν σου καὶ θὰ φερθῶ, ὅπως μοῦ ζητεῖς».

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Ἀβραὰμ ἀπάντησεν εἰς τὸν βασιλιᾶ: «Συμφωνῶ μὲ τὴν πρότασίν σου· ὁρκίζομαι ὅτι θὰ τὸ κάμω».

Γεν. 21,25

καὶ ἤλεγξεν Ἁβραὰμ τὸν Ἀβιμέλεχ περὶ τῶν φρεάτων τοῦ ὕδατος, ὧν ἀφείλοντο οἱ παῖδες τοῦ Ἀβιμέλεχ.

Κολιτσάρα

Μὲ τὴν εὐκαιρίαν δὲ τῆς συναντήσεως αὐτῆς ὁ Ἁβραάμ παρεπονέθη πρὸς τὸν Ἀβιμέλεχ διὰ τὰ φρέατα, τὰ ὁποῖα, ἐνῶ τὰ εἶχεν ἀνοίξει ὁ Ἁβραάμ, τὰ ἥρπασαν οἱ ὑπηρέται τοῦ Ἀβιμέλεχ.

Τρεμπέλα

Ὁ Ἀβραάμ με τὴν εὐκαιρίαν αὐτὴν παρεπονέθη εἰς τὸν Ἀβιμέλεχ διὰ τὰ πηγάδια, τὰ ὁποῖα οἱ ὑπηρέτες τοῦ Ἀβιμελεχ ἅρπαξαν αὐθαίρετα καὶ μὲ βίαν ἀπὸ τὸν Ἀβραάμ, ποὺ τὰ εἶχεν ἀνοίξει, καὶ τὰ ἔκαμαν ἰδικά των.

Γεν. 21,26

καὶ εἶπεν αὐτῷ Ἀβιμέλεχ· οὐκ ἔγνων τίς ἐποίησέ σοι τὸ ῥῆμα τοῦτο, οὐδὲ σὺ μοι ἀπήγγειλας, οὐδὲ ἐγὼ ἤκουσα, ἀλλ’ ἢ σήμερον.

Κολιτσάρα

Ἀπήντησεν ὁ Ἀβιμέλεχ εἰς τὸν Ἁβραάμ καὶ εἶπε· «δὲν ἐπληροφορήθην ποιὸς ἔκαμε τὴν κακὴν αὐτὴν πρᾶξιν· οὔτε σὺ μοῦ ἔκαμες λόγον δι’ αὐτὴν οὔτε ἐγὼ ἀπὸ κανένα ἄλλον ἤκουσα. Πρώτην φορὰν τὴν πληροφοροῦμαι σήμερον». Καὶ διέταξε νὰ ἀποδοθοῦν τὰ φρέατα εἰς τὸν Ἁβραάμ.

Τρεμπέλα

Ὁ Ἀβιμέλεχ ἀπάντησεν εἰς τὰ παράπονα τοῦ Ἀβραάμ: «Δὲν ἔμαθα ποῖος ἔκαμε αὐτὴν τὴν πρᾶξιν εἰς σέ, οὔτε καὶ σὺ μοῦ τὸ ἐγνωστοποίησες, οὔτε καὶ ἐγὼ ἐπληροφορήθην διὰ τὸ γεγονὸς αὐτό· τὸ ἀκούω σήμερα διὰ πρώτην φοράν».

Γεν. 21,27

καὶ ἔλαβεν Ἁβραὰμ πρόβατα καὶ μόσχους, καὶ ἔδωκε τῷ Ἀβιμέλεχ, καὶ διέθεντο ἀμφότεροι διαθήκην.

Κολιτσάρα

Ἐπῆρε τότε ὁ Ἁβραάμ ἀπὸ τὰ ποίμνιά του πρόβατα καὶ μοσχάρια καὶ τὰ ἔδωσεν ὡς δῶρον ἀγάπης εἰς τὸν Ἀβιμέλεχ. Οἱ δύο των δὲ κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην συνῆψαν σύμφωνον ἀμοιβαίας φιλίας.

Τρεμπέλα

Κατόπιν ὁ Ἀβραὰμ ἐπῆρε πρόβατα καὶ μοσχάρια καὶ τὰ ἔδωκεν εἰς τὸν Ἀβιμέλεχ ὡς δῶρα ἀγάπης καὶ ἔκαμαν μεταξύ των συμφωνίαν φιλίας.

Γεν. 21,28

καὶ ἔστησεν Ἁβραὰμ ἑπτὰ ἀμνάδας προβάτων μόνας.

Κολιτσάρα

Ὁ Ἁβραάμ ἐν συνεχείᾳ ἐξεχώρισεν ἑπτὰ ἀμνάδας ἰδιαιτέρως διὰ τὸν Ἀβιμέλεχ.

Τρεμπέλα

Ὁ Ἀβραὰμ ἐξεχώρισε ἑπτὰ θηλυκὰ ἀρνιά (ἀρνάδες) ἀπὸ τὸ κοπάδι του.

Γεν. 21,29

καὶ εἶπεν Ἀβιμέλεχ τῷ Ἁβραάμ· τί εἰσιν αἱ ἑπτὰ ἀμνάδες τῶν προβάτων τούτων, ἃς ἔστησας μόνας;

Κολιτσάρα

Ὁ Ἀβιμέλεχ τὸν ἠρώτησε· «τί σημαίνουν τὰ ἑπτὰ αὐτὰ θηλυκὰ ἀρνιὰ τὰ ὁποῖα ἐξεχώρισες ἰδιαιτέρως;»

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Ἀβιμέλεχ, ὅταν εἶδε τὴν ἐνέργειάν του Ἀβραάμ, τὸν ἐρωτησε: «Τὶ σημαίνουν τὰ ἑπτὰ θηλυκὰ ἀρνιά, ποὺ ἐξεχώρισες ἀπὸ τὸ κοπάδι σου;»

Γεν. 21,30

καὶ εἶπεν Ἁβραάμ, ὅτι τὰς ἑπτὰ ἀμνάδας λήψῃ παρ’ ἐμοῦ, ἵνα ὦσί μοι εἰς μαρτύριον, ὅτι ἐγὼ ὤρυξα τὸ φρέαρ τοῦτο.

Κολιτσάρα

Ὁ Ἁβραάμ τότε τοῦ εἶπε· «τὰς ἑπτὰ αὐτὰς ἀμνάδας θὰ τὰς πάρῃς ἐκ μέρους μου, διὰ νὰ εἶναι μάρτυρες καὶ νὰ σοῦ ὑπενθυμίζουν ὅτι ἐγὼ ἤνοιξα τοῦτο τὸ φρέαρ».

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Ἀβραὰμ ἀπάντησε: «Τὰ ἑπτὰ θηλυκὰ ἀρνιὰ θὰ τὰ δεχθῇς ἀπὸ τὰ χέρια μου, διὰ νὰ εἶναι ὡς μαρτυρία καὶ βεβαίωσις, ὅτι ἐγὼ ἄνοιξα τὸ πηγάδι αὐτό».

Γεν. 21,31

διὰ τοῦτο ἐπωνόμασε τὸ ὄνομα τοῦ τόπου ἐκείνου, Φρέαρ ὁρκισμοῦ, ὅτι ἐκεῖ ὤμοσαν ἀμφότεροι.

Κολιτσάρα

Ἐξ αἰτίας δὲ αὐτοῦ τοῦ γεγονότος ὠνόμασεν ὁ Ἁβραάμ τὸν τόπον ἐκεῖνον Βηρσαβεὲ δηλαδὴ «Φρέαρ τοῦ ὅρκου», ἐπειδὴ ἐκεῖ ὡρκίσθησαν οἱ δύο των.

Τρεμπέλα

Διὰ τοῦτο ὁ Ἀβραὰμ ἔδωκεν εἰς τὸν τόπον ἐκεῖνον τὸ ὄνομα πηγάδι τοῦ ὅρκου (Βηρσαβεὲ ἢ πηγάδι τῶν ἑπτά), ἐπειδὴ ἐκεῖ ὡρκίσθησαν καὶ οἱ δύο, ὁ Ἀβραὰμ καὶ ὁ Ἀβιμέλεχ.

Γεν. 21,32

καὶ διέθεντο διαθήκην ἐν τῷ φρέατι τοῦ ὁρκισμοῦ. ἀνέστη δὲ Ἀβιμέλεχ καὶ Ὁχοζὰθ ὁ νυμφαγωγὸς αὐτοῦ καὶ Φιχὸλ ὁ ἀρχιστράτηγος τῆς δυνάμεως αὐτοῦ, καὶ ἐπέστρεψαν εἰς τὴν γῆν τῶν Φυλιστιείμ.

Κολιτσάρα

Ἔκλεισαν συμφωνίαν μεταξύ των ἐκεῖ εἰς τὸ φρέαρ τοῦ ὅρκου. Ἔπειτα ἀπὸ αὐτὰ ἠγέρθησαν ὁ Ἀβιμέλεχ, ὁ νυμφαγωγός του Ὁχοζάθ, ὁ ἀρχιστράτηγος τῶν δυνάμεών του Φιχὸλ καὶ ἐπανῆλθον εἰς τὴν χώραν τῶν Φιλισταίων.

Τρεμπέλα

Μὲ τὸν τρόπον αὐτὸν ἔκαμαν μεταξύ των συμφωνίαν φιλίας εἰς τὸ πηγάδι τοῦ ὅρκου (τὴν Βηρσαβεέ). Μετὰ τὴν συμφωνίαν αὐτὴν ἐσηκώθησαν ὁ Ἀβιμέλεχ καὶ ὁ Ὁχοζὰθ ὁ νυμφαγωγός του καὶ ὁ Φιχὸλ ὁ ἀρχιστράτηγος τοῦ στρατοῦ του καὶ ἐπέστρεψαν εἰς τὴν χώραν τῶν Φιλισταίων.

Γεν. 21,33

καὶ ἐφύτευσεν Ἁβραὰμ ἄρουραν ἐπὶ τῷ φρέατι τοῦ ὅρκου καὶ ἐπεκαλέσατο ἐκεῖ τὸ ὄνομα Κυρίου, Θεὸς αἰώνιος.

Κολιτσάρα

Ὁ Ἁβραάμ, εἰς πιστοποίησιν καὶ ἀνάμνησιν, ἐφύτευσε δένδρα εἰς τὸν ἀγρὸν πλησίον τοῦ φρέατος τοῦ ὅρκου καὶ ἐπεκαλέσθη ἐκεῖ τὸ ὄνομα Κυρίου, «Θεὸς αἰώνιος».

Τρεμπέλα

Ὅταν ἔφυγαν, ὁ Ἀβραὰμ ἐφύτευσεν εἰς τὸν χῶρον ποὺ εὑρίσκετο τὸ πηγάδι τοῦ ὅρκου, κῆπον μὲ δένδρα καὶ εἰς θυσιαστήριον ποὺ ἔκτισεν ἐκεῖ ἐλάτρευσε τὸν Κύριον, τὸν αἰώνιον Θεόν.

Γεν. 21,34

παρῴκησε δὲ Ἁβραὰμ ἐν τῇ γῇ τῶν Φυλιστιεὶμ ἡμέρας πολλάς.

Κολιτσάρα

Κατῴκησε δὲ εἰς τὴν χώραν αὐτὴν τῶν Φιλισταίων ὁ Ἁβραὰμ ἐπὶ ἀρκετὸν χρόνον.

Τρεμπέλα

Ἑκατοίκησε δὲ ὁ Ἀβραὰμ ὡς ξένος (προσωρινὸς κάτοικος) εἰς τὴν γῆν τῶν Φιλισταίων ἐπὶ πολὺν καιρόν.

Κεφάλαιο 22

Γεν. 22,1

Καὶ ἐγένετο μετὰ τὰ ῥήματα ταῦτα ὁ Θεὸς ἐπείρασε τὸν Ἁβραάμ καὶ εἶπεν αὐτῷ· Ἁβραάμ, Ἁβραάμ. ὁ δὲ εἶπεν· ἰδοὺ ἐγώ.

Κολιτσάρα

Ἔπειτα ἀπὸ τὰ γεγονότα αὐτά, ὑπέβαλεν ὁ Θεὸς εἰς δοκιμασίαν τὸν Ἁβραάμ καὶ τοῦ εἶπεν· «Ἁβραάμ, Ἁβραάμ»! Ἐκεῖνος ἀπήντησε· «ἰδοὺ ἐγώ, Κύριε, εἶμαι παρών».

Τρεμπέλα

Συνέβη δὲ μετὰ τὰ γεγονότα αὐτά (τὴν γέννησιν τοῦ Ἰσαάκ, τὴν ἀποπομπὴν τοῦ Ἰσμαήλ, τὴν συνθήκην μὲ τὸν Ἀβιμέλεχ) τοῦτο: Ὁ Θεὸς ἐδοκίμασε τὸν Ἀβραὰμ καὶ τοῦ εἶπεν: «Ἀβραάμ, Ἀβραάμ». Ὁ δὲ Ἀβραὰμ ἀπάντησε: «Νά, Κύριε, εἶμαι παρών, ἀκούω».

Γεν. 22,2

καὶ εἶπε· λαβὲ τὸν υἱόν σου τὸν ἀγαπητόν, ὃν ἠγάπησας, τὸν Ἰσαάκ, καὶ πορεύθητι εἰς τὴν γῆν τὴν ὑψηλὴν καὶ ἀνένεγκον αὐτὸν ἐκεῖ εἰς ὁλοκάρπωσιν ἐφ’ ἓν τῶν ὀρέων, ὧν ἂν σοι εἴπω.

Κολιτσάρα

Τοῦ εἶπε δὲ ὁ Θεός· «πάρε τὸ παιδί σου τὸ ἀγαπημένο, τὸν Ἰσαάκ, τὸν ὁποῖον τόσον πολὺ ἔχεις ἀγαπήσει, πήγαινε μαζῆ μὲ αὐτὸν εἰς τὴν ὑψηλὴν περιοχὴν καὶ πρόσφερέ τον ὁλοκαύτωμα ἐπάνω εἰς ἕνα ἀπὸ τοὺς λόφους ἐκείνους ποὺ ἐγὼ θὰ σο·υ εἴπω».

Τρεμπέλα

Καὶ εἶπε πρὸς αὐτὸν ὁ Θεός: «Πάρε τὸ πολυαγαπημένονν καὶ λατρευτόν σου παιδί, τὸν Ἰσαάκ, διὰ τὸ ὁποῖον λαχταρᾷ ἡ καρδιά σου καὶ ἀπὸ τὸ ὁποῖον πιριμένεις διάδοχον καὶ ἀπογόνους, καὶ πήγαινε εἰς τὴν ὑψηλὴν περιοχὴν καὶ σφάξε το καὶ πρόσφερέ το ὡς ὁλοκαύτωμα θὐσίας εἰς ἐμὲ ἐπάνω εἰς ἕνα ἀπὸ τὰ βουνά, ποὺ θὰ σοῦ καθορίσω».

Γεν. 22,3

ἀναστὰς δὲ Ἁβραὰμ τὸ πρωῒ ἐπέσαξε τὴν ὄνον αὐτοῦ· παρέλαβε δὲ μεθ’ ἑαυτοῦ δύο παῖδας καὶ Ἰσαὰκ τὸν υἱὸν αὐτοῦ καὶ σχίσας ξύλα εἰς ὁλοκάρπωσιν, ἀναστὰς ἐπορεύθη καὶ ἦλθεν ἐπὶ τὸν τόπον, ὃν εἶπεν αὐτῷ ὁ Θεός, τῇ ἡμέρᾳ τῇ τρίτῃ.

Κολιτσάρα

Πειθαρχικὸς ὁ Ἁβραάμ εἰς τὴν φωνὴν τοῦ Κυρίου, ἐσηκώθη ἀμέσως τὸ πρωΐ, ἐσαμάρωσε τὴν ὄνον του, παρέλαβε μαζῆ του τὸν υἱόν του τὸν Ἰσαὰκ καὶ δύο δούλους, ἔσχισε καὶ ἐφόρτωσε ξύλα διὰ τὴν θυσίαν τοῦ ὁλοκαυτώματος, ἐξεκίνησεν ἀπὸ ἐκεῖ ὅπου εὑρίσκετο, καὶ κατὰ τὴν τρίτην ἡμέραν ἔφθασεν εἰς τὸν τόπον, τὸν ὁποῖον τοῦ εἶχεν ὁρίσει ὁ Θεός.

Τρεμπέλα

Ὁ δίκαιος Ἀβραὰμ ὑπάκουσε καὶ χωρὶς καμμίαν διαμαρτυρίαν ἐσηκώθη τὸ πρωΐ καὶ ἀμέσως ἐσαμάρωσε τὸ ὑποζύγιόν του· μαζί του δὲ παρέλαβε δύο δούλους καὶ τὸ ἀγαπημένον καὶ μονάκριβον παιδί του, τὸν Ἰσαάκ. Καὶ ἀφοῦ ἔσχισε ξύλα διὰ τὴν θυσίαν τοῦ ὁλοκαύτωματος καὶ τὰ ἐφόρτωσεν εἰς τὸ ζῶον, ἐξεκίνησε καὶ ἔφθασε κατὰ τὴν τρίτην ἡμέραν εἰς τὸν τόπον, τὸν ὁποῖον τοῦ ὑπέδειξε καὶ τοῦ καθώρισεν ὁ Θεός.

Γεν. 22,4

καὶ ἀναβλέψας Ἁβραὰμ τοῖς ὀφθαλμοῖς αὐτοῦ, εἶδε τὸν τόπον μακρόθεν.

Κολιτσάρα

Πρὶν δὲ φθάσῃ εἰς αὐτὸν ἐσήκωσε τὰ μάτια του καὶ εἶδε ἀπὸ μακρυὰ τὸν καθωρισμένον διὰ τὴν θυσίαν τοῦ υἱοῦ του τόπον.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Ἀβραάμ, πρὶν ἀκόμη φθάσῃ ἐκεῖ ἀκριβῶς, ὅπου τοῦ εἶπεν ὁ Θεός, ἐσήκωσε τὰ μάτια καὶ ἐκυτταξε γύρῳ - γύρῳ διὰ νὰ ἀνακαλύψῃ τὸν τόπον τῆς θυσίας· ὅταν δὲ εἶδε ἀπὸ μακρυὰ τὸν καθωρισμένον τόπον,

Γεν. 22,5

καὶ εἶπεν Ἁβραὰμ τοῖς παισὶν αὐτοῦ· καθίσατε αὐτοῦ μετὰ τῆς ὄνου, ἐγὼ δὲ καὶ τὸ παιδάριον διελευσόμεθα ἕως ὧδε καὶ προσκυνήσαντες ἀναστρέψομεν πρὸς ὑμᾶς.

Κολιτσάρα

Εἶπε δὲ εἰς τοὺς δούλους του· «σεῖς καθῆστε ἐδῶ μὲ τὴν ὄνον. Ἐγὼ δὲ καὶ τὸ παιδί μου θὰ πορευθῶμεν ἕως ἐκεῖ καὶ ἀφοῦ προσκυνήσωμεν τὸν Κύριον θὰ ἐπανέλθωμεν».

Τρεμπέλα

εἶπεν εἰς τοὺς δύο δούλους του: «Σεῖς καθῆστε ἐδῶ μὲ τὸ ὑποζύγιον καὶ περιμένετε· ἐγὼ δὲ καὶ τὸ παιδί μου θὰ προχωρήσωμεν ἕως ἐκεῖ καὶ ἀφοῦ προσκυνήσωμεν καὶ λατρεύσωμεν τὸν Θεόν, θὰ ἐπιστρέψωμεν πάλιν κοντά σας».

Γεν. 22,6

ἔλαβε δὲ Ἁβραὰμ τὰ ξύλα τῆς ὁλοκαρπώσεως καὶ ἐπέθηκεν Ἰσαὰκ τῷ υἱῷ αὐτοῦ· ἔλαβε δὲ μετὰ χεῖρας καὶ τὸ πῦρ καὶ τὴν μάχαιραν, καὶ ἐπορεύθησαν οἱ δύο ἅμα.

Κολιτσάρα

Ἐπῆρεν ὁ Ἁβραάμ τὰ ξύλα διὰ τὴν ὁλοκαύτωσιν καὶ τὰ ἐφόρτωσεν εἰς τὸν υἱόν του τὸν Ἰσαάκ. Αὐτὸς δὲ ἐπῆρεν εἰς τὰ χέρια του τὸ πῦρ καὶ τὴν μάχαιραν καὶ ἐβάδισαν καὶ οἱ δύο μαζῆ εἰς τὸν τόπον τῆς θυσίας.

Τρεμπέλα

Ἔλαβε δὲ ὁ Ἀβραὰμ τὰ ξύλα, ποὺ ἑτοίμασε διὰ τὴν θυσίαν τοῦ ὁλοκαυτώματος, καὶ τὰ ἐφόρτωσεν εἰς τοὺς ὤμους τοῦ ἀγαπημένου του παιδιοῦ. Αὐτὸς δὲ ἐπῆρεν εἰς τὰ χέρια του τὴν φωτιάν, διὰ νὰ ἀνάψῃ τὰ ξύλα τῆς θυσίας, καὶ τὸ μαχαίρι, μὲ τὸ ὁποῖον θὰ ἐσφάζετο τὸ θῦμα, καὶ ἐπροχώρησαν καὶ οἱ δύο μαζὶ πρὸς τὸν τόπον τῆς θυσίας.

Γεν. 22,7

εἶπε δὲ Ἰσαὰκ πρὸς Ἁβραὰμ τὸν πατέρα αὐτοῦ· πάτερ. ὁ δὲ εἶπε· τί ἐστι, τέκνον; εἶπε δέ· ἰδοὺ τὸ πῦρ καὶ τὰ ξύλα· ποῦ ἐστι τὸ πρόβατον τὸ εἰς ὁλοκάρπωσιν;

Κολιτσάρα

Εἶπε τότε ὁ Ἰσαὰκ πρὸς τὸν Ἁβραάμ, τὸν πατέρα του· «πάτερ». Τί εἶναι παιδί μου;» εἶπεν ἐκεῖνος. «Πάτερ, ἠρώτησεν ὁ Ἰσαάκ, ἰδοὺ ἡ φωτιὰ καὶ τὰ ξύλα. Ἀλλὰ ποῦ εἶναι τὸ πρόβατον, τὸ ὁποῖον θὰ προσφέρωμεν ὡς θυσίαν ὁλοκαυτώματος;»

Τρεμπέλα

Καθὼς δὲ ἐβάδιζαν, ὁ Ἰσαὰκ γεμᾶτος ἀπορίαν εἶπε πρὸς τὸν πατέρα του, τὸν Ἀβραάμ: «Πατέρα». Ὁ δὲ Ἀβραὰμ ἀπάντησε: «Τί εἶναι, παιδί μου;» Καὶ ὁ Ἰσαὰκ ἐπρόσθεσε: «Νά· σὺ μεταφέρεις τὴν φωτιὰν καὶ ἑγὼ τὰ ξύλα διὰ τὴν θυσίαν. Ποὺ εἶναι ὅμως τὸ πρόβατον, τὸ ὁποῖον θὰ προσφερθῇ ὡς ὁλοκαύτωμα εἰς τὸν Θεόν;»

Γεν. 22,8

εἶπε δὲ Ἁβραάμ· ὁ Θεὸς ὄψεται ἑαυτῷ πρόβατον εἰς ὁλοκάρπωσιν, τέκνον. πορευθέντες δὲ ἀμφότεροι ἅμα,

Κολιτσάρα

«Παιδί μου, εἶπεν ὁ Ἁβραάμ, ὁ Θεὸς θὰ φροντίσῃ μόνος του διὰ τὸ πρόβατον τῆς θυσίας». Βαδίζοντες δὲ καὶ οἱ δύο μαζῆ,

Τρεμπέλα

Ὁ Ἀβραὰμ μὲ γενναῖον φρόνημα καὶ πίστιν εἰς τὸν Θεὸν ἀπάντησεν εἰς τὸν Ἰσαάκ: «Παιδίμου, ὁ παντοδύναμος Θεὸς θὰ φροντίσῃ μόνος του καὶ θὰ μᾶς δείξῃ τὸ πρόβατον, ποὺ πρέπει νὰ θυσιασθῇ». Ἀφοῦ δὲ ἐπροχώρησαν μαζὶ καὶ οἱ δύο,

Γεν. 22,9

ἦλθον ἐπὶ τὸν τόπον, ὃν εἶπεν αὐτῷ ὁ Θεός. καὶ ᾠκοδόμησεν ἐκεῖ Ἁβραὰμ τὸ θυσιαστήριον καὶ ἐπέθηκε τὰ ξύλα, καὶ συμποδίσας Ἰσαὰκ τὸν υἱὸν αὐτοῦ, ἐπέθηκεν αὐτὸν ἐπὶ τὸ θυσιαστήριον ἐπάνω τῶν ξύλων.

Κολιτσάρα

ἔφθασαν εἰς τὸν τόπον, ποὺ εἶχεν ὁρίσει ὁ Θεός. Κατεσκεύασεν ἐκεῖ τὸ θυσιαστήριον ὁ Ἁβραάμ, ἐτοποθέτησεν ἐπάνω εἰς αὐτὸ τὰ ξύλα, ἔδεσε τὰ πόδια τοῦ παιδιοῦ του τοῦ Ἰσαάκ, ἐτοποθέτησεν αὐτὸν ἐπάνω εἰς τὰ ξύλα

Τρεμπέλα

ἔφθασαν εἰς τὸν τόπον τῆς θυσίας, τὸ βουνόν, τὸ ὁποῖον τοῦ ὑπέδειξεν ὁ Θεός. Ἐκεῖ ὁ Ἀβραὰμ κατεσκεύασε τὸ θυσιαστήριον καὶ ἔβαλεν ἐπάνω εἰς αὐτὸ τὰ ξύλα· καὶ ἀφοῦ ἔδεσε τὰ πόδια τοῦ ἀγαπημένου του παιδιοῦ, τοῦ Ἰσαάκ, ὁ ὁποῖος, ὁ ὁποῖος δὲν ἐπρόβαλε καμμίαν ἀντίστασιν, τὸν ἐξάπλωσεν ἐπάνω εἰς τὰ ξύλα τοῦ θυσιαστηρίου.

Γεν. 22,10

καὶ ἐξέτεινεν Ἁβραὰμ τὴν χεῖρα αὐτοῦ λαβεῖν τὴν μάχαιραν σφάξαι τὸν υἱὸν αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

καὶ ἄπλωσε τὸ χέρι του νὰ πάρῃ τὴν μάχαιραν, διὰ νὰ σφάξῃ τὸν υἱόν του.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Ἀβραὰμ ἄπλωσε τὸ χέρι του, διὰ νὰ πάρῃ τὸ μαχαίρι νὰ σφάξῃ τὸ παιδί του, καὶ νὰ τὸ προσφέρῃ ὡς θυσίαν ὁλοκαυτώματος εἰς τὸν Θεόν.

Γεν. 22,11

καὶ ἐκάλεσεν αὐτὸν ἄγγελος Κυρίου ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καὶ εἶπεν· Ἁβραάμ, Ἁβραάμ. ὁ δὲ εἶπεν· ἰδοὺ ἐγώ.

Κολιτσάρα

Τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἄγγελος Κυρίου ἀπὸ τὸν οὐρανὸν τὸν ἐκάλεσε καὶ τοῦ εἶπεν· «Ἁβραάμ, Ἁβραάμ!» Ἐκεῖνος δὲ ἀπήντησεν· «ἰδοὺ ἐγὼ Κύριε».

Τρεμπέλα

Κατὰ τὴν κρίσιμον στιγμήν, ποὺ ὁ Ἀβραὰμ ἄπλωσε τὸ χέρι διὰ νὰ σφάξῃ τὸν Ἰσαάκ, ἄγγελος τοῦ Θεοῦ τὸν ἐκάλεσε ἀπὸ τὸν οὐρανὸν καὶ τοῦ εἶπεν: «Ἀβραάμ, Ἀβραάμ». Αὐτὸς δὲ ἀπάντησε: «Νά, εἶμαι παρών, ἀκούω».

Γεν. 22,12

καὶ εἶπε· μὴ ἐπιβάλῃς τὴν χεῖρά σου ἐπὶ τὸ παιδάριον μηδὲ ποιήσῃς αὐτῷ μηδέν· νῦν γὰρ ἔγνων, ὅτι φοβῇ σὺ τὸν Θεὸν καὶ οὐκ ἐφείσω τοῦ υἱοῦ σου τοῦ ἀγαπητοῦ δι’ ἐμέ.

Κολιτσάρα

Καὶ εἶπε πρὸς αὐτὸν ὁ ἄγγελος· «μὴ ἀπλώσῃς τὸ ὡπλισμένον μὲ τὴν μάχαιραν χέρι σου ἐπάνω εἰς τὸ παιδίον καὶ μὴ κάμῃς εἰς αὐτὸ κανένα κακόν· διότι τώρα ἐκατάλαβα καλὰ ὅτι σὺ σέβεσαι καὶ λατρεύεις τὸν Θεόν, ἀφοῦ πρὸς χάριν μου δὲν ἐλυπήθης τὸν ἀγαπητόν σου υἱόν».

Τρεμπέλα

Καὶ εἶπε πρὸς αὐτὸν ὁ ἄγγελος τοῦ Θεοῦ: «Μὴ ἀπλώσῃς καὶ μὴ βάλῃς τὸ χέρι σου ποὺ κρατεῖ τὸ μαχαίρι ἐπάνω εἰς τὸ παιδὶ καὶ μὴ κάμῃς εἰς αὐτὸ κανένα κακόν· διότι τώρα ἐκατάλαβα πολὺ καλά, ὅτι σὺ σέβεσαι καὶ εὐλαβεῖσαι τὸν Θεὸν καὶ πρὸς χάριν μου δεν ἐλυπήθης τὸ ἀγαπημένον καὶ μονάκριβον παιδί σου· διὰ τὴν μεγάλην ἀγάπην ποὺ ἔχεις πρὸς ἐμέ, ἐπροτίμησες τὴν ἐντολήν μου ἀπὸ τὸ παιδί σου».

Γεν. 22,13

καὶ ἀναβλέψας Ἁβραὰμ τοῖς ὀφθαλμοῖς αὐτοῦ εἶδε, καὶ ἰδοὺ κριὸς εἷς κατεχόμενος ἐν φυτῷ Σαβὲκ τῶν κεράτων· καὶ ἐπορεύθη Ἁβραὰμ καὶ ἔλαβε τὸν κριὸν καὶ ἀνήνεγκεν αὐτὸν εἰς ὁλοκάρπωσιν ἀντὶ Ἰσαὰκ τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

Ἐσήκωσε τὰ βλέμματά του ὁ Ἁβραὰμ καὶ εἶδεν ἔξαφνα, ἐκεῖ κοντὰ ἕνα κριόν, τοῦ ὁποίου τὰ κέρατα εἶχον περιπλακῆ εἰς ἕνα φυτὸν ὑνομαζόμενον Σαβέκ. Ἐπῆγεν ὁ Ἁβραὰμ ἐκεῖ, ἐπῆρε τὸν κριὸν καὶ προσέφερεν αὐτὸν ὡς θυσίαν ὁλοκαυτώματος ἀντὶ τοῦ παιδιοῦ του τοῦ Ἰσαάκ.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Ἀβραὰμ ἐσήκωσε τὰ βλέμματά του ἀπὸ τὸ θυσιαστήριον, ὅπου ἦταν ἑξαπλωμένος ὁ Ἰσαάκ, καὶ ἔξαφνα εἶδεν ἐκεῖ κοντὰ ἕνα κριάρι, τὰ κέρατα τοῦ ὁποίου εἶχαν περιπλακῆ εἰς ἕνα φυτόν, ποὺ ὀνομάζεται Σαβέκ. Ὁ Ἀβραὰμ ἐπῆγε πρὸς τὰ ἐκεῖ, ἐπῆρε τὸ κριάρι καὶ τὸ ἐπρόσφερεν εἰς τὸν Θεὸν ὡς θυσίαν ὁλοκαυτώματος ἀντὶ τοῦ παιδιοῦ τοῦ Ἰσαάκ.

Γεν. 22,14

καὶ ἐκάλεσεν Ἁβραὰμ τὸ ὄνομα τοῦ τόπου ἐκείνου, Κύριος εἶδεν, ἵνα εἴπωσι σήμερον, ἐν τῷ ὄρει Κύριος ὤφθη.

Κολιτσάρα

Ὠνόμασε δὲ ὁ Ἁβραάμ τὸν τόπον ἐκεῖνον ὁ Κύριος εἶδε»· ὥστε μέχρι, σήμερον οἱ ἄνθρωποι ὀνομάζουν αὐτὸν «εἰς τοῦτο τὸ ὄρος ἐφανερώθη ὁ Κύριος».

Τρεμπέλα

Ὁ Ἀβραὰμ εἰς ἐνθύμησιν τοῦ γεγονότος ὠνόμασε τὸν τόπον ἐκεῖνον «ὁ Κύριος εἶδεν», ὥστε μέχρι σήμερον ὀνομάζουν τὸν τόπον ἐκεῖνον «εἰς τὸ βουνὸν αὐτὸ ἐφανερώθη ὁ Κύριος».

Γεν. 22,15

καὶ ἐκάλεσεν ἄγγελος Κυρίου τὸν Ἁβραὰμ δεύτερον ἐκ τοῦ οὐρανοῦ, λέγων·

Κολιτσάρα

Διὰ δευτέραν φορὰν ἄγγελος Κυρίου ἐκάλεσεν ἀπὸ τὸν οὐρανὸν τὸν Ἁβραάμ καὶ εἶπεν·

Τρεμπέλα

Καὶ ἄγγελος τοῦ Θεοῦ ἐκάλεσε τὸν Ἀβραὰμ διὰ δευτέραν φορὰν ἀπὸ τὸν οὐρανὸν καὶ τοῦ εἶπεν:

Γεν. 22,16

κατ’ ἐμαυτοῦ ὤμοσα, λέγει Κύριος, οὗ εἵνεκεν ἐποίησας τὸ ῥῆμα τοῦτο, καὶ οὐκ ἐφείσω τοῦ υἱοῦ σου τοῦ ἀγαπητοῦ δι’ ἐμέ,

Κολιτσάρα

εἰς τὸν ἑαυτόν μου ὡρκίσθηκα, λέγει ὁ Κύριος, ἐπειδὴ ὑπήκουσες καὶ ἐξεπλήρωσες τὴν ἐντολήν μου αὐτὴν καὶ δὲν ἐλυπήθης πρὸς χάριν μου τὸν υἱόν σου τὸν ἀγαπητόν,

Τρεμπέλα

«Ὡρκίσθηκα εἰς τὸν ἑαυτόν μου· ὡρκίσθηκα εἰς τὴν ἄπειρόν μου τελειότητα, εἰς τὴν μακαρίαν ζωήν μου, λέγει ὁ Κύριος, ἐπειδὴ ἐφάνης ὑπάκουος καὶ ἐξεπλήρωσες πιστὰ τὴν ἐντολὴν αὐτήν, τὴν ὁποίαν σοῦ ἔδωκα, καὶ πρὸς χάριν μου δὲν ἐλυπήθης οὐδὲ αὐτὸ τὸ ἀγαπημένον καὶ μονάκριβον παιδί σου καὶ ἐλογάριασες τὴν ἐντολήν μου περισσότερον ἀπὸ τὸ παιδί σου,

Γεν. 22,17

ἦ μὴν εὐλογῶν εὐλογήσω σε, καὶ πληθύνων πληθυνῶ τὸ σπέρμα σου, ὡς τοὺς ἀστέρας τοῦ οὐρανοῦ καὶ ὡς τὴν ἄμμον τὴν παρὰ τὸ χεῖλος τῆς θαλάσσης, καὶ κληρονομήσει τὸ σπέρμα σου τὰς πόλεις τῶν ὑπεναντίων·

Κολιτσάρα

σοῦ ὑπόσχομαι ὅτι πλουσίως θὰ σὲ εὐλογήσω καὶ θὰ πληθύνω πολὺ τοὺς ἀπογόνους σου, σὰν τὰ ἀστέρια τοῦ οὐρανοῦ καὶ σὰν τὴν ἄμμον ποὺ ὑπάρχει εἰς τὴν παραλίαν τῆς θαλάσσης. Οἱ ἀπόγονοί σου μὲ τὴν ἰδικήν μου προστασίαν καὶ δύναμιν θὰ κυριεύσουν τὰς πόλεις τῶν ἐχθρῶν.

Τρεμπέλα

σοῦ ὑπόσχομαι ἀληθινὰ καὶ σὲ βεβαιῶ ἀπολύτως, ὅτι θὰ σὲ εὐλογήσω πλουσίως καὶ θὰ πληθύνω πάρα πολὺ τοὺς ἀπογόνους σου καὶ θὰ τοὺς αὐξησω ὡσὰν τὰ ἄστρα τοῦ ούρανοῦ καὶ ὡσὰν τὴν ἄμμον, ποὺ εἶναι εἰς τὴν ἀκροθαλασσιὰν καὶ οἱ ἀπόγονοί σου θὰ κατανικήσουν τοὺς ἐχθρούς των, τοὺς εἰδωλολατρικοὺς λαούς, ποὺ κατοικοῦν εἰς τὴν γῆν τῆς ἐπαγγελίας, καὶ θὰ κληρονομήσουν τις πόλεις των.

Γεν. 22,18

καὶ ἐνευλογηθήσονται ἐν τῷ σπέρματί σου πάντα τὰ ἔθνη τῆς γῆς, ἀνθ’ ὧν ὑπήκουσας τῆς ἐμῆς φωνῆς.

Κολιτσάρα

Ἐπὶ πλέον, ἐπειδὴ τόσον προθύμως καὶ πλήρως ὑπήκουσες εἰς τὴν ἐντολήν μου, σοῦ ὑπόσχομαι ὅτι μὲ ἕνα ἀπὸ τοὺς ἀπογόνους σου, τὸν Χριστόν, θὰ εὐλογηθοῦν ὅλα τὰ ἔθνη τῆς γῆς».

Τρεμπέλα

Ἀκόμη, ἐπειδὴ ἐφάνης ὑπάκουος εἰς τὴν ἐντολήν, ποὺ σοῦ ἔδωκα, σοῦ ὑπόσχομαι ὅτι διὰ τοῦ ἐκλεκτοῦ καὶ ἁγίου καὶ ἀναμαρτήτου ἀπογόνου σου, τοῦ Μεσίου Χριστοῦ, θὰ λάβουν τὶς εὐλογίες καὶ χάριτες τοῦ Θεοῦ ὅλα τὰ ἔθνη τῆς γῆς».

Γεν. 22,19

ἀπεστράφη δὲ Ἁβραὰμ πρὸς τοὺς παῖδας αὐτοῦ, καὶ ἀναστάντες ἐπορεύθησαν ἅμα ἐπὶ τὸ φρέαρ τοῦ ὅρκου. καὶ κατῴκησεν Ἁβραὰμ ἐπὶ τὸ φρέαρ τοῦ ὅρκου.

Κολιτσάρα

Ἔπειτα ἀπὸ αὐτά, ὁ Ἁβραὰμ μὲ τὸν Ἰσαὰκ ἐπέστρεψαν πρὸς τοὺς δούλους του, ποὺ εἶχαν ἀφήσει εἰς τοὺς πρόποδας τοῦ ὄρους, καὶ ὅλοι μαζῆ ἐξεκίνησαν, διὰ νὰ μεταβοῦν εἰς τὸ φρέαρ τοῦ ὅρκου. Ἐκεῖ, εἰς τὸ φρέαρ τοῦ ὅρκου, ἐγκατεστάθη μονίμως πλέον ὁ Ἁβραάμ.

Τρεμπέλα

Μετὰ τὴν θυσίαν καὶ τὴν νέαν ὑπόσχεσιν τοῦ Θεοῦ ὁ Ἀβραὰμ ἐπέστρεψε μαζὶ μὲ τὸν Ἰσαὰκ εἰς τοὺς δύο δούλους του καὶ ἀπὸ ἐκεῖ ἐξεκίνησαν ὅλοι μαζὶ καὶ ἔφθασαν εἰς τὸ πηγάδι τοῦ ὅρκου, τὴν Βηρσαβεέ. Καὶ ὁ Ἀβραὰμ ἑκατοίκησε μονίμως πλέον εἰς τὴν Βηρσαβεέ, εἰς τὸ πηγάδι τοῦ ὅρκου.

Γεν. 22,20

Ἐγένετο δὲ μετὰ τὰ ῥήματα ταῦτα καὶ ἀνηγγέλη τῷ Ἁβραὰμ λέγοντες· ἰδοὺ τέτοκε Μελχὰ καὶ αὐτὴ υἱοὺς τῷ Ναχὼρ τῷ ἀδελφῷ σου,

Κολιτσάρα

Ἔπειτα ἀπὸ αὐτὰ ἀνήγγειλαν εἰς τὸν Ἁβραὰμ καὶ ἕνα ἄλλο γεγονὸς εὐχάριστον· «ἰδού, τοῦ εἶπαν, ἡ νύμφη σου ἡ Μελχὰ ἐγέννησε καὶ αὐτὴ υἱοὺς εἰς τὸν ἀδελφόν σου τὸν Ναχώρ,

Τρεμπέλα

Μετὰ τὰ γεγονότα αὐτὰ ἔφθασεν εἰς τὸν Ἀβραὰμ ἡ χαρμόσυνος εἴδησις, ἡ ὁποία ἔλεγε: «Νά, ἡ νύμφη σου ἡ Μελχὰ ἔχει καὶ αὐτὴ γεννήσει παιδιὰ εἰς τὸν ἀδελφόν σου Ναχώρ·

Γεν. 22,21

τὸν Οὒζ πρωτότοκον καὶ τὸν Βαὺξ ἀδελφὸν αὐτοῦ καὶ τὸν Καμουὴλ πατέρα Σύρων

Κολιτσάρα

τὸν πρωτότοκον Οὔζ, τοὺς ἀδελφοὺς τοῦ Βαὺξ καὶ Καμουήλ, γενάρχην τῶν Σύρων,

Τρεμπέλα

αὐτὰ δὲ εἶναι, ὁ πρωτότοκος Οὒζ καὶ ὁ ἀδελφός του ὁ Βαὺξ καὶ ὁ Καμουήλ, ὁ γενάρχης καὶ πρόγονος τῶν Σύρων·

Γεν. 22,22

καὶ τὸν Χαζὰδ καὶ Ἀζαῦ καὶ τὸν Φαλδὲς καὶ τὸν Ἰελδὰφ καὶ τὸν Βαθουήλ·

Κολιτσάρα

καὶ τοὺς Χαζάδ, Ἀζαῦ, Φαλδές, Ἰελδὰφ καὶ Βαθουήλ.

Τρεμπέλα

καὶ ὁ Χαζὰδ καὶ ὁ Ἀζαῦ καὶ ὁ Φαλδὲς καὶ ὁ Ἰελδὰφ καὶ ὁ Βαθουήλ».

Γεν. 22,23

Βαθουὴλ δὲ ἐγέννησε τὴν Ῥεβέκκαν. ὀκτὼ οὗτοι υἱοί, οὓς ἔτεκε Μελχὰ τῷ Ναχὼρ τῷ ἀδελφῷ Ἁβραάμ.

Κολιτσάρα

Ὁ δὲ Βαθουὴλ ἀπέκτησε κόρην τὴν Ρεβέκκαν. Οἱ ὀκτὼ αὐτοὶ εἶναι υἱοὶ τοῦ Ναχώρ, τοῦ ἀδελφοῦ τοῦ Ἁβραάμ, τοὺς ὁποίους ἀπέκτησεν ἀπὸ τὴν Μελχά.

Τρεμπέλα

Ὁ Βαθουὴλ δὲ ἐγέννησε τὴν Ρεβέκκαν. Αὐτὰ εἶναι τὰ ὀκτὼ ἀγόρια, τὰ ὁποῖα ἐγέννησεν ἡ Μελχὰ εἰς τὸν Ναχώρ, τὸν ἀδελφὸν τοῦ Ἀβραάμ.

Γεν. 22,24

καὶ ἡ παλλακὴ αὐτοῦ, ᾗ ὄνομα Ῥεημά, ἔτεκε καὶ αὐτὴ τὸν Ταβὲκ καὶ τὸν Ταὰμ καὶ τὸν Τοχὸς καὶ τὸν Μοχά.

Κολιτσάρα

Ἀπὸ δὲ τὴν παλλακὴν αὐτοῦ, τὴν δευτέρας σειρᾶς σύζυγόν του, ἡ ὁποία ὠνομάζετο Ρεημά, ἀπέκτησεν υἱοὺς τὸν Ταβέκ, τὸν Ταάμ, τὸν Τοχὸς καὶ τὸν Μοχά.

Τρεμπέλα

Ἀλλὰ καὶ ἡ παλλακίδα (σύζυγος δευτέρας τάξεως) τοῦ Ναχώρ, ἡ Ρεημά, ἐγέννησε καὶ αὐτὴ τὸν Ταβὲκ καὶ τὸν Ταὰμ καὶ τὸν Τοχὸς καὶ τὸν Μοχά.

Κεφάλαιο 23

Γεν. 23,1

Ἐγένετο δὲ ἡ ζωὴ Σάρρας ἔτη ἑκατὸν εἰκοσιεπτά.

Κολιτσάρα

Ἡ Σάρρα ἔφθασεν εἰς τὴν ἡλικίαν τῶν ἑκατὸν εἴκοσι ἑπτὰ ἐτῶν,

Τρεμπέλα

Ἐφθασαν δὲ τὰ ἔτη τῆς ζωῆς τῆς Σάρρας τὰ ἑκατὸν εἴκοσι ἑπτὰ

Γεν. 23,2

καὶ ἀπέθανε Σάρρα ἐν πόλει Ἀρβόκ, ἥ ἐστιν ἐν τῷ κοιλώματι (αὕτη ἐστὶ Χεβρών) ἐν τῇ γῇ Χαναάν. ἦλθε δὲ Ἁβραὰμ κόψασθαι Σάρραν καὶ πενθῆσαι.

Κολιτσάρα

ὁπότε καὶ ἀπέθανεν εἰς τὴν πόλιν Ἀρβόκ (αὐτὴ δὲ εἶναι ἡ Χεβρών), ἡ ὁποία εὑρίσκεται εἰς κάποιο βαθύπεδον τῆς περιοχῆς Χαναάν. Ὁ Ἁβραὰμ ἦλθεν ἀπὸ τὴν Βηρσαβεὲ εἰ, τὴν Χεβρών, διὰ νὰ θρηνήσῃ καὶ πενθήσῃ τὴν ἀποθανοῦσαν σύζυγόν του, τὴν Σάρραν.

Τρεμπέλα

καὶ ἀπέθανεν ἡ Σάρρα εἰς τὴν πόλιν Ἀρβόκ (αὐτὴ εἶναι ἡ πόλις Χεβρών), ἡ ὁποία εὑρίσκεται εἰς μίαν χαμηλὴν πεδιάδα τῆς περιοχῆς Χαναάν. Ἦλθε δὲ ὁ Ἀβραὰμ ἀπὸ τὴν Βηρσαβεὲ διὰ νὰ Θρηνήσῃ τὴν γυναῖκα του τὴν Σάρραν καὶ νὰ τὴν πενθήσῃ.

Γεν. 23,3

καὶ ἀνέστη Ἁβραὰμ ἀπὸ τοῦ νεκροῦ αὐτοῦ καὶ εἶπεν Ἁβραὰμ τοῖς υἱοῖς τοῦ Χὲτ λέγων·

Κολιτσάρα

Ἠγέρθη ὁ Ἁβραὰμ ἀπὸ τὸ πένθος τοῦ ἀγαπημένου του αὐτοῦ νεκροῦ καὶ εἶπεν εἰς τοὺς Χετταίους.

Τρεμπέλα

Ἐσηκώθη δὲ ὁ Ἀβραὰμ ἀπὸ τὸν τόπον, εἰς τὸν ὁποῖον εὑρίσκετο τὸ λείψανον τῆς Σάρρας, ἐβγῆκεν ἔξω καὶ συνήντησε τοὺς Χετταίους (φυλὴν τῶν Χαναναίων), οἱ ὁποῖοι ἦσαν κύριοι τῆς περιοχῆς, καὶ τοὺς εἶπεν:

Γεν. 23,4

πάροικος καὶ παρεπίδημος ἐγώ εἰμι μεθ’ ὑμῶν· δότε μοι οὖν κτῆσιν τάφου μεθ’ ὑμῶν, καὶ θάψω τὸν νεκρόν μου ἀπ’ ἐμοῦ.

Κολιτσάρα

«Ἐγώ, ὅπως γνωρίζετε, εἶμαι πάροικος καὶ παρεπίδημος μεταξύ σας. Σᾶς παρακαλῶ, δόστε μου νὰ ἀγοράσω ὡς ἰδιοκτησίαν ἕνα τάφον εἰς τὴν περιοχήν σας, διὰ νὰ θάψω τὴν νεκράν μου σύζυγον».

Τρεμπέλα

«Ἑγὼ εἶμαι μεταξύ σας προσωρινὸς κάτοικος καὶ ταξιδιώτης· δὲν ἔχω καμμίαν ἰδιοκτησίαν καὶ κανένα κόμματι γῆς ἰδικόν μου· δῶστέ μου λοιπὸν ἀπὸ τὸν τόπον σας γῆν δι’ ἕνα ἰδιόκτητον τάφον, ὥστε νὰ θάψω τὴν νεκρὰν σύζυγόν μου».

Γεν. 23,5

ἀπεκρίθησαν δὲ οἱ υἱοὶ Χὲτ πρὸς Ἁβραὰμ λέγοντες· μὴ κύριε·

Κολιτσάρα

Ἀπεκρίθησαν δὲ οἱ Χετταῖοι πρὸς τὸν Ἁβραὰμ καὶ εἶπον· «ὄχι, κύριε, δὲν εἶναι σωστὸν αὐτό, ποὺ λέγεις νὰ ἀγοράσῃς τάφον.

Τρεμπέλα

Οἱ Χετταῖοι ἀπεκρίθησαν πρὸς τὸν Ἀβραὰμ καὶ τοῦ εἶπαν: «Ὄχι, κύριε,

Γεν. 23,6

ἄκουσον δὲ ἡμῶν. βασιλεὺς παρὰ Θεοῦ σὺ εἶ ἐν ἡμῖν· ἐν τοῖς ἐκλεκτοῖς μνημείοις ἡμῶν θάψον τὸν νεκρόν σου· οὐδεὶς γὰρ ἡμῶν οὐ μὴ κωλύσει τὸ μνημεῖον αὐτοῦ ἀπὸ σοῦ τοῦ θάψαι τὸν νεκρόν σου ἐκεῖ.

Κολιτσάρα

Ἄκουσέ μας· σὺ εἶσαι μεταξύ μας σὰν ἕνας βασιλεὺς ἐκ μέρους τοῦ Θεοῦ σταλμένος. Διὰ τοῦτο εἰς ἕνα ἀπὸ τὰ ἐκλεκτά μας μνημεῖα θάψε τὸν νεκρόν σου· διότι κανεὶς ἀπὸ ἡμᾶς δὲν θὰ ἀρνηθῇ τὸ μνημεῖον του, διὰ νὰ θάψῃς εἰς αὐτὸ τὴν νεκρὰν σύζυγόν σου».

Τρεμπέλα

καλύτερα ἄκουσέ μας· σὺ εἶσαι μεταξύ μας ὡς βασιλιᾶς καὶ ἡγεμόνας, τὸν ὁποῖον ἔστειλε πρὸς ἡμᾶς ὁ Θεός· θάψε λοιπὸν τὸν νεκρόν σου εἰς ἕνα ἀπὸ τοὺς πλέον ἐκλεκτοὺς καὶ ἐπισήμους τάφους μας· διότι κανεὶς ἀπὸ ἡμᾶς δὲν θὰ σοῦ ἀρνηθῇ τὸ μνημεῖον του, ὥστε νὰ θάψῃς ἐκεῖ τὴν νεκρὰν συζυγόν σου Σάρραν».

Γεν. 23,7

ἀναστὰς δὲ Ἁβραὰμ προσεκύνησε τῷ λαῷ τῆς γῆς, τοῖς υἱοῖς τοῦ Χέτ,

Κολιτσάρα

Ἐσηκώθη ὁ Ἁβραὰμ καὶ γεμᾶτος εὐγνωμοσύνην ἐπροσκύνηοε τοὺς Χετταίους, τοὺς κατοίκους τῆς περιοχῆς ἐκείνης.

Τρεμπέλα

Ὅταν ὁ Ἀβραὰμ εἶδε τὴν προθυμίαν των, ἐσηκώθη καὶ μὲ ἕνα ἐδαφιαῖον προσκύνημα ἐχαίρετισε μὲ εὐγνωμοσύνην καὶ σεβασμὸν τὸν λαὸν τῆς Χαναάν, τοὺς Χετταίους.

Γεν. 23,8

καὶ ἐλάλησε πρὸς αὐτοὺς Ἁβραὰμ λέγων· εἰ ἔχετε τῇ ψυχῇ ὑμῶν, ὥστε θάψαι τὸν νεκρόν μου ἀπὸ προσώπου μου, ἀκούσατέ μου καὶ λαλήσατε περὶ ἐμοῦ Ἐφρὼν τῷ τοῦ Σαάρ,

Κολιτσάρα

Κατόπιν ὡμίλησε πρὸς αὐτοὺς καὶ τοὺς εἶπε· «ἀφοῦ ἔχετε τὴν καλωσύνην τῆς ψυχῆς, ὥστε νὰ μοῦ ἐπιτρέψετε νὰ θάψω τὸν νεκρόν μου, ἀκούσατε τὴν παράκλησίν μου. Ὁμιλήσατε σᾶς παρακαλῶ περὶ ἐμοῦ εἰς τὸν Ἐφρών, τὸν υἱόν τοῦ Σαάρ,

Τρεμπέλα

Κατόπιν τοὺς ἐμίλησε καὶ τοὺς εἶπεν: «Ἀφοῦ ἔχετε πράγματι τὴν καλωσύνην καὶ τὴν ἐπιθυμίαν νὰ μοῦ δώσετε τὴν ἄδειαν νὰ θάψω τὴν νεκρὰν σύζυγόν μου, τότε σᾶς παρακαλῶ ἀκοῦστε με καὶ μεσιτεύσετε διὰ λογαριασμόν μου εἰς τὸν Ἐφρών, τὸν υἱὸν τοῦ Σαάρ,

Γεν. 23,9

καὶ δότω μοι τὸ σπήλαιον τὸ διπλοῦν, ὅ ἐστιν αὐτῷ, τὸ ὂν ἐν μέρει τοῦ ἀγροῦ αὐτοῦ· ἀργυρίου τοῦ ἀξίου δότω μοι αὐτὸ ἐν ὑμῖν εἰς κτῆσιν μνημείου.

Κολιτσάρα

καὶ πείσατέ τον νὰ μοῦ πωλήσῃ τὸ διπλοῦν σπήλαιον, ποὺ ἀνήκει εἰς αὐτὸν καὶ τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται εἰς κάποιο μέρος τοῦ ἀγροῦ του. Ἀντὶ τῶν χρημάτων ποὺ ἀξίζει, ἂς μοῦ δώσῃ τώρα ἐνώπιόν σας ὡς ἰδιοκτησίαν μου τὸ μνημεῖον αὐτό».

Τρεμπέλα

καὶ ζητῆστε ἀπὸ αὐτὸν νὰ μοῦ πωλήσῃ τὸ διπλὸν σπήλαιον, τὸ ὁποῖον εἶναι εἰς τὴν ἄκρην τοῦ χωραφιοῦ του. Ζητῆστε ἀπὸ τὸν Ἐφρὼν νὰ μοῦ τὸ πωλήσῃ εἰς τὴν πλήρη ἀξίαν του, τώρα, ἐμπρός σας, διὰ νὰ τὸ ἀποκτήσω ὡς ἰδικόν μου καὶ διὰ νὰ τὸ κατέχω ὡς ἰδιόκτητον τάφον».

Γεν. 23,10

Ἐφρὼν δὲ ἐκάθητο ἐν μέσῳ τῶν υἱῶν Χέτ· ἀποκριθεὶς δὲ Ἐφρὼν ὁ Χετταῖος πρὸς Ἁβραὰμ εἶπεν, ἀκουόντων τῶν υἱῶν Χὲτ καὶ τῶν εἰσπορευομένων εἰς τὴν πόλιν πάντων, λέγων·

Κολιτσάρα

Ὁ Ἐφρὼν ἧτο καὶ αὐτὸς ἕνας ἀπὸ τὸν λαὸν τῶν Χετταίων. Ἀμέσως δὲ ἀπήντησε πρὸς τὸν Ἁβραάμ, ἐκεῖ εἰς τὴν πύλην τῆς πόλεως, ὥστε νὰ τὸν ἀκούουν οἱ Χετταῖοι ὅσοι εἰσήρχοντο εἰς τὴν πόλιν, καὶ εἶπε·

Τρεμπέλα

Ὁ Ἐφρών, ἀπὸ τὸν ὁποῖον ὁ Ἀβραὰμ ἐζητοῦσε νὰ ἀγοράσῃ τὸ σπήλαιον, εὑρίσκετο εἰς τὴν συνάθροισιν ἐκείνην τῶν Χετταίων. Ὅταν δὲ ἄκουσε τοὺς λόγους τοῦ Ἀβραάμ, τοῦ ἀπεκρίθη ἐμπρὸς εἰς ὅλους τοὺς Χετταίους ποὺ ἦσαν συγκεντρωμένοι εἰς τὴν εἴσοδον τῆς πόλεως, καὶ εἰς ὅλους ὅσοι ἔμπαιναν εἰς τὴν πόλιν καὶ τοῦ εἶπε:

Γεν. 23,11

παρ’ ἐμοὶ γενοῦ, κύριε, καὶ ἄκουσόν μου· τὸν ἀγρὸν καὶ τὸ σπήλαιον τὸ ἐν αὐτῷ σοὶ δίδωμι· ἐναντίον πάντων τῶν πολιτῶν μου δέδωκά σοι· θάψον τὸν νεκρόν σου.

Κολιτσάρα

«πλησίασε κοντά μου, κύριε, καὶ ἄκουσέ με· τὸν ἀγρὸν καὶ τὸ σπήλαιον, ποὺ ὑπάρχει εἰς αὐτόν, σοῦ τὸν δίδω. Ἐνώπιον ὅλων τῶν συμπολιτῶν μου σοῦ τὰ ἔχω πλέον παραχωρήσει. Θάψε ἐκεῖ τὸν νεκρὸν ἄνθρωπόν σου».

Τρεμπέλα

«Μάλιστα, κύριε· ἔλα κοντά μου καὶ ἄκουσέ με εἰς ὅσα θὰ σοῦ εἴπω· τὸ χωράφι μου καὶ τὸ σπήλαιον, ποὺ ὑπάρχει εἰς αὐτό, τὰ δίδω εἰς σέ· νά, σοῦ τὰ ἔδωκα ὡς ἰδικά σου παρουσία ὅλων τῶν συμπολιτῶν μου· δέξου τα λοιπὸν καὶ θάψε με ὅλην τὴν ἐλευθερίαν τὸν νεκρόν σου».

Γεν. 23,12

καὶ προσεκύνησεν Ἁβραὰμ ἐναντίον τοῦ λαοῦ τῆς γῆς

Κολιτσάρα

Ὁ Ἁβραὰμ εὐχαριστῶν διὰ τὴν καλωσύνην των προσεκύνησε τὸν λαὸν τῆς χώρας

Τρεμπέλα

Ὁ Ἀβραάμ μὲ ἐδαφιαῖον προσκύνημα ἐχαιρέτισε μὲ εὐγνωμοσύνην καὶ σεβασμὸν τὸν λαὸν τῆς Χαναάν, τοὺς Χετταίους·

Γεν. 23,13

καὶ εἶπε τῷ Ἐφρὼν εἰς τὰ ὦτα ἐναντίον τοῦ λαοῦ τῆς γῆς· ἐπειδὴ πρὸς ἐμοῦ εἶ, ἄκουσόν μου· τὸ ἀργύριον τοῦ ἀγροῦ λάβε παρ’ ἐμοῦ, καὶ θάψω τὸν νεκρόν μου ἐκεῖ.

Κολιτσάρα

καὶ εἶπε πρὸς τὸν Ἐφρών, ὥστε νὰ τὸν ἀκούσουν ὅλοι οἱ κάτοικοι τῆς πόλεως· «Ἐφρών, ἐπειδὴ εὑρίσκεσαι τώρα ἐνώπιόν μου καὶ θὰ συνάψωμεν συμφωνίαν, ἄκουσέ με· Πάρε ἐκ μέρους μου τὰ ἀργύρια, ποὺ πρέπει, ὡς ἀξίαν τοῦ ἀγροῦ, καὶ ἐγὼ θὰ θάψω πλέον ἐκεῖ τὸν νεκρόν μου».

Τρεμπέλα

καὶ ἀπάντησεν εἰς τὸν Ἐφρὼν εἰς ἐπήκοον τοῦ λαοῦ τῆς χώρας λέγων: «Ἐπειδὴ ἔχω νὰ κάμω μὲ σέ, παρακαλῶ, ἄκουσέ με. Διὰ νὰ θάψω τὸν νεκρόν μου εἰς τὸ χωράφι σου, πρέπει νὰ δεχθῇς ἀπὸ ἐμὲ τὴν τιμὴν ὁλοκλήρου τοῦ χωραφιοῦ καὶ τότε, ὅταν πλέον γίνῃ κτῆμα μου, θὰ θάψω ἐκεῖ τὸν νεκρόν μου».

Γεν. 23,14

ἀπεκρίθη δὲ Ἐφρὼν τῷ Ἁβραὰμ λέγων·

Κολιτσάρα

Ἀπήντησεν ὁ Ἐφρὼν πρὸς τὸν Ἁβραὰμ καὶ εἶπε, μὲ κάποιαν δόσιν ὑποκριτικῆς εὐγενείας.

Τρεμπέλα

Ὁ Ἐφρὼν ἀπεκρίθη εἰς τὸν Ἀβραὰμ καὶ τοῦ εἶπε:

Γεν. 23,15

οὐχὶ κύριε, ἀκήκοα γάρ, γῆ τετρακοσίων διδράχμων ἀργυρίου, ἀλλὰ τί ἂν εἴη τοῦτο ἀνὰ μέσον ἐμοῦ καὶ σοῦ; σὺ δὲ τὸν νεκρόν σου θάψον.

Κολιτσάρα

«Ὄχι, κύριε, δὲν θέλω χρήματα. Ἔχω βέβαια πληροφορηθῆ ὅτι ὁ ἀγρὸς αὐτὸς ἀξίζει τετρακόσια ἀργυρᾶ δίδραχμα, ἀλλὰ τί εἶναι αὐτὰ μεταξύ μας; Θάψε, λοιπόν, τὸν νεκρόν σου, χωρὶς νὰ γίνεται πλέον λόγος δι’ ἀγοραπωλησίαν».

Τρεμπέλα

«Ὄχι, κύριε, τὶ εἶναι αὐτὰ ποὺ λέγεις; Ἐγὼ ἔχω ἀκούσει, ὅτι τὸ χωράφι μου αὐτο τὸ ἐκτιμοῦν τετρακόσια ἀργυραδίδραχμα· ἀλλὰ τί ἀξίαν ἔχει τὸ ποσὸν τοῦτο μεταξύ μας; Οὔτε λόγος νὰ γίνεται διὰ χρήματα. Θάψε λοιπὸν τὸν νεκρόν σου ἐκεῖ».

Γεν. 23,16

καὶ ἤκουσεν Ἁβραὰμ τοῦ Ἐφρών, καὶ ἀποκατέστησεν Ἁβραὰμ τῷ Ἐφρὼν τὸ ἀργύριον, ὃ ἐλάλησεν εἰς τὰ ὦτα τῶν υἱῶν Χέτ, τετρακόσια δίδραχμα ἀργυρίου δοκίμου ἐμπόροις.

Κολιτσάρα

Ὁ Ἁβραὰμ ὅμως, ὅταν ἤκουσεν ἀπὸ τὸν Ἐφρών τὴν τιμὴν τοῦ ἀγροῦ, ἔδωσε ἀμέσως εἰς αὐτὸν τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα εἰς ἐπήκοον τοῦ λαοῦ τῶν Χετταίων εἶχεν ὁρίσει οὗτος εἰς τετρακόσια ἀργυρᾶ δίδραχμα εἰς ἔγκυρον νόμισμα ποὺ ἐκυκλοφοροῦσε τότε μεταξὺ τῶν ἐμπόρων.

Τρεμπέλα

Ὁ Ἀβραὰμ ἐδέχθη τὴν προσφορὰν τοῦ Ἐφρὼν καὶ ἔδωκεν εἰς αὐτὸν τὸ ἀργύριον, τὸ ὁποῖον ἐζήτησεν, ἐμπρὸς εἰς ὅλους τοὺς Χετταίους· ἐζύγισε καὶ ἔδωκεν εἰς τὸν Ἐφρὼν τετρακόσια δίδραχμα καθαροῦ ἀργυρίου, τὸ ὁποῖον ἦταν δόκιμον καὶ εἶχεν ἀξίαν καὶ «πέρασιν» εἰς αὐτοὺς ὡς ἐμπόρους.

Γεν. 23,17

καὶ ἔστη ὁ ἀγρὸς Ἐφρών, ὃς ἦν ἐν τῷ διπλῷ σπηλαίῳ, ὅς ἐστι κατὰ πρόσωπον Μαμβρῆ, ὁ ἀγρὸς καὶ τὸ σπήλαιον, ὃ ἦν ἐν αὐτῷ, καὶ πᾶν δένδρον, ὃ ἦν ἐν τῷ ἀγρῷ, καὶ πᾶν ὅ ἐστιν ἐν τοῖς ὁρίοις αὐτοῦ κύκλῳ,

Κολιτσάρα

Κατόπιν αὐτῆς τῆς συμφωνίας παρεδόθη ὁ ἀγρὸς τοῦ Ἐφρὼν μαζῆ μὲ τὸ διπλοῦν σπήλαιον, ποὺ εὑρίσκετο ἀπέναντι εἰς τὴν Δρῦν Μαμβρῆ, ὅπως ἐπίσης καὶ ὅλα τὰ δένδρα καὶ κάθε τι, ποὺ ὑπῆρχεν εἰς τὸν ἀγρὸν καὶ εἰς τὰ σύνορα αὐτοῦ κύκλῳ,

Τρεμπέλα

Τοιουτοτρόπως τὸ χωράφι τοῦ Ἐφρὼν μὲ τὸ διπλὸν σπήλαιον, τὸ ὁποῖον ἦταν ἀπέναντι ἀπὸ τὴν βελανιδιὰν τοῦ Μαμβρῆ, τὸ χωράφι καὶ τὸ σπήλαιον, ποὺ ἦταν εἰς αὐτὸ καὶ ὅλα τὰ δένδρα, ποὺ ἦσαν εἰς τὸ χωράφι καὶ ὅλα, ὅσα περιλαμβάνονται εἰς τὰ ὅρια τοῦ χωραφιοῦ γύρῳ - γύρω,

Γεν. 23,18

τῷ Ἁβραάμ, εἰς κτῆσιν ἐναντίον τῶν υἱῶν Χὲτ καὶ πάντων τῶν εἰσπορευομένων εἰς τὴν πόλιν.

Κολιτσάρα

ὡς ἰδιοκτησία πλέον εἰς τὸν Ἁβραὰμ ἐπὶ παρουσία τοῦ λαοῦ τῶν Χετταίων καὶ τῶν εἰσερχομένων διὰ τῆς πύλης εἰς τὴν πόλιν.

Τρεμπέλα

ἀνεγνωρίσθησαν ὡς περιουσία καὶ παρεδόθησαν ὡς ἰδιοκτησία εἰς τὸν Ἀβραάμ, παρουσία ὅλου τοῦ λαοῦ τῶν Χετταίων, ποὺ ἦταν συγκεντρωμένος εἰς τὴν εἴσοδον τῆς πόλεως, καὶ ὅλων, ὅσοι ἔμπαιναν εἰς τὴν πόλιν.

Γεν. 23,19

μετὰ ταῦτα ἔθαψεν Ἁβραὰμ Σάρραν τὴν γυναῖκα αὐτοῦ ἐν τῷ σπηλαίῳ τοῦ ἀγροῦ τῷ διπλῷ, ὅ ἐστιν ἀπέναντι Μαμβρῆ (αὕτη ἐστὶ Χεβρών) ἐν τῇ γῇ Χαναάν.

Κολιτσάρα

Ἔπειτα ἀπὸ αὐτὰ ἔθαψεν ὁ Ἁβραὰμ τὴν γυναῖκα του τὴν Σάρραν εἰς τὸ διπλοῦν αὐτὸ σπήλαιον τοῦ ἀγροῦ, ὁ ὁποῖος εὑρίσκεται ἀπέναντι τῆς Μαμβρῆ εἰς Χεβρὼν τῆς χώρας Χαναάν.

Τρεμπέλα

Κατόπιν αὐτῶν ὁ Ἀβραὰμ ἔθαψε τὴν γυναῖκα τὸν Σάρραν εἰς τὸ διπλὸν σπήλαιον τοῦ χωραφιοῦ, τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται ἀπέναντι ἀπὸ τὴν βελανιδιὰν τοῦ Μαμβρῆ (εἰς τὴν Χεβρών), εἰς τὰ νότια τῆς γῆς Χαναάν.

Γεν. 23,20

καὶ ἐκυρώθη ὁ ἀγρὸς καὶ τὸ σπήλαιον, ὃ ἦν ἐν αὐτῷ, τῷ Ἁβραὰμ εἰς κτῆσιν τάφου παρὰ τῶν υἱῶν Χέτ.

Κολιτσάρα

Ἔτσι δὲ ἐπεκυρώθη ἐνώπιον τῶν Χετταίων ὁ ἀγρὸς καὶ τὸ διπλοῦν σπήλαιον ὡς ἰδιοκτησία πλέον τοῦ Ἁβραὰμ διὰ μνημεῖον.

Τρεμπέλα

Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπον τὸ χωράφι καὶ τὸ σπήλαιον, ποὺ ἦταν εἰς αὐτό, ἐπεκυρώθησαν ἐπισήμως ἀπὸ τοὺς Χετταίους ὡς ἰδιοκτησία εἰς τὸν Ἀβραάμ, διὰ νὰ τοῦ χρησιμεύσῃ ὡς τόπος ταφῆς.

Κεφάλαιο 24

Γεν. 24,1

Καὶ Ἁβραὰμ ἦν πρεσβύτερος προβεβηκὼς ἡμερῶν, καὶ ὁ Κύριος ηὐλόγησε τὸν Ἁβραὰμ κατὰ πάντα.

Κολιτσάρα

Ὁ Ἁβραὰμ ἦτο πλέον γέρων, προχωρημένος πολὺ εἰς τὰς ἡμέρας τῆς ζωῆς του. Ὁ δὲ Κύριος ηὐλόγησε τὸν Ἁβραὰμ εἰς ὅλην του τὴν ζωὴν καὶ εἰς ὅλα του τὰ ἔργα.

Τρεμπέλα

Ὁ Ἀβραὰμ ἦταν ἤδη γέροντας, προχωρημένος πολὺ εἰς τὴν ἡλικίαν. Ὁ δὲ Θεὸς εὐλόγησε τὸν Ἀβραὰμ εἰς ὅλα τὰ ὑπάρχοντα καὶ εἰς ὅλα τὰ ἔργα του.

Γεν. 24,2

καὶ εἶπεν Ἁβραὰμ τῷ παιδὶ αὐτοῦ τῷ πρεσβυτέρῳ τῆς οἰκίας αὐτοῦ τῷ ἄρχοντι πάντων τῶν αὐτοῦ· θὲς τὴν χεῖρά σου ὑπὸ τὸν μηρόν μου,

Κολιτσάρα

Εἶπε δὲ Ἁβραὰμ εἰς τὸν Ἐλιέζερ, τὸν μεγαλύτερον κατὰ τὴν ἡλικίαν δοῦλον τῆς οἰκογενείας του, τὸν ἐπιστάτην ὅλων τῶν ἄλλων δούλων· «βάλε τὴν χεῖρα σου ὑπὸ τὸν μηρόν μου·

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Ἀβραὰμ ἐκάλεσε τὸν μεγαλύτερον κατὰ τὴν ἡλικίαν ὑπηρέτην του, ἐκεῖνον ποὺ ἦταν προϊστάμενος καὶ ἐπιστάτης ὅλων τῶν ὑπαρχόντων καὶ τῶν ὀπηρετών του, δηλαδὴ τὸν πλέον ἔμπιστον ἀπὸ τοὺς δούλους του, καὶ τοῦ εἶπε: «Βάλε τὸ χέρι σου κάτω ἀπὸ τὸν μηρόν μου.

Γεν. 24,3

καὶ ἐξορκιῶ σε Κύριον τὸν Θεὸν τοῦ οὐρανοῦ καὶ τὸν Θεὸν τῆς γῆς, ἵνα μὴ λάβῃς γυναῖκα τῷ υἱῷ μου Ἰσαὰκ ἀπὸ τῶν θυγατέρων τῶν Χαναναίων, μεθ’ ὧν ἐγὼ οἰκῶ ἐν αὐτοῖς,

Κολιτσάρα

σὲ ἐξορκίζω ἐνώπιον Κυρίου, τοῦ Θεοῦ τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς, νὰ μὴ λάβῃς διὰ τὸν υἱόν μου τὸν Ἰσαὰκ σύζυγον ἀπὸ τὰς θυγατέρας τῶν κατοίκων Χαναάν, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἐγὼ μέχρι σήμερον ζῶ,

Τρεμπέλα

Σὲ ἐξορκίζω εἰς τὸν Κύριον, τὸν Θεὸν τοῦ οὐρανοῦ καὶ τὸν Θεὸν τῆς γῆς, δηλαδὴ τὸν δημιουργὸν καὶ έξουσιαστὴν ὅλης τῆς κτίσεως, νὰ μὴ πάρῃς γυναῖκα διὰ τὸν υἱόν μου Ἰσαὰκ ἀπὸ τὶς θυγατέρες τῶν κατοίκων τῆς Χαναάν, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἑγὼ κατοικῶ,

Γεν. 24,4

ἀλλ’ ἢ εἰς τὴν γῆν μου, οὗ ἐγεννήθην, πορεύσῃ καὶ εἰς τὴν φυλήν μου καὶ λήψῃ γυναῖκα τῷ υἱῷ μου Ἰσαὰκ ἐκεῖθεν.

Κολιτσάρα

ἀλλὰ ἀπὸ τὴν χώραν τῆς καταγωγῆς μου, ὅπου ἐγὼ ἐγεννήθην. Θὰ ὑπάγῃς ἐκεῖ εἰς τὴν φυλήν μου καὶ ἀπὸ τοὺς ἐκεῖ συγγενεῖς μου θὰ ἐκλέξῃς γυναῖκα διὰ τὸν υἱόν μου τὸν Ἰσαάκ»

Τρεμπέλα

ἀλλὰ ἀπὸ τὴν πατρίδα μου, εἰς τὴν ὁποίαν ἔχω γεννηθῇ. Θὰ ὑπάγῃς ἐκεῖ εἰς τὴν φυλήν μου καὶ ἀπὸ αὐτὴν θὰ ἐκλέξῃς γυναῖκα διὰ τὸν υἱόν μου Ἰσαάκ».

Γεν. 24,5

εἶπε δὲ πρὸς αὐτὸν ὁ παῖς· μή ποτε οὐ βούληται ἡ γυνὴ πορευθῆναι μετ’ ἐμοῦ ὀπίσω εἰς τὴν γῆν ταύτην· ἀποστρέψω τὸν υἱόν σου εἰς τὴν γῆν, ὅθεν ἐξῆλθες ἐκεῖθεν;

Κολιτσάρα

Ἠρώτησεε δὲ αὐτὸν ὁ Ἐλιέζερ, ὁ δοῦλος· «ἐὰν τυχὸν ἡ γυναίκα, ποὺ θὰ ἐκλέξω ὡς σύζυγον τοῦ Ἰσαάκ, δὲν θελήσῃ νὰ μὲ ἀκολουθήσῃ εἰς τὴν χώραν τῆς Χαναάν, θὰ ὁδηγήσω τὸν υἱόν σου εἰς τὸν τόπον, ἀπὸ τὸν ὁποῖον σὺ ἀνεχώρησες καὶ ἦλθες;»

Τρεμπέλα

Εἶπε δὲ πρὸς τὸν Ἀβραὰμ ὁ ἔμπιστος δοῦλος του· «ἐὰν τυχὸν ἡ γυναῖκα, ποὺ θὰ εὕρω, δὲν θελήσῃ νὰ μὲ ἀκολουθήσῃ εἰς τὴν χώραν αὐτήν, μήπως τότε θέλεις νὰ ὁδηγήσω τὸν υἱόν σου εἰς τὴν χώραν ἐκείνην, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἔφυγες καὶ ἦλθες ἐδῶ, ὥστε να ἐπιστρέψῃ μαζί της ἐκεῖνος;

Γεν. 24,6

εἶπε δὲ πρὸς αὐτὸν Ἁβραάμ· πρόσεχε σεαυτῷ, μὴ ἀποστρέψῃς τὸν υἱόν μου ἐκεῖ.

Κολιτσάρα

Ὁ Ἁβραὰμ τοῦ ἀπήντησε· «πρόσεξε πολὺ καὶ βάλε το μέσα εἰς τὸν νοῦν σου· μὴ ἐπαναφέρῃς ἐκεῖ τὸν υἱόν μου,

Τρεμπέλα

Ὁ Ἀβραὰμ ὅμως τοῦ ἀπάντησε: «Ἆ, ὄχι· προσεξε πολὺ καὶ βάλε το καλὰ εἰς τὸν νοῦν σου, νὰ μὴ πάρῃς κοντά σου τὸν Ἰσαάκ· ὁ υἱός μου δὲν πρέπει κατ’ οὐδένα λόγον νὰ ὑπάγῃ ἐκεῖ.

Γεν. 24,7

Κύριος ὁ Θεὸς τοῦ οὐρανοῦ καὶ ὁ Θεὸς τῆς γῆς, ὃς ἔλαβέ με ἐκ τοῦ οἴκου τοῦ πατρός μου καὶ ἐκ τῆς γῆς, ἧς ἐγεννήθην, ὃς ἐλάλησέ μοι καὶ ὃς ὤμοσέ μοι λέγων· σοὶ δώσω τὴν γῆν ταύτην καὶ τῷ σπέρματί σου, αὐτὸς ἀποστελεῖ τὸν ἄγγελον αὐτοῦ ἔμπροσθέν σου. καὶ λήψῃ γυναῖκα τῷ υἱῷ μου ἐκεῖθεν.

Κολιτσάρα

διότι ὁ Κύριος ὁ Θεὸς τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς, ὁ ὁποῖος μὲ ἐπῆρε ἀπὸ τὸν πατρικόν μου οἶκον καὶ ἀπὸ τὴν γῆν, εἰς τὴν ὁποίαν ἐγεννήθην, καὶ μὲ ἔφερεν ἐδῶ, αὐτὸς μοῦ εἶπε καὶ μοῦ ὡρκίσθη λέγων· Εἰς σὲ καὶ εἰς τοὺς ἀπογόνους σου θὰ δώσω τὴν χώραν αὐτήν. Αὐτός, λοιπόν, ὁ Θεὸς θὰ στείλῃ ἐνώπιόν σου ἄγγελον ὁδηγὸν καὶ θὰ σὲ βοηθήσῃ νὰ ἐκλέξῃς ἀπὸ ἐκεῖ σύζυγον διὰ τὸν υἱόν μου.

Τρεμπέλα

Διότι ὁ Κύριος, ὁ Θεὸς τοῦ οὐρανοῦ καὶ ὁ Θεὸς τῆς γῆς, δηλαδὴ ὁ δημιουργὸς καὶ ἐξουσιαστὴς ὅλης τῆς κτίσεως, ὁ ὁποῖος μὲ ἐπῆρε ἀπὸ τὸ σπίτι τοῦ πατέρα μου καὶ ἀπὸ τὴν χώραν, εἰς τὴν ὁποίαν ἔχω γεννηθῇ, καὶ μὲ ἔφερεν ἐδῶ, μοῦ εἶπε καὶ μὲ ἐβεβαίωσε μὲ ὅρκον λέγων· «εἰς σὲ τὸν Ἀβραὰμ καὶ τοὺς ἀπογόνους σου θὰ δώσω τὴν χώραν αὐτήν». Ὁ ἴδιος αὐτὸς Θεὸς θὰ στείλῃ τὸν ἄγγελόν του ὡς ὁδηγόν σου · αὐτὸς θὰ σὲ βοηθήσῃ ὥστε νὰ εὕρῃς καὶ νὰ πάρῃς ἀπὸ τὰ μέρη ἐκεῖνα γυναῖκα διὰ τὸν υἱόν μου Ἰσαάκ,

Γεν. 24,8

ἐὰν δὲ μὴ θέλῃ ἡ γυνὴ πορευθῆναι μετὰ σοῦ εἰς τὴν γῆν ταύτην, καθαρὸς ἔσῃ ἀπὸ τοῦ ὅρκου μου· μόνον τὸν υἱόν μου μὴ ἀποστρέψῃς ἐκεῖ.

Κολιτσάρα

Ἐὰν δὲ καὶ δὲν θελήσῃ ἡ γυναῖκα νὰ ἔλθῃ μαζῆ σου εἰς τὴν χώραν αὐτήν, εἶσαι ἀπηλλαγμένος ἀπὸ τὸν ὅρκον, εἰς τὸν ὁποῖον σὲ ὑπέβαλα. Ἡ μόνη σου ὑποχρέωσις εἶναι, νὰ μὴ ὁδηγήσῃς τὸν υἱόν μου ἐκεῖ».

Τρεμπέλα

Ἐὰν ὅμως συμβῇ νὰ μὴ θέλῃ ἡ γυναῖκα ποὺ θὰ εὕρης καὶ φέρῃ ἀντίρρησιν εἰς τὸ νὰ ἔλθῃ μαζί σου εἰς τὴν χώραν αὐτήν, σὺ δὲν θὰ ἔχῃς εὐθύνην καὶ θὰ εἶσαι ἀπαλλαγμένος ἀπὸ τὸν ὅρκον, ποὺ σὲ ὁρκίζω, Μόνον πρόσεξε πολὺ καλὰ νὰ μὴ ὁδηγήσῃς ἐκεῖ τὸν υἱόν μου Ἰσαάκ».

Γεν. 24,9

καὶ ἔθηκεν ὁ παῖς τὴν χεῖρα αὐτοῦ ὑπὸ τὸν μηρὸν Ἁβραὰμ τοῦ κυρίου αὐτοῦ καὶ ὤμοσεν αὐτῷ περὶ τοῦ ῥήματος τούτου.

Κολιτσάρα

Ὁ Ἐλιέζερ, ὁ δοῦλος, ἔθεσε τὴν χεῖρα αὐτοῦ κάτω ἀπὸ τὸν μηρὸν τοῦ Ἁβραάμ, τοῦ κυρίου του, καὶ τοῦ ὡρκίσθη ὅτι θὰ συμμορφωθῆ μὲ τὴν ἐντολήν του.

Τρεμπέλα

Τότε ὁ ἔμπιστος δοῦλος ἔβαλε τὸ χέρι του κάτω ἀπὸ τὸν μηρὸν τοῦ κυρίου τοῦ Ἀβραὰμ καὶ ὡρκίσθη, ὅτι θὰ συμμορφωθῶ ἀπολύτως καὶ θὰ ἐκτελέσῃ πιστῶς ὅσα τοῦ εἶπεν ὁ κύριός του.

Γεν. 24,10

Καὶ ἔλαβεν ὁ παῖς δέκα καμήλους ἀπὸ τῶν καμήλων τοῦ κυρίου αὐτοῦ καὶ ἀπὸ πάντων τῶν ἀγαθῶν τοῦ κυρίου αὐτοῦ μεθ’ ἑαυτοῦ καὶ ἀναστὰς ἐπορεύθη εἰς τὴν Μεσοποταμίαν εἰς τὴν πόλιν Ναχώρ.

Κολιτσάρα

Ἐπῆρε, λοιπόν, δέκα καμήλους ἀπὸ τὰς καμήλους τοῦ κυρίου του, ἐπῆρεν ἀκόμη μαζῆ του ἀπὸ ὅλα τὰ ἀγαθὰ ποὺ εἶχεν ὁ κύριός του καὶ ἐξεκίνησε διὰ τὴν Μεσοποταμίαν, διὰ τὴν πόλιν τοῦ Μαχώρ, τοῦ ἀδελφοῦ τοῦ Ἁβραάμ.

Τρεμπέλα

Ὁ ἔμπιστος δοῦλος τοῦ Ἀβραάμ, ἀφοῦ ἐπῆρε δέκα καμῆλες ἀπὸ ἐκεῖνες, ποὺ εἶχεν ὁ κύριός του καὶ ἀπὸ ὅλα τὰ ἀγαθὰ τοῦ κυρίου του μαζί του, ἐξεκίνησε καὶ ἐπῆγε εἰς τὴν βόρειον Μεσοποταμίαν, εἰς τὴν πόλιν Ναχὼρ τοῦ ἀδελφοῦ τοῦ Ἀβραὰμ (ὁ ὁποῖος ὠνομάζετο Ναχώρ).

Γεν. 24,11

καὶ ἐκοίμισε τὰς καμήλους ἔξω τῆς πόλεως παρὰ τὸ φρέαρ τοῦ ὕδατος τὸ πρὸς ὀψέ, ἡνίκα ἐκπορεύονται αἱ ὑδρευόμεναι.

Κολιτσάρα

Ὅταν, ἀπὸ ταξίδιον ἡμερῶν, ἐπλησίασε κατὰ τὴν ἑσπέραν ἔξω ἀπὸ τὴν πόλιν, ἀφῆκεν ἐκεῖ κοντὰ εἰς τὸ φρέαρ νὰ κατακλιθοῦν αἱ κάμηλοι, τὴν ὥραν κατὰ τὴν ὁποίαν ἐξέρχονται συνήθως ἀπὸ τὴν πόλιν αἱ γυναῖκες, διὰ νὰ ἀντλήσουν νερό.

Τρεμπέλα

Ὅταν, ὕστερα ἀπὸ ταξίδι 900 περίπου χιλιομέτρων ἔφθασε κατὰ τὸ βράδυ ἔξω ἀπὸ τὴν πόλιν, ἀφῆκε τὶς καμῆλες νὰ γονατίσουν διὰ νὰ ἀναπαυθοῦν κοντὰ εἰς τὸ πηγάδι, τὴν ὥραν ποὺ αἱ γυναῖκες συνηθίζουν νὰ βγαίνουν ἀπὸ τὴν Ναχώρ, διὰ νὰ πάρουν νερό.

Γεν. 24,12

καὶ εἶπε· Κύριε ὁ Θεὸς τοῦ κυρίου μου Ἁβραάμ, εὐόδωσον ἐναντίον ἐμοῦ σήμερον καὶ ποίησον ἔλεος μετὰ τοῦ κυρίου μου Ἁβραάμ.

Κολιτσάρα

Προσηυχήθη δὲ ἐκεῖ πρὸς τὸν Θεὸν ὁ Ἐλιέζερ καὶ εἶπε· «Κύριε, σὺ ὁ Θεὸς τοῦ κυρίου μου τοῦ Ἁβραάμ, δῶσε καλὴν ἔκβασιν καὶ ἐπιτυχίαν σήμερον εἰς τὰς ἐνεργείας μου καὶ κάμε τὸ ἔλεός σου πρὸς τὸν κύριόν μου τὸν Ἁβραάμ.

Τρεμπέλα

Ἐκεῖ ὁ πιστὸς δοῦλος προσηυχήθη καὶ εἶπε: «Κύριε, ὁ Θεὸς τοῦ κυρίου μου Ἀβραάμ, σὺ ὁ ὁποῖος τόσον πολὺ ἔχεις εὐεργετήσει τὸν κύριόν μου, κατευόδωσε σήμερα τὶς ἐνεργειές μου καὶ δεῖξε τὸ ἔλεός σου εἰς τὸν κύριόν μου Ἀβραάμ· κάμε νὰ ἐπιτύχῃ ἡ ἀποστολή μου καὶ νὰ ἐκπληρωθοῦν ὅλα, ὅσα ὁ εὐσεβὴς κύριός μου Ἀβραὰμ νομίζει καλά· κάμε ὥστε νὰ προχωρήσουν ὅλα εὐνοϊκὰ σύμφωνα μὲ τὴν ἐπιθυμίαν του.

Γεν. 24,13

ἰδοὺ ἐγὼ ἕστηκα ἐπὶ τῆς πηγῆς τοῦ ὕδατος, αἱ δὲ θυγατέρες τῶν οἰκούντων τὴν πόλιν ἐκπορεύονται ἀντλῆσαι ὕδωρ,

Κολιτσάρα

Ἰδοὺ ἐγὼ εὑρίσκομαι κοντὰ εἰς τὴν πηγὴν αὐτὴν τοῦ ὕδατος. Αἱ θυγατέρες τῶν κατοίκων τῆς πόλεως αὐτῆς ἐξέρχονται πρὸς τὰ ἐδῶ διὰ νὰ ἀντλήσουν νερό.

Τρεμπέλα

Νά, Κύριε, ἐγὼ στέκομαι ἐδῶ κοντὰ εἰς τὸ πηγάδι· καὶ οἱ θυγατέρες τῶν κατοίκων τῆς πόλεως αὐτῆς βγαίνουν ἔξω ἀπὸ τὴν Ναχὼρ καὶ ἔρχονται διὰ νὰ ἀντλήσουν νερό· δεῖξε μου ποίαν νὰ διαλέξω ἀπὸ αὐτὲς ὡς σύζυγον τοῦ Ἰσαάκ.

Γεν. 24,14

καὶ ἔσται ἡ παρθένος, ᾗ ἂν ἐγὼ εἴπω, ἐπίκλινον τὴν ὑδρίαν σου, ἵνα πίω, καὶ εἴπῃ μοι, πίε σύ, καὶ τὰς καμήλους σου ποτιῶ, ἕως ἂν παύσωνται πίνουσαι, ταύτην ἡτοίμασας τῷ παιδί σου τῷ Ἰσαάκ, καὶ ἐν τούτῳ γνώσομαι ὅτι ἐποίησας ἔλεος μετὰ τοῦ κυρίου μου Ἁβραάμ.

Κολιτσάρα

Δῶσε, Κύριε, ὥστε ἡ παρθένος, εἰς τὴν ὁποίαν ἐγὼ θὰ εἴπω «γῦρε τὴν στάμναν σου διὰ νὰ πίω νερό» καὶ ἐκείνη θὰ μοῦ πῇ «πίε καὶ σὺ καὶ θὰ ποτίσω τὰς καμήλους σου μέχρις ὅτου χορτάσουν καὶ παύσουν πλέον νὰ πίνουν», ὥστε, ὥστε αὐτὴ νὰ εἶναι ἐκείνη, τὴν ὁποίαν σὺ ἔχεις προορίσει ὡς σύζυγον διὰ τὸν δοῦλόν σου Ἰσαάκ. Μὲ τὸν τρόπον δὲ αὐτὸν θὰ καταλάβω καὶ ἐγώ, ὅτι ἔκαμες τὸ ἔλεός σου πρὸς τὸν κύριόν μου τὸν Ἀβραὰμ καὶ ἐξεπλήρωσες τὴν ἐπιθυμίαν του».

Τρεμπέλα

Ἡ κόρη ἐκείνη, ποὺ θὰ ἔλθῃ καὶ εἰς τὴν ὁποίαν ἐγὼ θὰ εἴπω, «χαμήλωσε καὶ γεῖρε τὴν στάμναν σου, διὰ να πιῶ νερό», καὶ ἡ ὁποία θὰ μοῦ προτείνῃ τὴν στάμναν καὶ θὰ μοῦ ἀπαντήση· «νά, πιὲς καὶ σὺ καὶ ἐγὼ θὰ ποτίσω καὶ τὶς καμῆλες σου μέχρις ὅτου χορτάσουν καὶ σταματήσουν νὰ πίνουν», ἡ κόρη αὐτὴ θὰ εἶναι ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ἔχεις προορίσει καὶ ἔχεις ἑτοιμάσει διὰ νὰ γίνῃ σύζυγος τοῦ δούλου σοῦ Ἰσαάκ. Μὲ τὸν τρόπον αὐτὸν θὰ ἐννοήσω, ὅτι ἐξεπλήρωσες τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ κυρίου μου Ἀβραὰμ διὰ τὴν ἐκλογὴν συζύγου τοῦ Ἰσαάκ».

Γεν. 24,15

καὶ ἐγένετο πρὸ τοῦ συντελέσαι αὐτὸν λαλοῦντα ἐν τῇ διανοίᾳ αὐτοῦ, καὶ ἰδοὺ Ῥεβέκκα ἐξεπορεύετο ἡ τεχθεῖσα Βαθουήλ, υἱῷ Μελχὰς τῆς γυναικὸς Ναχώρ, ἀδελφοῦ δὲ Ἁβραάμ, ἔχουσα τὴν ὑδρίαν ἐπὶ τῶν ὤμων αὐτῆς.

Κολιτσάρα

Πρὶν ἀκόμη τελείωσῃ ὁ Ἐλιέζερ τὴν νοερὰν αὐτὴν προσευχήν του πρὸς τὸν Θεόν, ἰδοὺ ἐξήρχετο ἀπὸ τὴν πόλιν ἡ Ρεβέκκα, ἡ κόρη τοῦ Βαθουήλ, υἱοῦ τῆς Μελχᾶς, συζύγου τοῦ Ναχώρ, τοῦ ἀδελφοῦ τοῦ Ἁβραάμ. Ἔφερε δὲ ἐπάνω εἰς τὸν ὦμόν της τὴν στάμναν.

Τρεμπέλα

Δεν εἶχεν ἀκόμη τελειώσει ὁ δοῦλος τοῦ Ἀβραὰμ τὴν προσευχήν, ποὺ ἀπηύθυνε μυστικῶς καὶ νοερῶς εἰς τὸν Θεόν, καὶ νά· ἔβγαινε ἀπὸ τὴν πόλιν ἡ Ρεβέκκα, ἡ κόρη τοῦ Βαθουήλ, ὁ ὁποῖος ἦταν υἱὸς τῆς Μελχά, τῆς συζύγου τοῦ Ναχώρ, ἀδελφοῦ τοῦ Ἀβραάμ· ἡ Ρεβέκκα ἔβγαινε ἀπὸ τὴν πόλιν καὶ ἐκρατοῦσε τὴν στάμναν εἰς τοὺς ὤμους της.

Γεν. 24,16

ἡ δὲ παρθένος ἦν καλὴ τῇ ὄψει σφόδρα· παρθένος ἦν, ἀνὴρ οὐκ ἔγνω αὐτήν. καταβᾶσα δὲ ἐπὶ τὴν πηγὴν ἔπλησε τὴν ὑδρίαν αὐτῆς καὶ ἀνέβη.

Κολιτσάρα

Ἡ παρθένος αὐτὴ ἦτο ἐξαιρετικῶς ὡραία. Ἦτο παρθένος καὶ κανεὶς ἀνὴρ δὲν εἶχεν ἔλθει εἰς ἐπαφὴν μὲ αὐτήν. Κατέβηκε εἰς τὴν πηγήν, ἐγέμισε τὴν στάμναν της καὶ ἀνέβη πάλιν, διὰ νὰ ἐπιστρέψῃ εἰς τὴν πόλιν.

Τρεμπέλα

Ἡ κόρη ἦταν πάρα πολὺ ὡραία εἰς τὸ πρόσωπον· ἦταν παρθένος, κανένας ἄνδρας δὲν εἶχεν ἔλθει εἰς ἐπαφὴν μαζί της. Ἀφοῦ δὲ κατέβη εἰς τὴν πηγήν, ἐγέμισε τὴν στάμναν της καὶ ἀνέβη διὰ νὰ ἐπιστρέψῃ εἰς τὴν πόλιν.

Γεν. 24,17

ἐπέδραμε δὲ ὁ παῖς εἰς συνάντησιν αὐτῆς καὶ εἶπε· πότισόν με μικρὸν ὕδωρ ἐκ τῆς ὑδρίας σου.

Κολιτσάρα

Τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἔτρεξε πρὸς συνάντησίν της ὁ Ἐλιέζερ καὶ εἶπε· «δός μου νὰ πιῶ ὀλίγον νερὸ ἀπὸ τὴν στάμναν σου».

Τρεμπέλα

Τότε ἔτρεξεν ὁ δοῦλος τοῦ Ἀβραὰμ εἰς συνάντησίν της καὶ τῆς εἶπε· «πότισέμε λίγο νερὸ ἀπὸ τὴν στάμναν σου».

Γεν. 24,18

ἡ δὲ εἶπε· πίε, κύριε. καὶ ἔσπευσε καὶ καθεῖλε τὴν ὑδρίαν ἐπὶ τὸν βραχίονα αὐτῆς καὶ ἐπότισεν αὐτόν, ἕως ἐπαύσατο πίνων.

Κολιτσάρα

Ἐκείνη δὲ εἶπε· «πίε, κύριε»· κατέβασε τὴν στάμναν καὶ τὴν ἐστήριξεν εἰς τὸν βραχίονά της, τὴν ἔγειρε καὶ ἐπότισεν αὐτόν, ἕως ὅτου αὐτὸς ἐχόρτασε καὶ ἔπαυσε νὰ πίνῃ.

Τρεμπέλα

Αὐτὴ δὲ εἶπε· «πιές, κύριε». Καὶ ἀμέσως ἐκατέβασε πρόθυμα τὴν στάμναν ἀπὸ τοὺς ὤμους της, τὴν ἐστήριξε εἰς τὸ μπράτσο της, τὴν ἔγειρε πρὸς τὰ κάτω καὶ τοῦ ἔδωκε νὰ πιῇ μέχρις ὅτου ἐχόρτασε καὶ ἐσταμάτησε νὰ πίνῃ.

Γεν. 24,19

καὶ εἶπε· καὶ ταῖς καμήλοις σου ὑδρεύσομαι, ἕως ἂν πᾶσαι πίωσι.

Κολιτσάρα

Ἡ Ρεβέκκα εἶπε· «θὰ ποτίσω καὶ τὰς καμήλους σου, ἕως ὅτου χορτάσουν ὅλες».

Τρεμπέλα

Ἡ Ρεβέκκα εἶπεν ἀκόμη ἐξ ἰδίας πρωτοβουλίας· «θὰ βγάλω νερὸν ἀπὸ τὸ πηγάδι καὶ θὰ δώσω καὶ εἰς τὶς καμῆλες σου, μέχρις ὅτου πιοῦν ὅλες καὶ χορτάσουν».

Γεν. 24,20

καὶ ἔσπευσε καὶ ἐξεκένωσε τὴν ὑδρίαν εἰς τὸ ποτιστήριον καὶ ἔδραμεν ἐπὶ τὸ φρέαρ ἀντλῆσαι πάλιν καὶ ὑδρεύσατο πάσαις ταῖς καμήλοις.

Κολιτσάρα

Ἀμέσως ἄδειασε τὴν στάμναν της εἰς τὸ παρὰ τὸ φρέαρ ποτιστήριον τῶν ζώων, ἔτρεξεν εἰς τὸ φρέαρ νὰ ἀντλήσῃ καὶ ἄλλο ὕδωρ, ἕως ὅτου ἐπότισεν ὅλας τὰς καμήλους.

Τρεμπέλα

Ἀμέσως ἔτρεξε γρήγορα καὶ πρόθυμα καὶ ἄδειασε τὴν στάμναν της εἰς τὴν ποτίστραν, ἀπὸ ὅπου ἔπιναν νερὸ τὰ ζῶα· καὶ ἔτρεξεν εἰς τὸ πηγάδι, διὰ νὰ ἀντλήσῃ πάλιν ἄλλο νερὸ καὶ ἐπότισεν ὅλες τὶς καμῆλες.

Γεν. 24,21

ὁ δὲ ἄνθρωπος κατεμάνθανεν αὐτὴν καὶ παρεσιώπα τοῦ γνῶναι, εἰ εὐώδωκε Κύριος τὴν ὁδὸν αὐτοῦ ἢ οὔ.

Κολιτσάρα

Ὁ δὲ Ἐλιέζερ τὴν παρατηροῦσε καὶ τὴν παρακολουθοῦσε μὲ πολλὴν προσοχήν, χωρὶς νὰ βγάζῃ λέξιν, προσπαθῶν νὰ γνωρίσῃ, ἐὰν ὁ Θεὸς τὸν ἐβοήθησε νὰ ἐπιτύχῃ ἢ ὄχι τὸν σκοπὸν τοῦ ταξιδίου του.

Τρεμπέλα

Ὁ δοῦλος δὲ τοῦ Ἀβραὰμ περιειργάζετο κατάπληκτος μὲ πολλὴν προσοχὴν τὸ βλέμμα, τὸ βάδισμα, τὴν μορφήν, τὴν προθυμίαν καὶ ὅλα τὰ φερσίματα τῆς Ρεβέκκας καὶ ἐσιωποῦσε καὶ ἐπερίμενε διὰ νὰ ἐννοήσῃ, ἐὰν ὁ Θεὸς τὸν ἐβοήθησε νὰ ἐπιτύχῃ ὁ σκοπὸς τῆς ἀποστολῆς του καὶ ἐὰν ὁ Θεὸς ἔκαμε τὴν ἐκλογὴν τῆς νύμφης, διὰ τὴν ὁποίαν ἦλθεν εἰς τὴν Ναχώρ, ἢ ὄχι.

Γεν. 24,22

ἐγένετο δέ, ἡνίκα ἐπαύσαντο πᾶσαι αἱ κάμηλοι πίνουσαι, ἔλαβεν ὁ ἄνθρωπος ἐνώτια χρυσᾶ ἀνὰ δραχμὴν ὁλκῆς καὶ δύο ψέλλια ἐπὶ τὰς χεῖρας αὐτῆς, δέκα χρυσῶν ὁλκὴ αὐτῶν.

Κολιτσάρα

Ὅταν πλέον ἐποτίσθησαν ὅλαι αἱ κάμηλοι, ἐπείσθη ὁ Ἐλιέζερ ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ νύμφη, ἡ ἀπὸ τὸν Θεὸν προοριζομένη διὰ τὸν Ἰσαάκ. Ἐπῆρε τότε ἀπὸ τὰς ἀποσκευάς του ὁ Ἐλιέζερ καὶ ἔδωσεν εἰς τὴν Ρεβέκκαν σκουλαρίκια χρυσᾶ, πεντέμισυ περίπου γραμμαρίων βάρους τὸ καθένα, καὶ δύο βραχιόλια χρυσᾶ βάρους καὶ τὰ δύο διακοσίων εἴκοσι περίπου γραμμαρίων,

Τρεμπέλα

Ὅταν δὲ πλέον ἐσταμάτησαν ὅλες οἱ καμῆλες νὰ πίνουν, διότι ἐξεδίψασαν, ἐπειδὴ ὁ δοῦλος ἤθελε νὰ ἀμείψῃ τὴν κόρην διὰ τὴν προθυμίαν της καὶ τὴν προσφορὰν τοῦ νεροῦ, ἐπῆρε ἀπὸ τὶς ἀποσκευές του καὶ προσέφερεν εἰς τὴν Ρεβέκκαν χρυσᾶ σκουλαρίκια, τὸ βάρος τοῦ καθενὸς τῶν ὁποίων ἦταν περίπου 1,7 δράμια (= 5,44 γραμμάρια), καὶ δύο βραχιόλια χρυσᾶ διὰ τὰ χέρια της, τὰ ὁποῖα εἶχαν βάρος περίπου 70 δράμια (καὶ τὰ δύο μαζὶ δηλαδὴ 224 γραμμάρια).

Γεν. 24,23

καὶ ἐπηρώτησεν αὐτὴν καὶ εἶπε· θυγάτηρ τίνος εἶ; ἀνάγγειλόν μοι, εἰ ἔστι παρὰ τῷ πατρί σου τόπος ἡμῖν τοῦ καταλῦσαι.

Κολιτσάρα

ἠρώτησεν αὐτὴν καὶ τῆς εἶπε· «τίνος εἶσαι κόρη; Ἠμπορεῖς ἀκόμη νὰ μὲ πληροφορήσῃς, ἂν ὑπάρχῃ καὶ γιὰ μᾶς τόπος κοντὰ εἰς τὸν πατέρα σου, διὰ νὰ καταλύσωμεν ἐκεῖ;»

Τρεμπέλα

Κατόπιν τὴν ἐρώτησε καὶ τῆς εἶπε: «Τίνος εἶσαι θυγατέρα; Πές μου, μήπως ὑπάρχει εἰς τὸ σπίτι τοῦ πατέρα σου τόπος διὰ νὰ διανυκτερεύσωμεν».

Γεν. 24,24

ἡ δὲ εἶπεν αὐτῷ· θυγάτηρ Βαθουήλ εἰμι τοῦ Μελχάς, ὃν ἔτεκε τῷ Ναχώρ.

Κολιτσάρα

Ἐκείνη ἀπήντησεν· «εἶμαι κόρη τοῦ Βαθουήλ, υἱοῦ τοῦ Ναχὼρ καὶ τῆς Μελχᾶς».

Τρεμπέλα

Ἡ Ρεβέκκα τοῦ ἀπάντησεν· «εἶμαι κόρη τοῦ Βαθουήλ, υἱοῦ τῆς Μελχὰ καὶ τοῦ Ναχώρ».

Γεν. 24,25

καὶ εἶπεν αὐτῷ· καὶ ἄχυρα καὶ χορτάσματα πολλὰ παρ’ ἡμῖν καὶ τόπος τοῦ καταλῦσαι.

Κολιτσάρα

Καὶ προσέθεσε· «βεβαίως ὑπάρχουν εἰς ἡμᾶς καὶ ἄχυρα, καὶ τροφαὶ πολλαὶ καὶ τόπος νὰ καταλύσετε».

Τρεμπέλα

Ἀκόμη ἐπρόσθεσε· «καὶ ἄχυρον καὶ τροφὲς πολλὲς ὑπάρχουν εἰς τὸ σπίτι μας καὶ τόπος διὰ νὰ διανυκτερεύσῃς».

Γεν. 24,26

καὶ εὐδοκήσας ὁ ἄνθρωπος προσεκύνησε τῷ Κυρίῳ καὶ εἶπεν·

Κολιτσάρα

Ὁ Ἐλιέζερ γεμᾶτος χαρὰν προσεκύνησε μὲ εὐγνωμοσύνην τὸν Θεὸν καὶ εἶπε·

Τρεμπέλα

Ὁ δοῦλος τοῦ Ἀβραάμ, ἐπειδὴ ἰκανοποιήθη πάρα πολὺ δι ὅσα ἔμαθε καὶ δι’ ὅσα τοῦ εἶπεν ἡ Ρεβέκκα, εὐχαρίστησε τὸν Θεόν, ὁ ὁποῖος ἔδειξε τόσον μεγάλην εὔνοιαν πρὸς τὸν Ἀβραὰμ καὶ φροντίδα διὰ τὸν ὑπηρέτην του, εἰς τὸν ὁποῖον τὰ ἔφερεν ὅλα εὐνοϊκά, καὶ εἶπεν:

Γεν. 24,27

εὐλογητὸς Κύριος ὁ Θεὸς τοῦ κυρίου μου Ἁβραάμ, ὃς οὐκ ἐγκατέλιπε τὴν δικαιοσύνην αὐτοῦ καὶ τὴν ἀλήθειαν ἀπὸ τοῦ κυρίου μου· ἐμέ τε εὐώδωκε Κύριος εἰς οἶκον τοῦ ἀδελφοῦ τοῦ κυρίου μου.

Κολιτσάρα

«δοξασιμένος ἂς εἶναι ὁ Θεὸς τοῦ κυρίου μου Ἁβραάμ, ὁ ὁποῖος καὶ εἰς τὴν περίστασιν αὐτὴν ἔδειξε τὴν δικαιοσύνην καὶ τὴν ἀλήθειάν του, ἐτήρησε τὴν ὑπόσχεσίν του ἀπέναντι τοῦ κυρίου μου, ἐμὲ δὲ ἐβοήθησε νὰ φθάσω αἰσίως εἰς τὸν οἶκον τοῦ Ναχώρ, ἀδελφοῦ τοῦ Ἁβραάμ».

Τρεμπέλα

«Ἂς εἶναι δοξασμένος ὁ Θεὸς τοῦ κυρίου μου Ἀβραάμ, ὁ ὁποῖος δὲν ἐγκατέλειψε τὸν κύριόν μου, ἀλλὰ ἐφάνη δίκαιος καὶ ἀληθινός, διότι ἐτήρησε πλήρως τὴν ὑπόσχεσίν του πρὸς τὸν Ἀβραάμ. Εἰς ἐμὲ δὲ τὰ ἔφερεν ὅλα δεξιὰ καὶ εὐνοϊκὰ καὶ ἔκαμεν ὥστε νὰ ἔλθω εἰς τὸ σπίτι τοῦ Ναχώρ, ἀδελφοῦ τοῦ κυρίου μου».

Γεν. 24,28

Καὶ δραμοῦσα ἡ παῖς ἀνήγγειλεν εἰς τὸν οἶκον τῆς μητρὸς αὐτῆς κατὰ τὰ ῥήματα ταῦτα.

Κολιτσάρα

Ἡ κόρη ἔτρεξε καὶ ἀνήγγειλεν εἰς τὸν οἶκον τῆς μητρός της ὅλα αὐτὰ τὰ συμβάντα.

Τρεμπέλα

Καὶ ἡ κόρη, δεικνύουσα τὴν προθυμίαν της διὰ τὴν φιλοξενίαν, ἔτρεξε γρήγορα καὶ ἀνεκοίνωσεν εἰς τὸ σπίτι τῆς μητέρας της αὐτά, τὰ ὁποῖα εἶπε καὶ ἄκουσε ἀπὸ τὸν ξένον, τὸν δοῦλον τοῦ Ἀβραάμ.

Γεν. 24,29

τῇ δὲ Ῥεβέκκᾳ ἀδελφὸς ἦν ᾧ ὄνομα Λάβαν· καὶ ἔδραμε Λάβαν πρὸς τὸν ἄνθρωπον ἔξω ἐπὶ τὴν πηγήν.

Κολιτσάρα

Εἶχε δὲ ἡ Ρεβέκκα καὶ ἀδελφὸν ὀνομαζόμενον Λάβαν, ὁ ὁποῖος, ὅταν ἤκουσε αὐτά, ἔτρεξεν ἔξω εἰς τὴν πηγὴν πρὸς τὸν ξένον ἐκεῖνον ἄνθρωπον.

Τρεμπέλα

Ἡ Ρεβέκκα εἶχεν ἀδελφόν, τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα ἦταν Λάβαν· καὶ ἔτρεξε ἀμέσως ὁ Λάβαν πρὸς τὸν ἄνθρωπον ἐκεῖνον, ποὺ ἦταν ἔξω κοντὰ εἰς τὸ πηγάδι.

Γεν. 24,30

καὶ ἐγένετο ἡνίκα εἶδε τὰ ἐνώτια καὶ τὰ ψέλλια ἐν ταῖς χερσὶ τῆς ἀδελφῆς αὐτοῦ καὶ ὅτε ἤκουσε τὰ ῥήματα Ῥεβέκκας τῆς ἀδελφῆς αὐτοῦ λεγούσης· οὕτω λελάληκέ μοι ὁ ἄνθρωπος, καὶ ἦλθε πρὸς τὸν ἄνθρωπον ἑστηκότος αὐτοῦ ἐπὶ τῶν καμήλων ἐπὶ τῆς πηγῆς

Κολιτσάρα

Ὅταν δηλαδὴ εἶδε τὰ σκουλαρίκια καὶ τὰ βραχιόλια εἰς τὰ χέρια τῆς ἀδελφῆς του, καὶ ὅταν ἤκουσεν αὐτὴν νὰ διηγῆται καὶ νὰ λέγῃ ὅσα τῆς εἶχεν εἴπει ὁ Ἐλιέζερ, ἦλθεν ὁ Λάβαν πρὸς αὐτόν, ποὺ ἐστέκετο ἀκόμη ὄρθιος κοντὰ εἰς τὰς καμήλους του πλησίον τῆς πηγῆς,

Τρεμπέλα

Δηλαδὴ μόλις ὁ Λάβαν εἶδε τὰ πολύτιμα σκουλαρίκια καὶ τὰ βραχιόλια εἰς τὰ χέρια τῆς ἀδελφής του καὶ μόλις ἄκουσε τὰ λόγια τῆς Ρεβέκκας, ποὺ ἔλεγεν· «αὐτὰ καὶ αὐτὰ μοῦ εἶπεν ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος», ἦλθε (ὁ Λάβαν) πρὸς τὸν ξένον, ὁ ὁποῖος ἐστέκετο ἀκόμη δίπλα ἀπὸ τὶς καμῆλες του κοντὰ εἰς τὸ πηγάδι,

Γεν. 24,31

καὶ εἶπεν αὐτῷ· δεῦρο εἴσελθε· εὐλογητὸς Κυρίου· ἱνατί ἕστηκας ἔξω; ἐγὼ δὲ ἡτοίμασα τὴν οἰκίαν καὶ τόπον ταῖς καμήλοις.

Κολιτσάρα

καὶ τοῦ εἶπε· «ἔλα μαζῆ μου· κόπιασε εἰς τὸ σπίτι μου· σὺ εἶσαι εὐλογημένος ἀπὸ τὸν Κύριον. Διατί στέκεις ἔξω ὄρθιος; Ἐγὼ ἔχω ἑτοιμάσει τὴν οἰκίαν μου διὰ σὲ καὶ τόπον διὰ τὰς καμήλους σου».

Τρεμπέλα

καὶ τοῦ εἶπε: «Ἐμπρός, ἔλα μαζί μου, ἔμπα εἰς τὸ σπίτι μου· εἶσαι εὐλογημένος ἀπὸ τὸν Θεόν· διατί μένεις ἔξω; Διστάζεις μήπως μᾶς φέρῃ βάρος ἡ φιλοξενία σου; Ἐγὼ ἔχω ἑτοιμάσει τὸ σπίτι μου καὶ ἔκαμα τόπον καὶ διὰ τὶς καμῆλες σου· ἐμπρός, πάμε, εὐλογημένε ἄνθρωπε τοῦ Θεοῦ».

Γεν. 24,32

εἰσῆλθε δὲ ὁ ἄνθρωπος εἰς τὴν οἰκίαν καὶ ἀπέσαξε τὰς καμήλους καὶ ἔδωκεν ἄχυρα καὶ χορτάσματα ταῖς καμήλοις καὶ ὕδωρ νίψασθαι τοῖς ποσὶν αὐτοῦ καὶ τοῖς ποσὶ τῶν ἀνδρῶν τῶν μετ’ αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

Εἰσῆλθεν ὁ Ἐλιέζερ εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ Λάβαν καὶ ἐξεσαμάρωσε τὰς καμήλους. Ὁ δὲ Λάβαν ἔδωσεν εἰς μὲν τὰς καμήλους ἄχυρα καὶ τροφάς, εἰς δὲ τὸν ξένον καὶ τοὺς συνοδούς του ὕδωρ, διὰ νὰ νίψουν τοὺς πόδας των.

Τρεμπέλα

Ἐμβῆκε δὲ ὁ δοῦλος τοῦ Ἀβραὰμ εἰς τὸ σπίτι τοῦ Λάβαν καὶ ἐξεσαμάρωσε ὶις καμῆλες καὶ (ὁ Λάβαν) ἔδωκεν εἰς τὰ ζῶα ἄχυρα καὶ τροφές, εἰς δὲ τὸν ξένον ἄνθρωπον καὶ εἰς ἐκείνους ποὺ τὸν συνώδευαν ἔδωκε νερό, διὰ νὰ πλύνουν τὰ πόδια τους, σύμφωνα πρὸς τὰ ἔθιμα τῆς φιλοξενίας τῆς ἐποχῆς ἐκείνης.

Γεν. 24,33

καὶ παρέθηκεν αὐτοῖς ἄρτους φαγεῖν. καὶ εἶπεν· οὐ μὴ φάγω, ἕως τοῦ λαλῆσαί με τὰ ῥήματά μου. καὶ εἶπαν· λάλησον.

Κολιτσάρα

Ἔπειτα δὲ παρέθεσε τράπεζαν εἰς αὐτούς, διὰ νὰ φάγουν. Εἶπεν ὅμως ὁ Ἐλιέζερ· «δὲν θὰ βάλω τίποτε εἰς τὸ στόμα μου, ἂν προηγουμένως δὲν σᾶς εἴπω αὐτά, ποὺ ἔχω νὰ σᾶς πῶ». Ἐκεῖνοι τοῦ εἶπαν· «πές μας· σὲ ἀκούομεν».

Τρεμπέλα

Κατόπιν ὁ Λάβαν ἔστρωσε τραπέζι καὶ τοὺς προσέφερε ψωμιὰ καὶ τροφές, διὰ νὰ φάγουν. Ἀλλὰ ὁ πιστὸς δοῦλος τοῦ Ἀβραάμ, φερόμενος μὲ μεγάλην σύνεσιν καὶ εὐσυνειδησίαν, εἶπε· «δεν θὰ φάγω, ἐὰν δὲν σᾶς εἴπω πρῶτα ὅσα ἔχω νὰ σᾶς εἴπω». Καὶ ἐκεῖνοι, ποὺ τὸν ἐφιλοξένησαν, τοῦ ἀπάντησαν· «λέγε, μίλησε».

Γεν. 24,34

Καὶ εἶπε· παῖς Ἁβραὰμ ἐγώ εἰμι.

Κολιτσάρα

Ὁ Ἐλιέζερ τότε εἶπεν· «ἐγὼ εἶμαι δοῦλος τοῦ Ἁβραάμ.

Τρεμπέλα

Καὶ ἀφοῦ ἄρχισε νὰ διηγῆται, εἶπεν: «Ἐγὼ εἶμαι δοῦλος τοῦ Ἀβραάμ.

Γεν. 24,35

Κύριος δὲ ηὐλόγησε τὸν κύριόν μου σφόδρα, καὶ ὑψώθη· καὶ ἔδωκεν αὐτῷ πρόβατα καὶ μόσχους καὶ ἀργύριον καὶ χρυσίον, παῖδας καὶ παιδίσκας, καμήλους καὶ ὄνους.

Κολιτσάρα

Ὁ Κύριος καὶ Θεὸς ηὐλόγησε πάρα πολὺ τὸν κύριόν μου καὶ τὸν ἐξύψωσεν, ὥστε νὰ γίνῃ μέγας. Τοῦ ἔδωσε πρόβατα καὶ μόσχους καὶ ἀργύριον καὶ χρυσίον, δούλους καὶ δούλας, καμήλους καὶ ὄνους.

Τρεμπέλα

Ὁ δὲ Κύριος εὐλόγησε πάρα πολὺ τὸν κύριόν μου, ὥστε ἐπλούτισε πολὺ καὶ ἔγινε μεγάλος. Τοῦ ἔδωκε δηλαδὴ πρόβατα καὶ μοσχάρια καὶ ἀργύριον καὶ χρυσάφι καὶ δούλους καὶ δοῦλες καὶ καμήλους καὶ ὄνους.

Γεν. 24,36

καὶ ἔτεκε Σάρρα ἡ γυνὴ τοῦ κυρίου μου υἱὸν ἕνα τῷ κυρίῳ μου μετὰ τὸ γηράσαι αὐτόν, καὶ ἔδωκεν αὐτῷ ὅσα ἦν αὐτῷ.

Κολιτσάρα

Ἡ σύζυγος τοῦ κυρίου μου, ἡ Σάρρα, ἐγέννησεν υἱὸν εἰς τὸν κύριόν μου, ὅταν πλέον αὐτὸς ἦτο προχωρημένης ἡλικίας. Ὁ δὲ κύριός μου παρέδωσεν εἰς τὸν υἱόν του αὐτὸν ὅλην τὴν περιουσίαν.

Τρεμπέλα

Καὶ ἡ γυναῖκα τοῦ κυρίου μου, ἡ Σάρρα, ἐγέννησε διὰ τοῦ κυρίου μου, ὁ ὁποῖος εὑρίσκετο πλέον εἰς προχωρημένην ἡλικίαν, ἕνα υἱὸν καὶ ὁ κύριός μου παρέδωκεν εἰς τὸν μονάκριβον υἱόν του ὅλην τὴν περιουσίαν του.

Γεν. 24,37

καὶ ὥρκισέ με ὁ κύριός μου, λέγων· οὐ λήψῃ γυναῖκα τῷ υἱῷ μου ἀπὸ τῶν θυγατέρων τῶν Χαναναίων, ἐν οἷς ἐγὼ παροικῶ ἐν τῇ γῇ αὐτῶν,

Κολιτσάρα

Μὲ ὥρκισε δὲ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ μοῦ εἶπε· πρόσεξε, δὲν θὰ πάρῃς διὰ τὸν υἱόν μου γυναῖκα ἀπὸ τὰς θυγατέρας τῶν κατοίκων Χαναάν, εἰς τὴν χώραν τῶν ὁποίων ἐγὼ μένω ὡς πάροικος,

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ κύριός μου μὲ ὥρκισε καὶ μοῦ εἶπε:«Δὲν θὰ πάρῃς γυναῖκα διὰ τὸν υἱόν μου Ἰσαὰκ ἀπὸ τὶς θυγατέρες τῶν κατοίκων τῆς Χαναάν, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἑγὼ κατοικῶ προσωρινῶς.

Γεν. 24,38

ἀλλ’ ἢ εἰς τὸν οἶκον τοῦ πατρός μου πορεύσῃ καὶ εἰς τὴν φυλήν μου καὶ λήψῃ γυναῖκα τῷ υἱῷ μου ἐκεῖθεν.

Κολιτσάρα

ἀλλὰ θὰ μεταβῇς εἰς τὸν οἶκον τοῦ πατρός μου καὶ εἰς τὴν φυλήν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν κατάγομαι καὶ ἀπὸ ἐκεῖ θὰ ἐκλέξῃς γυναῖκα διὰ τὸν υἱόν μου.

Τρεμπέλα

Ἀλλὰ θὰ ὑπάγῃς εἰς τὸ πατρικόν μου σπίτι καὶ εἰς τὴν φυλήν μου καὶ ἀπὸ ἐκεῖ θὰ ἐκλέξῃς γυναῖκα διὰ τὸν υἱόν μου Ἰσαάκ».

Γεν. 24,39

εἶπα δὲ τῷ κυρίῳ μου· μήποτε οὐ πορεύσεται ἡ γυνὴ μετ’ ἐμοῦ.

Κολιτσάρα

Εἶπα εἰς τὸν κύριόν μου, ἐὰν ὅμως δὲν θελήσῃ ἡ γυναίκα αὐτὴ νὰ ἔλθῃ μαζῆ μου, τί θὰ γίνῃ;

Τρεμπέλα

Ἐγὼ δέ, ἐπειδὴ ἐγνώριζα καὶ εἶχα ὑπ’ ὄψιν μου τὶς δυσκολίες τῆς ἀποστολῆς μου, εἶπα εἰς τὸν κύριόν μου· μήπως ὅμως ἡ γυναῖκα δὲν θὰ θελήσῃ νὰ ἔλθῃ μαζί μου εἰς τὴν Χαναάν;»

Γεν. 24,40

καὶ εἶπέ μοι· Κύριος ὁ Θεός, ᾧ εὐηρέστησα ἐναντίον αὐτοῦ, αὐτὸς ἐξαποστελεῖ τὸν ἄγγελον αὐτοῦ μετὰ σοῦ καὶ εὐοδώσει τὴν ὁδόν σου, καὶ λήψῃ γυναῖκα τῷ υἱῷ μου ἐκ τῆς φυλῆς μου καὶ ἐκ τοῦ οἴκου τοῦ πατρός μου.

Κολιτσάρα

Ἐκεῖνος μοῦ εἶπε· ὁ Κύριος καὶ Θεός, ἐνώπιον τοῦ ὁποίου ἐγὼ ἔζησα καὶ ἔπραξα ὅπως ἀρέσει εἰς αὐτόν, θὰ στείλῃ μαζῆ σου τὸν ἄγγελόν του, θὰ κατευοδώσῃ τὸν δρόμον σου, θὰ ἐκπληρώσῃ τὸν σκοπὸν τοῦ ταξιδίου σου καὶ θὰ πάρῃς διὰ τὸν υἱόν μου γυναῖκα ἀπὸ τὴν φυλήν μου καὶ ἀπὸ τὴν οἰκογένειαν τοῦ πατρός μου.

Τρεμπέλα

Ἐκεῖνος μοῦ ἀπάντησε: «Κύριος ὁ Θεός, ἐνώπιον τοῦ ὁποίου ἔζησα κατὰ τρόπον θεάρεστον, θὰ ἐξαποστείλῃ τὸν ἄγγελόν του μαζί σου καὶ θὰ κατευθύνῃ μὲ ἐπιτυχίαν τὴν πορείαν καὶ τὸ ταξίδι σου καὶ θὰ εὕρῃς καὶ θὰ πάρῃς διὰ τὸν υἱόν μου σύζυγον ἀπὸ τὴν φυλήν μου καὶ ἀπὸ τὸ πατρικόν μου σπίτι.

Γεν. 24,41

τότε ἀθῷος ἔσῃ ἀπὸ τῆς ἀρᾶς μου· ἡνίκα γὰρ ἐὰν ἔλθῃς εἰς τὴν φυλήν μου καὶ μή σοι δῶσι, καὶ ἔσῃ ἀθῷος ἀπὸ τοῦ ὁρκισμοῦ μου.

Κολιτσάρα

Ἐὰν ἔτσι προχωρήσῃς καὶ φερθῆς, θὰ εἶσαι ἀπηλλαγμένος ἀπὸ τὴν κατάραν μου. Ἐὰν ὅμως ἔλθῃς εἰς τὴν φυλήν μου καὶ δὲν σοῦ δώσουν νύμφην διὰ τὸν υἱόν μου, θὰ εἶσαι ἀθῷος ἀπὸ τὸν ὅρκον, εἰς τὸν ὁποῖον σὲ ὑπέβαλα.

Τρεμπέλα

Ἐὰν κάμῃς ὅλα, ὅσα σοῦ εἶπα, θὰ εἶσαι ἁπαλλαγμένος ἀπὸ τὴν κατάραν μου. Διότι ἐὰν ἔλθῃς εἰς τὴν φυλήν μου καὶ «δὲν σοῦ δώσουν γυναῖκα διὰ τὸν Ἰσαάκ, τότε θὰ εἶσαι ἀθῶος καὶ θὰ ἀποδεσμευθῇς ἀπὸ τὸν ὅρκον, ποὺ μοῦ ἔδωκες».

Γεν. 24,42

καὶ ἐλθὼν σήμερον ἐπὶ τὴν πηγὴν εἶπα· Κύριε ὁ Θεὸς τοῦ κυρίου μου Ἁβραάμ, εἰ σὺ εὐοδοῖς τὴν ὁδόν μου, ἐν ᾗ νῦν ἐγὼ πορεύομαι ἐν αὐτῇ,

Κολιτσάρα

Λοιπόν, ἐγὼ ἦλθα σήμερον εἰς τὴν πηγήν, προσηυχήθην πρὸς τὸν Θεὸν καὶ εἶπα· Κύριε ὁ Θεὸς τοῦ κυρίου μου Ἁβραάμ, κατευόδωσε καὶ φέρε εἰς αἴσιον πέρας τὸν σκοπόν, διὰ τὸν ὁποῖον ἐγὼ ἦλθον ἕως ἐδῶ.

Τρεμπέλα

Καὶ ἐγὼ ἐξεκίνησα μὲ τὶς εὐχές του· ὅταν δὲ ἔφθασα σήμερα εἰς τὸ πηγάδι, ποὺ εἶναι ἔξω ἀπὸ τὴν πόλιν σας, προσηυχήθην εἰς τὸν Θεὸν καὶ εἶπα αὐτὰ τὰ λόγια: «Κύριε, ὁ Θεὸς τοῦ κυρίου μου Ἀβραάμ, ἐὰν Σὺ κατευθύνης εὐνοϊκῶς τὰ διαβήματά μου διὰ τὸν σκοπὸν διὰ τὸν ὁποῖον ἦλθα ἐδῶ τώρα,

Γεν. 24,43

ἰδοὺ ἐγὼ ἐφέστηκα ἐπὶ τῆς πηγῆς τοῦ ὕδατος, καὶ αἱ θυγατέρες τῶν ἀνθρώπων τῆς πόλεως ἐκπορεύονται ἀντλῆσαι ὕδωρ, καὶ ἔσται ἡ παρθένος, ᾗ ἂν ἐγὼ εἴπω, πότισόν με ἐκ τῆς ὑδρίας σου μικρὸν ὕδωρ,

Κολιτσάρα

Ἰδοὺ ἐγὼ στέκομαι ὄρθιος εἰς τὴν πηγὴν αὐτὴν τοῦ ὕδατος· αἱ θυγατέρες τῶν κατοίκων τῆς πόλεως αὐτῆς ἐξέρχονται πρὸς τὰ ἐδῶ διὰ νὰ ἀντλήσουν ὕδωρ. Δῶσε, ὥστε ἡ παρθένος, εἰς τὴν ὁποίαν ἐγὼ θὰ εἴπω· Πότισέ με λίγο νερὸ ἀπὸ τὴν στάμναν σου,

Τρεμπέλα

νά· ἐγὼ εὑρίσκομαι εἰς τὸ πηγάδι αὐτὸ τοῦ νεροῦ καὶ οἱ θυγατέρες τῶν ἀνθρώπων τῆς πόλεως βγαίνουν ἔξω, διὰ νὰ πάρουν νερό. Ἡ κόρη ἐκείνη, ποὺ θὰ ἔλθῃ καὶ εἰς τὴν ὁποίαν ἐγὼ θὰ εἴπω, «πότισέ με ἀπὸ τὴν στάμναν σου ὀλίγον νερό»,

Γεν. 24,44

καὶ εἴπῃ μοι, καὶ σὺ πίε καὶ ταῖς καμήλοις σου ὑδρεύσομαι, αὕτη ἡ γυνή, ἣν ἡτοίμασε Κύριος τῷ ἑαυτοῦ θεράποντι Ἰσαάκ, καὶ ἐν τούτῳ γνώσομαι, ὅτι πεποίηκας ἔλεος τῷ κυρίῳ μου Ἁβραάμ.

Κολιτσάρα

ἐκείνη δὲ θὰ μοῦ πῇ· πίε καὶ σὺ καὶ εἰς τὰς καμήλους σου ἐγὼ θὰ δώσω ὕδωρ, δῶσε ὥστε αὐτὴ ἡ γυνὴ νὰ εἶναι ἡ προωρισμένη ὡς σύζυγος διὰ τὸν δοῦλον σου τὸν Ἰσαάκ. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον θὰ ἐννοήσω, ὅτι καὶ πάλιν ἔχεις κάμει τὸ ἔλεός σου πρὸς τὸν κύριόν μου τὸν Ἁβραάμ.

Τρεμπέλα

καὶ θὰ μοῦ ἀπαντήσῃ· «πιὲς καὶ σὺ καὶ ἐγὼ θὰ ποτίσω καὶ τὶς καμῆλες σου», δῶσε ὥστε αὐτὴ νὰ εἶναι ἡ γυναῖκα, τὴν ὁποίαν ἐδιάλεξες καὶ προώρισες διὰ τὸν δοῦλον σου Ἰσαάκ. Μὲ τὸν τρόπον αὐτὸν θὰ ἐννοήσω, ὅτι ἐξεπλήρωσες τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ κυρίου μου Ἀβραὰμ διὰ τὴν ἐκλογὴν συζύγου τοῦ Ἰσαάκ».

Γεν. 24,45

καὶ ἐγένετο πρὸ τοῦ συντελέσαι με λαλοῦντα ἐν τῇ διανοίᾳ μου, εὐθὺς Ῥεβέκκα ἐξεπορεύετο ἔχουσα τὴν ὑδρίαν ἐπὶ τῶν ὤμων καὶ κατέβη ἐπὶ τὴν πηγὴν καὶ ὑδρεύσατο. εἶπα δὲ αὐτῇ· πότισόν με.

Κολιτσάρα

Πρὶν δὲ ἀκόμη τελειώσω τὴν νοερὰν προσευχήν μου, ἐφάνη ἀμέσως ἡ Ρεβέκκα ἐξερχομένη ἀπὸ τὴν πόλιν, μὲ τὴν στάμναν εἰς τὸν ὦμον της. Κατέβηκε εἰς τὴν πηγὴν καὶ ἤντλησεν ὕδωρ. Τότε τῆς εἶπα· δός μου νὰ πιῶ καὶ ἐγὼ νερό.

Τρεμπέλα

Αὐτὰ παρεκάλεσα τὸν Θεόν. Καὶ δὲν εἶχα ἀκόμη τελειώσει τὴν προσευχήν, ποὺ ἀπηύθυνα μυστικῶς καὶ νοερῶς εἰς τὸν Κύριον, καὶ εὐθὺς ἀμέσως ἡ Ρεβέκκα ἔβγαινε ἀπὸ τὴν πόλιν κρατώντας τὴν στάμναν εἰς τοὺς ὤμους της καὶ κατέβη εἰς τὸ πηγάδι καὶ ἐπῆρε νερό. Τότε ἐγὼ ἔτρεξα κοντά της καὶ τῆς εἶπα· «πότισέ με, δός μου λίγο νερὸ νὰ πιῶ».

Γεν. 24,46

καὶ σπεύσασα καθεῖλε τὴν ὑδρίαν ἐπὶ τὸν βραχίονα αὐτῆς ἀφ’ ἑαυτῆς καὶ εἶπε· πίε σύ, καὶ τὰς καμήλους σου ποτιῶ. καὶ ἔπιον καὶ τὰς καμήλους ἐπότισε.

Κολιτσάρα

Αὐτὴ κατέβασε ἀμέσως τὴν στάμναν της, τὴν ἐστήριξεν εἰς τὸν βραχίονά της καὶ μοῦ εἶπε: Πιὲ σύ, καὶ θὰ ποτίσω καὶ τὰς καμήλους σου. Ἀφοῦ ἔπιον ἐγὼ ἐπότισε πράγματι καὶ τὰς καμήλους.

Τρεμπέλα

Αὐτὴ δὲ ἔσπευσε καὶ κατέβασε γρήγορα καὶ πρόθυμα τὴν στάμναν ἀπὸ τοὺς ὤμους της, τὴν ἀκούμπησε εἰς τὸ μπράτσο της, τὴν ἔγειρε πρὸς τὰ κάτω καὶ μοῦ εἶπε· «πιὲς σύ, καὶ ἐγὼ θὰ ποτίσω καὶ τὶς καμῆλες σου». Καὶ ἤπια· αὐτὴ δὲ ἐπότισε καὶ τὶς καμῆλες μου.

Γεν. 24,47

καὶ ἠρώτησα αὐτήν· καὶ εἶπα· θυγάτηρ τίνος εἶ; ἀνάγγειλόν μοι. ἡ δὲ ἔφη· θυγάτηρ Βαθουήλ εἰμι τοῦ υἱοῦ Ναχώρ, ὃν ἔτεκεν αὐτῷ Μελχά. καὶ περιέθηκα αὐτῇ τὰ ἐνώτια καὶ τὰ ψέλλια περὶ τὰς χεῖρας αὐτῆς·

Κολιτσάρα

Τότε τὴν ἠρώτησα καὶ τῆς εἶπα· πές μου τίνος εἶσαι θυγάτηρ; Ἐκείνη ἀπήντησεν· εἶμαι θυγάτηρ τοῦ Βαθουήλ, υἱοῦ τοῦ Ναχὼρ καὶ τῆς Μελχά. Ἔδωσα κατόπιν εἰς αὐτὴν σκουλαρίκια καὶ ἔθεσα βραχιόλια εἰς τὰ χέρια της.

Τρεμπέλα

Ἀφοῦ λοιπὸν εἶδα φανερὰν τὴν πρόνοιαν τοῦ Θεοῦ, τὴν ἐρώτησα καὶ τῆς εἶπα· «τίνος θυγατέρα εἶσαι; πές μου». Αὐτὴ δὲ ἀπάντησε· «εἶμαι κόρη τοῦ Βαθουήλ, τοῦ υἱοῦ τοῦ Ναχὼρ καὶ τῆς Μελχά». Καὶ ἀφοῦ ἔμαθα ὅτι ἦλθα εἰς τὸ σπίτι τοῦ ἀδελφοῦ τοῦ κυρίου μου, ἐχάρηκα, ἐπῆρα θάρρος καὶ τῆς ἐφόρεσα τὰ σκουλαρίκια καὶ τὰ βραχιόλια εἰς τὰ χέρια.

Γεν. 24,48

καὶ εὐδοκήσας προσεκύνησα τῷ Κυρίῳ καὶ εὐλόγησα Κύριον τὸν Θεὸν τοῦ κυρίου μου Ἁβραάμ, ὃς εὐώδωσέ με ἐν ὁδῷ ἀληθείας, λαβεῖν τὴν θυγατέρα τοῦ ἀδελφοῦ τοῦ κυρίου μου τῷ υἱῷ αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

Κατευχαριστημένος δὲ δι’ ὅλα αὐτὰ ἔσκυψα καὶ ἐπροσκύνησα καὶ ἐδόξασα τὸν Θεὸν τοῦ κυρίου μου Ἁβραάμ, ὁ ὁποῖος κατευώδωσε τὴν πορείαν μου, ὥστε νὰ ἐκλέξω τὴν κόρην τοῦ ἀνεψιοῦ τοῦ κυρίου μου ὡς σύζυγον τοῦ υἱοῦ του.

Τρεμπέλα

Καὶ ἐπειδὴ ἰκανοποιήθηκα πάρα πολὺ δι’ ὅσα ἔμαθα καὶ δι’ ὅσα μοῦ εἶπεν ἡ Ρεβέκκα, ἐγονάτισα καὶ εὐχαρίστησα τὸν Θεὸν τοῦ κυρίου μου Ἀβραάμ, ὁ ὁποῖος κατηύθυνε μὲ ἐπιτυχίαν τὴν ἀποστολήν μου καὶ τὰ ἔφερεν ὅλα δεξιά, ὥστε νὰ πάρω τὴν κόρην τοῦ ἀνεψιοῦ τοῦ κυρίου μου ὡς σύζυγον διὰ τὸν υἱόν του Ἰσαάκ.

Γεν. 24,49

εἰ οὖν ποιεῖτε ὑμεῖς ἔλεος καὶ δικαιοσύνην πρὸς τὸν κύριόν μου, ἀπαγγείλατέ μοι, εἰ δὲ μή, ἀπαγγείλατέ μοι, ἵνα ἐπιστρέψω εἰς δεξιὰν ἢ ἀριστεράν.

Κολιτσάρα

Ἐὰν λοιπὸν σεῖς θελήσετε νὰ φανῆτε καλοὶ καὶ δίκαιοι πρὸς τὸν κύριόν μου, πέστε μου ἐὰν δέχεσθε τὰς προτάσεις μου. Ἐὰν ὅμως δὲν τὰς δέχεσθε, πέστε μου, ὥστε νὰ στραφῶ δεξιὰ καὶ ἀριστερά, διὰ νὰ ἀναζητήσω ἀλλοῦ νύμφην διὰ τὸν Ἰσαάκ».

Τρεμπέλα

Σεῖς λοιπὸν ἀφοῦ ἀκούσατε ὅλα αὐτά, ἐὰν θελήσετε νὰ δείξετε καλωσύνην καὶ ἀκεραιότητα πρὸ τὸν κύριόν μου, ἀνακοινῶστε μου ἐὰν συμφωνῆτε μὲ τὴν πρότασίν μου. Ἐὰν συμφωνῆτε νὰ δώσετε τὴν Ρεβέκκαν ὡς σύζυγον εἰς τὸν Ἰσαὰκ καὶ ἑπομένως ἡ ἀπόφασίς σας εἶναι ἀρνητική, τότε πέστε τό μου καθαρά, διὰ νὰ μὴ μένω ἐκκρεμής, ἀλλὰ νὰ μεταβῶ εἰς ἄλλον τόπον καὶ ἀποταθῶ εἰς ἄλλες οἰκογένειες εἴτε ἀπὸ ἐδῶ εἴτε ἀπὸ ἐκεῖ».

Γεν. 24,50

Ἀποκριθεὶς δὲ Λάβαν καὶ Βαθουὴλ εἶπαν· παρὰ Κυρίου ἐξῆλθε τὸ πρόσταγμα τοῦτο· οὐ δυνησόμεθα οὖν σοι ἀντειπεῖν κακὸν ἢ καλόν.

Κολιτσάρα

Ὁ Λάβαν καὶ ὁ Βαθουὴλ ἀπεκρίθησαν μὲ ἕνα στόμα καὶ εἶπαν· «ὁ Θεὸς ἔβγαλε αὐτὴν τὴν διαταγὴν καὶ δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ἀρνηθῶμεν καὶ νὰ εἴπωμεν τίποτε κακὸν ἢ καλόν. Δεχόμεθα τὴν πρότασίν σου.

Τρεμπέλα

Ἐπειδὴ ὁ Θεὸς ἦταν ἐκεῖνος ποὺ τὰ ἔφερεν ὅλα εὐνοϊκά, χάρις εἰς τὶς προσευχὲς τοῦ Ἀβραάμ, ὁ Λάβαν καὶ ὁ Βαθουὴλ ἀπάντησαν εἰς τὸν δοῦλον τοῦ Ἀβραάμ: «Ὅπως μᾶς τὰ λέγεις, βεβαιωνόμεθα καὶ ἐμεῖς ὅτι ἀπὸ τὸν Κύριον ἐβγῆκεν ἡ προσταγὴ αὐτή· εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν ὁμιλεῖ ὁ Θεός. Ἐμεῖς λοιπὸν δὲν ἠμποροῦμεν νᾲ σοῦ ἀντιλέξωμεν ἢ νὰ προσθέσωμεν τίποτε καλὸν ἢ κακόν· δεχόμεθα τὴν πρότασίν σου.

Γεν. 24,51

ἰδοὺ Ῥεβέκκα ἐνώπιόν σου· λαβὼν ἀπότρεχε. καὶ ἔστω γυνὴ τῷ υἱῷ τοῦ κυρίου σου, καθὰ ἐλάλησε Κύριος.

Κολιτσάρα

Ἰδοὺ ἡ Ρεβέκκα εἶναι εἰς τὴν διάθεσίν σου· πάρε την μαζῆ σου καὶ ἂς γίνῃ αὐτὴ σύζυγος εἰς τὸν υἱὸν τοῦ κυρίου σου ὅπως ὁ Θεὸς διέταξε».

Τρεμπέλα

Ὁρίστε, ἡ Ρεβέκκα εἶναι ἐμπρός σου· πάρε την μαζί σου καὶ φύγε πίσω εἰς τὸν κύριον σου· καὶ ἂς γίνῃ γυναῖκα τοῦ μονάκριβου υἱοῦ τοῦ κυρίου σου Ἀβραάμ, σύμφωνα μὲ τὸ ἅγιον θέλημα τοῦ Θεοῦ, τὸ ὁποῖον ἐφανέρωσεν εἰς αὐτόν».

Γεν. 24,52

ἐγένετο δὲ ἐν τῷ ἀκοῦσαι τὸν παῖδα τοῦ Ἁβραὰμ τῶν ῥημάτων τούτων, προσεκύνησεν ἐπὶ τὴν γῆν τῷ Κυρίῳ.

Κολιτσάρα

Ὅταν ὁ Ἐλιέζερ ἤκουσε τὰ λόγια αὐτὰ ἐπροσκύνησε μέχρις ἐδάφους τὸν Θεὸν εἰς ἔκφρασιν τῆς χαρᾶς καὶ τῆς εὐγνωμοσύνης του.

Τρεμπέλα

Ὅταν δὲ ὁ δοῦλος τοῦ Ἀβραὰμ ἄκουσε τὰ λόγια αὐτά, ποὺ τοῦ εἶπαν ὁ Λάβαν καὶ ὁ Βαθουήλ, γεμᾶτος εὐγνωμοσύνην ἔπεσε μὲ τὸ πρόσωπον κατὰ γῆς καὶ ἐπροσκύνησε τὸν Κύριον, ἀναπέμπων δοξολογίαν καὶ εὐχαριστίαν εἰς αὐτόν, ποὺ εὐώδωσε τὰ πράγματα.

Γεν. 24,53

καὶ ἐξενέγκας ὁ παῖς σκεύη ἀργυρᾶ καὶ χρυσᾶ καὶ ἱματισμὸν ἔδωκε τῇ Ῥεβέκκᾳ καὶ δῶρα ἔδωκε τῷ ἀδελφῷ αὐτῆς καὶ τῇ μητρὶ αὐτῆς.

Κολιτσάρα

Ἔβγαλε τότε ὁ Ἐλιέζερ ἀπὸ τὰς ἀποσκευάς του χρυσᾶ καὶ ἀργυρᾶ κοσμήματα καὶ φορέματα καὶ τὰ ἔδωσε εἰς τὴν Ρεβέκκαν. Ἔδωσεν ἐπίσης δῶρα εἰς τὸν ἀδελφόν της τὸν Λάβαν καὶ εἰς τὴν μητέρα της

Τρεμπέλα

Καὶ ἀφοῦ ἐβεβαιώθη πλέον, ὅτι εἶχε καλὸν τέλος ἡ ἀποστολή του, ἔβγαλε κοσμήματα ἀσημένια καὶ χρυσὰ καὶ φορέματα πλούσια καὶ πολύτιμα, τὰ ὁποῖα ἔδωκεν εἰς τὴν Ρεβέκκαν· προσέφερεν ἐπίσης δῶρα καὶ εἰς τὸν ἀδελφόν της καὶ εἰς τὴν μητέρα της.

Γεν. 24,54

καὶ ἔφαγον καὶ ἔπιον καὶ αὐτὸς καὶ οἱ ἄνδρες οἱ μετ’ αὐτοῦ ὄντες, καὶ ἐκοιμήθησαν. Καὶ ἀναστὰς τὸ πρωῒ εἶπεν· ἐκπέμψατέ με, ἵνα ἀπέλθω πρὸς τὸν κύριόν μου.

Κολιτσάρα

Κατόπιν δὲ αὐτῶν ἔφαγον καὶ ἔπιον ὁ Ἐλιέζερ καὶ οἱ ἄνδρες, ποὺ ἦσαν μαζῆ του, καὶ μετὰ τὸ δεῖπνον ἔπεσαν καὶ ἐκοιμήθησαν. Τὸ πρωῒ δὲ σηκώθηκε ὁ Ἐλιέζερ καὶ εἶπε· «κατευοδώσατέ με τώρα καὶ ἐπιτρέψατέ μου νὰ ἐπανέλθω πρὸς τὸν κύριόν μου».

Τρεμπέλα

Ὅταν ἐξεπληρώθη ἡ ἐντολὴ τοῦ κυρίου του, ἐκάθησαν εἰς τὸ τραπέζι καὶ ἔφαγαν καὶ ἤπιαν αὐτός (ὁ δοῦλος τοῦ Ἀβραὰμ) καὶ οἱ συνοδοί του καὶ κατόπιν ἐκοιμήθησαν ἥσυχοι καὶ ἁπαλλαγμένοι ἀπὸ τὴν μεγάλην φροντίδα. Τὸ πρωΐ, ὅταν ὁ δοῦλος τοῦ Ἀβραὰμ ἐσηκώθη, εἶπε πρὸς τοὺς συγγενεῖς τῆς Ρεβέκκας· «ἀφῆστε με νὰ ἐπιστρέψω πρὸς τὸν κύριόν μου».

Γεν. 24,55

εἶπαν δὲ οἱ ἀδελφοὶ αὐτῆς καὶ ἡ μήτηρ· μεινάτω ἡ παρθένος μεθ’ ἡμῶν ἡμέρας ὡσεὶ δέκα, καὶ μετὰ ταῦτα ἀπελεύσεται.

Κολιτσάρα

Οἱ ἀδελφοὶ τῆς Ρεβέκκας καὶ ἡ μητέρα της εἶπαν· «ἂς μείνῃ ἀκόμη μαζῆ μας ἡ κόρη μας, ἔστω καὶ δέκα ἡμέρας, μετὰ τὰς ὁποίας ἂς ἀναχωρήσῃ».

Τρεμπέλα

Οἱ δὲ ἀδελφοὶ καὶ ἡ μητέρα τῆς Ρεβέκκας εἶπαν· «ἂς μείνῃ ἡ κόρη μαζί μας δέκα ἡμέρες περίπου καὶ κατόπιν ἂς ἀναχωρήσῃ».

Γεν. 24,56

ὁ δὲ εἶπε πρὸς αὐτούς· μὴ κατέχετέ με, καὶ Κύριος εὐώδωσε τὴν ὁδόν μου ἐν ἐμοί· ἐκπέμψατέ με, ἵνα ἀπέλθω πρὸς τὸν κύριόν μου.

Κολιτσάρα

Ὁ δὲ Ἐλιέζερ εἶπε πρὸς αὐτούς· «μὴ μὲ κρατῆτε, διότι ὁ Κύριος ἔφερεν εἰς πέρας τὴν ἀποστολήν μου. Κατευοδώσατέ με νὰ ἐπιστρέψω εἰς τὸν κύριόν μου».

Τρεμπέλα

Ὁ δοῦλος ὅμως τοῦ Ἀβραὰμ τοὺς εἶπε: «Μὴ μὲ κρατεῖτε καὶ μὴ μὲ καθυστερεῖτε νὰ ἀναχωρήσω· διότι ὁ Θεὸς εὐώδωσε τὴν ἀποστολήν μου καὶ ἦλθαν ὅλα εὐνοϊκά. Ἀφῆστε με νὰ ἀναχωρήσω πρὸς τὸν κύριόν μου μίαν ὥραν προτήτερα. Ἐφ’ ὅσον ὁ Θεὸς τὰ ἔφερεν ὅλα εὐνοϊκά, σεῖς μὴ ἀναβάλλετε τὴν ἀναχώρησίν μου».

Γεν. 24,57

οἱ δὲ εἶπαν· καλέσωμεν τὴν παῖδα καὶ ἐρωτήσωμεν τὸ στόμα αὐτῆς.

Κολιτσάρα

Ἐκεῖνοι ἀπήντησαν: «Ἂς καλέσωμεν τὴν κόρην νὰ τὴν ἐρωτήσωμεν καὶ νὰ ἀκούσωμεν ἀπὸ τὸ στόμα της τί γνώμην ἔχει».

Τρεμπέλα

Ἐκεῖνοι δὲ εἶπαν· «ἂς καλέσωμεν τὴν κόρην καὶ ἂς ἐρωτήσωμεν τὴν γνώμην της».

Γεν. 24,58

καὶ ἐκάλεσαν τὴν Ῥεβέκκαν καὶ εἶπαν αὐτῇ· πορεύσῃ μετὰ τοῦ ἀνθρώπου τούτου; ἡ δὲ εἶπε· πορεύσομαι.

Κολιτσάρα

Ἐκάλεσαν, λοιπόν, τὴν Ρεβέκκαν καὶ τῆς εἶπαν· «ἐπιθυμεῖς νὰ ἀναχωρήσῃς ἀμέσως μὲ τὸν ἄνθρωπον αὐτόν; Ἐκείνη εἶπεν· «ναί· θὰ ἀναχωρήσω».

Τρεμπέλα

Ἐκάλεσαν τὴν Ρεβέκκαν καὶ τὴν ἐρώτησαν: «Θέλεις νὰ πᾶς μὲ τὸν ἄνθρωπον αὐτόν; Τί λέγεις;» Καὶ ἡ Ρεβέκκα χωρὶς δισταγμὸν ἀπάντησε· «ναί, θέλω νὰ πάω μαζί του».

Γεν. 24,59

καὶ ἐξέπεμψαν Ῥεβέκκαν τὴν ἀδελφὴν αὐτῶν καὶ τὰ ὑπάρχοντα αὐτῆς καὶ τὸν παῖδα τοῦ Ἁβραὰμ καὶ τοὺς μετ’ αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

Κατευώδωσαν τότε τὴν ἀδελφήν των μὲ ὅλα αὐτῆς τὰ ὑπάρχοντα καὶ τὸν δοῦλον τοῦ Ἁβραὰμ μαζῆ μὲ τοὺς συνοδούς του.

Τρεμπέλα

Μετὰ τὴν ἀπάντησιν αὐτὴν ἐκεῖνοι δὲν ἔφεραν πλέον ἀντίρρησιν καὶ ἔστειλαν τὴν ἀδελφήν των Ρεβέκκαν εἰς τὸν Πατριάρχην μὲ τὰ ὑπάρχοντά της, δηλαδὴ μὲ ὅ,τι τῆς ἀνῆκε ἀπὸ τὴν πατρικὴν περιουσίαν· ἐπίσης καὶ τὸν δοῦλον τοῦ Ἀβραὰμ μαζὶ μὲ τοὺς συνοδούς του.

Γεν. 24,60

καὶ εὐλόγησαν Ῥεβέκκαν καὶ εἶπαν αὐτῇ· ἀδελφὴ ἡμῶν εἶ· γίνου εἰς χιλιάδας μυριάδων, καὶ κληρονομησάτω τὸ σπέρμα σου τὰς πόλεις τῶν ὑπεναντίων.

Κολιτσάρα

Ηὐχήθησαν δὲ τὴν Ρεβέκκαν καὶ τῆς εἶπαν· «εἶσαι ἀδελφή μας. Γίνε προμήτωρ εἰς χιλιάδας μυριάδας γενεῶν καὶ οἱ ἀπόγονοί σου ἂς εἶναι τόσον ἰσχυροί, ὥστε νὰ κυριεύσουν καὶ νὰ κληρονομήσουν τὰς πόλεις τῶν ἐχθρῶν των».

Τρεμπέλα

Καὶ εὐχήθηκαν εἰς τὴν Ρεβέκκαν καὶ τῆς εἶπαν· «εἶσαι ἀδελφή μας· γίνε προμήτωρ χιλιάδων μυριάδων γενεῶν καὶ εἴθε οἱ ἀπόγονοί σου νὰ κληρονομήσουν τὶς πόλεις τῶν ἐχθρῶν των, τὶς ὁποῖες θὰ κυριεύσουν μὲ τὴν δύναμίν των».

Γεν. 24,61

ἀναστᾶσα δὲ Ῥεβέκκα καὶ αἱ ἅβραι αὐτῆς, ἐπέβησαν ἐπὶ τὰς καμήλους καὶ ἐπορεύθησαν μετὰ τοῦ ἀνθρώπου, καὶ ἀναλαβὼν ὁ παῖς τὴν Ῥεβέκκαν ἀπῆλθεν.

Κολιτσάρα

Ἠγέρθη δὲ ἡ Ρεβέκκα καὶ αἱ θεραπαινίδες της, ἀνέβησαν εἰς τὰς καμήλους καὶ ἐπορεύθησαν μὲ τὸν ἄνθρωπον ἐκεῖνον. Καὶ ὁ Ἐλιέζερ, ὁ δοῦλος τοῦ Ἀβραάμ, λαβὼν τὴν Ρεβέκκαν ἀνεχώρησε.

Τρεμπέλα

Ἀφοῦ ἐσηκώθη ἡ Ρεβέκκα καὶ οἱ ὑπηρέτριές της, ἐκαβαλλίκευσαν τὶς καμῆλες καὶ ἐπῆγαν μὲ τὸν ἀπεσταλμένον τοῦ Ἀβραάμ· καὶ ὁ δοῦλος τοῦ Πατριάρχου, ἀφοῦ ἐπῆρε μαζί του τὴν Ρεβέκκαν, ἀνεχώρησε.

Γεν. 24,62

Ἰσαὰκ δὲ διεπορεύετο διὰ τῆς ἐρήμου κατὰ τὸ φρέαρ τῆς ὁράσεως· αὐτὸς δὲ κατῴκει ἐν τῇ γῇ τῇ πρὸς λίβα.

Κολιτσάρα

Ὁ δὲ Ἰσαὰκ κατὰ τὸν καιρὸν αὐτὸν ἐπορεύετο διὰ μέσου τῆς ἐρήμου πρὸς τὸ φρέαρ, τὸ ὁποῖον ὠνομάζετο «Φρέαρ τῆς ὁράσεως»· κατοικοῦσε δὲ εἰς τὴν νότιον περιοχὴν τῆς Χαναάν.

Τρεμπέλα

Ὁ δὲ Ἰσαὰκ διέσχιζε τὴν ἔρημον καὶ ἐπήγαινε πρὸς τὸ πηγάδι «τῆς ὁράσεως», δηλαδὴ τὸ πηγάδι ὅπου εἶχε παρουσιασθῆ ὁ Θεός (μεταξὺ Κάδης καὶ Βαράδ)· αὐτὸς δὲ ἑκατοικοῦσε εἰς τὴν περιοχήν, ποὺ εὑρίσκετο πρὸς τὰ νότια τῆς Χαναάν.

Γεν. 24,63

καὶ ἐξῆλθεν Ἰσαὰκ ἀδολεσχῆσαι εἰς τὸ πεδίον τὸ πρὸς δείλης καὶ ἀναβλέψας τοῖς ὀφθαλμοῖς αὐτοῦ εἶδε καμήλους ἐρχομένας.

Κολιτσάρα

Κάποιο δειλινὸν ἐξῆλθεν ὁ Ἰσαὰκ νὰ περιπατήσῃ πρὸς ψυχαγωγίαν του εἰς τὴν πεδιάδα. Ὕψωσε τὰ μάτια του καὶ εἶδεν ἀπὸ μακρὰν καμήλους νὰ ἔρχωνται.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Ἰσαὰκ ἐβγῆκε περίπατον κατὰ τὸ δειλινὸν εἰς τὴν πεδιάδα, διὰ νὰ αὐτοσυγκεντρωθῇ, νὰ προσευχηθῇ καὶ ἐμβαθύνῃ εἰς τὰ θαυμάσια τοῦ Θεοῦ, βοηθούμενος ἀπὸ τὴν ἠρεμίαν καὶ τὴν ἡσυχίαν τοῦ τόπου. Καθὼς ἐπεριπατοῦσε μόνος, βυθισμένος εἰς ἁγίας σκέψεις, ἐσήκωσε τὸ βλέμμα καὶ εἶδε νὰ ἔρχεται πρὸς τὸ μέρος του καραβάνι μὲ καμῆλες.

Γεν. 24,64

καὶ ἀναβλέψασα Ῥεβέκκα τοῖς ὀφθαλμοῖς εἶδε τὸν Ἰσαὰκ καὶ κατεπήδησεν ἀπὸ τῆς καμήλου.

Κολιτσάρα

Ἡ Ρεβέκκα ὕψωσε καὶ αὐτὴ τοὺς ὀφθαλμούς της, εἶδε τὸν Ἰσαὰκ καὶ ἀπὸ αἴσθημα αἰδοῦς καταληφθεῖσα ἐπήδησε κάτω ἀπὸ τὴν κάμηλον.

Τρεμπέλα

Καὶ μόλις ἐσήκωσε τὸ βλέμμα της ἡ Ρεβέκκα, εἶδε τὸν Ἰσαὰκ καὶ ἐπήδησε καὶ κατέβη ἀπὸ τὴν καμήλαν της·

Γεν. 24,65

καὶ εἶπε τῷ παιδί· τίς ἐστιν ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος ὁ πορευόμενος ἐν τῷ πεδίῳ εἰς συνάντησιν ἡμῖν; εἶπε δὲ ὁ παῖς· οὗτος ἐστιν ὁ κύριός μου. ἡ δὲ λαβοῦσα τὸ θέριστρον περιεβάλετο.

Κολιτσάρα

Ἠρώτησε δὲ τὸν Ἐλιέζερ· «ποιὸς εἶναι ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος, ποὺ περιπατεῖ εἰς τὴν πεδιάδα καὶ ἔρχεται πρὸς συνάντησίν μας;» Εἶπε δὲ ὁ Ἐλιέζερ· «αὐτὸς εἶναι ὁ νέος κύριός μου, ὁ Ἰσαάκ». Ἐκείνη ἔλαβε καλύπτραν καὶ ἐσκεπάσθη.

Τρεμπέλα

καὶ εἶπε πρὸς τὸν δοῦλον τοῦ Ἀβραάμ· «ποῖος εἶναι ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος, ποὺ βαδίζει εἰς τὴν πεδιάδα καὶ ἔρχεται πρὸς συνάντησίν μας;» Ὁ δοῦλος δὲ τῆς ἀπάντησε· «αὐτὸς εἶναι ὁ κύριός μου». Ἡ Ρεβέκκα μόλις ἄκουσε τὴν ἀπάντησιν αὐτήν, ἐπῆρε τὸ κάλυμμά της καὶ ἐσκέπασε τὸ πρόσωπόν της, ὅπως συνήθιζαν οἱ γυναῖκες τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, προκειμένου νὰ ἐκδηλώσουν τὴν τιμήν, τὸν σεβασμὸν καὶ τὴν ὑποταγήν των εἰς τὸν ἄνδρα.

Γεν. 24,66

καὶ διηγήσατο ὁ παῖς τῷ Ἰσαὰκ πάντα τὰ ῥήματα, ἃ ἐποίησεν.

Κολιτσάρα

Ὅταν συνήντησαν τὸν Ἰσαάκ, διηγήθη ὁ Ἐλιέζερ ὅλα ὅσα ἔκαμε εἰς τὴν γῆν τῆς Χαρράν.

Τρεμπέλα

Ὅταν τὸ καραβάνι ἐπλησίασε εἰς τὸν Ἰσαάκ, ὁ δοῦλος διηγήθη εἰς τὸν κύριόν του μὲ ἀκρίβειαν καὶ λεπτομέρειαν ὅλα, ὅσα εἶπε καὶ ἔκαμε· ἔτσι ἔπεισε τὸν Ἰσαὰκ ὅτι τὴν Ρεβέκκαν τὴν παρουσίασεν ὁ Θεός.

Γεν. 24,67

εἰσῆλθε δὲ Ἰσαὰκ εἰς τὸν οἶκον τῆς μητρὸς αὐτοῦ καὶ ἔλαβε τὴν Ῥεβέκκαν, καὶ ἐγένετο αὐτοῦ γυνή, καὶ ἠγάπησεν αὐτήν· καὶ παρεκλήθη Ἰσαὰκ περὶ Σάρρας τῆς μητρὸς αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

Ὁ Ἰσαὰκ ἔλαβε τὴν Ρεβέκκαν, τὴν εἰσήγαγεν εἰς τὴν σκηνὴν τῆς μητρός του, τὴν ἐνυμφεύθη καὶ τὴν ἠγάπησεν. Ἔτσι δὲ καὶ ἐπαρηγορήθη διὰ τὸν θάνατον τῆς μητρός του.

Τρεμπέλα

Ὕστερα ἀπὸ αὐτὰ ὁ Ἰσαὰκ ἐμπῆκε εἰς τὸ σπίτι τῆς μητέρας του καὶ ἐκεῖ ἐνυμφεύθη τὴν Ρεβέκκαν, ἡ ὁποία ἔγινε πλέον γυναῖκα του καὶ τὴν ὁποίαν ἀγάπησε. Μὲ τὴν χαρὰν τοῦ γάμου του παρηγορήθη ὁ Ἰσαὰκ ἀπὸ τὴν λύπην, ποὺ τοῦ ἐπροξένησεν ὁ θάνατος τῆς μητέρας του Σάρρας.

Κεφάλαιο 25

Γεν. 25,1

Προσθέμενος δὲ Ἁβραὰμ ἔλαβε γυναῖκα, ᾗ ὄνομα Χεττούρα.

Κολιτσάρα

Ὁ δὲ Ἁβραὰμ ἔλαβε καὶ δευτέραν γυναῖκα, ἡ ὁποία ὠνομάζετο Χεττούρα.

Τρεμπέλα

Κατόπιν ὁ Ἀβραὰμ ἐπῆρε πάλιν ὡς σύζυγον καὶ ἂλλην γυναῖκα, τὸ ὄνομα τῆς ὁποίας ἦταν Χεττούρα.

Γεν. 25,2

ἔτεκε δὲ αὐτῷ τὸν Ζομβρᾶν καὶ τὸν Ἰεζὰν καὶ τὸν Μαδὰλ καὶ τὸν Μαδιὰμ καὶ τὸν Ἰεσβὼκ καὶ τὸν Σωκέ.

Κολιτσάρα

Ἀπέκτησε δὲ ἀπὸ αὐτὴν υἱοὺς τὸν Σομβρᾶν, τὸν Ἰεζάν, τὸν Μαδάλ, τὸν Μαδιάμ, τὸν Ἰεσβὼκ καὶ τὸν Σωκέ.

Τρεμπέλα

Ἡ Χεττούρα ἐγέννησεν εἰς τὸν Ἀβραὰμ τὸν Ζομβρᾶν καὶ τὸν Ἰεζὰν καὶ τὸν Μαδὰλ καὶ τὸν Μαδιὰμ καὶ τὸν Ἰεσβὼκ καὶ τὸν Σωκέ.

Γεν. 25,3

Ἰεζὰν δὲ ἐγέννησε καὶ τὸν Θαιμὰν τὸν Σαβὰ καὶ τὸν Δεδάν· υἱοὶ δὲ Δεδὰν ἐγένοντο Ῥαγουὴλ καὶ Ναβδεὴλ καὶ Ἀσσουριεὶμ καὶ Λατουσιεὶμ καὶ Λαωμείμ.

Κολιτσάρα

Ὁ Ἰεζὰν ἀπέκτησε υἱὸν τὸν Θαιμάν, τὸν Σαβὰ καὶ τὸν Δεδάν. Οἱ υἱοὶ δὲ τοῦ Δεδὰν ἦσαν ὁ Ραγουήλ, ὁ Ναβδεήλ, ὁ Ἀσσουριείμ, ὁ Λατουσιεὶμ καὶ ὁ Λαωμείμ.

Τρεμπέλα

Ὁ Ἰεζὰν δὲ ἐγέννησε καὶ τὸν Θαιμάν, τὸν Σαβὰ καὶ τὸν Δεδάν· τὰ παιδιὰ δὲ τοῦ Δεδὰν ἦσαν ὁ Ραγουὴλ καὶ ὁ Ναβδεὴλ καὶ ὁ Ἀσσουριεὶμ καὶ ὁ Λατουσιεὶμ καὶ ὁ Λαωμείμ.

Γεν. 25,4

υἱοὶ δὲ Μαδιὰμ Γεφὰρ καὶ Ἀφεὶρ καὶ Ἐνὼχ καὶ Ἀβειρὰ καὶ Ἐλδαγά. πάντες οὗτοι ἦσαν υἱοὶ Χεττούρας.

Κολιτσάρα

Οἱ υἱοὶ δὲ τοῦ Μαδιὰμ ἦσαν ὁ Γεφάρ, ὁ Ἀφείρ, ὁ Ἐνώχ, ὁ Ἀβειρὰ καὶ ὁ Ἐλδαγά. Ὅλοι δὲ αὐτοὶ ἦσαν ἀπόγονοι τῆς Χεττούρας.

Τρεμπέλα

Τὰ παιδιὰ δὲ τοῦ Μαδιὰμ ἦσαν ὁ Γεφὰρ καὶ ὁ Ἄφειρ καὶ ὁ Ἐνὼχ καὶ ὁ Ἀβειρὰ καὶ ὁ Ἐλδαγά. Ὅλοι αὐτοὶ ἦσαν παιδιὰ καὶ ἀπόγονοι τῆς Χεττούρας.

Γεν. 25,5

Ἔδωκε δὲ Ἁβραὰμ πάντα τὰ ὑπάρχοντα αὐτοῦ Ἰσαὰκ τῷ υἱῷ αὐτοῦ,

Κολιτσάρα

Ὁ δὲ Ἁβραὰμ ἔδωσεν ὅλα τὰ ὑπάρχοντά του εἰς τὸν Ἰσαάκ, τὸν υἱὸν τῆς ἐπαγγελίας.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Ἀβραὰμ ἔδωκε ὁλόκληρον τὴν περιουσίαν του εἰς τὸν Ἰσαάκ, τὸν υἱὸν τῆς ἐπαγγελίας,

Γεν. 25,6

καὶ τοῖς υἱοῖς τῶν παλλακῶν αὐτοῦ ἔδωκεν Ἁβραὰμ δόματα καὶ ἐξαπέστειλεν αὐτοὺς ἀπὸ Ἰσαὰκ τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ, ἔτι ζῶντος αὐτοῦ, πρὸς ἀνατολὰς εἰς γῆν ἀνατολῶν.

Κολιτσάρα

Εἰς δὲ τοὺς υἱοὺς τῶν γυναικῶν του τῆς δευτέρας σειρᾶς ἔδωσε διάφορα δῶρα καί, ζῶν ἀκόμη, ἀπεμάκρυνεν αὐτοὺς εἰς διάφορα μέρη, εἰς τὴν ἀνατολικῶς τῆς Παλαιστίνης χώραν, τὴν Ἀραβίαν, μακρὰν ἀπὸ τὸν υἱόν του τὸν Ἰσαάκ.

Τρεμπέλα

ἔνω εἰς τὰ παιδιὰ τῶν παλλακίδων του Ἄγαρ καὶ Χεττούρας ἔδωκε δῶρα καί, ἐνῷ ἀκόμη ἐζοῦσε, ἐξαπέστειλε τὰ παιδιὰ αὐτὰ μακρυὰ ἀπὸ τὸν υἱὸν του Ἰσαάκ, πρὸς τὰ ἀνατολικὰ τῆς Παλαιστίνης, εἰς περιοχὲς τῆς Ἀνατολῆς, δηλαδὴ τὴν Ἀραβίαν.

Γεν. 25,7

ταῦτα δὲ τὰ ἔτη ἡμερῶν τῆς ζωῆς Ἁβραὰμ ὅσα ἔζησεν, ἑκατὸν ἑβδομηκονταπέντε ἔτη.

Κολιτσάρα

Ἔζησε δὲ ἐν συνόλῳ ὁ Ἁβραὰμ ἑκατὸν ἑβδομήκοντα πέντε ἔτη.

Τρεμπέλα

Ὅλα δὲ τὰ ἔτη τῶν ἡμερῶν τῆς ζωῆς τοῦ Ἀβραὰμ ἦσαν συνολικῶς ἑκατὸν ἑβδομῆντα πέντε.

Γεν. 25,8

καὶ ἐκλείπων ἀπέθανεν Ἁβραὰμ ἐν γήρᾳ καλῷ πρεσβύτης καὶ πλήρης ἡμερῶν καὶ προσετέθη πρὸς τὸν λαὸν αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

Ἐγκατέλειψαν αὐτὸν αἱ δυνάμεις του, ἀπέθανεν εἰς εὐτυχὲς γῆρας, πρεσβύτης πλήρης ἡμερῶν, καὶ προσετέθη εἰς τοὺς ἐκ τοῦ κόσμου τούτου ἐκδημήσαντας προγόνους του.

Τρεμπέλα

Καὶ ὅταν ὠλιγόστευσαν καὶ κατέπεσαν οἱ σωματικές του δυνάμεις, ὁ Ἀβραὰμ ἀπέθανεν εἰς εὐλογημένην καὶ προχωρημένην ἡλικίαν, ἀφοῦ ἔζησε ζωὴν μακρὰν καὶ γεμάτην ἀπὸ πολλὰ ἀγαθά. Ἀπέθανε καὶ προσετέθη εἰς τοὺς εὐλαβεῖς προγόνους του, ποὺ ἀπέθαναν πρὶν ἀπὸ αὐτόν.

Γεν. 25,9

καὶ ἔθαψαν αὐτὸν Ἰσαὰκ καὶ Ἰσμαὴλ οἱ υἱοὶ αὐτοῦ εἰς τὸ σπήλαιον τὸ διπλοῦν, εἰς τὸν ἀγρὸν Ἐφρὼν τοῦ Σαὰρ τοῦ Χετταίου, ὅς ἐστιν ἀπέναντι Μαμβρῆ,

Κολιτσάρα

Ἔθαψαν αὐτὸν ὁ Ἰσαὰκ καὶ ὁ Ἰσμαήλ, οἱ υἱοί του, εἰς τὸ διπλοῦν σπήλαιον, τὸ ὁποῖον εὑρίσκετο εἰς τὸν ἀγρὸν τοῦ Ἐφρών, υἱοῦ Σαὰρ τοῦ Χετταίου, ἀπέναντι ἀπὸ τὴν Δρῦν Μαμβρῆ·

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Ἰσαὰκ καὶ ὁ Ἰσμαήλ, τὰ δύο πρωτότοκα παιδιά του, τὸν ἔθαψαν εἰς τὸ διπλὸν σπήλαιον, ποὺ εὑρίσκετο εἰς τὸ χωράφι τοῦ Ἐφρών, τοῦ υἱοῦ τοῦ Σαὰρ τοῦ Χετταίου· τὸ χωράφι αὐτὸ εὑρίσκετο ἀπέναντι ἀπὸ τὴν βελανιδιὰν τοῦ Μαμβρῆ·

Γεν. 25,10

τὸν ἀγρὸν καὶ τὸ σπήλαιον, ὃ ἐκτήσατο Ἁβραὰμ παρὰ τῶν υἱῶν τοῦ Χέτ, ἐκεῖ ἔθαψαν Ἁβραὰμ καὶ Σάρραν τὴν γυναῖκα αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

εἰς τὸν ἀγρὸν αὐτὸν καὶ τὸ σπήλαιον, τὰ ὁποῖα εἶχεν ἀγοράσει ὁ Ἁβραὰμ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους τῆς φυλῆς Χέτ, ἐκεῖ τὸν ἔθαψαν, ὅπου εἶχε θάψει καὶ τὴν γυναῖκα του, τὴν Σάρραν.

Τρεμπέλα

τὸν ἔθαψαν εἰς τὸ σπήλαιον, ποὺ εὑρίσκετο εἰς τὸ χωράφι, τὸ ὁποῖον ἀγόρασεν ὡς κτῆμα του ὁ ἴδιος ὁ Ἀβραὰμ ἀπὸ τοὺς Χετταίους. Ἐκεῖ ἔθαψαν τὸν Ἀβραὰμ καὶ τὴν γυναῖκα του τὴν Σάρραν.

Γεν. 25,11

ἐγένετο δὲ μετὰ τὸ ἀποθανεῖν Ἁβραάμ, εὐλόγησεν ὁ Θεὸς τὸν Ἰσαὰκ υἱὸν αὐτοῦ· καὶ κατῴκησεν Ἰσαὰκ παρὰ τὸ φρέαρ τῆς ὁράσεως.

Κολιτσάρα

Μετὰ δὲ τὸν θάνατον τοῦ Ἁβραὰμ εὐλόγησεν ὁ Θεὸς τὸν υἱὸν αὐτοῦ τὸν Ἰσαάκ, ὁ ὁποῖος καὶ ἐγκατεστάθη εἰς τὸ φρέαρ τῆς ὁράσεως, δηλαδὴ εἰς τὴν Βηρσαβεέ.

Τρεμπέλα

Μετὰ τὸν θάνατον τοῦ Ἀβραὰμ ὁ Θεὸς εὐλόγησε τὸν Ἰσαάκ, τὸν υἱὸν τῆς ἐπαγγελίας· καὶ ὁ Ἰσαὰκ ἐγκατεστάθη κοντὰ εἰς τὸ πηγάδι «τῆς ὁράσεως», δηλαδὴ τὸ πηγάδι ὅπου εἶχε παρουσιασθῇ ὁ Θεός (μεταξὺ Κάδης καὶ Βαράδ).

Γεν. 25,12

Αὗται δὲ αἱ γενέσεις Ἰσμαὴλ τοῦ υἱοῦ Ἁβραάμ, ὃν ἔτεκεν Ἄγαρ ἡ Αἰγυπτία ἡ παιδίσκη Σάρρας τῷ Ἁβραάμ.

Κολιτσάρα

Οἱ δὲ ἀπόγονοι τοῦ Ἰσμαήλ, τοῦ υἱοῦ τοῦ Ἀβραὰμ καὶ τῆς Αἰγυπτίας δούλης Ἄγαρ, ἦσαν οἱ ἑξῆς:

Τρεμπέλα

Οἱ ἀπόγονοι ποὺ προῆλθαν ἀπὸ τὸν Ἰσμαήλ, τὸν υἱὸν τοῦ Ἀβραάμ, τὸν ὁποῖον ἐγέννησεν εἰς αὐτὸν ἡ Αἰγύπτια Ἄγαρ, ἡ δούλη τῆς γυναίκας του Σάρρας, εἶναι οἱ ἀκόλουθοι.

Γεν. 25,13

καὶ ταῦτα τὰ ὀνόματα τῶν υἱῶν Ἰσμαὴλ κατ’ ὀνόματα τῶν γενεῶν αὐτοῦ· πρωτότοκος Ἰσμαὴλ Ναβαιώθ, καὶ Κηδὰρ καὶ Ναβδεὴλ καὶ Μασσὰμ

Κολιτσάρα

Αὐτὰ ἦσαν τὰ ὀνόματα τῶν υἱῶν τοῦ Ἰσμαήλ, κατὰ τὰ ὀνόματα τῶν ἀπογόνων του. Πρωτότοκος υἱὸς τοῦ Ἰσμαὴλ ἦτο ὁ Ναβαιώθ, μετ’ αὐτὸν δὲ ὁ Κηδάρ, ὁ Ναβδεήλ, ὁ Μασσάμ,

Τρεμπέλα

Τὰ ὀνόματα τῶν υἱῶν τοῦ Ἰσμαήλ, κατὰ τὴν σειρὰν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου τῆς γεννήσεως των, εἶναι: Τὸ πρωτότοκον παιδὶ τοῦ Ἰσμαὴλ ὁ Ναβαιώθ· κατόπιν ἀκολούθησαν ὁ Κηδάρ, ὁ Ναβδεήλ, ὁ Μασσάμ,

Γεν. 25,14

καὶ Μασμὰ καὶ Δουμὰ καὶ Μασσῆ

Κολιτσάρα

ὁ Μασμά, ὁ Δουμά, ὁ Μασσῆ,

Τρεμπέλα

ὁ Μασμά, ὁ Δουμά, ὁ Μασσῆ,

Γεν. 25,15

καὶ Χοδδὰν καὶ Θαιμὰν καὶ Ἰετοὺρ καὶ Ναφὲς καὶ Κεδμά.

Κολιτσάρα

ὁ Χοδδάν, ὁ Θαιμάν, ὁ Ἰετούρ, ὁ Ναφὲς καὶ ὁ Κεδμά.

Τρεμπέλα

ὁ Χοδδάν, ὁ Θαιμάν, ὁ Ἰετούρ, ὁ Ναφὲς καὶ ὁ Κεδμά.

Γεν. 25,16

οὗτοί εἰσιν οἱ υἱοὶ Ἰσμαὴλ καὶ ταῦτα τὰ ὀνόματα αὐτῶν ἐν ταῖς σκηναῖς αὐτῶν καὶ ἐν ταῖς ἐπαύλεσιν αὐτῶν· δώδεκα ἄρχοντες κατὰ ἔθνη αὐτῶν.

Κολιτσάρα

Αὐτοὶ ἦσαν οἱ υἱοὶ τοῦ Ἰσμαὴλ καὶ αὐτὰ τὰ ὀνόματά των, οἱ ὁποῖοι κατοικοῦσαν εἰς σκηνὰς καὶ εἰς χωρία, καὶ οἱ ὁποῖοι ἀνεδείχθησαν γενάρχαι καὶ ἄρχοντες δώδεκα λαῶν, ἑνὸς λαοῦ ὁ καθένας ἀπὸ αὐτούς.

Τρεμπέλα

Αὐτὰ εἶναι τὰ παιδιὰ τοῦ Ἰσμαὴλ καὶ αὐτὰ εἶναι τὰ ὀνόματά των, τὰ ὁποῖα ἔδωσαν εἰς τὶς μόνιμες πόλεις καὶ τὶς προσωρινὲς κατασκηνώσεις των· ἦσαν δώδεκα ἀρχηγοί, γενάρχαι δώδεκα λαῶν.

Γεν. 25,17

καὶ ταῦτα τὰ ἔτη τῆς ζωῆς Ἰσμαήλ· ἑκατὸν τριακονταεπτὰ ἔτη· καὶ ἐκλείπων ἀπέθανε καὶ προσετέθη πρὸς τὸ γένος αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

Τὰ ἔτη τῆς ζωῆς τοῦ Ἰσμαὴλ ἀνῆλθον εἰς ἑκατὸν τριάκοντα ἑπτά. Ἐξέλιπον τότε αἱ δυνάμεις του, ἐξεδήμησεν ἀπὸ τὸν κόσμον αὐτὸν καὶ προσετέθη εἰς τοὺς προαπελθόντας ἀπὸ τὸ γένος του.

Τρεμπέλα

Καὶ αὐτὰ εἶναι τὰ χρόνια τῆς ζωῆς τοῦ Ἰσμαήλ· ἔζησεν ἑκατὸν τριάντα ἑπτὰ χρόνια· ὅταν δὲ ἀδυνάτισε καὶ κατέπεσάν οἱ σωματικές του δυνάμεις, ἀπέθανε καὶ προσετέθη εἰς τοὺς συγγενεῖς του, ποὺ ἀπέθαναν πρὶν ἀπὸ αὐτόν.

Γεν. 25,18

κατῴκησε δὲ ἀπὸ Εὐϊλὰτ ἕως Σούρ, ἥ ἐστι κατὰ πρόσωπον Αἰγύπτου, ἕως ἐλθεῖν πρὸς Ἀσσυρίους· κατὰ πρόσωπον πάντων τῶν ἀδελφῶν αὐτοῦ κατῴκησε.

Κολιτσάρα

Οἱ ἀπόγονοι τοῦ Ἰσμαήλ, οἱ Ἰσμαηλῖται, ἐγκατεστάθησαν εἰς τὴν περιοχὴν ἀπὸ Εὐϊλάτ, ἕως τὴν ἔρημον Σούρ, ἡ ὁποία εὑρίσκεται ἀνατολικῶς τῆς Αἰγύπτου καὶ μέχρι τῆς Ἀσσυρίας, εἰς χώραν δηλαδὴ ἀνατολικῶς τῆς Παλαιστίνης, ἐπὶ τῆς ὁποίας Παλαιστίνης εἶχον ἐγκατασταθῆ οἱ ἀπόγονοι τοῦ Ἰσαάκ, ἀδελφοῦ τοῦ Ἰσμαήλ, οἱ Ἰσραηλῖται.

Τρεμπέλα

Οἱ ἀπόγονοι τοῦ Ἰσμαὴλ ἐγκατεστάθησαν εἰς τὴν περιοχήν, ποὺ ἀπλώνεται ἀπὸ τὴν Εὐϊλὰτ καὶ φθάνει μέχρι τῆς ἐρήμου Σούρ· ἡ περιοχὴ αὐτὴ εὑρίσκεται εἰς τὰ ἀνατολικὰ σύνορα τῆς Αἰγύπτου πρὸς τὴν κατεύθυνσιν τῆς Ἀσσυρίας. Οἱ Ἰσμαηλῖτες ἐγκατεστάθησαν καὶ αὐξήθηκαν εἰς τὰ ἀνατολικὰ μέρη τῆς Παλαιστίνης, εἰς τὴν ὁποίαν εἶχαν ἐγκατασταθῆ ὅλοι οἱ ἀδελφοὶ τοῦ Ἰσμαήλ, οἱ Ἰσραηλῖτες (δηλαδὴ οἱ ἀπόγονοι τοῦ Ἀβραὰμ ἀπὸ τὸν γνήσιον υἱόν του, τὸν Ἰσαάκ).

Γεν. 25,19

Καὶ αὗται αἱ γενέσεις Ἰσαὰκ τοῦ υἱοῦ Ἁβραάμ·

Κολιτσάρα

Ἰδοὺ δὲ ἡ ἱστορία καὶ αἱ γενεαλογία τοῦ Ἰσαάκ, υἱοῦ τοῦ Ἁβραάμ.

Τρεμπέλα

Ἡ ἱστορία καὶ ὁ γενεαλιγικὸς κατάλογος τῶν ἀπογόνων τοῦ Ἰσαάκ, τοῦ υἱοῦ τοῦ Ἀβραάμ, ἔχει ὡς ἐξῇς:

Γεν. 25,20

Ἁβραὰμ ἐγέννησε τὸν Ἰσαάκ. ἦν δὲ Ἰσαὰκ ἐτῶν τεσσαράκοντα, ὅτε ἔλαβε τὴν Ῥεβέκκαν θυγατέρα Βαθουὴλ τοῦ Σύρου ἐκ τῆς Μεσοποταμίας Συρίας, ἀδελφὴν Λάβαν τοῦ Σύρου, ἑαυτῷ εἰς γυναῖκα.

Κολιτσάρα

Ὁ Ἁβραὰμ ἀπέκτησεν υἱὸν τὸν Ἰσαάκ. Ἦτο δὲ ὁ Ἰσαὰκ τεσσαράκοντα ἐτῶν, ὅταν ἔλαβεν ὡς σύζυγον τὴν Ρεβέκκαν, θυγατέρα Βαθουὴλ τοῦ Σύρου, τοῦ καταγομένου, δηλαδή, ἀπὸ τὴν Μεσοποταμίαν τῆς Συρίας, τὴν ἀδελφὴν τοῦ Λάβαν τοῦ Σύρου.

Τρεμπέλα

Ὁ Ἀβραὰμ ἐγέννησε τὸν Ἰσαάκ. Ὁ Ἰσαὰκ ἦταν σαράντα ἐτῶν, ὅταν ἔλαβεν ὡς σύζυγον τὴν Ρεβέκκαν, τὴν κόρην Βαθουὴλ τοῦ Σύρου, ποὺ κατήγετο δηλαδὴ ἀπὸ τὴν Μεσοποταμίαν τῆς Συρίας, καὶ ἀδελφὴν τοῦ Λάβαν τοῦ Σύρου.

Γεν. 25,21

ἐδέετο δὲ Ἰσαὰκ Κυρίου περὶ Ῥεβέκκας τῆς γυναικὸς αὐτοῦ, ὅτι στεῖρα ἦν· ἐπήκουσε δὲ αὐτοῦ ὁ Θεός, καὶ συνέλαβεν ἐν γαστρὶ Ῥεβέκκα ἡ γυνὴ αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

Ὁ Ἰσαὰκ παρεκάλει θερμῶς τὸν Κύριον διὰ τὴν γυναῖκα αὐτοῦ τὴν Ρεβέκκαν, ἐπειδὴ αὐτὴ ἦτο στεῖρα. Ὁ Θεὸς εἰσήκουσε τὴν δέησίν του, ηὐλόγησε τὴν Ρεβέκκαν, τὴν σύζυγον τοῦ Ἰσαάκ, ἡ ὁποία συνέλαβε καὶ ἔμεινε ἔγκυος.

Τρεμπέλα

Ἐπαρακαλοῦσε δὲ ὁ Ἰσαὰκ τὸν Κύριον συνεχῶς, ἐξακολουθητικῶς καὶ μὲ θερμότητα διὰ τὴν γυναῖκα του τὴν Ρεβέκκαν, διότι ἦταν στεῖρα· ὁ Θεὸς ἄκουσε τὴν προσευχὴν τοῦ ἐναρέτου Ἰσαὰκ καὶ ἔλυσε τὴν στείρωσιν τῆς συζύγου του καὶ ἔμεινεν ἔγκυος ἡ Ρεβέκκα.

Γεν. 25,22

ἐσκίρτων δὲ τὰ παιδία ἐν αὐτῇ· εἶπε δέ, εἰ οὕτω μοι μέλλει γίνεσθαι, ἵνα τί μοι τοῦτο; ἐπορεύθη δὲ πυθέσθαι παρὰ Κυρίου.

Κολιτσάρα

Δύο δὲ παιδιά ἐσκιρτοῦσαν καὶ τρόπον τινὰ διεπληκτίζοντο εἰς τὴν κοιλίαν της. Ἡ δὲ Ρεβέκκα εἶπε τότε· «ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ μοῦ συμβοῦν αὐτά, νὰ διαπληκτίζωνται δηλαδὴ τὰ παιδιά μου, πρὶν ἀκόμη γεννηθοῦν, διατί νὰ μείνω ἔγκυος;» Μετέβη λοιπὸν καὶ ἠρώτησε σχετικῶς τὸν Κύριον.

Τρεμπέλα

Τὰ παιδιὰ δὲ ἐσκιρτοῦσαν καὶ ἐμάλλωναν εἰς τὴν κοιλίαν τῆς Ρεβέκκας καὶ οἱ πόνοι τῆς ἐπροξενοῦσαν μεγάλην λύπην. Εἶπε τότε ἡ Ρεβέκκα γεμάτη θλῖψιν καὶ ἀπορίαν: «Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ διαπληκτίζωνται τὰ παιδιὰ μέσα εἰς τὴν κοιλίαν μου προτοῦ ἀκόμη γεννηθοῦν, διατί νὰ μείνω ἔγκυος; Τί θὰ μοῦ συμβῇ ἆραγε; Καὶ διὰ τί νὰ γίνεται αὐτὸ τὸ πρᾶγμα;»Ἡ εὐσεβὴς Ρεβέκκα δὲν ἔτρεξεν ὅμως διὰ βοήθειαν εἰς ἀνθρώπους, οὔτε παρέδωκε τὸν ἑαυτόν της εἰς τὴν ἀπάτην τῶν περιέργων καὶ ἐκείνων ποὺ ὅλα τὰ ἐξετάζουν μὲ τὴν λογικήν, ἀλλ’ ἐπῆγε νὰ ἐρωτήσῃ τὸν Κύριον, ὥστε νὰ μάθῃ πραγματικὰ διατί γίνεται τοῦτο.

Γεν. 25,23

καὶ εἶπε Κύριος αὐτῇ· δύο ἔθνη ἐν γαστρί σου εἰσί, καὶ δύο λαοὶ ἐκ τῆς κοιλίας σου διασταλήσονται· καὶ λαὸς λαοῦ ὑπερέξει, καὶ ὁ μείζων δουλεύσει τῷ ἐλάσσονι.

Κολιτσάρα

Εἶπε δὲ ὁ Κύριος εἰς αὐτήν· «δύο λαοὶ ὑπάρχουν εἰς τὴν κοιλίαν σου, δύο διαφορετικαὶ φυλαὶ θὰ ξεχωρίσουν ἀπὸ σέ. Ὁ ἕνας ἐκ τῶν δύο λαῶν θὰ ἀναδειχθῇ ἀνώτερος τοῦ ἄλλου, καὶ ὁ μεγαλύτερος θὰ εἶναι ὑποχείριος καὶ δοῦλος εἰς τὸν μικρότερον».

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Θεὸς ἀπεκάλυψεν εἰς αὐτὴν τὰ πάντα, καθαρὰ καὶ τῆς εἶπε: Δύο ἔθνη εὑρίσκονται τώρα εἰς τὴν κοιλίαν σου καὶ δύο λαοὶ θὰ προέλθουν, θὰ γεννηθοῦν ἀπὸ τὴν κοιλίαν σου. Δύο διαφορετικοὶ λαοὶ θὰ προέλθουν ἀπὸ σέ, οἱ ὁποῖοι θὰ εὑρίσκωνται εἰς ἀνταγωνισμόν. Ὁ ἕνας λαὸς θὰ ἀναδειχθῇ ἀνώτερος καὶ ὑπεροχώτερος τοῦ ἄλλου καὶ ὁ μεγαλύτερος θὰ ὑποταχθῇ καὶ θὰ εἶναι δοῦλος εἰς τὸν μικρότερον».

Γεν. 25,24

καὶ ἐπληρώθησαν αἱ ἡμέραι τοῦ τεκεῖν αὐτήν, καὶ τῇδε ἦν δίδυμα ἐν τῇ κοιλίᾳ αὐτῆς.

Κολιτσάρα

Συνεπληρώθησαν αἱ ἡμέραι τοῦ τοκετοῦ τῆς Ρεβέκκας, εἰς τὴν κοιλίαν τῆς ὁποίας ὑπῆρχον πράγματι δίδυμα.

Τρεμπέλα

Ὅταν συνεπληρώθη ὁ χρόνος τῆς ἐγκυμοσύνης καὶ ἦλθεν ἡ ἡμέρα τοῦ τοκετοῦ τῆς Ρεβέκκας, ἀπεδείχθη πράγματι, ὅτι εἰς τὴν κοιλίαν τῆς δὲν ἐκυοφοροῦσε ἕνα παιδί, ἀλλὰ δίδυμα.

Γεν. 25,25

ἐξῆλθε δὲ ὁ πρωτότοκος πυρράκης, ὅλος ὡσεὶ δορὰ δασύς· ἐπωνόμασε δὲ τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἡσαῦ.

Κολιτσάρα

Κατὰ τὸν τοκετὸν ἐξῆλθεν ὁ πρωτότοκος, ὁ ὁποῖος εἶχε χρῶμα ἐρυθρὸν καὶ ἦτο δασύθριξ σὰν τριχωτὸν δέρμα ζώου. Δι’ αὐτὸ δὲ καὶ ὠνόμασαν αὐτὸν Ἡσαῦ.

Τρεμπέλα

Κατὰ τὸν τοκετὸν ἐβγῆκεν ὁ πρωτότοκος, ποὺ ἦταν κοκκινόχρωμος καὶ μαλλιαρὸς ὦσαν τὸ τριχωτὸν δέρμα τοῦ ζώου· διὰ τοῦτο τοῦ ἔδωκε τὸ ὄνομα Ἡσαῦ.

Γεν. 25,26

καὶ μετὰ τοῦτο ἐξῆλθεν ὁ ἀδελφὸς αὐτοῦ, καὶ ἡ χεὶρ αὐτοῦ ἐπειλημμένη τῆς πτέρνης Ἡσαῦ· καὶ ἐκάλεσε τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰακώβ. Ἰσαὰκ δὲ ἦν ἐτῶν ἑξήκοντα, ὅτε ἔτεκεν αὐτοὺς Ῥεβέκκα.

Κολιτσάρα

Ἐν συνεχείᾳ ἐξῆλθεν ὁ ἀδελφός του, τοῦ ὁποίου ἡ χεὶρ εἶχε συλλάβει τὴν πτέρναν τοῦ Ἡσαῦ. Διὰ τοῦτο τὸν ὠνόμασαν Ἰακώβ. Ἦτο δὲ τότε ὁ Ἰσαὰκ ἑξήκοντα ἐτῶν, ὅταν ἡ Ρεβέκκα ἐγέννησε τὰ δίδυμα αὐτὰ παιδιά.

Τρεμπέλα

Εἰς τὴν συνέχειαν ἐβγῆκε καὶ ὁ ἀδελφός του· τὴν ὥραν ποὺ ἐγεννᾶτο, ἐκρατοῦσε μὲ τὸ χέρι του τὴν πτέρναν τοῦ Ἡσαῦ, τοῦ πρωτογέννητου ἀδελφοῦ του· δι’ αὐτὸ ὠνόμασε τὸ δεύτερον παιδί της Ἰακώβ. Ὁ Ἰσαὰκ δὲ ἦταν ἑξῆντα ἐτῶν, ὅταν ἐγέννησε τὰ δίδυμα ἡ γυναῖκα του ἡ Ρεβέκκα.

Γεν. 25,27

Ηὐξήθησαν δὲ οἱ νεανίσκοι, καὶ ἦν Ἡσαῦ ἄνθρωπος εἰδὼς κυνηγεῖν, ἄγροικος, Ἰακὼβ δὲ ἄνθρωπος ἄπλαστος, οἰκῶν οἰκίαν.

Κολιτσάρα

Ἐμεγάλωσαν οἱ νεαροὶ αὐτοὶ ἀδελφοί. Ὁ Ἡσαῦ ἦτο ἐπιτήδειος κυνηγός, ἄνθρωπος τῆς ὑπαίθρου, ἐνῷ ὁ Ἰακὼβ ἦτο ἄνθρωπος ἁπλοῦς καὶ ἀφελής, εὐχαριστούμενος νὰ μένῃ εἰς τὸ σπίτι.

Τρεμπέλα

Ἐμεγάλωσαν δὲ οἱ δυο νεαροὶ δίδυμοι καὶ ὁ Ἠσαῦ, σύμφωνα μὲ τὸν χαρακτῆρα καὶ τὴν σωματικὴν τοῦ διάπλασιν, ἦταν ἱκανὸς κυνηγὸς καὶ ἀγαποῦσε να ζῇ εἰς τὸ ὕπαιθρον καὶ νὰ ἀσχολῆται μὲ τὴν ἀγροτικὴν καὶ σκληρὴν ζωήν. Ὁ Ἰακὼβ ἀντιθέτως ἦταν ἄνθρωπος λεπτός, ἁπαλός, ἥμερος· ἄνθρωπος τοῦ σπιτιοῦ τῆς ἡσυχίας καὶ τῆς εἰρήνης.

Γεν. 25,28

ἠγάπησε δὲ Ἰσαὰκ τὸν Ἡσαῦ, ὅτι ἡ θήρα αὐτοῦ βρῶσις αὐτῷ· Ῥεβέκκα δὲ ἠγάπα τὸν Ἰακώβ.

Κολιτσάρα

Ὁ Ἰσαὰκ ἠγάπησε περισσότερον τὸν Ἡσαῦ, διότι ἔτρωγε μὲ εὐχαρίστησιν τὰ θηράματα ἀπὸ τὸ κυνήγιον αὐτοῦ, ἡ δὲ Ρεβέκκα ἠγάπησε τὸν Ἰακὼβ ὡς ἄνθρωπον τοῦ σπιτιοῦ.

Τρεμπέλα

Ὁ Ἰσαὰκ ἀγαποῦσε περισσότερον τὸν ζωηρὸν καὶ δραστήριον Ἡσαῦ διότι τοῦ προσέφερε τὰ θηράματά του ὡς τροφήν, τὴν ὁποίαν ἔτρωγε μὲ εὐχαρίστησιν. Ἡ Ρεβέκκα ὅμως ἀγαποῦσε περισσότερον τὸν Ἰακώβ, ποὺ ἦταν ἥσυχος, ἤπιος καὶ ἁπαλός, ἀλλὰ καὶ διότι ἐγνώριζε τὴν πρόρρησιν τοῦ Θεοῦ.

Γεν. 25,29

ἥψησε δὲ Ἰακὼβ ἕψημα· ἦλθε δὲ Ἡσαῦ ἐκ τοῦ πεδίου ἐκλείπων,

Κολιτσάρα

Ὁ Ἰακὼβ ἔβραζε κάποτε ἕνα φαγητόν. Ὁ Ἡσαῦ ἐπέστρεψε τὴν ἡμέραν ἐκείνην ἀπὸ τὴν πεδιάδα κατεξηντλημένος,

Τρεμπέλα

Ὁ Ἰακὼβ ἐμαγείρευε κάποτε φαγητὸν τὴν ἡμέραν δὲ ἐκείνην ἐπέστρεψεν ὁ Ἡσαῦ ἀπὸ τὴν πεδιάδα κατακουρασμένος καὶ ἑξαντλημένος

Γεν. 25,30

καὶ εἶπεν Ἡσαῦ τῷ Ἰακώβ· γεῦσόν με ἀπὸ τοῦ ἑψήματος τοῦ πυρροῦ τούτου, ὅτι ἐκλείπω. διὰ τοῦτο ἐκλήθη τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἐδώμ.

Κολιτσάρα

Καὶ εἶπεν εἰς τὸν Ἰακώβ· «δός μου νὰ γευθῶ ἀπὸ αὐτὸ τὸ κόκκινο φαγητό, διότι πεθαίνω ἀπὸ τὴν πεῖνα». - Δι’ αὐτὸ ὠνομάσθη ὁ Ἡσαῦ καὶ Ἐδὼμ (κόκκινος).

Τρεμπέλα

καὶ εἶπεν εἰς τὸν Ἰακώβ· «δός μου νὰ γευθῶ ἀπὸ αὐτὸ τὸ κόκκινον φαγητόν, ποὺ μαγειρεύεις, διότι εἶμαι ἑξαντλημένος καὶ πεθαίνω ἀπὸ τὴν πεῖναν». Διὰ τοῦτο ὁ Ἡσαῦ ὠνομάσθη Ἐδώμ, ποὺ σημαίνει κόκκινος.

Γεν. 25,31

εἶπε δὲ Ἰακὼβ τῷ Ἡσαῦ· ἀπόδου μοι σήμερον τὰ πρωτοτόκιά σου ἐμοί.

Κολιτσάρα

Εὑρῆκε τότε εὐκαιρίαν ὁ Ἰακὼβ καὶ εἶπεν εἰς τὸν Ἠσαῦ· «παραχώρησέ μου σήμερον τὰ πρωτοτόκιά σου καὶ ἐγὼ θὰ σοῦ δώσω νὰ φάγῃς».

Τρεμπέλα

Ὁ Ἰακὼβ δὲ ἀπάντησεν εἰς τὸν Ἡσαῦ· «δῶσε μου, πώλησέ μου σήμερον τὰ προνόμια καὶ τὰ δικαιώματα, ποὺ ἔχεις, διότι ἐγεννήθης πρῶτος, καὶ κατόπιν θὰ σοῦ δώσω φαγητόν».

Γεν. 25,32

καὶ εἶπεν Ἡσαῦ· ἰδοὺ ἐγὼ πορεύομαι τελευτᾶν, καὶ ἵνα τί μοι ταῦτα τὰ πρωτοτόκια;

Κολιτσάρα

Καὶ ὁ Ἡσαῦ ἀπήντησεν· «ἐγὼ κοντεύω νὰ πεθάνω ἀπὸ τὴν πεῖναν καὶ τί μὲ ὠφελοῦν αὐτὰ τὰ πρωτοτόκια;»

Τρεμπέλα

Ὁ Ἡσαῦ, ποὺ «δέν εἶχε ποτὲ ἐκτιμήσει τὰ πρωτοτοκία, εἶπε: «Τί μὲ ὠφελοῦν τὰ προνόμια ποὺ ἔχω, διότι ἐγεννήθηκα πρῶτος, ὅταν ἐγὼ κοντεύω νὰ πεθάνω ἀπὸ τὴν πεῖναν, ἐὰν δὲν φάγω; Πάρτα λοιπόν»!

Γεν. 25,33

καὶ εἶπεν αὐτῷ Ἰακώβ· ὄμοσόν μοι σήμερον. καὶ ὤμοσεν αὐτῷ· ἀπέδοτο δὲ Ἡσαῦ τὰ πρωτοτόκια τῷ Ἰακώβ.

Κολιτσάρα

Εἶπεν εἰς αὐτὸν ὁ Ἰακώβ· «κάμε μου σήμερον ὅρκον, ὅτι μοῦ παραχωρεῖς τὰ πρωτοτόκιά σου». Ὁ Ἡσαῦ ὡρκίσθη καὶ ἔτσι ἐπώλησεν εἰς τὸν Ἰακὼβ τὰ πρωτοτόκια ἀντὶ πινακίου φακῆς.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Ἰακὼβ ἐπρόσθεσεν· «ὁρκίσου μου σήμερον, ὅτι μοῦ τὰ ἐδωκες· ὅτι παραιτεῖσαι ὁριστικῶς ἀπὸ τὰ δικαιώματα αὐτά. Πράγματι ὁ Ἡσαῦ ὡρκίσθη, ὅτι τοῦ τὰ παραχωρεῖ. Ἔτσι ὁ Ἡσαῦ ἐπώλησεν εἰς τὸν Ἰακὼβ τὰ δικαιώματα, ποὺ εἶχεν ὡς πρωτότοκος.

Γεν. 25,34

Ἰακὼβ δὲ ἔδωκε τῷ Ἡσαῦ ἄρτον καὶ ἕψημα φακοῦ, καὶ ἔφαγε καὶ ἔπιε καὶ ἀναστὰς ᾤχετο· καὶ ἐφαύλισεν Ἡσαῦ τὰ πρωτοτόκια.

Κολιτσάρα

Τότε ὁ Ἰακὼβ ἔδωσε ψωμὶ καὶ μαγειρευμένες φακὲς εἰς τὸν Ἡσαῦ, ὁ ὁποῖος ἔφαγε, ἔπιε καὶ ἀνεχώρησε, χωρὶς νὰ δώσῃ καμμίαν σημασίαν ὅτι ἀπεξενώθη ἀπὸ τὰ πρωτοτόκια. Ἔτσι δὲ ὁ Ἡσαῦ περιεφρόνησε καὶ ἐξηυτέλισε τὰ πρωτοτόκια.

Τρεμπέλα

Καὶ τότε ὁ Ἰακὼβ ἔδωκεν εἰς τὸν πεινασμένον Ἡσαῦ ψωμὶ καὶ φαγητὸν ἀπὸ τις φακές, ποὺ ἐμαγείρευε· καὶ ὁ Ἡσαῦ ἔφαγε καὶ ἤπιε καὶ ἀφοῦ ἐσηκώθη ἀπὸ τὸ φαγητὸν ἔφυγε. Μὲ τὸν τρόπον αὐτὸν ὁ Ἡσαῦ ἐπεριφρόνησε τὰ δικαιώματα, ποὺ εἶχεν ὡς πρωτότοκος· τὰ ἐξηυτέλισε, τὰ ὕβρισε καὶ δὲν τὰ ἐτίμησε καθόλου. Ἐφάνη ἀγνώμων διὰ τὸ τιμητικὸν ἀξιωμα, τὸ ὁποῖον τοῦ ἐδόθη, καὶ ἔχασε τὰ μεγάλα αὐτὰ δῶρα δι’ ἕνα πιάτο φακῆς!

Κεφάλαιο 26

Γεν. 26,1

Ἐγένετο δὲ λιμὸς ἐπὶ τῆς γῆς χωρὶς τοῦ λιμοῦ τοῦ πρότερον, ὃς ἐγένετο ἐν τῷ καιρῷ τοῦ Ἁβραάμ· ἐπορεύθη δὲ Ἰσαὰκ πρὸς Ἀβιμέλεχ βασιλέα Φυλιστιεὶμ εἰς Γέραρα.

Κολιτσάρα

Ἔπεσε κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην πεῖνα, ὡσὰν ἐκείνην ἡ ὁποία εἶχε γίνει προηγουμένως κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ Ἁβραάμ. Διὰ τὴν ἐξεύρεσιν δὲ τροφίμων ἀνεχώρησεν ὁ Ἰσαὰκ εἰς Γέραρα πρὸς τὸν Ἀβιμέλεχ, βασιλέα τῶν Φιλισταίων, διὰ νὰ μεταβῇ ἀπὸ ἐκεῖ εἰς τὴν Αἴγυπτον.

Τρεμπέλα

Ἔγινε δὲ πεῖνα εἰς τὴν χώραν, ποὺ ἑκατοικοῦσαν ὁ Ἰσαάκ. Αὐτὴ ἦταν ἄλλη πεῖνα, διαφορετικὴ ἀπὸ ἐκεῖνην ποὺ εἶχε γίνει προηγουμένως κατὰ τὰ χρόνια, ποὺ ἐζοῦσεν ὁ πατέρας τοῦ ὁ Ἀβραάμ. Ἡ ἔλλειψις τῶν ἀναγκαίων τροφῶν ἀνάγκασε τὸν Ἰσαὰκ νὰ μεταβῇ ἀπὸ τὴν Βηρσαβεὲ πρὸς τὸν Ἀβιμέλεχ, τὸν βασιλιᾶ τῶν Φιλισταίων, εἰς τὰ Γέραρα.

Γεν. 26,2

ὤφθη δὲ αὐτῷ Κύριος καὶ εἶπε· μὴ καταβῇς εἰς Αἴγυπτον· κατοίκησον δὲ ἐν τῇ γῇ, ᾗ ἂν σοι εἴπω.

Κολιτσάρα

Παρουσιάσθη ὅμως εἰς αὐτὸν ὁ Κύριος καὶ τοῦ εἶπε· «μὴ μεταβῇς εἰς Αἴγυπτον, ἀλλὰ νὰ κατοικήσῃς εἰς τὴν χώραν, τὴν ὁποίαν ἐγὼ θὰ σοῦ εἴπω.

Τρεμπέλα

Ἐπειδὴ δὲ ὁ Ἰσαὰκ ἤθελε νὰ κατευθυνθῇ ἀπὸ ἐκεῖ εἰς τὴν Αἴγυπτον, ἐφανερώθη εἰς αὐτὸν ὁ Θεὸς καὶ τοῦ εἶπε· «μὴ μεταβῇς εἰς τὴν Αἴγυπτον· κατοίκησε δὲ εἰς τὴν χώραν, εἰς τὴν ὁποίαν θὰ σοῦ εἴπω ἐγὼ νὰ μείνῃς.

Γεν. 26,3

καὶ παροίκει ἐν τῇ γῇ ταύτῃ, καὶ ἔσομαι μετὰ σοῦ καὶ εὐλογήσω σε· σοὶ γὰρ καὶ τῷ σπέρματί σου δώσω πᾶσαν τὴν γῆν ταύτην καὶ στήσω τὸν ὅρκον μου, ὃν ὤμοσα τῷ Ἁβραὰμ τῷ πατρί σου.

Κολιτσάρα

Μεῖνε προσωρινῶς εἰς τὴν γῆν αὐτὴν τῶν Φιλισταίων, καὶ ἐγὼ θὰ εἶμαι μαζῆ σου καὶ θὰ σὲ εὐλογήσω· διότι εἰς σὲ καὶ εἰς τοὺς ἀπογόνους σου θὰ δώσω ὅλην αὐτὴν τὴν χώραν καὶ θὰ ἐκπληρώσω ἔτσι τὴν ἔνορκον ὑπόσχεσιν, τὴν ὁποίαν ἔδωκα εἰς τὸν Ἁβραὰμ τὸν πατέρα σου.

Τρεμπέλα

Κατοίκησε προσωρινῶς εἰς τὴν χώραν αὐτὴν τῶν Φιλισταίων καὶ μὴ ἀγωνιᾷς καὶ μὴ στενοχωρῆσαι. Διότι ἐγὼ ὁ Κύριος τῶν ὅλων θὰ εἶμαι μαζί σου. Καὶ ὅχι μόνον θὰ εἶμαι μαζί σου διὰ νὰ σὲ ἀσφαλίζω, ἀλλὰ καὶ θὰ σὲ εὐλογήσω πλουσίως, ὥστε νὰ γίνῃς ἔνδοξος. Σὺ νὸ μίζεις, ὅτι μένεις εἰς τὰ μέρη αὐτὰ ὡς ξένος καὶ πλανώμενος· γνωρίζε ὅμως ὅτι εἰς σὲ καὶ τοὺς ἀπογόνους σου θὰ δώσω ὅλην αὐτὴν τὴν χώραν. Καὶ διὰ νὰ πάρῃς θάρος μάθε, ὅτι τὴν ἔνορκον ὑπόσχεσιν, τὴν ὁποίαν ἒδωκα εἰς τὸν πατέρα σου, τὸν Ἀβραάμ, θὰ τὴν ἐκπληρώσω» καὶ θὰ τὴν πραγματοποιήσω.

Γεν. 26,4

καὶ πληθυνῶ τὸ σπέρμα σου ὡς τοὺς ἀστέρας τοῦ οὐρανοῦ καὶ δώσω τῷ σπέρματί σου πᾶσαν τὴν γῆν ταύτην, καὶ εὐλογηθήσονται ἐν τῷ σπέρματί σου πάντα τὰ ἔθνη τῆς γῆς,

Κολιτσάρα

Θὰ πληθύνω δὲ τοὺς ἀπογόνους σου ὡσὰν τὰ ἀστέρια τοῦ οὐρανοῦ καὶ θὰ δώσω ὅλην αὐτὴν τὴν χώραν εἰς τοὺς ἀπογόνους σου. Δι’ ἑνὸς δὲ ἐκ τῶν ἀπογόνων σου θὰ εὐλογηθοῦν ὅλοι οἱ λαοὶ τῆς γῆς.

Τρεμπέλα

Καὶ θὰ πληθύνω πάρα πολὺ τοὺς ἀπογόνους σου καὶ θὰ τοὺς αὐξήσω ὡσὰν τὰ ἄστρα τοῦ οὐρανοῦ καὶ θὰ δώσω εἰς τοὺς πολυπληθεῖς αὐτοὺς ἀπογόνους σου ὅλην αὐτὴν τὴν χώραν. Δι’ ἐνὸς δὲ ἀπὸ τοὺς ἀπογόνους σου, τοῦ ἐκλεκτοῦ καὶ ἁγίου καὶ ἀναμαρτήτου Μεσσίου Χρίστοῦ, θὰ λάβουν τὶς εὐλογίες καὶ χάριτες τοῦ Θεοῦ ὅλες οἱ φυλὲς καὶ οἱ λαοὶ τῆς γῆς.

Γεν. 26,5

ἀνθ’ ὧν ὑπήκουσεν Ἁβραὰμ ὁ πατήρ σου τῆς ἐμῆς φωνῆς καὶ ἐφύλαξε τὰ προστάγματά μου καὶ τὰς ἐντολάς μου καὶ τὰ δικαιώματά μου καὶ τὰ νόμιμά μου.

Κολιτσάρα

Καὶ ταῦτα πρὸς χάριν τοῦ πατρός σου τοῦ Ἁβραάμ, ὁ ὁποῖος ὑπήκουσεν εἰς τὴν ἐντολήν μου, ἐφύλαξε τὰ προστάγματά μου καὶ τὰς ἐντολάς μου, τὰ δικαιώματά μου καὶ τὸν νόμον μου».

Τρεμπέλα

Οἱ ὑποσχέσεις, ποὺ ἔχουν δοθῇ εἰς τὸν Ἀβραάμ, θὰ ἐκπληρωθοῦν, διότι ὁ πατέρας σου ὑπήκουσεν εἰς τὶς ἐντολές μου καὶ ἐφύλαξε τὰ προστάγματά μου καὶ τὰ παραγγέλματά μου καὶ τὸν νόμον μου. Μιμήσου τὴν ὑπακοὴν ἐκείνου καὶ πίστευε εἰς τοὺς λόγους μου, διὰ να ἀξιωθῇς πολὺ μεγαλυτέρας ἀμοιβῆς καὶ διὰ τὴν ἀρετὴν τοῦ πατέρα σου καὶ διὰ τὴν ἰδικήν σου ὑπακοήν· καὶ μὴ μεταβῇς εἰς τὴν Αἴγυπτον, ἀλλὰ μεῖνε ἐδῶ».

Γεν. 26,6

κατῴκησε δὲ Ἰσαὰκ ἐν Γεράροις.

Κολιτσάρα

Πράγματι δὲ ὁ Ἰσαὰκ ἐγκατεστάθη εἰς τὰ Γέραρα.

Τρεμπέλα

Πράγματι· ὁ Ἰσαὰκ ἐγκατέλειψε κάθε ἄλλην σκέψιν καὶ σχέδιον· ὑπήκουσεν εἰς τὴν θείαν ὀπτασίαν καὶ ἐγκατεστάθη εἰς τὰ Γέραρα, τὴν πόλιν εἰς τὴν ὁποίαν εἶχε γεννηθῇ.

Γεν. 26,7

Ἐπηρώτησαν δὲ οἱ ἄνδρες τοῦ τόπου περὶ Ῥεβέκκας τῆς γυναικὸς αὐτοῦ, καὶ εἶπεν· ἀδελφή μου ἐστίν· ἐφοβήθη γὰρ εἰπεῖν ὅτι γυνή μου ἐστί, μήποτε ἀποκτείνωσιν αὐτὸν οἱ ἄνδρες τοῦ τόπου περὶ Ῥεβέκκας, ὅτι ὡραία τῇ ὄψει ἦν.

Κολιτσάρα

Καθ’ ὃν χρόνον ὅμως ἔμενεν ἐκεῖ, οἱ ἄνδρες τῆς πόλεως τοῦ ἐζήτησαν πληροφορίας διὰ τὴν γυναῖκα του τὴν Ρεβέκκαν, ποίαν δηλαδὴ πρὸς αὐτὴν συγγένειαν καὶ σχέσιν ἔχει. Ἐκεῖνος ἀπήντησεν ὅτι εἶναι ἀδελφή μου. Ἐφοβήθη νὰ εἴπῃ ὅτι εἶναι σύζυγός μου, μήπως καὶ τὸν φονεύσουν οἱ ἄνδρες τῆς πόλεως ἐκείνης ἕνεκα τῆς Ρεβέκκας, διότι αὐτὴ ἦτο ὡραία κατὰ τὴν ἐμφάνισιν.

Τρεμπέλα

Ὅταν ἐγκατεστάθη εἰς τὰ Γεραρά, τὸν ἐρώτησαν οἱ ἄνδρες τῆς πόλεως ἐκείνης διὰ τὴν γυναῖκα του τὴν Ρεβέκκαν ποία εἶναι καὶ ἐὰν ἔχῃ μαζί της καμμίαν συγγένειαν. Ὁ Ἰσαὰκ ἀπάντησεν· «εἶναι ἀδελφή μου». Ἀπάντησεν ἔτσι, διότι ἐφοβήθη νὰ εἴπῃ «εἶναι γυναῖκα μου», μήπως οἱ ἄνθρωποι τῶν Γεράρων τὸν φονεύσουν ἐξ αἰτίας τῆς Ρεβέκκας, ἡ ὁποία ἦταν ὡραία εἰς τὴν ἐμφάνισιν.

Γεν. 26,8

ἐγένετο δὲ πολυχρόνιος ἐκεῖ· καὶ παρακύψας Ἀβιμέλεχ ὁ βασιλεὺς Γεράρων διὰ τῆς θυρίδος, εἶδε τὸν Ἰσαὰκ παίζοντα μετὰ Ῥεβέκκας τῆς γυναικὸς αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

Ἔμεινε δὲ ἐκεῖ ὁ Ἰσαὰκ ἐπὶ πολὺ χρονικὸν διάστημα. Κάποιαν ἡμέραν ὁ βασιλεὺς τῶν Γεράρων Ἀβιμέλεχ ἔσκυψε ἀπὸ τὰ ἀνάκτορά του καὶ εἶδε ἀπὸ τὴν ἀνοικτὴν θύραν τῆς σκηνῆς τὸν Ἰσαὰκ νὰ χαριεντίζεται μὲ τὴν Ρεβέκκαν τὴν σύζυγόν του.

Τρεμπέλα

Ἔμεινε δὲ εἰς τὰ Γέραρα ὁ Ἰσαὰκ πολὺ χρονικὸν διάστημα. Κάποιαν ἡμέραν ὁ Ἀβιμέλεχ, ὁ βασιλιᾶς τῶν Γεράρων, ἔσκυψεν ἀπὸ τὸ ἀνοικτὸν παράθυρον τῶν ἀνακτόρων του, ἐκύτταξε πρὸς τὴν σκηνὴν ὅπου ἔμενεν ὁ Ἰσαὰκ καὶ εἶδεν εἰς τὴν ἀνοικτὴν σκηνὴν τὸν Ἰσαὰκ νὰ χαϊδεύῃ τρυφερὰ τὴν γυναῖκα του τὴν Ρεβέκκαν καὶ νὰ χαριεντίζεται μαζί της.

Γεν. 26,9

ἐκάλεσε δὲ Ἀβιμέλεχ τὸν Ἰσαὰκ καὶ εἶπεν αὐτῷ· ἆρά γε γυνή σου ἐστί; τί ὅτι εἶπας, ἀδελφή μου ἐστίν; εἶπε δὲ αὐτῷ Ἰσαάκ· εἶπα γάρ, μήποτε ἀποθάνω δι’ αὐτήν.

Κολιτσάρα

Ἐκάλεσε τότε τὸν Ἰσαὰκ καὶ τοῦ εἶπε· «ὥστε λοιπὸν εἶναι γυναίκα σου ἡ Ρεβέκκα; Διατί εἶπες ὅτι εἶναι ἀδελφή σου;» Ὁ Ἰσαὰκ ἀπήντησεν εἰς αὐτόν· «Εἶπα ὅτι εἶναι, ἀδελφή μου, διότι ἐφοβήθηκα μήπως ἐξ αἰτίας της φονευθῶ».

Τρεμπέλα

Τότε ὁ Ἀβιμέλεχ ἐκάλεσε τὸν Ἰσαὰκ καὶ τοῦ εἶπεν· «ὥστε λοιπὸν ἡ Ρεβέκκα εἶναι γυναῖκα σου; Διατί εἶπες «εἶναι ἀδελφή μου;» Ἀφοῦ ὁ Ἰσαὰκ ἀπεκαλύφθη ἀπὸ τὰ ὅσα εἶδεν ὁ Ἀβιμέλεχ, δὲν ἀρνεῖται, ἀλλὰ ὁμολογεῖ καὶ φανερώνει τὴν αἰτίαν, διὰ τὴν ὁποίαν ἀναγκάσθηκε νὰ πῇ ὅτι ἡ Ρεβέκκα εἶναι ἀδελφή του. Ἀπάντησε λοιπὸν ὁ Ἰσαάκ· «εἶπα ὅτι εἶναι ἀδελφή μου, διότι ἐφοβηθηκα μήπως χάσω τὴν ζωήν μου ἐξ αἰτίας της».

Γεν. 26,10

εἶπε δὲ αὐτῷ Ἀβιμέλεχ· τί τοῦτο ἐποίησας ἡμῖν; μικροῦ ἐκοιμήθη τις ἐκ τοῦ γένους μου μετὰ τῆς γυναικός σου, καὶ ἐπήγαγες ἂν ἐφ’ ἡμᾶς ἄγνοιαν.

Κολιτσάρα

Ὁ δὲ Ἀβιμέλεχ τοῦ εἶπε· «τί εἶναι αὐτὸ ποὺ μᾶς ἔκαμες; Παρ’ ὀλίγον καὶ νὰ ἐκοιμᾶτο μαζῆ της κάποιος ἀπὸ τὴν φυλήν μου, καὶ θὰ ἐγίνεσο σὺ αἰτία νὰ πέσῃ ἐπάνω μας ἁμαρτία καὶ ἐνοχὴ διὰ τὴν ἄγνοιάν μας αὐτήν».

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Ἀβιμέλεχ εἶπε πρὸς τὸν Ἰσαάκ: «Τὶ εἶναι αὐτὸ ποὺ μᾶς ἔκαμες; Διότι παρ’ ὀλίγον νὰ ἐκοιμᾶτο μὲ τὴν γυναῖκα σου κάποιος ἀπὸ τὴν φυλήν μου καὶ ἔτσι θὰ ἐγίνεσο σὺ ἡ αἰτία νὰ πέσωμεν ἀπὸ ἄγνοιαν εἰς ἁμαρτίαν».

Γεν. 26,11

συνέταξε δὲ Ἀβιμέλεχ παντὶ τῷ λαῷ αὐτοῦ, λέγων· πᾶς ὁ ἁψάμενος τοῦ ἀνθρώπου τούτου ἢ τῆς γυναικὸς αὐτοῦ, θανάτῳ ἔνοχος ἔσται.

Κολιτσάρα

Ἔβγαλε δὲ διαταγὴν ὁ Ἀβιμέλεχ πρὸς ὅλον τὸν λαόν του καὶ εἶπεν· «Ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θὰ τολμήσῃ νὰ ἐγγίσῃ τὸν ἄνθρωπον αὐτὸν ἢ τὴν σύζυγόν του, θὰ εἶναι ἔνοχος θανάτου».

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Ἀβιμέλεχ ἐξέδωκε διαταγήν, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνε πρὸς ὅλον τὸν λαόν του καὶ εἰς τὴν ὁποίαν ἔλεγεν· «ὅποιος τολμήσῃ νὰ βλάψῃ τὸν ἄνθρωπον αὐτόν, τὸν Ἰσαάκ, ἢ τὴν γυναῖκα του, τὴν Ρεβέκκαν, θὰ καταδικασθῇ εἰς θάνατον».

Γεν. 26,12

ἔσπειρε δὲ Ἰσαὰκ ἐν τῇ γῇ ἐκείνῃ καὶ εὗρεν ἐν τῷ ἐνιαυτῷ ἐκείνῳ ἑκατοστεύουσαν κριθήν· εὐλόγησε δὲ αὐτὸν Κύριος.

Κολιτσάρα

Ὁ Ἰσαὰκ ἐκαλλιέργησε καὶ ἔσπειρε εἰς τὴν χώραν ἐκείνην καὶ ἐθέρισε κριθάρι ἑκατονταπλάσιον. Ὁ δὲ Θεὸς τὸν εὐλόγησε πλουσίως.

Τρεμπέλα

Ὁ Ἰσαὰκ ἔσπειρεν εἰς τὴν χώραν ἐκείνην καὶ ἐκεῖνο τὸ ἔτος ἐθέρισε κριθάρι ἑκατὸν φορὲς περισσότερον ἀπὸ ἄλλην φοράν· ἡ πλουσία καρποφορία ὠφείλετο εἰς τὸ ὅτι τὸν εὐλόγησεν ὁ Κύριος.

Γεν. 26,13

καὶ ὑψώθη ὁ ἄνθρωπος. καὶ προβαίνων μείζων ἐγίνετο, ἕως οὗ μέγας ἐγένετο σφόδρα·

Κολιτσάρα

Δι’ αὐτὸ καὶ ἔγινε πλούσιος. Ὅσον δὲ ἐπερνοῦσεν ὁ καιρός, τόσον καὶ πλουσιότερος ἐγίνετο, μέχρις ὅτου ἔγινε μέγας διὰ τὰ πολλά του πλούτη καὶ τὴν δόξαν του.

Τρεμπέλα

Ὅσον δὲ ἐπερνοῦσεν ὁ καιρός, τόσον καὶ πλουσιῶτερος ἐγίνετο, μέχρις ὅτου ἔγινε πολὺ μεγάλος καὶ ἔνδοξος διὰ τὰ πολλά του πλούτη.

Γεν. 26,14

ἐγένετο δὲ αὐτῷ κτήνη προβάτων καὶ κτήνη βοῶν καὶ γεώργια πολλά. ἐζήλωσαν δὲ αὐτὸν οἱ Φυλιστιείμ,

Κολιτσάρα

Ἀπέκτησε δὲ κοπάδια πρόβατα καὶ βόδια, ὅπως ἐπίσης καὶ πολλὰ χωράφια. Ἕνεκα τούτου οἱ Φιλισταῖοι τὸν ἐζήλευσαν καὶ τὸν ἐφθόνησαν.

Τρεμπέλα

Ἀπέκτησε δὲ ὁ Ἰσαὰκ πολλὰ πρόβατα καὶ πολλὰ βόδια καὶ πολλὰ χωράφια. Οἱ δὲ Φιλισταῖοι, οἱ κάτοικοι τῶν Γεράρων, ὅταν εἶδαν αὐτὸν τὸν πολὺν πλοῦτον τοῦ Ἰσαάκ, τὸν ἐζήλευσαν.

Γεν. 26,15

καὶ πάντα τὰ φρέατα, ἃ ὤρυξαν οἱ παῖδες τοῦ πατρὸς αὐτοῦ ἐν τῷ χρόνῳ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ, ἐνέφραξαν αὐτὰ οἱ Φυλιστιεὶμ καὶ ἔπλησαν αὐτὰ γῆς.

Κολιτσάρα

Διὰ νὰ τὸν βλάψουν δὲ ἐπῆγαν καὶ ἐβούλωσαν καὶ ἐγέμισαν μὲ χῶμα τὰ φρέατα, τὰ ὁποῖα εἶχον ἀνοίξει οἱ δοῦλοι τοῦ πατρός του Ἁβραάμ, ἐνῷ ἀκόμη ἐζοῦσε.

Τρεμπέλα

Παρακινούμενοι δὲ ἀπὸ τὴν ζήλειαν των ἐφθόνησαν ἀκόμη καὶ τὸ νερὸν τοῦ Πατριάρχου. Διὰ τοῦτο ἔφραξαν καὶ ἔχωσαν μὲ πέτρες καὶ χώματα ὅλα τὰ πηγάδια τοῦ νεροῦ, τὰ ὁποῖα εἶχαν ἀνοίξει οἱ δοῦλοι τοῦ Ἀβραάμ, τοῦ πατέρα του, ὅταν ἀκόμη ἐζοῦσεν ὁ Πατριάρχης.

Γεν. 26,16

εἶπε δὲ Ἀβιμέλεχ πρὸς Ἰσαάκ· ἄπελθε ἀφ’ ἡμῶν, ὅτι δυνατώτερος ἡμῶν ἐγένου σφόδρα.

Κολιτσάρα

Καὶ ὁ ἴδιος ὁ Ἀβιμέλεχ, φθονήσας τὸν Ἰσαάκ, τοῦ εἶπε· «φύγε μακρυά μας, διότι ἔγινε πολὺ δυνατώτερος ἀπὸ ἡμᾶς».

Τρεμπέλα

Οὔτε ὁ βασιλιᾶς Ἀβιμέλεχ ἠμπόρεσε νὰ συγκρατήσῃ τὴν ζήλειαν του. Παρακινούμενος καὶ αὐτὸς ἀπὸ φθόνον εἶπεν εἰς τὸν Ἰσαάκ· «φύγε ἀπὸ κοντά μας, διότι ἐσὺ ἔγινες πολὺ πιὸ δυνατὸς ἀπὸ ἡμᾶς».

Γεν. 26,17

καὶ ἀπῆλθεν ἐκεῖθεν Ἰσαὰκ καὶ κατέλυσεν ἐν τῇ φάραγγι Γεράρων καὶ κατῴκησεν ἐκεῖ.

Κολιτσάρα

Τότε ὁ Ἰσαὰκ ἔφυγεν ἀπὸ ἐκεῖ, κατέλυσε εἰς τὴν κοιλάδα τῶν Γεράρων, ὅπου καὶ ἐγκατεστάθη μονίμως.

Τρεμπέλα

Ὁ Ἰσαάκ, ὁ ὁποῖος δεν ὑπερηφανεύθη καθόλου ἀπὸ τὶς εὐλογίες καὶ τὴν προστασίαν τοῦ Θεοῦ δὲν ἀντιστάθηκε εἰς τὸν Ἀβιμέλεχ, ἀλλ’ ὑπεχώρησε μὲ καλωσύνην. Καὶ διὰ νὰ σβήσῃ τὸν φθόνον τοῦ βασιλιᾶ, ἔφυγεν ἀπὸ ἐκεῖ, διενυκτέρευσεν εἰς τὴν κοιλάδα τῶν Γεραρῶν, ποὺ ἦταν ἄνυδρος τὸ καλοκαίρι, καὶ ἐγκατεστάθη εἰς αὐτὴν μονίμως.

Γεν. 26,18

καὶ πάλιν Ἰσαὰκ ὤρυξε τὰ φρέατα τοῦ ὕδατος, ἃ ὤρυξαν οἱ παῖδες Ἁβραὰμ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ καὶ ἐνέφραξαν αὐτὰ οἱ Φυλιστιεὶμ μετὰ τὸ ἀποθανεῖν Ἁβραὰμ τὸν πατέρα αὐτοῦ, καὶ ἐπωνόμασεν αὐτοῖς ὀνόματα κατὰ τὰ ὀνόματα, ἃ ὠνόμασεν ὁ πατὴρ αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

Καὶ πάλιν ἐκεῖ ἤνοιξε τὰ φρέατα τοῦ ὕδατος, τὰ ὁποῖα εἶχον ἀνοίξει, ζῶντος τοῦ Ἁβραάμ, οἱ δοῦλοι του, καὶ τὰ ὁποῖα μετὰ τὸν θάνατον τοῦ Ἁβραὰμ εἶχον βουλώσει οἱ Φιλισταῖοι. Τὰ φρέατα αὐτὰ τὰ ὠνόμασεν ὁ Ἰσαὰκ μὲ τὰ ἴδια ὀνόματα, ποὺ τοὺς εἶχε δώσῃ ὁ πατέρας του ὁ Ἁβραάμ.

Τρεμπέλα

Εἰς τὸ μέρος αὐτὸ ὁ Ἰσαὰκ ἄνοιξε καὶ πάλιν τὰ πηγάδια, ποὺ εἶχαν ἀνοίξει παλαιοτέρα οἱ δοῦλοι τοῦ πατέρα του, καὶ τὰ ὁποῖα εἶχαν ἐν τῷ μεταξὺ φράξει οἱ Φιλισταῖοι μετὰ τὸν θάνατον τοῦ πατέρα τοῦ Ἀβραάμ. Καὶ ἔδωσεν εἰς τὰ πηγάδια ἐκεῖνα τὰ ἴδια ὀνόματα, ποὺ εἶχε δώσει εἰς αὐτὰ καὶ ὁ πατέρας του.

Γεν. 26,19

καὶ ὤρυξαν οἱ παῖδες Ἰσαὰκ ἐν τῇ φάραγγι Γεράρων καὶ εὗρον ἐκεῖ φρέαρ ὕδατος ζῶντος.

Κολιτσάρα

Οἱ δοῦλοι τοῦ Ἰσαὰκ ἔσκαψαν ἄλλο φρέαρ εἰς τὰ φάραγγα τῶν Γεράρων, ὅπου καὶ εὑρῆκαν πηγαῖον ὕδωρ.

Τρεμπέλα

Καὶ οἱ δοῦλοι τοῦ Ἰσαὰκ ἔσκαψαν καὶ εὑρῆκαν εἰς τὴν κοιλάδα τῶν Γεράρων νερόν, τὸ ὁποῖον δεν ἦταν στάσιμον, ὅπως τῶν συνηθισμένων πηγαδιῶν, ἀλλὰ ἔτρεχεν ἀπὸ κάτω, ἦταν ἀρτεσιανόν.

Γεν. 26,20

καὶ ἐμαχέσαντο οἱ ποιμένες Γεράρων μετὰ τῶν ποιμένων Ἰσαάκ, φάσκοντες αὐτῶν εἶναι τὸ ὕδωρ. καὶ ἐκάλεσαν τὸ ὄνομα τοῦ φρέατος Ἀδικία· ἠδίκησαν γὰρ αὐτόν.

Κολιτσάρα

Οἱ ποιμένες ὅμως τῶν Γεράρων ἐφιλονείκησαν καὶ συνεπλάκησαν μὲ τοὺς ποιμένας τοῦ Ἰσαὰκ λέγοντες, ὅτι τὸ πηγαῖον αὐτὸ ὕδωρ τοῦ νέου φρέατος εἶναι ἰδικόν των. Οἱ ποιμένες τοῦ Ἰσαὰκ ὠνόμασαν τὸ φρέαρ ἐκεῖνο «Ἀδικία», διότι οἱ Φιλισταῖοι ἠδίκησαν τὸν Ἰσαάκ.

Τρεμπέλα

Ἀλλὰ οἱ βοσκοὶ τῆς περιοχῆς τῶν Γεράρων ἐφιλονικησαν καὶ συνεκρούσθησαν μὲ τοὺς βοσκοὺς τοῦ Ἰσαὰκ καὶ ἔλεγαν, ὅτι τὸ τρεχούμενον ἐκεῖνο νερὸν εἶναι ἰδικόν των. Ὁ Ἰσαὰκ ἐφέρθη πάλιν μὲ ἀνεξικακίαν καὶ ὑπεχώρησε. Καὶ ὠνόμασαν τὸ πηγάδι ἐκεῖνο «Ἀδικία»· διότι οἱ βοσκοὶ τῶν Γεράρων τὸν ἀδίκησαν.

Γεν. 26,21

ἀπάρας δὲ Ἰσαὰκ ἐκεῖθεν ὤρυξε φρέαρ ἕτερον, ἐκρίνοντο δὲ καὶ περὶ ἐκείνου· καὶ ἐπωνόμασε τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἐχθρία.

Κολιτσάρα

Παραλαβὼν τὰ ὑπάρχοντά του ὁ Ἰσαὰκ ἀνεχώρησεν ἀπὸ ἐκεῖ καὶ ἤνοιξε νέον φρέαρ. Ἀλλὰ καὶ δι’ αὐτὸ ἐφιλονείκησαν οἱ Φιλισταῖοι πρὸς αὐτόν. Διὰ τοῦτο καὶ τὸ ὠνόμασεν «Ἐχθρότης».

Τρεμπέλα

Ὁ Ἰσαάκ, ἀφοῦ ἔφυγεν ἀπὸ ἐκεῖ, ἔσκαψε καὶ ἔνοιξεν ἄλλο πηγάδι. Ἀλλὰ οἱ φθονεροὶ Φιλισταῖοι καὶ πάλιν δὲν εἶδαν με «καλὸ μάτι» τὸν Ἰσαὰκ καὶ δι’ αὐτὸ ἐφιλονίκησαν πάλιν μαζί του διὰ τὸ πηγάδι ἐκεῖνο· καὶ ἐπειδὴ τὸ πηγάδι ἐκεῖνο ἔγινεν ὑπόθεσις ἔχθρας, τὸ ὠνόμασεν «Ἐχθρότητα».

Γεν. 26,22

ἀπάρας δὲ ἐκεῖθεν ὤρυξε φρέαρ ἕτερον, καὶ οὐκ ἐμαχέσαντο περὶ αὐτοῦ· καὶ ἐπωνόμασε τὸ ὄνομα αὐτοῦ Εὐρυχωρία, λέγων· διότι νῦν ἐπλάτυνε Κύριος ἡμῖν καὶ ηὔξησεν ἡμᾶς ἐπὶ τῆς γῆς.

Κολιτσάρα

Ἀναχωρήσας καὶ ἀπὸ ἐκεῖ, ἤνοιξεν ἄλλο φρέαρ εἰς ἄλλην περιοχήν. Δὲν ἐφιλονίκησαν δι’ αὐτὸ οἱ Φιλισταῖοι. Καὶ τὸ ὠνόμασε ὁ Ἰσαὰκ «Εὐρυχωρία» λέγων· «τώρα ὁ Κύριος μᾶς ἐχάρισεν εὐρυχωρίαν καὶ μᾶς ἐπλούτισεν εἰς τὴν χώραν αὐτήν».

Τρεμπέλα

Ἀφοῦ δὲ ἀνεχώρησε καὶ ἀπὸ τὸ μέρος ἐκεῖνο, ἔσκαψε καὶ ἄνοιξε νέον πηγάδι· καὶ οἱ Φιλισταῖοι δὲν ἐφιλονίκησαν δι’ αὐτό. Ὁ δὲ Ἰσαὰκ ἐλησμόνησεν ὅλες τὶς ταλαιπωρίες, ποὺ ἐπέρασε μέχρι τῆς ὥρας ἐκείνης, καὶ εὐγνωμονῶν τὸν Θεόν, εἰς τὸν ὁποῖον ἀπέδιδεν ὅλες τὶς εὐλογίες καὶ τὰ ἀγαθὰ ποὺ εἶχε, ὠνόμασε τὸ πηγάδι ἐκεῖνο «Εὐρυχωρία». Ἐξηγῶν δὲ ὁ ἴδιος τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον ἔδωκε τὸ ὄνομα τοῦτο εἰς τὸ πηγάδι, εἶπε· «τὸ ὀνομάζω «Εὐρυχωρία», διότι ὁ Κύριος μᾶς ἐχάρισε τώρα εὐρυχωρίαν καὶ μᾶς ἐπλούτισεν εἰς τὴν χώραν αὐτήν».

Γεν. 26,23

Ἀνέβη δὲ ἐκεῖθεν ἐπὶ τὸ φρέαρ τοῦ ὅρκου.

Κολιτσάρα

Μετὰ ταῦτα μετέβη ἀπὸ ἐκεῖ ὁ Ἰσαὰκ εἰς τὴν περιοχήν, ἡ ὁποία ὠνομάζετο «Φρέαρ τοῦ ὅρκου».

Τρεμπέλα

Ὁ Ἰσαὰκ ἔφυγεν ἀπὸ ἐκεῖ, ποὺ εἶχεν ἐγκατασταθῇ, καὶ ἐπῆγε πάλιν εἰς τὸ «Πηγάδι τοῦ ὅρκου», δηλαδὴ τὴν Βηρσαβεέ.

Γεν. 26,24

καὶ ὤφθη αὐτῷ Κύριος ἐν τῇ νυκτὶ ἐκείνῃ καὶ εἶπεν· ἐγώ εἰμι ὁ Θεὸς Ἁβραὰμ τοῦ πατρός σου· μὴ φοβοῦ· μετὰ σοῦ γάρ εἰμι καὶ εὐλογήσω σε καὶ πληθυνῶ τὸ σπέρμα σου δι’ Ἁβραὰμ τὸν πατέρα σου.

Κολιτσάρα

Ἐφανερώθη εἰς αὐτὸν ὁ Κύριος κατὰ τὴν νύκτα ἐκείνην καὶ τοῦ εἶπεν· «Ἐγὼ εἶμαι ὁ Θεὸς τοῦ Ἁβραὰμ τοῦ πατρός σου. Μὴ φοβῆσαι, διότι εἶμαι μαζῆ σου καὶ θὰ εὐλογήσω σὲ προσωπικῶς, θὰ πληθύνω δὲ καὶ τοὺς ἀπογόνους σου ἕνεκα τοῦ Ἁβραὰμ τοῦ πατρός σου».

Τρεμπέλα

Καὶ ἐπειδὴ ὁ Ἰσαὰκ μὲ τὴν ἀνεξικακίαν τοῦ πρὸς τοὺς Φιλισταίους καὶ τὴν εὐγνωμοσύνην τοῦ πρὸς τὸν Θεὸν ἔγινεν ἄξιος τῆς οὐρανίου εὐλογίας, διὰ τοῦτο κατὰ τὴν ἰδίαν ἐκείνην νύκτα ἐφανερώθη εἰς αὐτὸν ὁ Κύριος καὶ τοῦ εἶπεν: «Ἐγὼ εἶμαι ὁ Θεὸς τοῦ πατέρα σου Ἀβραάμ· ἐνῷ ἦταν ξένος, ἐγὼ τὸν ἐδόξασα, τὸν ἐπλούτισα καὶ τὸν ἐλάμπρυνα. Μὴ φοβῆσαι ἐπειδὴ σὲ ἔδιωξεν ὁ Ἀβιμέλεχ καὶ σὲ ἀδικῆσαν οἱ βοσκοὶ τῶν Γεράρων. Μὴ σὲ φοβίζουν αὐτά, διότι ἐγὼ εἶμαι μαζί σου καὶ θὰ σὲ κάμνω ἀνίκητον καὶ ἔνδοξον. Ἐγὼ θὰ σὲ εὐλογήσω καὶ θὰ αὐξήσω τοὺς ἀπογόνους σου ἕνεκα τοῦ πιστοῦ πατέρα σου, τοῦ Ἀβραάμ. Δεῖξε λοιπὸν καὶ σὺ τὴν ἰδίαν μὲ ἐκεῖνον ὑπακοήν, πίστιν καὶ ἀρετήν».

Γεν. 26,25

καὶ ᾠκοδόμησεν ἐκεῖ θυσιαστήριον καὶ ἐπεκαλέσατο τὸ ὄνομα Κυρίου καὶ ἔπηξεν ἐκεῖ τὴν σκηνὴν αὐτοῦ· ὤρυξαν δὲ ἐκεῖ οἱ παῖδες Ἰσαὰκ φρέαρ ἐν τῇ φάραγγι Γεράρων.

Κολιτσάρα

Ὁ Ἰσαὰκ ἔκτισεν ἐκεῖ θυσιαστήριον εἰς τὸν Κύριον, ἐπεκαλέσθη τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου, καὶ ἔστησεν ἐκεῖ τὴν σκηνήν του. Οἱ δὲ δοῦλοι του ἤνοιξαν φρέαρ (ὅπως καὶ εἰς τὴν φάραγγα τῶν Γεράρων).

Τρεμπέλα

Ὁ Ἰσαάκ, ὕστερα ἀπὸ τὶς πολλὲς αὐτὲς ὑποσχέσεις τοῦ Θεοῦ, ἔκτισεν ἐκεῖ θυσιαστήριον καὶ ἐλάτρευσε τὸν Κύριον καὶ ἐπρόσφερε τὶς εὐχαριστίες του εἰς τὸν αἰώνιον Θεόν. Ἐκεῖ ἐπίσης ἔστησε τώρα καὶ τὴν σκηνήν του. Οἱ δὲ δοῦλοι τοῦ ἔσκαψαν καὶ ἄνοιξαν ἐκεῖ πηγάδι εἰς τὴν φάραγγα τῶν Γεραρῶν. Ὁ δίκαιος Ἰσαὰκ ἐζοῦσε πλέον χωρὶς φόβον, κάτω ἀπὸ τὴν ἀσφαλῆ προστασίαν τοῦ παντοδυνάμου Θεοῦ.

Γεν. 26,26

καὶ Ἀβιμέλεχ ἐπορεύθη πρὸς αὐτὸν ἀπὸ Γεράρων καὶ Ὁχοζὰθ ὁ νυμφαγωγὸς αὐτοῦ καὶ Φιχὸλ ὁ ἀρχιστράτηγος τῆς δυνάμεως αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

Ὁ Ἀβιμέλεχ μαζῆ μὲ τὸν νυμφαγωγόν του τὸν Ὀχοζὰθ καὶ τὸν Φιλόχ, τὸν ἀρχιστράτηγον τῶν δυνάμεών του, μετέβη πρὸς τὸν Ἰσαὰκ εἰς τὴν Βηρσαβεέ.

Τρεμπέλα

Καὶ ἐπῆγαν ἀπὸ τὰ Γέραρα εἰς τὴν Βηρσαβεὲ πρὸς τὸν Ἰσαὰκ ὁ Ἀβιμέλεχ καὶ ὁ Ὀχοζὰθ ὁ νυμφαγωγός του καὶ ὁ Φιχόλ, ὁ ἀρχιστράτηγος τοῦ στρατοῦ του.

Γεν. 26,27

καὶ εἶπεν αὐτοῖς Ἰσαάκ· ἵνα τί ἤλθετε πρός με; ὑμεῖς δὲ ἐμισήσατέ με καὶ ἐξαπεστείλατέ με ἀφ’ ὑμῶν.

Κολιτσάρα

Ὁ δὲ Ἰσαὰκ τοὺς ἠρώτησε· «διατί ἤλθατε πρὸς ἐμέ; Σεῖς μὲ ἐμισήσατε καὶ μὲ ἐδιώξατε ἀπὸ τὴν χώραν σας».

Τρεμπέλα

Ὁ δὲ ἀνεξίκακος Ἰσαὰκ τοὺς ἐρώτησε μὲ πραότητα: «Διατί ἤλθατε πρὸς ἐμέ; Σεῖς μὲ ἐμισήσατε καὶ μὲ ἐδιώξατε ἀπὸ κοντά σας».

Γεν. 26,28

οἱ δὲ εἶπαν· ἰδόντες ἑωράκαμεν, ὅτι ἦν Κύριος μετὰ σοῦ, καὶ εἴπαμεν· γενέσθω ἀρὰ ἀνὰ μέσον ἡμῶν καὶ ἀνὰ μέσον σοῦ, καὶ διαθησόμεθα μετὰ σοῦ διαθήκην,

Κολιτσάρα

Ἐκεῖνοι ἀπήντησαν· «εἴδαμεν πλέον καθαρὰ καὶ ἐπείσθημεν, ὅτι ὁ Κύριος εἶναι μαζῆ σου καὶ εἴπομεν·

Τρεμπέλα

Ἐκεῖνοι ἀπάντησαν: «Εἴδαμε πλέον καθαρὰ ἀπὸ τὰ διάφορα γεγονότα καὶ ἐβεβαιωθήκαμε ἀπὸ τὰ πράγματα, ὅτι ὁ Κύριος εἶναι μαζί σου καὶ σὲ προστατεύει, καὶ εἴπαμε· ἂς γίνῃ ἔνορκος συνθήκη μεταξύ μας διὰ τῆς ὁποίας θὰ συμφωνήσωμεν μαζί σου

Γεν. 26,29

μὴ ποιῆσαι μεθ’ ἡμῶν κακόν, καθότι οὐκ ἐβδελυξάμεθά σε ἡμεῖς, καὶ ὃν τρόπον ἐχρησάμεθά σοι καλῶς καὶ ἐξαπεστείλαμέν σε μετ’ εἰρήνης· καὶ νῦν εὐλογημένος σὺ ὑπὸ Κυρίου.

Κολιτσάρα

ἂς γίνῃ συνθήκη μεταξὺ ἡμῶν καὶ σοῦ, διὰ τῆς ὁποίας θὰ συμφωνήσωμεν νὰ μὴ κάμῃς κανένα κακὸν ἐναντίον μας, διότι ἡμεῖς δὲν σὲ ἐμισήσαμεν καὶ νὰ φερθῇς ἀπέναντί μας καλῶς, ὅπως καὶ ἡμεῖς σοῦ συμπεριεφέρθημεν καὶ σὲ ἐπροπέμψαμεν μὲ εἰρήνην. Ἔτσι δὲ θὰ εἶσαι σὺ εὐλογημένος ἀπὸ τὸν Κύριον».

Τρεμπέλα

νὰ μὴ μᾶς βλάψῃς εἰς τίποτε, διότι ἐμεῖς δὲν σὲ ἐμισήσαμεν οὔτε σὲ ἐβλάψαμεν· νὰ φερθῇς ἀπέναντί μας μὲ καλὸν τρόπον, ὅπως σοῦ ἐσυμπεριφερθήκαμε καὶ ἐμεῖς καλὰ καὶ σὲ ἐπροπέμψαμεν ἀπὸ τὴν χώραν μας εἰρηνικά· καὶ τώρα ἂς εἶσαι εὐλογημένος ἀπὸ τὸν Κύριον».

Γεν. 26,30

καὶ ἐποίησεν αὐτοῖς δοχήν, καὶ ἔφαγον καὶ ἔπιον·

Κολιτσάρα

Ὁ ἀνεξίκακος Ἰσαὰκ ἐδέχθη τὴν πρότασιν καὶ τοὺς παρέθεσε τράπεζαν. Ὅλοι δὲ μαζῆ ἔφαγον καὶ ἔπιον.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ δίκαιος Ἰσαάκ, φερόμενος ἀπέναντι τῶν ἐχθρῶν του μὲ χαρακτηριστικὴν ἀνεξικακίαν, ἐλησμόνησε τὰ ὅσα τοῦ εἶχαν κάμει καὶ τοὺς παρέθεσε τραπέζι μὲ πολλὴν φιλοξενίαν· καὶ ἐκεῖνοι ἔφαγαν καὶ ἤπιαν.

Γεν. 26,31

καὶ ἀναστάντες τὸ πρωΐ, ὤμοσεν ἕκαστος τῷ πλησίον αὐτοῦ, καὶ ἐξαπέστειλεν αὐτοὺς Ἰσαάκ, καὶ ἀπῴχοντο ἀπ’ αὐτοῦ μετὰ σωτηρίας.

Κολιτσάρα

Τὴν πρωΐαν δὲ ἐγερθέντες ὁρκίσθησαν ὁ ἕνας πρὸς τὸν ἄλλον, ὅτι θὰ εἶναι φίλοι μεταξύ των. Ὁ Ἰσαὰκ τοὺς κατευώδωσε καὶ ἐκεῖνοι ἀνεχώρησαν ἀπὸ αὐτὸν εἰρηνικοί.

Τρεμπέλα

Καὶ τὸ πρωΐ ὅταν ἐσηκώθησαν, ὡρκίσθησαν ὁ ἕνας πρὸς τὸν ἄλλον, ὅτι θὰ εἶναι φίλοι καὶ θὰ σεβασθοῦν τὶς συμφωνίες, ποὺ ἔκαμαν μὲ ὅρκον. Ὁ Ἰσαὰκ τοὺς κατευώδωσε καὶ ἐκεῖνοι ἔφυγαν ἀπὸ κοντά του ὡς φίλοι καὶ ἀνεχώρησαν ἀσφαλισμένοι καὶ εἰρηνικοὶ ἕνεκα τῶν συμφωνιῶν.

Γεν. 26,32

ἐγένετο δὲ ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ καὶ παραγενόμενοι οἱ παῖδες Ἰσαὰκ ἀπήγγειλαν αὐτῷ περὶ τοῦ φρέατος, οὗ ὤρυξαν, καὶ εἶπαν· οὐχ εὕρομεν ὕδωρ.

Κολιτσάρα

Κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην οἱ δοῦλοι τοῦ Ἰσαὰκ ἦλθαν καὶ τοῦ εἶπαν, ὅτι δὲν εὑρῆκαν πλέον ὕδωρ εἰς τὸ φρέαρ, τὸ ὁποῖον εἶχαν ἀνοίξει.

Τρεμπέλα

Κατὰ τὴν ἰδίαν ἐκείνην ἡμέραν ἦλθαν οἱ δοῦλοι τοῦ Ἰσαὰκ καὶ τοῦ εἶπαν διὰ τὸ πηγάδι, τὸ ὁποῖον εἶχαν ἀνοίξει· «δεν εὐρήκαμε νερό».

Γεν. 26,33

καὶ ἐκάλεσεν αὐτὸ Ὅρκος· διὰ τοῦτο ἐκάλεσεν ὄνομα τῇ πόλει ἐκείνῃ Φρέαρ ὅρκου ἕως τῆς σήμερον ἡμέρας.

Κολιτσάρα

Ὠνόμασεν αὐτὸ τὸ φρέαρ ὁ Ἰσαὰκ «Ὅρκος». Ἐξ αἰτίας αὐτοῦ καὶ ὠνομάσθη ἡ πόλις ἐκείνη μέχρι σήμερον «Φρέαρ τοῦ ὅρκου».

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Ἰσαὰκ ὠνόμασε τὸ πηγάδι ἐκεῖνο «Ὅρκον». Ἐξ αἰτίας τὸν πηγαδιοῦ ἔδωσε καὶ εἰς τὴν πόλιν ἐκεῖνην τὸ ὄνομα «Πηγάδι τὸν Ὅρκου», ὄνομα τὸ ὁποῖον ἡ πόλις διατηρεῖ μέχρι σήμερα, ποὺ γράφονται οἱ γραμμὲς αὐτές.

Γεν. 26,34

Ἦν δὲ Ἡσαῦ ἐτῶν τεσσαράκοντα καὶ ἔλαβε γυναῖκα Ἰουδίθ, θυγατέρα Βεὼχ τοῦ Χετταίου καὶ τὴν Βασεμάθ, θυγατέρα Ἑλὼν Χετταίου.

Κολιτσάρα

Ὁ Ἡσαῦ ἦτο τεσσαράκοντα ἐτῶν, ὁπότε ἔλαβε σύζυγόν του τὴν Ἰουδίθ, θυγατέρα Βεὼχ τοῦ Χετταίου καὶ τὴν Βασεμάθ, θυγατέρα Ἑλὼν τοῦ Χετταίου.

Τρεμπέλα

Ὅταν δὲ ὁ Ἡσαῦ ἦταν σαράντα ἐτῶν, μόνος του καὶ χωρὶς τὴν εὐλογίαν τῶν γονέων του ἐνυμφεύθη ὡς γυναῖκες του τὴν Ἰουδίθ, κόρην τοῦ Βεὼχ τοῦ Χετταίου, καὶ τὴν Βασεμάθ, κόρην τοῦ Ἑλὼν τοῦ Χετταίου.

Γεν. 26,35

καὶ ἦσαν ἐρίζουσαι τῷ Ἰσαὰκ καὶ τῇ Ῥεβέκκᾳ.

Κολιτσάρα

Αὐταὶ ὅμως διαρκῶς ἐφιλονεικοῦσαν καὶ με τὴν Ρεβέκκαν καὶ μὲ τὸν Ἰσαάκ.

Τρεμπέλα

Οἱ εἰδωλολάτρισσες καὶ δύστροπες αὐτὲς γυναῖκες ἐφιλονικοῦσαν συνεχῶς μὲ τὰ πενθερικά των, δηλαδὴ τὸν Ἰσαὰκ καὶ τὴν σύζυγόν του Ρεβέκκαν.

Κεφάλαιο 27

Γεν. 27,1

Ἐγένετο δὲ μετὰ τὸ γηράσαι τὸν Ἰσαὰκ καὶ ἠμβλύνθησαν οἱ ὀφθαλμοὶ αὐτοῦ τοῦ ὁρᾶν, καὶ ἐκάλεσεν Ἡσαῦ τὸν υἱὸν αὐτοῦ τὸν πρεσβύτερον καὶ εἶπεν αὐτῷ· υἱέ μου· καὶ εἶπεν· ἰδοὺ ἐγώ.

Κολιτσάρα

Ὅταν ἐγήρασεν ὁ Ἰσαὰκ καὶ ἀδυνάτησαν πλέον οἱ ὀφθαλμοί του, ἐκάλεσε τὸν μεγαλύτερόν του υἱόν, τὸν Ἡσαῦ, καὶ τοῦ εἶπε· «παιδί μου»· καὶ ἐκεῖνος τοῦ ἀπήντησεν· «ἰδοὺ ἐγώ, πάτερ μου».

Τρεμπέλα

Ὅταν πλέον ἐγήρασεν ὁ Ἰσαάκ, τὰ μάτια του ἀδυνάτισαν, ἐθόλωσαν καὶ ὠλιγόστευσε τὸ φῶς του, ἕνεκα τῶν γηρατειῶν του τόσον, ὥστε νὰ μὴ ἠμπορῇ νὰ διακρίνῃ τὰ χαρακτηριστικὰ τῶν ἀνθρώπων ποὺ τὸν ἐπλησίαζαν· τότε ἐκάλεσε τὸν Ἡσαῦ, τὸ μεγαλύτερο παιδί του, καὶ τοῦ εἶπε· «παιδί μου»· καὶ ὁ Ἡσαῦ ἀπάντησε· «ὁρίστε, πατέρα, ἐδῶ εἶμαι».

Γεν. 27,2

καὶ εἶπεν· ἰδοὺ γεγήρακα καὶ οὐ γινώσκω τὴν ἡμέραν τῆς τελευτῆς μου·

Κολιτσάρα

«Ἐγὼ ἔχω πλέον γηράσει καὶ δὲν γνωρίζω τὴν ἡμέραν, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ λάβῃ τέλος ἡ ζωή μου.

Τρεμπέλα

Καὶ εἶπεν ὁ Ἰσαάκ: «Παιδί μου· νά, βλέπεις, ἐγὼ ἔχω πλέον γηράσει καὶ δεν ξεύρω τὴν ἡμέραν τοῦ θανάτου μου·

Γεν. 27,3

νῦν οὖν λαβὲ τὸ σκεῦός σου, τήν τε φαρέτραν καὶ τὸ τόξον, καὶ ἔξελθε εἰς τὸ πεδίον καὶ θήρευσόν μοι θήραν

Κολιτσάρα

Πάρε λοιπὸν τὰ κυνηγετικά σου σύνεργα, τὴν φαρέτραν μὲ τὰ βέλη καὶ τὸ τοξον, ἔβγα ἔξω εἰς τὴν πεδιάδα καὶ φέρε μου κάτι ἀπὸ τὸ κυνήγιον.

Τρεμπέλα

πάρε λοιπὸν τώρα τὰ κυνηγετικά σου ὅπλα, δηλαδὴ τὴν φαρέτραν, τὴν θήκην ποὺ ἔχει μέσα τὰ βέλη, καὶ τὸ τόξον, τὴν σαΐταν σου, καὶ ἔβγα ἔξω εἰς τὴν πεδιάδα διὰ νὰ κυνηγήσῃς καὶ φέρε μου κάτι ἀπὸ τὸ κυνήγι σου·

Γεν. 27,4

καὶ ποίησόν μοι ἐδέσματα, ὡς φιλῶ ἐγώ, καὶ ἔνεγκέ μοι, ἵνα φάγω, ὅπως εὐλογήσῃ σε ἡ ψυχή μου πρὶν ἀποθανεῖν με.

Κολιτσάρα

Μαγείρευσέ μου φαγητά, ποὺ μοῦ ἀρέσουν, καὶ φέρε μου νὰ φάγω, διὰ νὰ σὲ εὐλογήσω μὲ ὅλην μου τὴν ψυχήν, πρὶν ἀποθάνω.

Τρεμπέλα

καὶ μαγείρευσέ μου ἀπὸ τὸ κυνήγι, ποὺ θὰ φέρῃς, φαγητὸν ὅπως μου ἀρέσει, καὶ φέρε μου νὰ φάγω, διὰ νὰ σοῦ δώσω μὲ ὅλην τὴν ψυχήν μου τὴν τελευταίαν μου εὐλογίαν, πρὶν ἀποθάνω καὶ φύγω ἀπὸ τὸν κόσμον αὐτόν».

Γεν. 27,5

Ῥεβέκκα δὲ ἤκουσε λαλοῦντος Ἰσαὰκ πρὸς Ἡσαῦ τὸν υἱὸν αὐτοῦ. ἐπορεύθη δὲ Ἡσαῦ εἰς τὸ πεδίον θηρεῦσαι θήραν τῷ πατρὶ αὐτοῦ·

Κολιτσάρα

Ἡ Ρεβέκκα ἤκουσε τοὺς λόγους αὐτούς, τοὺς ὁποίους εἶπεν ὁ Ἰσαὰκ πρὸς τὸν υἱόν του τὸν Ἡσαῦ. Ὁ Ἡσαῦ ὑπακούων εἰς τὸν πατέρα ἐξῆλθεν εἰς τὴν πεδιάδα, διὰ νὰ κυνηγήσῃ καὶ φέρῃ εἰς αὐτὸν κυνήγιον.

Τρεμπέλα

Ἡ Ρεβέκκα ἄκουσε τὰ λόγια, ποὺ εἶπεν ὁ Ἰσαὰκ πρὸς τὸν Ἡσαῦ, τὸ παιδί του. Ὁ δὲ Ἡσαῦ ἔφυγε καὶ ἐπῆγεν ἔξω εἰς τὴν πεδιάδα, διὰ νὰ κυνηγήσῃ καὶ νὰ φέρῃ εἰς τὸν πατέρα του κυνήγι.

Γεν. 27,6

Ῥεβέκκα δὲ εἶπε πρὸς Ἰακὼβ τὸν υἱὸν αὐτῆς, τὸν ἐλάσσω· ἰδέ, ἤκουσα τοῦ πατρός σου λαλοῦντος πρὸς Ἡσαῦ τὸν ἀδελφόν σου λέγοντος·

Κολιτσάρα

Ἡ Ρεβέκκα ὅμως εἶπε πρὸς τὸν Ἰακώβ, τὸν νεώτερον υἱόν της· «Γιὰ πρόσεξε· ἤκουσα τὸν πατέρα σου νὰ ὁμιλῇ καὶ νὰ λέγῃ πρὸς τὸν ἀδελφόν σου τὸν Ἡσαῦ·

Τρεμπέλα

Ἐνῷ ὁ Ἡσαῦ εὑρίσκετο ἔξω εἰς τὸ κυνήγι, ἡ Ρεβέκκα εἶπεν εἰς τὸν Ἰακώβ, τὸ νεώτερον παιδί της: «Κύτταξε· μόλις πρὶν ἀπὸ λίγο ἄκουσα τὸν πατέρα σου νὰ λέγῃ εἰς τὸν Ἡσαῦ, τὸν ἀδελφόν σου·

Γεν. 27,7

ἔνεγκόν μοι θήραν καὶ ποίησόν μοι ἐδέσματα, ἵνα φαγὼν εὐλογήσω σε ἐναντίον Κυρίου πρὸ τοῦ ἀποθανεῖν με.

Κολιτσάρα

Φέρε μου κυνῆγι καὶ μαγείρεψέ μου φαγητά, διὰ νὰ φάγω καὶ νὰ σοῦ δώσω τὰς εὐλογίας μου ἐνώπιον τοῦ Κυρίου, πρὶν ἀποθάνω.

Τρεμπέλα

«πήγαινε νὰ φέρῃς κυνήγι καὶ μαγείρεψε φαγητὸν τῆς ἀρεσκείας μου, ὥστε ἀφοῦ φάγω νὰ σὲ εὐλογήσω ἐνώπιὸν τοῦ Κυρίου, πρὶν ἀποθάνω καὶ φύγω ἀπὸ τὸν κόσμον αὐτόν».

Γεν. 27,8

νῦν οὖν, υἱέ μου, ἄκουσόν μου, καθὰ ἐγώ σοι ἐντέλλομαι.

Κολιτσάρα

Τώρα λοιπόν, παιδί μου, ἄκουσέ με καὶ κάμε ὅ,τι ἐγὼ θὰ σὲ συμβουλεύσω.

Τρεμπέλα

Τώρα λοιπόν, παιδί μου, ἄκουσέ με καὶ κάμε ὅπως καὶ ὅσα θὰ σὲ συμβουλεύσω.

Γεν. 27,9

καὶ πορευθεὶς εἰς τὰ πρόβατα λαβέ μοι ἐκεῖθεν δύο ἐρίφους ἁπαλοὺς καὶ καλούς, καὶ ποιήσω αὐτοὺς ἐδέσματα τῷ πατρί σου, ὡς φιλεῖ,

Κολιτσάρα

Πήγαινε εἰς τὰ πρόβατα, πάρε καὶ φέρε μου δύο ἐρίφια τρυφερὰ καὶ καλοθρεμμένα καὶ ἐγὼ θὰ μαγειρεύσω ἀπὸ αὐτὰ φαγητά, ποὺ ἀγαπᾷ ὁ πατέρας σου.

Τρεμπέλα

Τρέξε γρήγορα εἰς τὰ πρόβατα, πάρε ἀπὸ ἐκεῖ καὶ φέρε μου ἀμέσως ἐδῶ δύο κατσίκια τρυφερά, ἁπαλὰ καὶ καλοθρεμμένα· ἐγὼ δὲ θὰ μαγειρεύσω ἀπὸ αὐτὰ φαγητὰ διὰ τὸν πατέρα σου, ὅπως ἐκεῖνος τὰ ἀγαπᾷ καὶ τὰ νοστιμεύεται.

Γεν. 27,10

καὶ εἰσοίσεις τῷ πατρί σου καὶ φάγεται, ὅπως εὐλογήσῃ σε ὁ πατήρ σου πρὸ τοῦ ἀποθανεῖν αὐτόν.

Κολιτσάρα

Αὐτὰ θὰ τὰ προσφέρῃς εἰς τὸν πατέρα σου, διὰ νὰ φάγῃ καὶ νὰ δώσῃ εἰς σὲ τὰς εὐλογίας του, πρὶν ἀποθάνῃ».

Τρεμπέλα

Ὅταν τὰ φαγητὰ αὐτὰ μαγειρευθοῦν, θὰ τὰ πάρῃς καὶ θὰ τὰ προσφέρῃς εἰς τὸν πατέρα σου ἐσύ, ὑποκρινόμενος ὅτι εἶσαι ὁ Ἡσαῦ, διὰ νὰ φάγῃ καὶ νὰ εὐλόγησῃ σέ, ἀντὶ τοῦ Ἡσαῦ, πρὶν ἀποθάνῃ καὶ φύγῃ ἀπὸ τὸν κόσμον αὐτόν».

Γεν. 27,11

εἶπε δὲ Ἰακὼβ πρὸς Ῥεβέκκαν τὴν μητέρα αὐτοῦ· ἔστιν Ἡσαῦ ὁ ἀδελφός μου ἀνὴρ δασύς, ἐγὼ δὲ ἀνὴρ λεῖος·

Κολιτσάρα

Εἶπε δὲ ὁ Ἰακὼβ πρὸς τὴν μητέρα του τὴν Ρεβέκκαν· «ὁ Ἡσαῦ ὁ ἀδελφός μου εἶναι δασύτριχος, ἐνῶ ἐγὼ εἶμαι λεῖος.

Τρεμπέλα

Ὁ ἄπλαστος καὶ ἀθῶος Ἰακώβ, ποὺ ἦταν εὐλαβὴς εἰς τὸν πατέρα του, εἶπε πρὸς τὴν μητέρα του τὴν Ρεβέκκαν μὲ δισταγμὸν καὶ ἀνησυχίαν: «Ὁ ἀδελφός μου ὁ Ἡσαῦ εἶναι δασύτριχος, ἐνῷ ἐγὼ εἶμαι ἀραιότριχος·

Γεν. 27,12

μή ποτε ψηλαφήσῃ με ὁ πατήρ, καὶ ἔσομαι ἐναντίον αὐτοῦ ὡς καταφρονῶν καὶ ἐπάξω ἐπ’ ἐμαυτὸν κατάραν καὶ οὐκ εὐλογίαν.

Κολιτσάρα

Φοβοῦμαι, λοιπόν, μήπως μὲ ψηλαφήσῃ ὁ πατήρ μου, ἀναγνωρίσῃ ὅτι εἶμαι ὁ Ἰακὼβ καὶ μὲ θεωρήσῃ ὡς ἀσεβῆ καὶ ἀπατεῶνα· ὁπότε ὑπάρχει φόβος νὰ ἐπισύρω ἐναντίον μου ὄχι τὴν εὐλογίαν του ἀλλὰ τὴν κατάραν».

Τρεμπέλα

διὰ τοῦτο φοβοῦμαι μήπως οἱ ἐπιδιώξεις αὐτὲς στραφοῦν ἐναντίον μου· διότι εἶναι πιθανὸν ὁ τυφλὸς πατέρας μου νὰ μὲ ψηλαφήσῃ, ὁπότε θὰ μὲ ἀναγνωρίσῃ, θὰ ἀντιληφθῇ τὴν ἀπάτην καὶ θὰ μὲ θεωρήσῃ ὡς ἀσεβῆ, καὶ τότε θὰ ἐπισύρω ἐναντίον μου τὴν κατάραν του καὶ ὄχι τὴν εὐλογίαν».

Γεν. 27,13

εἶπε δὲ αὐτῷ ἡ μήτηρ· ἐπ’ ἐμὲ ἡ κατάρα σου, τέκνον· μόνον ὑπάκουσόν μοι τῆς φωνῆς καὶ πορευθεὶς ἔνεγκέ μοι.

Κολιτσάρα

Ἀπήντησε δὲ εἰς αὐτὸν ἡ μητέρα του· «ἐπάνω μου ἂς πέσῃ ἡ κατάρα σου αὐτή, τέκνον μου· μόνον ἄκουσε αὐτό, ποὺ σοῦ εἶπα, καὶ πήγαινε νὰ μοῦ φέρῃς τὰ ἐρίφια».

Τρεμπέλα

Ἡ μητέρα του, ἡ Ρεβέκκα, ἐπειδὴ ἐστηρίζετο εἰς τὴν ἀποκάλυψιν τοῦ Θεοῦ καὶ ὑπηρετοῦσε τὸ θεῖον σχέδιον, ἐπροσπάθησε νὰ βγάλῃ τὸν φόβον τοῦ Ἰακὼβ καὶ νὰ τὸν ἐνισχύσῃ, ὥστε νὰ φερθῇ ὅπως τὸν ἐσυμβούλευσε. Δὲν τοῦ ὑπεσχέθη μέν, ὅτι θὰ ἠμπορέσῃ νὰ ἐξαπατήσῃ τὸν πατέρα του καὶ νὰ κρυφθῇ, ἀλλὰ ἐπῆρε ὅλην τὴν εὐθύνην τῆς ἀπάτης ἐπάνω της καὶ εἶπεν εἰς τὸν υἱόν της· «ἡ εὐθύνη καὶ ἡ ἐνοχὴ εἶναι ἰδική μου· ἡ κατάρα δὲ τοῦ πατέρα σου εἰς σὲ διὰ τὴν πρᾶξιν αὐτὴν ἂς πέσῃ ἐπάνω μου, παιδί μου· μὴ φοβηθῇς λοιπόν, πάρε θάρρος καὶ μὴ διστάζης· μόνον κάμε ὑπακοὴν εἰς αὐτό, ποὺ σὲ συμβουλεύω, καὶ πήγαινε νὰ μοῦ φέρῃς τὰ δύο τρυφερὰ κατσίκια».

Γεν. 27,14

πορευθεὶς δὲ ἔλαβε καὶ ἤνεγκε τῇ μητρί, καὶ ἐποίησεν ἡ μήτηρ αὐτοῦ ἐδέσματα, καθὰ ἐφίλει ὁ πατὴρ αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

Ἐπῆγεν ὁ Ἰακὼβ καὶ ἔφερε τὰ ἐρίφια εἰς τὴν μητέρα του, ἡ ὁποία καὶ ἐμαγείρευσεν ἀπὸ αὐτὰ φαγητά, καθὼς τὰ ἐπροτιμοῦσε ὁ πατέρας του.

Τρεμπέλα

Ὁ Ἰακώβ, ὁ ὁποῖος εἰς τὴν ἀρχὴν ἀρνήθηκε νὰ ἐξαπατήσῃ τὸν πατέρα του, τελικῶς ὑπεχώρησεν εἰς τὴν ἐπιμονὴν τῆς μητέρας του. Ἀφοῦ ἐπῆγεν εἰς τὸ κοπάδι τῶν προβάτων, ἐπῆρε καὶ ἔφερεν εἰς τὴν μητέρα του τὰ δύο κατσίκια· καὶ ἡ μητέρα του γρήγορα - γρήγορα, διὰ νὰ προλάβῃ τὸν Ἡσαῦ, ἐμαγείρευσεν ἀπὸ αὐτὰ φαγητὸν νόστιμον, ὅπως τὸ ἐπροτιμοῦσεν ὁ πατέρας του, ὁ Ἰσαάκ.

Γεν. 27,15

καὶ λαβοῦσα Ῥεβέκκα τὴν στολὴν Ἡσαῦ τοῦ υἱοῦ αὐτῆς τοῦ πρεσβυτέρου τὴν καλήν, ἣ ἦν παρ’ αὐτῇ ἐν τῷ οἴκῳ, ἐνέδυσεν αὐτὴν Ἰακὼβ τὸν υἱὸν αὐτῆς τὸν νεώτερον

Κολιτσάρα

Ἔλαβεν ἡ Ρεβέκκα τὴν στολὴν τοῦ μεγαλυτέρου υἱοῦ της τοῦ Ἡσαῦ, τὴν καλήν, ποὺ εὑρίσκετο εἰς τὸν οἶκον της, ἐνέδυσε μὲ αὐτὴν τὸν νεώτερον υἱόν της τὸν Ἰακώβ,

Τρεμπέλα

Καὶ ἡ Ρεβέκκα, ἀφοῦ ἐπῆρε τὴν στολὴν τοῦ Ἡσαῦ τοῦ μεγαλυτέρου παιδιοῦ της, τὴν στολὴν τὴν καινούργιαν καὶ καλύτερην, ποὺ εὑρίσκετο εἰς τὸ σπίτι της, ἔντυσε μὲ αὐτὴν τὸν Ἰακώβ, τὸ νεώτερο παιδί της.

Γεν. 27,16

καὶ τὰ δέρματα τῶν ἐρίφων περιέθηκεν ἐπὶ τοὺς βραχίονας αὐτοῦ καὶ ἐπὶ τὰ γυμνὰ τοῦ τραχήλου αὐτοῦ

Κολιτσάρα

περιέβαλε μὲ τὰ δέρματα τῶν ἐριφίων τοὺς βραχίονάς του καὶ τὸ γυμνὸν μέρος τοῦ τραχήλου του

Τρεμπέλα

Κατόπιν ἐπῆρε τὰ τομάρια τῶν δύο τρυφερῶν κατοικιῶν, ποὺ ἔσφαξε, καὶ μὲ αὐτὰ ἐσκέπασε καὶ ἐτύλιξέ μὲ προσοχὴν τὰ μπράτσα τοῦ Ἰακὼβ καὶ τὸ γυμνὸν μέρος τοῦ τραχήλου του

Γεν. 27,17

καὶ ἔδωκε τὰ ἐδέσματα καὶ τοὺς ἄρτους, οὓς ἐποίησεν εἰς τὰς χεῖρας Ἰακὼβ τοῦ υἱοῦ αὐτῆς.

Κολιτσάρα

καὶ ἔδωσε τὰ φαγητὰ καὶ τοὺς ἄρτους, ποὺ εἶχε κατασκευάσει, εἰς τὰ χέρια τοῦ παιδιοῦ της, τοῦ Ἰακώβ.

Τρεμπέλα

καὶ ἔδωκε τὸ φαγητὸν ποὺ ἐμαγείρευσε καὶ τὰ ψωμιὰ εἰς τὰ χέρια τοῦ παιδιοῦ της, τοῦ Ἰακώβ.

Γεν. 27,18

καὶ εἰσήνεγκε τῷ πατρὶ αὐτοῦ. εἶπε δέ· πάτερ. ὁ δὲ εἶπεν· ἰδοὺ ἐγώ· τίς εἶ σὺ τέκνον;

Κολιτσάρα

Ὁ δὲ Ἰακὼβ προσέφερεν αὐτὰ εἰς τὸν πατέρα του καὶ τοῦ εἶπε· «πάτερ». Ἐκεῖνος δὲ τοῦ ἀπήντησε· «ἐδῶ εἶμαι, ποιὸς εἶσαι, παιδί μου;»

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Ἰακὼβ ἔφερε τὸ φαγητὸν καὶ τὰ ψωμιὰ εἰς τὸν πατέρα του καὶ τοῦ εἶπε· «πατέρα». Ὁ τυφλὸς καὶ γέρων Ἰσαὰκ ἀπάντησε· «ὁρίστε, ἐδῶ εἶμαι· ποιὸς εἶσαι σύ, παιδί μου;»

Γεν. 27,19

καὶ εἶπεν Ἰακὼβ τῷ πατρί· ἐγὼ Ἡσαῦ ὁ πρωτότοκός σου· πεποίηκα καθὰ ἐλάλησάς μοι· ἀναστὰς κάθισον καὶ φάγε ἀπὸ τῆς θήρας μου, ὅπως εὐλογήσῃ με ἡ ψυχή σου.

Κολιτσάρα

Καὶ εἶπεν ὁ Ἰακὼβ πρὸς τὸν πατέρα του· «ἐγὼ εἶμαι, ὁ Ἡσαῦ, ὁ υἱός σου ὁ πρωτότοκος. Ἔκαμα, ὅπως μοῦ εἶπες. Σήκω κάθισε καὶ φάγε ἀπὸ τὸ κυνήγι μου, διὰ νὰ μὲ εὐλογήσῃ ἡ ψυχή σου».

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Ἰακὼβ μὲ πολλὴν ἀγωνίαν εἶπεν εἰς τὸν πατέρα του: «Εἶμαι ὁ Ἡσαῦ, τὸ πρῶτον σου παιδί· ἔκαμα σύμφωνα μὲ ὅσα μοῦ παρήγγειλες· σήκω καὶ κάθησε νὰ φᾶς ἀπὸ τὸ κυνήγι, ποὺ σοῦ ἔφερα, διὰ νὰ εὐχαριστηθῇς καὶ νὰ μοῦ δώσης μὲ ὅλην τὴν ψυχήν σου τὴν τελευταίαν σου εὐλογίαν».

Γεν. 27,20

εἶπε δὲ Ἰσαὰκ τῷ υἱῷ αὐτοῦ· τί τοῦτο, ὃ ταχὺ εὗρες, ὦ τέκνον; ὁ δὲ εἶπεν· ὃ παρέδωκε Κύριος ὁ Θεός σου ἐναντίον μου.

Κολιτσάρα

Ὁ Ἰσαὰκ εἶπεν εἰς τὸ παιδί του· «πῶς συνέβη αὐτό, ὥστε τόσον σύντομα νὰ εὕρῃς τὸ κυνήγι, παιδί μου;» Ἐκεῖνος ἀπήντησεν· «ὁ Κύριος μοῦ τὸ παρέδωσε ἐνώπιόν μου».

Τρεμπέλα

Ὁ Ἰσαὰκ παραξενεύεται καὶ ἀμφιβάλλει, δι’ αὐτὸ ἐρωτᾷ μὲ ἀπορίαν: «Πῶς συνέβη ὥστε νὰ εὕρῃς τόσον εὔκολα κυνήγι καὶ νὰ ἐπιστρέψῃς τόσον γρήγορα, παιδί μου;» Καὶ ὁ Ἰακὼβ τοῦ ἀπάντησε μὲ φόβον, ἀλλὰ καὶ μὲ θάρρος: «Κύριος ὁ Θεός σου, αὐτὸς μοῦ τὸ ἐφανέρωσε τόσον γρήγορα καὶ τὸ παρέδωσεν εἰς τὰ χέρια μου, ὥστε νὰ σοῦ τὸ φέρω».

Γεν. 27,21

εἶπε δὲ Ἰσαὰκ τῷ Ἰακώβ· ἔγγισόν μοι καὶ ψηλαφήσω σε, τέκνον, εἰ σὺ εἶ ὁ υἱός μου Ἡσαῦ ἢ οὔ.

Κολιτσάρα

Εἶπε δὲ ὁ Ἰσαὰκ εἰς τὸν Ἰακώβ· «ἔλα κοντά μου, παιδί μου, νὰ σὲ ψηλαφήσω καὶ νὰ πεισθῶ, ἐὰν πράγματι σὺ εἶσαι ὁ υἱός μου ὁ Ἡσαῦ ἢ ὄχι».

Τρεμπέλα

Μετὰ τὴν ἀπάντησιν τὸν Ἰακὼβ πρὸς τὸν πατέρα του, ὁ Ἰσαάκ, ἐπειδὴ ἀκόμη ἀμφέβαλλε, διότι ἡ φωνὴ δὲν ἔμοιαζε μὲ ἐκείνην τοῦ Ἡσαῦ, εἶπε πρὸς τὸν Ἰακώβ· «ἔλα κοντά μου, παιδί μου, πλησίασέ με διὰ νὰ σὲ ψηλαφήσω, ὥστε νὰ βεβαιωθῶ, ἐὰν εἶσαι πράγματι ὁ Ἡσαῦ, τὸ παιδί μου, ἢ ὄχι».

Γεν. 27,22

ἤγγισε δὲ Ἰακὼβ πρὸς Ἰσαὰκ τὸν πατέρα αὐτοῦ, καὶ ἐψηλάφησεν αὐτὸν καὶ εἶπεν· ἡ μὲν φωνὴ φωνὴ Ἰακώβ, αἱ δὲ χεῖρες χεῖρες Ἡσαῦ.

Κολιτσάρα

Ἐπλησίασεν ὁ Ἰακὼβ πρὸς τὸν πατέρα του τὸν Ἰσαάκ, ὁ ὁποῖος τὸν ἐψηλάφησε καὶ τοῦ εἶπε· «ἡ μὲν φωνὴ εἶναι φωνὴ τοῦ Ἰακώβ, οἱ δὲ χεῖρες εἶναι χεῖρες τοῦ Ἡσαῦ».

Τρεμπέλα

Ὁ Ἰακὼβ ἐπλησίασε χωρὶς ταραχὴν τὸν πατέρα του καὶ ὁ τυφλὸς Ἰσαὰκ τὸν ἐψηλάφησε καὶ τοῦ εἶπε πάλιν μὲ ἀμφιβολίαν· «ἡ μὲν φωνὴ εἶναι φωνὴ τοῦ Ἰακώβ, τὰ χέρια ὅμως, ἀπὸ τὰ μαλλιὰ ποὺ ἔχουν, φαίνεται νὰ εἶναι χέρια τοῦ Ἡσαῦ».

Γεν. 27,23

καὶ οὐκ ἐπέγνω αὐτόν· ἦσαν γὰρ αἱ χεῖρες αὐτοῦ ὡς αἱ χεῖρες Ἡσαῦ τοῦ ἀδελφοῦ αὐτοῦ δασεῖαι· καὶ εὐλόγησεν αὐτὸν

Κολιτσάρα

Δὲν ἀνεγνώρισε δὲ τὸν Ἰακώβ, διότι αἱ χεῖρες αὐτοῦ, σκεπασμέναι μὲ τὰ δέρματα, ἦσαν δασεῖαι, ὅπως αἱ χεῖρες τοῦ ἀδελφοῦ του Ἡσαῦ. Εὐλόγησεν αὐτὸν ὁ Ἰσαὰκ

Τρεμπέλα

Ἐπειδὴ ἔπρεπε νὰ πραγματοποιηθῇ τὸ σχέδιον τοῦ Θεοῦ, δὲν ἐπετράπη νὰ γίνη ἀντιληπτὴ ἡ ἀπάτη. Δι’ αὐτὸ ὁ Ἰσαὰκ δὲν ἀνεγνώρισε τὸν Ἰακώβ· διότι τὰ χέρια του, ποὺ ἦταν σκεπασμένα μὲ κατσικίσιο δέρμα, ἐφαίνοντο μαλλιαρά, ὅπως τὰ χέρια τοῦ Ἡσαῦ. Καὶ ὁ πατέρας του τὸν εὐλόγησε.

Γεν. 27,24

καὶ εἶπε· σὺ εἶ ὁ υἱός μου Ἡσαῦ; ὁ δὲ εἶπεν· ἐγώ.

Κολιτσάρα

καὶ εἶπε· «σὺ λοιπὸν εἶσαι ὁ υἱός μου ὁ Ἡσαῦ;» Ἐκεῖνος ἀπήντησε· «ναί, ἐγὼ εἶμαι».

Τρεμπέλα

Ἐπειδὴ ὅμως ὁ Ἰσαὰκ ἀκόμη ὑπωψιάζετο, ἐρώτησε πάλιν μὲ δισταγμόν· «σὺ εἶσαι τὸ παιδί μου ὁ Ἡσαῦ;» Καὶ ὁ Ἰακὼβ ἀπάντησε διὰ τρίτην φοράν· «μάλιστα· ἐγὼ εἶμαι, πατέρα».

Γεν. 27,25

καὶ εἶπε· προσάγαγέ μοι, καὶ φάγομαι ἀπὸ τῆς θήρας σου, τέκνον, ἵνα εὐλογήσῃ σε ἡ ψυχή μου. καὶ προσήνεγκεν αὐτῷ, καὶ ἔφαγε· καὶ εἰσήνεγκεν αὐτῷ οἶνον, καὶ ἔπιε.

Κολιτσάρα

Εἶπε τότε ὁ Ἰσαάκ· «παιδί μου, φέρε μου ἀπὸ τὸ κυνήγι σου, διὰ νὰ φάγω καὶ νὰ σὲ εὐλογήσω μὲ ὅλην μου τὴν ψυχήν». Ὁ Ἰακὼβ ἔφερεν εἰς τὸν πατέρα του καὶ ἔφαγε· τοῦ ἔφερε ἐπίσης οἶνον καὶ ἔπιε.

Τρεμπέλα

Μετὰ τὴν τρίτην αὐτὴν βεβαίωσιν ὁ Ἰσαὰκ εἶπε· «παιδί μου, φέρε μου ἀπὸ τὸ κυνήγι σου διὰ νὰ φάγω καὶ νὰ σὲ εὐλογήσω μὲ ὅλην τὴν ψυχήν μου». Ὁ Ἰακὼβ ἐπλησίασε καὶ ἐπρόσφερεν εἰς τὸν πατέρα του ἀπὸ τὸ μαγειρευμένον φαγητὸν καὶ ἐκεῖνος ἔφαγε· τοῦ ἐπρόσφερεν ἀκόμη καὶ κρασὶ καὶ ἤπιε.

Γεν. 27,26

καὶ εἶπεν αὐτῷ Ἰσαὰκ ὁ πατὴρ αὐτοῦ· ἔγγισόν μοι καὶ φίλησόν με τέκνον.

Κολιτσάρα

Μετὰ τὸ φαγητὸν ὁ πατήρ του ὁ Ἰσαὰκ εἶπεν εἰς αὐτόν· «παιδί μου, ἔλα κοντά μου καὶ φίλησέ με».

Τρεμπέλα

Μετὰ ὁ γέρων Ἰσαάκ, ἐπειδὴ φαίνεται ὅτι τοῦ ἔμενε εἰς τὸ βάθος κάποια ἀμφιβολία, εἶπεν εἰς τὸν Ἰακώβ· «πλησίασε, παιδί μου, ἔλα κοντά μου καὶ φίλησέ με».

Γεν. 27,27

καὶ ἐγγίσας ἐφίλησεν αὐτόν, καὶ ὠσφράνθη τὴν ὀσμὴν τῶν ἱματίων αὐτοῦ καὶ εὐλόγησεν αὐτὸν καὶ εἶπεν· ἰδοὺ ὀσμὴ τοῦ υἱοῦ μου ὡς ὀσμὴ ἀγροῦ πλήρους, ὃν εὐλόγησε Κύριος.

Κολιτσάρα

Ὁ Ἰακὼβ ἐπλησίασε καὶ ἐφίλησε τὸν πατέρα του. Ὁ Ἰσαὰκ ὠσφράνθη τὴν ὀσμὴν τῶν ἐνδυμάτων, ποὺ εἶχε φορέσει ὁ Ἰακώβ, εὐλόγησεν αὐτὸν καὶ εἶπεν· «ἰδού, αὐτὴ εἶναι ἡ ὀσμὴ τοῦ υἱοῦ μου, ὡσὰν ὀσμὴ ἀγροῦ γεμάτου χόρτα καὶ ἄνθη, ποὺ τὸν εὐλόγησεν ὁ Κύριος.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Ἰακώβ, ἀφοῦ ἐπλησίασε τὸν πατέρα του, τὸν ἐφίλησεν. Ὁ Ἰσαὰκ τότε ἐμυρίσθη προσεκτικὰ τὴν μυρωδιὰν τῶν φορεμάτων, ποὺ εἶχε φορέσει ὁ Ἰακὼβ (καὶ τὰ ὁποῖα ἦσαν τοῦ Ἡσαῦ), καὶ εὐλόγησε τὸν Ἰακὼβ καὶ τοῦ εἶπε: «Νά· αὐτὴ εἶναι ἡ μυρωδιὰ τοῦ παιδιοῦ μου, ποὺ μὲ ἐφίλησε. Ἡ μυρωδιὰ δὲν εἶναι μυρωδιὰ στάνης καὶ προβάτων· εἶναι ὅπως ἐκείνη τῆς ἐξοχῆ καὶ τῶν χωραφιῶν, ποὺ εἶναι γεμᾶτα χόρτα καὶ ἄνθη, τὰ ὁποῖα εὐλόγησεν ὁ Κύριος». Μὲ τὸν τρόπον αὐτὸν ὁ Ἰσαὰκ ἐβεβαιώθη, ὅτι ἔχει ἐμπρός του τὸν Ἡσαῦ καὶ ἀπεφάσισε νὰ τὸν εὐλογήσῃ καὶ εἶπε:

Γεν. 27,28

καὶ δῴη σοι ὁ Θεὸς ἀπὸ τῆς δρόσου τοῦ οὐρανοῦ καὶ ἀπὸ τῆς πιότητος τῆς γῆς καὶ πλῆθος σίτου καὶ οἴνου.

Κολιτσάρα

Εὔχομαι, παιδί μου, νὰ σοῦ δώσῃ ὁ Θεὸς βροχὴν ἀπὸ τὸν οὐρανὸν καὶ εὐφορίαν τῆς γῆς, ὥστε νὰ ἔχῃς πλουσίαν τὴν συγκομιδὴν τοῦ σίτου καὶ τοῦ οἴνου.

Τρεμπέλα

«Εὔχομαι νὰ σοῦ δώσῃ ὁ Θεὸς βροχὴν ἀπὸ τὸν οὐρανὸν καὶ εὐφορίαν τῆς γῆς, ὥστε νὰ ἔχῃς πλουσίαν συγκομιδὴν σιταριοῦ καὶ κρασιοῦ. Εἴθε νὰ σοῦ δώσῃ ὁ Θεὸς ἄφθονα τὰ ὑλικά, ἀλλὰ καὶ τὰ οὐράνια ἀγαθά.

Γεν. 27,29

καὶ δουλευσάτωσάν σοι ἔθνη, καὶ προσκυνησάτωσάν σοι ἄρχοντες· καὶ γίνου κύριος τοῦ ἀδελφοῦ σου, καὶ προσκυνήσουσί σε οἱ υἱοὶ τοῦ πατρός σου. ὁ καταρώμενός σε ἐπικατάρατος, ὁ δὲ εὐλογῶν σε εὐλογημένος.

Κολιτσάρα

Λαοὶ νὰ σὲ ὑπηρετήσουν καὶ ἄρχοντες νὰ σὲ προσκυνήσουν· νὰ γίνῃς κύριος τοῦ ἀδελφοῦ σου, καὶ θὰ σὲ προσκυνήσουν οἱ ἀπόγονοι τοῦ πατρός σου. Ἐκεῖνος ποὺ θὰ σὲ καταρασθῇ νὰ εἶναι κατηραμένος καὶ ἐκεῖνος ποὺ θὰ σὲ εὐλογῇ, νὰ εἶναι εὐλογημένος ἀπὸ τὸν Θεόν».

Τρεμπέλα

Σοῦ εὔχομαι ἀκόμη νὰ ὑποταχθοῦν καὶ νὰ σὲ ὑπηρετήσουν ἔθνη καὶ νὰ σὲ προσκυνήσουν ἄρχοντες ἐθνῶν. Εἶθε νὰ γίνῃς κύριος τοῦ ἀδελφοῦ σου καὶ να σὲ προσκυνήσουν ὅλοι οἱ ἀπόγονοι τοῦ πατέρα σου, ὅλοι οἱ συγγενεῖς σου». Ἀκόμη ὁ γέρων Ἰσαὰκ ἐπρόσθεσε· παιδί μου, «ἐκεῖνος ποὺ θὰ σὲ καταρᾶται, νὰ εἶναι κατηραμένος καὶ ἐκεῖνος ποὺ θὰ σὲ εὐλογῇ, νὰ εἶναι εὐλογημενος ἀπὸ τὸν Θεόν».

Γεν. 27,30

Καὶ ἐγένετο μετὰ τὸ παύσασθαι Ἰσαὰκ εὐλογοῦντα Ἰακὼβ τὸν υἱὸν αὐτοῦ καὶ ἐγένετο, ὡς ἐξῆλθεν Ἰακὼβ ἀπὸ προσώπου Ἰσαὰκ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ, καὶ Ἡσαῦ ὁ ἀδελφὸς αὐτοῦ ἦλθεν ἀπὸ τῆς θήρας.

Κολιτσάρα

Ὅταν ἔπαυσεν ὁ Ἰσαὰκ νὰ δίδῃ τὰς εὐλογίας του εἰς τὸν υἱόν του τὸν Ἰακὼβ καὶ ὁ Ἰακὼβ ἀνεχώρησεν ἀπὸ τὴν σκηνὴν τοῦ πατρός του, ὁ Ἡσαῦ, ὁ ἀδελφός του, ἐπέστρεψεν ἀπὸ τὸ κυνήγιόν του.

Τρεμπέλα

Ὅταν ἐτελείωσεν ὁ Ἰσαὰκ νὰ δίδῃ τὶς εὐλογιές του πρὸς τὸν Ἰακὼβ καὶ μόλις ὁ Ἰακὼβ εἶχε φύγει ἀπὸ τὴν σκηνὴν τοῦ πατέρα του, ἐπέστρεψεν ἀπὸ τὸ κυνήγι καὶ ὁ ἀδελφός του, ὁ Ἡσαῦ.

Γεν. 27,31

καὶ ἐποίησε καὶ αὐτὸς ἐδέσματα καὶ προσήνεγκε τῷ πατρὶ αὐτοῦ. καὶ εἶπε τῷ πατρί· ἀναστήτω ὁ πατήρ μου καὶ φαγέτω ἀπὸ τῆς θήρας τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ, ὅπως εὐλογήσῃ με ἡ ψυχή σου.

Κολιτσάρα

Ἀμέσως δὲ παρεσκεύασε καὶ αὐτὸς φαγητά, τὰ προσέφερεν εἰς τὸν πατέρα του καὶ τοῦ εἶπε· «ἂς σηκωθῇ ὁ πατέρας μου καὶ ἂς φάγῃ φαγητὰ ἑτοιμασμένα ἀπὸ τὸ Κυνήγιον τοῦ παιδιοῦ του, διὰ νὰ μὲ εὐλογήσῃ μὲ τὴν ψυχήν του».

Τρεμπέλα

Ὁ Ἡσαῦ, χωρὶς νὰ γνωρίζῃ ὅσα ἔγιναν, ἐμαγείρευσε γρήγορα καὶ ἑτοίμασε καὶ αὐτὸς φαγητά, τὰ ἐπρόσφερεν εἰς τὸν πατέρα του καὶ τοῦ εἶπε· «ἂς σηκωθῇ ὁ πατέρας μου καὶ ἂς φάγῃ ἀπὸ τὸ κυνήγι τοῦ παιδιοῦ του, διὰ νὰ εὐχαριστήθῇ καὶ μοῦ δώσῃ μὲ ὅλην τὴν ψυχήν του τὴν τελευταίαν εὐλογίαν».

Γεν. 27,32

καὶ εἶπεν αὐτῷ Ἰσαὰκ ὁ πατὴρ αὐτοῦ· τίς εἶ σύ; ὁ δὲ εἶπεν· ἐγώ εἰμι ὁ υἱός σου ὁ πρωτότοκος Ἡσαῦ.

Κολιτσάρα

Ὁ πατήρ του ὁ Ἰσαὰκ εἶπε πρὸς αὐτόν· «ποιὸς εἶσαι σύ;» Ἐκεῖνος τοῦ ἀπήντησεν· «ἐγὼ εἶμαι τὸ παιδί σου, τὸ πρωτότοκο παιδί σου, ὁ Ἡσαῦ».

Τρεμπέλα

Ὅταν ὁ Ἰσαὰκ ἄκουσε τὰ λόγια αὐτά, ἐθορυβήθη καὶ ταραγμένος ἐρώτησε· «ποῖος εἶσαι σύ;»Ὁ Ἡσαῦ τοῦ ἀπάντησε· «ἐγὼ εἶμαι τὸ πρῶτον παιδί σου, ὁ Ἡσαῦ».

Γεν. 27,33

ἐξέστη δὲ Ἰσαὰκ ἔκστασιν μεγάλην σφόδρα καὶ εἶπε· τίς οὖν ὁ θηρεύσας μοι θήραν καὶ εἰσενέγκας μοι; καὶ ἔφαγον ἀπὸ πάντων πρὸ τοῦ ἐλθεῖν σε καὶ εὐλόγησα αὐτόν, καὶ εὐλογημένος ἔσται.

Κολιτσάρα

Ὁ Ἰσαὰκ ἐξεπλάγη πολύ, πάρα πολὺ καὶ εἶπε· «ποιὸς λοιπὸν ἦτο ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἐβγῆκεν εἰς κυνήγιον, μοῦ ἔφερε καὶ ἔφαγον ἀπὸ ὅλα, πρὶν σὺ ἔλθῃς, καὶ τὸν εὐλόγησα; Λοιπόν, αὐτὸς θὰ εἶναι ὁ εὐλογημένος».

Τρεμπέλα

Ὁ τυφλὸς γέρων Ἰσαὰκ ἐξεπλάγη πολύ, πάρα πολὺ καὶ εἶπε: «Ποῖος ἦταν λοιπὸν ἐκεῖνος ποὺ ἐπῆγε κυνήγι καὶ μοῦ ἔφερε ἀπὸ τὸ κυνήγι του καὶ ἔφαγα ἀπὸ ὅλα, ὅσα μοῦ ἔφερε, πρὶν ἔλθῃς ἐσὺ καὶ ἐγὼ εὐχαριστημένος τὸν εὐλόγησα; Αὐτὸς θὰ εἶναι εὐλογημένος».

Γεν. 27,34

ἐγένετο δέ, ἡνίκα ἤκουσεν Ἡσαῦ τὰ ῥήματα τοῦ πατρὸς αὐτοῦ Ἰσαάκ, ἀνεβόησε φωνὴν μεγάλην καὶ πικρὰν σφόδρα καὶ εἶπεν· εὐλόγησον δὴ κἀμέ, πάτερ.

Κολιτσάρα

Ὅταν ἤκουσεν αὐτὰ τὰ λόγια τοῦ πατρός του ὁ Ἡσαῦ ἐκραύγασε μὲ πολλὴν πικρίαν καὶ εἶπεν· «εὐλόγησε, λοιπόν, καὶ ἐμέ, πάτερ μου».

Τρεμπέλα

Ὅταν ὁ Ἡσαῦ ἄκουσε τὰ λόγια αὐτὰ ἀπὸ τὸν πατέρα του τὸν Ἰσαάκ, ἐφώναξε μὲ φωνὴν δυνατὴν καὶ ὠργισμένην, γεμάτην παραπόνον, λύπην ἀπαρηγόρητον καὶ πικρίαν καὶ εἶπεν· «εὐλόγησε λοιπὸν καὶ ἐμένα, πατέρα»!

Γεν. 27,35

εἶπε δὲ αὐτῷ· ἐλθὼν ὁ ἀδελφός σου μετὰ δόλου ἔλαβε τὴν εὐλογίαν σου.

Κολιτσάρα

Τοῦ εἶπεν ὁ Ἰσαάκ· «ἦλθεν ὁ ἀδελφός σου καὶ ἐπῆρε δολίως τὴν εὐλογίαν σου».

Τρεμπέλα

Ὁ Ἰσαὰκ τοῦ εἶπεν· «ὁ Ἰακώβ, ὁ ἀδελφός σου, ἀφοῦ ἦλθε, ἔλαβε μὲ δόλον τὴν εὐλογίαν, ποὺ ἦταν ἰδική σου».

Γεν. 27,36

καὶ εἶπε· δικαίως ἐκλήθη τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰακώβ· ἐπτέρνικε γάρ με ἰδοὺ δεύτερον τοῦτο· τά τε πρωτοτόκιά μου εἴληφε καὶ νῦν ἔλαβε τὴν εὐλογίαν μου. καὶ εἶπεν Ἡσαῦ τῷ πατρὶ αὐτοῦ· οὐχ ὑπελίπου μοι εὐλογίαν, πάτερ;

Κολιτσάρα

Εἶπεν ὁ Ἡσαῦ μὲ ἀγανάκτησιν «ἐπιτυχῶς καὶ πολὺ ταιριαστὰ τοῦ ἐδόθη τὸ ὄνομο Ἰακώβ, διότι ἰδοὺ δευτέραν φορὰν μὲ ὑπεσκέλισε καὶ μὲ ἠπάτησε. Τὴν πρώτην φορὰν ἐπῆρε τὰ πρωτοτόκιά μου καὶ τώρα ἐπῆρε καὶ τὴν εὐλογίαν μου». Εἶπε δὲ πρὸς τὸν πατέρα του τὸν Ἰσαάκ· «πάτερ μου, δὲν ἔμεινε λοιπὸν καὶ δι’ ἐμὲ καμμία εὐλογία;»

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Ἡσαῦ εἶπε πικραμμένος: «Δίκαια καὶ ἐπιτυχημένα τοῦ ἐδόθη τὸ ὄνομα Ἰακώβ, ποὺ σημαίνει «πτερνιστής», δηλαδὴ αὐτὸς ὁ ὁποῖος παραγκωνίζει τὸν ἄλλον καὶ ἐπικρατεῖ ἐκεῖνος· διότι μὲ ἐξηπάτησε, μὲ παρηγκώνισε καὶ μὲ ἔβαλεν εἰς τὸ περιθώριον διὰ δευτέραν φοράν. Τὴν πρώτην φορὰν μὲ ἐκατάφερε νὰ τοῦ πωλήσω τὰ προνόμια, ποὺ εἶχα ὡς πρωτότοκος, τὰ ὁποῖα καὶ ἔκαμε ἰδικά του· τὴν δευτέραν φορὰν ἐπῆρε μὲ δόλιον τρόπον τὴν εὐλογίαν, ποὺ ἀνῆκεν εἰς ἑμέ, τὸ πρῶτον παιδί», Ὁ Ἡσαῦ εἶπεν ἀκόμη πρὸς τὸν πατέρα του μὲ παραπόνον· «δεν ἀφῆκες καὶ δι’ ἐμὲ καμμίαν εὐλογίαν, πατέρα; Ὅλην τὴν εὐλογίαν τὴν ἔδωκες εἰς τὸν Ἰακώβ;»

Γεν. 27,37

ἀποκριθεὶς δὲ Ἰσαὰκ εἶπε τῷ Ἡσαῦ· εἰ κύριον αὐτὸν πεποίηκά σου καὶ πάντας τοὺς ἀδελφοὺς αὐτοῦ πεποίηκα αὐτοῦ οἰκέτας, σίτῳ καὶ οἴνῳ ἐστήριξα αὐτόν, σοὶ δὲ τί ποιήσω, τέκνον;

Κολιτσάρα

Ἀπεκρίθη ὁ Ἰσαὰκ καὶ τοῦ εἶπε· «τὸν Ἰακώβ, τὸν ἔκανα κύριόν σου καὶ ὅλους τοὺς ἀδελφούς του τοὺς ἔκαμα ὑπηρέτας του. Τὸν εὐχήθηκα νὰ ἔχῃ πλούσια τὰ προϊόντα τῆς γῆς, σῖτον καὶ οἶνον. Τί λοιπὸν νὰ κάμω διὰ σὲ τώρα, παιδί μου;»

Τρεμπέλα

Ὁ Ἰσαὰκ ἀπεκρίθη εἰς τὸν Ἡσαῦ καὶ τοῦ εἶπε: «Ἒφ' ὅσον ἔκαμα τὸν Ἰακὼβ κύριον καὶ ἐξουσιαστήν σου καὶ ὅλους τοὺς ἀπογόνους τοῦ Ἡσαῦ ὥρισα νὰ εἶναι ὑπηρέται τοῦ Ἰακώβ· ἐφ’ ὅσον τοῦ ἔδωκα τὴν εὐχὴν καὶ τὴν εὐλογίαν νὰ ἔχῃ πλούσια τὰ ἀγαθὰ τῆς γῆς, ἄφθονον τὸ σιτάρι καὶ τὸ κρασί, τί ἀπομένει νὰ κάμω τώρα διὰ σέ, παιδί μου; Ὅπως βλέπεις, ὅλες τὶς εὐλογιές τις ἔδωσα εἰς ἐκεῖνον· τίποτε ἄλλο δὲν ἔμεινε διὰ σέ».

Γεν. 27,38

εἶπε δὲ Ἡσαῦ πρὸς τὸν πατέρα αὐτοῦ· μὴ εὐλογία μία σοί ἐστι, πάτερ; εὐλόγησον δὴ κἀμέ, πάτερ. κατανυχθέντος δὲ Ἰσαὰκ ἀνεβόησε φωνῇ Ἡσαῦ καὶ ἔκλαυσεν.

Κολιτσάρα

Εἶπεν ὁ Ἡσαῦ πρὸς τὸν πατέρα του· «μήπως μία μόνον εὐλογία ὑπάρχει εἰς σέ, πάτερ μου; Ὑπάρχουν ἀσφαλῶς καὶ ἄλλαι. Πάτερ μου, εὐλόγησε καὶ ἐμένα». Συνεκινήθη βαθύτατα ὁ Ἰσαάκ, διότι δὲν ἠδύνατο νὰ κάμῃ τίποτε, ὁ δὲ Ἡσαῦ ἐκραύγασε μὲ μεγάλην φωνὴν καὶ ἔκλαυσε πικρά.

Τρεμπέλα

Ὁ Ἡσαῦ τότε ἀπάντησεν εἰς τὸν πατέρα του: «Μήπως μία μόνον εὐλογία ὑπάρχει εἰς σέ, πατέρα; Δεν ὑπολείπεται δι’ ἐμὲ καὶ μία ἔστω εὐλογία; Εὐλόγησε λοιπὸν καὶ ἐμένα, πατέρα μου». Ἀπὸ τὰ λόγια αὐτὰ τοῦ Ἡσαῦ ὁ γέρων Ἰσαὰκ ἐπόνεσε καὶ συνεκινήθη βαθύτατα. Ὁ δὲ Ἡσαῦ ἀφῆκε κραυγὴν δυνατὴν καὶ ἔκλαυσε μὲ πικρὰ δάκρυα διὰ τὸ πάθημά του καὶ διότι ὁ πατέρας του εὑρίσκετο εἰς ἀμηχανίαν καὶ δὲν ἠμποροῦσε οὔτε ἤθελε νὰ ἀνατρέψῃ ὅσα εἶχαν γίνει.

Γεν. 27,39

ἀποκριθεὶς δὲ Ἰσαὰκ ὁ πατὴρ αὐτοῦ εἶπεν αὐτῷ· ἰδοὺ ἀπὸ τῆς πιότητος τῆς γῆς ἔσται ἡ κατοίκησίς σου καὶ ἀπὸ τῆς δρόσου τοῦ οὐρανοῦ ἄνωθεν.

Κολιτσάρα

Ἀπαντῶν τότε ὁ Ἰσαὰκ εἰς τοὺς θρήνους τοῦ παιδιοῦ του, τοῦ εἶπε· «ἰδού· ἕνα μέρος ἀπὸ τὴν εὔφορον γῆν καὶ ἀπὸ τὴν δρόσον τοῦ οὐρανοῦ θὰ εἶναι ἡ κατοικία σου.

Τρεμπέλα

Ὁ Ἰσαὰκ ἐλυπήθη τὸν Ἡσαῦ καὶ τοῦ ἀπάντησε: «Ἀφοῦ ἐπιθυμεῖς νὰ ἀπολαύσῃς καὶ σὺ τὴν εὐλογίαν μου, ἐγὼ δὲ δὲν ἠμπορῶ νὰ κάμω ἀντίθετα πρὸς τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, σοῦ δίδω εὐλογίαν, ἀλλὰ περιωρισμένην: Νά· σοῦ εὔχομαι μέρος ἀπὸ τὴν εὔφορον γῆν καὶ τὰ ἀγαθά της καὶ ἀπὸ τὴν πλουσίαν βροχὴν τοῦ οὐρανοῦ. Θὰ κατοικήσῃς εἰς τὴν Ἰδουμαίαν, ποὺ εὑρίσκεται εἰς τὰ νότια τῆς Νεκρᾶς Θαλάσσης,

Γεν. 27,40

καὶ ἐπὶ τῇ μαχαίρᾳ σου ζήσῃ καὶ τῷ ἀδελφῷ σου δουλεύσεις· ἔσται δὲ ἡνίκα ἐὰν καθέλῃς, καὶ ἐκλύσῃς τὸν ζυγὸν αὐτοῦ ἀπὸ τοῦ τραχήλου σου.

Κολιτσάρα

Θὰ ζῇς μὲ τὸ σπαθί σου, ἀλλὰ θὰ εἶσαι δοῦλος εἰς τὸν ἀδελφόν σου. Θὰ ἔλθουν ὅμως περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας θὰ κατεβάσῃς ἀπὸ τὸν τράχηλόν σου καὶ θὰ ἀποτινάξῃς τὸν ζυγόν».

Τρεμπέλα

καὶ ἐκεῖ θὰ ζῇς ζωὴν πολεμικήν· θὰ ζῇς μὲ τὸ ξίφος σου καὶ θὰ εἶσαι δοῦλος τοῦ ἀδελφοῦ σου. Θὰ ἔλθουν ὅμως περιστάσεις, κατὰ τὶς ὁποῖες οἱ ἀπόγονοί σου θὰ ἠμπορέσουν νὰ ἀποτινάξουν τὸν δουλικὸν ζυγὸν τῶν ἀπογόνων τοῦ Ἰακὼβ καὶ νὰ ἐλευθερωθοῦν, ἀλλὰ δὲν θὰ κατορθώσουν ποτὲ νὰ τοὺς ὑποτάξουν. Οἱ ἀπόγονοί σου Ἰδουμαῖοι θὰ γίνουν δοῦλοι τῶν Ἰσραηλιτῶν· οἱ Ἰσραηλῖτες ὅμως δὲν θὰ γίνουν ποτὲ δοῦλοι τῶν Ἰδουμαίων».

Γεν. 27,41

Καὶ ἐνεκότει Ἡσαῦ τῷ Ἰακὼβ περὶ τῆς εὐλογίας ἧς εὐλόγησεν αὐτὸν ὁ πατὴρ αὐτοῦ· εἶπε δὲ Ἡσαῦ ἐν τῇ διανοίᾳ αὐτοῦ· ἐγγισάτωσαν αἱ ἡμέραι τοῦ πένθους τοῦ πατρός μου, ἵνα ἀποκτείνω Ἰακὼβ τὸν ἀδελφόν μου.

Κολιτσάρα

Ὁ Ἡσαῦ ἀπὸ τὴν ἡμέραν ἐκείνην καὶ ἐντεῦθεν ἐμνησικάκει καὶ ἀγανακτοῦσε ἐναντίον τοῦ Ἰακὼβ διὰ τὴν εὐλογίαν, τὴν ὁποίαν μετὰ δόλου ἐπῆρεν ἀπὸ τὸν πατέρα του. Εἶπε δὲ ἀπὸ μέσα του· «ἂς ἀποθάνῃ πρῶτα ὁ πατέρας μου, ἂς ἔλθουν καὶ ἂς περάσουν αἱ ἡμέραι τοῦ πένθους διὰ τὸν θάνατον τοῦ πατρός μου, καὶ τότε ἐγὼ θὰ φονεύσω τὸν ἀδελφόν μου τὸν Ἰακώβ».

Τρεμπέλα

Ἀπὸ τὴν ἡμέραν ἐκείνην ὁ Ἡσαῦ ἀγανακτοῦσε καὶ ἐμνησικακοῦσε ἐναντίον τοῦ Ἰακώβ, τοῦ ἀδελφοῦ του, διὰ τὴν εὐλογίαν, ποὺ τοῦ ἔδωκεν ὁ πατέρας του, ὁ Ἰσαάκ. Ἐσκέφθη δὲ ὁ Ἡσαῦ· «ἂς ἔλθουν οἱ ἡμέρες, ποὺ θὰ ἀποθάνῃ ὁ πατέρας μου καὶ ἂς περάσῃ τὸ πένθος διὰ τὸν θάνατόν του, καὶ τότε θὰ σκοτώσω τὸν ἀδελφόν μου, τὸν Ἰακώβ».

Γεν. 27,42

ἀπηγγέλη δὲ Ῥεβέκκᾳ τὰ ῥήματα Ἡσαῦ τοῦ υἱοῦ αὐτῆς τοῦ πρεσβυτέρου, καὶ πέμψασα ἐκάλεσεν Ἰακὼβ τὸν υἱὸν αὐτῆς τὸν νεώτερον καὶ εἶπεν αὐτῷ· ἰδοὺ Ἡσαῦ ὁ ἀδελφός σου ἀπειλεῖ σοι τοῦ ἀποκτεῖναί σε·

Κολιτσάρα

Τὰ λόγια ὅμως αὐτὰ τοῦ Ἡσαῦ, τοῦ πρεσβυτέρου υἱοῦ, ἐπληροφορήθη ἡ Ρεβέκκα. Ἔστειλε ἄνθρωπον, ἐκάλεσε κοντά της τὸν νεώτερον υἱόν της Ἰακὼβ καὶ τοῦ εἶπε· «ἰδού, ὁ ἀδελφός σου ὁ Ἡσαῦ ἀπειλεῖ νὰ σὲ φονεύσῃ.

Τρεμπέλα

Ἀνήγγειλαν δὲ εἰς τὴν Ρεβέκκαν τὴν φονικὴν ἀπόφασιν, τὰ φοβερὰ λόγια καὶ τὰ κακοῦργα σχέδια τοῦ μεγαλυτέρου παιδιοῦ της. Ἡ ἔξυπνη καὶ συνετὴ Ρεβέκκα, ὄταν τὰ ἐπληροφορήθη αὐτά, κινουμένη ἀπὸ τὴν μητρικὴν ἀγάπην της, ἔστειλε καὶ ἐκάλεσε τὸν Ἰακώβ, τὸ νεώτερον παιδί της, καὶ τοῦ εἶπε: «Κύτταξε· ὁ ἀδελφός σου ὁ Ἡσαῦ τρέφει ἐναντίον σου διαθέσεις φονικὲς καὶ ἀπειλεῖ νὰ σὲ σκοτώσῃ.

Γεν. 27,43

νῦν οὖν, τέκνον, ἄκουσόν μου τῆς φωνῆς καὶ ἀναστὰς ἀπόδραθι εἰς τὴν Μεσοποταμίαν πρὸς Λάβαν τὸν ἀδελφόν μου εἰς Χαρράν.

Κολιτσάρα

Τώρα λοιπόν, παιδί μου, ἄκουσε προσεκτικὰ τὰ λόγια μου. Σήκω καὶ φεύγα μυστικὰ καὶ πήγαινε εἰς τὴν Χαρρὰν τῆς Μεσοποταμίας πρὸς τὸν ἀδελφόν μου τὸν Λάβαν.

Τρεμπέλα

Τώρα λοιπόν, παιδί μου, ἄκουσε τὴν συμβουλήν μου, διὰ νὰ ἠμπορέσῃς νὰ γλυτώσῃς ἀπὸ τὸν ἀδελφόν σου. Σήκω καὶ φύγε ἀμέσως εἰς τὴν Χαρρὰν τῆς Μεσοποταμίας, κοντὰ εἰς τὸν ἀδελφόν μου Λάβαν.

Γεν. 27,44

καὶ οἴκησον μετ’ αὐτοῦ ἡμέρας τινάς,

Κολιτσάρα

Καὶ μεῖνε μαζῆ του ἐπὶ ὀλίγον χρόνον,

Τρεμπέλα

Καὶ κατοίκησε ἐκεῖ μαζί του ὀλίγον καιρόν,

Γεν. 27,45

ἕως τοῦ ἀποστρέψαι τὸν θυμὸν καὶ τὴν ὀργὴν τοῦ ἀδελφοῦ σου ἀπὸ σοῦ, καὶ ἐπιλάθηται ἃ πεποίηκας αὐτῷ. καὶ ἀποστείλασα μεταπέμψομαί σε ἐκεῖθεν, μή ποτε ἀποτεκνωθῶ ἀπὸ τῶν δύο ὑμῶν ἐν ἡμέρᾳ μιᾷ.

Κολιτσάρα

μέχρις ὅτου διαλυθῇ ὁ θυμὸς καὶ ἡ ὀργή, ποὺ ὁ ἀδελφός σου ἔχει ἐναντίον σου, καὶ λησμονήσῃ αὐτά, ποὺ τοῦ ἔκαμες. Ἐγὼ θὰ στείλω πρὸς σὲ ἄνθρωπον καὶ θὰ σὲ καλέσω νὰ ἐπιστρέψῃς πάλιν ἀπὸ ἐκεῖ. Νὰ φύγῃς τώρα, παιδί μου, διὰ νὰ μὴ χάσω εἰς μίαν ἡμέραν καὶ τὰ δυό μου παιδιά, τὸν ἕνα ποὺ θὰ πέσῃ νεκρὸς καὶ τὸν ἄλλον ποὺ θὰ γίνῃ φονηᾶς».

Τρεμπέλα

ἕως ὅτου περάσῃ ὁ θυμὸς καὶ σβήσῃ ἡ ὀργὴ καὶ ἡ ἀγανάκτησις τοῦ ἀδελφοῦ σου ἐναντίον σου καὶ ἕως ὅτου ξεχάσῃ ὅσα τοῦ ἔχεις κάμει. Φύγε, λοιπόν, καὶ μεῖνε εἰς τὴν Χαρρὰν καὶ ἐγὼ θὰ στείλω ἄνθρωπον καὶ θὰ σὲ καλέσω νὰ ἐπιστρέψῃς πάλιν ἀπὸ ἐκεῖ. Νὰ φύγῃς τώρα, διότι ἔτσι θὰ ἐλευθερωθῇς ἀπὸ τοὺς κινδύνους, ἐγὼ δὲ θὰ γλυτώσω ἀπὸ τὸ πένθος. Διότι ἂν μείνῃς καὶ σὲ φονεύσῃ, εἶναι φυσικὸν καὶ ἐκεῖνος νὰ φύγῃ ἢ νὰ φονευθῇ ὡς φονιᾶς· ἔτσι ὁ πόνος μου, ὡς μητέρας, θὰ εἶναι μεγάλος. Διότι θὰ σᾶς χάσω καὶ τοὺς δύο εἰς μίαν ἡμέραν».

Γεν. 27,46

Εἶπε δὲ Ῥεβέκκα πρὸς Ἰσαάκ· προσώχθικα τῇ ζωῇ μου διὰ τὰς θυγατέρας τῶν υἱῶν Χέτ· εἰ λήψεται Ἰακὼβ γυναῖκα ἀπὸ τῶν θυγατέρων τῆς γῆς ταύτης, ἵνα τί μοι τὸ ζῆν;

Κολιτσάρα

Διὰ νὰ πείσῃ δὲ ἡ Ρεβέκκα τὸν Ἰσαὰκ καὶ ἀφήσῃ τὸν Ἰακὼβ νὰ ἀναχωρήσῃ εἰς Χαρρὰν τοῦ εἶπε· «Ἐβαρέθηκα τὴν ζωήν μου ἐξ αἰτίας τῶν Χετταίων γυναικῶν, τὰς ὁποίας ἔχει λάβει συζύγους ὁ Ἡσαῦ. Δὲν θέλω, λοιπόν, νὰ λάβῃ σύζυγον ὁ Ἰακὼβ γυναῖκα ἀπὸ τὰς θυγατέρας τῆς χώρας αὐτῆς, διότι ἐὰν λάβῃ ἀπὸ αὐτὰς τί θέλω νὰ ζῶ; Καλύτερα νὰ πεθάνω».

Τρεμπέλα

Ἡ φρόνιμη Ρεβέκκα, διὰ νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ἀναχώρησιν τὸν Ἰακώβ, ὥστε νὰ μὴ φανῇ ὅτι φεύγει ἐξ αἰτίας τὸν θυμοῦ τοῦ ἀδελφοῦ του· οὔτε νὰ μάθῃ ὁ πατέρας του τὴν ἀληθινὴν αἰτίαν τῆς ἀναχωρήσεως τοῦ Ἰακὼβ ἢ τὴν ἀγανάκτησιν τὸν Ἡσαῦ ἐναντίον του, διὰ νὰ πείσῃ τὸν σύζυγόν τῆς νὰ ἀφήσῃ τὸν Ἰακὼβ νὰ φύγῃ, τοῦ ἔκρυψε τὸ κακοῦργον σχέδιον τὸν Ἡσαῦ, ἀλλὰ δὲν τοῦ εἶπε ψέματα. Τοῦ εἶπε κάτι, διὰ τὸ ὁποῖον θὰ εἶχαν συζητήσει προτήτερα μαζί. Ἡ Ρεβέκκα εἶπεν εἰς τὸν Ἰσαάκ: «Ἐβαρέθηκα, ἐβασανίσθηκα εἰς τὴν ζωήν μου ἐξ αἰτίας τῶν Χετταίων γυναικῶν, ποὺ εἶναι σύζυγοι τοῦ Ἡσαυ. Ἂν ὁ Ἰακὼβ πάρῆ γυναῖκα ἀπὸ τὶς θυγατέρες τῶν κατοίκων τῆς χώρας αὐτῆς, τί θέλω νὰ ζῶ; Ἡ ζωή μου θὰ εἶναι ἀνυπόφορος. Οἱ γυναῖκες τοῦ Ἡσαῦ ἐγέμισαν μὲ φαρμάκια τὴν ζωήν μου καλύτερα νὰ ἀποθάνω, ἂν ὁ Ἰακὼβ πάρῃ σύζυγον ἀπὸ αὐτές».

Κεφάλαιο 28

Γεν. 28,1

Προσκαλεσάμενος δὲ Ἰσαὰκ τὸν Ἰακὼβ εὐλόγησεν αὐτὸν καὶ ἐνετείλατο αὐτῷ λέγων· οὐ λήψῃ γυναῖκα ἐκ τῶν θυγατέρων τῶν Χαναναίων·

Κολιτσάρα

Ἐκάλεσεν ὁ Ἰσαὰκ τὸν Ἰακώβ, τὸν εὐλόγησε καὶ τοῦ ἔδωσε πατρικὴν ὑποθήκην καὶ ἐντολὴν λέγων· «δὲν θὰ πάρῃς σύζυγον ἀπὸ τὰς θυγατέρας τῶν Χαναναίων·

Τρεμπέλα

Ὁ Ἰσαάκ, ἂν καὶ δεν ἐγνώριζε τὰ φονικὰ σχέδια τὸν Ἡσαῦ, ὅταν ἄκουσε τὰ ὅσα τοῦ εἶπεν ἡ Ρεβέκκα, ἐκάλεσε τὸν Ἰακώβ, τὸν εὐλόγησε καὶ τοῦ ἔδωκε τὴν πατρικὴν ἐντολήν· «δὲν θὰ πάρῃς σύζυγον ἀπὸ τὶς θυγατέρες τῶν Χαναναίων

Γεν. 28,2

ἀναστὰς ἀπόδραθι εἰς τὴν Μεσοποταμίαν, εἰς τὸν οἶκον Βαθουὴλ τοῦ πατρὸς τῆς μητρός σου καὶ λάβε σεαυτῷ ἐκεῖθεν γυναῖκα ἐκ τῶν θυγατέρων Λάβαν τοῦ ἀδελφοῦ τῆς μητρός σου.

Κολιτσάρα

ἀλλὰ σήκω καὶ φύγε εἰς τὴν Μεσοποταμίαν, εἰς τὸν οἶκον τοῦ Βαθουήλ, τοῦ πατρὸς τῆς μητρός σου, καὶ πάρε σύζυγόν σου ἀπὸ ἐκεῖ, ἀπὸ τὰς θυγατέρας τοῦ Λάβαν, τοῦ ἀδελφοῦ τῆς μητρός σου.

Τρεμπέλα

σήκω καὶ φύγε εἰς τὴν Μεσοποταμίαν· πήγαινε εἰς τὸ σπίτι τοῦ Βαθουήλ, τοῦ πατέρα τῆς μητέρας σου, καὶ πάρε σύζυγον ἀπὸ τὴν οἰκογένειαν αὐτήν, ἀπὸ τὶς θυγατέρες τοῦ Λάβαν, τοῦ ἀδελφοῦ τῆς μητέρας σου».

Γεν. 28,3

ὁ δὲ Θεός μου εὐλογήσαι σε καὶ αὐξήσαι σε καὶ πληθύναι σε, καὶ ἔσῃ εἰς συναγωγὰς ἐθνῶν·

Κολιτσάρα

Ὁ δὲ Θεός μου ἂς σὲ εὐλογήσῃ, ἂς σὲ αὐξήσῃ καὶ ἂς σὲ πληθύνῃ, καὶ ἔτσι θὰ ἀναδειχθῇς γενάρχης πολλῶν λαῶν.

Τρεμπέλα

Ὁ γέρων Ἰσαὰκ διὰ νὰ ἐνθαρρύνῃ τὸν Ἰακὼβ ἐπρόσθεσεν· «εἴθε νὰ σὲ εὐλογήσῃ ὁ παντοδύναμος Θεός μου καὶ νὰ σὲ αὐξήσῃ καὶ νὰ σὲ πληθύνῃ καὶ νὰ σὲ ἀναδείξῃ γενάρχην πολλῶν λαῶν·

Γεν. 28,4

καὶ δῴη σοι τὴν εὐλογίαν Ἁβραὰμ τοῦ πατρός μου σοὶ καὶ τῷ σπέρματί σου μετὰ σέ, κληρονομῆσαι τὴν γῆν τῆς παροικήσεώς σου, ἣν ἔδωκεν ὁ Θεὸς τῷ Ἁβραάμ.

Κολιτσάρα

Εἴθε νὰ δώσῃ τὴν εὐλογίαν τοῦ πατρός μου τοῦ Ἁβραὰμ εἰς σὲ προσωπικῶς καὶ εἰς τοὺς κατόπιν ἀπὸ σὲ ἀπογόνους σου, ὥστε νὰ κληρονομήσῃς τὴν χώραν, ὅπου σήμερον μένεις, καὶ τὴν ὁποίαν ὁ Θεὸς ἔχει δώσει εἰς τὸν Ἁβραάμ».

Τρεμπέλα

καὶ τὴν εὐλογίαν, ποὺ ἔδωκεν εἰς τὸν πατέρα μου Ἀβραάμ, εἴθε νὰ τὴν δώσῃ καὶ εἰς σὲ τὸν ἴδιον προσωπικῶς καὶ εἰς ὅλους τοὺς ἀπογόνους σου, ὥστε νὰ κληρονομήσῃς τὴν χώραν, εἰς τὴν ὁποίαν σήμερον κατοικεῖς καὶ τὴν ὁποίαν ὁ Θεὸς ἔδωκεν ὡς κληρονομίαν εἰς τὸν Ἀβραάμ».

Γεν. 28,5

καὶ ἀπέστειλεν Ἰσαὰκ τὸν Ἰακὼβ καὶ ἐπορεύθη εἰς τὴν Μεσοποταμίαν πρὸς Λάβαν τὸν υἱὸν Βαθουὴλ τοῦ Σύρου, ἀδελφὸν Ῥεβέκκας τῆς μητρὸς Ἰακὼβ καὶ Ἡσαῦ.

Κολιτσάρα

Ἔστειλεν ὁ Ἰσαὰκ τὸν Ἰακὼβ εἰς τὴν Μεσοποταμίαν, ὅπου πράγματι αὐτὸς ἐπορεύθη πρὸς τὸν Λάβαν, τὸν υἱὸν Βαθουὴλ τοῦ Σύρου, ἀδελφὸν τῆς Ρεβέκκας, τῆς μητρὸς τοῦ Ἰακὼβ καὶ τοῦ Ἡσαῦ.

Τρεμπέλα

Ὁ Ἰσαὰκ ἀπέστειλε τὸν υἱόν του εἰς Μεσοποταμίαν μὲ τὴν ἐνθάρρυνσιν αὐτὴν καὶ μὲ τὰ πνευματικὰ αὐτὰ ἐφόδια, ποὺ ὑπενθύμιζαν εἰς τὸν Ἰακὼβ τὴν ἐπιστροφὴν καὶ τὴν κληρονομίαν τῆς χώρας καὶ τὴν αὔξησίν του. Καὶ ὁ Ἰακὼβ ἐπῆγεν εἰς τὴν Μεσοποταμίαν εἰς τὸν Λάβαν, τὸν υἱὸν τοῦ Βαθουὴλ τοῦ Σύρου, τὸν ἀδελφὸν τῆς Ρεβέκκας, τῆς μητέρας τοῦ Ἰακὼβ καὶ τοῦ Ἡσαῦ.

Γεν. 28,6

Εἶδε δὲ Ἡσαῦ ὅτι εὐλόγησεν Ἰσαὰκ τὸν Ἰακώβ, καὶ ἀπῴχετο εἰς τὴν Μεσοποταμίαν Συρίας λαβεῖν ἑαυτῷ γυναῖκα ἐκεῖθεν ἐν τῷ εὐλογεῖν αὐτὸν καὶ ἐνετείλατο αὐτῷ λέγων· οὐ λήψῃ γυναῖκα ἐκ τῶν θυγατέρων τῶν Χαναναίων,

Κολιτσάρα

Εἶδεν ὁ Ἡσαῦ ὅτι ὁ Ἰσαὰκ εὐλόγησε τὸν Ἰακώβ. Ὁ Ἰακὼβ λαβὼν τὴν εὐλογίαν του Ἰσαὰκ ἀνεχώρησεν εἰς τὴν Μεσοποταμίαν τῆς Συρίας, διὰ νὰ πάρῃ ἀπὸ ἐκεῖ σύζυγόν του. Κατὰ δὲ τὴν ὥραν τῆς εὐλογίας τοῦ ἔδωσεν ὁ πατήρ του τὴν ἐντολήν· «δὲν θὰ πάρῃς σύζυγον ἀπὸ τὰς θυγατέρας τῶν Χαναναίων».

Τρεμπέλα

Ὁ Ἡσαῦ ἔμαθεν, ὅτι ὁ Ἰσαὰκ εὐλόγησε τὸν Ἰακὼβ καὶ ὅτι ὁ ἀδελφός του ἔφυγεν εἰς τὴν Μεσοποταμίαν τῆς Συρίας, διὰ νὰ πάρῃ ἀπὸ ἐκεῖ γυναῖκα, συμφώνως πρὸς τὴν ἐντολὴν καὶ τὴν εὐλογίαν τοῦ πατέρα του, ὁ ὁποῖος τοῦ εἶπεν· «δὲν θὰ πάρῃς γυναῖκα ἀπὸ τὶς θυγατέρες τῶν Χαναναίων».

Γεν. 28,7

καὶ ἤκουσεν Ἰακὼβ τοῦ πατρὸς καὶ τῆς μητρὸς αὐτοῦ καὶ ἐπορεύθη εἰς τὴν Μεσοποταμίαν Συρίας.

Κολιτσάρα

Ὁ Ἰακὼβ ὑπήκουσεν εἰς τὸν πατέρα καὶ τὴν μητέρα του, ἐδέχθη τὴν ἐντολὴν καὶ ἐπορεύθη εἰς τὴν Μεσοποταμίαν τῆς Συρίας.

Τρεμπέλα

Ὁ Ἡσαῦ ἐπληροφορήθη ἐπίσης, ὅτι ὁ Ἰακὼβ ἐπειθάρχησεν εἰς τὸν πατέρα του καὶ τὴν μητέρα του καὶ ἀνεχώρησε διὰ τὴν Μεσοποταμίαν τῆς Συρίας.

Γεν. 28,8

ἰδὼν δὲ καὶ Ἡσαῦ ὅτι πονηραί εἰσιν αἱ θυγατέρες Χαναὰν ἐναντίον Ἰσαὰκ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ,

Κολιτσάρα

Ὁ δὲ Ἡσαῦ ἐπειδὴ εἶδεν ὅτι ὁ πατέρας του εἶχε κακὴν ἰδέαν διὰ τὰς θυγατέρας τῶν Χαναναίων, διὰ νὰ εὐχαριστήσῃ αὐτόν,

Τρεμπέλα

Ὁ Ἡσαῦ διὰ νὰ ἐξευμενίσῃ καὶ εὐχαριστήσῃ τὸν πατέρα του καὶ διὰ νὰ διορθώσῃ τὸ λάθος του, ποὺ ἐπῆρε γυναῖκες ἀπὸ τοὺς Χαναναίους, τῶν ὁποίων οἱ θυγατέρες ἐφέροντο μὲ ἀσέβειαν καὶ περιφρόνησιν πρὸς τὸν Ἰσαάκ,

Γεν. 28,9

ἐπορεύθη Ἡσαῦ πρὸς Ἰσμαὴλ καὶ ἔλαβε τὴν Μαελὲθ θυγατέρα Ἰσμαὴλ τοῦ υἱοῦ Ἁβραάμ, ἀδελφὴν Ναβεώθ, πρὸς ταῖς γυναιξὶν αὐτοῦ γυναῖκα.

Κολιτσάρα

ἐπορεύθη πρὸς τὴν περιοχὴν ὅπου κατοικοῦσεν ὁ Ἰσμαήλ, καὶ ἐκτὸς τῶν δύο γυναικῶν, ποὺ εἶχε, ἔλαβεν ἀπὸ ἐκεῖ καὶ ἄλλην σύζυγον τὴν Μαελέθ, θυγατέρα τοῦ Ἰσμαήλ, υἱοῦ τοῦ Ἁβραάμ, ἀδελφήν του Ναβεώθ.

Τρεμπέλα

ἐσηκώθη καὶ ἐπῆγεν εἰς τὸν Ἰσμαήλ (τὸν υἱὸν τοῦ Ἀβραὰμ καὶ τῆς δούλης τοῦ Ἄγαρ τῆς Αἰγυπτίας). Ἀπὸ αὐτὸν ἐζήτησε καὶ ἐπῆρε ὡς τρίτην σύζυγον, ἐκτὸς ἀπὸ τὶς δύο γυναῖκες ποὺ εἶχε, τὴν Μαελέθ, τὴν κόρην τοῦ Ἰσμαήλ, υἱοῦ τοῦ Ἀβραάμ, τὴν ἀδελφὴν τοῦ Ναβεώθ.

Γεν. 28,10

Καὶ ἐξῆλθεν Ἰακὼβ ἀπὸ τοῦ φρέατος τοῦ ὅρκου καὶ ἐπορεύθη εἰς Χαρράν.

Κολιτσάρα

Ὁ Ἰακὼβ ἐν τῷ μεταξὺ ἀνεχώρησεν ἀπὸ τὸ Φρέαρ τοῦ ὅρκου, διὰ νὰ μεταβῇ εἰς τὴν Χαρρὰν τῆς Μεσοποταμίας.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Ἰακώβ, ποὺ ἐμεγάλωσεν εἰς τὸ σπίτι καὶ δεν ἔκαμε ποτὲ ὁδοιπορίαν οὕτε ἔζησεν εἰς τὰ ξένα οὔτε εἶχε πεῖραν κακοπαθείας, ἔφυγεν ἀπὸ τὸ πηγάδι τοῦ Ὅρκου, τὴν Βηρσαβεέ, κατευθυνόμενος πρὸς τὴν Χαρρὰν τῆς Μεσοποταμίας.

Γεν. 28,11

καὶ ἀπήντησε τόπῳ καὶ ἐκοιμήθη ἐκεῖ· ἔδυ γὰρ ὁ ἥλιος· καὶ ἔλαβεν ἀπὸ τῶν λίθων τοῦ τόπου, καὶ ἔθηκε πρὸς κεφαλῆς αὐτοῦ καὶ ἐκοιμήθη ἐν τῷ τόπῳ ἐκείνῳ.

Κολιτσάρα

Ἔφθασεν εἰς κάποιον τόπον, εἰς τὴν Βαιθήλ, καὶ ἐκοιμήθη ἐκεῖ, διότι εἶχε δύσει ὁ ἥλιος. Ἐπῆρε ἀπὸ τοὺς λίθους τοῦ τόπου, ἔβαλεν αὐτοὺς ὡς προσκεφάλαιον κάτω ἀπὸ τὴν κεφαλήν του καὶ ἐκοιμήθη εἰς τὸν τόπον ἐκεῖνον.

Τρεμπέλα

Καὶ ἔφθασεν εἰς κάποιον τόπον, τὴν Βαιθήλ, καὶ ἐκοιμήθη ἐκεῖ, διότι ἔδυσεν ὁ ἥλιος καὶ τὸν ἐπιασεν ἡ νύκτα. Καὶ ἐπῆρε πέτρες ἀπὸ ἐκεῖνες, ποὺ ὑπῆρχαν ἐκεῖ, τὶς ἔβαλεν ὡς προσκέφαλον καὶ ἐκοιμήθη εἰς τὸν ἔρημον τόπον ξαπλωμένος εἰς τὸ χῶμα καὶ ἥσυχος μὲ τὴν ἐλπίδα του εἰς τὸν Θεόν.

Γεν. 28,12

καὶ ἐνυπνιάσθη, καὶ ἰδοὺ κλίμαξ ἐστηριγμένη ἐν τῇ γῇ, ἧς ἡ κεφαλὴ ἀφικνεῖτο εἰς τὸν οὐρανόν, καὶ οἱ ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ ἀνέβαινον καὶ κατέβαινον ἐπ’ αὐτῆς.

Κολιτσάρα

Ἐκεῖ εἶδεν ἕνα ὄνειρον. Εἶδε μίαν κλίμακα, τῆς ὁποίας ἡ βάσις ἦτο στερεωμένη εἰς τὴν γῆν, ἡ δὲ κορυφή της ἔφθανεν εἰς τὸν οὐρανόν· ἄγγελοι δὲ τοῦ Θεοῦ ἀνέβαινον καὶ κατέβαινον δι’ αὐτῆς.

Τρεμπέλα

Ἐνῷ ἐκοιμᾶτο, ἀξιώθηκε ἀπὸ τὸν Θεὸν νὰ ἴδῃ ἕνα θεῖον καὶ ἱερὸν δρᾶμα. Εἶδεν εἰς τὸν ὕπνον του τὸ ἑξῆς ὄνειρον: Εἶδε μίαν πανύψηλη σκάλα, τῆς ὁποίας ἡ βάσις ἦταν στηριγμένη εἰς τὸ ἔδαφος, καὶ ἡ κορυφὴ τῆς ἔφθανεν εἰς τὸν οὐρανον. Οἱ δὲ ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ ἀνέβαιναν καὶ κατέβαιναν ἐπάνω εἰς αὐτήν.

Γεν. 28,13

ὁ δὲ Κύριος ἐπεστήρικτο ἐπ’ αὐτῆς καὶ εἶπεν· ἐγώ εἰμι ὁ Θεὸς Ἁβραὰμ τοῦ πατρός σου, καὶ ὁ Θεὸς Ἰσαάκ· μὴ φοβοῦ· ἡ γῆ, ἐφ’ ἧς σὺ καθεύδεις ἐπ’ αὐτῆς, σοὶ δώσω αὐτήν, καὶ τῷ σπέρματί σου.

Κολιτσάρα

Ὁ Θεὸς εἶχε στηριχθῆ εἰς τὸ ἄνω μέρος τῆς κλίμακος αὐτῆς, καὶ εἶπεν· «ἐγὼ εἶμαι ὁ Θεὸς Ἁβραάμ, τοῦ πατρός σου, καὶ ὁ Θεὸς τοῦ Ἰσαάκ. Μὴ φοβῆσαι, διότι αὐτὴν τὴν γῆν, ἐπὶ τῆς ὁποίας σὺ τώρα κοιμᾶσαι, θὰ δώσω εἰς σὲ καὶ εἰς τοὺς ἀπογόνους σου.

Τρεμπέλα

Ὁ δὲ Θεὸς εἶχε στηριχθῇ εἰς τὸ ἐπάνω μέρος τῆς σκάλας καὶ τοῦ εἶπε αὐτὰ τὰ προφητικὰ καὶ παρηγορητικὰ λόγια: «Ἐγὼ εἶμαι ὁ Θεὸς Ἀβραάμ, τοῦ πάππου σου, καὶ ὁ Θεὸς Ἰσαάκ, τοῦ πατέρα σου»· αὐτὸς ποὺ ἐδόξασε καὶ τοὺς δυο τόσον πολύ. «Μὴ φοβῆσαι» λοιπόν· ὅπως ἐξεπλήρωσα τὶς ὑποσχέσεις μου εἰς ἐκείνους, Ἔτσι θὰ κάμω καὶ σὲ ἄξιον τῆς φροντίδος μου. Ἔχε θάρρος, πίστευε εἰς ὅσα σοῦ λέγω. Μὴ νομίσῃς ὅτι, ἐπειδὴ φεύγεις, θὰ στερηθῇς αὐτὴν τὴν γῆν, εἰς τὴν ὁποίαν ἐγεννήθηκες. «Διότι τὴν γῆν αὐτήν, ἐπάνω εἰς τὴν ὁποίαν τώρα κοιμᾶσαι, εἰς σὲ θὰ τὴν δώσω καὶ εἰς τοὺς ἀπογόνους σου.

Γεν. 28,14

καὶ ἔσται τὸ σπέρμα σου ὡς ἡ ἄμμος τῆς γῆς καὶ πλατυνθήσεται ἐπὶ θάλασσαν καὶ ἐπὶ λίβα καὶ ἐπὶ βορρᾶν, καὶ ἐπ’ ἀνατολάς, καὶ ἐνευλογηθήσονται ἐν σοὶ πᾶσαι αἱ φυλαὶ τῆς γῆς καὶ ἐν τῷ σπέρματί σου.

Κολιτσάρα

Οἱ δὲ ἀπόγονοί σου θὰ πληθυνθοῦν καὶ θὰ αὐξηθοῦν εἰς ἀριθμὸν μέγαν ὡσὰν τὴν ἄμμον τῆς θαλάσσης, καὶ θὰ ἐπεκταθοῦν πρὸς Δυσμάς, πρὸς Νότον, πρὸς Βορρᾶν καὶ πρὸς Ἀνατολάς. Ὄλοι δὲ οἱ λαοὶ τῆς γῆς, θὰ εὐλογηθοῦν διὰ μέσου ἑνὸς ἀπὸ τοὺς ἀπογόνους σου (διὰ τοῦ Χριστοῦ).

Τρεμπέλα

Οἱ δὲ ἀπόγονοί σου θὰ αὐξηθοῦν καὶ θὰ γίνουν ἀναρίθμητοι, ὅπως ἡ ἄμμος τῆς γῆς. Καὶ οἱ ἀπόγονοί σου θὰ ἐπεκταθοῦν πρὸς τὰ δυτικά, ὅπου εἶναι ἡ Μεσόγειος θάλασσα, πρὸς τὰ νότια, πρὸς τὰ βόρεια καὶ πρὸς τὰ ἀνατολικά», δηλαδὴ παντοῦ. «Ὅλες δὲ οἱ φυλὲς τῆς γῆς θὰ λάβουν τὶς εὐλογίες καὶ τὶς χάριτες τοῦ Θεοῦ διὰ σοῦ, διὰ μέσου ἐνὸς ἀπὸ τοὺς ἀπογόνους σου» (τοῦ ἐκλεκτοῦ καὶ ἁγίου καὶ ἀναμαρτήτου Χριστοῦ).

Γεν. 28,15

καὶ ἰδοὺ ἐγώ εἰμι μετὰ σοῦ διαφυλάσσων σε ἐν τῇ ὁδῷ πάσῃ, οὗ ἂν πορευθῇς, καὶ ἀποστρέψω σε εἰς τὴν γῆν ταύτην, ὅτι οὐ μή σε ἐγκαταλίπω, ἕως τοῦ ποιῆσαί με πάντα ὅσα ἐλάλησά σοι.

Κολιτσάρα

Καὶ ἰδοὺ ἐγὼ εἶμαι καὶ θὰ εἶμαι μαζῆ σου, θὰ σὲ προφυλάσσω καὶ θὰ σὲ καθοδηγῶ εἰς τὸν κάθε δρόμον σου, ὀπουδήποτε καὶ ἂν μεταβῇς, καὶ θὰ σὲ ἐπαναφέρω εἰς τὴν γῆν αὐτήν. Δὲν θὰ σὲ ἐγκαταλείψω καὶ θὰ πραγματοποιήσω ὅλα, ὅσα σου ὑπεσχέθην».

Τρεμπέλα

Σοῦ ὑπόσχομαι ὅμως καὶ ἄλλα: «Νά· ἐγὼ θὰ εἶμαι μαζί σου, διὰ νὰ σὲ προστατεύω εἰς τὸν μακρινὸν καὶ ἄγνωστον δρόμον, ποὺ βαδίζεις, ὁπουδήποτε καὶ ἂν πᾶς». Μὴ φοβηθῇς δὲ ὅτι θὰ μείνῃς διὰ πάντα εἰς τὴν ξένην χώραν, «διότι ἑγὼ θὰ σὲ φέρω πάλιν πίσω εἰς τὴν γῆν αὐτήν· δὲν θὰ σὲ ἐγκαταλείψω μέχρις ὅτου πραγματοποιήσω μὲ κάθε ἀκρίβειαν ὅλα, ὅσα σοῦ ἔχω ὑποσχεθῇ».

Γεν. 28,16

καὶ ἐξηγέρθη Ἰακὼβ ἐκ τοῦ ὕπνου αὐτοῦ καὶ εἶπεν· ὅτι ἔστι Κύριος ἐν τῷ τόπῳ τούτῳ, ἐγὼ δὲ οὐκ ᾔδειν.

Κολιτσάρα

Ἐξύπνησεν ὁ Ἰακὼβ ἀπὸ τὸν ὕπνον του καὶ γεμᾶτος ἱερὸν δέος εἶπεν· «ὁ Κύριος ὑπάρχει εἰς τὸν τόπον αὐτὸν καὶ ἐγὼ δὲν τὸ ἐγνώριζα».

Τρεμπέλα

Καὶ ἐζυπνησεν ὁ Ἰακὼβ ἀπὸ τὸν ὕπνον τοῦ καὶ εἶπεν: «Ἀληθῶς· ὁ Κύριος εἶναι εἰς αὐτὸν τὸν ἔρημον τόπον καὶ ἑγὼ δὲν τὸ ἐγνωριζα».

Γεν. 28,17

καὶ ἐφοβήθη καὶ εἶπεν· ὡς φοβερὸς ὁ τόπος οὗτος· οὐκ ἔστι τοῦτο ἀλλ’ ἢ οἶκος Θεοῦ, καὶ αὕτη ἡ πύλη τοῦ οὐρανοῦ.

Κολιτσάρα

Ἐφοβήθη καὶ εἶπε· «πόσον φοβερὸς εἶναι ὁ τόπος αὐτός! Αὐτὸς βεβαίως εἶναι οἶκος Θεοῦ καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ πύλη τοῦ οὐρανοῦ!»

Τρεμπέλα

Ἐφοβήθη ὁ Ἰακὼβ τὴν μεγάλην εὔνοιαν τοῦ Θεοῦ καὶ εἶπε: «Πόσον φοβερὸς εἶναι ὁ τόπος αὐτός! Ὁ τόπος αὐτὸς δὲν εἶναι ἔρημος, ὅπως μοῦ ἐφάνη εἰς τὴν ἀρχήν. Αὐτὸς ἀσφαλῶς εἶναι οἶκος καὶ σπίτι τοῦ Θεοῦ· καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ πόρτα, ποὺ συνδέει τὴν γῆν μὲ τὸν οὐῥανόν».

Γεν. 28,18

καὶ ἀνέστη Ἰακὼβ τὸ πρωῒ καὶ ἔλαβε τὸν λίθον, ὃν ὑπέθηκεν ἐκεῖ πρὸς κεφαλῆς αὐτοῦ, καὶ ἔστησεν αὐτὸν στήλην καὶ ἐπέχεεν ἔλαιον ἐπὶ τὸ ἄκρον αὐτῆς.

Κολιτσάρα

Ἐξύπνησε δὲ τὴν πρωΐαν, ἐπῆρε τὸν λίθον, τὸν ὁποῖον εἶχε θέσει ὡς προσκεφάλαιον εἰς τὴν κεφαλήν του, ἔστησεν αὐτὸν ὡς στήλην εἰς ἀνάμνησιν τοῦ μεγάλου τούτου γεγονότος, καὶ εἰς ἔνδειξιν καθιερώσεως ἔχυσεν ἔλαιον εἰς τὴν κορυφὴν αὐτῆς.

Τρεμπέλα

Καὶ ἐπειδὴ ὁ Ἰακὼβ ἔγινεν ἄξιος τόσον μεγάλου δράματος καὶ εἶδε καὶ αὐτὴν τὴν πόρταν τοῦ οὐρανοῦ, ὅταν ἐσηκώθη τὸ πρωί, ἐπῆρε τὴν πέτραν, ποὺ ἔβαλεν ὡς προσκέφαλον διὰ νὰ κοιμηθῇ, καὶ τὴν ἔστησεν ὀρθίαν ὡς κολώναν ἀναμνηστικὴν καὶ ἔχυσε λάδι εἰς τὸ ἐπάνω μέρος τῆς κολώνας. Μὲ τὸν τρόπον αὐτὸν ἐφανέρωνε, ὅτι τὸ στήσιμον τῆς κολώνας ἐκείνης δὲν ἦταν κάτι τὸ συνηθισμένον, ἀλλὰ κτίσμα ἱερόν, τὸ ὁποῖον καθαγιάζεται.

Γεν. 28,19

καὶ ἐκάλεσε τὸ ὄνομα τοῦ τόπου ἐκείνου Οἶκος Θεοῦ· καὶ Οὐλαμλοὺζ ἦν ὄνομα τῇ πόλει τὸ πρότερον.

Κολιτσάρα

Ὠνόμασε δὲ τὸν τόπον ἐκεῖνον «Οἶκος Θεοῦ». Ἡ πόλις, κοντὰ εἰς τὴν ὁποίαν ἐκοιμήθη, ὠνομάζετο τὴν ἐποχὴν ἐκείνην Οὐλαμλούζ.

Τρεμπέλα

Καὶ διὰ νὰ μείνῃ ἡ ἐνθύμησις τοῦ γεγονότος ἐκείνου εἰς τοὺς μεταγενεστέρους, ὠνόμασε τὸν τόπον Βαιθήλ, ποὺ σημαίνει «οἶκος Θεοῦ». Τὸ ὄνομα τῆς πόλεως ἐκείνης, κοντὰ εἰς τὴν ὁποίαν εἶχε κοιμηθή, ἦταν τότε Οὐλαμλούζ.

Γεν. 28,20

καὶ ηὔξατο Ἰακὼβ εὐχὴν λέγων· ἐὰν ᾖ Κύριος ὁ Θεὸς μετ’ ἐμοῦ καὶ διαφυλάξῃ με ἐν τῇ ὁδῷ ταύτῃ, ᾗ ἐγὼ πορεύομαι, καὶ δῷ μοι ἄρτον φαγεῖν καὶ ἱμάτιον περιβαλέσθαι

Κολιτσάρα

Ἔκαμε δὲ ἐκεῖ ὁ Ἰακὼβ τάξιμον καὶ εἶπεν· «ἐὰν ὁ Κύριος καὶ Θεὸς εἶναι μαζῆ μου καὶ μὲ διαφύλαξῃ εἰς τὸν δρόμον, τὸν ὁποῖον ἐγὼ βαδίζω, καὶ μοῦ δώσῃ ἄρτον πρὸς τροφὴν καὶ ἱμάτιον εἰς ἐνδυμασίαν, μοῦ δώσῃ ὅσα μοῦ χρειάζονται κατὰ τοὺς χρόνους τῆς ξενητιᾶς μου,

Τρεμπέλα

Ὕστερα ἀπὸ αὐτὰ ὁ Ἰακὼβ ἀνέπεμψεν εἰς τὸν φιλάνθρωπον Θεὸν εὐχὴν γεμάτην εὐγνωμοσύνην καὶ βαθεῖαν εὐσέβειαν, ἔκαμε τάξιμον καὶ εἶπεν: «Ἐὰν ὁ παντοδύναμος καὶ ἀπειροτέλειος Θεὸς εἶναι μαζί μου καὶ μὲ προφυλάξῃ εἰς τὸν τόπον, εἰς τὸν ὁποῖον πηγαίνω· ἐάν μοῦ δώσῃ ὁ Κύριος ὄχι πολλὰ πράγματα, ἀλλὰ μόνον ψωμὶ διὰ νὰ φάγω καὶ ροῦχα διὰ νὰ σκεπάσω τὴν γυμνότητά μου, δηλαδὴ τὰ ἀπολύτως ἀπαραίτητα διὰ τὴν ζωὴν καὶ τὴν συντήρησίν μου·

Γεν. 28,21

καὶ ἀποστρέψῃ με μετὰ σωτηρίας εἰς τὸν οἶκον τοῦ πατρός μου, καὶ ἔσται Κύριός μοι εἰς Θεόν,

Κολιτσάρα

ἐάν μὲ καθοδηγήσῃ καὶ ἐπιστρέψω πάλιν σῶος εἰς τὸ σπίτι τοῦ πατρός μου, αὐτὸς θὰ εἶναι ὁ Κύριός μου καὶ ὁ Θεός μου.

Τρεμπέλα

καὶ ἐὰνμε βοηθήσῃ νὰ ἐπιστρέψω πάλιν εἰς τὸ σπίτι τοῦ πατέρα μου χωρὶς νὰ πάθω τίποτε», ὅπως ἀκριβῶς μοῦ τὸ ὑπεσχέθη, τότε θὰ ἀφοσιωθῶ ἐξ ὁλοκλήρου εἰς αὐτόν· «αὐτὸν θὰ ἀναγνωρίζω με τὰ λόγια καὶ τὴν ζωήν μου Κύριόν μου καὶ Θεόν μου.

Γεν. 28,22

καὶ ὁ λίθος οὗτος, ὃν ἔστησα στήλην, ἔσται μοι οἶκος Θεοῦ, καὶ πάντων, ὧν ἐάν μοι δῷς, δεκάτην ἀποδεκατώσω αὐτά σοι.

Κολιτσάρα

Καὶ ὁ λίθος αὐτός, τὸν ὁποῖον ἐγὼ ἔστησα ὄρθιον εἰς ἀνάμνησιν τοῦ γεγονότος, θὰ γίνῃ ὁ θεμέλιος λίθος τοῦ ναοῦ τοῦ Θεοῦ. Ἀπὸ ὅλα δὲ τὰ ἀγαθά, ὅσα ἤθελε μοῦ δώσει ὁ Θεός, ἐγὼ θὰ προσφέρω εἰς αὐτὸν τὸ ἐν δέκατον».

Τρεμπέλα

Καὶ ἡ πέτρα αὐτή, τὴν ὁποίαν ἔστησα ἐδῶ ὡς ἀνάμνηστικὴν κολώναν, θὰ γίνη ὁ θεμέλιος λίθος τοῦ ναοῦ τοῦ Θεοῦ, τοῦ θυσιαστηρίου, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ λατρεύω τὸν Θεόν. Τὸ θυσιαστήριον τοῦτο, Κύριε, δὲν θὰ εἶναι ἁπλῶς ἕνας σωρὸς ἀπὸ πέτρες, ἀλλὰ εἰς αὐτὸ θὰ προσφέρω εἰς Σὲ τὸ ἕνα δέκατον ἀπὸ ὅλα τὰ ἀγαθὰ καὶ τὰ εἰσοδήματα, τὰ ὁποῖα θά μου δώσῃς».

Κεφάλαιο 29

Γεν. 29,1

Καὶ ἐξάρας Ἰακὼβ τοὺς πόδας ἐπορεύθη εἰς γῆν ἀνατολῶν πρὸς Λάβαν τὸν υἱὸν Βαθουὴλ τοῦ Σύρου, ἀδελφὸν δὲ Ῥεβέκκας μητρὸς Ἰακὼβ καὶ Ἡσαῦ.

Κολιτσάρα

Ἔπειτα ἀπὸ τὰ γεγονότα αὐτὰ ἐξεκίνησεν ὁ Ἰακὼβ πεζῆ, ἐβάδισεν εἰς τὰς ἀνατολικὰς χώρας πρὸς τὸν Λάβαν, τὸν υἱὸν Βαθουὴλ τοῦ Σύρου, ἀδελφὸν τῆς Ρεβέκκας τῆς μητρὸς τοῦ Ἰακὼβ καὶ τοῦ Ἡσαῦ.

Τρεμπέλα

Ὁ Ἰακὼβ παρηγορημένος, ἐνισχυμένος καὶ μὲ ἀναπτερωμένες τὶς ἐλπίδες του μετὰ τὴν θείαν ὀπτασίαν ἐξεκίνησε ἀπὸ τὴν Βαιθὴλ καὶ συνέχισε τὸ ταξίδι του πρὸς τὶς χῶρες, ποὺ εὑρίσκονται εἰς τὰ ἀνατολικὰ τῆς Παλαιστίνης (δηλαδὴ τὴν Μεσοποταμίαν), διὰ νὰ μεταβῇ εἰς τὸν Λάβαν, τὸν υἱὸν τοῦ Βαθουὴλ τοῦ Σύρου, τὸν ἀδελφὸν τῆς Ρεβέκκας, τῆς μητέρας τοῦ Ἰακὼβ καὶ τοῦ Ἡσαῦ.

Γεν. 29,2

καὶ ὁρᾷ καὶ ἰδοὺ φρέαρ ἐν τῷ πεδίῳ, ἦσαν δὲ ἐκεῖ τρία ποίμνια προβάτων ἀναπαυόμενα ἐπ’ αὐτοῦ· ἐκ γὰρ τοῦ φρέατος ἐκείνου ἐπότιζον τὰ ποίμνια, λίθος δὲ ἦν μέγας ἐπὶ τῷ στόματι τοῦ φρέατος,

Κολιτσάρα

Ὅταν δὲ ἐπλησίασε πρὸς τὴν πόλιν Χαρράν, παρατηρεῖ καὶ ἰδοὺ βλέπει ὅτι εἰς τὴν πεδιάδα ὑπῆρχε φρέαρ. Πλησίον δὲ αὐτοῦ ἦσαν τρία ποίμνια προβάτων, τὰ ὁποῖα ἀνεπαύοντο, διότι ἀπὸ τὸ φρέαρ ἐκεῖνο ἐπότιζον οἱ ποιμένες τὰ κοπάδια των. Ἕνας δὲ μεγάλος λίθος ἔκλειε τὸ στόμιον τοῦ φρέατος.

Τρεμπέλα

Ἐνῷ ἐβάδιζε, παρετήρησεν εἰς τὴν πεδιάδα ἔξω ἀπὸ τὴν Χαρρὰν ἕνα πηγάδι, γύρω ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἐστάλιζαν τρία κοπάδια πρόβατα· διότι ἀπὸ τὸ πηγάδι ἐκεῖνο, ὅταν θὰ ἐρχόταν ἡ ὥρα τοῦ ποτίσματος, ἐπότιζαν τὰ κοπάδια. Μία μεγάλη δὲ καὶ βαρειὰ πέτρα ἐσκέπαζε τὸ στόμα τοῦ πηγαδιοῦ.

Γεν. 29,3

καὶ συνήγοντο ἐκεῖ πάντα τὰ ποίμνια καὶ ἀπεκύλιον τὸν λίθον ἀπὸ τοῦ στόματος τοῦ φρέατος καὶ ἐπότιζον τὰ πρόβατα καὶ ἀποκαθίστων τὸν λίθον ἐπὶ τὸ στόμα τοῦ φρέατος εἰς τὸν τόπον αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

Ἐμαζεύοντο ἐκεῖ ὅλα τὰ κοπάδια, οἱ δὲ ποιμένες ἀπεκύλιον τὸν λίθον ἀπὸ τὸ στόμιον τοῦ φρέατος, ἐπότιζον τὰ πρόβατα καὶ ἔπειτα ἐπανέφεραν τὸν λίθον εἰς τὴν θέσιν του, εἰς τὸ στόμιον τοῦ φρέατος.

Τρεμπέλα

Εἰς τὸ πηγάδι αὐτὸ ἐμαζεύοντο ὅλα τὰ κοπάδια καὶ ἐπειδὴ ἡ πέτρα ἦταν μεγάλη καὶ βαρειά, ἐμαζεύοντο ὅλοι μαζὶ οἱ βοσκοὶ καὶ τὴν ἐκυλοῦσαν ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ πηγαδιοῦ· καὶ ἀφοῦ ἐπότιζαν τὰ πρόβατα, τὴν ἐμετακινοῦσαν πάλιν ὅλοι μαζὶ εἰς τὴν θέσιν της καὶ ἔφραζαν τὸ πηγάδι.

Γεν. 29,4

εἶπε δὲ αὐτοῖς Ἰακώβ· ἀδελφοί, πόθεν ἐστὲ ὑμεῖς; οἱ δὲ εἶπαν· ἐκ Χαρρὰν ἐσμέν.

Κολιτσάρα

Ἠρώτησεν ὁ Ἰακὼβ τοὺς ποιμένας καὶ εἶπεν· «ἀδελφοί, ἀπὸ ποῦ εἶσθε;» Ἐκεῖνοι δὲ ἀπήντησαν· «εἴμεθα ἀπὸ τὴν Χαρράν».

Τρεμπέλα

Ὁ δὲ Ἰακὼβ μόλις εἶδε τοὺς βοσκοὺς τῶν κοπαδιῶν, τοὺς ἐρώτησε μὲ εὐγένειαν: «Ἀδελφοί μου, ἀπὸ ποῦ εἶσθε;» Αὐτοὶ δὲ τοῦ ἀπάντησαν· «εἴμεθα ἀπὸ τὴν Χαρράν».

Γεν. 29,5

εἶπε δὲ αὐτοῖς· γινώσκετε Λάβαν τὸν υἱὸν Ναχώρ; οἱ δὲ εἶπαν· γινώσκομεν.

Κολιτσάρα

Τοὺς ἠρώτησε πάλιν· «γνωρίζετε τὸν Λάβαν, τὸν ἀπόγονον τοῦ Ναχώρ;» Ἐκεῖνοι εἶπαν· «βεβαίως τὸν γνωρίζομεν».

Τρεμπέλα

Καὶ ἐκεἱνος τοὺς ἐρώτησε πάλιν: «Γνωρίζετε μήπως τὸν Λάβαν, τὸν ἔγγονον τοῦ Ναχώρ;» καὶ αὐτοὶ τοῦ ἀπάντησαν· «τὸν γνωρίζομεν».

Γεν. 29,6

εἶπε δὲ αὐτοῖς· ὑγιαίνει; οἱ δὲ εἶπαν· ὑγιαίνει. καὶ ἰδοὺ Ῥαχὴλ ἡ θυγάτηρ αὐτοῦ ἤρχετο μετὰ τῶν προβάτων.

Κολιτσάρα

Εἶπεν εἰς αὐτούς· «εἶναι καλὰ εἰς τὴν ὑγείαν του;». Ἐκεῖνοι εἶπαν· «Εἶναι καλά». Κατὰ τὴν ὥραν ἐκείνην ἰδοὺ ἡ Ραχήλ, ἡ θυγάτηρ τοῦ Λάβαν, ἤρχετο μὲ τὰ πρόβατά της εἰς τὸ φρέαρ.

Τρεμπέλα

Ὁ Ἰακὼβ τοὺς εἶπε πάλιν: «Εἶναι καλὰ εἰς τὴν ὑγείαν του;» Αὐτοὶ τοῦ ἀπαντῆσαν· «ναί, εἶναι καλά». Τὴν ὥραν ποὺ ὁ Ἰακὼβ ἐζητοῦσε πληροφορίες διὰ τὸν Λάβαν, νά· ἐφάνη νὰ ἔρχεται πρὸς τὸ μέρος των ἡ Ραχήλ, ἡ μικρότερη κόρη τοῦ Λάβαν, μὲ τὰ πρόβατά της.

Γεν. 29,7

καὶ εἶπεν Ἰακώβ· ἔτι ἐστὶν ἡμέρα πολλή, οὔπω ὥρα συναχθῆναι τὰ κτήνη· ποτίσαντες τὰ πρόβατα ἀπελθόντες βόσκετε.

Κολιτσάρα

Ὁ Ἰακώβ, θέλων προφανῶς νὰ ὁμιλήσῃ ἰδιαιτέρως μὲ τὴν κόρην τοῦ Λάβαν, εἶπεν εἰς τοὺς ποιμένας· «ὑπολείπονται ὦραι πολλαὶ τῆς ἡμέρας καὶ δὲν εἶναι ἀκόμη καιρὸς νὰ συγκεντρωθοῦν τὰ ζῶα εἰς τὰς μάνδρας των. Ποτίσατέ τα λοιπόν, καὶ πηγαίνετε νὰ τὰ βοσκήσετε».

Τρεμπέλα

Ὁ Ἰακώβ, ἐπειδὴ ἤθελε νὰ ὁμιλήσῃ ἰδιαιτέρως μὲ τὴν Ραχήλ, εἶπεν εἰς τοὺς βοσκούς: «Ἀκόμη εἶναι ἡμέρα, ὁ ἥλιος εἶναι ὑψηλά· δὲν εἶναι καιρὸς νὰ μαζευθοῦν τὰ ζῶα εἰς τὸ μαντρί τους· ποτίστε λοιπὸν τὰ πρόβατα καὶ πηγαίνετε νὰ τὰ βοσκήσετε ἕως ὅτου νυκτώσῃ.

Γεν. 29,8

οἱ δὲ εἶπαν· οὐ δυνησόμεθα ἕως τοῦ συναχθῆναι πάντας τοὺς ποιμένας, καὶ ἀποκυλίσουσι τὸν λίθον ἀπὸ τοῦ στόματος τοῦ φρέατος, καὶ ποτιοῦμεν τὰ πρόβατα.

Κολιτσάρα

Ἐκεῖνοι ὅμως τοῦ ἀπήντησαν· «δὲν ἠμποροῦμεν νὰ τὰ ποτίσωμεν, πρὶν ἢ, μαζευθοῦν ἐδῶ ὅλοι οἱ ποιμένες καὶ μαζῆ ἀποκυλίσουν τὸν λίθον ἀπὸ τὸ στόμιον τοῦ φρέατος, ὁπότε καὶ θὰ ποτίσωμεν τὰ πρόβατα».

Τρεμπέλα

Τοῦ εἶπαν οἱ βοσκοί: «Δὲν θὰ ἠμπορέσωμεν νὰ τὰ ποτίσωμεν παρὰ μόνον ὅταν μαζευθοῦν ὅλοι οἱ βοσκοί· τότε ὅλοι μαζὶ θὰ κυλίσωμεν τὴν πέτραν ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ πηγαδιοῦ καὶ θὰ ποτίσωμεν τὰ πρόβατα».

Γεν. 29,9

ἔτι αὐτοῦ λαλοῦντος αὐτοῖς καὶ ἰδοὺ Ῥαχὴλ ἡ θυγάτηρ Λάβαν ἤρχετο μετὰ τῶν προβάτων τοῦ πατρὸς αὐτῆς· αὐτὴ γὰρ ἔβοσκε τὰ πρόβατα τοῦ πατρὸς αὐτῆς.

Κολιτσάρα

Καθ’ ὃν χρόνον αὐτὸς συνωμίλει μὲ τοὺς ποιμένας, ἰδοὺ ἡ Ραχήλ, ἡ θυγάτηρ τοῦ Λάβαν, ἤρχετο μὲ τὰ πρόβατα τοῦ πατρός της εἰς τὸ φρέαρ, διὰ νὰ τὰ ποτίσῃ, διότι αὐτὴ τὰ ἔβοσκεν.

Τρεμπέλα

Ἐνῷ ἀκόμη ὁ Ἰακὼβ συνωμιλοῦσε μαζί των, να ἡ Ραχήλ, ἡ κόρη τοῦ Λάβαν, ἤρχετο εἰς τὸ πηγάδι μὲ τὰ πρόβατα τοῦ πατέρα της· διότι αὐτὴ ἔβοσκε τὰ πρόβατα τοῦ πατέρα της.

Γεν. 29,10

ἐγένετο δέ, ὡς εἶδεν Ἰακὼβ τὴν Ῥαχὴλ τὴν θυγατέρα Λάβαν τοῦ ἀδελφοῦ τῆς μητρὸς αὐτοῦ, καὶ τὰ πρόβατα Λάβαν τοῦ ἀδελφοῦ τῆς μητρὸς αὐτοῦ, καὶ προσελθὼν Ἰακὼβ ἀπεκύλισε τὸν λίθον ἀπὸ τοῦ στόματος τοῦ φρέατος καὶ ἐπότιζε τὰ πρόβατα Λάβαν τοῦ ἀδελφοῦ τῆς μητρὸς αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

Ὁτε δὲ ὁ Ἰακὼβ εἶδε τὴν Ραχήλ, τὴν θυγατέρα τοῦ Λάβαν, τοῦ ἀδελφοῦ τῆς μητρός του, καὶ τὰ πρόβατα τοῦ Λάβαν, ἐπλησίασεν εἰς τὸ φρέαρ, ἀπεκύλισε μόνος του ἀπὸ τὸ στόμιον τὸν λίθον καὶ ἐπότιζε τὰ πρόβατα τοῦ ἀδελφοῦ τῆς μητρός του.

Τρεμπέλα

Μόλις ὁ Ἰακὼβ εἶδε τὴν Ραχήλ, τὴν κόρην τοῦ Λάβαν, τοῦ ἀδελφοῦ τῆς μητέρας του, καὶ τὰ πρόβατα τοῦ Λάβαν, τοῦ ἀδελφοῦ τῆς μητέρας του, ἐφέρθη πρὸς τὴν Ραχὴλ ὡς ἀδελφός. Ἔτρεξεν εἰς τὸ πηγάδι καὶ ἐκύλισε μόνος του τὴν βαρειὰν πέτραν ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ πηγαδιοῦ καὶ ἄρχισε νὰ ποτίζῃ τὰ πρόβατα τοῦ θείου του Λάβαν.

Γεν. 29,11

καὶ ἐφίλησεν Ἰακὼβ τὴν Ῥαχήλ· καὶ βοήσας τῇ φωνῇ αὐτοῦ ἔκλαυσε.

Κολιτσάρα

Ἐπλησίασε τὴν Ραχήλ, τὴν ἡσπάσθη καὶ βαθύτατα συγκεκινημένος ἔκραζε καὶ ἔκλαυσε.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Ἰακὼβ ἐπλησίασε καὶ συγκινημένος ἀσπάσθηκε τὴν Ραχήλ· καὶ μὲ φωνὴν δυνατήν, ποὺ ἔτρεμεν ἀπὸ συγκίνησιν,

Γεν. 29,12

καὶ ἀπήγγειλε τῇ Ῥαχήλ, ὅτι ἀδελφὸς τοῦ πατρὸς αὐτῆς ἐστι καὶ ὅτι υἱὸς Ῥεβέκκας ἐστί, καὶ δραμοῦσα ἀπήγγειλε τῷ πατρὶ αὐτῆς κατὰ τὰ ῥήματα ταῦτα.

Κολιτσάρα

Ἐπληροφόρησε τὴν Ραχὴλ ὅτι εἶναι ἀνεψιὸς τοῦ πατρός της, υἱὸς τῆς Ρεβέκκας τῆς ἀδελφῆς του. Ἐκείνη δὲ ἔτρεξε καὶ ἀνήγγειλεν εἰς τὸν πατέρα της τὰ λόγια αὐτά.

Τρεμπέλα

ἐφανέρωσεν εἰς τὴν Ραχήλ, ὅτι εἶναι συγγενής (ἀνεψιὸς) τοῦ πατέρα της καὶ ὅτι εἶναι υἱὸς τῆς Ρεβέκκας. Καὶ ὁ Θεός, ποὺ τὰ ἔφερεν ὅλα εὐνοϊκὰ εἰς τὸν Ἰακώβ, παρεκίνησε τὴν κόρην νὰ τρέξῃ γρήγορα καὶ μὲ μεγάλην χαράν, διὰ νὰ ἀναγγείλῃ εἰς τὸν πατέρα της τὸ γεγονὸς καὶ τὰ λόγια, ποὺ τῆς εἶπεν ὁ Ἰακώβ.

Γεν. 29,13

ἐγένετο δέ, ὡς ἤκουσε Λάβαν τὸ ὄνομα Ἰακὼβ τοῦ υἱοῦ τῆς ἀδελφῆς αὐτοῦ, ἔδραμεν εἰς συνάντησιν αὐτῷ καὶ περιλαβὼν αὐτὸν ἐφίλησε καὶ εἰσήγαγεν αὐτὸν εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ. καὶ διηγήσατο τῷ Λάβαν πάντας τοὺς λόγους τούτους.

Κολιτσάρα

Ἀμέσως δὲ μόλις ὁ Λάβαν ἤκουσε τὸ ὄνομα τοῦ Ἰακώβ, τοῦ παιδιοῦ τῆς ἀδελφῆς του, ἔτρεξεν εἰς συνάντησίν του, τὸν ἐνηγκαλίσθη, τὸν ἐφίλησε καὶ τὸν ὡδήγησεν εἰς τὸν οἶκον του. Ἐκεῖ δὲ διηγήθη ὁ Ἰακὼβ εἰς τὸν Λάβαν ὅλα, ὅσα τοῦ εἶχον συμβῆ.

Τρεμπέλα

Μόλις ὁ Λάβαν ἄκουσε τὸ γεγονὸς καὶ τὸ ὄνομα τοῦ Ἰακώβ, τοῦ υἱοῦ τῆς ἀδελφής του, ἔτρεξε νὰ τὸν συναντήσῃ καὶ νὰ τὸν προϋπαντήσῃ καὶ ἀφοῦ τὸν ἀγκάλιασε μὲ ἀγάπην, τὸν ἐφίλησε καὶ τὸν ὡδήγησεν εἰς τὸ σπίτι του. Καὶ ὁ Ἰακὼβ διηγήθη εἰς τὸν Λάβαν ὅλα ὅσα ἔγιναν καὶ ὅλα ὅσα εἶπεν εἰς τὴν Ραχήλ.

Γεν. 29,14

καὶ εἶπεν αὐτῷ Λάβαν· ἐκ τῶν ὀστῶν μου καὶ ἐκ τῆς σαρκός μου εἶ σύ. καὶ ἦν μετ’ αὐτοῦ μῆνα ἡμερῶν.

Κολιτσάρα

Ὁ Λάβαν εἶπε τότε εἰς τὸν Ἰακώβ· «εἶσαι σὺ ἀπὸ τὰ δικά μας κόκκαλα καὶ ἀπὸ τὴν ἰδικήν μας σάρκα. Εἴμεθα συγγενεῖς ἐξ αἵματος». Ὁ Ἰακὼβ ἔμεινε μαζῆ του ἕνα μῆνα.

Τρεμπέλα

Ὁ Λάβαν, ὅταν τὰ ἄκουσε, τόσον πολὺ συνεπάθησε τὸν ἀνεψιόν του, ὥστε τοῦ εἶπε: «Πράγματι· εἶσαι ἀπὸ τὰ κόκκαλά μου καὶ ἀπὸ τὴν σάρκα μου· αἷμα ἰδικόν μου· εἶσαι παιδί μου». Καὶ ὁ Ἰακὼβ ἔμεινε κοντὰ εἰς τὸν θεῖον του ἕνα ὁλόκληρον μῆνα· ἐπερνοῦσε σὰν νὰ εὑρίσκετο εἰς τὸ σπίτι του καὶ δὲν ἔνοιωθε κανένα φόβον, Ἠσχολεῖτο δὲ μὲ διάφορα ἔργα χρήσιμα διὰ τὸν θεῖον τοῦ Λάβαν.

Γεν. 29,15

Εἶπε δὲ Λάβαν τῷ Ἰακώβ· ὅτι γὰρ ἀδελφός μου εἶ, οὐ δουλεύσεις μοι δωρεάν· ἀπάγγειλόν μοι, τίς ὁ μισθός σου ἐστί;

Κολιτσάρα

Μετὰ τὴν πάροδον τοῦ μηνὸς ὁ Λάβαν εἶπεν εἰς τὸν Ἰακώβ· «ἐπειδὴ εἶσαι συγγενής μου, αὐτὸ δὲν σημαίνει ὅτι πρέπει νὰ ἐργάζεσαι εἰς ἐμὲ δωρεάν, ὡσὰν δοῦλος. Πές μου ποῖος πρέπει νὰ εἶναι ὁ μισθός σου».

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Θεός, ποὺ ἐβοηθοῦσε τὸν Ἰακώβ, ἐπροθυμοποίησε τὸν Λάβαν, ὁ ὁποῖος, ἂν καὶ συμφεροντολόγος, εἶπεν εἰς τὸν Ἰακώβ: «Ἐπειδὴ εἶσαι συγγενής μου (ἀνεψιός μου) δεν σημαίνει, ὅτι πρέπει νὰ ἐργάζεσαι εἰς ἐμὲ δωρεάν, ὡς δοῦλος χωρὶς καμμίαν ἐλπίδα ἀνταποδόσεως· λέγε λοιπόν, τί ἀπαιτεῖς, πές μου ποία πρέπει νὰ εἶναι ἡ πληρωμή σου;»

Γεν. 29,16

τῷ δὲ Λάβαν ἦσαν δύο θυγατέρες, ὄνομα τῇ μείζονι Λεία, καὶ ὄνομα τῇ νεωτέρᾳ Ῥαχήλ.

Κολιτσάρα

Ὁ Λάβαν εἶχε δύο θυγατέρας· ἡ μεγαλυτέρα ὠνομάζετο Λεία καὶ ἡ μικροτέρα ὠνομάζετο Ραχήλ.

Τρεμπέλα

Ὁ δὲ Λάβαν εἶχε δύο θυγατέρες· τὸ ὄνομα τῆςμεγαλυτέρας ἦταν Λεία, τὸ δὲ ὄνομα τῆς νεωτέρας ἦταν Ραχήλ.

Γεν. 29,17

οἱ δὲ ὀφθαλμοὶ Λείας ἀσθενεῖς, Ῥαχὴλ δὲ ἦν καλὴ τῷ εἴδει καὶ ὡραία τῇ ὄψει σφόδρα.

Κολιτσάρα

Οἱ ὀφθαλμοὶ τῆς Λείας ἦσαν ἀδύνατοι, ἡ δὲ Ραχὴλ ἦτο ὡραία εἰς ὅλην της τὴν ἐμφάνισιν καὶ ἐξαιρετικῶς ὡραία εἰς τὸ, πρόσωπον.

Τρεμπέλα

Τὰ μάτια τῆς Λείας ἦσαν ἀσθενικα καὶ ἀδύνατα χωρὶς ἰδιαιτέραν λάμψιν, ἐνῶ ἡ Ραχὴλ ἦταν κομψή, ὄμορφη καὶ χαριτωμένη ἐξαιρετικά.

Γεν. 29,18

ἠγάπησε δὲ Ἰακὼβ τὴν Ῥαχὴλ καὶ εἶπε· δουλεύσω σοι ἑπτὰ ἔτη περὶ Ῥαχὴλ τῆς θυγατρός σου τῆς νεωτέρας.

Κολιτσάρα

Ὁ Ἰακὼβ ἠγάπησε τὴν Ραχὴλ καὶ εἶπε· «θὰ ἐργασθῶ εἰς σὲ ἑπτὰ ἔτη διὰ τὴν Ραχὴλ τὴν νεωτέραν θυγατέρα σου, τὴν ὁποίαν μετὰ τὰ ἑπτὰ αὐτὰ ἔτη θὰ λάβω ὡς σύζυγον».

Τρεμπέλα

Ὁ Ἰακώβ, ποὺ δεν ἐπιθυμοῦσε νὰ συγκεντρώσῃ χρήματα, ἐνεθυμήθη τὴν μητέρα του καὶ τὶς ἔντολες τοῦ πατέρα του. Ἐπειδὴ δὲ ἀγάπησε τὴν Ραχὴλ ἀπὸ τὴν ὥραν, ποὺ τὴν εἶδεν εἰς τὸ πηγάδι, ἀπάντησεν εἰς τὸν θεῖον του· «θὰ σοῦ δουλεύσω ἑπτὰ χρόνια διὰ νἀ μοῦ δώσῃς εἰς τὸ τέλος ὡς γυναῖκα τὴν Ραχήλ, τὴν νεωτέραν θυγατέρα σου».

Γεν. 29,19

εἶπε δὲ αὐτῷ Λάβαν· βέλτιον δοῦναί με αὐτήν σοι, ἢ δοῦναί με αὐτὴν ἀνδρὶ ἑτέρῳ· οἴκησον μετ’ ἐμοῦ.

Κολιτσάρα

Ὁ Λάβαν τοῦ ἀπήντησεν· «εἶναι βεβαίως πολὺ προτιμότερον για μένα νὰ δώσω αὐτὴν σύζυγον εἰς σέ, παρὰ εἰς οἰονδήποτε ἄνδρα. Μεῖνε μαζῆ μας καὶ ἐργάσου, ὅπως εἶπες».

Τρεμπέλα

Ὁ Λάβαν τοῦ εἰπέ: «Εἶναι πολὺ καλύτερον νὰ τὴν δώσω ὡς σύζυγον εἰς σέ, παρὰ εἰς ὁποιονδήποτε ἄλλον ἄνδρα· μεῖνε λοιπὸν καὶ κατοίκησε εἰς τὸ σπίτι μου».

Γεν. 29,20

καὶ ἐδούλευσεν Ἰακὼβ περὶ Ῥαχὴλ ἑπτὰ ἔτη, καὶ ἦσαν ἐναντίον αὐτοῦ ὡς ἡμέραι ὀλίγαι, παρὰ τὸ ἀγαπᾶν αὐτὸν αὐτήν.

Κολιτσάρα

Ὁ Ἰακὼβ εἰργάσθη πράγματι ἐπὶ ἑπτὰ κατὰ συνέχειαν ἔτη, διὰ νὰ λάβῃ ὡς σύζυγον τὴν Ραχήλ. Μάλιστα δὲ τοῦ ἐφάνησαν καὶ ὀλίγα τὰ ἔτη αὐτά. Διότι ἀγαποῦσε τὴν Ραχήλ.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Ἰακὼβ ἐδούλευσεν εἰς τὸν θεῖον του Λάβαν ἑπτὰ χρόνια, διὰ νὰ λάβῃ ὡς σύζυγον τὴν Ραχήλ. Τὸ μακρὰν ὅμως αὐτὸ διάστημα τοῦ ἐφάνη πολὺ σύντομον, ὡσὰν νὰ ἦσαν ὀλίγες ἡμέρες, διότι ὁ Ἰακὼβ ἀγαποῦσε τὴν Ραχήλ· ἡ πολλή του ἀγάπη ἐσυντόμευσε τὸ μάκρος τοῦ χρόνου καὶ ἐλάφρυνε τὸν κόπον τοῦ βοσκοῦ· ὅλα αὐτὰ τοῦ ἐφαίνοντο ἄκοπα καὶ εὔκολα.

Γεν. 29,21

εἶπε δὲ Ἰακὼβ τῷ Λάβαν· δός μοι τὴν γυναῖκά μου, πεπλήρωνται γὰρ αἱ ἡμέραι, ὅπως εἰσέλθω πρὸς αὐτήν.

Κολιτσάρα

Μετὰ δὲ τὴν παρέλευσιν τῶν ἐτῶν αὐτῶν εἶπεν ὁ Ἰακὼβ εἰς τὸν Λάβαν· «τὰ ἑπτὰ ἔτη τῆς ἐργασίας μου συνεπληρώθησαν· δός μου λοιπὸν τὴν Ραχήλ, διὰ νὰ τὴν νυμφευθῶ καὶ νὰ τὴν ἔχω ὡς σύζυγον».

Τρεμπέλα

Ὅταν ἐπέρασαν τὰ ἑπτὰ χρόνια, ὁ Ἰακὼβ εἶπεν εἰς τὸν Λάβαν· «δῶσε μου τὴν Ραχήλ, διότι συνεπληρώθη ἡ περίοδος τῶν ἑπτὰ χρόνων, διὰ νὰ τὴν νυμφευθῶ ὡς γυναῖκα μου».

Γεν. 29,22

συνήγαγε δὲ Λάβαν πάντας τοὺς ἄνδρας τοῦ τόπου καὶ ἐποίησε γάμον.

Κολιτσάρα

Ὁ Λαδὰν συνεκέντρωσεν ὅλους τοὺς ἄνδρας τοῦ τόπου καὶ ἔκαμε τὸν γάμον.

Τρεμπέλα

Τότε ὁ Λάβαν συνεκέντρωσεν ὅλους τοὺς ἄνδρας τοῦ τόπου, ὅπου ἔμενε, καὶ ἔκαμε τὸν γάμον καὶ τὸ γαμήλιον συμπόσιον.

Γεν. 29,23

καὶ ἐγένετο ἑσπέρα, καὶ λαβὼν Λείαν τὴν θυγατέρα αὐτοῦ εἰσήγαγε πρὸς Ἰακὼβ καὶ εἰσῆλθε πρὸς αὐτὴν Ἰακώβ.

Κολιτσάρα

Ὁταν ἐνύκτωσεν, ἐπῆρε ὁ Λάβαν τὴν Λείαν, τὴν θυγατέρα αὐτοῦ, καὶ τὴν ὡδήγησεν πρὸς τὸν Ἰακὼβ εἰς τὸν νυμφικὸν θάλαμον.

Τρεμπέλα

Ὅταν ὅμὼς ἐβράδιασεν, ὁ Λάβαν ἐπῆρε τὴν θυγατέρα του Λείαν καὶ τὴν ὡδήγησεν εἰς τὸν νυμφικὸν θάλαμον καὶ ὁ Ἰακὼβ συνευρέθη μὲ αὐτήν.

Γεν. 29,24

ἔδωκε δὲ Λάβαν Λείᾳ τῇ θυγατρὶ αὐτοῦ Ζελφὰν τὴν παιδίσκην αὐτοῦ αὐτῇ παιδίσκην.

Κολιτσάρα

Ἔδωσε δὲ εἰς τὴν θυγατέρα του τὴν Λείαν ὡς δούλην της τὴν Ζελφάν, ἰδικήν του ἕως τότε δούλην.

Τρεμπέλα

Ὁ Λάβαν ἔδωκεν ἐπίσης εἰς τὴν Θυγατέρα του Λείαν καὶ τὴν δούλην του Ζελφάν, διὰ νὰ εἶναι δούλη τῆς θυγατέρας του.

Γεν. 29,25

ἐγένετο δὲ πρωΐ, καὶ ἰδοὺ ἦν Λεία. εἶπε δὲ Ἰακὼβ τῷ Λάβαν· τί τοῦτο ἐποίησάς μοι; οὐ περὶ Ῥαχὴλ ἐδούλευσα παρὰ σοί; καὶ ἱνατί παρελογίσω με;

Κολιτσάρα

Ὁταν ἐξημέρωσε, εἶδεν ἔξαφνα ὁ Ἰακὼβ ὅτι σύζυγός του ἔγινεν ἡ Λεία. Διεμαρτυρήθη δὲ πρὸς τὸν Λάβαν καὶ τοῦ εἶπε· «τί εἶναι αὐτό, ποῦ μοῦ ἔκαμες; Ἐπὶ ἑπτὰ ἔτη συνεχῶς δὲν εἰργάσθην κατὰ τὴν συμφωνίαν μας κοντά σου διὰ τὴν Ραχήλ; Διατί μὲ ἐξηπάτησες;»

Τρεμπέλα

Ἀλλὰ τὸ πρωΐ, ὅταν ἐξημέρωσεν, ὁ Ἰακὼβ διεπίστωσεν ἔξαφνα, ὅτι τὸν ἐγέλασαν, ὅτι ἐκοιμήθη μὲ τὴν Λείαν καὶ ὄχι μὲ τὴν ἀγαπημένην του Ραχήλ. Ὅταν διεπίστωσε τὴν ἀπάτην, ποὺ τοῦ ἔγινε, εἶπεν εἰς τὸν πενθερόν του: «Διατί μοῦ ἔκαμες αὐτὸ τὸ πρᾶγμα; Δὲν σοῦ ἐδούλευσα ἑπτὰ χρόνια διὰ τὴν Ραχήλ; Διατί μὲ ἐγέλασες καὶ δὲν ἐτήρησες τὸν λόγον σου;»

Γεν. 29,26

ἀπεκρίθη δὲ Λάβαν· οὐκ ἔστιν οὕτως ἐν τῷ τόπῳ ἡμῶν, δοῦναι τὴν νεωτέραν πρὶν ἢ τὴν πρεσβυτέραν·

Κολιτσάρα

Ὁ Λάβαν τοῦ ἀπήντησε· «δὲν ὑπάρχει εἰς τὸν τόπον μας συνήθεια νὰ δίδωμεν εἰς γάμον τὴν νεωτέραν κόρην, πρὶν ὑπανδρεύσωμεν τὴν μεγαλυτέραν.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Λάβαν τοῦ ἀπάντησε: «Δὲν συνηθίζομεν εἰς τὸν τόπον μας νὰ δίδωμεν εἰς γάμον πρῶτα τὸ νεώτερον κορίτσι καὶ ὕστερα τὸ μεγαλύτερον.

Γεν. 29,27

συντέλεσον οὖν τὰ ἕβδομα ταύτης, καὶ δώσω σοι καὶ ταύτην ἀντὶ τῆς ἐργασίας, ἧς ἐργᾷ παρ’ ἐμοί, ἔτι ἑπτὰ ἔτη ἕτερα.

Κολιτσάρα

Ἂς περάσῃ λοιπὸν ἡ ἑβδομὰς τοῦ γάμου σου μὲ τὴν Λείαν καί, θὰ δώσω εἰς σὲ καὶ τὴν Ραχὴλ ἔναντι τῆς ἐργασίας, τὴν ὁποῖον θὰ μοῦ προσφέρῃς ἐπὶ ἑπτὰ ἀκόμη ἔτη».

Τρεμπέλα

Συμπλήρωσε λοιπὸν τὴν γαμήλιον ἑβδομάδα μὲ τὴν Λείαν, ποὺ σοῦ ἔδωσα, καὶ κατόπιν θὰ σοῦ δώσω ὡς σύζυγον καὶ τὴν Ραχήλ, ὡς μισθὸν διὰ τὴν ἐργασίαν, ποὺ θὰ ἐργασθῇς κοντά μου ἄλλα ἑπτὰ χρόνια».

Γεν. 29,28

ἐποίησε δὲ Ἰακὼβ οὕτως καὶ ἀνεπλήρωσε τὰ ἕβδομα ταύτης, καὶ ἔδωκεν αὐτῷ Λάβαν Ῥαχὴλ τὴν θυγατέρα αὐτοῦ αὐτῷ γυναῖκα.

Κολιτσάρα

Ἐδέχθη ὁ Ἰακὼβ τὴν νέαν αὐτὴν συμφωνίαν, καὶ ἔκαμεν, ὅπως τοῦ εἶπεν ὁ Λάβαν. Μετὰ τὴν λῆξιν τῆς ἑβδομάδος τοῦ γάμου του μὲ τὴν Λείαν, ἔδωκεν ὁ Λάβαν εἰς αὐτὸν καὶ τὴν θυγατέρα του Ραχὴλ ὡς σύζυγον.

Τρεμπέλα

Ὁ Ἰακὼβ ἐδέχθη τὴν συμφωνίαν καὶ ἔκαμε ὅπως τοῦ ἐζήτησεν ὁ Λάβαν. Συνεπλήρωσε τὴν γαμήλιον ἑβδομάδα μὲ τὴν Λείαν καὶ κατόπιν ὁ Λάβαν ἔδωκεν εἰς τὸν Ἰακὼβ καὶ τὴν θυγατέρα του Ραχὴλ ὡς γυναῖκα.

Γεν. 29,29

ἔδωκε δὲ Λάβαν τῇ θυγατρὶ αὐτοῦ Βαλλὰν τὴν παιδίσκην αὐτοῦ αὐτῇ παιδίσκην.

Κολιτσάρα

Ἔδωκε δὲ τὴν δούλην του Βαλλὰν ὡς δούλην εἰς τὴν θυγατέρα του Ραχήλ.

Τρεμπέλα

Ὁ Λάβαν ἔδωκεν ἐπίσης εἰς τὴν θυγατέρα του Ραχὴλ καὶ τὴν δούλην του Βαλλάν, διὰ νὰ εἶναι δούλη τῆς θυγατέρας του.

Γεν. 29,30

καὶ εἰσῆλθε πρὸς Ῥαχήλ· ἠγάπησε δὲ Ῥαχὴλ μᾶλλον ἢ Λείαν· καὶ ἐδούλευσεν αὐτῷ ἑπτὰ ἔτη ἕτερα.

Κολιτσάρα

Ὁ Ἰακὼβ ἦλθεν εἰς γάμου κοινωνίαν μὲ τὴν Ραχήλ. Ἠγάπησε δὲ περισσότερον τὴν Ραχὴλ ἀπὸ τὴν Λείαν. Ἐν συνεχείᾳ δὲ εἰργάσθη ἄλλα ἑπτὰ ἔτη εἰς τὸν πενθερόν του τὸν Λάβαν.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Ἰακὼβ ἐνυμφεύθη καὶ συνευρέθη μὲ τὴν Ραχὴλ· ἀγάπησε δὲ τὴν Ραχὴλ περισσότερον ἀπὸ τὴν Λείαν καὶ ἐδούλευσεν εἰς τὸν Λάβαν ἄλλα ἑπτὰ χρόνια.

Γεν. 29,31

Ἰδὼν δὲ Κύριος ὁ Θεὸς ὅτι ἐμισεῖτο Λεία, ἤνοιξε τὴν μήτραν αὐτῆς· Ῥαχὴλ δὲ ἦν στεῖρα·

Κολιτσάρα

Ὁ Κύριος καὶ Θεὸς ἰδὼν ὅτι ἡ Λεία περιεφρονεῖτο ἀπὸ τὸν Ἰακὼβ ὡς ἄσχημη, τῆς ἔδωσε τὸ χάρισμα τῆς τεκνογονίας, ἐνῶ ἡ Ραχὴλ ἕμενε στεῖρα.

Τρεμπέλα

Ὅταν ὁ παντοδύναμος καὶ ἀπειροτέλειος Θεὸς εἶδεν, ὅτι ἡ Λεία ἐπεριφρονεῖτο ἀπὸ τὸν Ἰακὼβ διότι ἦταν ἄσχημη, διὰ νὰ παρηγορήσῃ τὴν λύπην της καὶ νὰ τὴν κάμει ἀγαπητὴν εἰς τὸν σύζυγόν της, τὴν κατέστησε γόνιμον, καθ’ ὃν χρόνον ἡ Ραχὴλ ἔμενε στεῖρα καὶ ἄτεκνος.

Γεν. 29,32

καὶ συνέλαβε Λεία καὶ ἔτεκεν υἱὸν τῷ Ἰακώβ· ἐκάλεσε δὲ τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ῥουβὴν λέγουσα· διότι εἶδέ μου Κύριος τὴν ταπείνωσιν, καὶ ἔδωκέ μοι υἱόν· νῦν οὖν ἀγαπήσει με ὁ ἀνήρ μου.

Κολιτσάρα

Ἡ Λεία κατέστη ἔγκυος καὶ ἐγέννησεν εἰς τὸν Ἰακὼβ υἱόν. Ὠνόμασε δὲ αὐτὸν Ρουβὴν λέγουσα· «ὁ Κύριος μοῦ ἔδωκεν υἱόν, διότι εἶδε τὴν περιφρόνησίν μου ἀπὸ τὸν ἄνδρα μου. Τώρα λοιπὸν θὰ μὲ ἀγαπήσῃ ὁ σύζυγός μου».

Τρεμπέλα

Ἡ Λεία, ποὺ ἐφαίνετο ταπεινωμένη, ἔγινεν ἔγκυος καὶ ἐγέννησεν εἰς τὸν Ἰακὼβ υἱόν· γεμάτη δὲ εὐγνωμοσύνην πρὸς τὸν Θεόν, ποὺ τῆς ἔδωκε παιδί, ὠνόμασε τὸ άγόρι της Ρουβήν (ποὺ σημαίνει· «νά· ἕνας υἱός») καὶ εἶπε: «Τὸν ὠνόμασα ἔτσι, διότι εἶδεν ὁ Κύριος τὴν περιφρόνησιν τοῦ ἀνδρός μου πρὸς τὸ πρόσωπόν μου. Τώρα μὲ τὴν εὐλογίαν αὐτὴν τοῦ Θεοῦ θὰ μὲ ἀγαπήσῃ ὁ σύζυγός μου».

Γεν. 29,33

καὶ συνέλαβε πάλιν καὶ ἔτεκεν υἱὸν δεύτερον τῷ Ἰακὼβ καὶ εἶπεν· ὅτι ἤκουσε Κύριος ὅτι μισοῦμαι, καὶ προσέδωκέ μοι καὶ τοῦτον· ἐκάλεσε δὲ τὸ ὄνομα αὐτοῦ Συμεών·

Κολιτσάρα

Ἔμεινε πάλιν ἔγκυος, ἐγέννησε δεύτερον υἱὸν καὶ εἶπεν· «ἤκουσεν ὁ Κύριος ὅτι περιφρονοῦμαι ἀκόμη ἀπὸ τὸν σύζυγόν μου καὶ μοῦ ἔδωσε καὶ αὐτὸν τὸν υἱόν». Διὰ τοῦτο ὠνόμασε τὸν δεύτερον υἱόν της Συμεών.

Τρεμπέλα

Ἡ μεγαλοδωρία τοῦ Κυρίου, ποὺ ἐκδηλώνεται μὲ ἀφθονίαν, ἐνήργησε καὶ ἡ Λεία ἔγινε πάλιν ἔγκυος καὶ ἐγέννησε δεύτερον ἀγόρι εἰς τὸν Ἰακώβ. Καὶ γεμάτη εὐγνωμοσύνην πρὸς τὸν Θεὸν διὰ τὴν νέαν εὐεργεσίαν εἶπεν· «ἐπειδὴ ἄκουσεν ὁ Κύριος ὅτι περιφρονοῦμαι ἀκομη ἀπὸ τὸν σύζυγόν μου, μοῦ ἔδωσε καὶ αὐτὸν τὸν υἱόν». Καὶ ὠνόμασε τὸ δεύτερον παιδί της Συμεών (ποὺ σημαίνει· «ἄκουσεν ὁ Κύριος)῁

Γεν. 29,34

καὶ συνέλαβεν ἔτι καὶ ἔτεκεν υἱὸν καὶ εἶπεν· ἐν τῷ νῦν καιρῷ πρὸς ἐμοῦ ἔσται ὁ ἀνήρ μου, τέτοκα γὰρ αὐτῷ τρεῖς υἱούς· διὰ τοῦτο ἐκάλεσε τὸ ὄνομα αὐτοῦ Λευεί.

Κολιτσάρα

Ἔμεινε καὶ πάλιν ἔγκυος, ἐγέννησε υἱὸν καὶ εἶπε· «τώρα πλέον θὰ εἶναι μαζῆ μου ὁ ἄνδρας μου, διότι τοῦ ἐγέννησα τρεῖς υἱούς». Διὰ τοῦτο ὠνόμασεν αὐτὸν Λευεί.

Τρεμπέλα

Ἡ Λεία ἔγινε πάλιν ἔγκυος καὶ ἐγέννησε τρίτον ἀγόρι καὶ εἶπε· «τώρα πλέον ὁ ἄνδρας μου θὰ εἶναι μαζί μου, διότι ἐγέννησα εἰς αὐτὸν τρεῖς υἱούς». Διὰ τοῦτο ὠνόμασε τὸ τρίτον παιδί της Λευεί (ποὺ σημαίνει· «σύνδεσμός, ἕνωσις»).

Γεν. 29,35

καὶ συλλαβοῦσα ἔτι ἔτεκεν υἱὸν καὶ εἶπε· νῦν ἔτι τοῦτο ἐξομολογήσομαι τῷ Κυρίῳ· διὰ τοῦτο ἐκάλεσε τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰούδαν. καὶ ἔστη τοῦ τίκτειν.

Κολιτσάρα

Κατέστη καὶ πάλιν ἔγκυος, ἐγέννησε καὶ ἄλλον υἱὸν καὶ εἶπε· «καὶ πάλιν τώρα θὰ δοξολογήσω διὰ τοῦτο τὸ γεγονὸς τὸν Κύριον». Διὰ τοῦτο ὠνόμασε τὸ παιδί της αὐτὸ Ἰούδαν καὶ ἔπαυσε νὰ γεννᾷ.

Τρεμπέλα

Ἡ Λεία ἔγινε καὶ πάλιν ἔγκυος καὶ ἐγέννησε τέταρτον ἀγόρι καὶ εἶπε· «καὶ τώρα πάλιν θὰ εὐχαριστήσω καὶ θὰ δοξολογήσω τὸν Κύριον, διότι μοῦ ἐχάρισε τόσην εὐπορίαν». Διὰ τοῦτο ὠνόμασε τὸ τέταρτον παιδί της Ἰούδαν (ποὺ σημαίνει· «δοξολογία»). Μετὰ τὴν γέννησιν τοῦ Ἰούδα ἡ Λεία ἐσταμάτησε πλέον νὰ τεκνοποιῇ.

Κεφάλαιο 30

Γεν. 30,1

Ἰδοῦσα δὲ Ῥαχὴλ ὅτι οὐ τέτοκε τῷ Ἰακώβ, καὶ ἐζήλωσε Ῥαχὴλ τὴν ἀδελφὴν αὐτῆς καὶ εἶπε τῷ Ἰακώβ· δός μοι τέκνα· εἰ δὲ μή, τελευτήσω ἐγώ.

Κολιτσάρα

Ὅταν ἡ Ραχὴλ εἶδεν ὅτι δὲν ἐγέννησεν εἰς τὸν Ἰακὼβ παιδί, ἐφθόνησε τὴν ἀδελφήν της Λείαν καὶ εἶπεν εἰς τὸν Ἰακώβ· «δός μου τέκνα, εἰ δ’ ἄλλως θὰ ἀποθάνω».

Τρεμπέλα

Ὅταν ἡ Ραχὴλ εἶδεν ὅτι συνεχίζετο ἡ στείρωσίς της καὶ δὲν ἐγέννησεν ἀκόμη παιδὶ εἰς τὸν Ἰακώβ, ἐφθόνησε τὴν ἀδελφήν της Λείαν καὶ παραζαλισμένη ἀπὸ τὴν ζήλειαν τῆς εἶπεν εἰς τὸν Ἰακὼβ τὰ ἀνόητα λόγια: «Δῶσε μου παιδιά»· καὶ διὰ νὰ τὸν φοβίσῃ ἐπρόσθεσεν· «ἐὰν δὲν μοῦ δώσῃς παιδιά, θὰ ἀποθάνω».

Γεν. 30,2

Θυμωθεὶς δὲ Ἰακὼβ τῇ Ῥαχὴλ εἶπεν αὐτῇ· μὴ ἀντὶ Θεοῦ ἐγώ εἰμι, ὃς ἐστέρησέ σε καρπὸν κοιλίας;

Κολιτσάρα

Ἐθύμωσεν ὁ Ἰακὼβ ἐναντίον τῆς Ραχὴλ καὶ τῆς εἶπε· «μήπως ἐγὼ ὑπέχω θέσιν Θεοῦ, ὁ ὁποῖος δὲν σοῦ ἔδωσε καρπὸν κοιλίας;»

Τρεμπέλα

Ὅταν ὁ Ἰακὼβ ἄκουσε τὰ ζηλότυπα καὶ ἀνόητα αὐτὰ λόγια τῆς Ραχήλ, ἐθύμωσε· τῆς ἀπάντησεν ὅμως μὲ μεγάλην σύνεσιν: «Διατί κατηγορεῖς ἐμέ; Μήπως εἶμαι ἐγὼ Θεός, ὁ ὁποῖος σὲ ἔκαμα στεῖραν καὶ σοῦ ἐστέρησα τὸν καρπὸν τῆς κοιλίας καὶ δὲν σοῦ δίδω παιδιά; Μὴ ζητῇς ἀπὸ ἑμέ, ὅσα δὲν ἠμπορῶ νὰ σοῦ προσφέρω καὶ τὰ ὁποῖα δὲν ἐξουσιάζω».

Γεν. 30,3

εἶπε δὲ Ῥαχὴλ τῷ Ἰακώβ· ἰδοὺ ἡ παιδίσκη μου Βαλλά· εἴσελθε πρὸς αὐτήν, καὶ τέξεται ἐπὶ τῶν γονάτων μου, καὶ τεκνοποιήσομαι κἀγὼ ἐξ αὐτῆς.

Κολιτσάρα

Εἶπεν ἡ Ραχὴλ εἰς τὸν Ἰακώβ· «Ἰδού, ἡ δούλη μου ἡ Βαλλά, πάρε την καὶ θὰ γεννήσῃ παιδὶ εἰς τὰ γόνατά μου καὶ θὰ εἶναι σὰν νὰ ἔχω γενήσει ἐγώ. Τὸ τέκνον της θὰ εἶναι ἰδικόν μου».

Τρεμπέλα

Ὅταν ἡ Ραχὴλ ἐπληροφορήθη, ὅτι ἡ ἀτεκνία της δὲν προήρχετο ἀπὸ τὸν Ἰακώβ, τοῦ εἶπε: «Νά, ἡ δούλη μου Βαλλά· πάρε την καὶ τεκνοποίησε μαζί της, ὥστε νὰ ἠμπορέσω νὰ εὕρω κάποιαν παρηγορίαν μὲ τὸ νὰ γίνω μητέρα δι’ αὐτῆς· ὅταν τὰ παιδιά της γεννηθοῦν ἐπάνω εἰς τὰ γόνατά μου, θὰ τὰ θεωρῶ ὡς ἰδικά μου παιδιά».

Γεν. 30,4

καὶ ἔδωκεν αὐτῷ Βαλλὰν τὴν παιδίσκην αὐτῆς αὐτῷ γυναῖκα· καὶ εἰσῆλθε πρὸς αὐτὴν Ἰακώβ.

Κολιτσάρα

Παρέδωσε τὴν δούλην της τὴν Βαλλὰν εἰς αὐτὸν ὡς γυναῖκα του, ἦλθεν ἐκεῖνος πρὸς αὐτὴν εἰς συζυγικὴν συνάφειαν,

Τρεμπέλα

Καὶ ἡ Ραχὴλ παρέδωκεν εἰς τὸν Ἰακὼβ τὴν δούλην τῆς Βαλλὰν ὡς γυναῖκα. Καὶ ὁ Ἰακὼβ ἦλθεν εἰς συζυγικὴν ἕνωσιν μὲ τὴν Βαλλάν,

Γεν. 30,5

καὶ συνέλαβε Βαλλὰ ἡ παιδίσκη Ῥαχὴλ καὶ ἔτεκε τῷ Ἰακὼβ υἱόν.

Κολιτσάρα

ἔμεινεν ἔγκυος ἡ Βαλλὰ ἡ δούλη τῆς Ραχὴλ καὶ ἐγέννησεν εἰς τὸν Ἰακὼβ υἱόν.

Τρεμπέλα

ἡ ὁποία ἔγινεν ἔγκυος καὶ ἐγέννησεν εἰς τὸν Ἰακὼβ υἱόν.

Γεν. 30,6

καὶ εἶπε Ῥαχήλ· ἔκρινέ μοι ὁ Θεὸς καὶ ἐπήκουσε τῆς φωνῆς μου καὶ ἔδωκέ μοι υἱόν· διὰ τοῦτο ἐκάλεσε τὸ ὄνομα αὐτοῦ Δάν.

Κολιτσάρα

Εἶπε δὲ ἡ Ραχήλ· «ὁ Θεὸς μοῦ ἔδωσε τὸ δίκαιόν μου, ἤκουσε τὴν προσευχήν μου καὶ μοῦ ἐχάρισε παιδί». Διὰ τοῦτο ὠνόμασεν αὐτὸν Δάν.

Τρεμπέλα

Τότε ἡ Ραχὴλ εἶπεν: «Ὁ Θεὸς μὲ ἐδικαίωσε καὶ ἄκουσε τὴν φωνὴν καὶ τὸ αἴτημα τῆς προσευχῆς μου καὶ μοῦ ἔδωκεν υἱόν». Καὶ ἐπειδὴ ἐθεώρησε τὸ παιδί, ποὺ ἐγέννησεν ἡ δούλη, ὡς ἰδικόν της, ἔδωκεν εἰς αὐτὸ τὸ ὄνομα Δάν, ποὺ σημαίνει «κρίσις».

Γεν. 30,7

καὶ συνέλαβεν ἔτι Βαλλὰ ἡ παιδίσκη Ῥαχὴλ καὶ ἔτεκεν υἱὸν δεύτερον τῷ Ἰακώβ.

Κολιτσάρα

Ἔμεινε πάλιν ἔγκυος ἡ Βαλλά, ἡ δούλη τῆς Ραχήλ, καὶ ἐγέννησε δεύτερον υἱὸν εἰς τὸν Ἰακώβ.

Τρεμπέλα

Ἡ δούλη τῆς Ραχὴλ Βαλλὰ ἔγινε καὶ πάλιν ἔγκυος καὶ ἐγέννησεν εἰς τὸν Ἰακὼβ δεύτερον υἱόν.

Γεν. 30,8

καὶ εἶπε Ῥαχήλ· συναντελάβετό μου ὁ Θεός, καὶ συνανεστράφην τῇ ἀδελφῇ μου καὶ ἠδυνάσθην· καὶ ἐκάλεσε τὸ ὄνομα αὐτοῦ Νεφθαλείμ.

Κολιτσάρα

Εἶπε τότε ἡ Ραχήλ· «μὲ ἐβοήθησεν ὁ Θεός, ἠγωνίσθην σκληρῶς κατὰ τῆς ἀδελφῆς μου καὶ τὴν ἐνίκησα». Καὶ ὠνόμασε τὸν υἱόν της Νεφθαλείμ.

Τρεμπέλα

Τότε ἡ Ραχὴλ εἶπεν: «Ὁ Θεὸς μὲ ἐβοήθησεν ἔδωσα σκληρὴ μάχη μὲ τὴν ἀδελφήν μου Λείαν διὰ τὴν τεκνογονίαν καὶ ἐνίκησα». Καὶ ἡ Ραχήλ, ποὺ ἐθεώρησε καὶ τὸ δεύτερον παιδὶ ὡς ἰδικόν της, ἔδωκεν εἰς αὐτὸ τὸ ὄνομα Νεφθαλείμ, ποὺ σημαίνει «μάχῃ».

Γεν. 30,9

Εἶδε δὲ Λεία ὅτι ἔστη τοῦ τίκτειν, καὶ ἔλαβε Ζελφὰν τὴν παιδίσκην αὐτῆς καὶ ἔδωκεν αὐτὴν τῷ Ἰακὼβ γυναῖκα. καὶ εἰσῆλθε πρὸς αὐτὴν

Κολιτσάρα

Εἶδεν ἡ Λεία, ὅτι ἐσταμάτησεν ἡ τεκνογονία της καὶ ἔλαβε τὴν δούλην της τὴν Ζελφάν, τὴν παρέδωσεν εἰς τὸν Ἰακὼβ ὡς γυναῖκα του, καὶ ἦλθεν ἐκεῖνος εἰς συνάφειαν μὲ αὐτήν.

Τρεμπέλα

Ὅταν ἡ Λεία διεπίστωσεν, ὅτι ἐσταμάτησε πλέον νὰ γεννᾷ, ἐπῆρε καὶ αὐτὴ τὴν δούλην της Ζελφὰν καὶ τὴν παρέδωκεν εἰς τὸν Ἰακὼβ ὡς σύζυγον καὶ ὁ Ἰακὼβ ἦλθεν εἰς συζυγικὴν ἕνωσιν μὲ τὴν Ζελφάν,

Γεν. 30,10

καὶ συνέλαβε Ζελφὰ ἡ παιδίσκη Λείας καὶ ἔτεκε τῷ Ἰακὼβ υἱόν.

Κολιτσάρα

Ἡ Ζελφά, ἡ δούλη τῆς Λείας, ἔμεινεν ἔγκυος, καὶ ἐγέννησεν υἱὸν εἰς τὸν Ἰακώβ.

Τρεμπέλα

ἡ ὁποία ἔγινεν ἔγκυος καὶ ἐγέννησεν εἰς τὸν Ἰακὼβ υἱόν.

Γεν. 30,11

καὶ εἶπε Λεία· ἐν τύχῃ· καὶ ἐπωνόμασε τὸ ὄνομα αὐτοῦ Γάδ.

Κολιτσάρα

Εἶπε τότε ἡ Λεία· «εἶμαι εὐτυχής»! Ὠνόμασε δὲ τὸν υἱόν της αὐτὸν Γάδ.

Τρεμπέλα

Τότε ἡ Λεία εἶπεν: «Ἐπέτυχα τὸν σκοπόν μου· εἶμαι τυχερή». Καὶ ἐπειδὴ ἐθεώρησε τὸ παιδί, ποὺ ἐγέννησεν ἡ δούλῃ, ὡς ἰδικόν της, ἔδωκεν εἰς αύτὸ τὸ ὄνομα Γάδ, ποὺ σημαίνει «τύχη».

Γεν. 30,12

καὶ συνέλαβεν ἔτι Ζελφὰ ἡ παιδίσκη Λείας καὶ ἔτεκε τῷ Ἰακὼβ υἱὸν δεύτερον.

Κολιτσάρα

Ἔμεινε καὶ πάλιν ἔγκυος ἡ Ζελφά, ἡ δούλη τῆς Λείας, καὶ ἐγέννησε δεύτερον υἱόν τοῦ Ἰακώβ.

Τρεμπέλα

Ἡ δούλη Ζελφὰ ἔγινε καὶ πάλιν ἔγκυος καὶ ἐγέννησεν εἰς τὸν Ἰακὼβ δεύτερον υἱόν.

Γεν. 30,13

καὶ εἶπε Λεία· μακαρία ἐγώ, ὅτι μακαριοῦσί με αἱ γυναῖκες· καὶ ἐκάλεσε τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἀσήρ.

Κολιτσάρα

Καὶ ἡ Λεία εἶπε· «εἶμαι ἐγὼ εὐτυχισμένη, διότι θὰ μὲ μακαρίζουν αἱ γυναῖκες». Διὰ τοῦτο ὠνόμασε τοῦτον τὸν υἱὸν Ἀσήρ.

Τρεμπέλα

Καὶ τότε ἡ Λεία εἶπεν: «Εἶμαι πολὺ εὐτυχισμένη, διότι θὰ μὲ μακαρίζουν ὄλες οἱ γυναῖκες». Καὶ ἐπειδὴ ἐθεώρησε τὸ παιδί, ποὺ ἐγέννησεν ἡ δούλη, ὡς ἰδικόν της, ἔδωκεν εἰς αὐτὸ τὸ ὄνομα Ἀσήρ, ποὺ σημαίνει «εὐτυχία».

Γεν. 30,14

Ἐπορεύθη δὲ Ῥουβὴν ἐν ἡμέρᾳ θερισμοῦ πυρῶν καὶ εὗρε μῆλα μανδραγορῶν ἐν τῷ ἀγρῷ καὶ ἤνεγκεν αὐτὰ πρὸς Λείαν τὴν μητέρα αὐτοῦ· εἶπε δὲ Ῥαχὴλ Λείᾳ τῇ ἀδελφῇ αὐτῆς· δός μοι τῶν μανδραγορῶν τοῦ υἱοῦ σου.

Κολιτσάρα

Κάποιαν ἡμέραν τοῦ θερισμοῦ τῶν σιτηρῶν ὁ Ρουβὴν μετέβη εἰς ἀγρόν. Εὗρεν ἐκεῖ καρποὺς τοῦ φυτοῦ μανδραγόρου καὶ ἔφερεν αὐτοὺς πρὸς τὴν μητέρα του τὴν Λείαν. Εἶπε δὲ ἡ Ραχὴλ πρὸς τὴν ἀδελφήν της τὴν Λείαν· «δός μου καὶ μένα ἀπὸ τοὺς καρποὺς τοῦ μανδραγόρου, ποὺ σοῦ ἔφερε τὸ παιδί σου· (ἐζήτησε δὲ αὐτούς, διότι ἐπίστευεν ὅτι τρωγόμενοι αὐτοὶ λύουν τὴν στείρωσιν).

Τρεμπέλα

Κάποιαν ἡμέραν, κατὰ τὴν ἐποχὴν τοῦ θερισμοῦ τῶν σιτηρῶν, ὁ Ρουβὴν ἐπῆγεν εἰς τὸ χωράφι καὶ εὑρῆκεν εἰς αὐτὸ καρποὺς ἀπὸ τὸ φυτὸν μανδραγόρας καὶ τοὺς ἔφερεν εἰς τὴν μητέρα του τὴν Λείαν. Ἡ Ραχήλ, ποὺ εἶδε τὴν σκηνήν, εἶπεν εἰς τὴν ἀδελφὴν τῆς Λείαν· «δῶσε καὶ εἰς ἐμὲ ἀπὸ τοὺς καρποὺς τοῦ μανδραγόρα, ποὺ σοῦ ἔφερεν ὁ υἱός σου».

Γεν. 30,15

εἶπε δὲ Λεία· οὐχ ἱκανόν σοι ὅτι ἔλαβες τὸν ἄνδρα μου; μὴ καὶ τοὺς μανδραγόρας τοῦ υἱοῦ μου λήψῃ; εἶπε δὲ Ῥαχήλ· οὐχ οὕτως· κοιμηθήτω μετὰ σοῦ τὴν νύκτα ταύτην ἀντὶ τῶν μανδραγορῶν τοῦ υἱοῦ σου.

Κολιτσάρα

Ἀπήντησεν ἡ Λεία· «δὲν σοῦ ἀρκεῖ ὅτι μοῦ ἐπῆρες τὸν ἄνδρα; Μήπως θέλεις νὰ μοῦ πάρῃς καὶ τοὺς μανδραγόρας τοῦ παιδιοῦ μου;» Ἡ Ραχὴλ ἀπήντησεν· «ὄχι. Ἂς μὴ ὑπάρχῃ αὐτὴ ἡ διαφορὰ μεταξύ μας. Αὐτὴν τὴν νύκτα ἂς κοιμηθῇ μαζῆ σου ὁ ἄνδρας μου ἀντὶ τῶν καρπῶν τοῦ μανδραγόρου, ποὺ σοῦ ἔφερε τὸ παιδί σου, τοὺς ὁποίους θὰ μοῦ δώσης».

Τρεμπέλα

Ἡ Λεία τῆς ἀπάντησε: «Δεν σοῦ φθάνει, ποὺ μὲ ἀφῆκεν ὁ ἄνδρας μου καὶ ἔγινεν ἐξ ὁλοκλήρου ἰδικός σου; Καὶ τώρα θέλεις νὰ πάρῃς καὶ τοὺς καρποὺς τοῦ μανδραγόρα, ποὺ μοῦ ἔφερεν ὁ υἱός μου;» Ἡ Ραχὴλ ἀπάντησεν εἰς τὴν Λείαν: «Ὄχι, δεν εἶναι σωστόν, ὅτι ὁ Ἰακὼβ εἶναι ἀποκλειστικῶς ἰδικός μου. Ἂς κοιμηθῇ λοιπὸν μαζί σου ἀπόψε, διὰ τοὺς καρποὺς τοῦ μανδραγόρα τοῦ παιδιοῦ σου, ποὺ θὰ μοῦ δώσῃς. Ἱκανοποίησε τὸ αἴτημά μου καὶ πάρε τὸν ἄνδρα».

Γεν. 30,16

εἰσῆλθε δὲ Ἰακὼβ ἐξ ἀγροῦ ἑσπέρας, καὶ ἐξῆλθε Λεία εἰς συνάντησιν αὐτῷ καὶ εἶπε· πρὸς ἐμὲ εἰσελεύσῃ σήμερον· μεμίσθωμαι γάρ σε ἀντὶ τῶν μανδραγορῶν τοῦ υἱοῦ μου. καὶ ἐκοιμήθη μετ’ αὐτῆς τὴν νύκτα ἐκείνην.

Κολιτσάρα

Τὴν ἑσπέραν ἐπέστρεψεν ἀπὸ τὸν ἀγρὸν ὁ Ἰακὼβ καὶ ἡ Λεία ἐξῆλθεν εἰς συνάντησίν του καὶ τοῦ εἶπεν· «αὐτὴν τὴν νύκτα θὰ ἔλθῃς πρὸς ἐμέ, διότι σὲ ἔχω ἐξαγοράσει μὲ τοὺς μανδραγόρας τοῦ παιδιοῦ μου». Καὶ πράγματι ὁ Ἰακὼβ ἐκοιμήθη μαζῆ της τὴν νύκτα ἐκείνην.

Τρεμπέλα

Ὅταν ὁ Ἰακὼβ ἐπέστρεφε τὸ βράδυ εἰς τὸ σπίτι ἀπὸ τὸ χωράφι, ἡ Λεία ἐβγῆκεν ἔξω πρὸς συνάντησίν του καὶ εἶπεν: «Ἀπόψε πρέπει νὰ ἔλθῃς εἰς συζυγικὴν ἔνωσιν μαζί μου, διότι σὲ ἔχω μισθώσει, σὲ ἔχω ἑξαγοράσει μὲ τοὺς μανδραγόρες τοῦ παιδιοῦ μου». Ὁ Ἰακὼβ ἦλθεν εἰς συζυγικὴν ἕνωσιν μαζί της τὴν νύκτα ἐκείνην.

Γεν. 30,17

καὶ ἐπήκουσεν ὁ Θεὸς Λείας, καὶ συλλαβοῦσα ἔτεκε τῷ Ἰακὼβ υἱὸν πέμπτον.

Κολιτσάρα

Ἤκουσεν ὁ Θεὸς τὴν προσευχὴν τῆς Λείας, ἔμεινεν αὐτὴ ἔγκυος καὶ ἐγέννησεν εἰς τὸν Ἰακὼβ πέμπτον τέκνον.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Θεός, ἐπειδὴ τὴν ἔβλεπε λυπημένην καὶ παραγκωνισμένην, ἄκουσε τὴν προσευχήν, ποὺ ἔκαμε πρὸς Αὐτὸν ἡ Λεία, ἡ ὁποία ἔγινεν ἔγκυος καὶ ἐγέννησεν εἰς τὸν Ἰακὼβ πέμπτον υἱόν.

Γεν. 30,18

καὶ εἶπε Λεία· δέδωκέ μοι ὁ Θεὸς τὸν μισθόν μου, ἀνθ’ οὗ ἔδωκα τὴν παιδίσκην μου τῷ ἀνδρί μου· καὶ ἐκάλεσε τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰσσάχαρ, ὅ ἐστι μισθός.

Κολιτσάρα

Εἶπε δὲ ἡ Λεία· «ὁ Θεὸς μοῦ ἔδωσε τὴν ἀμοιβήν μου διὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ἐγὼ εἶχα δώσει τὴν δούλην μου ὡς σύζυγον εἰς τὸν ἄνδρα μου». Διὰ τοῦτο ἔδωσεν εἰς αὐτὸ τὸ ὄνομα Ἰσσάχαρ τὸ ὁποῖον σημαίνει μισθός.

Τρεμπέλα

Καὶ ἡ Λεία γεμάτη εὐγνωμοσύνην πρὸς τὸν Θεὸν εἶπεν: «Ὁ Θεὸς μοῦ ἔδωκε τὸν μισθόν μου, μὲ ἀντάμειψε· διότι παρέδωκα τὴν δούλην μου ὡς σύζυγον εἰς τὸν ἄνδρα μου». Καὶ ἔδωκεν εἰς τὸ παιδί της τὸ ὄνομα Ἰσσάχαρ, ποὺ σημαίνει «ἀμοιβή».

Γεν. 30,19

καὶ συνέλαβεν ἔτι Λεία καὶ ἔτεκεν υἱὸν ἕκτον τῷ Ἰακώβ.

Κολιτσάρα

Καὶ πάλιν ἡ Λεία ἔμεινεν ἔγκυος, ἐγέννησεν ἕκτον υἱὸν εἰς τὸν Ἰακώβ,

Τρεμπέλα

Ἡ Λεία ἔγινε καὶ πάλιν ἔγκυος καὶ ἐγέννησεν εἰς τὸν Ἰακὼβ ἕκτον υἱόν.

Γεν. 30,20

καὶ εἶπε Λεία· δεδώρηται ὁ Θεός μοι δῶρον καλὸν ἐν τῷ νῦν καιρῷ· αἱρετιεῖ με ὁ ἀνήρ μου, τέτοκα γὰρ αὐτῷ υἱοὺς ἕξ· καὶ ἐκάλεσε τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ζαβουλών.

Κολιτσάρα

καὶ εἶπε· «μοῦ ἐχάρισεν ὁ Θεὸς κατὰ τὸν καιρὸν τοῦτον ἕνα καλὸν δῶρον. Ἐμὲ πλέον θὰ προτιμᾷ ὁ σύζυγός μου, διότι τοῦ ἔχω γεννήσει ἕως τώρα ἓξ παιδιά». Καὶ ἐκάλεσε τὸ ὄνομα τοῦ ἕκτου αὐτοῦ τέκνου Ζαβουλών.

Τρεμπέλα

Τότε ἡ Λεία εἶπεν: Ὁ Θεός μου ἔδωκεν ὡραῖον δῶρον (καλὴν προῖκα) τὴν ἐποχὴν αὐτήν. Τώρα πλέον ὁ σύζυγός μου Θὰ μὲ προτιμᾷ, θὰ μὲ δέχεται, θὰ μένῃ μαζί μου, διότι τοῦ ἐγέννησα ἕξι υἱούς». Διὰ τοῦτο ἔδωκεν εἰς τὸ ἕκτον παιδί της τὸ ὄνομα Ζαβουλών, ποὺ σημαίνει «κατοικία, διαμονή».

Γεν. 30,21

καὶ μετὰ τοῦτο ἔτεκε θυγατέρα καὶ ἐκάλεσε τὸ ὄνομα αὐτῆς Δείνα.

Κολιτσάρα

Κατόπιν ἐγέννησεν ἡ Λεία θυγατέρα, τὴν ὁποίαν ὠνόμασε Δείνα.

Τρεμπέλα

Ὕστερα ἀπὸ τοὺς ἕξι υἱοὺς ἡ Λεία ἐγέννησε μίαν θυγατέρα, εἰς τὴν ὁποίαν ἔδωκε τὸ ὄνομα Δείνα.

Γεν. 30,22

Ἐμνήσθη δὲ ὁ Θεὸς τῆς Ῥαχήλ, καὶ ἐπήκουσεν αὐτῆς ὁ Θεὸς καὶ ἀνέῳξεν αὐτῆς τὴν μήτραν,

Κολιτσάρα

Ὁ Θεὸς ἐνεθυμήθη τὴν Ραχήλ, ἤκουσε τὴν προσευχήν της καὶ τῆς ἔδωσε τὸ δῶρον τῆς τεκνογονίας.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Θεὸς ἐνεθυμήθη τὴν Ραχήλ, ἄκουσε τὴν προσευχήν της καὶ ἔλυσε τὴν στείρωσιν τῆς μήτρας της καὶ τὴν ἔκαμε γόνιμον.

Γεν. 30,23

καὶ συλλαβοῦσα ἔτεκε τῷ Ἰακὼβ υἱόν. εἶπε δὲ Ῥαχήλ· ἀφεῖλεν ὁ Θεός μου τὸ ὄνειδος·

Κολιτσάρα

Ἔμεινε καὶ αὐτὴ ἔγκυος, ἐγέννησεν εἰς τὸν Ἰακὼβ υἱὸν καὶ εἶπεν· «ὁ Θεός μου ἀφήρεσε τὴν ἐντροπὴν τῆς ἀτεκνίας μου».

Τρεμπέλα

Τότε ἡ Ραχὴλ ἔγινεν ἔγκυος καὶ ἐγέννησεν εἰς τὸν Ἰακὼβ υἱόν. Καὶ εἶπεν ἡ Ραχήλ: «Ὁ Θεός μου ἔλυσε τὴν στείρωσιν· μοῦ ἀφήρεσε τὴν ἐντροπὴν τῆς ἀτεκνίας».

Γεν. 30,24

καὶ ἐκάλεσε τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰωσὴφ λέγουσα· προσθέτω ὁ Θεός μοι υἱὸν ἕτερον.

Κολιτσάρα

Διὰ τοῦτο ὠνόμασε τὸ τέκνον της αὐτὸ Ἰωσὴφ λέγουσα· «ἂς μοῦ δώσῃ ὁ Θεὸς καὶ ἄλλον υἱόν».

Τρεμπέλα

Διὰ τοῦτο ἔδωκεν εἰς τὸν υἱόν της τὸ ὄνομα Ἰωσὴφ καὶ ἐπρόσθεσεν· «ἂς μο·ῦ δώσῃ ὁ Θεὸς καὶ ἄλλον υἱόν».

Γεν. 30,25

Ἐγένετο δὲ ὡς ἔτεκε Ῥαχὴλ τὸν Ἰωσήφ, εἶπεν Ἰακὼβ τῷ Λάβαν· ἀπόστειλόν με, ἵνα ἀπέλθω εἰς τὸν τόπον μου καὶ εἰς τὴν γῆν μου.

Κολιτσάρα

Ὅταν ἡ Ραχὴλ ἐγέννησε τὸν Ἰωσήφ, εἶπεν ὁ Ἰακὼβ εἰς τὸν Λάβαν· «κατευόδωσέ με τώρα, διὰ νὰ ἐπιστρέψω εἰς τὴν πατρίδα μου καὶ εἰς τὴν χώραν μου».

Τρεμπέλα

Μετὰ τὴν γέννησιν τοῦ Ἰωσὴφ ἀπὸ τὴν Ραχήλ, ὁ Ἰακὼβ εἶπεν εἰς τὸν πενθερόν του Λάβαν: «Ἄφησέ με τώρα νὰ ἐπιστρέψω εἰς τὸν τόπον μου καὶ εἰς τὴν πατρίδα μου τὴν Χαναάν.

Γεν. 30,26

ἀπόδος τὰς γυναῖκάς μου καὶ τὰ παιδία μου, περὶ ὧν δεδούλευκά σοι, ἵνα ἀπέλθω· σὺ γὰρ γινώσκεις τὴν δουλείαν, ἣν δεδούλευκά σοι.

Κολιτσάρα

Δός μου τὰς γυναῖκας μου καὶ τὰ παιδιά μου, διὰ τὰς ὁποίας ἐγὼ σὲ ἔχω δουλεύσει, ὥστε νὰ ἐπανέλθω εἰς τὴν πατρίδα μου· διότι σὺ γνωρίζεις πολὺ καλὰ τὴν ἐργασίαν, ποὺ σοῦ ἔχω προσφέρει».

Τρεμπέλα

Δῶσε μου τὶς γυναῖκες μου καὶ τὰ παιδιά μου, διὰ τὶς ὁποῖες σοῦ ἔχω δουλεύσει τόσα χρόνια, διὰ νὰ φύγω· διότι σὺ γνωρίζεις πολὺ καλὰ τὶς ὑπηρεσίες, τὶς ὁποῖες σοῦ ἔχω προσφέρει μὲ προθυμίαν καὶ πιστότητα».

Γεν. 30,27

εἶπε δὲ αὐτῷ Λάβαν· εἰ εὗρον χάριν ἐναντίον σου, οἰωνισάμην ἄν· εὐλόγησε γάρ με ὁ Θεὸς ἐπὶ τῇ σῇ εἰσόδῳ.

Κολιτσάρα

Ἀπήντησε πρὸς αὐτὸν ὁ Λάβαν· «θὰ γίνῃ, ὅπως λέγεις. Ἐγὼ καὶ εἰς οἰωνοὺς ἀκόμη θὰ κατέφευγα, διὰ νὰ ἐπιτύχω εἰρηνικὰς μὲ σὲ σχέσεις. Διότι μόλις σὺ εἰσῆλθες εἰς τὸν οἶκον μου, μὲ εὐλόγησεν ὁ Θεός.

Τρεμπέλα

Εἰς τὴν παράκλησιν τοῦ Ἰακὼβ ὁ Λάβαν ἀπάντησεν: «Εἶμαι σύμφωνος· ἐγὼ θὰ ἤθελα πάρα πολὺ νὰ μείνῃς· τόσον, πολὺ μάλιστα τὸ θέλω, ὥστε καὶ εἰς μάγια ἀκόμη θὰ κατέφευγα, προκειμένου νὰ ἔχω ἀγαθὲς σχέσεις μαζί σου. Διότι εἶναι φανερόν, ὅτι μόλις ἦλθες εἰς τὸ σπίτι μου, μὲ εὐλόγησε πολὺ ὁ Θεός.

Γεν. 30,28

διάστειλον τὸν μισθόν σου πρός με, καὶ δώσω.

Κολιτσάρα

Καθόρισέ μου λοιπόν, τὸν μισθόν, ποὺ θέλεις, καὶ ἐγὼ θὰ σοῦ τὸν δώσω».

Τρεμπέλα

Καθόρισε λοιπὸν καὶ πρότεινέ μου σὺ τὸν μισθόν σου καὶ ἐγὼ θὰ σοῦ τὸν πληρώσω».

Γεν. 30,29

εἶπε δὲ Ἰακώβ· σὺ γινώσκεις ἃ δεδούλευκά σοι καὶ ὅσα ἦν κτήνη σου μετ’ ἐμοῦ·

Κολιτσάρα

Ἀπήντησεν ὁ Ἰακώβ· «σὺ γνωρίζεις τὰς ὑπηρεσίας ποὺ σοῦ προσέφερα, ὅπως ἐπίσης καὶ τὰ ζῶα που εἶχες, ὅταν ἐγὼ ἦλθα κοντά σου.

Τρεμπέλα

Ὁ Ἰακὼβ τοῦ εἶπε: «Σὺ γνωρίζεις πολὺ καλὰ πῶς καὶ πόσον ἔχω δουλεύσει διὰ λογαριασμόν σου, ποιὲς ὑπηρεσίες σοῦ ἔχω προσφέρει· γνωρίζεις ἐπίσης πόσον τὰ ζῶα σου ἐπλήθυναν μὲ τὴν ἰδικήν μου φροντίδα.

Γεν. 30,30

μικρὰ γὰρ ἦν ὅσα σοι ἐναντίον ἐμοῦ, καὶ ηὐξήθη εἰς πλῆθος, καὶ εὐλόγησέ σε Κύριος ὁ Θεὸς ἐπὶ τῷ ποδί μου. νῦν οὖν πότε ποιήσω κἀγὼ ἐμαυτῷ οἶκον;

Κολιτσάρα

Ὀλίγα ἦσαν τότε τὰ πρόβατά σου, ποὺ μοῦ ἔδωσες νὰ βόσκω. Τώρα ὅμως ἔγιναν πολυάριθμα, διότι καθὼς ἐπάτησα τὸ πόδι μου εἰς τὸ σπίτι σου, σὲ εὐλόγησεν ὁ Θεός. Τώρα, λοιπόν, δὲν νομίζεις ὅτι εἶναι καιρὸς νὰ φτιάσω καὶ ἐγὼ τὸ σπίτι μου;»

Τρεμπέλα

Διότι τὰ ὀλίγα πρόβατα ποὺ εἶχες, ὅταν ἦλθα εἰς τὸ σπίτι σου, καὶ τὰ ὁποῖα μοῦ παρέδωκες διὰ νὰ βόσκω, ἔχουν πολλαπλασιασθῆ τώρα πάρα πολύ· γνωρίζεις, ὅτι ὁ Θεὸς σὲ εὐλόγησε, μόλις ἐπάτησα τὸ πόδι μου εἰς τὸ σπίτι σου. Τώρα λοιπὸν ποὺ εἶδες, ὅτι ὁ Θεὸς σὲ ἐπλούτισε χάρις εἰς τὴν ἰδικήν μου παρουσίαν, δεν νομίζεις ὅτι ἦλθεν ὁ καιρὸς νὰ κυττάξω καὶ ἐγὼ τὴν οἰκογένειάν μου; Νὰ φτιάξω καὶ ἐγὼ ἰδικόν μου σπίτι καὶ νοικοκυριό;»

Γεν. 30,31

καὶ εἶπεν αὐτῷ Λάβαν· τί σοι δώσω; εἶπε δὲ αὐτῷ Ἰακώβ· οὐ δώσεις μοι οὐδέν· ἐὰν ποιήσῃς μοι τὸ ῥῆμα τοῦτο, πάλιν ποιμανῶ τὰ πρόβατά σου καὶ φυλάξω.

Κολιτσάρα

Ὁ Λάβαν τοῦ εἶπε· «τί θέλεις νὰ σοῦ δώσω;» Καὶ ὁ Ἰακὼβ τοῦ ἀπήντησε· «δὲν θέλω νὰ μοῦ δώσῃς τίποτε. Ἐὰν δεχθῇς τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν θὰ σοῦ κάμω, πάλιν ἐγὼ θὰ βόσκω καὶ θὰ φυλάττω τὰ πρόβατά σου.

Τρεμπέλα

Ὅταν ὁ Λάβαν ἄκουσε τὰ λόγια αὐτὰ τοῦ Ἰακώβ, τοῦ εἶπε: «Τί θέλεις λοιπὸν νὰ σοῦ δώσω; Πές μου. Παραδέχομαι ὅσα μοῦ εἶπες καὶ δὲν ἡμπορῶ νὰ τὰ ἀρνηθῶ· κανόνισε τὴν συμφωνίαν μόνος σου». Ὁ Ἰακὼβ ὅμως δὲν ἐζήτησεν οὔτε μισθὸν οὔτε ἄλλην ἀμοιβὴν τῶν κόπων του, ἀλλ’ ἀπάντησε τοῦτο μόνον: «Δεν θέλω νὰ μοῦ δώσῃς τίποτε· ἐὰν δεχθῇς νὰ συμφώνησῃς μὲ τὴν πρότασιν, ποὺ θὰ σοῦ κάμω, ἐγὼ θὰ συνεχίσω νὰ βόσκω τὰ πρόβατά σου».

Γεν. 30,32

παρελθέτω πάντα τὰ πρόβατά σου σήμερον, καὶ διαχώρισον ἐκεῖθεν πᾶν πρόβατον φαιὸν ἐν τοῖς ἄρνασι καὶ πᾶν διάλευκον καὶ ῥαντὸν ἐν ταῖς αἰξίν· ἔσται μοι μισθός.

Κολιτσάρα

Ἂς περάσουν ἀπὸ ἐμπρός μας σήμερον ὅλα τὰ πρόβατά σου. Ξεχώρισε ἀπὸ αὐτὰ κάθε πρόβατον φαιόν, ἀπὸ δὲ τὰ γίδια κάθε αἶγα λευκὴν ἢ διάστικτον. Αὐτὰ θὰ εἶναι ὁ μισθός μου.

Τρεμπέλα

Καὶ ἐπειδὴ ὁ Ἰακὼβ εἶχε πεποίθησιν εἰς τὴν προστασίαν καὶ εὐλογίαν τοῦ Θεοῦ, ἐπρότεινεν εἰς τὸν πενθερόν του: «Ἂς περάσουν σήμερον ὅλα τὰ πρόβατά σου ἀπὸ ἐμπρός μας καὶ ξεχώρισε σὺ ἀπὸ αὐτὰ κάθε πρόβατον, ποὺ ἔχει χρῶμα σταχτύ, μελανωπὸν καὶ ἀπὸ τὶς γίδες κάθε γίδα πλουμιστὴν μὲ ἄσπρα σημάδια (ἄσπρες βοῦλλες) ἢ παρδαλήν. Αὐτὰ θὰ εἶναι ὅλος ὁ μισθός, ποὺ σοῦ ζητῶ.

Γεν. 30,33

καὶ ἐπακούσεταί μοι ἡ δικαιοσύνη μου ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῇ ἐπαύριον, ὅτι ἐστὶν ὁ μισθός μου ἐνώπιόν σου· πᾶν, ὃ ἐὰν μὴ ᾖ ῥαντὸν καὶ διάλευκον ἐν ταῖς αἰξὶ καὶ φαιὸν ἐν τοῖς ἄρνασι, κεκλεμμένον ἔσται παρ’ ἐμοί.

Κολιτσάρα

Ἡ τιμιότης μου πρὸς σὲ θὰ φανῇ καὶ θὰ ἀκουσθῇ καὶ εἰς τὸ μέλλον, ὅτι δηλαδὴ αὐτὸς θὰ εἶναι, ὁ μισθός μου ἀπὸ σέ. Θὰ εἶμαι δὲ κλέπτης, ἐὰν κρατήσω ἀπὸ τὸ κοπάδι σου γίδια, ποὺ δὲν θὰ εἶναι διάστικτα ἢ λευκὰ καὶ ἀρνιὰ ποὺ δὲν θὰ εἶναι φαιά».

Τρεμπέλα

Ἡ τιμιότης μου ἀπέναντί σου, ὅτι δηλαδὴ αὐτὸς καὶ μόνον θὰ εἶναι ὁ μισθός μου ἀπὸ σέ, θὰ φανῇ καὶ εἰς τὸ μέλλον. Διότι ὀποτεδήποτε ἔλθῃς νὰ ἐλέγξῃς τὸν μισθόν μου, ἐὰν εὕρῃς ὅτι κρατῶ ἀπὸ τὸ κοπάδι σου γίδα, ποὺ δὲν θὰ εἶναι παρδαλὴ ἢ πλουμιστὴ μὲ ἄσπρα σημάδια, καὶ πρόβατον, ποὺ δὲν θὰ εἶναι σταχτύ, μελανωπόν, τότε θὰ ξεύρῃς ὅτι αὐτὸ τὸ πρόβατον ἢ τὴν γίδα σου τὰ ἔχω κλέψει».

Γεν. 30,34

εἶπε δὲ αὐτῷ Λάβαν· ἔστω κατὰ τὸ ῥῆμά σου.

Κολιτσάρα

Ὁ Λάβαν, ἔχων ὑπ’ ὄψιν του ὅτι τὰ ἀρνιὰ καὶ τὰ γίδια τοῦ χρώματος ποὺ ἐζητοῦσεν ὁ Ἰακὼβ εἶναι σπάνια, τοῦ εἶπεν· «ἂς γίνῃ τὸ θέλημά σου».

Τρεμπέλα

Ὁ Λάβαν, ποὺ ἀντελήφθη ὅτι ἡ πρότασις τοῦ Ἰακὼβ ἦταν συμφέρουσα, συνεφώνησε καὶ ἀπάντησε: Πολὺ καλά· ἂς γίνῃ ὅπως εἶπες».

Γεν. 30,35

καὶ διέστειλεν ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ τοὺς τράγους τοὺς ῥαντοὺς καὶ τοὺς διαλεύκους καὶ πάσας τὰς αἶγας τὰς ῥαντὰς καὶ τὰς διαλεύκους καὶ πᾶν, ὃ ἦν φαιὸν ἐν τοῖς ἄρνασι, καὶ πᾶν ὃ ἦν λευκὸν ἐν αὐτοῖς, καὶ ἔδωκε διὰ χειρὸς τῶν υἱῶν αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

Καὶ ἐξεχώρισε κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην τοὺς τράγους, ποὺ εἶχαν διάστικτον χρωματισμὸν καὶ τοὺς λευκούς, ὅλας τὰς αἶγας τὰς διαστίκτους καὶ λευκάς, κάθε ζῶον εἰς τὸ κοπάδι τῶν αἰγῶν ποὺ ἦτο λευκόν, ὅπως ἐπίσης καὶ κάθε πρόβατον φαιὸν ἀνάμεσα εἰς τὰ ἄλλα πρόβατα, καὶ τὰ παρεχώρησεν εἰς τὴν ἐξουσίαν τῶν παιδιῶν του.

Τρεμπέλα

Ὁ Λάβαν ἐξεχώρισεν ἀμέσως τὴν ἡμέραν ἐκείνη τοὺς τράγους, ποὺ εἶχαν χρῶμα παρδαλὸν καὶ ὅσους εἶχαν χρῶμα πλουμιστὸν μὲ ἄσπρα σημάδια, καὶ ὅλες τὶς γίδες, ποὺ εἶχαν χρῶμα παρδαλὸν καὶ ὅσες εἶχαν χρῶμα πλουμιστὸν μὲ ἄσπρα σημάδια,καὶ κάθε ζῶον, ποὺ ἦταν σταχτὺ καὶ μελανωπὸν μεταξὺ τῶν προβάτων καὶ κάθε πρόβατον ποὺ ἦταν λευκὸν μεταξύ των. Τὰ γιδοπρόβατα αὐτά, ποὺ ἀνήκαν εἰς τὸν Ἰακώβ, τὰ ἔδωκεν εἰς τὴν ἐξουσίαν τῶν παιδιῶν του.

Γεν. 30,36

καὶ ἀπέστησεν ὁδὸν τριῶν ἡμερῶν ἀνὰ μέσον αὐτῶν καὶ ἀνὰ μέσον Ἰακώβ. Ἰακὼβ δὲ ἐποίμαινε τὰ πρόβατα Λάβαν τὰ ὑπολειφθέντα.

Κολιτσάρα

Ὁ Λάβαν ἀπεμάκρυνεν εἰς ἀπόστασιν τριῶν ἡμερῶν τὰ ὀλίγα αὐτὰ γιδοπρόδατα, ἀπὸ ἐκεῖνα ποὺ θὰ ἐξακολουθοῦσε νὰ φυλάττῃ ὁ Ἰακώβ. Πράγματι ὁ Ἰακώβ, ἐξακολουθοῦσε νὰ ποιμαίνῃ τὰ ὑπολειφθέντα πρόβατα τοῦ Λάβαν.

Τρεμπέλα

Ὁ Λάβαν ἀπεμάκρυνε τὰ γιδοπρόβατα αὐτὰ εἰς ἀπόστασιν πορείας τριῶν ἡμερῶν, ἀπὸ ἐκεῦνα ποὺ ἔβοσκεν ὁ Ἰακώβ. Ἡ μεγάλη ἀπόστασις δὲν ἐπέτρεπε νὰ γίνῃ διασταύρωσις τῶν ζώων ἐκείνων μὲ αὐτὰ ποὺ ἔμειναν. Ὁ δὲ Ἰακὼβ συνέχιζε νὰ βόσκῃ καὶ νὰ φροντίζῃ τὰ ὑπόλοιπα πρόβατα τοῦ πενθεροῦ του. Ἔτσι δὲν ὑπῆρχεν ἐλπίδα οἱ στάνες, ποὺ ἔβοσκεν ὁ Ἰακώβ, νὰ βγάλουν πολλὰ ἀρνιὰ καὶ γίδια πλουμισμένα, ἀφοῦ δεν ὑπῆρχε κανένα παρδαλὸν κριάρι ἢ τράγος, καμμιὰ σταχτιὰ προβατίνα ἢ πλουμιστὴ γίδα.

Γεν. 30,37

ἔλαβε δὲ ἑαυτῷ Ἰακὼβ ῥάβδον στυρακίνην χλωρὰν καὶ καρυΐνην καὶ πλατάνου, καὶ ἐλέπισεν αὐτὰς Ἰακὼβ λεπίσματα λευκὰ περισύρων τὸ χλωρόν· ἐφαίνετο δὲ ἐπὶ ταῖς ῥάβδοις τὸ λευκόν, ὃ ἐλέπισε, ποικίλον.

Κολιτσάρα

Ἐπῆρε τότε ὁ Ἰακὼβ ράβδους χλωρὰς στύρακος, καρυδιᾶς καὶ πλατάνου, ἀφήρεσεν ἀπὸ αὐτὰς ἕνα μέρος τοῦ φλοιοῦ των, ὥστε νὰ φαίνεται καὶ τὰ λευκὸν ξυλῶδες αὐτῶν μέρος. Ἔτσι δὲ παρουσιάζοντο αἱ ράβδοι αὐταὶ εἰς ποικίλον χρωματισμόν, εἰς λευκὸν ἀπὸ τὸ ξύλον καὶ εἰς φαιοπράσινον ἀπὸ τὸν ἀπομείναντα φλοιόν.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Ἰακώβ, τὸν ὁποῖον ἐφώτιζε καὶ καθωδηγοῦσεν εἰς ὅλα ὁ Θεός, ἐπῆρε βέργες χλωρὲς ἀπὸ στύρακα (ἢ λεύκην) καὶ καρυδιὰν καὶ πλάτανον καὶ τὶς μισο-εξεφλούδισε, ὥστε νὰ φαίνεται καὶ τὸ ἄσπρο ξυλῶδες μέρος των. Ἔτσι οἱ βέργες ἦσαν πλουμιστές, γραμμωτές. Διότι ἐφαίνετο καὶ τὸ ἄσπρον ἀπὸ τὸ ξεφλουδισμένον ξύλον καὶ τὸ σταχτοπράσινον τῆς φλούδας, ἡ ὁποία δὲν εἶχεν ἀφαιρεθῇ.

Γεν. 30,38

καὶ παρέθηκε τὰς ῥάβδους, ἃς ἐλέπισεν ἐν τοῖς ληνοῖς τῶν ποτιστηρίων τοῦ ὕδατος, ἵνα ὡς ἂν ἔλθωσι τὰ πρόβατα πιεῖν ἐνώπιον τῶν ῥάβδων, ἐλθόντων αὐτῶν πιεῖν, ἐγκισσήσωσι τὰ πρόβατα εἰς τὰς ῥάβδους·

Κολιτσάρα

Αὐτὰς δὲ τὰς ράβδους, τὰς ὁποίας ἔτσι εἶχεν μισοαποφλοιώσει, τὰς ἐτοποθέτησεν εἰς τὰ ποτιστήρια, ὥστε ὅταν τὰ πρόβατα τοῦ Λάβαν ἔλθουν διὰ πότισμα νὰ ἔχουν ἐνώπιόν των αὐτὰς τὰς ράβδους. Κατὰ δὲ τὸ πότισμα, διασταυρούμενα καὶ γονιμοποιούμενα, θὰ βλέπουν τὰς ράβδους.

Τρεμπέλα

Τὶς γραμμωτὲς (πλουμιστὲς) αὐτὲς βέργες, ποὺ εἶχε μισο-ξεφλουδίσει, τὶς ἔβαλεν εἰς τὶς γοῦρνες (ποτίστρες), ἀπὸ τὶς ὁποῖες ἔπιναν νερὸ τὰ πρόβατα. Ἔτσι, ὅταν τὰ πρόβατα τοῦ Λάβαν θὰ ἤρχοντο διὰ στάλισμα καὶ πότισμα, θὰ εἶχαν ἐμπρός των τὶς πλουμιστὲς ἐκεῖνες βέργες. Τὴν ὥραν δὲ ποὺ θὰ διεσταυρώνοντο (θὰ ἔσμιγαν) καὶ θὰ ἐγονιμοποιοῦντο, θὰ τὶς ἔβλεπαν καὶ ἔτσι (τὴν ὥραν ἐκείνην) θὰ ἐνετυπώνετο εἰς τὴν φαντασίαν των τὸ πλουμιστὸν χρῶμα.

Γεν. 30,39

καὶ ἐνεκίσσων τὰ πρόβατα εἰς τὰς ῥάβδους καὶ ἔτικτον τὰ πρόβατα διάλευκα καὶ ποικίλα καὶ σποδοειδῆ ῥαντά.

Κολιτσάρα

Πράγματι δὲ τὰ αἰγοπρόβατα συζευγνύμενα ἐγονιμοποιοῦντο βλέποντα αὐτὰς τὰς ράβδους. Τὰ περισσότερα δὲ ἀρνία, τὰ ὁποῖα ἔτσι ἐγεννῶντο, ἦσαν λευκά, ποικιλόχρωμα καὶ διάστικτα, ἀρνιὰ στακτιά.

Τρεμπέλα

Πράγματι αὐτὸ ἐγίνετο. Τὰ γιδοπρόβατα, ποὺ διεσταυρώνοντο (ἔσμιγαν) καὶ ἐγονιμοποιοῦντο τὴν ὥραν ποὺ ἔβλεπαν τὶς πλουμιστὲς βέργες, ἐγεννοῦσαν ἀρνιὰ μελανωπά, σταχτυὰ καὶ κατσίκια μὲ πλουμίσματά καὶ παρδαλὲς βοῦλλες.

Γεν. 30,40

τοὺς δὲ ἀμνοὺς διέστειλεν Ἰακὼβ καὶ ἔστησεν ἐναντίον τῶν προβάτων κριὸν διάλευκον καὶ πᾶν ποικίλον ἐν τοῖς ἀμνοῖς· καὶ διεχώρισεν ἑαυτῷ ποίμνια καθ’ ἑαυτὸν καὶ οὐκ ἔμιξεν αὐτὰ εἰς τὰ πρόβατα Λάβαν.

Κολιτσάρα

Ἐξεχώριζε δὲ ὁ Ἰακὼβ τὰ διάστικτα αὐτὰ πρόβατα ἀπὸ τὰ ἄλλα. Ἐτοποθετοῦσε δὲ ἐνώπιον τῶν διαστίκτων προβάτων κριὸν λευκὸν καὶ ἔτσι ἐγεννῶντο τὰ περισσότερα πρόβατα διάστικτα. Ἐξεχώριζεν ἔπειτα τὰ διάστικτα πρόβατα, τὰ ὁποῖα κατὰ τὴν προηγηθεῖσαν συμφωνίαν ἦσαν ἰδικά του καὶ δὲν τὰ ἀναμίγνυε μὲ τὰ ἄλλα τὰ λευκά, ποὺ ἀνῆκον εἰς τὸν Λάβαν.

Τρεμπέλα

Κατόπιν ὁ Ἰακὼβ ἐξεχώρισεν ἀπὸ τὰ λευκὰ γιδοπρόβατα τὰ κριάρια καὶ τοὺς τράγους, ποὺ εἶχαν πλουμίσματα καὶ παρδαλὲς βοῦλλες, καὶ τὰ ἔβαζε νὰ διασταυρωθοῦν (νὰ σμίξουν) μὲ τὶς σταχτιές, μελανωπὲς προβατίνες καὶ τὶς παρδαλὲς γίδες. Ἔτσι ἐγεννῶντο τὰ περισσότερα γιδοπρόβατα πλουμιστά, σταχτυά, μελανωπά, παρδαλά. Ὕστερα ὁ Ἰακὼβ ἐξεχώριζεν ἀμέσως διὰ τὸν ἑαυτόν του τὰ σταχτυὰ καὶ πλουμιστὰ γιδοπρόβατα, τὰ ὁποῖα κατὰ τὴν συμφωνίαν ἀποτελοῦσαν τὸ ἰδικόν του κοπάδι. Τὰ γιδοπρόβατα αὐτὰ δὲν τὰ ἀνακάτευε πλέον μὲ τὰ ἄλλα λευκά, ποὺ ἀνῆκαν εἰς τὸ κοπάδι τοῦ πενθεροῦ τοῦ Λάβαν.

Γεν. 30,41

ἐγένετο δὲ ἐν τῷ καιρῷ, ᾧ ἐνεκίσσων τὰ πρόβατα ἐν γαστρὶ λαμβάνοντα, ἔθηκεν Ἰακὼβ τὰς ῥάβδους ἐναντίον τῶν προβάτων ἐν τοῖς ληνοῖς τοῦ ἐγκισσῆσαι αὐτὰ κατὰ τὰς ῥάβδους·

Κολιτσάρα

Κατά δὲ τὴν κατάλληλον ἐποχήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐγονιμοποιοῦντο τὰ πρόβατα ἐτοποθετοῦσεν ὁ Ἰακὼβ τὰς ποικιλοχρώμους ράβδους εἰς τὰ ποτιστήρια ἐνώπιόν των ὥστε νὰ γίνεται ἡ γονιμοποίησίς των τὴν ὥραν, ποὺ θὰ ἔβλεπαν τὰς ράβδους.

Τρεμπέλα

Ἀκόμη ὁ Ἰακὼβ ἔκαμε καὶ τοῦτο: Κατὰ τὴν κατάλληλον ἐποχὴν (δηλαδὴ τὸ φθινόπωρον), ποὺ διεσταυρώνοντο (ἔσμιγαν) καὶ ἐγονιμοποιοῦντο οἱ δυνατὲς καὶ ρωμαλέες προβατίνες, ἔβαζε τὶς πλουμιστὲς καὶ γραμμωτὲς βέργες εἰς τὶς ποτίστρες, ἀπὸ ὅπου ἔπιναν νερὸν τὰ πρόβατα, ὥστε να γίνεται ἡ γονιμοποίησίς των τὴν ὥραν ποὺ θὰ ἐκύτταζαν τὶς πλουμιστὲς βέργες.

Γεν. 30,42

ἡνίκα δ’ ἂν ἔτεκε τὰ πρόβατα, οὐκ ἐτίθει· ἐγένετο δὲ τὰ μὲν ἄσημα τοῦ Λάβαν, τὰ δὲ ἐπίσημα τοῦ Ἰακώβ.

Κολιτσάρα

Ὅταν δὲ ἤρχετο ὁ καιρὸς νὰ γεννήσουν τὰ πρόβατα καὶ νὰ συλλάβουν ἐκ νέου καὶ γεννήσουν, ὅπως ἦτο ἑπόμενον, ἀσθενέστερα ἀρνιά, δὲν ἐτοποθετοῦσε τὰς ράβδους ἐνώπιον αὐτῶν. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον τὰ μὲν πρόβατα τοῦ Λάβαν ἐγεννῶντο ἀσθενικά, τὰ δὲ πρόβατα τοῦ Ἰακὼβ εὔρωστα.

Τρεμπέλα

Τὴν ἐποχὴν δὲ ποὺ διεσταυρώνοντο (ἔσμιγαν) οἱ ἀδύνατες καὶ καχεκτικὲς προβατίνες (δηλαδὴ τὸν Μάρτιον), δὲν ἐβαζε τὶς πλουμιστὲς βέργες εἰς τὶς ποτίστρες τῶν προβάτων. Ἔτσι τὰ ἀδύνατα καὶ καχεκτικὰ πρόβατα (ἡ κακὴ ποιότης) ἦσαν τοῦ Λάβαν· ἐνῷ τὰ δυνατὰ καὶ ρωμαλέα (ἡ καλὴ ποιότης) ἦσαν ὅλα τοῦ Ἰακώβ.

Γεν. 30,43

καὶ ἐπλούτισεν ὁ ἄνθρωπος σφόδρα σφόδρα, καὶ ἐγένετο αὐτῷ κτήνη πολλὰ καὶ βόες καὶ παῖδες, καὶ παιδίσκαι καὶ κάμηλοι καὶ ὄνοι.

Κολιτσάρα

Ἔγινε δὲ ὁ Ἰακὼβ πάρα πολὺ πλούσιος, ἀπέκτησε ζῶα πολλὰ καὶ βόδια, δούλους καὶ δούλας, καμήλους καὶ ὄνους.

Τρεμπέλα

Μὲ τοὺς τρεῖς αὐτοὺς τρόπους ὁ Ἰακὼβ ἐπλούτισε πάρα πολύ. Ἀπέκτησε πολλὰ ζῶα καὶ πολλὰ βόδια καὶ πολλοὺς δούλους καὶ δοῦλες καὶ καμήλους καὶ ὄνους.

Κεφάλαιο 31

Γεν. 31,1

Ἤκουσε δὲ Ἰακὼβ τὰ ῥήματα τῶν υἱῶν Λάβαν λεγόντων· εἴληφεν Ἰακὼβ πάντα τὰ τοῦ πατρὸς ἡμῶν καὶ ἐκ τῶν τοῦ πατρὸς ἡμῶν πεποίηκε πᾶσαν τὴν δόξαν ταύτην.

Κολιτσάρα

Ἔφθασαν εἰς τὰ αὐτιὰ τοῦ Ἰακὼβ πληροφορίαι, ὅτι τὰ παιδιὰ τοῦ Λάβαν ἔλεγαν· «ὁ Ἰακὼβ ἐπῆρε ὅλα τὰ ὑπάρχοντα τοῦ πατρός μας καὶ ἀπὸ αὐτὰ ἔκαμε ὅλην αὐτοῦ τὴν μεγάλην περιουσίαν».

Τρεμπέλα

Ἐπληροφορήθη δὲ ὁ Ἰακὼβ τὰ πικρὰ λόγια, ποὺ ἔλεγαν τὰ παιδιὰ τοῦ Λάβαν, τὰ ὁποῖα, ὅπως καὶ ὁ πατέρας των, τὸν ἐφθονοῦσαν καὶ δεν τὸν ἔβλεπαν μὲ καλὸ μάτι. «Ὁ Ἰακώβ», ἔλεγαν, «ἐπῆρε ὅλα τὰ ὑπάρχοντα (τὴν περιουσίαν) τοῦ πατέρα μας καὶ ἀπὸ αὐτὰ ἔκαμε ὅλα αὐτὰ τὰ πολλὰ πλούτη του».

Γεν. 31,2

καὶ εἶδεν Ἰακὼβ τὸ πρόσωπον τοῦ Λάβαν, καὶ ἰδοὺ οὐκ ἦν πρὸς αὐτὸν ὡσεὶ ἐχθὲς καὶ τρίτην ἡμέραν.

Κολιτσάρα

Εἶδε δὲ καὶ ὁ Ἰακὼβ σκυθρωπὸν τὸ πρόσωπον τοῦ Λάβαν καὶ ἀντελήφθη ὅτι ἡ διάθεσίς του ἀπέναντι αὐτοῦ δὲν ἦτο ὅπως προηγουμένως φιλική, ἀλλ’ εἶχε γίνει δυσμενὴς καὶ ἐχθρικὴ ἐξ αἰτίας τοῦ φθόνου του.

Τρεμπέλα

Ὁ Ἰακὼβ παρετήρησεν ἀκόμη, ὅτι καὶ ὁ πενθερός του τὸν ἔβλεπε μὲ κακὸ μάτι. Καὶ νά· ἡ ὄψις τοῦ προσώπου τοῦ Λάβαν ἦταν σκυθρωπὴ καὶ ὄχι φιλικὴ ὅπως ἄλλοτε· ὅπως ἦταν χθὲς καὶ τὴν προχθεσινὴν ἡμέραν, διότι ὁ Λάβαν ἐφθονοῦσε τὸν Ἰακώβ.

Γεν. 31,3

εἶπε δὲ Κύριος πρὸς Ἰακώβ· ἀποστρέφου εἰς τὴν γῆν τοῦ πατρός σου καὶ εἰς τὴν γενεάν σου, καὶ ἔσομαι μετὰ σοῦ.

Κολιτσάρα

Τότε εἶπεν ὁ Κύριος πρὸς τὸν Ἰακώβ· «νὰ ἐπιστρέψῃς εἰς τὴν γῆν τοῦ πατρός σου, εἰς τὴν γενεάν σου, καὶ ἐγὼ θὰ εἶμαι μαζῆ σου ὑπερασπιστὴς καὶ βοηθός».

Τρεμπέλα

Ὁ Κύριος, ὅταν εἶδε τὸν δοῦλον του νὰ φθονῆται καὶ νὰ κακολογῆται ἀπὸ αὐτούς, τὸν ἐπρόσταξε: «Γύρισε πίσω εἰς τὴν πατρίδα σου, εἰς τὸ σπίτι τοῦ πατέρα σου, κοντὰ εἰς τὰ μέλη τῆς οἰκογενειάς σου». Καὶ διὰ νὰ προχωρήσῃ μὲ θάρρος εἰς τὴν ἐπιστροφήν του, τοῦ ἐπρόσθεσεν ὁ Κύριος: «Ἐγὼ ὁ παντοδύναμος καὶ πανάγαθος Θεὸς θὰ εἶμαι μαζί σου καὶ εἰς τὸ μέλλον».

Γεν. 31,4

ἀποστείλας δὲ Ἰακὼβ ἐκάλεσε Λείαν καὶ Ῥαχὴλ εἰς τὸ πεδίον, οὗ ἦν τὰ ποίμνια.

Κολιτσάρα

Ἔστειλεν ὁ Ἰακὼβ ἄνθρωπον καὶ ἐκάλεσε τὴν Λείαν καὶ τὴν Ραχὴλ νὰ ἔλθουν εἰς τὴν πεδιάδα, ὅπου αὐτὸς ἔβοσκε τὰ πρόβατα.

Τρεμπέλα

Μετὰ τὴν προσταγὴν αὐτὴν τοῦ Θεοῦ ὁ Ἰακὼβ ἄρχισε νὰ ἑτοιμάζεται διὰ τὴν ἐπιστροφήν. Ἔστειλε μήνυμα πρὸς τὶς γυναῖκες του Λείαν καὶ Ραχὴλ καὶ τὶς ἐκάλεσεν ἔξω εἰς τὴν πεδιάδα, εἰς τὴν στάνην.

Γεν. 31,5

καὶ εἶπεν αὐταῖς· ὁρῶ ἐγὼ τὸ πρόσωπον τοῦ πατρὸς ὑμῶν, ὅτι οὐκ ἔστι πρὸς ἐμοῦ ὡς ἐχθὲς καὶ τρίτην ἡμέραν· ὁ δὲ Θεὸς τοῦ πατρός μου ἦν μετ’ ἐμοῦ.

Κολιτσάρα

Εἶπε δὲ εἰς τὰς γυναῖκας του· «ἐγὼ βλέπω τὸ πρόσωπον τοῦ πατρός σας σκυθρωπόν· ἡ διάθεσίς του ἀπέναντί μου δὲν εἶναι πλέον φιλική, ὅπως προηγουμένως. Ὁ Θεὸς ὅμως τοῦ πατρός μου ἦτο καὶ εἶναι μαζῆ μου.

Τρεμπέλα

Καὶ ὅταν ἦλθαν, τοὺς εἶπε: «Παρετήρησα ὅτι ὁ πατέρας σας δὲν μὲ βλέπει μὲ καλὸ μάτι. Τὸ πρόσωπόν του εἶναι σκυθρωπόν· δὲν μοῦ φέρεται φιλικά, ὅπως μοῦ ἐφέρετο ἄλλοτε, ὅπως χθὲς καὶ τὴν προχθεσινὴν ἡμέραν. Παρ’ ὅλα αὐτὰ ὁ Θεὸς τοῦ πατέρα μου Ἰσαὰκ ἦταν πάντοτε μαζί μου.

Γεν. 31,6

καὶ αὐταὶ δὲ οἴδατε, ὅτι ἐν πάσῃ τῇ ἰσχύϊ μου δεδούλευκα τῷ πατρὶ ὑμῶν.

Κολιτσάρα

Καὶ σεῖς αἱ ἴδιαι γνωρίζετε καλὰ ὅτι, μὲ ὅλην μου τὴν δύναμιν, μὲ εὐσυνειδησίαν καὶ τιμιότητα, ἐδούλευσα εἰς τὸν πατέρα σας.

Τρεμπέλα

Γνωρίζετε δὲ καὶ σεῖς οἱ δύο, ὅτι δὲν τοῦ πταίω οὔτε τὸν ἀδίκησα εἰς τίποτε. Σεῖς γνωρίζετε, ὅτι ἐδούλευσα εἰς τὸν πατέρα σας μὲ ὅλες τὶς δυνάμεις μου, μὲ ὅλην τὴν προθυμίαν καὶ ἀφοσίωσίν μου.

Γεν. 31,7

ὁ δὲ πατὴρ ὑμῶν παρεκρούσατό με καὶ ἤλλαξε τὸν μισθόν μου τῶν δέκα ἀμνῶν, καὶ οὐκ ἔδωκεν αὐτῷ ὁ Θεὸς κακοποιῆσαί με.

Κολιτσάρα

Ὁ πατήρ σας ὅμως μὲ ἠπάτησε καὶ τὸν εὐτελῆ μισθὸν τῶν δέκα προβάτων τὸν ἤλλαξε· ἀλλὰ ὁ Θεὸς δὲν τοῦ ἐπέτρεψε νὰ μοῦ κάμῃ κάτι κακόν.

Τρεμπέλα

Ἐν τούτοις ὁ πατέρας σας κατεδέχθη νὰ μὲ γελάσῃ καὶ νὰ κατακρατήσῃ τὸν μισθόν μου. Ἔφθασεν εἰς τὸ σημεῖον νὰ μὲ ἀπατήσῃ εἰς τὸν λογαριασμὸν τοῦ μικροῦ μισθοῦ μου τῶν δέκα ἀρνιῶν. Ἀλλὰ ὁ Θεὸς δὲν ἐπέτρεψε καὶ δὲν τὸν ἀφῆκε νὰ μοῦ κάμῃ κακόν.

Γεν. 31,8

ἐὰν οὕτως εἴπῃ, τὰ ποικίλα ἔσται σου μισθός, καὶ τέξεται πάντα τὰ πρόβατα ποικίλα· ἐὰν δὲ εἴπῃ, τὰ λευκὰ ἔσται σου μισθός, καὶ τέξεται πάντα τὰ πρόβατα λευκά·

Κολιτσάρα

Ὁ Θεὸς ἦτο μαζῆ μου· ἐὰν δὲ ὁ Λάβαν ἔλεγε τὰ ποικιλόχρωμα πρόβατα θὰ εἶναι ὁ μισθός σου, ὅλα τὰ πρόβατα θὰ ἐγεννοῦσαν ποικιλόχρωμα. Ἐὰν δὲ ἔλεγεν ὅτι τὰ λευκὰ πρόβατα θὰ εἶναι ὁ μισθός σου, ὅλα τὰ πρόβατα θὰ ἐγεννοῦσαν λευκὰ ἀρνιά.

Τρεμπέλα

Διότι ἐὰν ὁ πατέρας σας ἔλεγεν· «ὁ μισθός σου θὰ εἶναι τὰ σταχτυά, παρδαλὰ καὶ πλουμιστὰ πρόβατα», τότε ὅλα τὰ πρόβατα θὰ ἐγεννοῦσαν σταχτυά, παρδαλὰ καὶ πλουμιστά. Ἐὰν δὲ ἔλεγεν· «ὁ μισθός σου θὰ εἶναι τὰ ὁλόασπρα», τότε διὰ τὰ πρόβατα θὰ ἐγεννοῦσαν ὁλόασπρα.

Γεν. 31,9

καὶ ἀφείλετο ὁ Θεὸς πάντα τὰ κτήνη τοῦ πατρὸς ὑμῶν καὶ ἔδωκέ μοι αὐτά.

Κολιτσάρα

Ὁ δίκαιος Θεὸς ἀφήρεσεν ὅλα τὰ ζῶα τοῦ πατρός σας καὶ τὰ ἔδωσεν εἰς ἐμέ·

Τρεμπέλα

Ἐπειδὴ δὲ μὲ προστατεύει ὁ Θεός, δι’ αὐτο ἀφήρεσεν ὅλα τὰ ζῶα τῶν κοπαδιῶν ἀπὸ τὸν πατέρα σας καὶ τὰ ἔδωκεν εἰς ἑμέ.

Γεν. 31,10

καὶ ἐγένετο ἡνίκα ἐνεκίσσων τὰ πρόβατα ἐν γαστρὶ λαμβάνοντα, καὶ εἶδον τοῖς ὀφθαλμοῖς μου ἐν τῷ ὕπνῳ, καὶ ἰδοὺ οἱ τράγοι καὶ οἱ κριοὶ ἀναβαίνοντες ἐπὶ τὰ πρόβατα καὶ τὰς αἶγας διάλευκοι καὶ ποικίλοι καὶ σποδοειδεῖς ῥαντοί.

Κολιτσάρα

καὶ συνέβη, ὥστε, ὅταν τὰ πρόβατα συζευγνύμενα ἔμεναν ἔγκυα, εἶδον εἰς τὸν ὕπνον μου μὲ τὰ ἴδια μου τὰ μάτια, ὅτι οἱ τράγοι καὶ οἱ κριοὶ ἀναβαίνοντες ἐπάνω εἰς τὰ πρόβατα καὶ τὰς αἶγας ἦσαν ὅλοι λευκοί, παρδαλοί, ἄτακτοι, διάστικτοι.

Τρεμπέλα

Καὶ συνέβη τοῦτο· ὅταν τὰ πρόβατα ἔσμιγαν καὶ ἐγονιμοποιοῦντο, εἶδα με τὰ μάτια μου εἰς τὸν ὕπνον μου, ὅτι αὐτοὶ ποὺ ἔσμιγάν μὲ τὶς γίδες καὶ τὶς προβατίνες ἦσαν οἱ πλουμιστοὶ καὶ παρδαλοὶ τράγοι καὶ τὰ σταχτυὰ κριάρια.

Γεν. 31,11

καὶ εἶπέ μοι ὁ ἄγγελος τοῦ Θεοῦ καθ’ ὕπνον· Ἰακώβ· ἐγὼ δὲ εἶπα· τί ἐστι;

Κολιτσάρα

Καὶ μοῦ εἶπεν ὁ ἄγγελος τοῦ Θεοῦ εἰς τὸν ὕπνον μου· «Ἰακώβ»! Ἐγὼ δὲ ἀπήντησα· «τί εἶναι;»

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ ἄγγελος τοῦ Θεοῦ παρουσιάσθη εἰς τὸν ὕπνον μου καὶ μοῦ εἶπεν· «Ἰακώβ»· ἐγὼ δὲ ἀπάντησα· «τί εἶναι; Διάταξέ με».

Γεν. 31,12

καὶ εἶπεν· ἀνάβλεψον τοῖς ὀφθαλμοῖς σου, καὶ ἰδὲ τοὺς τράγους καὶ τοὺς κριοὺς ἀναβαίνοντας ἐπὶ τὰ πρόβατα καὶ τὰς αἶγας διαλεύκους καὶ ποικίλους καὶ σποδοειδεῖς ῥαντούς· ἑώρακα γὰρ ὅσα σοι Λάβαν ποιεῖ.

Κολιτσάρα

«Σήκωσε τὰ βλέματά σου, μοῦ ἀπήντησιν ὁ ἄγγελος, καὶ κύτταξε ὅτι οἱ τράγοι καὶ οἱ κριοὶ ἀναβαίνοντες εἰς τὰ πρόβατα καὶ τὰς αἶγας εἶναι λευκοὶ καὶ ποικιλόχρωμοι καὶ στακτοὶ καὶ διάστικτοι. Αὐτὸ εἶναι σημειον ὅτι θὰ πολλαπλασιάσω τὰ ἰδικά σου πρόβατα, διότι εἶδα τὰς ἀδικίας, τὰς ὁποίας ἐν συνεχείᾳ σοῦ ἔχει κάμει ὁ Λάβαν.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ ἄγγελός μου εἶπε: «Σήκωσε τὰ μάτια σου καὶ κύτταξε, ὅτι οῖ πλουμιστοὶ καὶ παρδαλοὶ τράγοι καὶ τὰ σταχτυὰ κριάρια σμίγουν καὶ γονιμοποιοῦν τὶς αἶγες καὶ τὶς προβατίνες. Αὐτὸ γίνεται μὲ τὴν θέλησιν τὴν ἰδικήν μου, διὰ νὰ αὐξηθῇ ἡ περιουσία σου, διότι ἔχω ἰδεῖ ὅλες τὶς ἀδικίες, ποὺ κάμνει συνεχῶς εἰς βάρος σου ὁ Λάβαν,

Γεν. 31,13

ἐγώ εἰμι ὁ Θεὸς ὁ ὀφθείς σοι ἐν τόπῳ Θεοῦ, οὗ ἤλειψάς μοι ἐκεῖ στήλην καὶ ηὔξω μοι ἐκεῖ εὐχήν· νῦν οὖν ἀνάστηθι καὶ ἔξελθε ἐκ τῆς γῆς ταύτης καὶ ἄπελθε εἰς τὴν γῆν τῆς γενέσεώς σου, καὶ ἔσομαι μετὰ σοῦ.

Κολιτσάρα

Ἐγὼ εἶμαι ὁ Θεός, ὁ ὁποῖος ἐφανερώθην εἰς σὲ εἰς τὸν ἱερὸν ἐκεῖνον τόπον, τὸν ὁποῖον ὠνόμασες σὺ «Οἶκον Θεοῦ», εἰς τὴν Βαιθήλ, ὅπου σὺ μοῦ ἔστησες στήλην, τὴν ὁποίαν ἔχρισες μὲ ἔλαιον καὶ μοῦ ἔκαμες ἕνα τάμα. Σήκω, λοιπόν, τώρα καὶ φύγε ἀπὸ τὴν γῆν αὐτὴν καὶ πήγαινε εἰς τὸν τόπον, ὅπου ἐγεννήθης, καὶ ἐγὼ θὰ εἶμαι μαζῆ σου».

Τρεμπέλα

Ἑγὼ εἶμαι ὁ Θεός σου, ὁ ὁποῖος σοῦ ἐφανερώθηκα πρὶν ἀπὸ χρόνια εἰς τὸν ἱερὸν ἐκεῖνον τόπον τῆς Βαιθήλ, «τὸν οἶκον τοῦ Θεοῦ»· εἶμαι ὁ Θεός, εἰς τὸν Ὁποῖον ἔστησες καὶ ἀφιέρωσες στήλην ἀναμνηστικὴν καὶ ἔχυσες εἰς αὐτὴν λάδι καὶ εἰς τὸν ὁποῖον ἔδωκες ἐκεῖ ὑπόσχεσιν καὶ ἔκαμες τάξιμον. Τώρα εἶναι καιρὸς νὰ ἔκτελέσῃς τὸ τάξιμόν σου ἐκεῖνο. Σήκω ἀμέσως καὶ φύγε γρήγορα ἀπὸ τὴν χώραν αὐτήν, τὴν Χαρράν, καὶ πήγαινε εἰς τὸν τόπον τῆς καταγωγῆς σου, εἰς τὴν πατρίδα σου τὴν Χαναάν. Καὶ ἐγὼ ὁ παντοδύναμος καὶ πανάγαθος Θεὸς θὰ εἶμαι πάντοτε μαζί σου. Θὰ σοῦ κάμνω τὴν ὁδοιπορίαν ἄνετον καὶ ἡ παντοδύναμος δεξιά μου θὰ σαὶ προστατεύῃ».

Γεν. 31,14

καὶ ἀποκριθεῖσαι Ῥαχὴλ καὶ Λεία εἶπαν αὐτῷ· μή ἐστιν ἡμῖν ἔτι μερὶς ἢ κληρονομία ἐν τῷ οἴκῳ τοῦ πατρὸς ἡμῶν;

Κολιτσάρα

Ἡ Ραχὴλ καὶ ἡ Λεία ἀπεκρίθησαν εἰς αὐτόν· «μήπως καὶ ἔχομεν τάχα ἡμεῖς μερίδιον ἢ κληρονομίαν εἰς τὰ ὑπάρχοντα τοῦ πατρός μας;

Τρεμπέλα

Ὅταν ἡ Ραχὴλ καὶ ἡ Λεία ἄκουσαν τὰ λόγια αὐτὰ τοῦ Ἰακώβ, τοῦ εἶπαν: «Μήπως ὑπάρχει ἀκόμη κανένα μερίδιον κληρονομίας εἰς τὸ σπίτι τοῦ πατέρα μας;

Γεν. 31,15

οὐχ ὡς αἱ ἀλλότριαι λελογίσμεθα αὐτῷ; πέπρακε γὰρ ἡμᾶς καὶ καταβρώσει κατέφαγε τὸ ἀργύριον ἡμῶν.

Κολιτσάρα

Δὲν μᾶς ἐθεώρησεν ὡς ξένας πλέον ἀπέναντί του; Διότι μᾶς ἐπώλησε καὶ κατέφαγεν ἀδίκως καὶ παρανόμως τὸ ἀργύριόν μας.

Τρεμπέλα

Μήπως δεν μᾶς ἔχει φερθῆ καὶ δεν μᾶς ἔχει μεταχειρισθῆ ὡσὰν νὰ εἴμεθα ὄχι παιδιά του, ἀλλὰ ξένες καὶ δοῦλες; Διότι κυριολεκτικῶς μᾶς ἐπώλησεν εἰς σέ (μᾶς ἔδωκεν εἰς σὲ συζύγους) ὕστερα ἀπὸ τὴν ἐργασίαν, ποὺ τοῦ ἐδούλευσες ἐπὶ δεκατέσσερα χρόνια, καὶ τώρα ἔχει κατασπαταλήσει ἄδικα καὶ παράνομα ὅλα τὰ χρήματα, ποὺ εἰσέπραξε ἀπὸ τὸν κόπον σου αὐτόν.

Γεν. 31,16

πάντα τὸν πλοῦτον καὶ τὴν δόξαν, ἣν ἀφείλετο ὁ Θεὸς τοῦ πατρὸς ἡμῶν, ἡμῖν ἔσται καὶ τοῖς τέκνοις ἡμῶν. νῦν οὖν ὅσα σοι εἴρηκεν ὁ Θεός, ποίει.

Κολιτσάρα

Ὅλος ὁ πλοῦτος καὶ ἡ δόξα, ποὺ ἀφήρεσεν ὁ Θεὸς ἀπὸ τὸν πατέρα μας, ἀνήκει πλέον κατὰ λόγον δικαιοσύνης εἰς ἡμᾶς καὶ εἰς τὰ παιδιά μας. Πράξε λοιπὸν τώρα, ὅπως σοῦ εἶπεν ὁ Θεός».

Τρεμπέλα

Ὅλη ἡ περιουσία καὶ τὰ πλούτη, τὰ ὁποῖα ὁ Θεὸς ἀφήρεσεν ἀπὸ τὸν πατέρα μας καὶ ἔδωκεν εἰς σέ, ἀνήκουν εἰς ἡμᾶς καὶ τὰ παιδιά μας. Τώρα λοιπὸν χωρὶς καθυστέρησιν καὶ ἀναβολὴν κάμε αὐτό, ποὺ σὲ διέταξε καὶ σὲ φωτίζει ὁ Θεός».

Γεν. 31,17

Ἀναστὰς δὲ Ἰακὼβ ἔλαβε τὰς γυναῖκας αὐτοῦ καὶ τὰ παιδία αὐτοῦ ἐπὶ τὰς καμήλους.

Κολιτσάρα

Ἠγέρθη ὁ Ἰακώβ, ἐπῆρε τὰς γυναῖκας του, ἐφόρτωσε τὰ παιδιά του εἰς τὰς καμήλους,

Τρεμπέλα

Ἀφοῦ ἄκουσεν αὐτὰ ὁ Ἰακώβ, ὁ ὁποῖος ὅ,τι ἔκαμνε τὸ ἔκαμνε μὲ τὸ θέλημα καὶ τὴν ἐντολὴν τοῦ Θεοῦ, ἑτοίμασεν ἀμέσως ὅλα διὰ τὴν ἀναχώρησίν του. Ἐπῆρε τὶς δύο γυναῖκες του καὶ τὰ ἕνδεκα παιδιά του καὶ τὰ ἀνέβασεν εἰς τὶς καμῆλες.

Γεν. 31,18

καὶ ἀπήγαγε πάντα τὰ ὑπάρχοντα αὐτῷ, καὶ πᾶσαν τὴν ἀποσκευὴν αὐτοῦ, ἣν περιεποιήσατο ἐν τῇ Μεσοποταμίᾳ, καὶ πάντα τὰ αὐτοῦ ἀπελθεῖν πρὸς Ἰσαὰκ τὸν πατέρα αὐτοῦ εἰς γῆν Χαναάν.

Κολιτσάρα

ἐπῆρεν ὅλα τὰ ὑπάρχοντά του καὶ τὰ παιδιά του, ποὺ ἀπέκτησεν εἰς Μεσοποταμίαν, καὶ ὅλα τὰ πράγματά του, διὰ νὰ ἐπιστρέψῃ πρὸς τὸν Ἰσαάκ, τὸν πατέρα του, εἰς τὴν γῆν Χαναάν.

Τρεμπέλα

Ἐσήκωσε δὲ καὶ συνεκέντρωσεν ὅλην τὴν περιουσίαν του, ὅλα τὰ ἀγαθά του, ὅλα τὰ ζῶα καὶ τὶς ἀποσκευές, ποὺ εἶχεν ἀποκτήσει μὲ τοὺς κόπους του εἰς τὴν Μεσοποταμίαν, καὶ γενικῶς ὅλα, ὅσα ἦσαν ἰδικά του, καὶ ἦταν ἕτοιμος νὰ ἀναχωρήσῃ διὰ τὴν Χαναὰν πρὸς τὸν πατέρα τοῦ Ἰσαάκ.

Γεν. 31,19

Λάβαν δὲ ᾤχετο κεῖραι τὰ πρόβατα αὐτοῦ· ἔκλεψε δὲ Ῥαχὴλ τὰ εἴδωλα τοῦ πατρὸς αὐτῆς.

Κολιτσάρα

Τότε ἀκριβῶς ὁ Λάβαν εἶχε μεταβῇ, διὰ νὰ κουρεύσῃ τὰ πρόβατά του. Ἡ δὲ Ραχὴλ ἔκλεψε τὰ εἰδωλολατρικὰ ἀγαλμάτια τοῦ πατρός της.

Τρεμπέλα

Ὁ Λάβαν εἶχε πάει διὰ νὰ κουρεύσῃ τὰ πρόβατά του. Ἐνῷ δὲ ὁ Λάβαν ἀπουσίαζεν εἰς τὸ κούρεμα τῶν προβάτων, ἡ Ραχὴλ ἐμπῆκε εἰς τὸ σπίτι τοῦ πατέρα της καὶ ἔκλεψε τὰ (θεραφίν =) μικρὰ ἀγάλματα τῶν οἰκογενειακῶν θεῶν τοῦ πατέρα της.

Γεν. 31,20

ἔκρυψε δὲ Ἰακὼβ Λάβαν τὸν Σύρον τοῦ μὴ ἀναγγεῖλαι αὐτῷ, ὅτι ἀποδιδράσκει.

Κολιτσάρα

Ὁ Ἰακὼβ ἀπέκρυψε τὴν ἀναχώρησίν του καὶ ἀπέφυγε νὰ ἀναγγείλῃ εἰς τὸν Λάβαν τὸν Σύρον, ὅτι φεύγει ἀπὸ ἐκεῖ διὰ τὴν πατρίδα του.

Τρεμπέλα

Ὁ δὲ Ἰακὼβ ἀπέφυγε νὰ ἀναγγείλῃ εἰς τὸν πενθερόν του τὸν Λάβαν τὸν Σύρον τὴν ἀναχώρησίν του· τοῦ ἀπέκρυψεν ὅτι φεύγει καὶ πηγαίνει εἰς τὴν Χαναάν.

Γεν. 31,21

καὶ ἀπέδρα αὐτὸς καὶ τὰ αὐτοῦ πάντα καὶ διέβη τὸν ποταμὸν καὶ ὥρμησεν εἰς τὸ ὄρος Γαλαάδ.

Κολιτσάρα

Ἔφυγε κρυφίως αὐτὸς καὶ ὅλα τὰ μετ’ αὐτοῦ, διέβη τὸν Εὐφράτην ποταμὸν καὶ κατηυθύνθη ταχέως εἰς τὸ ὄρος Γαλαάδ.

Τρεμπέλα

Ἔτσι μόλις παρουσιάσθη ἡ εὐκαιρία νὰ ἀναχωρήσῃ κρυφὰ λόγῳ τῆς ἀπουσίας τοῦ Λάβαν, ἀφοῦ ἐπῆρε ὅλα τὰ ὑπάρχοντά του ἔφυγε καὶ διεπέρασε τὸν ποταμὸν Εὐφράτην καὶ κατηυθύνθη γρήγορα πρὸς τὴν ὀρεινὴν περιοχὴν Γαλαάδ, ποὺ εὑρίσκεται εἰς τὰ ἀνατολικά τοῦ Ἰορδάνη ποταμοῦ.

Γεν. 31,22

ἀνηγγέλη δὲ Λάβαν τῷ Σύρῳ τῇ ἡμέρᾳ τῇ τρίτῃ, ὅτι ἀπέδρα Ἰακώβ,

Κολιτσάρα

Ἀλλὰ τὴν τρίτην ἡμέραν ἀπὸ τῆς ἀναχωρήσεώς του ἀνήγγειλαν εἰς τὸν Λάβαν, ὅτι ὁ Ἰακὼβ ἔφυγε.

Τρεμπέλα

Τὴν τρίτην δὲ ἡμέραν ἀπὸ τῆς ἀναχωρήσεως τοῦ Ἰακὼβ ἀνήγγειλαν εἰς τὸν Λάβαν τὸν Σύρον, ὅτι ὁ Ἰακὼβ ἔφυγε.

Γεν. 31,23

καὶ παραλαβὼν τοὺς ἀδελφοὺς αὐτοῦ μεθ’ ἑαυτοῦ, ἐδίωξεν ὀπίσω αὐτοῦ ὁδὸν ἡμερῶν ἑπτὰ καὶ κατέλαβεν αὐτὸν ἐν τῷ ὄρει Γαλαάδ.

Κολιτσάρα

Ὠργισμένος ὁ Λάβαν ἐπῆρε μαζῆ του τοὺς συγγενεῖς του, κατεδίωξε τὸν Ἰακὼβ ἐπὶ ἑπτὰ ἡμέρας καὶ τὸν ἐπρόφθασεν εἰς τὸ ὄρος Γαλαάδ.

Τρεμπέλα

Τότε ὁ Λάβαν παρέλαβε μαζί του τοὺς συγγενεῖς του καὶ κατεδίωξε τὸν Ἰακὼβ ἐπὶ ἑπτὰ ἡμέρες, τὴν δὲ ἑβδόμην τὸν ἐπρόφθασεν εἰς τὴν ὀρεινὴν περιοχὴν Γαλαάδ.

Γεν. 31,24

ἦλθε δὲ ὁ Θεὸς πρὸς Λάβαν τὸν Σύρον καθ’ ὕπνον τὴν νύκτα καὶ εἶπεν αὐτῷ· φύλαξε σεαυτόν, μήποτε λαλήσῃς μετὰ Ἰακὼβ πονηρά.

Κολιτσάρα

Ὁ Θεὸς ὅμως παρουσιάσθη εἰς τὸν ὕπνον κατὰ τὴν νύκτα πρὸς τὸν Λάβαν καὶ τοῦ εἶπε· «φυλάξου, μήπως τυχὸν καὶ εἴπῃς ἀπειλητικὰ καὶ ἐχθρικὰ λόγια πρὸς τὸν Ἰακώβ».

Τρεμπέλα

Ὁ Θεός, ὁ ὁποῖος πάντοτε ἐφρόντιζε διὰ τὸν Ἰακώβ, ὅταν εἶδεν ὅτι ὁ Λάβαν κατεδίωκε τὸν γαμβρόν του μὲ σκοπὸν νὰ τὸν τιμωρήσῃ διὰ τὴν φυγήν του, παρουσιάσθη εἰς τὸν Λάβαν τὸν Σύρον τὴν νύκτα, τὴν ὥραν ποὺ ἐκοιμᾶτο καὶ τοῦ εἶπε· «πρόσεξε καλὰ νὰ μὴ ἀπειλήσῃς, νὰ μὴ ξεσυνερισθῇς, οὔτε νὰ ἐκστομίσῃς ἔστω καὶ ἕνα πικρὸν λόγον εἰς τὸν Ἰακώβ».

Γεν. 31,25

καὶ κατέλαβε Λάβαν τὸν Ἰακώβ· Ἰακὼβ δὲ ἔπηξε τὴν σκηνὴν αὐτοῦ ἐν τῷ ὄρει· Λάβαν δὲ ἔστησε τοὺς ἀδελφοὺς αὐτοῦ ἐν τῷ ὄρει Γαλαάδ.

Κολιτσάρα

Κατέφθασεν ὁ Λάβαν τὸν Ἰακώβ. Ὁ Ἰακὼβ εἶχε στήσει τὴν σκηνήν του εἰς τὸ ὄρος Γαλαάδ, καὶ ὁ Λάβαν κατεσκήνωσε τοὺς συγγενεῖς του εἰς τὸ ἴδιον ὄρος.

Τρεμπέλα

Ἐπρόφθασε λοιπὸν ὁ Λάβαν τὸν Ἰακώβ. Ὁ Ἰακὼβ δὲ ἔστησε τὴν σκηνήν του εἰς τὸ ὄρος Γαλαάδ, ἐνῷ ὁ Λάβαν ἐστρατοπέδευσε μὲ τοὺς συγγενεῖς του εἰς τοὺς πρόποδας τῆς ὀρεινῆς περιοχῆς Γαλαάδ.

Γεν. 31,26

εἶπε δὲ Λάβαν τῷ Ἰακώβ· τί ἐποίησας; ἱνατί κρυφῇ ἀπέδρας καὶ ἐκλοποφόρησάς με καὶ ἀπήγαγες τὰς θυγατέρας μου ὡς αἰχμαλώτιδας μαχαίρᾳ;

Κολιτσάρα

Εἶπε δὲ ὁ Λάβαν εἰς τὸν Ἰακώβ· «τί εἶναι αὐτὸ ποὺ ἔκαμες; Διατί ἐδραπέτευσες κρυφίως καὶ μὲ ἔκλεψες καὶ ἀπήγαγες μαζῆ σου τὰς θυγατέρας μου, ὡς ἐὰν συνέλαβες αὐτάς αἰχμαλώτους εἰς πόλεμον;

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Λάβαν, τοῦ ὁποίου τὸν θυμὸν εἶχε καταπραΰνει ὁ Θεός, ἐμίλησεν εἰς τὸν Ἰακὼβ ὡσὰν νὰ ἀπελογεῖτο καὶ μὲ ἐπιείκειαν τοῦ εἶπεν ὡς πατέρας πρὸς παιδί: «Τί εἶναι αὐτὸ ποὺ ἔκαμες; Διατί ἔφυγες τόσον κρυφὰ καὶ μὲ ἔκλεψες καὶ μὲ ἐγέλασες καὶ ἐπῆρες μαζί σου τὶς δύο θυγατέρες μου, ὦσαν νὰ ἦσαν αἰχμάλωτοι, ποὺ συνέλαβες μὲ τὸ μαχαίρι σου εἰς πόλεμον;

Γεν. 31,27

καὶ εἰ ἀνήγγειλάς μοι, ἐξαπέστειλα ἂν σε μετ’ εὐφροσύνης καὶ μετὰ μουσικῶν καὶ τυμπάνων καὶ κιθάρας,

Κολιτσάρα

Ἐὰν μοῦ ἔλεγες ὅτι εἶχες ἀποφασίσει νὰ φύγῃς, θὰ σὲ προέπεμπα μὲ χαράν, μὲ μουσικὰ ὄργανα, μὲ τύμπανα καὶ μὲ κιθάρας.

Τρεμπέλα

Ἐὰν δὲν ἔφευγες κρυφὰ καὶ μοῦ τὸ ἔλεγες, θὰ σὲ προέπεμπα καὶ θὰ σὲ κατευώδωνα μὲ πολλὴν συνοδείαν καὶ μουσικὲς καὶ τύμπανα καὶ κιθάρες.

Γεν. 31,28

καὶ οὐκ ἠξιώθην καταφιλῆσαι τὰ παιδία μου καὶ τὰς θυγατέρας μου. νῦν δὲ ἀφρόνως ἔπραξας.

Κολιτσάρα

Ἔτσι ὅμως ποὺ ἔφυγες, δὲν ἀξιώθηκα νὰ φιλήσω τὰ ἐγγόνια μου καὶ τὰς θυγατέρας μου. Ἐνήργησες λοιπὸν κατὰ ἕνα τρόπον ἀπερίσκεπτον καὶ προσβλητικὸν δι’ ἐμέ.

Τρεμπέλα

Ὅμως σὺ ἔφυγες ὡς δραπέτης καὶ φυγὰς καὶ ἐγὼ δὲν ἀξιώθηκα νὰ ἀποχαιρετήσω καὶ νὰ ἀσπασθῶ τὰ ἐγγόνια καὶ τὶς θυγατέρες μου. Τώρα ὅπως ἐφέρθης, ἐνήργησες ἄστοχα καὶ ἀπερίσκεπτα. Δὲν ἔπραξες φρόνιμα καὶ μὲ ἐπρόσβαλες.

Γεν. 31,29

καὶ νῦν ἰσχύει ἡ χείρ μου κακοποιῆσαί σε· ὁ δὲ Θεὸς τοῦ πατρός σου ἐχθὲς εἶπε πρός με λέγων· φύλαξε σεαυτόν, μή ποτε λαλήσῃς μετὰ Ἰακὼβ πονηρά.

Κολιτσάρα

Καὶ τώρα ἔχω τὴν δύναμιν νὰ σὲ τιμωρήσω. Δὲν σοῦ κάμνω ὅμως κανένα κακόν, διότι ὁ Θεὸς τοῦ πατρός σου μοῦ ὡμίλησε χθὲς λέγων· Φυλάξου μήπως τυχὸν εἴπῃς λόγια ἐχθρικὰ καὶ ἀπειλητικὰ ἐναντίον τοῦ Ἰακώβ.

Τρεμπέλα

Κύτταξε· τώρα σὲ ἔχω εἰς τὸ χέρι μου. Ἔχω τὴν δύναμιν νὰ σὲ τιμωρήσω καὶ νὰ σὲ κακοποιήσω. Δὲν τὸ κάμνω ὅμως, διότι ὁ Θεὸς τοῦ πατέρα σου παρουσιάσθη χθὲς βράδυ εἰς τὸν ὕπνον μου καὶ μὲ προειδοποίησε μὲ αὐτὰ τὰ λόγια· «πρόσεξε καλὰ νὰ μὴ ἀπειλήσῃς, νὰ μὴ ξεσυνερισθῇς, οὔτε νὰ ἐκστομίσῃς ἔστω καὶ ἕνα πικρὸν λόγον εἰς τὸν Ἰακώβ».

Γεν. 31,30

νῦν οὖν πεπόρευσαι· ἐπιθυμίᾳ γὰρ ἐπεθύμησας ἀπελθεῖν εἰς τὸν οἶκον τοῦ πατρός σου· ἱνατί ἔκλεψας τοὺς θεούς μου;

Κολιτσάρα

Ἀλλὰ πολὺ καλά· τώρα ἔχεις πλέον ἀναχωρήσει, διότι σφοδρῶς ἐπεθύμησες νὰ ἐπιστρέψῃς εἰς τὸν οἶκον τοῦ πατρός σου. Διατί ὅμως ἔκλεψες τὰ ἀγαλμάτια τῶν θεῶν μου;»

Τρεμπέλα

Τώρα λοιπὸν ἔχεις φύγει. Γνωρίζω ὅτι εἶχες μεγάλην καὶ δυνατὴν ἐπιθυμίαν νὰ φύγῃς καὶ νὰ ἐπιστρέψῃς εἰς τὸ πατρικόν σου σπίτι. Ἀλλὰ πές μου· διατί ἔκλεψες τὰ μικρὰ ἀγάλματα τῶν οἰκογενειακῶν θεῶν μου;»

Γεν. 31,31

ἀποκριθεὶς δὲ Ἰακὼβ εἶπε τῷ Λάβαν· ὅτι ἐφοβήθην· εἶπα γάρ· μή ποτε ἀφέλῃς τὰς θυγατέρας σου ἀπ’ ἐμοῦ καὶ πάντα τὰ ἐμά.

Κολιτσάρα

Ἀπεκρίθη ὁ Ἰακὼβ καὶ εἶπεν εἰς τὸν Λάβαν· «ἀνεχώρησα κρυφίως, διότι ἐφοβήθηκα. Ἐσκέφθηκα ὅτι, ἐὰν σοῦ ἀνεκοίνωνα τὴν ἀναχώρησίν μου, ἴσως σὺ θὰ μοῦ κρατοῦσες τὰς θυγατέρας σου καὶ ὅλα τὰ ὑπάρχοντά μου.

Τρεμπέλα

Ὁ Ἰακώβ, ἀφοῦ ἄκουσε τὰ ὅσα τοῦ εἶπεν ὁ Λάβαν, ἀπάντησε μὲ ταπείνωσιν καὶ ἠρεμίαν: «Ἔφυγα κρυφά, διότι ἐφοβήθηκα. Δὲν σοῦ τὸ ἀνεκοίνωσα, διότι ἐσκέφθηκα ὅτι πιθανὸν νὰ κατακρατοῦσες τὶς θυγατέρες σου καὶ νὰ μὴ τοὺς ἐπέτρεπες νὰ μὲ ἀκολουθήσουν· πιθανὸν νὰ κατακρατοῦσες καὶ ὅλην τὴν περιουσίαν μου, ὅπως μοῦ τὸ εἶχες κάμει καὶ προηγουμένως. Ἔτσι θὰ μὲ ὑποχρέωνες, θέλοντας καὶ μή, νὰ μείνω εἰς τὴν Χαρρὰν

Γεν. 31,32

καὶ εἶπεν Ἰακώβ· παρ’ ᾧ ἂν εὕρῃς τοὺς θεούς σου, οὐ ζήσεται ἐναντίον τῶν ἀδελφῶν ἡμῶν· ἐπίγνωθι τί ἐστι παρ’ ἐμοὶ τῶν σῶν καὶ λαβέ. καὶ οὐκ ἐπέγνω παρ’ αὐτῷ οὐδέν. οὐκ ᾔδει δὲ Ἰακώβ, ὅτι Ῥαχὴλ ἡ γυνὴ αὐτοῦ ἔκλεψεν αὐτούς.

Κολιτσάρα

Ὡς πρὸς δὲ τὴν κλοπὴν τῶν ἀγαλματίων σου, εἶπεν ὁ Ἰακώβ, σοῦ λέγω τοῦτο ὅτι δὲν θὰ ζήσῃ ἀλλὰ θὰ φονευθῇ ἐνώπιον ὅλων ἡμῶν ἐκεῖνος, εἰς τὸν ὁποῖον θὰ εὕρῃς τοὺς θεούς σου. Ἐρεύνησε λοιπόν, τί ἀπὸ τὰ ἰδικά σου πράγματα ὑπάρχει μεταξὺ ἐκείνων, ποὺ μοῦ ἀνήκουν, καὶ πάρε τα». Ἔλεγε δὲ αὐτὰ ὁ Ἰακώβ, διότι δὲν ἐγνώριζεν ὅτι ἡ σύζυγός του ἡ Ραχὴλ εἶχε κλέψει τὰ εἰδωλολατρικὰ ἀγαλματάκια.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Ἰακὼβ ἐπρόσθεσεν: «Ὅμως διὰ τὰ (θεραφὶν =) τὰ μικρὰ ἀγάλματα τῶν οἰκογενειακῶν θεῶν σου νὰ ἐρευνήσῃς τὰ πράγματα ὅλων μας. Καὶ ἐκεῖνος ποὺ θὰ εὕρῃς, ὅτι τὰ ἔκλεψε, θὰ καταδικασθῇ εἰς θάνατον θὰ φονευθῇ ἐμπρὸς εἰς ὅλους τοὺς συγγενεῖς, ποὺ μᾶς ἀκολουθοῦν. Κύτταξε, ἐρεύνησε ἐὰν ἐπῆρα κάτι ἀπὸ ἐκεῖνα, ποὺ δὲν ἔπρεπε νὰ πάρω. Ψάξε προσεκτικὰ διὰ νὰ εὕρῃς τί ὑπάρχει ἰδικόν σου εἰς τὰ πράγματά μου καὶ πάρε το». Καὶ ὁ Λάβαν, ἀφοῦ ἔψαξε προσεκτικά, δὲν εὑρῆκε τίποτε εἰς τὰ πράγματα τοῦ Ἰακώβ. Δὲν ἐγνώριζε δὲ ὁ Ἰακὼβ ὅτι ἡ γυναῖκα του ἡ Ραχὴλ ἔκλεψε τὰ μικρὰ ἀγάλματα τῶν οἰκογενειακῶν θεῶν τοῦ πενθεροῦ του.

Γεν. 31,33

εἰσελθὼν δὲ Λάβαν ἠρεύνησεν εἰς τὸν οἶκον Λείας καὶ οὐχ εὗρεν· καὶ ἐξῆλθεν ἐκ τοῦ οἴκου Λείας καὶ ἠρεύνησε τὸν οἶκον Ἰακὼβ καὶ ἐν τῷ οἴκῳ τῶν δύο παιδισκῶν καὶ οὐχ εὗρεν. εἰσῆλθε δὲ καὶ εἰς τὸν οἶκον Ῥαχήλ.

Κολιτσάρα

Εἰσῆλθεν ὁ Λάβαν εἰς τὴν σκηνὴν τῆς Λείας, ἠρεύνησε καὶ δὲν εὑρῆκε τίποτε. Ἐξῆλθεν ἀπὸ τὴν σκηνὴν τῆς Λείας, ἠρεύνησε τὴν σκηνὴν τοῦ Ἰακώβ, ὅπως ἐπίσης καὶ τὴν σκηνὴν τῶν δύο θεραπαινίδων, καὶ σκηνὴν τῆς Ραχήλ, ὅπου ἐπίσης δὲν εὑρῆκε τίποτε,

Τρεμπέλα

Ὁ Λάβαν, ἀφοῦ ἐμπῆκεν εἰς τὴν σκηνὴν τῆς Λείας, ἐρεύνησε μὲ προσοχήν, ἀλλὰ δὲν εὑρῃκε τίποτε. Ἐβγῆκεν ἀπὸ τὴν σκηνὴν τῆς Λείας καὶ ἐρεύνησε κατόπιν τὴν σκηνὴν τοῦ Ἰακὼβ καὶ τὶς σκηνὲς τῶν δύο δούλων, τῆς Βαλλὰ καὶ Ζελφά, ἀλλὰ καὶ πάλιν δὲν εὑρῆκε τίποτε. Ἐμπῆκε κατόπιν καὶ εἰς τὴν σκηνὴν τῆς Ραχήλ.

Γεν. 31,34

Ῥαχὴλ δὲ ἔλαβε τὰ εἴδωλα καὶ ἐνέβαλεν αὐτὰ εἰς τὰ σάγματα τῆς καμήλου καὶ ἐπεκάθισεν αὐτοῖς.

Κολιτσάρα

διότι ἡ Ραχὴλ ἐπῆρε τὰ εἰδωλολατρικὰ ἀγαλμάτια, τὰ ἐτοποθέτησεν εἰς τὸ σάγμα τῆς καμήλου, ἐκάθισεν ἐπάνω εἰς αὐτό,

Τρεμπέλα

Ἡ Ραχὴλ ὅμως ἐπρόλαβε καὶ ἐπῆρε τὰ (θεραφίν =) μικρὰ ἀγάλματα καὶ τὰ ἔκρυψεν εἰς τὰ σάγματα τῆς καμήλου καὶ ἐκάθισεν ἐπάνω εἰς τὰ σάγματα.

Γεν. 31,35

καὶ εἶπε τῷ πατρὶ αὐτῆς· μὴ βαρέως φέρε, κύριε· οὐ δύναμαι ἀναστῆναι ἐνώπιόν σου, ὅτι τὰ κατ’ ἐθισμὸν τῶν γυναικῶν μοι ἐστίν· ἠρεύνησε δὲ Λάβαν ἐν ὅλῳ τῷ οἴκῳ καὶ οὐχ εὗρε τὰ εἴδωλα.

Κολιτσάρα

καὶ εἶπεν εἰς τὸν πατέρα της· «μὴ ὀργισθῇς ἐναντίον μου, κύριε, ποὺ κάθομαι. Δὲν ἠμπορῶ νὰ σηκωθῶ ἐνώπιόν σου, διότι μοῦ συμβαίνουν τὰ συνήθη εἰς τὰς γυναῖκας φαινόμενα». Ὁ Λάβαν ἔφυγεν ἀπὸ αὐτήν, ἠρεύνησεν ὅλην τὴν σκηνὴν καὶ δὲν εὑρῆκε τὰ εἴδωλα.

Τρεμπέλα

Καὶ ἡ Ραχὴλ εἶπεν εἰς τὸν πατέρα της μόλις ἐπλησίασε: «Κύριέ μου (πατέρα μου), μὴ θυμώσης μαζί μου, ποὺ κάθομαι καὶ δὲν σηκώνομαι ἐμπρός σου, ὅπως θὰ ἔπρεπε ἀπὸ σεβασμόν. Δὲν ἤἠμπορῶ νὰ σηκωθῶ, διότι ἔχω τὰ καταμήνια μου καὶ εἶμαι ἑξαντλημένη». Ἐρεύνησε δὲ ὁ Λάβαν εἰς ὅλην τὴν σκηνὴν τῆς Ραχήλ, ἀλλὰ δὲν εὑρῆκε τὰ μικρὰ ἀγάλματα τῶν οἰκογενειακῶν θεῶν του.

Γεν. 31,36

ὠργίσθη δὲ Ἰακὼβ καὶ ἐμαχέσατο τῷ Λάβαν· ἀποκριθεὶς δὲ Ἰακὼβ εἶπε τῷ Λάβαν· τί τὸ ἀδίκημά μου καὶ τί τὸ ἁμάρτημά μου, ὅτι κατεδίωξας ὀπίσω μου

Κολιτσάρα

Ὠργίσθη τότε ὁ Ἰακὼβ καὶ ἀπηύθυνε δριμείας φράσεις ἐναντίον του Λάβαν. Τοῦ εἶπεν· «ποιὸ εἶναι λοιπὸν τὸ ἀδίκημά μου καὶ ποιὸ εἶναι τὸ ἁμάρτημά μου, ἕνεκα τοῦ ὁποίου μὲ εκυνήγησες ἕως ἐδῶ;

Τρεμπέλα

Ὁ Ἰακώβ, ποὺ ὡς ἐκείνην τὴν στιγμὴν ἦταν ὑπομονητικός, συμμαζευμένος καὶ σιωπηλός, ὅταν εἶδεν ὅτι οἱ ἔρευνες τοῦ Λάβαν ἔμειναν ἄκαρπες καὶ ἐβεβαιώθη διὰ τὴν ἀθωότητά του, ἐθύμωσεν· ὕψωσε τὴν φωνήν του, ἤλεγξε τὸν Λάβαν καὶ τοῦ εἶπε: «Ποῖον εἶναι τὸ ἀδίκημα καὶ ἔγκλημά μου; Ποῖον νόμον παρέβηκα, ὥστε νὰ μὲ καταδιώξῃς ὡσὰν νὰ εἶμαι ἔνοχος;

Γεν. 31,37

καὶ ὅτι ἠρεύνησας πάντα τὰ σκεύη τοῦ οἴκου μου; τί εὗρες ἀπὸ πάντων τῶν σκευῶν τοῦ οἴκου σου; θὲς ὧδε ἐνώπιον τῶν ἀδελφῶν σου καὶ τῶν ἀδελφῶν μου, καὶ ἐλεγξάτωσαν ἀνὰ μέσον τῶν δύο ἡμῶν.

Κολιτσάρα

Ἠρεύνησες ὅλα τὰ πράγματα τῶν σκηνῶν μου, τί ἀπὸ τὰ ἰδικά σου σκεύη εὑρῆκες εἰς τὰ πράγματά μου; Εἰπὲ ἐδῶ ἐνώπιον τῶν ἰδικῶν σου καὶ τῶν ἰδικῶν μου ἀνθρώπων τὰ παράπονά σου. Ἂς κρίνουν καὶ ἂς δικάσουν αὐτοὶ μεταξύ μας.

Τρεμπέλα

Ποῖον εἶναι τὸ ἁμάρτημά μου, ὥστε νὰ ἐρευνήσῃς ὅλα τὰ σκεύη καὶ τὰ πράγματα τοῦ σπιτιοῦ μου μὲ αὐτὸν τὸν προσβλητικὸν τρόπον; Τὶ εὑρῆκες ὕστερα ἀπὸ τόσην ἔρευναν, ποὺ νὰ εἶναι ἰδικόν σου; Φέρε αὐτὸ ποὺ εὐρῆκες καὶ σοῦ ἀνηκεῖ, παρουσίασε τὸ καὶ βάλε τὸ ἔδω ἐμπρὸς εἰς τοὺς συγγενεῖς σοῦ καὶ τοὺς συγγενεῖς μου νὰ τὸ ἴδουν καὶ νὰ κρινοῦν αὐτοὶ μεταξὺ ἐμοῦ καὶ σοῦ ποῖος εἶναι ὁ ἔνοχος».

Γεν. 31,38

ταῦτά μοι εἴκοσιν ἔτη ἐγώ εἰμι μετὰ σοῦ· τὰ πρόβατά σου καὶ αἱ αἶγές σου οὐκ ἠτεκνώθησαν· κριοὺς τῶν προβάτων σου οὐ κατέφαγον·

Κολιτσάρα

Ἐγὼ εἴκοσιν ὁλόκληρα ἔτη ἔμεινα καὶ εἰργάσθην μαζῆ σου. Τὰ πρόβατά σου καὶ τὰ γίδια σου δὲν ἔμειναν στεῖρα, ἀλλὰ ἐπολλαπλασιάσθησαν. Τοὺς κριοὺς καὶ τὰ πρόβατά σου δὲν ἔφαγον.

Τρεμπέλα

Καὶ ἐπειδὴ ὁ Ἰακὼβ ἐξιστορεῖ μὲ μεγάλην παρρησίαν τὴν ἀφοσιωσίν του πρὸς τὸν Λάβαν, τοῦ εἶπεν: «Ἔχω μείνει μαζί σου εἴκοσι ὁλόκληρα χρόνια. Ὕστερα ἀπὸ τοὺς κόπους τόσων ἔτων ἤμουν ἄξιος τέτοιας προσβολῆς; Τὰ πρόβατά σου καὶ τὰ γίδια σου δὲν ἔμειναν ἄτεκνα καὶ στεῖρα, ἀλλὰ ἐπολλαπλασιάσθησαν. Εἰς τὰ εἴκοσι αὐτὰ χρόνια δὲν ἔσφαξα οὔτε ἔφαγα κανένα κριάρι ἀπὸ τὰ πρόβατά σου.

Γεν. 31,39

θηριάλωτον οὐκ ἐνήνοχά σοι, ἐγὼ ἀπετίννυον παρ’ ἐμαυτοῦ κλέμματα ἡμέρας καὶ κλέμματα νυκτός·

Κολιτσάρα

Δὲν σοῦ ἔφερα ποτὲ πρόβατον κατασπαραχθὲν ἀπὸ τὰ θηρία, διότι ἐφύλαττα ἄγρυπνος τὰ κοπάδια σου. Ἐπλήρωνα ἀπὸ τὰ ἰδικά μου κάθε τι, ποὺ συνέβαινε νὰ κλαπῇ εἴτε ἡμέραν εἴτε νύκτα.

Τρεμπέλα

Ὅταν κάποιο ἀπὸ τὰ πρόβατά σου ἐσπαράσσετο ἀπὸ ἄγριον θηρίον, δὲν τὸ ἔφερνα ποτὲ νὰ σοῦ τὸ δείξω, διὰ νὰ βεβαιωθῇς ὅτι ὁ θάνατός του δεν προέρχεται ἀπὸ λάθος ἰδικόν μου. Ἐπίσης ἀντικαθιστοῦσα καὶ ὅσα γιδοπρόβατα σοῦ ἔκλεβαν τὴν ἡμέραν ἢ τὴν νύκτα. Ἔτσι ἡ ζημιὰ ἐβάρυνε ἐμὲ καὶ ὄχι ἐσένα.

Γεν. 31,40

ἐγενόμην τῆς ἡμέρας συγκαιόμενος τῷ καύματι καὶ τῷ παγετῷ τῆς νυκτός, καὶ ἀφίστατο ὁ ὕπνος μου ἀπὸ τῶν ὀφθαλμῶν μου.

Κολιτσάρα

Διὰ νὰ φυλάσσω τὰ πρόβατά σου, ἐφλογιζόμουν κατὰ τὸ διάστημα τῆς ἡμέρας ἀπὸ τὸ καῦμα τοῦ ἡλίου καὶ κατὰ τὴν νύκτα ἐξεπάγιαζα ἀπὸ τὸ ψύχος καὶ ἔφευγεν ὁ ὕπνος ἀπὸ τὰ μάτια μου.

Τρεμπέλα

Ἐπέρασα τὴν ζωήν μου διὰ τὴν βοσκὴν καὶ τὴν φύλαξιν τῶν κοπαδιῶν σου ὑποφέρων ἀπὸ τὸν δυνατὸν καύσωνα τῆς ἡμέρας καὶ ἀπὸ τὴν τσουχτερὴν παγωνιὰν τῆς νύκτας. Καὶ αὐτὸς ἀκόμη ὁ ὕπνος, ἕνεκα τῆς πολλῆς φροντίδος ποὺ ἔδειχνα διὰ τὴν ἀσφάλειαν τῶν ζώων σου, ἔφευγε ἀπὸ ἐμὲ καὶ δὲν ἠμποροῦσα νὰ κοιμηθῶ.

Γεν. 31,41

ταῦτά μοι εἴκοσιν ἔτη ἐγώ εἰμι ἐν τῇ οἰκίᾳ σου· ἐδούλευσά σοι δεκατέσσαρα ἔτη ἀντὶ τῶν δύο θυγατέρων σου καὶ ἓξ ἔτη ἐν τοῖς προβάτοις σου, καὶ παρελογίσω τὸν μισθόν μου δέκα ἀμνάσιν.

Κολιτσάρα

Ὅλα αὐτὰ τὰ εἴκοσιν ἔτη μὲ τέτοιαν πίστιν καὶ ἀφοσίωσιν ἔμεινα καὶ ἐδούλευσα εἰς σέ. Δέκα τέσσαρα ἔτη σὲ ἐδούλευσα διὰ τὰς δύο θυγατέρας σου καὶ ἓξ ἔτη διὰ τὰ πρόβατά σου. Καὶ παρ’ ὅλα αὐτὰ σὺ διὰ τὸν μισθὸν τῆς ποιμάνσεως τῶν προβάτων σου μὲ ἠπάτησες καὶ μοῦ ἔδωσες δέκα, ἐλάχιστα δηλαδή, πρόβατα.

Τρεμπέλα

Ἔτσι ἐπέρασα τὰ εἴκοσι χρόνια, ποὺ ἔμεινα εἰς στὸ σπίτι σου. Σοῦ ἐδούλευσα δεκατέσσερα χρόνια διὰ νὰ μοῦ δώσῃς ὡς συζύγους τὶς δύο θυγατέρες σου καὶ ἕξι χρόνια διὰ νὰ βόσκω τὰ γιδοπρόβατά σου. Παρ’ ὅλα αὐτὰ κατεδέχθης νὰ μοῦ κατακρατήσεις τὸν μισθόν· ἔφθασες εἰς τὸ σημεῖον νὰ μὲ ἀπατήσῃς εἰς τὸν λογαριασμὸν τοῦ μικροῦ μισθοῦ μου καὶ μοῦ ἔδωσες μόνον καμμία δεκαριὰ ἀρνιά.

Γεν. 31,42

εἰ μὴ ὁ Θεὸς τοῦ πατρός μου Ἁβραὰμ καὶ ὁ φόβος Ἰσαὰκ ἦν μοι, νῦν ἂν κενόν με ἐξαπέστειλας· τὴν ταπείνωσίν μου καὶ τὸν κόπον τῶν χειρῶν μου εἶδεν ὁ Θεὸς καὶ ἤλεγξέ σε ἐχθές.

Κολιτσάρα

Ἐὰν δὲ δὲν ἦτο μαζῆ μου ὁ Θεὸς τοῦ πάππου μου Ἁβραάμ, ὁ Θεὸς τὸν ὁποῖον ἐφοβεῖτο ὁ πατήρ μου Ἰσαάκ, θὰ μὲ ἔδιωχνες μὲ ἀδειανὰ τὰ χέρια. Τὴν ἀδικίαν σου ὅμως αὐτὴν καὶ τὸν κόπον τῶν χειρῶν μου εἶδεν ὁ Θεός. Δι’ αὐτὸ καὶ σὲ ἤλεγξε χθές».

Τρεμπέλα

Ἐὰν δὲν ἦταν μαζί μου καὶ δὲν μὲ ἐβοηθοῦσεν ὁ Θεὸς τοῦ πατέρα μου (τοῦ προγόνου μου) Ἀβραὰμ καὶ ὁ Θεός, τὸν ὁποῖον φοβεῖται, σέβεται καὶ λατρεύει ὁ πατέρας μου Ἰσαάκ, τώρα θὰ μὲ ἔδιωχνες ὁπωσδήποτε ἀπὸ τὸ σπίτι σου εἰς τὴν Χαναὰν μὲ ἄδεια χέρια. Ἀλλὰ ὁ παντογνώστης καὶ δίκαιος Θεὸς εἶδε τὰ βάσανά μου, τὴν ταλαιπωρίαν καὶ τὸν κόπον τῆς πολλῆς ἐργασίας, ποὺ σοῦ προσέφερα, καὶ διὰ τοῦτο χθὲς τὸ βράδυ σὲ ἤλεγξε διὰ τὶς ἀδικιες, ποὺ ἔκαμες ἐναντίον μου, καὶ σὲ συνεκράτησε ἀπὸ τὸ παράλογον πάθος τοῦ θυμοῦ, ποὺ εἶχες ἐναντίον μου».

Γεν. 31,43

ἀποκριθεὶς δὲ Λάβαν εἶπε τῷ Ἰακώβ· αἱ θυγατέρες θυγατέρες μου, καὶ οἱ υἱοὶ υἱοί μου, καὶ τὰ κτήνη κτήνη μου, καὶ πάντα, ὅσα σὺ ὁρᾷς, ἐμά ἐστι καὶ τῶν θυγατέρων μου· τί ποιήσω ταύταις σήμερον ἢ τοῖς τέκνοις αὐτῶν, οἷς ἔτεκον;

Κολιτσάρα

Ἐντροπιασμένος ὁ Λάβαν, καὶ θέλων νὰ δικαιολογηθῇ εἶπεν εἰς τὸν Ἰακώβ· «αἱ θυγατέρες σου εἶναι θυγατέρες μου, τὰ παιδιά σου παιδιά μου, τὰ κτήνη σου κτήνη μου καὶ ὅλα ὅσα σὺ βλέπεις εἶναι ἰδικά μου καὶ τῶν θυγατέρων μου. Τί λοιπὸν κακὸν ἠμπορῶ νὰ κάμω ἐγὼ σήμερον εἰς αὐτάς, καὶ εἰς τὰ ἐγγόνια μου, τὰ ὁποία αὐταὶ ἐγέννησαν;

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Λάβαν, ὁ ὁποῖος μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἦταν ὑβριστικὸς καὶ ἀπειλητικός, ἡμέρωσε, κατέβασε τὸν τόνον τῆς φωνῆς του καὶ εἶπεν εἰς τὸν Ἰακώβ: Οἱ θυγατέρες (σου) αὐτὲς εἶναι ἰδικές μου θυγατέρες· καὶ τὰ ἀγόρια (σου) αὐτὰ εἶναι ἰδικά μου ἀγόρια· καὶ τὰ ζῶα (σου) αὐτὰ εἶναι ἰδικά μου καὶ ὅσα βλέπεις εἶναι εἰς τὴν πραγματικότητα ἰδικά μου καὶ τῶν θυγατέρων μου. Τί κακὸν ἠμπορῶ νὰ κάμω εἰς αὐτὲς σήμερα ἢ εἰς τὰ παιδιά των, ποὺ ἐγέννησαν, ἀφοῦ αὐτὲς καὶ τὰ παιδιά των εἶναι ἰδικά μου;

Γεν. 31,44

νῦν οὖν δεῦρο διαθώμεθα διαθήκην ἐγώ τε καὶ σύ, καὶ ἔσται εἰς μαρτύριον ἀνὰ μέσον ἐμοῦ καὶ σοῦ, εἶπε δὲ αὐτῷ· ἰδοὺ οὐδεὶς μεθ’ ἡμῶν ἐστίν, ἰδέ, ὁ Θεὸς μάρτυς ἀνὰ μέσον ἐμοῦ καὶ σοῦ.

Κολιτσάρα

Ἔλα λοιπὸν καὶ ἂς κάμωμεν μὶαν ἐπίσημον συμφωνίαν ἐγὼ καὶ σύ, ἡ ὁποία θὰ μένῃ ὡς τρανὴ μαρτυρία φιλίας μεταξὺ ἐμοῦ καὶ σοῦ». Προσέθεσεν ἀκόμη ὁ Λάβαν· «ἰδοὺ κανένας μάρτυς δὲν ὑπάρχει μεταξύ μας, ἀλλὰ ὡς μάρτυς ὑπάρχει μεταξὺ ἐμοῦ καὶ σοῦ ὁ Θεός».

Τρεμπέλα

Ἔλα, λοιπόν, τώρα νὰ κάμωμεν μεταξύ μας συμφωνίαν. Αὐτὴ θὰ εἶναι καὶ ὡς μία μαρτυρία φιλίας μεταξύ μας, μία ἀπόδειξις τῆς φιλίας μας». Καὶ ὁ Λάβαν τοῦ εἶπεν ἀκόμη: «Νά, κανεὶς δὲν εἶναι μαζί μας, εἴμεθα μόνοι· ὁ Θεὸς ὅμως, ποὺ ὅλα τὰ βλέπει καὶ ὅλα τὰ γνωρίζει, εἶναι μάρτυς ἀνάμεσά μας καὶ κανεὶς ἄλλος».

Γεν. 31,45

λαβὼν δὲ Ἰακὼβ λίθον ἔστησεν αὐτὸν στήλην.

Κολιτσάρα

Ἐπῆρεν λοιπὸν ὁ Ἰακὼβ ἕνα λίθον τὸν ἔστησεν ὡς ἀναμνηστικὴν στήλην τῆς συμφωνίας,

Τρεμπέλα

Καὶ διὰ νὰ στερεώσουν μὲ κάποιον χειροπιαστὸν σημεῖον τὴν συμφωνίαν των, ὁ Ἰακὼβ ἐπῆρε μίαν πέτραν, τὴν ἔστησεν ὡς ἀναμνηστικὴν στήλην

Γεν. 31,46

εἶπε δὲ Ἰακὼβ τοῖς ἀδελφοῖς αὐτοῦ· συλλέγετε λίθους. καὶ συνέλεξαν λίθους καὶ ἐποίησαν βουνόν, καὶ ἔφαγον ἐκεῖ ἐπὶ τοῦ βουνοῦ.

Κολιτσάρα

καὶ εἶπεν εἰς τοὺς ἀνθρώπους του· «συλλέξατε λίθους». Ἐκεῖνοι συνέλεξαν λίθους καὶ ἔκαμαν σωρόν. Πλησίον δὲ αὐτοῦ τοῦ σωροῦ ἔφαγον ὁ Ἰακὼβ καὶ ὁ Λάβαν καὶ οἱ ἄνθρωποί των εἰς πίστωσιν τῆς φιλίας των.

Τρεμπέλα

καὶ εἶπεν εἰς τοὺς συγγενεῖς του· «μαζέψετε πέτρες». Καὶ ἐκεῖνοι ἐμάζευσαν πέτρες καὶ ἔκαμαν μὲ αὐτὲς ἕνα σωρὸν μεγάλον καὶ ὑψηλὸν ὡς βουνόν. Καὶ διὰ νὰ βεβαιώσουν τὴν φιλίαν των, ἐκάθισαν ὅλοι γύρω εἰς τὸν μεγάλον ἐκεῖνον σωρὸν καὶ ἔφαγαν.

Γεν. 31,47

καὶ εἶπεν αὐτῷ Λάβαν· ὁ βουνὸς οὗτος μαρτυρεῖ ἀνὰ μέσον ἐμοῦ καὶ σοῦ σήμερον.

Κολιτσάρα

Εἶπε δὲ ὁ Λάβαν πρὸς τὸν Ἰακώβ· «ὁ σωρὸς αὐτὸς τῶν λίθων εἶναι μάρτυς τῆς συμφωνίας, ἡ ὁποία συνήφθη σήμερον μεταξὺ ἐμοῦ καὶ σοῦ».

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Λάβαν εἶπεν εἰς τὸν Ἰακώβ· «ὁ μεγάλος καὶ ὑψηλὸς αὐτὸς σωρός, ποὺ ὁμοιάζει μὲ βουνόν, ἀποτελεῖ σήμερον μαρτυρίαν τῆς συμφωνίας φιλίας, ποὺ ἐγινε μεταξὺ ἐμοῦ καὶ σοῦ».

Γεν. 31,48

καὶ ἐκάλεσεν αὐτὸν Λάβαν Βουνὸς τῆς μαρτυρίας. Ἰακὼβ δὲ ἐκάλεσεν αὐτὸν Βουνὸς μάρτυς. εἶπε δὲ Λάβαν τῷ Ἰακώβ· ἰδοὺ ὁ βουνὸς οὗτος καὶ ἡ στήλη, ἣν ἔστησα ἀνὰ μέσον ἐμοῦ καὶ σοῦ, μαρτυρεῖ ὁ βουνὸς οὗτος, καὶ μαρτυρεῖ ἡ στήλη αὕτη· διὰ τοῦτο ἐκλήθη τὸ ὄνομα αὐτοῦ, Βουνὸς μαρτυρεῖ.

Κολιτσάρα

Ὠνόμασε δὲ ὁ Λάβαν τὸν σωρὸν αὐτὸν «Βουνὸν τῆς μαρτυρίας», ὁ δὲ Ἰακὼβ τὸν ὠνόμασε «Βουνὸς μάρτυς». Εἶπε δὲ Λάβαν εἰς τὸν Ἰακώβ· «ἰδού, ὁ σωρὸς αὐτὸς καὶ ἡ στήλη, τὴν ὁποίαν ἔστησα μεταξὺ ἐμοῦ καὶ σοῦ, εἶναι μάρτυς τῆς συμφωνίας, τὴν ὁποίαν ἐκλείσαμεν ἐδῶ». Διὰ τοῦτο ὠνομάσθη ὁ τόπος ἐκεῖνος «Βουνὸς μαρτυρεῖ» (Γαλαάδ).

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Λάβαν ὠνόμασε τὸν σωρὸν ἐκεῖνον (εἰς τὴν ἀραμαϊκην γλῶσσαν Ἰεγὰρ Σαλαδουχά, ποὺ σημαίνει) «Βουνὸς τῆς μαρτυρίας»· ὁ δὲ Ἰακὼβ τὸν ὠνόμασε (εἰς τὴν ἑβραϊκὴν γλῶσσαν Γαλέδ, ποὺ σημαίνει) «Βουνὸς μάρτυς». Ἀκόμη ὁ Λάβαν εἶπεν εἰς τὸν Ἰακώβ: «Νά, ὁ μεγάλος καὶ ὑψηλὸς αὐτὸς πέτρινος σωρὸς καὶ ἡ ἀναμνηστικὴ στήλη, τὴν ὁποίαν ἔστησα μεταξὺ ἐμοῦ καὶ σοῦ. Ὁ σωρὸς αὐτὸς δηλοὶ τὴν συμφωνίαν καὶ ἡ ἀναμνηστικὴ αὐτὴ στήλη εἶναι μάρτυς τῆς συμφωνίας». Διὰ τοῦτο ὁ τόπος ἐκεῖνος ὠνομάσθη «Βουνὸς μαρτυρεῖ» (εἰς τὰ ἑβραϊκὰ Γαλὲδ ἡ Γαλαάδ).

Γεν. 31,49

καὶ ἡ Ὅρασις, ἣν εἶπεν· ἐπίδοι ὁ Θεὸς ἀνὰ μέσον ἐμοῦ καὶ σοῦ, ὅτι ἀποστησόμεθα ἕτερος ἀφ’ ἑτέρου.

Κολιτσάρα

«Τὸ βλέμμα τοῦ Θεοῦ εἶναι ἐπάνω μας». Καὶ εἶπεν ὁ Λάβαν εἰς τὸν Ἰακώβ· «εἴθε νὰ ἵδῃ καὶ νὰ κρίνῃ ὁ Θεὸς τὴν διαγωγήν, ποὺ θὰ δείξωμεν ὁ ἕνας ἀπέναντι τοῦ ἀλλοῦ, διότι μετ’ ὀλίγον θὰ χωρίσωμεν ὁ ἕνας ἀπὸ τὸν ἄλλον.

Τρεμπέλα

Καὶ ἡ «Ὅρασις» (εἰς τὴν ἀραμαϊκην Μιζπάχ, δηλαδὴ τόπος ἀπὸ ὅπου παρατηρεῖ ὁ Θεὸς ἢ τὸ βλέμμα τοῦ Θεοῦ μᾶς παρακολουθεῖ), διότι εἶπεν ὁ Λάβαν: «Εἴθε ὁ Θεὸς νὰ ἐπιβλέψῃ καὶ νὰ κρίνῃ μεταξὺ ἐμοῦ καὶ σοῦ, διότι ὑστέρα ἀπὸ ὀλίγον θὰ χωρισθῶμεν ὁ ἕνας ἀπὸ τὸν ἄλλον· σὺ θὰ ἐπιστρέψῃς εἰς τὴν πατρίδα σου καὶ ἐγὼ εἰς τὸ σπίτι μου».

Γεν. 31,50

εἰ ταπεινώσεις τὰς θυγατέρας μου, εἰ λήψῃ γυναῖκας πρὸς ταῖς θυγατράσι μου, ὅρα, οὐδεὶς μεθ’ ἡμῶν ἐστιν ὁρῶν· Θεὸς μάρτυς μεταξὺ ἐμοῦ καὶ μεταξὺ σοῦ.

Κολιτσάρα

Πρόσεξε, μήπως κακομεταχειρισθῇς τὰς θυγατέρας μου, μήπως τυχὸν καὶ λάβῃς ἄλλας συζύγους κοντὰ εἰς αὐτάς. Πρόσεξε! Κανεὶς δὲν ὑπάρχει μεταξύ μας ὡς μάρτυς, ὁ ὁποῖος μᾶς βλέπει. Ὁ Θεὸς μόνον εἶναι μάρτυς μεταξὺ ἐμοῦ καὶ σοῦ καὶ Ἐκεῖνος θὰ σὲ τιμωρήσῃ, ἐὰν παραβῇς τὴν συμφωνίαν μας

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Λάβαν συνέχισεν: «Ἐὰν κακομεταχειρισθῇς τὶς θυγατέρες μου, ἐὰν πάρῃς ὡς συζύγους ἄλλες γυναῖκες, ἔχε ὑπ’ ὄψιν σου, ὅτι ἔστω καὶ ἂν ἑγὼ δὲν σὲ ἴδω καὶ δὲν τὸ μάθω, μᾶς παρακολουθεῖ καὶ μᾶς βλέπει ὁ Θεός, ὁ ὁποῖος θὰ κρίνῃ μεταξὺ ἐμοῦ καὶ σοῦ. Αὐτός, ποὺ ὅλα τὰ βλέπει καὶ ὅλα τὰ παρακολουθεῖ, θὰ εἶναι μάρτυς, ἐὰν παραβῇς τὴν συμφωνίαν μας».

Γεν. 31,51

καὶ εἶπε Λάβαν τῷ Ἰακώβ· ἰδοὺ ὁ βουνὸς οὗτος καὶ μάρτυς ἡ στήλη αὕτη.

Κολιτσάρα

Εἶπεν ἀκόμη ὁ Λάβαν εἰς τὸν Ἰακώβ· «ἰδοὺ ὁ σωρὸς αὐτὸς τῶν λίθων καὶ ἡ στήλη αὐτὴ εἶναι μάρτυρες τῆς συμφωνίας μας,

Τρεμπέλα

Ὁ Λάβαν εἶπεν ἀκόμη εἰς τὸν Ἰακώβ: «Νά, ὁ ὑψηλὸς αὐτὸς σωρὸς καὶ ἡ ἀναμνηστικὴ στήλη· καὶ τὰ δύο αὐτὰ εἶναι μάρτυρες τῆς συμφωνίας τῆς φιλίας μας,

Γεν. 31,52

ἐάν τε γὰρ ἐγὼ μὴ διαβῶ πρὸς σὲ μηδὲ σὺ διαβῇς πρός με τὸν βουνὸν τοῦτον καὶ τὴν στήλην ταύτην ἐπὶ κακίᾳ,

Κολιτσάρα

ὅτι οὔτε ἐγὼ θὰ διαβῶ πρὸς τὸ μέρος σου ἐναντίον σου οὔτε καὶ σὺ θὰ περάσῃς τὸν σωρὸν αὐτὸν καὶ τὴν στήλην αὐτὴν μὲ ἐχθρικὰς διαθέσεις ἐναντίον μου.

Τρεμπέλα

ὅτι ἐγὼ δὲν θὰ προχωρήσω πέρα ἀπὸ τὸν σωρὸν αὐτὸν καὶ τὴν στήλην αὐτὴν πρὸς τὰ μέρη τὰ ἰδικά σου, διὰ νὰ σοῦ ἐπιτεθῶ (μὲ σκοπὸν νὰ σὲ βλάψω)· οὔτε καὶ σὺ θὰ προχώρησῃς πέρα ἀπὸ τὸν σωρὸν καὶ τὴν στήλην πρὸς τὰ μέρη τὰ ἰδικά μου, διὰ νὰ μοῦ ἐπιτεθῇς (μὲ σκοπὸν νὰ μὲ βλάψῃς).

Γεν. 31,53

ὁ Θεὸς Ἁβραὰμ καὶ ὁ Θεὸς Ναχὼρ κρινεῖ ἀνὰ μέσον ἡμῶν.

Κολιτσάρα

Ὁ Θεός του Ἁβραὰμ καὶ ὁ Θεὸς τοῦ Ναχὼρ θὰ εἶναι κριτὴς μεταξύ μας».

Τρεμπέλα

Ὁ Θεὸς τοῦ Ἀβραάμ (τοῦ πάππου σου) καὶ ὁ Θεὸς τοῦ Ναχὼρ (τοῦ πατέρα μου καὶ θείου σου) Θὰ κρίνῃ μεταξύ μας καὶ θὰ ἀποδώσῃ δικαιοσύνην».

Γεν. 31,54

καὶ ὤμοσεν Ἰακὼβ κατὰ τοῦ φόβου τοῦ πατρὸς αὐτοῦ Ἰσαάκ, καὶ ἔθυσε θυσίαν ἐν τῷ ὄρει καὶ ἐκάλεσε τοὺς ἀδελφοὺς αὐτοῦ, καὶ ἔφαγον καὶ ἔπιον καὶ ἐκοιμήθησαν ἐν τῷ ὄρει.

Κολιτσάρα

Καὶ ὡρκίσθη ὁ Ἰακὼβ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, τὸν ὁποῖον ἐπίστευε καὶ ἐσέβετο ὁ πατήρ του Ἰσαάκ, προσέφερε θυσίαν εἰς τὸ ὄρος ἐκεῖνο, προσεκάλεσε τοὺς ἰδικούς του καὶ ἔφαγον καὶ ἔπιον καὶ ἐκοιμήθησαν εἰς τὸ ὄρος ἐκεῖνο.

Τρεμπέλα

Κατόπιν τούτων ὁ Ἰακὼβ ὡρκίσθη εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ, τὸν ὁποῖον ἐφοβεῖτο, ἐσέβετο καὶ ἐλάτρευεν ὁ πατέρας του Ἰσαάκ, καὶ ἔσφαξε ζῶον καὶ ἐπρόσφερε θυσίαν εἰς τὸν Θεὸν εἰς τὸ ὄρος ἐκεῖνο. Καὶ διὰ νὰ βεβαιώσουν τὴν συμφωνίαν τῆς φιλίας των, ἐπροσκάλεσε τοὺς συγγενεῖς του καὶ ἔφαγαν καὶ ἤπιαν καὶ ἐκοιμήθησαν τὴν νύκτα ἐκείνην εἰς τὸ ὄρος.

Γεν. 31,55

ἀναστὰς δὲ Λάβαν τὸ πρωῒ κατεφίλησε τοὺς υἱοὺς καὶ τὰς θυγατέρας αὐτοῦ καὶ εὐλόγησεν αὐτούς, καὶ ἀποστραφεὶς Λάβαν ἀπῆλθεν εἰς τὸν τόπον αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

Τὸ πρωΐ ἠγέρθη ὁ Λάβαν, κατεφίλησε τὰ ἐγγόνια του καὶ τὰς θυγατέρας του, τοὺς ηὐχήθη καὶ ἐπιστρέψας ἐπανῆλθεν εἰς τὸν τόπον του.

Τρεμπέλα

Ἐσηκώθη δὲ ὁ Λάβαν τὸ πρωῒ τῆς ἑπομένης ἡμέρας καὶ εἰρηνικὸς πλέον καὶ εὐχαριστημένος ἐφίλησε τὰ ἐγγόνια καὶ τὶς θυγατέρες του καὶ τοὺς εὐλόγησε καὶ τοὺς ἀπεχαιρέτησε. Κατόπιν ἀνεχώρησε καὶ ἐπέστρεψεν τὴν πατρίδα του.

Κεφάλαιο 32

Γεν. 32,1

Καὶ Ἰακὼβ ἀπῆλθεν εἰς τὴν ὁδὸν ἑαυτοῦ. καὶ ἀναβλέψας εἶδε παρεμβολὴν Θεοῦ παρεμβεβληκυῖαν, καὶ συνήντησαν αὐτῷ οἱ ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ.

Κολιτσάρα

Ἔπειτα ἀπὸ τὰ γεγονότα αὐτὰ συνέχισεν ὁ Ἰακὼβ τὴν πορείαν του διὰ τὴν Χαναάν. Εἰς κάποιαν στιγμὴν ἐσήκωσε τὰ βλέμματά του καὶ εἶδε παρατεταγμένον ἕνα θεῖον στράτευμα, ποὺ ἀπετελεῖτο ἀπὸ ἀγγέλους Θεοῦ, καὶ οἱ ὁποῖοι τὸν συνήντησαν.

Τρεμπέλα

Ὅταν ὁ Λάβαν ἀνεχώρησε διὰ τὴν Χαρράν, ἐξεκίνησε καὶ ὁ Ἰακὼβ μὲ κατεύθυνσιν πρὸς τὴν Χαναάν. Εἰς κάποιο σημεῖον τοῦ δρόμου ἐσήκωσε τὸ βλέμμα του καὶ εἶδε ὁλόκληρον στράτευμα οὐρανίων ἀγγέλων νὰ παρεμβάλλεται εἰς τὴν πορείαν του· καὶ τὸν συνήντησαν οἱ ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ, ὄχι διὰ νὰ τὸν φοβίσουν, ἀλλὰ διὰ νὰ τὸν ἐνισχύσουν.

Γεν. 32,2

εἶπε δὲ Ἰακώβ, ἡνίκα εἶδεν αὐτούς· παρεμβολὴ Θεοῦ αὕτη· καὶ ἐκάλεσε τὸ ὄνομα τοῦ τόπου ἐκείνου Παρεμβολαί.

Κολιτσάρα

Ὅταν τοὺς εἶδεν ὁ Ἰακὼβ εἶπε· «τοῦτο τὸ στράτευμα εἶναι στράτευμα Θεοῦ». Διὰ τοῦτο ὠνόμασε τὸν τόπον ἐκεῖνον «Παρεμβολαί», δηλαδὴ στρατόπεδα.

Τρεμπέλα

Μόλις ὁ Ἰακὼβ εἶδε τοὺς ἀγγέλους, εἶπε· «τὸ στρατόπεδον τοῦτο εἶναι στράτευμα ἀγγέλων τοῦ Θεοῦ». Καὶ διὰ νὰ ἐνθυμῆται συνεχῶς τὴν ὀπτασίαν ποὺ εἶδε, ὠνόμασε τὸν τόπον ἐκεῖνον «παρεμβολαί», δηλαδὴ στρατόπεδα.

Γεν. 32,3

Ἀπέστειλε δὲ Ἰακὼβ ἀγγέλους ἔμπροσθεν αὐτοῦ πρὸς Ἡσαῦ τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ εἰς γῆν Σηείρ, εἰς χώραν Ἐδώμ.

Κολιτσάρα

Ὅταν δὲ ἐπλησίαζε πρὸς τὰ μέρη τῆς Χαναάν, ἔστειλε πρὸς τὸν ἀδελφόν του Ἡσαῦ εἰς τὴν περιοχὴν Σηείρ - ἡ ὁποία ἀργότερα ὠνομάσθη Ἐδὼμ - ἀγγελιαφόρους,

Τρεμπέλα

Μετὰ τὴν οὐρανίαν ἐκείνην ὀπτασίαν ὁ Ἰακὼβ ἄρχισε νὰ συλλογίζεται πῶς θὰ τὰ καταφέρῃ μὲ τὸν ἀδελφόν του Ἡσαῦ, ὁ ὁποῖος τὸν ἐμισοῦσε καὶ ἤθελε νὰ τὸν φονεύσῃ. Διὰ τοῦτο ἔστειλεν ἀγγελιοφόρους πρὶν ἀπὸ αὐτὸν εἰς τὸν ἀδελφόν του Ἡσαῦ εἰς τὴν περιοχὴν Σηείρ, ἡ ὁποία εὑρίσκεται εἰς τὴν χώραν (ποὺ ἀργοτερα ὠνομάσθη) Ἐδώμ, εἰς τὴν ὁποίαν κατοικοῦσε ὁ Ἡσαῦ.

Γεν. 32,4

καὶ ἐνετείλατο αὐτοῖς λέγων· οὕτως ἐρεῖτε τῷ κυρίῳ μου Ἡσαῦ· οὕτως λέγει ὁ παῖς σου Ἰακώβ· μετὰ Λάβαν παρῴκησα, καὶ ἐχρόνισα ἕως τοῦ νῦν,

Κολιτσάρα

εἰς τοὺς ὁποίους ἔδωσεν ἐντολήν· «ἔτσι θὰ ὁμιλήσετε πρὸς τὸν κύριόν μου τὸν Ἡσαῦ: Ὁ δοῦλός σου ὁ Ἰακώβ σοῦ ἀνακοινώνει· παρέμεινα ὡς ξένος καὶ πάροικος μαζῆ μὲ τὸν Λάβαν καὶ ἐβράδυνα πλησίον του ἕως τώρα.

Τρεμπέλα

Παρὰ τὴν ἐνισχυτικὴν ὀπτασίαν ποὺ εἶδεν, ὑπῆρχεν ἀκόμη πολὺς φόβος εἰς τὴν ψυχήν του ἀπὸ τὴν ὀργὴν τοῦ ἀδελφοῦ του, διὰ τοῦτο εἰς τοὺς ἀγγελιοφόρους ἔδωσε τὴν παραγγελίαν:«Αὐτὰ θὰ εἴπητε εἰς τὸν κύριόν μου Ἡσαῦ: «Ὁ δοῦλος σου ὁ Ἰακώβ σου ἀναγγέλλει· μέχρι τώρα ἔχω μείνει κοντὰ εἰς τὸν Λάβαν καὶ παρέτεινα τὴν παραμονήν μου ἐπὶ τόσα χρόνια κοντά του.

Γεν. 32,5

καὶ ἐγένοντό μοι βόες καὶ ὄνοι καὶ πρόβατα καὶ παῖδες καὶ παιδίσκαι, καὶ ἀπέστειλα ἀναγγεῖλαι τῷ κυρίῳ μου Ἡσαῦ, ἵνα εὕρῃ ὁ παῖς σου χάριν ἐναντίον σου.

Κολιτσάρα

Ἀπέκτησα βόδια καὶ ὄνους καὶ πρόβατα καὶ δούλους καὶ δούλας· ἔστειλα δὲ ἀγγελιαφόρους νὰ ἀναγγείλουν τοῦτο εἰς τὸν κύριόν μου τὸν Ἡσαῦ, διὰ νὰ εὕρω ἐγώ, ὁ δοῦλος σου, χάριν ἐνώπιόν σου καὶ γίνω εὐμενῶς δεκτὸς ἀπὸ σέ».

Τρεμπέλα

Ἀπὸ τὴν πολυχρόνιον ἐργασίαν μου κοντὰ εἰς τὸν Λάβαν ἀπέκτησα βόδια καὶ ὄνους καὶ πρόβατα καὶ δούλους καὶ δοῦλες. Καὶ τώρα στέλλω μὲ τοὺς ἀγγελιοφόρους μου τὸ μήνυμα τοῦτο εἰς τὸν κύριον καὶ αὐθέντην μου Ἡσαῦ διὰ νὰ εὕρω ἐγώ, ὁ δοῦλος σου, χάριν ἐνωπιόν σου καὶ νὰ ἀποκτήσω τὴν εὔνοιάν σου».

Γεν. 32,6

καὶ ἀνέστρεψαν οἱ ἄγγελοι πρὸς Ἰακὼβ λέγοντες· ἤλθομεν πρὸς τὸν ἀδελφόν σου Ἡσαῦ, καὶ ἰδοὺ αὐτὸς ἔρχεται εἰς συνάντησίν σοι καὶ τετρακόσιοι ἄνδρες μετ’ αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

Οἱ ἀγγελιαφόροι ἐξετέλεσαν τὴν παραγγελίαν καὶ ἐπέστρεψαν πρὸς τὸν Ἰακὼβ λέγοντες· «μετέβημεν πρὸς τὸν ἀδελφόν σου τὸν Ἡσαῦ, τοῦ ἀνηγγείλαμεν ὅσα μᾶς εἶπες καὶ ἰδοὺ αὐτὸς ἔρχεται εἰς συνάντησίν σου μαζῆ μὲ τετρακοσίους ἄνδρας».

Τρεμπέλα

Ἀφοῦ οἱ ἀγγελιοφόροι συνηντήθησαν μὲ τὸν Ἡσαῦ, ἐγύρισαν πίσω εἰς τὸν Ἰακὼβ καὶ τοῦ ἀνέφεραν: «Ἐπήγαμεν εἰς τὸν ἀδελφόν σου Ἡσαῦ· καὶ νά, ἐξεκίνησε καὶ ἔρχεται πρὸς συνάντησίν σου μὲ συνοδείαν τετρακοσίων ἀνδρῶν».

Γεν. 32,7

ἐφοβήθη δὲ Ἰακὼβ σφόδρα, καὶ ἠπορεῖτο. καὶ διεῖλε τὸν λαὸν τὸν μεθ’ ἑαυτοῦ καὶ τοὺς βόας καὶ τὰς καμήλους καὶ τὰ πρόβατα εἰς δύο παρεμβολάς,

Κολιτσάρα

Ὁ Ἰακὼβ ἐφοβήθη πολὺ καὶ περιέπεσεν εἰς μεγάλην ἀπορίαν. Διεχώρισε τοὺς ἀνθρώπους του καὶ τὰ βόδια καὶ τὰς καμήλους καὶ τὰ πρόβατα εἰς δύο μεγάλας ὁμάδας.

Τρεμπέλα

Ὁ Ἰακώβ, μόλις ἄκουσε τὴν πληροφορίαν αὐτήν, ἐφοβήθη πάρα πολὺ καὶ εὑρίσκετο εἰς ἀπορίαν καὶ ἀμηχανίαν τὶ νὰ κάμῃ, διότι δὲν ἐγνώριζεν ἀκριβῶς τὸν σκοπόν, διὰ τὸν ὁποῖον ἤρχετο ὁ ἀδελφός του μὲ τόσους συντρόφους. Ἐπειδὴ δὲ ὑπωπτεύετο, ὅτι ὁ Ἡσαῦ ἑτοιμάζεται νὰ τοῦ ἐπιτεθῇ, ἐχώρισε τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἀποτελοῦσαν τὴν συνοδείαν του, καθὼς ἐπίσης καὶ τὰ βόδια καὶ τὶς καμῆλες καὶ τὰ πρόβατα, εἰς δύο στρατόπεδα, εἰς δύο ὁμάδες. Ἡ μία ὁμάδα θὰ ἐπροχωροῦσε ἐμπρὸς καὶ ἡ ἄλλη θὰ ἀκολουθοῦσε.

Γεν. 32,8

καὶ εἶπεν Ἰακώβ· ἐὰν ἔλθῃ Ἡσαῦ εἰς παρεμβολὴν μίαν καὶ κόψῃ αὐτήν, ἔσται ἡ παρεμβολὴ ἡ δευτέρα εἰς τὸ σώζεσθαι.

Κολιτσάρα

Φοβούμενος δὲ ἐκδίκησιν ἐκ μέρους τοῦ ἀδελφοῦ του εἶπεν· «ἐὰν ἐπιτεθῇ ὁ Ἡσαῦ ἐναντίον τῆς πρώτης ὁμάδος καὶ τὴν κατακόψῃ, θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ διασωθῇ ἡ δευτέρα ὁμάς».

Τρεμπέλα

Ὁ Ἰακὼβ ἔκαμε τὸν χωρισμὸν αὐτόν, διότι ἐσκέφθη: Ἐὰν ὁ Ἡσαῦ ἔλθῃ καὶ ἐπιτεθῇ ἐναντίον τῆς μιᾶς ὁμάδος καὶ τὴν κατασφάξῃ, ἡ δευτέρα ὁμάδα ποὺ ἀκολουθεῖ, θὰ ἔχῃ τὸν καιρὸν νὰ φύγῃ καὶ νὰ σωθῇ. Ἔτσι ὑπάρχει ἐλπίδα νὰ γλυτώσωμεν ἀπὸ τὴν σφαγήν.

Γεν. 32,9

εἶπε δὲ Ἰακώβ· ὁ Θεὸς τοῦ πατρός μου Ἁβραὰμ καὶ ὁ Θεὸς τοῦ πατρός μου Ἰσαάκ, Κύριε σὺ ὁ εἰπών μοι, ἀπότρεχε εἰς τὴν γῆν τῆς γενέσεώς σου καὶ εὖ σε ποιήσω,

Κολιτσάρα

Προσηυχήθη δὲ πρὸς τὸν Θεὸν καὶ εἶπεν· «ὦ Θεὲ τοῦ πάππου μου Ἁβραὰμ καὶ τοῦ πατρός μου τοῦ Ἰσαάκ, σὺ Κύριε, ὁ ὁποῖος μοῦ εἶπες γύρισε ταχέως εἰς τὸν τόπον τῆς γεννήσεώς σου καὶ ἐγὼ θὰ σὲ προστατεύσω καὶ θὰ σὲ εὐλογήσω,

Τρεμπέλα

Ἐπειδὴ ὁ Ἰακὼβ ἐστηρίζετο πάντοτε εἰς τὴν θείαν βοήθειαν καὶ προστασίαν, πρὶν κάμῃ τὸν χωρισμόν, προσηυχήθη εἰς τὸν Θεὸν μὲ ταπείνωσιν καὶ εἶπε: «Θεὲ τοῦ πατέρα (τοῦ πάππου) μου Ἀβραὰμ καὶ Θεὲ τοῦ πατέρα μου Ἰσαάκ, ἄκουσέ με. Ἀπευθύνομαι πρὸς σὲ ἐν ὀνόματι τῆς ἐπαγγελίας, ποὺ ἔδωσες εἰς αὐτούς, διότι ἐγὼ εἶμαι ἀνάξιος νὰ σοῦ ζητήσω βοήθειαν. Κύριέ μου σὺ εἶσαι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος μὲ ἐπρόσταξες καὶ μοῦ εἶπες· «γύρισε γρήγορα πίσω εἰς τὴν πατρίδα σου, ἐκεῖ ὅπου ἐγεννήθης, κοντὰ εἰς τοὺς συγγενεῖς σου καὶ ἑγὼ θὰ σὲ εὐλογήσω».

Γεν. 32,10

ἱκανούσθω μοι ἀπὸ πάσης δικαιοσύνης καὶ ἀπὸ πάσης ἀληθείας, ἧς ἐποίησας τῷ παιδί σου· ἐν γὰρ τῇ ῥάβδῳ μου ταύτῃ διέβην τὸν Ἰορδάνην τοῦτον, νυνὶ δὲ γέγονα εἰς δύο παρεμβολάς.

Κολιτσάρα

ὅπως προηγουμένως μὲ ηὐλόγησες καὶ ἔμεινα εὐχαριστημένος ἀπὸ ὅλας τὰς εὐεργεσίας ποὺ μοῦ ἔκαμες, ἔτσι δεῖξε καὶ τώρα εἰς ἐμὲ τὸ ἔλεός σου. Τότε μὲ μόνην περιουσίαν τὸ ραβδί μου αὐτὸ ἐπέρασα τὸν ποταμὸν τοῦτον τὸν Ἰορδάνην. Τώρα δὲ ἐπιστρέφω κύριος δύο στρατοπέδων.

Τρεμπέλα

Κύριε, εἶναι ἀρκετή, μεγάλη ἡ μέχρι τῆς στιγμῆς αὐτῆς βοήθειά σου πρὸς ἐμέ. Ὄχι μόνον δὲν ἀγνοῶ τὴν βοήθειάν σου αὐτήν, ἀλλὰ εἶμαι καὶ πολὺ εὐχαριστημένος ἀπὸ ὅλες τὶς εὐεργεσίες καὶ εὐλογίες, τὶς ὁποῖες μοῦ ἔδωσες σύμφωνα μὲ τὶς ὑποσχέσεις σου καὶ τὴν ἀξιοπιστίαν ποὺ ἔδειξες μέχρι σήμερα εἰς ἐμὲ τὸν δοῦλον σου, ἀλλὰ καὶ δι’ ἐκεῖνες ποὺ ὑπόσχεσαι ὅτι θὰ μοῦ χαρίσῃς εἰς τὸ μέλλον. Κυριολεκτικὰ μὲ ἐχόρτασες μὲ ὅλα αὐτά» Διότι χάρις εἰς τὴν πρόνοιαν καὶ βοήθειάν σου, τότε ποὺ ἔφευγα ἀπὸ τὸ σπίτι μου μόνος καὶ ἔρημος χωρὶς χρήματα, ἐπέρασα τοῦτον τὸν Ἰορδάνην μόνον μὲ αὐτὸ τὸ ραβδί μου· καὶ τώρα ἡ περιουσία καὶ ἡ ἀκολουθία μου εἶναι τόσον μεγάλη, ὥστε ἐχωρίσθη εἰς δύο ὁλόκληρα στρατόπεδα.

Γεν. 32,11

ἐξελοῦ με ἐκ χειρὸς τοῦ ἀδελφοῦ μου, ἐκ χειρὸς Ἡσαῦ, ὅτι φοβοῦμαι ἐγὼ αὐτόν, μή ποτε ἐλθὼν πατάξῃ με καὶ μητέρα ἐπὶ τέκνοις.

Κολιτσάρα

Γλύτωσέ με καὶ τώρα, Κύριε, ἀπὸ τὰ χέρια τοῦ ἀδελφοῦ μου Ἡσαῦ, διότι ἐγὼ τὸν φοβοῦμαι, μήπως καὶ ἐπέλθῃ ἐναντίον μας καὶ φονεύσῃ ἐμὲ καὶ μητέρας καὶ τέκνα.

Τρεμπέλα

Ἐσὲ λοιπόν, Κύριε, ποὺ μοῦ ἐχάρισες αὐτὸν τὸν πλοῦτον, ἱκετεύω καὶ τώρα. Γλύτωσέ με ἀπὸ τὰ χέρια τοῦ ἀδελφοῦ μου, ἀπὸ τὰ χέρια τοῦ Ἡσαῦ, διότι τὸν φοβοῦμαι· φοβοῦμαι μήπως ἔλθῃ ὠργισμένος ἐναντίον μου καὶ μοῦ ἐπιτεθῇ καὶ κτυπήση ὅλους μας καὶ αὐτὲς ἀκόμη τὶς γυναῖκες - μητέρες με τὰ παιδιά.

Γεν. 32,12

σὺ δὲ εἶπας· εὖ σε ποιήσω καὶ θήσω τὸ σπέρμα σου ὡς τὴν ἄμμον τῆς θαλάσσης, ἣ οὐκ ἀριθμηθήσεται ἀπὸ τοῦ πλήθους.

Κολιτσάρα

Σὺ μοῦ ἔχεις ὑποσχεθῆ· Ἐγὼ θὰ σὲ εὐλογήσω καὶ θὰ αὐξήσω τοὺς ἀπογόνους σου ὡσὰν τὴν ἄμμον τῆς θαλάσσης, ἡ ὁποία διὰ τὸ πλῆθος αὐτῆς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀριθμηθῇ»!

Τρεμπέλα

Ἐνθυμήσου, Κύριε, ὅτι μοῦ ὑπεσχέθης· «θὰ σοῦ τὰ φέρω ὅλα βολικά, θὰ σὲ εὐλογήσω καὶ θὰ σοῦ χαρίσω πλῆθος ἀπογόνων, οἱ ὁποῖοι θὰ αὐξηθοῦν τόσον πολύ, ὅση εἶναι καὶ ἡ ἄμμος τῆς θαλάσσης, τοὺς κόκκους τῆς ὁποίας κανεὶς «δεν ἠμπορεῖ νὰ μετρήσῃ, ἕνεκα τοῦ πλήθους των».

Γεν. 32,13

καὶ ἐκοιμήθη ἐκεῖ τὴν νύκτα ἐκείνην. καὶ ἔλαβεν ὧν ἔφερε δῶρα καὶ ἐξαπέστειλεν Ἡσαῦ τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ,

Κολιτσάρα

Ἐκοιμήθη ὁ Ἰακὼβ ἐκεῖ τὴν νύκτα ἐκείνην. Ἀπὸ τὰ δῶρα δέ, τὰ ὁποῖα ἔφερε μαζῆ του, ἐπῆρε καὶ ἔστειλε πρὸς τὸν ἀδελφόν του τὸν Ἡσαῦ, διὰ νὰ τὸν ἐξευμενίσῃ,

Τρεμπέλα

Μετὰ τὴν προσευχὴν αὐτὴν ὁ Ἰακὼβ ἤρεμος, μὲ τὴν ἐλπίδα του εἰς τὸν Θεόν, ἐκοιμήθη τὴν νύκτα ἐκείνην ἐκεῖ. Κατόπιν ἔκαμε καὶ ὅσα ἐξηρτῶντο ἀπὸ τὸν ἴδιον. Ἐπῆρε ζῶα ἀπὸ τὶς στάνες του καὶ τὰ ἔστειλεν ὡς δῶρον εἰς τὸν ἀδελφόν του Ἡσαῦ.

Γεν. 32,14

αἶγας διακοσίας, τράγους εἴκοσι, πρόβατα διακόσια, κριοὺς εἴκοσι,

Κολιτσάρα

διακοσίας αἶγας, εἴκοσι τράγους, διακόσια πρόβατα, εἴκοσι κριούς,

Τρεμπέλα

Τὰ δῶρα, ποὺ ἐξεχώρισε καὶ ἔστειλεν, ἦσαν: Διακόσιες γίδες καὶ εἴκοσι τράγοι· διακόσιες προβατίνες καὶ εἴκοσι κριάρια·

Γεν. 32,15

καμήλους θηλαζούσας, καὶ τὰ παιδία αὐτῶν τριάκοντα, βόας τεσσαράκοντα, ταύρους δέκα, ὄνους εἴκοσι καὶ πώλους δέκα.

Κολιτσάρα

τριάκοντα καμήλους μὲ τὰ νεογέννητα παιδιά των, τὰ ὁποῖα καὶ ἐθήλαζον, τεσσαράκοντα βόδια, δέκα ταύρους, εἴκοσιν ὄνους καὶ δέκα πωλάρια.

Τρεμπέλα

τριάντα καμῆλες, κάθε μία ἀπὸ τὶς ὁποῖες εἶχε καὶ τὸ μικρόν της, ποὺ ἐθήλαζε· σαράντα ἀγελάδες καὶ δέκα ταῦροι· εἴκοσι (θηλυκὲς) ὄνοι καὶ δέκα πουλάρια.

Γεν. 32,16

καὶ ἔδωκεν αὐτὰ τοῖς παισὶν αὐτοῦ ποίμνιον κατὰ μόνας. εἶπε δὲ τοῖς παισὶν αὐτοῦ· προπορεύεσθε ἔμπροσθέν μου, καὶ διάστημα ποιεῖτε ἀνὰ μέσον ποίμνης καὶ ποίμνης.

Κολιτσάρα

Ἔδωκεν εἰς ἕνα ἕκαστον ἀπὸ τοὺς δούλους του ὡρισμένον ἀριθμὸν ἀπὸ αὐτὰ καὶ τοὺς εἶπεν· «προχωρεῖτε ἐμπρὸς ἀπὸ ἐμέ· ἀφήνετε διαστήματα μεταξὺ τῆς μιᾶς ἀγέλης τῶν ζώων καὶ τῆς ἄλλης.

Τρεμπέλα

Τὰ ζῶα αὐτὰ τὰ ἐχώρισε εἰς τρία κοπάδια καὶ παρέδωκε κάθε κοπάδι εἰς ἕνα δοῦλον του. Παρήγγειλε δὲ εἰς τοὺς δούλους του, ποὺ ἦσαν ἐπὶ κεφαλῆς τῶν κοπαδιῶν· «προχωρῆστε ἐμπρὸς ἀπὸ ἐμέ, ἀφήνοντες μίαν ἀπόστασιν μεταξὺ τοῦ ἑνὸς κοπαδιοῦ καὶ τοῦ ἄλλου».

Γεν. 32,17

καὶ ἐνετείλατο τῷ πρώτῳ, λέγων· ἐάν σοι συναντήσῃ Ἡσαῦ ὁ ἀδελφός μου καὶ ἐρωτᾷ σε, λέγων· τίνος εἶ καὶ ποῦ πορεύῃ, καὶ τίνος ταῦτα τὰ προπορευόμενά σου;

Κολιτσάρα

Ἔδωσε δὲ ἐντολὴν εἰς τὸν δοῦλον, ὁ ὁποῖος θὰ ἐπροχωροῦσε πρῶτος λέγων· «ἐὰν σὲ συναντήσῃ ὁ ἀδελφός μου ὁ Ἡσαῦ καὶ σὲ ἐρωτήσῃ, τίνος εἶσαι καὶ ποῦ πηγαίνεις καὶ εἰς ποῖον ἀνήκουν αὐτὰ τὰ ζῶα, ποῦ ὁδηγεῖς ἐμπρός σου;

Τρεμπέλα

Καὶ εἶπεν εἰς τὸν πρῶτον δοῦλον: «Ἐὰν σὲ συναντήσῃ ὁ ἀδελφός μου Ἡσαῦ καὶ σὲ ἐρωτήσῃ «ποῖος εἶναι ὁ κύριος σου; καὶ ποὺ πηγαίνεις; Καὶ εἰς ποῖον ἀνήκουν τὰ ζῶα αὐτά, ποὺ προχωροῦν πρὶν ἀπὸ σέ;»,

Γεν. 32,18

ἐρεῖς· τοῦ παιδός σου Ἰακώβ· δῶρα ἀπέσταλκε τῷ κυρίῳ μου Ἡσαῦ, καὶ ἰδοὺ αὐτὸς ὀπίσω ἡμῶν.

Κολιτσάρα

Θὰ ἀπαντήσῃς: Ἀνήκουν εἰς τὸν δοῦλον σου τὸν Ἰακώβ· εἶναι δῶρα, τὰ ὁποῖα ἀποστέλλει εἰς τὸν κύριόν του, τὸν Ἡσαῦ. Αὐτὸς δὲ ὁ ἴδιος ἔρχεται πίσω ἀπὸ ἡμᾶς».

Τρεμπέλα

θὰ τοῦ ἀπαντήσῃς: «Αὐτὰ ἀνήκουν εἰς τὸν δοῦλον σου Ἰακώβ· τὰ ἔχει ἀποστείλει ὡς δῶρα εἰς τὸν κύριον καὶ αὐθέντην του Ἡσαῦ· ὁ ἴδιος ὁ Ἰακὼβ ἔρχεται πάρα πίσω».

Γεν. 32,19

καὶ ἐνετείλατο τῷ πρώτῳ καὶ τῷ δευτέρῳ καὶ τῷ τρίτῳ καὶ πᾶσι τοῖς προπορευομένοις ὀπίσω τῶν ποιμνίων τούτων, λέγων· κατὰ τὸ ῥῆμα τοῦτο λαλήσατε Ἡσαῦ ἐν τῷ εὑρεῖν ὑμᾶς αὐτὸν

Κολιτσάρα

Ἐδωσεν ἐντολὴν εἰς τὸν πρῶτον καὶ εἰς τὸν δεύτερον καὶ εἰς τὸν τρίτον καὶ εἰς ὅλους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐπορεύοντο ἐμπρὸς ἀπὸ αὐτόν, πίσω ἀπὸ τὰ κοπάδια τούτων τῶν ζώων λέγων· «ἔτσι θὰ ὁμιλήσετε ὅλοι σας πρὸς τὸν Ἡσαῦ, ὅταν αὐτὸς σᾶς συναντήσῃ.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Ἰακὼβ ἔδωκεν ἐντολὴν εἰς τὸν πρῶτον δοῦλον καὶ τὸν δεύτερον καὶ τὸν τρίτον καὶ είς ὅλους, ὅσοι ἐπροπορεύοντο ἐπὶ κεφαλῆς τῶν κοπαδιῶν αὐτῶν, λέγων: «Ἔτσι ὅπως σᾶς παρήγγειλα να ὁμιλήσετε εἰς τὸν Ἡσαῦ, ὅταν θὰ τὸν συναντήσετε ἐμπρός σας».

Γεν. 32,20

καὶ ἐρεῖτε· ἰδοὺ ὁ παῖς σου Ἰακὼβ παραγίνεται ὀπίσω ἡμῶν. εἶπε γάρ· ἐξιλάσομαι τὸ πρόσωπον αὐτοῦ ἐν τοῖς δώροις τοῖς προπορευομένοις αὐτοῦ, καὶ μετὰ τοῦτο ὄψομαι τὸ πρόσωπον αὐτοῦ· ἴσως γὰρ προσδέξεται τὸ πρόσωπόν μου.

Κολιτσάρα

Θὰ τοῦ εἴπετε: Ἰδοὺ ὁ δοῦλος σου. Ὁ Ἰακώβ, ἔρχεται ἔπειτα ἀπὸ ἡμᾶς». Ἔπραξε δὲ τοιουτοτρόπως ὁ Ἰακώβ, διότι ἐσκέφθη: Θὰ ἐξευμενίσω τὸν ἀδελφόν μου μὲ τὰ δῶρα, ποὺ θὰ προηγηθοῦν καὶ κατόπιν θὰ ἴδω αὐτὸν προσωπικῶς. Διότι ἴσως συγκινημένος ἀπὸ τὰ δῶρα τῆς ἀγάπης μου μὲ ὑποδεχθῇ μὲ εὐμένειαν.

Τρεμπέλα

Ἀκόμη θὰ τοῦ εἰπῆτε: «Νά· ὁ δοῦλος σοῦ Ἰακὼβ ἔρχεται πάρα πίσω. Φθάνει καὶ αὐτός (με τὴν ἄδειάν σου) μετὰ ἀπὸ ἡμᾶς». Ὁ Ἰακὼβ παρήγγειλεν αὐτὰ εἰς τοὺς δούλους του, διότι ἐσυλλογίσθη καὶ εἶπε: «Θὰ καλοκαρδίσω πρῶτα τὸν ἀδελφόν μου Ἡσαῦ, θὰ τὸν καταπραΰνω καὶ θὰ τὸν κερδήσω μὲ τὰ δῶρα, ποὺ τοῦ στέλλω πρὶν ἀπὸ ἑμέ, καὶ κατόπιν θὰ ἀντικρύσω τὸ πρόσωπόν του· ἔτσι ὑπάρχει πιθανότης να μαλακώσῃ ἡ γνώμη του καὶ νὰ μὲ δεχθῇ καὶ αὐτὸς εἰρηνικά, μὲ εὐχαρίστησιν καὶ νὰ μὲ συγχωρήση».

Γεν. 32,21

καὶ προεπορεύετο τὰ δῶρα κατὰ πρόσωπον αὐτοῦ, αὐτὸς δὲ ἐκοιμήθη τὴν νύκτα ἐκείνην ἐν τῇ παρεμβολῇ.

Κολιτσάρα

Οἱ φέροντες τὰ κοπάδια ὡς δῶρα ἐπροπορεύοντο ἀπὸ τὸν Ἰακώβ. Αὐτὸς δέ, κατὰ τὴν ἑσπέραν ἐκείνην, ἐκοιμήθη εἰς τὴν κατασκήνωσιν.

Τρεμπέλα

Καὶ ἐπροχώρησαν οἱ δοῦλοι μὲ τὰ δῶρα του πρὶν ἀπὸ τὸν Ἰακώβ, αὐτὸς δὲ ἐκοιμήθη ἥσυχος καὶ εἰρηνικὸς τὴν νύκτα ἐκείνην εἰς τὸ στρατόπεδον (τὴν κατασκήνωσίν) του.

Γεν. 32,22

Ἀναστὰς δὲ τὴν νύκτα ἐκείνην ἔλαβε τὰς δύο γυναῖκας καὶ τὰς δύο παιδίσκας καὶ τὰ ἕνδεκα παιδία αὐτοῦ καὶ διέβη τὴν διάβασιν τοῦ Ἰαβώκ·

Κολιτσάρα

Κατὰ τὴν νύκτα ὅμως ἐσηκώθη, ἐπῆρε τὰς δύο γυναῖκας του, τὰς δύο θεραπαινίδας καὶ τὰ ἕνδεκα παιδιά του καὶ ἐπέρασε μαζῆ μὲ αὐτὰ εἰς βατὸν σημεῖον τὸν παραπόταμον τοῦ Ἰορδάνου, τὸν Ἰαβώκ.

Τρεμπέλα

Τὴν ἰδίαν ἐκείνην νύκτα ὁ Ἰακὼβ ἐσηκώθη καὶ παρέλαβε τὶς δύο γυναῖκες του, τὴν Ραχὴλ καὶ τὴν Λείαν, καὶ τὶς δύο δοῦλες του, τὴν Ζελφὰν καὶ τὴν Βαλλάν, καὶ τὰ ἕνδεκα παιδιά του καὶ τὰ ἐπέρασεν εἰς τὴν ἀπέναντι ὄχθην τοῦ ποταμοῦ Ἰαβώκ.

Γεν. 32,23

καὶ ἔλαβεν αὐτοὺς καὶ διέβη τὸν χειμάρρουν καὶ διεβίβασε πάντα τὰ αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

Μαζῆ δὲ μὲ τοὺς ἀνθρώπους του αὐτοὺς διεβίβασε εἰς τὴν ἀντίπεραν ὄχθην τοῦ Ἰαβὼκ καὶ ὅλα τὰ ὑπάρχοντά του

Τρεμπέλα

Παρέλαβεν ὅλους αὐτοὺς καὶ τοὺς ἐπέρασεν εἰς τὴν ἄλλην ὄχθην τοῦ χειμάρρου Ἰαβώκ· ἐπίσης ἐφρόντισαν, ὥστε νὰ περάσουν εἰς τὴν ἀπέναντι ὄχθην καὶ ὅλα τὰ ὑποστατικά του, μὲ σκοπὸν νὰ περάσῃ καὶ αὐτὸς τελευταῖος.

Γεν. 32,24

ὑπελείφθη δὲ Ἰακὼβ μόνος, καὶ ἐπάλαιεν ἄνθρωπος μετ’ αὐτοῦ ἕως πρωΐ.

Κολιτσάρα

Αὐτὸς δὲ ὁ ἴδιος ἔμεινε μόνος του ἐδῶθε ἀπὸ τὸν Ἰαβώκ. Ἐκεῖ δὲ ἕνας ἄνθρωπος ἐπάλαιεν ἐναντίον του καθ’ ὅλην τὴν νύκτα, ἕως τὸ πρωΐ.

Τρεμπέλα

Ἀφοῦ ὁ Ἰακὼβ ἐπέρασεν ὅλους καὶ μετέφερεν ὅλα εἰς τὴν ἄλλην ὄχθην τοῦ Ἰαβώκ, ἔμεινε μόνος εἰς τὴν ἀπ’ ἐδῶ πλευρὰν τοῦ ποταμοῦ. Τότε εἰς τὸν ἔρημον ἐκεῖνον τόπον καὶ εἰς τὸ σκοτάδι τῆς νυκτὸς παρουασάσθη κάποιος ἄγνωστος ἄνθρωπος καὶ ἦλθεν εἰς τὰ χέρια μὲ τὸν Ἰακὼβ καὶ ἐπάλαιε μαζί του μέχρι τὰ ξημερώματα.

Γεν. 32,25

εἶδε δέ, ὅτι οὐ δύναται πρὸς αὐτόν, καὶ ἥψατο τοῦ πλάτους τοῦ μηροῦ αὐτοῦ, καὶ ἐνάρκησε τὸ πλάτος τοῦ μηροῦ Ἰακὼβ ἐν τῷ παλαίειν αὐτὸν μετ’ αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

Εἶδε δὲ ὁ ἀντίπαλος αὐτὸς ὅτι δὲν δύναται νὰ νικήσῃ τὸν Ἰακώβ. Ἤγγισε τότε τὸ πλατὺ ἄνω μέρος τοῦ μηροῦ τοῦ Ἰακὼβ καὶ καθὼς συνέχιζε τὴν πάλην κατὰ τοῦ Ἰακὼβ ἐνάρκωσε τὸ μέρος αὐτὸ τοῦ μηροῦ.

Τρεμπέλα

Καὶ ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος εἶδεν, ὅτι δὲν ἠμποροῦσε νὰ ρίψῃ κάτω καὶ νὰ νικήσῃ τὸν Ἰακὼβ εἰς τὴν πάλην, ἄπλωσε τὸ χέρι του καὶ ἀκούμβησε τὸν Ἰακὼβ εἰς τὸ ἐπάνω πλατὺ μέρος τοῦ μηροῦ του. Καὶ ἐνῶ ἡ πάλη συνεχίζετο, ἀπὸ τὸ ἄγγιγμα ἐκεῖνο ἐμούδιασε καὶ ἐναρκώθη τὸ ἐπάνω πλατὺ μέρος τοῦ μηροῦ τοῦ Ἰακώβ.

Γεν. 32,26

καὶ εἶπεν αὐτῷ· ἀπόστειλόν με· ἀνέβη γὰρ ὁ ὄρθρος. ὁ δὲ εἶπεν· οὐ μή σε ἀποστείλω, ἐὰν μή με εὐλογήσῃς.

Κολιτσάρα

Ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος εἶπε τότε εἰς τὸν Ἰακώβ· «ἄφησέ με νὰ φύγω, διότι ἐξημέρωσε». Ὁ δὲ Ἰακὼβ τοῦ ἀπήντησε· «δὲν θὰ σὲ ἀφήσω νὰ φύγῃς, ἐὰν πρῶτον δὲν μὲ εὐλογήσῃς».

Τρεμπέλα

Ἔπειτα ὁ ἄνθρωπος, τὸν ὁποῖον ὁ Πατριάρχης ἐκρατοῦσε, τοῦ εἶπε μὲ φιλικὸν τόνον: «Ἄφησέ με νὰ φύγω διότι ἐξημέρωσεν· ἐπῆρε ἡ ἡμέρα». Ὁ Ἰακὼβ ὅμως ἐπειδὴ ἐκατάλαβε τὸ μέγεθος τῆς δυνάμεως τοῦ ἀγνώστου ἀνθρώπου, τοῦ ἀπάντησε ταπεινά: «Ὕστερα ἀπὸ τὴν μεγάλην τιμὴν ποὺ ἀξιώθηκα, καὶ τὴν ὁποίαν δὲν ἀξίζω, δεν πρόκειται νὰ σὲ ἀφήσω νὰ φύγης, ἐὰν δὲν μὲ εὐλογήσῃς προηγουμένως».

Γεν. 32,27

εἶπε δὲ αὐτῷ· τί τὸ ὄνομά σου ἐστίν; ὁ δὲ εἶπεν· Ἰακώβ.

Κολιτσάρα

Ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος τοῦ εἶπε· «ποῖον εἶναι τὸ ὄνομά σου;» Ἐκεῖνος τοῦ ἀπήντησεν· «Ἰακώβ».

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ ἄνθρωπος ἐρώτησε τὸν Ἰακώβ: «Ποῖον εἶναι τὸ ὄνομά σου;» «Ἰακώβ», τοῦ ἀπάντησεν ὁ Πατριάρχης.

Γεν. 32,28

καὶ εἶπεν αὐτῷ· οὐ κληθήσεται ἔτι τὸ ὄνομά σου Ἰακώβ, ἀλλ’ Ἰσραὴλ ἔσται τὸ ὄνομά σου, ὅτι ἐνίσχυσας μετὰ Θεοῦ, καὶ μετ’ ἀνθρώπων δυνατὸς ἔσῃ.

Κολιτσάρα

Εἶπε δὲ εἰς αὐτὸν ὁ ἄγνωστος ἐκεῖνος ἄνθρωπος· «δὲν θὰ ὀνομάζεσαι πλέον Ἰακώβ, ἀλλὰ θὰ λέγεσαι Ἰσραήλ, διότι ἐφάνης ἰσχυρὸς ἀπέναντι τοῦ Θεοῦ. Ἐπομένως μὴ φοβῆσαι θὰ εἶσαι ἰσχυρὸς καὶ ἀπέναντι τῶν ἀνθρώπων».

Τρεμπέλα

Τότε ὁ ἄγνωστος τοῦ εἶπε: «Ἀπὸ τώρα καὶ εἰς τὸ ἑξῆς τὸ ὄνομά σου δεν θὰ εἶναι Ἰακώβ· θὰ ὀνομαζεσαι πλέον «Ἰσραὴλ», ποὺ σημαίνει ὅτι, ἀφοῦ ἐδοκιμάσθης ἀπὸ τὸν Θεὸν καὶ ἐπάλαισες μαζί του, ἀνεδείχθης ἰσχυρός. Ἀφοῦ δὲ ἐνίκησες εἰς τὴν πάλην αὐτὴν μὲ τὸν Θεόν, θὰ εἶσαι πολὺ περισσότερον δυνατὸς καὶ ἀκατανίκητος εἰς τὴν πάλην σου μὲ τοὺς ἀνθρώπους. Μὴ φοβῆσαι λοιπὸν ὅτι θὰ ἠμπορέσῃ νὰ σὲ βλάψῃ ὁ ἀδελφός σου Ἡσαῦ».

Γεν. 32,29

ἠρώτησε δὲ Ἰακὼβ καὶ εἶπεν· ἀνάγγειλόν μοι τὸ ὄνομά σου. καὶ εἶπεν· ἱνατί τοῦτο ἐρωτᾷς σὺ τὸ ὄνομά μου; καὶ εὐλόγησεν αὐτὸν ἐκεῖ.

Κολιτσάρα

Τότε ἠρώτησεν αὐτὸν ὁ Ἰακὼβ καὶ τοῦ εἶπε· «πές μοῦ τὸ ὄνομά σου». Ἐκεῖνος τοῦ εἶπε· «διατί σὺ ἐρωτᾷς καὶ ἔχεις τὴν περιέργειαν νὰ μάθῃς τὸ ὄνομά μου;» Ὁ ἄγνωστος ἐκεῖνος ἄνθρωπος, ἄγγελος Θεοῦ, ηὐλόγησε τὸν Ἰακὼβ εἰς τὸν τόπον ἐκεῖνον.

Τρεμπέλα

Ὅταν ἄκουσεν αὐτὰ ὁ Ἰακώβ, ἔμεινε κατάπληκτος ἀπὸ τὸ πόσον μεγάλος καὶ ἰσχυρὸς ἦταν ἐκεῖνος, μὲ τὸν ὁποῖον ἐμίλησε, καὶ διὰ τοῦτο τὸν ἐρώτησε γεμᾶτος περιέργειαν: «Τώρα πές μου καὶ σὺ τὸ ὄνομά σου». Ἐκεῖνος ὅμως τοῦ ἀπάντησε: «Διατί ἐρωτᾷς καὶ ζητεῖς νὰ μάθῃς τὸ ὄνομά μου; Δὲν εἶναι καιρὸς νὰ ἰκανοποιηθῇ ἡ περιέργειά σου. Μένε εἰς τὰ φυσικά σου ὅρια καὶ μὴ ὑπερβαίνῃς τὰ μέτρα σου. Θέλεις εὐλογίαν; Πάρε την». Καὶ ἀντὶ νὰ ἀναγγείλῃ τὸ ὄνομά του εὐλόγησε τὸν Ἰακὼβ εἰς τὸν τόπον ἐκεῖνον.

Γεν. 32,30

καὶ ἐκάλεσεν Ἰακὼβ τὸ ὄνομα τοῦ τόπου ἐκείνου, Εἶδος Θεοῦ· εἶδον γὰρ Θεὸν πρόσωπον πρὸς πρόσωπον, καὶ ἐσώθη μου ἡ ψυχή.

Κολιτσάρα

Καὶ ἐκάλεσεν ὁ Ἰακὼβ τὸν τόπον ἐκεῖνον· «ἐμφάνισιν Θεοῦ» (Φανουήλ), διότι εἶπεν· «εἶδον τὸν Θεὸν πρόσωπον πρὸς πρόσωπον καὶ παρ’ ὅλον τοῦτο ἐσώθη ἡ ζωή μου καὶ δὲν ἀπέθανον».

Τρεμπέλα

Τότε ἀντελήφθη ὁ Ἰακὼβ ποῖος ἦταν ἐκεῖνος, μὲ τὸν ὁποῖον ἐπάλαισε, καὶ γεμᾶτος εὐγνωμοσύνην δοξάζει καὶ εὐχαριστεῖ τὸν Θεόν. Διὰ τοῦτο ὠνόμασε τὸν τόπον ἐκεῖνον «Ἐμφάνισις Θεοῦ» (= Θεοφάνεια, ἑβραϊκὰ Φανουήλ), διότι εἶπεν· «εἶδα τὸν Θεὸν πρόσωπον πρὸς πρόσωπον καὶ ὅμως δὲν ἀπέθανα, ἀλλὰ ἑξακολουθῶ νὰ ζῶ! Μεγάλη ἡ συγκατάβασις τοῦ Θεοῦ».

Γεν. 32,31

ἀνέτειλε δὲ αὐτῷ ὁ ἥλιος, ἡνίκα παρῆλθε τὸ εἶδος τοῦ Θεοῦ· αὐτὸς δὲ ἐπέσκαζε τῷ μηρῷ αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

Ὅταν δὲ ἀπῆλθεν ἡ θεία ἐμφάνισις, ἀνέτειλεν ὁ ἥλιος. Ὁ δὲ Ἰακὼβ ἐχώλαινεν εἰς τὸν μηρόν του.

Τρεμπέλα

Ὅταν δὲ ἐξηφανίσθη ἀπὸ ἐμπρός του «ἡ ἐμφάνισίς του Θεοῦ», ἀνέτειλεν ὁ ἥλιος. Ὁ Ἰακὼβ ὅμως δὲν ἠμποροῦσε νὰ περιπατήσῃ ἐλεύθερα καὶ ἐκούτσαινε, διότι ὁ μηρός του ἦταν μουδιασμένος.

Γεν. 32,32

ἕνεκεν τούτου οὐ μὴ φάγωσιν υἱοὶ Ἰσραὴλ τὸ νεῦρον, ὃ ἐνάρκησεν, ὅ ἐστιν ἐπὶ τοῦ πλάτους τοῦ μηροῦ, ἕως τῆς ἡμέρας ταύτης, ὅτι ἥψατο τοῦ πλάτους τοῦ μηροῦ Ἰακὼβ τοῦ νεύρου, ὃ ἐνάρκησεν.

Κολιτσάρα

Διὰ τοῦτο οἱ Ἰουδαῖοι δὲν τρώγουν τὸ νεῦρον μέχρι σήμερον ἀπὸ τὸν μηρὸν τῶν ζώων εἰς ἐκεῖνο τὸ σημεῖον, τὸ ὁποῖον ἐναρκώθη κατὰ τὴν πάλην, διότι ὁ Θεὸς ἤγγισε τὸ νεῦρον εἰς τὸ πλάτος τοῦτο τοῦ μηροῦ, τὸ ὁποῖον καὶ ἐναρκώθη.

Τρεμπέλα

Διὰ τοῦτο εἰς ἀνάμνησίν του γεγονότος ἐκείνου οἱ ἀπόγονοί του Ἰακώβ, οἱ Ἰσραηλίτες, δὲν τρώγουν μέχρι σήμερα τὸ νεῦρον ἀπὸ τὸν μηρὸν τῶν ζώων, ποὺ ὑπάρχει εἰς τὸ σημεῖον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐναρκώθη κατὰ τὴν πάλην καὶ τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται εἰς τὸ πλατὺ μέρος τοῦ μηροῦ. Δὲν τὸ τρώγουν, διότι ὁ Θεὸς ἀκούμβησε τὸν μηρὸν τοῦ Ἰακὼβ ἐκεῖ, ἀπὸ ὅπου περνᾷ τὸ νεῦρον τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἐμούδιασε.

Κεφάλαιο 33

Γεν. 33,1

Ἀναβλέψας δὲ Ἰακὼβ τοῖς ὀφθαλμοῖς αὐτοῦ εἶδε καὶ ἰδοὺ Ἡσαῦ ὁ ἀδελφὸς αὐτοῦ ἐρχόμενος καὶ τετρακόσιοι ἄνδρες μετ’ αὐτοῦ. καὶ διεῖλεν Ἰακὼβ τὰ παιδία ἐπὶ Λείαν καὶ ἐπὶ Ῥαχὴλ καὶ τὰς δύο παιδίσκας.

Κολιτσάρα

Ἔπειτα ἀπὸ τὸ γεγονὸς αὐτὸ καὶ ἀφοῦ πλέον εἶχεν ἀνατείλει ὁ ἥλιος, ἐσήκωσε τὰ μάτια του ὁ Ἰακὼβ καὶ εἶδε· καὶ ἰδοὺ ὁ Ἡσαῦ ὁ ἀδελφός του ἤρχετο καὶ μαζῆ μὲ αὐτὸν τετρακόσιοι ἄνδρες, Ὁ Ἰακὼβ ἐμοίρασε τὰ παιδιά του εἰς τρεῖς ὁμάδας, τὴν μίαν μὲ τὴν Λείαν, τὴν ἄλλην μὲ τὴν Ραχὴλ καὶ τὴν τρίτην μὲ τὰς δύο δούλας.

Τρεμπέλα

Ὁ Ἰακὼβ ἐσήκωσεν ἀπὸ μακριὰ τὰ μάτια του καὶ εἶδε· καὶ νά, ὁ ἀδελφός του Ἡσαῦ ἤρχετο μαζὶ μὲ τετρακοσίους ἄνδρες. Ὅταν τὸν εἶδεν ὁ Ἰακὼβ καὶ ἐπειδὴ δὲν ἐγνώριζεν ἀκόμη τὶς διαθέσεις τοῦ Ἡσαῦ ἐμοίρασε τὰ παιδιά του εἰς τρεῖς ὁμάδες· τὴν μίαν μὲ τὴν Λείαν, τὴν ἄλλην μὲ τὴν Ραχὴλ καὶ τὴν τρίτην μὲ τὶς δοῦλες του.

Γεν. 33,2

καὶ ἔθετο τὰς δύο παιδίσκας καὶ τοὺς υἱοὺς αὐτῶν ἐν πρώτοις καὶ Λείαν καὶ τὰ παιδία αὐτῆς ὀπίσω καὶ Ῥαχὴλ καὶ Ἰωσὴφ ἐσχάτους.

Κολιτσάρα

Ἔβαλε τὰς δύο δούλας μαζῆ μὲ τὰ παιδιά, ποὺ εἶχεν ἀποκτήσει ἀπὸ αὐτάς, εἰς τὴν πρώτην σειράν, τὴν Λείαν καὶ τὰ παιδιά της πίσω ἀπὸ αὐτήν, τὴν δὲ Ραχήλ μὲ τὸν Ἰωσὴφ ἔθεσε τελευταῖα.

Τρεμπέλα

Καὶ ἔβαλεν ἐμπρός, πρώτους - πρώτους, τὶς δύο δοῦλες μὲ τὰ παιδιά των, πίσω ἀπὸ αὐτὲς τὴν Λείαν καὶ τὰ παιδιά της καὶ τελευταίους ἔβαλε τὴν Ραχὴλ μὲ τὸ παιδί της τὸν Ἰωσήφ.

Γεν. 33,3

αὐτὸς δὲ προῆλθεν ἔμπροσθεν αὐτῶν καὶ προσεκύνησεν ἐπὶ τὴν γῆν ἑπτάκις ἕως τοῦ ἐγγίσαι τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

Ὁ ἴδιος δὲ ὁ Ἰακὼβ ἐπροχώρησεν ἐμπρὸς ἀπὸ αὐτούς. Ἑπτὰ φορὲς ἐπροσκύνησε μέχρις ἐδάφους, ἕως ὅτου πλησιάσῃ τὸν ἀδελφόν του.

Τρεμπέλα

Ὁ ἴδιος δὲ ὁ Ἰακὼβ ἐπροχώρησε καὶ ἐμπῆκε ἐμπρὸς ἀπὸ ὅλους, ὥστε ὁ πρῶτος, ποὺ θὰ συναντοῦσε ὁ Ἡσαῦ, νὰ εἶναι αὐτός· ἔτσι θὰ ἀντιμετώπιζε τὸν κίνδυνον πρῶτος ὁ Ἰακώβ. Μόλις ὁ Ἡσαῦ ἐπλησίασεν, ὁ Ἰακὼβ ἐπροχώρησε πρὸς αὐτὸν ταπεινὰ καὶ μέχρις ὅτου φθάσῃ κοντά του τὸν ἐπροσκύνησεν ὡς μεγαλύτερον ἀδελφὸν μὲ γονάτισμα καὶ σκύψιμο βαθὺ ἕως τὴν γῆν ἑπτὰ φορές.

Γεν. 33,4

καὶ προσέδραμεν Ἡσαῦ εἰς συνάντησιν αὐτῷ καὶ περιλαβὼν αὐτὸν προσέπεσεν ἐπὶ τὸν τράχηλον αὐτοῦ καὶ κατεφίλησεν αὐτὸν καὶ ἔκλαυσαν ἀμφότεροι.

Κολιτσάρα

Ὁ δὲ Ἡσαῦ ἔτρεξεν εἰς συνάντησιν τοῦ ἀδελφοῦ του, τὸν ἐνηγκαλίσθη, ἔπεσεν εἰς τὸν τράχηλον αὐτοῦ καὶ τὸν κατεφίλησε. Καὶ οἱ δύο μὲ βαθεῖαν συγκίνησιν ἔκλαυσαν.

Τρεμπέλα

Ὅταν ὁ Ἡσαῦ εἶδε τὸν Ἰακὼβ νὰ πλησιάζῃ μὲ τόσην ταπείνωσιν, συνεκινήθη καὶ ἔτρεξε καὶ αὐτὸς νὰ τὸν συναντήσῃ· καὶ ἀφοῦ τὸν ἀγκάλιασε μὲ τὰ δυό του χέρια, ἔπεσε τρυφερὰ εἰς τὸν τράχηλόν του καὶ τοῦ ἔδωκε πολλὰ καὶ στοργικὰ φιλήματα. Ἦταν δὲ τόση ἡ συγκίνησίς των, ὥστε ἔκλαυσαν καὶ οἱ δύο.

Γεν. 33,5

καὶ ἀναβλέψας Ἡσαῦ εἶδε τὰς γυναῖκας καὶ τὰ παιδία καὶ εἶπε· τί ταῦτά σοι ἐστίν; ὁ δὲ εἶπε· τὰ παιδία, οἷς ἠλέησεν ὁ Θεὸς τὸν παῖδά σου.

Κολιτσάρα

Ἐσήκωσε τὰ μάτια του τότε ὁ Ἡσαῦ, εἶδε τὰς γυναῖκας καὶ τὰ παιδιὰ καὶ τὸν ἠρώτησε· «τί σοῦ εἶναι αὐτά;» Καὶ ὁ Ἰακὼβ ἀπήντησεν· «εἶναι τὰ παιδιά, τὰ ὁποῖα ὁ Θεὸς ἠλέησε τὸν δοῦλον σου νὰ ἀποκτήσῃ».

Τρεμπέλα

Μετὰ τὴν πρώτην συγκίνησιν ὁ Ἡσαῦ ἐσήκωσε τὰ μάτια του καὶ εἶδε τὶς γυναῖκες καὶ τὰ παιδιὰ τοῦ Ἰακώβ, ποὺ εἶχαν ἐν τῷ μεταξὺ πλησιάσει, καὶ ἐρώτησε τὸν ἀδελφόν του: «Τὶ τὰ ἔχεις αὐτὰ τὰ παιδιά; Ποῖοι εἶναι αὐτοὶ ποὺ εἶναι μαζί σου;» Ὁ Ἰακὼβ γεμᾶτος εὐγνωμοσύνην πρὸς τὸν Θεὸν ἀπάντησεν: «Αὐτά, κύριέ μου, εἶναι τὰ παιδιά, τὰ ὁποῖα ὁ Θεὸς κατὰ τὸ μέγα ἔλεος καὶ τὴν πολλὴν τοῦ ἀγαθότητα ἐχάρισεν εἰς ἐμὲ τὸν δοῦλον σου».

Γεν. 33,6

καὶ προσήγγισαν αἱ παιδίσκαι καὶ τὰ τέκνα αὐτῶν καὶ προσεκύνησαν,

Κολιτσάρα

Ἐπλησίασαν τὸν Ἡσαῦ αἱ δοῦλαι καὶ τὰ τέκνα των, καὶ τὸν προσεκύνησαν.

Τρεμπέλα

Μετὰ τὴν σύστασιν καὶ γνωριμίαν αὐτὴν ἐπλησιάσαν οἱ δύο δοῦλες τοῦ Ἰακώβ, Ζελφὰ καὶ Βαλλά, μὲ τὰ παιδιά των καὶ ἐπροσκύνησαν ταπεινὰ τὸν Ἡσαῦ.

Γεν. 33,7

καὶ προσήγγισε Λεία καὶ τὰ τέκνα αὐτῆς καὶ προσεκύνησαν. καὶ μετὰ ταῦτα προσήγγισε Ῥαχὴλ καὶ Ἰωσὴφ καὶ προσεκύνησαν.

Κολιτσάρα

Ἐπλησίασεν ἡ Λεία καὶ τὰ τέκνα της καὶ τὸν προσεκύνηοαν. Ἔπειτα δὲ ἐπλησίασεν ἡ Ραχὴλ καὶ ὁ Ἰωσὴφ καὶ τὸν προσεκύνησαν.

Τρεμπέλα

Κατόπιν ἐπροχώρησαν καὶ ἐπλησίασαν ἡ Λεία μὲ τὰ παιδιά της καὶ ἐπροσκύνησαν καὶ αὐτοὶ ταπεινὰ τὸν Ἡσαυ. Τελευταῖοι κατέφθασαν καὶ ἐπλησίασαν ἡ Ραχὴλ καὶ ὁ Ἰωσὴφ καὶ ἐπροσκύνησαν καὶ αὐτοὶ ταπεινά.

Γεν. 33,8

καὶ εἶπε· τί ταῦτά σοι ἐστί, πᾶσαι αἱ παρεμβολαὶ αὗται, αἷς ἀπήντηκα; ὁ δὲ εἶπεν· ἵνα εὕρῃ ὁ παῖς σου χάριν ἐναντίον σου, κύριε.

Κολιτσάρα

Ἠρώτησεν ἔπειτα ὁ Ἡσαῦ· «τί εἶναι ὅλα αὐτὰ τὰ κοπάδια τῶν ζώων, τὰ ὁποῖα καθὼς ἠρχόμην συνήντησα;» Ὁ δὲ Ἰακὼβ ἀπήντησε· «σου τὰ προσέφερα, κύριε, ἐγὼ ὁ δοῦλος σου, διὰ νὰ εὕρω χάριν ἐνώπιόν σου καὶ γίνω εὐμενῶς δεκτός».

Τρεμπέλα

Ὁ Ἡσαυ εὐχαριστημένος καὶ ἰκανοποιημένος διὰ τὴν ἀναγνώρισιν καὶ τιμήν, ποὺ τοῦ ἔδειξεν ἡ οἰκογένεια τοῦ ἀδελφοῦ του, εἶπεν εἰς τὸν Ἰακώβ: «Τί σοῦ εἶναι ὅλα αὐτά, ποὺ συνάντησα εἰς τὸν δρόμον, οἱ ὁμάδες τῶν ἀνθρώπων με τὰ κοπάδια τῶν ζῳων; Τί ἐσήμαιναν αὐτά;» Ὁ Ἰακὼβ τοῦ ἀπάντησε: «Τὰ ἐπρόσφερα εἰς σέ, κύριέ μου, διὰ νὰ σὲ καλοκαρδίσω καὶ εὐχαριστήσω. Διὰ νὰ εὕρω χάριν ἐνώπιόν σου καὶ γίνω εὐμενῶς δεκτός».

Γεν. 33,9

εἶπε δὲ Ἡσαῦ· ἔστι μοι πολλά, ἀδελφέ· ἔστω σοι τὰ σά.

Κολιτσάρα

«Ἀδελφέ, εἶπεν ὁ Ἡσαῦ, ἔχω καὶ ἐγὼ πολλά. Κράτησέ τα ἰδικά σου.

Τρεμπέλα

Ὁ Ἡσαῦ ὅμως τοῦ ἀπάντησεν: «Ἀδελφέ μου, ἐγὼ ἔχω πολλὰ ζῶα καὶ στάνες. Αὐτὰ εἶναι ἰδικά σου καὶ πρέπει νὰ τὰ κρατήσῃς».

Γεν. 33,10

εἶπε δὲ Ἰακώβ· εἰ εὗρον χάριν ἐναντίον σου, δέξαι τὰ δῶρα διὰ τῶν ἐμῶν χειρῶν· ἕνεκεν τούτου εἶδον τὸ πρόσωπόν σου, ὡς ἂν τις ἴδοι πρόσωπον Θεοῦ, καὶ εὐδοκήσεις με.

Κολιτσάρα

Εἶπεν ὁ Ἰακώβ· «ἐπειδὴ εὑρῆκα καλωσύνην καὶ εὐμένειαν ἐνώπιόν σου, δέξου σὲ παρακαλῶ τὰ δῶρα, ποὺ μὲ τὰ ἴδια μου τὰ χέρια σοῦ προσφέρω. Διὰ τὴν εὐμενῆ αὐτὴν ὑποδοχήν, ποὺ μοῦ ἔκαμες, εἶδα τὸ πρόσωπόν σου, ὅπως βλέπει κανεὶς τὸ πρόσωπον τοῦ Θεοῦ.

Τρεμπέλα

Ὁ Ἰακώβ, ὡς περισσότερον φιλότιμος, τοῦ εἶπεν· «Ὄχι, δὲν θὰ τὰ κρατήσω. Ἐάν μὲ ἀγαπᾷς, ἐὰν εὑρῆκα χάριν ἐνώπιόν σου, δέξου τὰ δῶρα, ποὺ σοῦ προσφέρω μὲ τὰ ἴδια μου τὰ χέρια καὶ μὲ ὅλην τὴν καρδιάν μου» Χάρις εἰς τὴν εὐμενῆ ὑποδοχήν, ποὺ μοῦ ἔκαμες, καὶ τὴν ἀγάπην, ποὺ μοῦ ἔδειξες, εἶδα τὸ πρόσωπόν σου, ὅπως θὰ ἔβλεπε κανεὶς τὸ πρόσωπον τοῦ Θεοῦ. Διὰ τοῦτο θὰ μοῦ κάμῃς τὴν χάριν νὰ δεχθῇς τὰ δῶρα αὐτά.

Γεν. 33,11

λαβὲ τὰς εὐλογίας μου, ἃς ἤνεγκά σοι, ὅτι ἠλέησέ με ὁ Θεὸς καὶ ἔστι μοι πάντα. καὶ ἐβιάσατο αὐτὸν καὶ ἔλαβε·

Κολιτσάρα

Πάρε λοιπὸν τὰ δῶρα αὐτὰ τῆς ἀγάπης καὶ τοῦ σεβασμοῦ μου, τὰ ὁποῖα σοῦ προσφέρω, διότι ὁ Θεός μὲ ἠλέησε καὶ ἔχω πλούσια τὰ πάντα». Ἐπέμεινε πολὺ ὁ Ἰακώβ, ὥστε ὁ Ἡσαῦ ὑπεχώρησε καὶ τὰ ἔλαβε.

Τρεμπέλα

Παρακαλῶ νὰ ἀποδεχθῇς τὰ δῶρα τῆς ἀγάπης μου, ποὺ σοῦ ἔφερα, διότι ὁ Θεὸς ἄκουσε τὶς προσευχές μου, μὲ ἐλέησε, μὲ εὐλόγησε· καὶ ἔτσι ἔχω ἀρκετά, τὰ ἔχω ὅλα, ὅσα χρειάζομαι». Ἐπειδὴ δὲ ὁ Ἡσαῦ ἠρνεῖτο ἀκόμη νὰ δεχθῇ τὰ δῶρα, ὁ Ἰακὼβ ἐπέμεινε πολὺ καὶ τὸν ἐβίαζε· καὶ ὁ Ἡσαῦ τὰ ἔλαβε τελικῶς.

Γεν. 33,12

καὶ εἶπεν· ἀπάραντες πορευσώμεθα ἐπ’ εὐθεῖαν.

Κολιτσάρα

Ὁ Ἡσαῦ εἶπε· «λοιπόν, ἂς σηκωθῶμεν τώρα καὶ ἂς βαδίσωμεν μαζῆ ἐπὶ τῆς εὐθείας αὐτῆς ὁδοῦ».

Τρεμπέλα

Μετὰ τὴν συμφιλίωσίν των ὁ Ἡσαῦ εἶπεν εἰς τὸν Ἰακώβ: «Ἂς σηκώσωμεν τὶς σκηνέςμας καὶ ἂς ἑτοιμασθῶμεν νὰ προχωρήσωμεν μαζὶ εἰς τὸν εὐθὺν αὐτὸν δρόμον».

Γεν. 33,13

εἶπε δὲ αὐτῷ· ὁ κύριός μου γινώσκει, ὅτι τὰ παιδία ἁπαλώτερα καὶ τὰ πρόβατα καὶ αἱ βόες λοχεύονται ἐπ’ ἐμέ· ἐὰν οὖν καταδιώξω αὐτὰ ἡμέραν μίαν, ἀποθανοῦνται πάντα τὰ κτήνη.

Κολιτσάρα

Ὁ δὲ Ἰακὼβ ἀπήντησεν· «Ὁ Ἡσαῦ, ὁ κύριός μου, βλέπει ὅτι τὰ παιδιά μου εἶναι μικρὰ καὶ τρυφερά, τὰ πρόβατα καὶ τὰ βόδια μου μόλις ἔχουν γεννήσει· ἐὰν λοιπὸν τὰ ἐξαναγκάσω νὰ βαδίσουν, ἔστω καὶ μίαν ἡμέραν, θὰ ἀποθάνουν ὅλα τὰ ζῶα μου ἀπὸ τὴν κόπωσιν.

Τρεμπέλα

Ὁ Ἰακὼβ ὅμὼς εἶπεν εἰς τὸν ἀδελφόν του: «Κύριοί μου, γνωρίζεις ὅτι τὰ παιδιά (μου) εἶναι μικρά, τρυφερά, ἀδύνατα· πρέπει ἀκόμη νὰ φροντίσω διὰ τὰ πρόβατα καὶ τὰ βόδια (μου), ποὺ αὐτὴν τὴν ἐποχὴν ἔχουν μικρὰ ἐὰν λοιπὸν τὰ ἀναγκάσω νὰ προχωρήσουν γρήγορα ἔστω καὶ μίαν ἡμέραν, θὰ ψοφήσουν ὅλα τὰ ζῶα ἀπὸ τὸν κόπον.

Γεν. 33,14

προελθέτω ὁ κύριός μου ἔμπροσθεν τοῦ παιδὸς αὐτοῦ, ἐγὼ δὲ ἐνισχύσω ἐν τῇ ὁδῷ κατὰ σχολὴν τῆς πορεύσεως τῆς ἐναντίον μου καὶ κατὰ πόδα τῶν παιδαρίων, ἕως τοῦ ἐλθεῖν με πρὸς τὸν κύριόν μου εἰς Σηείρ.

Κολιτσάρα

Ἂς προχωρήσῃ ὁ κύριός μου ἐμπρὸς ἀπὸ τὸν δοῦλον του καὶ ἐγὼ θὰ καταβάλω προσπάθειαν νὰ τὸν ἀκολουθήσω εἰς τὸν δρόμον, ἀνάλογα μὲ τὴν πορείαν τῶν ζώων, ποὺ θὰ προπορεύωνται ἀπὸ ἐμὲ καὶ ἀνάλογα τῆς ἀντοχῆς, ποὺ θὰ ἔχουν τὰ παιδιά μου εἰς τὸ βάδισμα, ἕως ὅτου καταφθάσω καὶ συναντήσω τὸν κύριόν μου εἰς τὸ ὄρος Σηείρ.

Τρεμπέλα

Διὰ τοῦτο παρακαλῶ, κύριέ μου, προχώρησε σὺ ἐμπρὸς ἀπὸ ἐμὲ μὲ τοὺς ἄνδρες σου, ὅπως εἶσθε συνηθισμένοι εἰς πορείαν γρήγορον. Ἐγὼ δὲ θὰ ἀκολουθῶ σιγὰ - σιγὰ μαζὶ μὲ τὰ μικρὰ παιδιὰ καὶ τὰ ζῶα ἀναλόγως τῆς εὐκολίας καὶ τῶν ἀναγκῶν, ποὺ θὰ παρουαιάζωνται, μέχρις ὅτου σὲ συναντῆσω, κύριέ μου εἰς τὴν χώραν Σηείρ».

Γεν. 33,15

εἶπε δὲ Ἡσαῦ· καταλείψω μετὰ σοῦ ἀπὸ τοῦ λαοῦ τοῦ μετ’ ἐμοῦ. ὁ δὲ εἶπεν· ἱνατί τοῦτο; ἱκανόν, ὅτι εὗρον χάριν ἐναντίον σου, κύριε.

Κολιτσάρα

Ὁ Ἡσαῦ εἶπεν εἰς τὸν Ἰακώβ· «θὰ ἀφήσω τότε μαζῆ σου μερικοὺς ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους μου, διὰ νὰ σὲ συνοδεύσουν». Ὁ δὲ Ἰακὼβ εἶπε· «διατί νὰ κάμῃς τοῦτο; Εἶναι ἀρκετόν, κύριε, ὅτι ἔγινα εὐμενῶς δεκτὸς ἀπὸ σέ».

Τρεμπέλα

Ὁ Ἡσαῦ ὅμως δὲν ἀνεπαύετο νὰ ἐγκαταλείψῃ μόνον τὸν ἀδελφόν του εἰς τὴν πορείαν, δι’ αὐτὸ τοῦ εἶπε: «Θὰ ἀφήσω μαζί σου ὡς συνοδείαν μερικοὺς ἀπὸ τοὺς ἄνδρες, ποὺ μὲ ἀκολουθοῦν». Ὁ Ἰακὼβ τοῦ ἀπάντησε: «Διατί νὰ τὸ κάμῃς αὐτό; Δεν ὑπάρχει λόγος νὰ καθυστεροῦν οἱ ἄνθρωποί σου ἀπὸ τὶς οἰκογένειες καὶ τὶς ἐργασίες των. Μοῦ εἶναι πολὺ ἀρκετόν, τὸ ὅτι ἔχομεν πάλιν ἀγαπηθῇ· τὸ ὅτι εὑρῆκα χάριν ἐνώπιόν σου καὶ ἔχω τὴν εὔνοιάν σου».

Γεν. 33,16

ἀπέστρεψε δὲ Ἡσαῦ ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ εἰς τὴν ὁδὸν αὐτοῦ εἰς Σηείρ.

Κολιτσάρα

Ἐπέστρεψεν ὁ Ἡσαῦ κατὰ τὴν ἰδίαν ἐκείνην ἡμέραν εἰς Σηεὶρ διὰ τῆς αὐτῆς ὁδοῦ, ἀπὸ τὴν ὁποίαν εἶχεν ἔλθει.

Τρεμπέλα

Ἔτσι ὁ Ἡσαῦ ἐχωρίσθη εἰρηνικὰ ἀπὸ τὸν ἀδελφόν του τὴν ἡμέραν ἐκείνην καὶ ἐπέστρεψέ μὲ τοὺς ἄνδρες του εἰς τὴν Σηείρ, ἀπὸ ὅπου ἦλθεν.

Γεν. 33,17

Καὶ Ἰακὼβ ἀπαίρει εἰς σκηνάς· καὶ ἐποίησεν ἑαυτῷ ἐκεῖ οἰκίας καὶ τοῖς κτήνεσιν αὐτοῦ ἐποίησε σκηνάς· διὰ τοῦτο ἐκάλεσε τὸ ὄνομα τοῦ τόπου ἐκείνου, Σκηναί.

Κολιτσάρα

Ὁ Ἰακὼβ ἐπορεύθη τότε εἰς τοποθεσίαν, τὴν ὁποίαν ὠνόμασε «Σκηναί». Ἐκεῖ δὲ ἀνοικοδόμησε οἰκίας διὰ τὸν ἑαυτόν του, διὰ δὲ τὰ κτήνη του κατεσκεύασε στάνες. Διὰ τοῦτο ἐκάλεσε τὸ ὄνομα τοῦ τόπου ἐκείνου «Σκηναί».

Τρεμπέλα

Μετὰ τὸν ἐγκάρδιον χωρισμὸν ὁ Ἰακὼβ ἐπροχώρησε καὶ ἔφθασεν εἰς τὴν περιοχὴν Σκηναί. Ἐπειδὴ δὲ εὑρῆκε τὸ μέρος κατάλληλον διὰ τὰ ζῶα του, ἔκτισε διὰ τὸν ἑαυτόν του σπίτια, διὰ δὲ τὰ ζῶα του κατεσκεύασε στάνες. Διὰ τοῦτο ὠνόμασε τὴν τοποθεσίαν ἐκείνην «Σκηναί» (Σοκχώθ).

Γεν. 33,18

καὶ ἦλθεν Ἰακὼβ εἰς Σαλὴμ πόλιν Σικίμων, ἥ ἐστιν ἐν γῇ Χαναάν, ὅτε ἐπανῆλθεν ἐκ τῆς Μεσοποταμίας Συρίας, καὶ παρενέβαλε κατὰ πρόσωπον τῆς πόλεως.

Κολιτσάρα

Μετέβη κατόπιν ὁ Ἰακὼβ ἀπὸ ἐκεῖ εἰς τὴν Σαλήμ, πλησίον τῆς πόλεως τῶν Σικίμων (Συχεμιτῶν), ἡ ὁποία εὑρίσκεται εἰς τὴν χώραν Χαναάν. Αὐτὰ δὲ ἔγιναν, ὅταν ἐπέστρεψεν ἀπὸ τὴν Μεσοποταμίαν τῆς Συρίας καὶ ἐγκοττεστάθη πλησίον αὐτῆς τῆς πόλεως.

Τρεμπέλα

Ὁ Ἰακὼβ μετὰ τὴν Σοκχὼθ ἔφθασεν εἰς τὴν Σαλήμ, ἡ ὁποία ἦταν μία ἀπὸ τὶς πόλεις τῶν Σικίμων (τῶν Συχεμιτῶν), ποὺ εὑρίσκεται εἰς τὴν γῆν Χαναάν, τὴν ὁποίαν τοῦ ὑπεσχέθη ὁ Θεός. Αὐτὰ ἔγιναν, ὅταν ὁ Ἰακὼβ ἐπέστρεψεν ἀπὸ τὴν Μεσοποταμίαν τῆς Συρίας. Ὁ Πατριάρχης ἔστησε τὶς σκηνές του καὶ ἐγκατεστάθη κοντὰ εἰς τὴν πόλιν (ἢ ἀνατολικῶς τῆς πόλεως) Σαλήμ.

Γεν. 33,19

καὶ ἐκτήσατο τὴν μερίδα τοῦ ἀγροῦ, οὗ ἔστησεν ἐκεῖ τὴν σκηνὴν αὐτοῦ, παρὰ Ἐμμὼρ πατρὸς Συχὲμ ἑκατὸν ἀμνῶν.

Κολιτσάρα

Ἠγόρασε δὲ τὸ τμῆμα τοῦ ἀγροῦ, ὅπου ἐγκατεστάθη, ἀπὸ τὸν Ἐμμὼρ τὸν πατέρα τοῦ Συχέμ, ἀντὶ ἑκατὸν ἀμνῶν.

Τρεμπέλα

Καὶ ἀγόρασε τὸ μέρος τῆς γῆς, εἰς τὸ ὁποῖον ἐγκατεστάθη, ἀπὸ τὸν Ἐμμώρ, τὸν πατέρα τοῦ Συχέμ, ποὺ ὥριζε τὸν τόπον ἐκεῖνον, ἀντὶ τοῦ ποσοῦ τῶν ἑκατὸν «ἀμνῶν» (ἀργυρίων, κεσιτῶν).

Γεν. 33,20

καὶ ἔστησεν ἐκεῖ θυσιαστήριον καὶ ἐπεκαλέσατο τὸν Θεὸν Ἰσραήλ.

Κολιτσάρα

Ἐκεῖ δὲ ἔκτισε καὶ ἀφιέρωσε θυσιαστήριον καὶ προσηυχήθη εἰς τὸν Θεὸν τοῦ Ἰσραήλ.

Τρεμπέλα

Ἀντὶ ὅμως νὰ κτίσῃ ἀμέσως κατάλυμα διὰ νὰ στεγάσῃ τὴν οἰκογένειάν του, ἔκτισε πρῶτα ἐκεῖ θυσιαστήριον καὶ προσηυχήθη καὶ εὐχαρίστησε τὸν Θεόν.

Κεφάλαιο 34

Γεν. 34,1

Ἐξῆλθε δὲ Δείνα ἡ θυγάτηρ Λείας, ἣν ἔτεκε τῷ Ἰακώβ, καταμαθεῖν τὰς θυγατέρας τῶν ἐγχωρίων.

Κολιτσάρα

Ἡ Δείνα, ἡ θυγάτηρ τοῦ Ἰακὼβ καὶ τῆς Λείας, ἐβγῆκεν ἀπὸ τὴν περιοχήν, ὅπου εἶχεν ἐγκατασταθῆ ὁ πατήρ της, διὰ νὰ γνωρίσῃ τὰς γυναῖκας τῆς πόλεως Συχέμ.

Τρεμπέλα

Κάποιαν ἡμέραν ἡ Δείνα, ἡ θυγατέρα τὴν ὁποίαν ἡ Λεία ἐγέννησεν εἰς τὸν Ἰακώβ, ἔφυγεν ἀπὸ ἐκεῖ ποὺ ἔμενεν ὁ Ἰακὼβ καὶ ἐπῆγε νὰ ἐπισκεφθῇ, να περιεργασθῇ καὶ νὰ γνωρίσῃ τὶς θυγατέρες τῶν κατοίκων τῆς Συχέμ.

Γεν. 34,2

καὶ εἶδεν αὐτὴν Συχὲμ ὁ υἱὸς Ἐμμὼρ ὁ Εὐαῖος, ὁ ἄρχων τῆς γῆς καὶ λαβὼν αὐτήν, ἐκοιμήθη μετ’ αὐτῆς καὶ ἐταπείνωσεν αὐτήν.

Κολιτσάρα

Ὁ Συχέμ, ὁ υἱὸς τοῦ Ἐμμώρ, ὁ ἀνήκων εἰς τὴν φυλὴν τῶν Εὐαίων, ἄρχων τῆς χώρας ἐκείνης, ἥρπασε τὴν Δείναν, ἐκοιμήθη μετ’ αὐτῆς καὶ τὴν διέφθειρε.

Τρεμπέλα

Καὶ τὴν εἶδεν ὁ Συχέμ, ὁ υἱὸς τοῦ Ἐμμώρ, ὁ ὁποῖος ἀνῆκεν εἰς τὴν φυλὴν τῶν Εὐαίων (ἢ τῶν Χορραίων) καὶ ἦταν ὁ ἄρχων καὶ ὁ ἡγεμὼν τῆς περιοχῆς αὐτῆς, τὴν ἅρπαξε καὶ τὴν ἐπῆγεν εἰς τὸ σπίτι του, ἐκοιμήθη μαζί της καὶ τὴν ἐβίασε.

Γεν. 34,3

καὶ προσέσχε τῇ ψυχῇ Δείνας τῆς θυγατρὸς Ἰακὼβ καὶ ἠγάπησε τὴν παρθένον καὶ ἐλάλησε κατὰ τὴν διάνοιαν τῆς παρθένου αὐτῇ.

Κολιτσάρα

Καὶ προσεκολλήθη μὲ ὅλην του τὴν ψυχὴν εἰς τὴν Δείναν, τὴν θυγατέρα τοῦ Ἰακώβ, ὡμίλησε πρὸς αὐτὴν κατὰ τὴν καρδίαν της, ὥστε τὴν κατέκτησε.

Τρεμπέλα

Ἡ καρδιᾲ τοῦ Συχὲμ εἶχεν αἰχμαλωτισθῆ τελείως ἀπὸ τὴν ὀμορφιὰν τῆς Δεῖνας, τῆς θυγατρὸς τοῦ Ἰακώβ, καὶ ἔτσι ἐρωτεύθηκε τὴν νεαρὰν κόρην καὶ ἐπροσπάθησε μὲ λόγια, ποὺ ἦσαν ἱκανὰ νὰ κερδίσουν τὴν ἀγάπην της,νὰ τὴν παρασύρῃ καὶ νὰ τὴν κατακτήσῃ.

Γεν. 34,4

εἶπε Συχὲμ πρὸς Ἐμμὼρ τὸν πατέρα αὐτοῦ λέγων· λαβέ μοι τὴν παῖδα ταύτην εἰς γυναῖκα.

Κολιτσάρα

Εἶπε δὲ ὁ Συχὲμ πρὸς τὸν πατέρα του τὸν Ἐμμώρ· «φρόντισε μὲ κάθε τρόπον, νὰ πάρω σύζυγόν μου τὴν κόρην αὐτήν».

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Συχὲμ ἐμίλησεν εἰς τὸν πατέρα τοῦ Ἐμμὼρ καὶ τοῦ εἶπε: «Φρόντισε νὰ πάρω τὴν κόρην αὐτὴν ὡς γυναῖκα μου».

Γεν. 34,5

Ἰακὼβ δὲ ἤκουσεν, ὅτι ἐμίανεν ὁ υἱὸς Ἐμμὼρ Δείναν τὴν θυγατέρα αὐτοῦ· οἱ δὲ υἱοὶ αὐτοῦ ἦσαν μετὰ τῶν κτηνῶν αὐτοῦ ἐν τῷ πεδίῳ. παρεσιώπησε δὲ Ἰακὼβ ἕως τοῦ ἐλθεῖν αὐτούς.

Κολιτσάρα

Ὁ Ἰακὼβ ἐπληροφορήθη ὅτι ὁ υἱὸς τοῦ Ἐμμὼρ διέφθειρε τὴν θυγατέρα του, τὴν Δείναν. Τὰ παιδιά του εὑρίσκοντο μὲ τὰ κοπάδια εἰς τὴν πεδιάδα. Δὲν εἶπε δὲ τίποτε, ἕως ὅτου ἐπέστρεψαν τὰ παιδιά του.

Τρεμπέλα

Ὁ Ἰακὼβ ἐπληροφορήθη, ὅτι ὁ υἱὸς τοῦ Ἐμμώρ διέφθειρε καὶ ἀτίμασε τὴν θυγατέρα του Δείναν. Οἱ δὲ υἱοὶ τοῦ ἦσαν ἔξω εἰς τὰ χωράφια καὶ ἔβοσκαν τὰ ζῶα του. Διὰ τοῦτο ὁ Ἰακὼβ ἔσφιξε τὴν καρδιά του, συνεκράτησε τὴν στενοχώριαν του καὶ ἐσιώπησε· δεν εἶπεν οὔτε ἔκαμε τίποτε μέχρις ὅτου ἐπέστρεψαν τὰ παιδιά του.

Γεν. 34,6

ἐξῆλθε δὲ Ἐμμὼρ ὁ πατὴρ Συχὲμ πρὸς Ἰακὼβ λαλῆσαι αὐτῷ.

Κολιτσάρα

Ἐν τῷ μεταξὺ ὁ Ἐμμώρ, ὁ πατὴρ τοῦ Συχέμ, μετέβη πρὸς τὸν Ἰακώβ, διὰ νὰ συνομιλήσῃ μαζῆ του σχετικὰ μὲ τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν.

Τρεμπέλα

Ἐπῆγε δὲ ὁ Ἐμμώρ, ὁ πατέρας τοῦ Συχέμ, ἔξω ἀπὸ τὴν πόλιν, εἰς τὸ μέρος ὅπου κατοικοῦσε ὁ Ἰακὼβ καὶ τὸν συνήντησε διὰ νὰ τοῦ ὁμιλήσῃ περὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ.

Γεν. 34,7

οἱ δὲ υἱοὶ Ἰακὼβ ἦλθον ἐκ τοῦ πεδίου· ὡς δὲ ἤκουσαν, κατενύγησαν οἱ ἄνδρες, καὶ λυπηρὸν ἦν αὐτοῖς σφόδρα, ὅτι ἄσχημον ἐποίησεν ἐν Ἰσραὴλ κοιμηθεὶς μετὰ τῆς θυγατρὸς Ἰακώβ, καὶ οὐχ οὕτως ἔσται.

Κολιτσάρα

Τότε δὲ τὰ παιδιὰ τοῦ Ἰακὼβ ἐπέστρεψαν ἀπὸ τὴν πεδιάδα. Ὅταν δὲ ἤκουσαν τὸ γεγονός, ἐπληγώθησαν καὶ ἠγανάκτησαν, διότι τοὺς ἐφάνη πάρα πολὺ ὀδυνηρὸν τὸ κακόν, τὸ ὁποῖον ὁ Συχὲμ ἔκαμεν ἐναντίον τῆς οἰκογενείας Ἰσραὴλ κοιμηθεὶς μὲ τὴν θυγατέρα τοῦ Ἰακώβ. Κατ’ οὐδένα λόγον δὲν ἔπρεπε νὰ ἔχῃ γίνει τοῦτο.

Τρεμπέλα

Οἱ υἱοὶ τοῦ Ἰακὼβ ἐπέστρεψαν ἐν τῷ μεταξὺ ἀπὸ τὰ χωράφια. Ὅταν ἄκουσαν τὸ γεγονός, ἐπληγώθησαν καὶ ἐταράχθησαν ὠργίσθησαν καὶ ἐλυπήθησαν πάρα πολύ, διότι ὁ Συχὲμ μὲ τὸ νὰ κοιμηθῆ μὲ τὴν θυγατέρα τοῦ Ἰακὼβ καὶ νὰ τὴν βιάσῃ διέπραξεν ἀτιμίαν, μὲ τὴν ὁποίαν ἐπρόσβαλε τοὺς Ἰσραηλῖτες, πρᾶγμα ποὺ δὲν ἔπρεπε ποτὲ νὰ γίνῃ. Τὴν μεγάλην αὐτὴν προσβολὴν δὲν ἠμποροῦσαν νὰ τὴν ἀνεχθοῦν.

Γεν. 34,8

καὶ ἐλάλησεν Ἐμμὼρ αὐτοῖς λέγων· Συχὲμ ὁ υἱός μου προείλετο τῇ ψυχῇ τὴν θυγατέρα ὑμῶν· δότε οὖν αὐτὴν αὐτῷ γυναῖκα

Κολιτσάρα

Ὁ Ἐμμὼρ ὡμίλησε τότε πρὸς τὸν πατέρα καὶ τοὺς ἀδελφοὺς τῆς Δείνας καὶ εἶπεν· «ἡ καρδιὰ τοῦ παιδιοῦ μου, τοῦ Συχέμ, ἔχει ἰσχυρότατα προσκολληθῆ εἰς τὴν θυγατέρα σας. Δῶστε λοιπόν, σᾶς παρακαλῶ, αὐτὴν ὡς σύζυγόν του.

Τρεμπέλα

Ὁ Ἐμμώρ, ὁ πατέρας τοῦ Συχέμ, τοὺς ἐμίλησε καὶ τοὺς εἶπεν: «Ὁ υἱός μου Συχὲμ ἔχει ἐρωτευθῇ δυνατὰ τὴν Θυγατέρα σας· διὰ τοῦτο παρακαλῶ, δῶστε την, ὥστε νὰ νυμφευθῇ καὶ να γίνῃ σύζυγός του.

Γεν. 34,9

καὶ ἐπιγαμβρεύσασθε ἡμῖν· τὰς θυγατέρας ὑμῶν δότε ἡμῖν καὶ τὰς θυγατέρας ἡμῶν λάβετε τοῖς υἱοῖς ὑμῶν.

Κολιτσάρα

Ἀπὸ ἐδῶ δὲ καὶ εἰς τὸ ἑξῆς ἂς γίνωνται ἀμοιβαῖοι γάμοι μεταξὺ τῶν λαῶν μας. Δῶστε μας τὰς θυγατέρας σας ὡς συζύγους καὶ πάρετε τὰς θυγατέρας μας ὡς συζύγους τῶν υἱῶν σας.

Τρεμπέλα

Ἂς συμφωνήσωμεν δὲ νὰ γίνωνται μεταξύ μας ἀμοιβαῖοι γάμοι. Δῶστε τὶς θυγατέρες σας εἰς γάμον μὲ τοὺς ἄνδρες τῆς φυλῆς μας· καὶ τὶς θυγατέρες μας λάβετε ὡς συζύγους διὰ τοὺς υἱοὺς τῆς φυλῆς σας.

Γεν. 34,10

καὶ ἐν ἡμῖν κατοικεῖτε, καὶ ἡ γῆ ἰδοὺ πλατεῖα ἐναντίον ὑμῶν· κατοικεῖτε καὶ ἐμπορεύεσθε ἐπ’ αὐτῆς καὶ ἐγκτᾶσθε ἐν αὐτῇ.

Κολιτσάρα

Νὰ κατοικῆτε δὲ ἐλευθέρως μαζῆ μας. Ἡ ἰδική μας χώρα εἶναι μεγάλη καὶ εὐρύχωρος ἐνώπιόν σας. Κατοικεῖτε εἰς αὐτὴν καὶ κινεῖσθε μὲ ἐλευθερίαν ὅπου θέλετε, καὶ ἀποκτήσατε ἰδιοκτησίας εἰς αὐτήν».

Τρεμπέλα

Ἔτσι σεῖς θὰ ἠμπορέσετε νὰ μένετε καὶ νὰ κατοικῆτε εἰς τὴν χώραν μας. Νά, ἡ γῆ μας εἶναι πλατειά, εἶναι ἀνοικτὴ ἐμπρός σας καὶ σᾶς προσφέρεται· ὅλοι ἠμποροῦμεν νὰ χωρέσωμεν ἄνετα εἰς αὐτήν. Κατοικῆστε μεταξύ μας, κάνετε τὸ ἐμπόριον σας, κυκλοφορεῖτε ἐλεύθερα, καλλιεργεῖτε τὴν γῆν, ἐγκατασταθῆτε μονίμως εἰς αὐτὴν καὶ ἀποκτῆστε ἐδῶ περιουσίαν».

Γεν. 34,11

εἶπε δὲ Συχὲμ πρὸς τὸν πατέρα αὐτῆς καὶ πρὸς τοὺς ἀδελφοὺς αὐτῆς· εὕροιμι χάριν ἐναντίον ὑμῶν, καὶ ὃ ἐὰν εἴπητε, δώσομεν.

Κολιτσάρα

Ὁ ἴδιος δὲ ὁ Συχὲμ παρεκάλεσε τὸν πατέρα τῆς Δείνας καὶ τοὺς ἀδελφούς της λέγων· «ἂς εὕρω χάριν ἐνώπιόν σας καὶ ἂς γίνῃ δεκτὴ ἡ αἴτησίς μας, καὶ ὅ,τι μᾶς ζητήσετε θὰ σᾶς τὸ δώσωμεν.

Τρεμπέλα

Κατόπιν ὁ Συχέμ, ποὺ ἔβλεπε τὴν φροντίδα τοῦ πατέρα του δι’ αὐτὸν καὶ τὴν προθυμίαν του ὅλα νὰ τὰ πράξῃ προκειμένου νὰ τοῦ δοθῇ ὡς σύζυγος ἡ Δείνα, εἶπεν εἰς τὸν Ἰακὼβ καὶ τοὺς ἀδελφοὺς τῆς κόρης: «Εἴθε νὰ εὕρω αὐτὴν τὴν χάριν ἐνώπιόν σας καὶ νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ αἴτησίς μας καὶ ὅ,τι ζητήσετε θὰ σᾶς τὸ δώσωμεν.

Γεν. 34,12

πληθύνατε τὴν φερνὴν σφόδρα, καὶ δώσω καθότι ἂν εἴπητέ μοι, καὶ δώσατέ μοι τὴν παῖδα ταύτην εἰς γυναῖκα.

Κολιτσάρα

Αὐξήσατε πολὺ τὴν προῖκα καὶ θὰ σᾶς δώσω ὅ,τι μου εἴπετε, ἀρκεῖ νὰ μοῦ δώσετε τὴν κόρην αὐτὴν ὡς σύζυγον».

Τρεμπέλα

Πέστε μου τί δῶρα ἐπιθυμεῖτε· αὐξῆστε τὸ ἀντίτιμον τῆς προῖκας διὰ τὴν νύμφην ὅσον θέλετε· θὰ σᾶς δώσω ὅ,τι μοῦ ζητήσετε· μόνον δεχθῆτε νὰ μοῦ δώσετε τὴν κόρην αὐτὴν ὡς σύζυγον».

Γεν. 34,13

ἀπεκρίθησαν δὲ οἱ υἱοὶ Ἰακὼβ τῷ Συχὲμ καὶ Ἐμμὼρ τῷ πατρὶ αὐτοῦ μετὰ δόλου καὶ ἐλάλησαν αὐτοῖς, ὅτι ἐμίαναν Δείνα τὴν ἀδελφὴν αὐτῶν,

Κολιτσάρα

Τὰ παιδιὰ τοῦ Ἰακὼβ ἀπεκρίθησαν μὲ δολιότητα εἰς τὸν Συχὲμ καὶ τὸν Ἐμμώρ, διότι ἤθελαν νὰ τοὺς ἐκδικηθοῦν, ἐπειδὴ διέφθειραν τὴν ἀδελφήν των τὴν Δείναν,

Τρεμπέλα

Οἱ υἱοὶ τοῦ Ἰακὼβ ἐμίλησαν εἰς τὸν Συχὲμ καὶ εἰς τὸν πατέρα τοῦ Ἐμμὼρ μὲ πονηρίαν καὶ δόλον, χωρὶς νὰ τοῦ φανερώσουν τὶς πραγματικὲς τῶν σκέψεις καὶ ἀποφάσεις. Τοῦτο τὸ ἔκαμαν, ἐπειδὴ εἶχαν σκοπὸν νὰ τοὺς ἐκδικηθοῦν, διότι διέφθειραν καὶ ἐπρόσβαλαν τὴν ἀδελφήν των Δείναν.

Γεν. 34,14

καὶ εἶπαν αὐτοῖς Συμεὼν καὶ Λευὶ οἱ ἀδελφοὶ Δείνας· οὐ δυνησόμεθα ποιῆσαι τὸ ῥῆμα τοῦτο, δοῦναι τὴν ἀδελφὴν ἡμῶν ἀνθρώπῳ, ὃς ἔχει ἀκροβυστίαν· ἔστι γὰρ ὄνειδος ἡμῖν.

Κολιτσάρα

καὶ εἶπαν πρὸς αὐτοὺς οἱ ἀδελφοὶ τῆς Δείνας, ὁ Συμεὼν καὶ ὁ Λευΐ· «δὲν θὰ ἠμπορέσωμεν νὰ ἐκπληρώσωμεν τὸ αἴτημά σας, νὰ δώσωμεν τὴν ἀδελφήν μας εἰς ἄνθρωπον ἀπερίτμητον, διότι τοῦτο ἀποτελεῖ μεγάλην ἐντροπὴν δι’ ἡμᾶς.

Τρεμπέλα

Ὁ Συμεὼν καὶ ὁ Λευΐ, οἱ ἀδελφοὶ τῆς Δεῖνας (ἀπὸ τὴν ἰδίαν μητέρα, τὴν Λείαν) ὑπεκρίθησαν, ὅτι οἱ προτάσεις τοὺς ἐφάνησαν καλές, ἀλλὰ παρουσιάζετο ὡς ἐμπόδιον λόγος θρησκευτικός. Ἀπάντησαν λοιπὸν εἰς τὸν Ἐμμὼρ καὶ εἰς τὸν Συχέμ: «Δὲν θὰ ἠμπορέσωμεν νὰ ἐκπληρώσωμεν τὸ αἴτημά σας, νὰ δώσωμεν δηλαδὴ τὴν ἀδελφήν μας ὡς σύζυγον εἰς ἄνθρωπον, ποὺ δεν ἔχει ὑποστῇ περιτομήν. Κάτι τέτοιο θεωρεῖται ἀπὸ ἡμᾶς ἐντροπὴ καὶ ἀσέβεια μεγάλη.

Γεν. 34,15

μόνον ἐν τούτῳ ὁμοιωθησόμεθα ὑμῖν καὶ κατοικήσομεν ἐν ὑμῖν, ἐὰν γένησθε ὡς ἡμεῖς καὶ ὑμεῖς ἐν τῷ περιτμηθῆναι ὑμῶν πᾶν ἀρσενικόν.

Κολιτσάρα

Μόνον διὰ τῆς πράξεως αὐτῆς θὰ γίνωμεν ὅμοιοί σας καὶ θὰ κατοικήσωμεν μαζῆ σας, ἐὰν δηλαδὴ σεῖς γίνετε ὅπως ἡμεῖς, ἐὰν περιτμηθῇ κάθε ἀρσενικὸν τέκνον σας.

Τρεμπέλα

Μόνον τότε θὰ συμφωνήσωμεν μαζί σας καὶ θὰ κατοικήσωμεν μεταξύ σας, ἐὰν καὶ σεῖς γίνετε ὅπως εἴμεθα ἐμεῖς· ἐὰν δηλαδὴ ὑποβάλετε εἰς περιτομὴν ὅλα τὰ ἀρσενικὰ πρόσωπα.

Γεν. 34,16

καὶ δώσομεν τὰς θυγατέρας ἡμῶν ὑμῖν καὶ ἀπὸ τῶν θυγατέρων ὑμῶν ληψόμεθα ἡμῖν γυναῖκας καὶ οἰκήσομεν παρ’ ὑμῖν καὶ ἐσόμεθα ὡς γένος ἕν.

Κολιτσάρα

Τότε θὰ δώσωμεν τὰς θυγατέρας μας εἰς σᾶς ὡς συζύγους, καὶ ἡμεῖς θὰ πάρωμεν ἀπὸ τὰς θυγατέρας σας ὡς συζύγους, θὰ κατοικήσωμεν κοντά σας καὶ θὰ γίνωμεν ὡς ἐὰν εἴμεθα μία φυλή.

Τρεμπέλα

Τότε θὰ δώσωμεν τὶς θυγατέρες μας εἰς σᾶς ὡς συζύγους καὶ ἐμεῖς θὰ λάβωμεν ὡς γυναῖκες τὶς θυγατέρες σας καὶ θὰ κατοικήσωμεν κοντά σας καὶ θὰ γίνωμεν ὡς ἕνας λαός, ὡς μία φυλή.

Γεν. 34,17

ἐὰν δὲ μὴ εἰσακούσητε ἡμῶν τοῦ περιτεμέσθαι, λαβόντες τὴν θυγατέρα ἡμῶν ἀπελευσόμεθα.

Κολιτσάρα

Ἐὰν ὅμως δὲν δεχθῆτε τὴν πρότασίν μας καὶ δὲν θελήσετε νὰ περιτμηθῆτε, ἡμεῖς θὰ πάρωμεν τὴν κόρην μας τὴν Δείναν καὶ θὰ φύγωμεν».

Τρεμπέλα

Ἐὰν ὅμως δὲν ἀποδεχθῆτε τὴν πρότασίν μας καὶ δὲν δεχθῆτε νὰ περιτμηθῆτε, τότε θὰ ἀποχωρήσωμεν, ἀφοῦ πάρωμεν μαζί μας τὴν θυγατέρα μας Δείναν».

Γεν. 34,18

καὶ ἤρεσαν οἱ λόγοι ἐναντίον Ἐμμὼρ καὶ ἐναντίον Συχὲμ τοῦ υἱοῦ Ἐμμώρ.

Κολιτσάρα

Ἤρεσαν οἱ λόγοι αὐτοὶ εἰς τὸν Ἐμμὼρ καὶ τὸν υἱόν του Συχέμ.

Τρεμπέλα

Τὰ λόγια αὐτὰ καὶ οἱ ὅροι τῶν παιδιῶν τοῦ Ἰακὼβ ἄρεσαν εἰς τὸν Ἐμμὼρ καὶ εἰς τὸν Συχέμ, τὸν υἱὸν τοῦ Ἐμμώρ. Ἐπειδὴ ἤθελαν νὰ πάρουν τὴν κόρην, δὲν εὑρῆκαν ἀπαράδεκτον οὔτε βαρειὰν τὴν πρότασιν.

Γεν. 34,19

καὶ οὐκ ἐχρόνισεν ὁ νεανίσκος τοῦ ποιῆσαι τὸ ῥῆμα τοῦτο· ἐνέκειτο γὰρ τῇ θυγατρὶ Ἰακώβ· αὐτὸς δὲ ἦν ἐνδοξότατος πάντων τῶν ἐν τῷ οἴκῳ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

Δὲν ἐβράδυνε δὲ ὁ νεαρὸς Συχὲμ νὰ περιτμηθῇ, διότι εἶχε δώσει πλέον τὴν καρδιά του εἰς τὴν θυγατέρα τοῦ Ἰακώβ. Αὐτὸς δὲ ἦτο ἐνδοξότατος μεταξὺ ὅλων εἰς τὴν οἰκογένειαν τοῦ πατρός του.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ νεαρὸς Συχὲμ δὲν ἐδίστασεν οὔτε καθυστέρησε νὰ κάμῃ αὐτό, ποὺ τοῦ ἐζήτησαν τὰ παιδιὰ τοῦ Ἰακώβ, διότι ἀγαποῦσε μὲ δυνατὸν ἔρωτα τὴν θυγατέρα τοῦ Ἰακώβ· αὐτὸς δὲ (ὁ Συχὲμ) ἦταν ὁ πλέον ἰσχυρός, λαμπρὸς καὶ σπουδαῖος ἀπὸ ὅλην τὴν οἰκογένειαν τοῦ πατέρα του.

Γεν. 34,20

ἦλθε δὲ Ἐμμὼρ καὶ Συχὲμ ὁ υἱὸς αὐτοῦ πρὸς τὴν πύλην τῆς πόλεως αὐτῶν καὶ ἐλάλησαν πρὸς τοὺς ἄνδρας τῆς πόλεως αὐτῶν λέγοντες·

Κολιτσάρα

Ὁ Ἐμμὼρ καὶ ὁ Συχέμ, ὁ υἱός του, ἦλθον εἰς τὴν πύλην τῆς πόλεως, εἰς τὸν τόπον τῆς συγκεντρώσεως τῶν ἀνδρῶν, ἐλάλησαν πρὸς τοὺς ἄνδρας τῆς πόλεως καὶ εἶπαν πρὸς αὐτούς·

Τρεμπέλα

Ἐπῆγαν δὲ ὁ Ἐμμὼρ καὶ ὁ υἱός του ὁ Συχὲμ εἰς τὴν πύλην τῆς πόλεως των, ποὺ ἦταν ὁ τόπος συναντήσεως καὶ ἐκδικάσεως ὅλων τῶν δημοσίων καὶ ἰδιωτικῶν ὑποθέσεων. Ἐκεῖ συνεζήτησαν μὲ τοὺς συμπολίτες των, τοὺς ἐμίλησαν καὶ τοὺς εἶπαν:

Γεν. 34,21

οἱ ἄνθρωποι οὗτοι εἰρηνικοί εἰσι, μεθ’ ἡμῶν οἰκείτωσαν ἐπὶ τῆς γῆς καὶ ἐμπορευέσθωσαν αὐτήν, ἡ δὲ γῆ ἰδοὺ πλατεῖα ἐναντίον αὐτῶν. τὰς θυγατέρας αὐτῶν ληψόμεθα ἡμῖν γυναῖκας καὶ τὰς θυγατέρας ἡμῶν δώσομεν αὐτοῖς.

Κολιτσάρα

«Αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι εἶναι εἰρηνικοί, ἂς κατοικήσουν μαζῆ μὲ ἡμᾶς εἰς τὴν χώραν αὐτήν, ἂς κινοῦνται ἐλευθέρως εἰς αὐτὴν καὶ ἂς τὴν ἐκμεταλλεύωνται. Ἡ χώρα μας ἄλλωστε εἶναι εὐρύχωρος ἐνώπιον αὐτῶν καὶ ἔχει ἀνάγκην ἀπὸ τὴν ἐργασίαν των. Τὰς θυγατέρας των θὰ τὰς λάβωμεν ἡμεῖς ὡς συζύγους καὶ θὰ δώσωμεν εἰς αὐτοὺς ὡς συζύγους τὰς θυγατέρας μας.

Τρεμπέλα

«Οἱ ξένοι αὐτοὶ ἄνθρωποι (ὁ Ἰακὼβ καὶ τὰ παιδιά του) εἶναι φιλικοὶ ἀπέναντί μας· εἶναι καλοδιάθετοι, εἰρηνικοὶ καὶ συμβιβαστικοί· ἂς τοὺς ἐπιτρέψωμεν νὰ κατοικήσουν μαζί μας εἰς τὴν γῆν αὐτήν, νὰ κινοῦνται καὶ νὰ ἐμπορεύωνται ἐλεύθερα. Νά· ἡ γῆ μᾶς εἶναι πλατειὰ καὶ εὐρύχωρη, ὥστε νὰ χωρῇ ἄνετα καὶ αὐτούς. Ἂς λάβωμεν τὶς θυγατέρες των ὡς γυναῖκας μας καὶ ἂς δώσωμεν καὶ ἐμεῖς εἰς αὐτοὺς τὶς θυγατέρες μας.

Γεν. 34,22

ἐν τούτῳ μόνον ὁμοιωθήσονται ἡμῖν οἱ ἄνθρωποι τοῦ κατοικεῖν μεθ’ ἡμῶν, ὥστε εἶναι λαὸν ἕνα, ἐν τῷ περιτεμέσθαι ἡμῶν πᾶν ἀρσενικόν, καθὰ καὶ αὐτοὶ περιτέτμηνται.

Κολιτσάρα

Κατὰ τοῦτο μόνον θὰ γίνουν οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ὅμοιοι μὲ ἡμᾶς, διὰ νὰ κατοικοῦν μαζῆ μας, ὥστε νὰ γίνωμεν ἕνας λαός, ἐὰν περιτμηθῇ κάθε ἀρσενικὸν τέκνον μας, ὅπως καὶ αὐτοὶ ἔχουν περιτμηθῆ.

Τρεμπέλα

Οἱ ἄνθρωποι ὅμως αὐτοὶ τότε μόνον θὰ συμφωνήσουν νὰ κατοικήσουν καὶ νὰ ζήσουν μεταξύ μας, ὥστε νὰ γίνωμεν ἕνας λαός, μία φυλή, ἐὰν ὑποβάλωμεν εἰς περιτομὴν κάθε ἀρσενικόν, ὅπως συνηθίζουν καὶ αὐτοὶ νὰ περιτέμνωνται.

Γεν. 34,23

καὶ τὰ κτήνη αὐτῶν καὶ τὰ τετράποδα καὶ τὰ ὑπάρχοντα αὐτῶν οὐχ ἡμῶν ἔσται; μόνον ἐν τούτῳ ὁμοιωθῶμεν αὐτοῖς, καὶ οἰκήσουσι μεθ’ ἡμῶν.

Κολιτσάρα

Ἔτσι δὲ καὶ τὰ ζῶα των, γενικῶς δὲ τὰ τετράποδά των καὶ ὅλα τὰ ὑπάρχοντά των, δὲν θὰ εἶναι ἰδικά μας; Μόνον ὡς πρὸς τοῦτο, ὡς πρὸς τὴν περιτομήν, ἂς γίνωμεν ὁμοιοι μὲ αὐτοὺς καὶ ἐκεῖνοι θὰ κατοικοῦν μαζῆ μας».

Τρεμπέλα

Μὲ τὸν τρόπον αὐτὸν δὲν θὰ εἶναι ἰδικά μας καὶ πρὸς ὄφελός μας ὅλα τὰ ζῶα των καὶ ὅλα τὰ τετράποδα καὶ ὅλα τὰ ὑπάρχοντά των; Μόνον ἂς συμφωνήσωμεν νὰ περιτμηθῶμεν, ὥστε νὰ τοὺς ὁμοιάσωμεν, καὶ τότε αὐτοὶ θὰ δεχθοῦν νὰ κατοικήσουν μαζί μας».

Γεν. 34,24

καὶ εἰσήκουσαν Ἐμμὼρ καὶ Συχὲμ τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ πάντες οἱ ἐμπορευόμενοι τὴν πύλην τῆς πόλεως αὐτῶν καὶ περιετέμοντο τὴν σάρκα τῆς ἀκροβυστίας αὐτῶν πᾶς ἄρσην.

Κολιτσάρα

Ὅλοι οἱ εὑρισκόμενοι τότε εἰς τὴν πύλην τῆς πόλεως καὶ οἱ διερχόμενοι ἐδέχθησαν τὴν πρότασιν τοῦ Ἐμμὼρ καὶ τοῦ υἱοῦ του Συχὲμ καὶ ἔτσι κάθε ἀρσενικὸν τῶν Συχεμιτῶν περιετμήθη.

Τρεμπέλα

Καὶ ὅλοι ὅσοι ἦσαν παρόντες καὶ ὅλοι ὅσοι ἔμπαιναν καὶ ἔβγαιναν ἀπὸ τὴν πύλην τῆς πόλεως ἀπεδέχθησαν τὴν πρότασιν τοῦ Ἐμμὼρ καὶ τοῦ υἱού του Συχέμ· καὶ ὅλοι οἱ ἄνδρες ταυτοχρόνως ἐδέχθησαν τὸ σημάδι τῆς περιτομῆς εἰς σῶμα των.

Γεν. 34,25

ἐγένετο δὲ ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῇ τρίτῃ, ὅτε ἦσαν ἐν τῷ πόνῳ, ἔλαβον οἱ δύο υἱοὶ Ἰακὼβ Συμεὼν καὶ Λευὶ ἀδελφοὶ Δείνας ἕκαστος τὴν μάχαιραν αὐτοῦ καὶ εἰσῆλθον εἰς τὴν πόλιν ἀσφαλῶς καὶ ἀπέκτειναν πᾶν ἀρσενικόν·

Κολιτσάρα

Κατὰ τὴν τρίτην ἡμέραν, ὅταν εὑρίσκοντο εἰς τὸν παροξυσμὸν τοῦ πόνου των, οἱ δύο υἱοὶ τοῦ Ἰακώβ, ὁ Συμεὼν καὶ ὁ Λευΐ, οἱ ἀδελφοὶ τῆς Δείνας ἐπῆραν ὁ καθένας τὴν μάχαιράν του, εἰσώρμησαν εἰς τὴν πόλιν, χωρὶς νὰ συναντήσουν δυσκολίαν, καὶ ἐφόνευσαν κάθε ἀρσενικόν.

Τρεμπέλα

Καὶ τὴν τρίτην ἡμέραν ἀπὸ τὴν περιτομὴν τῶν Συχεμιτῶν, δηλαδὴ τότε ἀκριβῶς ποὺ ἡ πληγή των ἦταν περισσότερον ὀδυνηρὴ (λόγῳ τῆς περιτομῆς), οἱ δύο υἱοὶ τοῦ Ἰακώβ, ὁ Συμεὼν καὶ ὁ Λευΐ, οἱ ὁμομήτριοι ἀδελφοὶ τῆς Δεῖνας, ἐπῆραν ὁ καθένας τὸ μαχαίρι του (τὸ ξίφος του) καὶ ὥρμησαν εἰς τὴν πόλιν τῆς Συχὲμ μὲ ἀσφάλειαν καὶ χωρὶς ἐμπόδιον, ἀφοῦ ὅλοι ἦσαν ξαπλωμένοι ἀπὸ τὴν περιτομὴν ὡς τραυματίες, καὶ ἔσφαξαν ὅλους τοὺς ἄρρενας κατοίκους.

Γεν. 34,26

τόν τε Ἐμμὼρ καὶ Συχὲμ τὸν υἱὸν αὐτοῦ ἀπέκτειναν ἐν στόματι μαχαίρας. καὶ ἔλαβον τὴν Δείναν ἐκ τοῦ οἴκου τοῦ Συχὲμ καὶ ἐξῆλθον.

Κολιτσάρα

Ἐφόνευσαν διὰ τῆς μαχαίρας των καὶ αὐτὸν ἀκόμη τὸν Ἐμμὼρ καὶ τὸν υἱόν του τὸν Συχέμ. Ἐπῆραν τὴν Δείναν ἀπὸ τὸν οἶκον τοῦ Συχέμ καὶ ἔφυγαν.

Τρεμπέλα

Μεταξὺ τῶν ἄλλων ἔσφαξαν καὶ τὸν Ἐμμὼρ καὶ τὸν υἱὸν τοῦ Συχέμ, ποὺ ἐπρόσβαλε τὴν ἀδελφήν των· καὶ κατόπιν ἐπῆραν τὴν ἀδελφήν των Δείναν ἀπὸ τὸ σπίτι τοῦ Συχὲμ καὶ ἔφυγαν.

Γεν. 34,27

οἱ δὲ υἱοὶ Ἰακὼβ εἰσῆλθον ἐπὶ τοὺς τραυματίας καὶ διήρπασαν τὴν πόλιν, ἐν ᾗ ἐμίαναν Δείναν τὴν ἀδελφὴν αὐτῶν,

Κολιτσάρα

Οἱ δὲ ἄλλοι υἱοὶ τοῦ Ἰακὼβ εἰσῆλθον εἰς τὴν πόλιν, ὅπου κατέκειντο οἱ σφαγιασθέντες καὶ τὴν ἐλεηλάτησαν ἐκδικούμενοι, διότι εἰς τὴν πόλιν αὐτὴν εἶχον μιάνει τὴν ἀδελφήν των.

Τρεμπέλα

Δὲν περιωρίσθησαν ὅμως εἰς αὐτὴν τὴν τιμωρίαν. Διότι καὶ τὰ ἄλλα παιδιὰ τοῦ Ἰακὼβ ἐτρεξαν καὶ ἐμπῆκαν καὶ αὐτὰ εἰς τὴν Συχέμ, ὅπου ὑπῆρχαν οἱ νεκροὶ καὶ εἰς ἐκδίκησιν ἐλεηλάτησαν τὴν πόλιν, διότι εἰς αὐτὴν διέφθειραν καὶ ἀτίμασαν τὴν ἀδελφήν των Δείναν.

Γεν. 34,28

καὶ τὰ πρόβατα αὐτῶν καὶ τοὺς βόας αὐτῶν καὶ τοὺς ὄνους αὐτῶν, ὅσα τε ἦν ἐν τῇ πόλει καὶ ὅσα ἦν ἐν τῷ πεδίῳ, ἔλαβον.

Κολιτσάρα

Ἐπῆραν ἀκόμη καὶ τὰ πρόβατα αὐτῶν καὶ τὰ βόδια των καὶ τοὺς ὄνους των, ὅλα ὅσα ὑπῆρχον εἰς τὴν πόλιν καὶ εἰς τὴν πεδιάδα.

Τρεμπέλα

Καὶ ἅρπαξαν τὰ πρόβατὰ τῶν κατοίκων τῆς πόλεως καὶ τὰ βόδια των καὶ τοὺς ὄνους των, ὅλα ὅσα ἦσαν μέσα εἰς τὴν πόλιν καὶ ὅλα ὅσα ἔβοσκαν ἔξω εἰς τὴν πεδιάδα.

Γεν. 34,29

καὶ πάντα τὰ σώματα αὐτῶν καὶ πᾶσαν τὴν ἀποσκευὴν αὐτῶν καὶ τὰς γυναῖκας αὐτῶν ᾐχμαλώτευσαν, καὶ διήρπασαν ὅσα τε ἦν ἐν τῇ πόλει καὶ ὅσα ἦν ἐν ταῖς οἰκίαις.

Κολιτσάρα

Συνέλαβαν δὲ καὶ ἔσυραν αἰχμαλώτους ὅλους τοὺς μὴ φονευθέντας, τὰ παιδιά καὶ τὰς γυναῖκας των, καὶ διήρπασαν ὅσα ὑπῆρχον εἰς τὴν πόλιν καὶ ὅσα ὑπῆρχον εἰς τὰς οἰκίας.

Τρεμπέλα

Καὶ ἅρπαξαν ὅλα τὰ πολύτιμα ἀντικείμενα (ἢ ἐπῆραν αἰχμαλώτους ὅσους δὲν ἐφονεύθησαν) καὶ ὅλην τὴν περιουσίαν των καὶ ἐπῆραν ὡς αἰχμαλώτους τὶς γυναῖκες των (καὶ τὰ παιδιά των) καὶ ἐλεηλάτησαν ὅλα τὰ ἀγαθά, ποὺ ὑπῆρχαν εἰς τὴν πόλιν καὶ μέσα εἰς τὰ σπίτια.

Γεν. 34,30

εἶπε δὲ Ἰακὼβ πρὸς Συμεὼν καὶ Λευί· μισητόν με πεποιήκατε, ὥστε πονηρόν με εἶναι πᾶσι τοῖς κατοικοῦσι τὴν γῆν, ἔν τε τοῖς Χαναναίοις καὶ ἐν τοῖς Φερεζαίοις· ἐγὼ δὲ ὀλιγοστός εἰμι ἐν ἀριθμῷ, καὶ συναχθέντες ἐπ’ ἐμὲ συγκόψουσί με, καὶ ἐκτριβήσομαι ἐγὼ καὶ ὁ οἶκός μου.

Κολιτσάρα

Καταστενοχωρημένος δὲ ὁ Ἰακὼβ εἶπε πρὸς τὸν Συμεὼν καὶ τὸν Λευΐ «μισητὸν μὲ καταστήσατε μὲ αὐτό, ποὺ ἐκάματε, ὥστε νὰ θεωροῦμαι κακὸς καὶ δόλιος ἀπὸ ὅλους τοὺς κατοίκους τῆς χώρας αὐτῆς, ἀπὸ τοὺς Χαναναίους καὶ τοὺς Φερεζαίους. Ἡμεῖς δὲ εἴμεθα ὀλιγάριθμοι, ἐνῶ αὐτοὶ εἶναι πολυάριθμοι, καὶ ἐὰν συγκεντρωθοῦν καὶ ἐπιτεθοῦν ἐναντίον μας, θὰ μᾶς κατακόψουν. Ἔτσι δὲ θὰ καταστραφῶ ἐγὼ καὶ ὅλον μου τὸ σπίτι».

Τρεμπέλα

Ὅταν ὁ Ἰακὼβ εἶδεν αὐτὰ ποὺ ἔκαμαν τὰ παιδιά του, εἶπε γεμᾶτος λύπην εἰς τὸν Συμεὼν καὶ τὸν Λευΐ: «Μὲ τὴν πρᾶξιν σας αὐτὴν μὲ ἐκάματε μισητὸν καὶ ἀποκρουστικόν· μὲ αὐτὰ ποὺ ἐκάματε, θὰ μὲ θεωροῦν ἄγριον, βάρβαρον, ὕποπτον καὶ ἐχθρικὸν ὅλοι, ὅσοι κατοικοῦν εἰς τὴν περιοχὴν αὐτήν, δηλαδὴ οἱ Χαναναῖοι καὶ οἱ Φερεζαῖοι. Ἐγὼ δὲ δὲν ἔχω πολλοὺς ἄνδρες μαζί μου. Ἐὰν λοιπὸν αὐτοὶ συγκεντρωθοῦν καὶ συμμαχήσουν καὶ ὅλοι μαζὶ ἐπιτεθοῦν ἐναντίον μου, θὰ μὲ κατασφάξουν καὶ ἔτσι θὰ ἐξολοθρευθῶ ἐγὼ καὶ ὅλη ἡ οἰκογένειά μου».

Γεν. 34,31

οἱ δὲ εἶπαν· ἀλλ’ ὡσεὶ πόρνῃ χρήσονται τῇ ἀδελφῇ ἡμῶν;

Κολιτσάρα

Ἐκεῖνοι ἀπήντησαν· «ἠμπορεῖ νὰ εἶναι βάσιμοι οἱ φόβοι σου. Ἀλλὰ τί; Ἔπρεπε νὰ μεταχειρισθοῦν τὴν ἀδελφήν μας ὡς πόρνην;»

Τρεμπέλα

Οἱ υἱοὶ ὅμως τοῦ Ἰακώβ, ποὺ ἔμεναν ἀμετανόητοι διὰ τὴν πρᾶξιν των, ἀπάντησαν εἰς τὸν πατέρα των: «Ἀλλὰ τί ἤθελες νὰ κάμωμεν; Νὰ τοὺς ἀφήσωμεν να μεταχειρισθοῦν τὴν ἀδελφήν μας Δείναν ὡσὰν νὰ ἦταν πόρνη;»

Κεφάλαιο 35

Γεν. 35,1

Εἶπε δὲ ὁ Θεὸς πρὸς Ἰακώβ· ἀναστὰς ἀνάβηθι εἰς τὸν τόπον Βαιθὴλ καὶ οἴκει ἐκεῖ καὶ ποίησον ἐκεῖ θυσιαστήριον τῷ Θεῷ τῷ ὀφθέντι σοι ἐν τῷ ἀποδιδράσκειν σε ἀπὸ προσώπου Ἡσαῦ τοῦ ἀδελφοῦ σου.

Κολιτσάρα

Εἶπε τότε ὁ Θεὸς πρὸς τὸν Ιακώβ· «σήκω καὶ πήγαινε εἰς τὸν τόπον Βαιθήλ, μένε ἐκεῖ καὶ οἰκοδόμησε θυσιαστήριον εἰς τὸν Θεόν, ὁ ὁποῖος σοῦ παρουσιάσθη ἐκεῖ, ὅταν φοβισμένος ἔφευγες ἀπὸ τὸν ἀδελφόν σου τὸν Ἡσαῦ διὰ τὴν Χαρράν».

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Θεὸς εἶπε πρὸς τὸν Ἰακώβ: «Ἐπειδὴ ἐφοβήθης αὐτοὺς ποὺ κατοικοῦν ἐδῶ μήπως σὲ ἐκδικηθοῦν, σήκω ἀμέσως καὶ πήγαινε εἰς τὴν Βαιθὴλ καὶ μεῖνε ἐκεῖ καὶ κτίσε θυσιαστήριον πρὸς τιμὴν καὶ λατρείαν τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος σοῦ παρουσιάσθη ἐκεῖ ὅταν ἔφευγες κρυφὰ καὶ φοβισμένος ἀπὸ τὴν Χαναὰν εἰς τὴν Χαρράν, διὰ νὰ γλυτώσῃς ἀπὸ τὴν ἀπειλὴν τοῦ ἀδελφοῦ σου Ἡσαῦ».

Γεν. 35,2

εἶπε δὲ Ἰακὼβ τῷ οἴκῳ αὐτοῦ καὶ πᾶσι τοῖς μετ’ αὐτοῦ· ἄρατε τοὺς θεοὺς τοὺς ἀλλοτρίους τοὺς μεθ’ ὑμῶν ἐκ μέσου ὑμῶν καὶ καθαρίσθητε καὶ ἀλλάξατε τὰς στολὰς ὑμῶν,

Κολιτσάρα

Ὁ δὲ Ἰακώβ, ἐφ’ ὅσον σύμφωνα μὲ τὴν ἐντολὴν τοῦ Θεοῦ θὰ μετέβαινεν εἰς τὸν ἱερὸν ἐκεῖνον τόπον, εἶπεν εἰς ὅλα τὰ μέλη τῆς οἰκογενείας του καὶ εἰς ὅλους ὅσοι ἦσαν μαζῆ του· «πετάξετε τὰ εἴδωλα τῶν ξένων θεῶν, ποὺ ἔχετε μαζῆ σας, πλυθῆτε καὶ καθαρίσατε τὸ σῶμα σας, ἀλλάξατε τὰ ἐνδύματά σας,

Τρεμπέλα

Κατόπιν τῆς ἐντολῆς αὐτῆς τοῦ Θεοῦ ὁ Ἰακὼβ εἶπεν εἰς τὴν οἰκογένειάν του καὶ εἰς ὅλους, ὅσοι ἦσαν μαζί του: «Σηκώσατε καὶ ἀπομακρύνετε τὰ μικρὰ ἀγάλματα τῶν ξένων εἰδωλολατρικῶν θεῶν, ποὺ ἔχετε μαζί σας· πλυθῆτε, ἀγνισθῆτε, ἀλλάξετε τὰ ροῦχα σας καὶ φορέσετε ἄλλα καθαρά, διότι πρόκειται νὰ εὐχαριστήσωμεν τὸν ἀληθινὸν Θεόν.

Γεν. 35,3

καὶ ἀναστάντες ἀναβῶμεν εἰς Βαιθὴλ καὶ ποιήσωμεν ἐκεῖ θυσιαστήριον τῷ Θεῷ τῷ ἐπακούσαντί μου ἐν ἡμέρᾳ θλίψεως, ὃς ἦν μετ’ ἐμοῦ καὶ διέσωσέ με ἐν τῇ ὁδῷ, ᾗ ἐπορεύθην.

Κολιτσάρα

καὶ κατόπιν ἂς ξεκινήσωμεν νὰ μεταβῶμεν εἰς τὴν Βαιθήλ. Ἐκεῖ ἂς κτίσωμεν θυσιαστήριον πρὸς τιμὴν τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος ἤκουσε τὴν προσευχήν μου κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς θλίψεώς, μου, ὅταν δραπέτης ἔφυγα διὰ τὴν Χαρρὰν καὶ ὁ ὁποῖος ἦτο μαζῆ μου καὶ μὲ διεφύλαξε καθ’ ὅλον τὸ ταξίδιόν μου».

Τρεμπέλα

Κατόπιν, ἀφοῦ σηκωθῶμεν, ἂς προχωρήσωμεν πρὸς τὸν ἱερὸν τόπον τῆς Βαιθὴλ καὶ ἂς κτίσωμεν ἐκεῖ θυσιαστήριον, τὸ ὁποῖον νὰ ἀφιερώσωμεν εἰς τὸν μόνον ἀληθινὸν Θεόν, ποὺ ἄκουσε τὶς προσευχές μου καὶ μὲ ἐβοήθησε κατὰ τὴν περίοδον τῶν δοκιμασιῶν καὶ τῶν θλίψεών μου· εἰς τὸν μόνον ἀληθινὸν Θεόν, ὁ ὁποῖος ἦταν πάντοτε μαζί μου καὶ μὲ ἐπροφύλαξε, ὅπου καὶ ἂν ἐπῆγα καὶ ὅ,τι καὶ ἂν ἔκαμα».

Γεν. 35,4

καὶ ἔδωκαν τῷ Ἰακὼβ τοὺς θεοὺς τοὺς ἀλλοτρίους, οἳ ἦσαν ἐν ταῖς χερσὶν αὐτῶν, καὶ τὰ ἐνώτια τὰ ἐν τοῖς ὠσὶν αὐτῶν, καὶ κατέκρυψεν αὐτὰ Ἰακὼβ ὑπὸ τὴν τερέβινθον τὴν ἐν Σικίμοις καὶ ἀπώλεσεν αὐτὰ ἕως τῆς σήμερον ἡμέρας.

Κολιτσάρα

Ἔδωσαν εἰς τὸν Ἰακὼβ οἱ οἰκεῖοι του τὰ εἴδωλα τῶν ξένων θεῶν, ποὺ εἶχον εἰς χεῖρας των, καὶ τὰ σκουλαρίκια των μὲ τὰς εἰδωλολατρικὰς μορφάς, ποὺ ἐκρέμοντο εἰς τὰ αὐτιά των. Ὁ δὲ Ἰακὼβ τὰ ἔχωσε καὶ τὰ ἀπέκρυψε κάπου περὶ τὴν τερέβινθον, ποὺ ὑπῆρχεν εἰς τὴν Συχέμ, καὶ τὰ ἐξηφάνισεν, ὥστε νὰ μὴ ἔχουν ἀνευρεθῆ μέχρι τῆς ἡμέρας αὐτῆς.

Τρεμπέλα

Τότε τὰ μέλη τῆς οἰκογενείας του καὶ ὅλοι, ὅσοι ἦσαν μαζί του, παρέδωκαν εἰς τὸν Ἰακὼβ τὰ μικρὰ ἀγάλματα τῶν ξένων εἰδωλολατρικῶν θεῶν, ποὺ εἶχαν εἰς τὴν κατοχήν των, ὅπως ἐπίσης καὶ τὰ σκουλαρίκια, ποὺ ἐφοροῦσαν εἰς τὰ αὐτιά των, διότι καὶ αὐτὰ ἦσαν σύμβολα τῶν εἰδώλων. Καὶ ὁ Ἰακὼβ τὰ ἐπῆρε καὶ τὰ ἔθαψε βαθειὰ εἰς τὴν γῆν εἰς μέρος ἄγνωστον, κάτω ἀπὸ μίαν τερέβινθον (ἡ δρῦν), ποὺ ὑπῆρχε κοντὰ εἰς τὴν Συχὲμ (= τὰ Σίκιμα) καὶ ἔτσι ἑξαφάνισε τὰ εἴδωλα ἐκεῖνα μέχρι τῆς ἡμέρας αὐτῆς, ποὺ γράφονται οἱ γραμμὲς αὐτές. Μὲ τὸν τρόπον αὐτὸν κανεὶς ἄλλος δεν θὰ ἐβλάπτετο ἀπὸ αὐτά.

Γεν. 35,5

καὶ ἐξῇρεν Ἰσραὴλ ἐκ Σικίμων, καὶ ἐγένετο φόβος Θεοῦ ἐπὶ τὰς πόλεις τὰς κύκλῳ αὐτῶν, καὶ οὐ κατεδίωξαν ὀπίσω τῶν υἱῶν Ἰσραήλ.

Κολιτσάρα

Ἀνεχώρησεν ὁ Ἰακὼβ ἀπὸ τὴν Συχὲμ καὶ φόβος Θεοῦ κατέλαβε τοὺς κατοίκους τῶν γύρω ἀπὸ τὴν Συχὲμ πόλεων καὶ δὲν ἐτόλμησαν νὰ καταδιώξουν τὸν Ἰακὼβ καὶ τοὺς ἀνθρώπους του διὰ τὴν σφαγὴν τῶν ἀνδρῶν τῆς Συχὲμ καὶ διὰ τὴν λεηλασίαν.

Τρεμπέλα

Ὁ Ἰσραήλ, ἀφοῦ ἔκαμεν ὅλα αὐτά, ἐξεκίνησεν ἀπὸ τὴν Συχέμ (= τὰ Σίκιμα) καὶ ἐπροχώρησε μὲ κατεύθυνσιν πρὸς τὴν Βαιθήλ. Τότε ὅμως, χάρις εἰς τὴν θείαν προστασίαν καὶ πρόνοιαν, μεγάλος καὶ ὑπερφυσικὸς πανικὸς ἐκυρίευσε τοὺς ἀνθρώπους τῶν πόλεων, ποὺ ἐγειτόνευαν μὲ τὴν Συχέμ. Ἔτσι οἱ κάτοικοί των δὲν ἐτόλμησαν νὰ καταδιώξουν τὸν Ἰακὼβ καὶ τὴν οἰκογένειάν του.

Γεν. 35,6

ἦλθε δὲ Ἰακὼβ εἰς Λουζά, ἥ ἐστιν ἐν γῇ Χαναάν, ἥ ἐστι Βαιθήλ, αὐτὸς καὶ πᾶς ὁ λαός, ὃς ἦν μετ’ αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

Ἔφθασεν ὁ Ἰακὼβ καὶ ὅλος ὁ λαός, ποὺ εὑρίσκετο μαζῆ του, εἰς τὴν Λουζὰ τῆς Χαναάν, ἡ ὁποία εἶναι ἡ αὐτὴ μὲ τὴν Βαιθήλ.

Τρεμπέλα

Ὁ Ἰακὼβ μὲ τὴν οἰκογένειαν καὶ ὅλην τὴν ἀκολουθίαν του ἔφθασε σῶος καὶ ἀβλαβὴς εἰς τὴν πόλιν Λουζά, ποὺ εὑρίσκεται εἰς τὴν Χαναάν, καὶ ἡ ὁποία εἶναι αὐτὴ ἡ Βαιθήλ.

Γεν. 35,7

καὶ ᾠκοδόμησεν ἐκεῖ θυσιαστήριον καὶ ἐκάλεσε τὸ ὄνομα τοῦ τόπου Βαιθήλ. ἐκεῖ γὰρ ἐφάνη αὐτῷ ὁ Θεὸς ἐν τῷ ἀποδιδράσκειν αὐτὸν ἀπὸ προσώπου Ἡσαῦ τοῦ ἀδελφοῦ αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

Οἰκοδόμησεν ἐκεῖ θυσιαστήριον καὶ ἐκάλεσε τὸ ὄνομα τοῦ τόπου ἐκείνου Βαιθήλ, διότι ἐκεῖ εἶχε παρουσιασθῆ εἰς αὐτὸν ὁ Θεός, ὅταν αὐτὸς φοβισμένος ἔφευγεν ἀπὸ τὸν ἀδελφόν του τὸν Ἡσαῦ.

Τρεμπέλα

Ἐκεῖ ἔκτισε θυσιαστήριον εἰς δόξαν καὶ λατρείαν τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ· καὶ ὠνόμασε τὸν τόπον ἐκεῖνον Βαιθήλ. Διότι ἐκεῖ ἐφανερώθη εἰς αὐτὸν ὁ Θεός, ὅταν ἔφευγε κρυφὰ καὶ φοβισμένος ἀπὸ τὴν Χαναὰν εἰς τὴν Χαρράν, διὰ νὰ γλυτώσῃ ἀπὸ τὴν ἀπειλὴν τοῦ ἀδελφοῦ του Ἡσαῦ.

Γεν. 35,8

ἀπέθανε δὲ Δεβῶρα ἡ τροφὸς Ῥεβέκκας καὶ ἐτάφη κατώτερον Βαιθὴλ ὑπὸ τὴν βάλανον, καὶ ἐκάλεσεν Ἰακὼβ τὸ ὄνομα αὐτῆς Βάλανος πένθους.

Κολιτσάρα

Ἀπέθανε δὲ ἐκεῖ ἡ Δεδῶρα, ἡ τροφὸς τῆς Ρεβέκκας, καὶ ἐτάφη παρακάτω ἀπὸ τὴν Βαιθήλ, κάτω ἀπὸ μίαν βαλανιδιάν. Ὁ Ἰακὼβ ὠνόμασε τὸ σημεῖον ἐκεῖνο «Βαλανιδιὰ πένθους».

Τρεμπέλα

Τότε ἀπέθανε καὶ ἡ γερόντισσα Δεβώρα, ἡ παραμάννα τῆς Ρεβέκκας, καὶ ἐτάφη κάτω ἀπὸ τὴν βελανιδιάν, εἰς τὰ νότια τῆς Βαιθήλ. Ἀπὸ τὸ γεγονὸς αὐτο ὁ Ἰακὼβ ὠνόμασε τὴν βελανιδιὰν ἐκείνην «Βελανιδιὰν πένθους».

Γεν. 35,9

Ὤφθη δὲ ὁ Θεὸς τῷ Ἰακὼβ ἔτι ἐν Λουζᾷ, ὅτε παρεγένετο ἐκ Μεσοποταμίας τῆς Συρίας, καὶ εὐλόγησεν αὐτὸν ὁ Θεός.

Κολιτσάρα

Παρουσιάσθη δὲ ὁ Θεὸς εἰς τὸν Ἰακὼβ καὶ πάλιν εἰς Λουζὰ τώρα, ποὺ εἶχεν ἐπιστρέψει ἀπὸ τὴν Μεσοποταμίαν τῆς Συρίας, καὶ τὸν εὐλόγησε.

Τρεμπέλα

Ὅταν ὁ Ἰακὼβ ἐπέστρεψεν ἀπὸ τὴν Μεσοποταμίαν τῆς Συρίας καὶ ἐνῷ εὑρίσκετο ἄκομη εἰς τὴν Λουζάν, ὁ Θεὸς ἐφανερώθη πάλιν εἰς αὐτὸν (ὅπως εἶχε φανερωθῆ καὶ προηγουμένως εἰς τὸν ἴδιον τόπον, ὅταν ἐπήγαινεν εἰς Μεσοποταμίαν) καὶ τὸν εὐλόγησε.

Γεν. 35,10

καὶ εἶπεν αὐτῷ ὁ Θεός· τὸ ὄνομά σου οὐ κληθήσεται ἔτι Ἰακώβ, ἀλλ’ Ἰσραὴλ ἔσται τὸ ὄνομά σου. καὶ ἐκάλεσε τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰσραήλ.

Κολιτσάρα

Εἶπε δὲ πρὸς αὐτὸν ὁ Θεός· «τὸ ὄνομά σου δὲν θὰ λέγεται πλέον Ἰακώβ, ἀλλὰ θὰ ὀνομασθῇς Ἰσραήλ». Καὶ ἐκάλεσε τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰσραήλ.

Τρεμπέλα

Καὶ μολονότι τοῦ εἶχε δώσει προηγουμένως τὴν ὀνομασίαν Ἰσραήλ, τὸν ἐβεβαίωσε πάλιν: «Τὸ ὄνομά σου δεν θὰ εἶναι πλέον Ἰακώβ· ἀπὸ τώρα καὶ εἰς τὸ ἑξῆς θὰ ὀνομαζεσαι Ἰσραήλ». Ἔτσι ὁ Θεὸς ὠνόμασε τὸν Ἰακὼβ Ἰσραήλ.

Γεν. 35,11

εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ Θεός· ἐγὼ ὁ Θεός σου· αὐξάνου καὶ πληθύνου· ἔθνη καὶ συναγωγαὶ ἐθνῶν ἔσονται ἐκ σοῦ, καὶ βασιλεῖς ἐκ τῆς ὀσφύος σου ἐξελεύσονται.

Κολιτσάρα

Εἶπε δὲ πρὸς αὐτὸν πάλιν ὁ, Θεός· «ἐγὼ εἶμαι ὁ Θεός σου, σοῦ δίδω τὴν εὐλογίαν μου· νὰ αὐξάνεσαι καὶ νὰ πληθύνεσαι. Ἔθνη καὶ ὁμάδες ἐθνῶν θὰ προέλθουν ἀπὸ σέ, καὶ βασιλεῖς θὰ ἐξέλθουν ἀπὸ τὴν ὀσφύν σου.

Τρεμπέλα

Καὶ ἐπειδὴ ὁ Ἰακὼβ ἦταν ἀκόμη φοβισμένος, διότι ἦταν ὀλιγάριθμος ἐν συγκρίσει πρὸς τοὺς ἐχθρούς του, ὁ Θεὸς τοῦ εἶπεν: «Ἐγὼ εἶμαι ὁ παντοδύναμος Θεός σου· να αὐξάνεσαι, νὰ πολλαπλασιάζεσαι καὶ νὰ πληθύνεσαι. Οἱ ἀπόγονοί σου θὰ γίνουν τόσον πολλοὶ καὶ ἔνδοξοι, ὥστε ἀπὸ σὲ θὰ προέλθουν ἔθνη καὶ ὁμάδες ἐθνῶν καὶ ἀπὸ σὲ θὰ γεννηθοῦν βασιλεῖς.

Γεν. 35,12

καὶ τὴν γῆν, ἣν ἔδωκα Ἁβραὰμ καὶ Ἰσαάκ, σοὶ δέδωκα αὐτήν· σοὶ ἔσται, καὶ τῷ σπέρματί σου μετὰ σὲ δώσω τὴν γῆν ταύτην.

Κολιτσάρα

Τὴν χώραν αὐτήν, τὴν ὁποίαν ἔδωκα εἰς τὸν Ἁβραὰμ καὶ τὸν Ἰσαάκ, τὴν ἔχω δώσει καὶ εἰς σέ. Ἰδική σου θὰ εἶναι. Καὶ ὕστερα ἀπὸ σὲ θὰ τὴν δώσω εἰς τοὺς ἀπογόνους σου.

Τρεμπέλα

Εἰς σὲ ἔχω δώσει ὡς κληρονομίαν τὴν γῆν, τὴν ὁποίαν ἔδωκα εἰς τὸν πάππον σου τὸν Ἀβραὰμ καὶ τὸν πατέρα σου τὸν Ἰσαάκ· εἰς σὲ ἂς ἀνήκῃ ἡ χώρα αὐτή, εἰς σὲ καὶ τοὺς ἀπογόνους, οἱ ὁποῖοι θὰ προέλθουν ἀπὸ σέ».

Γεν. 35,13

ἀνέβη δὲ ὁ Θεὸς ἀπ’ αὐτοῦ ἐκ τοῦ τόπου, οὗ ἐλάλησε μετ’ αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

Μετὰ τὴν ἐμφάνισιν αὐτὴν ἀπῆλθεν ὁ Θεὸς ἀπὸ τὸν τόπον ἐκεῖνον, ὅπου ὡμίλησε μὲ τὸν Ἰακώβ.

Τρεμπέλα

Μετὰ τὴν ἐμφάνισιν αὐτὴν καὶ τὶς ὑποσχέσεις ὁ Θεὸς ἀπεμακρύνθη ἀπὸ τὸν τόπον, εἰς τὸν ὁποῖον τοῦ ἐμίλησε.

Γεν. 35,14

καὶ ἔστησεν Ἰακὼβ στήλην ἐν τῷ τόπῳ, ᾧ ἐλάλησε μετ’ αὐτοῦ ὁ Θεός, στήλην λιθίνην, καὶ ἔσπεισεν ἐπ’ αὐτὴν σπονδὴν καὶ ἐπέχεεν ἐπ’ αὐτὴν ἔλαιον.

Κολιτσάρα

Ὁ Ἰακὼβ ἔστησε μίαν λιθίνην στήλην εἰς τὸν τόπον ἐκεῖνον, ὅπου ὡμίλησε μὲ αὐτὸν ὁ Θεός, προσέφερε θυσίαν οἴνου καὶ ἔχυσεν ἐπάνω εἰς αὐτὴν ἔλαιον, διὰ νὰ τὴν καθιερώσῃ πρὸς τὸν Θεόν.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Ἰακὼβ εἰς παντοτινὴν καὶ εὐλαβικὴν ἀνάμνησιν τῆς θείας ἐμφανίσεως ἔστησεν εἰς τὸν τόπον ἐκεῖνον στήλην ἀναμνηστικήν· στήλην πέτρινην, τὴν ὁποίαν διὰ νὰ γίνῃ ἱερὰ τὴν καθιέρωσεν εἰς τὸν Θεόν, ἀφοῦ ἔκαμε σπονδὴν οἴνου καὶ ἔχυσεν ἐπάνω της ὡς θυσίαν λάδι.

Γεν. 35,15

καὶ ἐκάλεσεν Ἰακὼβ τὸ ὄνομα τοῦ τόπου, ἐν ᾧ ἐλάλησε μετ’ αὐτοῦ ἐκεῖ ὁ Θεός, Βαιθήλ.

Κολιτσάρα

Ὠνόμασε δὲ τὸ μέρος ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον ὡμίλησε πρὸς αὐτὸν ὁ Θεός, «Βαιθήλ».

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Ἰακώβ, διὰ νὰ κάμῃ ἀλησμόνητον τὴν ὑπενθύμισιν τῶν μεγάλων αὐτῶν γεγονότων, ὠνόμασε τὸν ἱερὸν ἐκεῖνον τόπον, εἰς τὸν ὁποῖον τοῦ ἐφανερώθη καὶ τοῦ ἐμίλησεν ὁ Θεός, «Βαιθήλ», ποὺ σημαίνει «οἶκος Θεοῦ».

Γεν. 35,16

Ἀπάρας δὲ Ἰακὼβ ἐκ Βαιθήλ, ἔπηξε τὴν σκηνὴν αὐτοῦ ἐπέκεινα τοῦ πύργου Γαδέρ. ἐγένετο δὲ ἡνίκα ἤγγισεν εἰς Χαβραθὰ τοῦ ἐλθεῖν εἰς τὴν Ἐφραθᾶ, ἔτεκε Ῥαχὴλ καὶ ἐδυστόκησεν ἐν τῷ τοκετῷ.

Κολιτσάρα

Ἀνεχώρησε πάλιν ὁ Ἰακὼβ ἀπὸ τὴν Βαιθὴλ καὶ ἔστησε τὴν σκηνὴν αὐτοῦ πέραν ἀπὸ τὸν πύργον Γαδέρ. Ὅταν δὲ ἐπλησίασεν εἰς τὴν τοποθεσίαν Χαβραθὰ, δηλαδὴ εἰς τὴν Βηθλεέμ, ἐγέννησεν ἡ Ραχὴλ καὶ ἐταλαιπωρήθη πολὺ κατὰ τὸν τοκετόν.

Τρεμπέλα

Κατόπιν ὁ Ἰακὼβ καὶ ἡ οἰκογένειά του ἐσήκωσαν τὶς σκηνές των καὶ ἀνεχώρησαν ἀπὸ τὴν Βαιθὴλ καὶ ἦλθαν καὶ ἔστησαν τὶς σκηνές των πέραν (εἰς τὴν ἄλλην πλευράν) τοῦ πύργου Γαδέρ. Καθὼς δὲ ὁ Ἰακὼβ ἐπλησίαζεν εἰς Χαβραθὰ καὶ εὑρίσκετο ἀκόμη εἰς κάποιοιν ἀπόστασιν ἀπὸ τὴν Ἐφραθᾶ, ἡ γυναῖκα του ἡ Ραχὴλ ἐγέννησε· καὶ εἰς τὴν γένναν της ἐπάνω ἐδυσκολεύθη καὶ ἐταλαιπωρήθη πολύ.

Γεν. 35,17

ἐγένετο δὲ ἐν τῷ σκληρῶς αὐτὴν τίκτειν, εἶπεν αὐτῇ ἡ μαῖα· θάρσει, καὶ γὰρ οὗτός σοί ἐστιν υἱός.

Κολιτσάρα

Τὴν ὥραν δὲ ποὺ ὑπέφερε σκληρὰ κατὰ τὸν τοκετόν, τῆς εἶπεν ἡ μαῖα· «ἔχε θάρρος, διότι τὸ τέκνον σου αὐτὸ εἶναι ἀγόρι».

Τρεμπέλα

Ἐνῷ δὲ ὑπέφερε πολὺ τὴν ὥραν τοῦ τοκετοῦ καὶ οἱ πόνοι της ἦσαν πολὺ δυνατοί, ἡ μαῖα, διὰ νὰ τὴν ἐνισχύσῃ, τῆς εἶπε: «Μὴ φοβῆσαι, Ραχήλ, μὴ ἀγωνιᾷς, ἔχε θάρρος· διότι καὶ τὸ παιδὶ αὐτό, ποὺ θὰ γεννηθῇ, εἶναι ἀγόρι καὶ ὅχι κορίτσι».

Γεν. 35,18

ἐγένετο δὲ ἐν τῷ ἀφιέναι αὐτὴν τὴν ψυχήν, ἀπέθνησκε γάρ, ἐκάλεσε τὸ ὄνομα αὐτοῦ Υἱὸς ὀδύνης μου· ὁ δὲ πατὴρ ἐκάλεσε τὸ ὄνομα αὐτοῦ Βενιαμίν.

Κολιτσάρα

Ὁτε δὲ πλέον ἡ Ραχὴλ ἄφηνε τὴν ψυχήν της, διότι ἀπέθνησκεν ἀπὸ τὸν τοκετόν, ἐκάλεσε τὰ ὄνομα τοῦ βρέφους «Υἱὸς ὀδύνης». Ὁ δὲ πατὴρ τὸ ὠνόμασε Βενιαμίν.

Τρεμπέλα

Καθὼς δὲ ἡ Ραχὴλ ἐψυχορραγοῦσε καὶ ἄφηνε τὴν τελευταίαν της πνοήν - διότι ἀπέθνησκεν ἤδη - ἔδωσεν εἰς τὸ νεογέννητον βρέφος της τὸ ὄνομα Βενονί (Μπενονί), ποὺ σημαίνει «ὁ υἱὸς τῆς ὀδύνης μου». Ὁ πατέρας του ὅμως, ὁ Ἰακώβ, ἄλλαξε ἀμέσως τὸ ὄνομα τοῦ υἱοῦ του καὶ τὸν ὠνόμασε Βενιαμίν, ποὺ σημαίνει υἱὸς τῆς δεξιᾶς μου» (τὸ παιδὶ ποὺ τὸ ἔχω εἰς τὸ δεξί μου χέρι).

Γεν. 35,19

ἀπέθανε δὲ Ῥαχὴλ καὶ ἐτάφη ἐν τῇ ὁδῷ τοῦ ἱπποδρόμου Ἐφραθᾶ (αὕτη ἐστὶ Βηθλεέμ).

Κολιτσάρα

Ἀπέθανε δὲ ἐκεῖ ἡ Ραχὴλ καὶ ἐτάφη κοντὰ εἰς τὴν εὐρεῖαν ὁδόν, ὅπου ἀνεμποδίστως ἠδύναντο νὰ τρέχουν οἱ ἵπποι. Ἡ δὲ Ἐφραθᾶ εἶναι αὐτή, ποὺ σήμερον λέγεται Βηθλεέμ.

Τρεμπέλα

Ἀπέθανε δὲ ἡ Ραχὴλ καὶ ἐτάφη κοντὰ εἰς τὸν πλατὺν δρόμον, εἰς τὸν ὁποῖον ἠμποροῦν νὰ τρέχουν ἵπποι, καὶ ὁ ὁποῖος ὁδηγε·ῖ πρὸς τὴν Ἐφραθᾶ· ἡ πόλις αὐτὴ σήμερα ὀνομάζεται Βηθλεέμ.

Γεν. 35,20

καὶ ἔστησεν Ἰακὼβ στήλην ἐπὶ τοῦ μνημείου αὐτῆς· αὕτη ἐστὶν ἡ στήλη ἐπὶ τοῦ μνημείου Ῥαχὴλ ἕως τῆς ἡμέρας ταύτης.

Κολιτσάρα

Ὁ Ἰακὼβ ἔστησε μίαν στήλην ἐπάνω εἰς τὸν τάφον τῆς Ραχήλ. Αὐτὴ δὲ ἡ ἐπὶ τοῦ μνημείου τῆς Ραχὴλ στήλη ὑπάρχει μέχρι τῆς ἡμέρας ποὺ γράφονται αὐτά.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Ἰακὼβ ἔστησεν ἐπάνω εἰς τὸν τάφον της πέτρινην ἀναμνηστικὴν στήλην· αὐτὴ εἶναι ἡ ἀναμνηστικὴ στήλη, ἡ ὁποία ὑπάρχει καὶ δείχνει μέχρι σήμερα, ποὺ γράφονται αὐτά, τὸν τάφον τῆς Ραχήλ.

Γεν. 35,21

ἐγένετο δὲ ἡνίκα κατῴκησεν Ἰσραὴλ ἐν τῇ γῇ ἐκείνῃ, ἐπορεύθη Ῥουβὴν καὶ ἐκοιμήθη μετὰ Βαλλᾶς τῆς παλλακῆς τοῦ πατρὸς αὐτοῦ Ἰακώβ· καὶ ἤκουσεν Ἰσραήλ, καὶ πονηρὸν ἐφάνη ἐναντίον αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

Ὅταν δὲ ἐγκατεστάθη ὁ Ἰσραὴλ εἰς τὴν περιοχὴν ἐκείνην τῆς Βηθλεέμ, ἐπῆγεν ὁ Ρουβὴν καὶ ἐκοιμήθη μὲ τὴν Βαλλᾶν, τὴν δευτέρας σειρᾶς σύζυγον τοῦ πατρός του Ἰακώβ. Ἐπληροφορήθη ὁ Ἰακὼβ τὸ ἁμάρτημα αὐτὸ τοῦ παιδιοῦ του καὶ τοῦ ἐφάνη, ὅπως ἦτο φυσικόν, πολὺ κακόν.

Τρεμπέλα

Ὅταν ὁ Ἰσραήλ, μετὰ τὸν θάνατον τῆς Ραχήλ, ἔστησε τὶς σκηνές του καὶ ἐγκατεστάθη εἰς τὴν περιοχὴν ἐκείνην, ποὺ εὑρίσκετο εἰς κάποιαν ἀπόστασιν ἀπὸ τὴν Βηθλεέμ, ὁ υἱός του Ρουβὴν ἐκοιμήθη μὲ τὴν δοὺλην Βαλλάν, τὴν παλλακὴν τοῦ πατέρα του Ἰακώβ. Ὁ Ἰσραὴλ ἐπληροφορήθη τὴν πονηρὴ αὐτὴν πρᾶξιν τοῦ υἱοῦ του Ρουβήν, καὶ ὅπως ἦταν φυσικὸν ἐλυπήθη πολύ, διότι ἡ πρᾶξις ἐκείνη τοῦ ἐφάνη κατ’ ἐξοχὴν παράνομος, κακὴ καὶ προσβλητική.

Γεν. 35,22

Ἦσαν δὲ οἱ υἱοὶ Ἰακὼβ δώδεκα.

Κολιτσάρα

Οἱ υἱοὶ τοῦ Ἰακὼβ ἦσαν δώδεκα, οἱ ἑξῆς·

Τρεμπέλα

Οἱ υἱοὶ δὲ τοῦ Ἰακὼβ ἦσαν δώδεκα.

Γεν. 35,23

υἱοὶ Λείας· πρωτότοκος Ἰακὼβ Ῥουβήν, Συμεών, Λευί, Ἰούδας, Ἰσσάχαρ, Ζαβουλών.

Κολιτσάρα

Υἱοὶ ἀπὸ τὴν Λείαν· πρωτότοκος τοῦ Ἰακὼβ ἦτο ὁ Ρουβήν, ἔπειτα ἀπὸ αὐτὸν ὁ Συμεών, ὁ Λευΐ, ὁ Ἰούδας, ὁ Ἰσσάχαρ καὶ ὁ Ζαβουλών.

Τρεμπέλα

Οἱ υἱοί, ποὺ ἀπέκτησεν ἀπὸ τὴν Λείαν, ἦσαν ὁ Ρουβήν, ὁ πρωτότοκος υἱὸς τοῦ Ἰακώβ, κατόπιν ὁ Συμεών, ὁ Λευΐ, ὁ Ἰούδας, ὁ Ἰσσάχαρ καὶ ὁ Ζαβουλών.

Γεν. 35,24

υἱοὶ δὲ Ῥαχήλ· Ἰωσὴφ καὶ Βενιαμίν.

Κολιτσάρα

Υἱοὶ ἀπὸ τὴν Ραχήλ, ὁ Ἰωσὴφ καὶ ὁ Βενιαμίν.

Τρεμπέλα

Οἱ υἱοί, ποὺ ἀπέκτησεν ἀπὸ τὴν Ραχήλ, ἦσαν ὁ Ἰωσὴφ καὶ ὁ Βενιαμίν.

Γεν. 35,25

υἱοὶ δὲ Βαλλᾶς παιδίσκης Ῥαχήλ· Δὰν καὶ Νεφθαλείμ.

Κολιτσάρα

Υἱοὶ δὲ ἀπὸ τὴν Βαλλᾶν, τὴν θεραπαινίδα τῆς Ραχήλ, ἦσαν ὁ Δὰν καὶ ὁ Νεφθαλείμ.

Τρεμπέλα

Οἱ υἱοί, ποὺ ἀπέκτησεν ἀπὸ τὴν Βαλλάν, τὴν δοὺλη τῆς Ραχήλ, ἦσαν ὁ Δὰν καὶ ὁ Νεφθαλείμ.

Γεν. 35,26

υἱοὶ δὲ Ζελφᾶς παιδίσκης Λείας· Γὰδ καὶ Ἀσήρ. οὗτοι υἱοὶ Ἰακώβ, οἳ ἐγένοντο αὐτῷ ἐν Μεσοποταμίᾳ τῆς Συρίας.

Κολιτσάρα

Υἱοὶ δὲ ἀπὸ τὴν Ζελφάν, τὴν θερατιαινίδα τῆς Λείας, ἦσαν ὁ Γὰδ καὶ ὁ Ἀσήρ. Αὐτὰ εἶναι τὰ παιδιὰ τοῦ Ἰακώβ, τὰ ὁποῖα ἀπέκτησεν εἰς τὴν Μεσοποταμίαν τῆς Συρίας.

Τρεμπέλα

Οἱ δὲ υἱοί, ποὺ ἀπέκτησεν ἀπὸ τὴν Ζελφάν, τὴν δούλην τῆς Λείας, ἦσαν ὁ Γὰδ καὶ ὁ Ἀσήρ. Αὐτοὶ εἶναι οἱ δώδεκα υἱοὶ τοῦ Ἰακώβ, οἱ ὁποῖοι ἐγεννήθησαν εἰς αὐτὸν εἰς τὴν Μεσοποταμίαν τῆς Συρίας.

Γεν. 35,27

Ἦλθε δὲ Ἰακὼβ πρὸς Ἰσαὰκ τὸν πατέρα αὐτοῦ εἰς Μαμβρῆ, εἰς πόλιν τοῦ πεδίου (αὕτη ἐστὶ Χεβρών) ἐν γῇ Χαναάν, οὗ παρῴκησεν Ἁβραὰμ καὶ Ἰσαάκ.

Κολιτσάρα

Ἀπὸ τὴν Βηθλεὲμ μετέβη ὁ Ἰακὼβ πρὸς τὸν πατέρα του, τὸν Ἰσαάκ, εἰς τὴν Δρῦν Μαμβρῆ, εἰς τὴν πόλιν Χεβρὼν τῆς πεδιάδος ἐν Χαναάν, ὅπου εἶχον παροικήσει ὁ Ἁβραὰμ καὶ ὁ Ἰσαάκ.

Τρεμπέλα

Ὁ Ἰακὼβ δὲ ἐπροχώρησεν ἀπὸ τὴν Βηθλεὲμ καὶ ἔφθασεν εἰς τὸν πατέρα του Ἰσαάκ, ὁ ὁποῖος κατοικοῦσεν εἰς τὴν τοποθεσίαν «δρῦς τοῦ Μαμβρῆ», ποὺ εὑρίσκετο κοντὰ εἰς τὴν πεδινὴν πόλιν Χεβρών, εἰς τὴν χώραν Χαναάν, ἐκεῖ ὅπου εἶχαν ἐγκατασταθῆ τφοσωρινῶς καὶ ἔζησαν ὁ Ἀβραὰμ καὶ ὁ Ἰσαάκ.

Γεν. 35,28

ἐγένοντο δὲ αἱ ἡμέραι Ἰσαάκ, ἃς ἔζησεν, ἔτη ἑκατὸν ὀγδοήκοντα,

Κολιτσάρα

Ὅλαι αἱ ἡμέραι τῆς ζωῆς τοῦ Ἰσαὰκ ἔφθασαν τὰ ἑκατὸν ὀγδοήκοντα ἔτη.

Τρεμπέλα

Ὁ Ἰσαὰκ ἔζησε συνολικῶς ἑκατὸν ὄγδοντα ἔτη,

Γεν. 35,29

καὶ ἐκλείπων Ἰσαὰκ ἀπέθανε καὶ προσετέθη πρὸς τὸ γένος αὐτοῦ πρεσβύτερος καὶ πλήρης ἡμερῶν, καὶ ἔθαψαν αὐτὸν Ἡσαῦ καὶ Ἰακὼβ οἱ υἱοὶ αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

Τότε πλέον ἐξηντλήθησαν αἱ δυνάμεις τοῦ Ἰσαάκ, ἀπέθανε καὶ γέρων πλέον πλήρης ἡμερῶν προσετέθη εἰς τοὺς προγόνους αὐτοῦ, οἱ ὁποῖοι εἶχον ἀπέλθει ἐνωρίτερον. Ἔθαψαν δὲ αὐτὸν ὁ Ἡσαῦ καὶ ὁ Ἰακώβ, τὰ παιδιά του.

Τρεμπέλα

καὶ ὅταν ἑξαντλήθηκαν οἱ δυνάμεις του, ἀπέθανε καὶ προσετέθη εἰς τοὺς προπάτορές του, οἱ ὁποῖοι εἶχαν φύγει ἀπὸ τὸν παρόντα κόσμον, πρὶν ἀπὸ αὐτόν· ὁ Ἰσαὰκ ἀπέθανεν, ἀφοῦ ἔφθασεν εἰς ὥριμον καὶ βαθὺ γῆρας. Καὶ τὰ δύο παιδιά του, ὁ Ἡσαῦ καὶ ὁ Ἰακώβ, μονοιασμένοι καὶ ἀγαπημένοι πλέον, τὸν ἔθαψαν.

Κεφάλαιο 36

Γεν. 36,1

Αὗται δὲ αἱ γενέσεις Ἡσαῦ (αὐτός ἐστιν Ἐδώμ)·

Κολιτσάρα

Αἱ ἀπόγονοι δὲ τοῦ Ἡσαῦ, ὁ ὁποῖος λέγεται καὶ Ἐδώμ, γενάρχης τῶν Ἰδουμαίων, εἶναι οἱ ἑξῆς·

Τρεμπέλα

Αὐτοὶ εἶναι οἱ Ἀπόγονοι τοῦ Ἡσαῦ (ὁ ὁποῖος ὀνομάζεται ἐπίσης καὶ Ἐδώμ).

Γεν. 36,2

Ἡσαῦ δὲ ἔλαβε τὰς γυναῖκας ἑαυτῷ ἀπὸ τῶν θυγατέρων τῶν Χαναναίων, τὴν Ἀδᾶ θυγατέρα Αἰλὼμ τοῦ Χετταίου καὶ τὴν Ὀλιβεμὰ θυγατέρα Ἀνὰ τοῦ υἱοῦ Σεβεγὼν τοῦ Εὐαίου

Κολιτσάρα

Ὁ Ἡσαῦ ἐπῆρεν ὡς συζύγους ἀπὸ τὰς θυγατέρας τῶν Χαναναίων τὴν Ἀδᾶ, κόρην Αἰλὼμ τοῦ Χετταίου, καὶ τὴν Ὀλιβεμά, κόρην τοῦ Ἀνά, υἱοῦ Σεβεγὼν τοῦ Εὐαίου,

Τρεμπέλα

Ὁ Ἡσαῦ ἔλαβεν ὡς συζύγους ἀπὸ τὶς θυγατέρες τῶν Χαναναίων τὴν Ἀδᾶ, θυγατέρα τοῦ Αἰλώμ τοῦ Χετταίου, καὶ τὴν Ὀλιβεμά, θυγατέρα τοῦ Ἀνά, τοῦ υἱοῦ Σεβεγὼν τοῦ Εὐαίου,

Γεν. 36,3

καὶ τὴν Βασεμὰθ θυγατέρα Ἰσμαὴλ ἀδελφὴν Ναβαιώθ.

Κολιτσάρα

καὶ τὴν Βασεμάθ, θυγατέρα τοῦ Ἰσμαὴλ καὶ ἀδελφὴν τοῦ Ναβαιώθ.

Τρεμπέλα

καὶ τὴν Βασεμάθ, θυγατέρα τοῦ Ἰσμαὴλ καὶ ἀδελφὴν τοῦ Ναβαιώθ.

Γεν. 36,4

ἔτεκε δὲ αὐτῷ Ἀδὰ τὸν Ἑλιφάς, καὶ Βασεμὰθ ἔτεκε τὸν Ῥαγουήλ,

Κολιτσάρα

Ἀπέκτησε δὲ ὁ Ἡσαῦ ἀπὸ τὴν Ἀδὰ υἱὸν τὸν Ἑλιφάς, καὶ ἀπὸ τὴν Βασεμὰθ τὸν Ραγουήλ,

Τρεμπέλα

Ἡ Ἀδαᾶ ἐγέννησεν εἰς τὸν Ἡσαῦ τὸν Ἑλιφάς, καὶ ἡ Βασεμὰθ ἐγέννησε τὸν Ραγουὴλ

Γεν. 36,5

καὶ Ὀλιβεμὰ ἔτεκε τὸν Ἰεοὺς καὶ τὸν Ἰεγλὸμ καὶ τὸν Κορέ· οὗτοι υἱοὶ Ἡσαῦ, οἳ ἐγένοντο αὐτῷ ἐν γῇ Χαναάν.

Κολιτσάρα

ἀπὸ δὲ τὴν Ὀλιβεμὰ ἀπέκτησε τὸν Ἰεούς, τὸν Ἰεγλὸμ καὶ τὸν Κορέ. Αὐτοὶ ἦσαν οἱ υἱοὶ τοῦ Ἡσαῦ, οἱ ὁποῖοι ἐγεννήθησαν εἰς τὴν χώραν τῆς Χαναάν.

Τρεμπέλα

καὶ ἡ Ὀλιβεμὰ ἐγέννησε τὸν Ἰεούς, τὸν Ἰεγλὸμ καὶ τὸν Κόρε. Αὐτοὶ εἶναι οἱ υἱοὶ τοῦ Ἡσαῦ, τοὺς ὁποίους ἀπέκτησεν ὅταν ἦταν εἰς τὴν χώραν τῆς Χαναάν.

Γεν. 36,6

ἔλαβε δὲ Ἡσαῦ τὰς γυναῖκας αὐτοῦ καὶ τοὺς υἱοὺς αὐτοῦ καὶ τὰς θυγατέρας αὐτοῦ καὶ πάντα τὰ σώματα τοῦ οἴκου αὐτοῦ καὶ πάντα τὰ ὑπάρχοντα αὐτοῦ καὶ πάντα τὰ κτήνη καὶ πάντα ὅσα ἐκτήσατο καὶ πάντα ὅσα περιεποιήσατο ἐν γῇ Χαναάν, καὶ ἐπορεύθη Ἡσαῦ ἐκ τῆς γῆς Χαναὰν ἀπὸ προσώπου Ἰακὼβ τοῦ ἀδελφοῦ αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

Ἐπῆρεν ὁ Ἡσαῦ τὰς γυναῖκας του καὶ τοὺς υἱούς του καὶ τὰς θυγατέρας του, ὅλους τοὺς ἀνθρώπους τοῦ σπιτιοῦ του καὶ ὅλα τὰ ὑπάρχοντά του, ὅλα τὰ κτήνη, ὅλην τὴν κινητὴν περιουσίαν του καὶ ὅλα ὅσα εἶχεν ἀποκτήσει εἰς τὴν χώραν Χαναάν, καὶ ἀνεχώρησεν ἀπὸ τὴν γώραν αὐτὴν καὶ ἀπὸ τὸν ἀδελφόν του τὸν Ἰακώβ.

Τρεμπέλα

Παρέλαβε δὲ ὁ Ἡσαῦ τὶς γυναῖκες του καὶ τοὺς υἱούς του καὶ τὶς θυγατέρες του καὶ ὅλα τὰ πρόσωπα τῆς οἰκογενείας του καὶ ὅλην τὴν κινητὴν περιουσίαν του καὶ ὅλα τὰ ζῶα του καὶ ὅλα ὅσα ἀπέκτησε καὶ συνεκέντρωσεν εἰς τὴν χώραν τῆς Χαναὰν καὶ ἔφυγε μακρυὰ ἀπὸ τὴν χώραν Χαναὰν καὶ ἀπὸ τὸν ἀδελφόν του Ἰακώβ.

Γεν. 36,7

ἦν γὰρ αὐτῶν τὰ ὑπάρχοντα πολλὰ τοῦ οἰκεῖν ἅμα, καὶ οὐκ ἠδύνατο ἡ γῆ τῆς παροικήσεως αὐτῶν φέρειν αὐτοὺς ἀπὸ τοῦ πλήθους τῶν ὑπαρχόντων αὐτῶν.

Κολιτσάρα

Ἀνεχώρησε δὲ πρὸς ἄλλην περιοχήν, διότι τὰ κοπάδια τῶν ζώων, ποὺ εἶχαν οἱ δύο ἀδελφοί, ἦσαν πολλὰ καὶ δὲν ἧτο δυνατὸν νὰ μένουν μαζῆ· δὲν ἐπαρκοῦσεν ἡ περιοχή, ὅπου ἔμεναν, νὰ θρέψῃ αὐτοὺς λόγῳ τοῦ πλήθους τῶν ζώων, ποὺ εἶχαν.

Τρεμπέλα

Ἡ μετανάστευσις αὐτὴ τοῦ Ἡσαῦ ἔγινε, διότι τὰ ὑποστατικὰ καὶ τὰ κοπάδια καὶ τῶν δύο ἀδελφῶν ἦσαν τόσον πολλά, ὥστε ἦταν ἀδύνατον νὰ κατοικοῦν μαζί· ἡ χώρα τῆς Χαναάν, εἰς τὴν ὁποῖον παροικοῦσαν, δὲν ἠμποροῦσε νὰ τοὺς θρέψῃ ἕνεκα τοῦ πλήθους τῶν ζώων, ποὺ εἶχαν.

Γεν. 36,8

κατῴκησε δὲ Ἡσαῦ ἐν τῷ ὄρει Σηεὶρ (Ἡσαῦ αὐτός ἐστιν Ἐδώμ).

Κολιτσάρα

Κατῴκησεν ὁ Ἡσαῦ εἰς τὸ ὄρος Σηείρ, ὁ δὲ Ἡσαῦ εἶναι αὐτός, ποὺ ὀνομάζεται καὶ Ἐδώμ.

Τρεμπέλα

Ὁ Ἡσαῦ λοιπὸν ἔφυγεν ἀπὸ τὴν Χαναὰν καὶ ἐγκατεστάθη εἰς τὴν ὀρεινὴν περιοχὴν Σηείρ (ὁ Ἡσαῦ ὀνομάζεται ἐπίσης καὶ Ἐδώμ).

Γεν. 36,9

Αὗται δὲ αἱ γενέσεις Ἡσαῦ πατρὸς Ἐδὼμ ἐν τῷ ὄρει Σηείρ,

Κολιτσάρα

Οἱ δὲ ἀπόγονοι τοῦ Ἡσαῦ, γενάρχου τῶν Ἐδωμιτῶν ἢ Ἰδουμαίων, εἰς τὸ ὄρος Σηείρ, εἶναι οἱ ἑξῆς·

Τρεμπέλα

Οἱ ἀπόγονοι τοῦ Ἡσαῦ, τοῦ γενάρχου τῶν Ἐδωμιτῶν (ἢ Ἰδουμαίων), εἰς τὴν ὀρεινὴν περιοχὴν Σηεὶρ εἶναι οἱ ἀκόλουθοι

Γεν. 36,10

καὶ ταῦτα τὰ ὀνόματα τῶν υἱῶν Ἡσαῦ· Ἑλιφὰς υἱὸς Ἀδᾶς γυναικὸς Ἡσαῦ καὶ Ῥαγουὴλ υἱὸς Βασεμὰθ γυναικὸς Ἡσαῦ.

Κολιτσάρα

Αὐτὰ εἶναι τὰ ὀνόματα τῶν υἱῶν Ἡσαῦ· Ὁ Ἑλιφάς, ὁ υἱὸς τῆς Ἀδᾶς καὶ ὁ Ραγουήλ ὁ υἱὸς τῆς Βασεμάθ.

Τρεμπέλα

καὶ αὐτὰ εἶναι τὰ ὀνόματα τῶν υἱῶν τοῦ Ἡσαῦ: Ὁ Ἑλιφάς, ὁ υἱὸς τῆς Ἀδᾶς, γυναικὸς τοῦ Ἡσαῦ, καὶ ὁ Ραγουήλ, ὁ υἱὸς τῆς Βασεμάθ, γυναικὸς τοῦ Ἡσαῦ.

Γεν. 36,11

ἐγένοντο δὲ Ἑλιφὰς υἱοί· Θαιμάν, Ὡμάρ, Σωφάρ, Γοθὼμ καὶ Κενέζ·

Κολιτσάρα

Ὁ Ἑλιφὰς ἀπέκτησεν υἱοὺς τὸν Θαιμάν, τὸν Ὡμάρ, τὸν Σωφάρ, τὸν Γοθὼμ καὶ τὸν Κενέζ.

Τρεμπέλα

Οἱ υἱοί, ποὺ ἀπέκτησεν ὁ Ἑλιφάς, ἦσαν ὁ Θαιμάν, ὁ Ὡμάρ, ὁ Σωφάρ, ὁ Γοθὼμ καὶ ὁ Κενέζ.

Γεν. 36,12

Θαμνὰ δὲ ἦν παλλακὴ Ἑλιφὰς τοῦ υἱοῦ Ἡσαῦ καὶ ἔτεκε τῷ Ἑλιφὰς τὸν Ἀμαλήκ· οὗτοι υἱοὶ Ἀδᾶς γυναικὸς Ἡσαῦ.

Κολιτσάρα

Ἡ Θαμνὰ ἦτο ἡ δευτέρας σειρᾶς σύζυγος τοῦ Ἑλιφάς, υἱοῦ τῆς Ἀδᾶς, τῆς γυναικὸς τοῦ Ἡσαῦ.

Τρεμπέλα

Ἡ Θαμνὰ δὲ ἦταν παλλακὴ τοῦ Ἑλιφάς, υἱοῦ τοῦ Ἡσαῦ· αὐτὴ ἐγέννησεν εἰς τὸν Ἑλιφὰς ἕνα υἱόν, τὸν Ἀμαλήκ. Αὐτοὶ εἶναι οἱ ἀπόγονοι τῆς Ἀδᾶς, τῆς γυναικὸς τοῦ Ἡσαῦ.

Γεν. 36,13

οὗτοι δὲ υἱοὶ Ῥαγουήλ· Ναχόθ, Ζαρέ, Σομὲ καὶ Μοζέ· οὗτοι ἦσαν υἱοὶ Βασεμὰθ γυναικὸς Ἡσαῦ.

Κολιτσάρα

Οἱ δὲ υἱοὶ τοῦ Ραγουήλ ἦσαν· Ὁ Ναχόθ, ὁ Ζαρέ, ὁ Σομὲ καὶ ὁ Μοζέ, ἔγγονοι τῆς Βασεμάθ, συζύγου τοῦ Ἡσαῦ.

Τρεμπέλα

Οἱ υἱοὶ τοῦ Ραγουὴλ (τοῦ ἄλλου υἱοῦ τοῦ Ἡσαῦ) εἶναι οἱ ἀκόλουθοι: Ὁ Ναχόθ, ὁ Ζαρέ, ὁ Σομὲ καὶ ὁ Μοζέ. Αὐτοὶ ἦσαν ἀπόγονοι τῆς Βασεμάθ, τῆς γυναικὸς τοῦ Ἡσαῦ.

Γεν. 36,14

οὗτοι δὲ υἱοὶ Ὀλιβεμᾶς θυγατρὸς Ἀνὰ τοῦ υἱοῦ Σεβεγών, γυναικὸς Ἡσαῦ· ἔτεκε δὲ τῷ Ἡσαῦ τὸν Ἰεοὺς καὶ τὸν Ἰεγλὸμ καὶ τὸν Κορέ.

Κολιτσάρα

Οἱ δὲ υἱοὶ τῆς Ὀλιβεμᾶς, συζύγου τοῦ Ὁσαῦ, θυγατρὸς Ἀνά, τοῦ υἱοῦ τοῦ Σεβεγών, ἦσαν ὁ Ἰεούς, ὁ Ἰεγλὸμ καὶ ὁ Κορέ.

Τρεμπέλα

Οἱ δὲ υἱοὶ τῆς γυναικὸς τοῦ Ἡσαῦ Ὀλιβεμᾶς, θυγατρὸς τοῦ Ἀνά, τοῦ υἱοῦ τοῦ Σεβεγών, εἶναι οἱ ἀκόλουθοι: Ἡ Ὀλιβεμὰ ἐγέννησεν εἰς τὸν Ἡσαῦ τὸν Ἰεούς, τὸν Ἰεγλὸμ καὶ τὸν Κορέ.

Γεν. 36,15

οὗτοι ἡγεμόνες υἱοὶ Ἡσαῦ· υἱοὶ Ἑλιφὰς πρωτοτόκου Ἡσαῦ· ἡγεμὼν Θαιμάν, ἡγεμὼν Ὡμάρ, ἡγεμὼν Σωφάρ, ἡγεμὼν Κενέζ,

Κολιτσάρα

Αὐτοὶ ἦσαν οἱ ἀπόγονοι τοῦ Ἡσαῦ, οἱ ἄρχοντες τῶν φυλῶν, υἱοὶ τοῦ Ἑλιφὰς πρωτοτόκου τοῦ Ἡσαῦ· Ὁ φύλαρχος Θαιμάν, ὁ φύλαρχος Ὡμάρ, ὁ φύλαρχος Σωφάρ, ὁ φύλαρχος Κενέζ,

Τρεμπέλα

Αὐτοὶ εἶναι οἱ ἀπόγονοι, ποὺ προῆλθαν ἀπὸ τὸν Ἡσαῦ, οἱ φύλαρχοι (ἀρχηγοί) υἱοὶ τοῦ Ἑλιφάς, πρωτοτόκου υἱοῦ τοῦ Ἡσαῦ: Ὁ φύλαρχος Θαιμάν, ὁ φύλαρχος Ὡμάρ, ὁ φύλαρχος Σωφάρ, ὁ φύλαρχος Κενέζ,

Γεν. 36,16

ἡγεμὼν Κορέ, ἡγεμὼν Γοθώμ, ἡγεμὼν Ἀμαλήκ· οὗτοι ἡγεμόνες Ἑλιφὰς ἐν γῇ Ἰδουμαίᾳ· οὗτοι υἱοὶ Ἀδᾶς.

Κολιτσάρα

ὁ φύλαρχος Κορέ, ὁ φύλαρχος Γοθὼμ ὁ φύλαρχος Ἀμαλήκ. Αὐτοὶ ἦσαν οἱ φύλαρχοι τοῦ Ἑλιφὰς εἰς τὴν χώραν τῶν Ἰδουμαίων, παιδιά τῆς Ἀδᾶς.

Τρεμπέλα

ὁ φύλαρχος Κορέ, ὁ φύλαρχος Γοθώμ, ὁ φύλαρχος Ἀμαλήκ. Αὐτοὶ εἶναι οἱ φύλαρχοι (ἀρχηγοί) τοῦ Ἑλιφὰς εἰς τὴν χώραν τῆς Ἰδουμαίας. Ὅλοι αὐτοὶ εἶναι ἀπόγονοι τῆς Ἀδᾶς, γυναικὸς τοῦ Ἡσαῦ.

Γεν. 36,17

καὶ οὗτοι υἱοὶ Ῥαγουὴλ υἱοῦ Ἡσαῦ· ἡγεμὼν Ναχώθ, ἡγεμὼν Ζαρέ, ἡγεμὼν Σομέ, ἡγεμὼν Μοζέ· οὗτοι ἡγεμόνες Ῥαγουὴλ ἐν γῇ Ἐδώμ· οὗτοι υἱοὶ Βασεμὰθ γυναικὸς Ἡσαῦ.

Κολιτσάρα

Οἱ δὲ υἱοὶ τοῦ Ραγουήλ, υἱοῦ τοῦ Ἡσαῦ, ἦσαν· Ὁ φύλαρχος Ναχώθ, ὁ φύλαρχος Ζαρέ, ὁ φύλαρχος Σομέ, ὁ φύλαρχος Μοζέ. Αὐτοὶ εἶναι οἱ φύλαρχοι τοῦ Ραγουὴλ εἰς τὴν γῆν Ἐδώμ, ἔγγονοι τῆς Βασεμάθ, συζύγου τοῦ Ἡσαῦ.

Τρεμπέλα

Οἱ υἱοὶ τοῦ Ραγουήλ, υἱοῦ τοῦ Ἡσαῦ, εἶναι οἱ ἀκόλουθοι: Ὁ φύλαρχος Ναχώθ, ὁ φύλαρχος Ζαρέ, ὁ φύλαρχος Σομὲ καὶ ὁ φύλαρχος Μοζέ. Αὐτοὶ εἶναι οἱ φύλαρχοι τοῦ Ραγουὴλ εἰς τὴν χώραν Ἐδώμ (Ἰδουμαίαν). Ὅλοι αὐτοὶ εἶναι ἀπόγονοι τῆς Βασεμάθ, γυναικὸς τοῦ Ἡσαῦ.

Γεν. 36,18

οὗτοι δὲ υἱοὶ Ὀλιβεμᾶς γυναικὸς Ἡσαῦ· ἡγεμὼν Ἰεούλ, ἡγεμὼν Ἰεγλόμ, ἡγεμὼν Κορέ· οὗτοι ἡγεμόνες Ὀλιβεμᾶς θυγατρὸς Ἀνὰ γυναικὸς Ἡσαῦ.

Κολιτσάρα

Οἱ δὲ υἱοὶ τῆς Ὀλιβεμᾶς, συζύγου τοῦ Ἡσαῦ, ἦσαν· Ὁ φύλαρχος Ἰεούλ, ὁ φύλαρχος Ἰεγλόμ, ὁ φύλαρχος Κορέ. Αὐτοὶ ἦσαν φύλαρχοι ἐκ τῆς Ὀλιβεμᾶς, συζύγου τοῦ Ἡσαῦ, κόρης τοῦ Ἀνᾶ.

Τρεμπέλα

Αὐτοὶ δὲ εἶναι οἱ υἱοὶ τῆς Ὀλιβεμᾶς, γυναικὸς τοῦ Ἡσαῦ: Ὁ φύλαρχος Ἰεούλ, ὁ φύλαρχος Ἰεγλόμ, ὁ φύλαρχος Κορέ. Αὐτοὶ εἶναι οἱ φύλαρχοι (ἀρχηγοί), ποὺ προῆλθαν ἀπὸ τὴν Ὀλιβεμά, κόρην τοῦ Ἀνὰ καὶ γυναῖκα τοῦ Ἡσαῦ.

Γεν. 36,19

οὗτοι υἱοὶ Ἡσαῦ, καὶ οὗτοι ἡγεμόνες αὐτῶν. οὗτοι εἰσιν υἱοὶ Ἐδώμ.

Κολιτσάρα

Οἱ ἀνωτέρω ἦσαν υἱοὶ τοῦ Ἡσαῦ καὶ αὐτοὶ εἶναι οἱ φύλαρχοι τούτων, οἱ ἄλλως λεγόμενοι Ἰδουμαῖοι.

Τρεμπέλα

Αὐτοὶ εἶναι οἱ υἱοὶ τοῦ Ἡσαῦ καὶ αὐτοὶ εἶναι οἱ φύλαρχοί των. Αὐτοὶ εἶναι οἱ ἀπόγονοι τοῦ Ἐδώμ (= τοῦ Ἡσαῦ), δηλαδή οἱ Ἰδουμαῖοι.

Γεν. 36,20

Οὗτοι δὲ υἱοὶ Σηεὶρ τοῦ Χορραίου τοῦ κατοικοῦντος τὴν γῆν· Λωτάν, Σωβάλ, Σεβεγών, Ἀνὰ

Κολιτσάρα

Οἱ δὲ κατωτέρω εἶναι τέκνα τοῦ Σείρ, υἱοῦ τοῦ Χορραίου, ὁ ὁποῖος κατοικοῦσεν εἰς τὴν περιοχὴν τοῦ ὄρους Σηείρ· Ὁ Λωτάν, ὁ Σωβάλ, ὁ Σεβεγών, ὁ Ἀνά,

Τρεμπέλα

Οἱ υἱοὶ Σηεὶρ τοῦ Χορραίου, οἱ ὁποῖοι ὑπῆρξαν οἱ πρῶτοι κάτοικοι τῆς περιοχῆς, ἦσαν οἱ ἀκόλουθοι: Ὁ Λωτάν, ὁ Σωβάλ, ὁ Σεβεγών, ὁ Ἀνὰ

Γεν. 36,21

καὶ Δησὼν καὶ Ἀσὰρ καὶ Ῥισών· οὗτοι ἡγεμόνες τοῦ Χορραίου τοῦ υἱοῦ Σηεὶρ ἐν τῇ γῇ Ἐδώμ.

Κολιτσάρα

ὁ Δησών, ὁ Ἀσὰρ καὶ ὁ Ρισών. Αὐτοὶ εἶναι φύλαρχοι τοῦ Χορραίου, υἱοῦ τοῦ Σηεὶρ εἰς τὴν χώραν τῆς Ἐδώμ.

Τρεμπέλα

καὶ ὁ Δησὼν καὶ ὁ Ἀσὰρ καὶ ὁ Ρισών. Αὐτοὶ ἦσαν οἱ ἀρχηγοὶ τῶν φυλῶν, ποὺ προῆλθαν ἀπὸ τὸν Χορραῖον, τὸν υἱὸν Σηείρ, εἰς τὴν χώραν Ἐδώμ (= τὴν Ἰδουμαίαν).

Γεν. 36,22

ἐγένοντο δὲ υἱοὶ Λωτάν· Χορρὶ καὶ Αἰμάν· ἀδελφὴ δὲ Λωτὰν Θαμνά.

Κολιτσάρα

Ὁ δὲ Λωτὰν ἀπέκτησεν υἱούς· Τὸν Χορρὶ καὶ τὸν Αἰμάν. Ἀδελφὴ δὲ τοῦ Λωτὰν ἦτο ἡ Θαμνά.

Τρεμπέλα

Οἱ δὲ υἱοὶ (ἀρχηγοὶ φυλῶν) τοῦ Λωτὰν ἦσαν: Ὁ Χορρὶ καὶ ὁ Αἰμάν· ἀδελφὴ δὲ τοῦ Λωτὰν ἦταν ἡ Θαμνά.

Γεν. 36,23

οὗτοι δὲ υἱοὶ Σωβάλ· Γωλὰμ καὶ Μαναχὰθ καὶ Γαιβὴλ καὶ Σωφὰρ καὶ Ὡμάρ.

Κολιτσάρα

Υἱοὶ δὲ τοῦ Σωβὰλ ἦσαν· Ὁ Γωλάμ, ὁ Μαναχάθ, ὁ Γαιβήλ, ὁ Σωφὰρ καὶ ὁ Ὡμάρ.

Τρεμπέλα

Οἱ δὲ υἱοί (ἀρχηγοὶ φυλῶν) τοῦ Σωβὰλ ἦσαν: Ὁ Γωλάμ, ὁ Μαναχάθ, ὁ Γαιβήλ, ὁ Σωφὰρ καὶ ὁ Ὡμάρ.

Γεν. 36,24

καὶ οὗτοι υἱοὶ Σεβεγών· Ἀϊὲ καὶ Ἀνά· οὗτός ἐστιν Ἀνά, ὃς εὗρε τὸν Ἰαμεὶν ἐν τῇ ἐρήμῳ, ὅτε ἔνεμε τὰ ὑποζύγια Σεβεγὼν τοῦ πατρὸς αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

Υἱοὶ δὲ τοῦ Σεβεγὼν ἦσαν· Ὁ Ἀϊὲ καὶ ὁ Ἀνά. Αὐτὸς δὲ ὁ Ἀνὰ εἶναι ἐκεῖνος ποὺ εὗρε τὸν Ἰαμεὶν εἰς τὴν ἔρημον, ὅταν ἔβοσκε τὰ ὑποζύγια τοῦ πατρός του Σεβεγών.

Τρεμπέλα

Οἱ υἱοὶ τοῦ Σεβεγὼν ἦσαν οἱ Ἀϊὲ καὶ Ἀνά. Ὁ Ἀνὰ αὐτὸς εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος εὑρῆκε τὸν Ἰαμεὶν εἰς τὴν ἔρημον, ὅταν ἔβοσκε τὰ ὑποζύγια τοῦ Σεβεγών, τοῦ πατέρα του.

Γεν. 36,25

οὗτοι δὲ υἱοὶ Ἀνά· Δησὼν καὶ Ὀλιβεμὰ θυγάτηρ Ἀνά.

Κολιτσάρα

Υἱοὶ δὲ τοῦ Ἀνὰ ἦσαν· Ὁ Δησὼν καὶ ἡ Ὀλιβεμά, θυγάτηρ τοῦ Ἀνά.

Τρεμπέλα

Οἱ δὲ υἱοὶ τοῦ Ἀνὰ εἶναι οἱ ἀκόλουθοι: Ὁ Δησὼν καὶ ἡ Ὀλιβεμά, θυγατέρα τοῦ Ἀνά.

Γεν. 36,26

οὗτοι δὲ υἱοὶ Δησών· Ἀμαδὰ καὶ Ἀσβὰν καὶ Ἰθρὰν καὶ Χαρράν.

Κολιτσάρα

Οἱ δὲ υἱοὶ τοῦ Δησὼν ἦσαν· Ὁ Ἀμαδά, ὁ Ἀσβάν, ὁ Ἰθρὰν καὶ ὁ Χαρράν.

Τρεμπέλα

Οἱ υἱοὶ τοῦ Δησὼν εἶναι οἱ ἀκόλουθοι: Ὁ Ἀμαδά, ὁ Ἀσβάν, ὁ Ἰθρὰν καὶ ὁ Χαρράν.

Γεν. 36,27

οὗτοι δὲ υἱοὶ Ἀσάρ· Βαλαὰμ καὶ Ζουκὰμ καὶ Ἰουκάμ.

Κολιτσάρα

Οἱ υἱοὶ τοῦ Ἀσὰρ ἦσαν· Ὁ Βαλαάμ, ὁ Ζουκὰμ καὶ ὁ Ἰουκάμ.

Τρεμπέλα

Οἱ υἱοὶ τοῦ Ἀσὰρ εἶναι οἱ ἀκόλουθοι: Ὁ Βαλαὰμ καὶ ὁ Ζουκὰμ καὶ ὁ Ἰουκάμ.

Γεν. 36,28

οὗτοι δὲ υἱοὶ Ῥισών· Ὧς καὶ Ἀράν.

Κολιτσάρα

Οἱ υἱοὶ τοῦ Ρισὼν ἦσαν· Ὁ Ὧς καὶ ὁ Ἀράν.

Τρεμπέλα

Οἱ υἱοὶ τοῦ Ρισὼν εἶναι οἱ ἀκόλουθοι: Ὁ Ὧς καὶ ὁ Ἀράν.

Γεν. 36,29

οὗτοι δὲ ἡγεμόνες Χορρί· ἡγεμὼν Λωτάν, ἡγεμὼν Σωβάλ, ἡγεμὼν Σεβεγών, ἡγεμὼν Ἀνά,

Κολιτσάρα

Οἱ φύλαρχοι δὲ τοῦ Χορρὶ ἦσαν· Ὁ φύλαρχος Λωτάν, ὁ φύλαρχος Σωβάλ, ὁ φύλαρχος Σεβεγών, ὁ φύλαρχος Ἀνά,

Τρεμπέλα

Οἱ δὲ φύλαρχοι (ἡγεμόνες) τῶν Χορριτῶν εἶναι ὁ φύλαρχος Λωτάν, ὁ φύλαρχος Σωβάλ, ὁ φύλαρχος Σεβεγών, ὁ φύλαρχος Ἀνά,

Γεν. 36,30

ἡγεμὼν Δησών, ἡγεμὼν Ἀσάρ, ἡγεμὼν Ῥισών. οὗτοι ἡγεμόνες Χορρὶ ἐν ταῖς ἡγεμονίαις αὐτῶν ἐν γῇ Ἐδώμ.

Κολιτσάρα

ὁ φύλαρχος Δησών, ὁ φύλαρχος Ἀσάρ, ὁ φύλαρχος Ρισών. Αὐτοὶ εἶναι φύλαρχοι, ἀπόγονοι τοῦ Χορρί, εἰς τὰς φυλαρχίας των τῆς χώρας Ἐδώμ.

Τρεμπέλα

ὁ φύλαρχος Δησών, ὁ φύλαρχος Ἀσάρ, ὁ φύλαρχος Ρισών. Ὅλοι αὐτοὶ εἶναι οἱ φύλαρχοι τῶν Χορριτῶν (ἢ Χορραίων) κατὰ τὶς φυλές των εἰς τὴν χώραν Ἐδώμ (τὴν Ἰδουμαίαν).

Γεν. 36,31

Καὶ οὗτοι οἱ βασιλεῖς οἱ βασιλεύσαντες ἐν Ἐδὼμ πρὸ τοῦ βασιλεῦσαι βασιλέα ἐν Ἰσραήλ.

Κολιτσάρα

Οἱ κατωτέρω εἶναι βασιλεῖς, οἱ ὁποῖοι ἐβασίλευσαν εἰς τὴν Ἰδουμαίαν, πρὶν βασιλεύση μεταξὺ τῶν Ἰσραηλιτῶν ἀπόγονος τοῦ Ἰακώβ.

Τρεμπέλα

Οἱ βασιλεῖς, ποὺ ἐβασίλευσαν εἰς τὴν χώραν Ἐδώμ, πρὶν ἀκόμη βασιλεύσῃ εἰς τὸν λαὸν τοῦ Ἰσραὴλ βασιλιᾶς ἀπόγονος τοῦ Ἰακώβ, εἶναι οἱ ἀκόλουθοι:

Γεν. 36,32

καὶ ἐβασίλευσεν ἐν Ἐδὼμ Βαλὰκ υἱὸς Βεώρ, καὶ ὄνομα τῇ πόλει αὐτοῦ Δενναβά.

Κολιτσάρα

Ἐβασίλευσεν εἰς τὴν Ἰδουμαίαν ὁ Βαλάκ, ὁ υἱὸς Βεώρ, καὶ ἡ πόλις του ὠνομάσθη Δενναβά.

Τρεμπέλα

Εἰς τὴν Ἐδώμ (Ἰδουμαίαν) ἐβασίλευσεν ὁ Βαλάκ, ὁ υἱὸς τοῦ Βεώρ, ἡ δὲ πόλις, εἰς τὴν ὁποίαν ἐβασίλευσεν, ὠνομάσθη Δενναβά.

Γεν. 36,33

ἀπέθανε δὲ Βαλάκ, καὶ ἐβασίλευσεν ἀντ’ αὐτοῦ Ἰωβὰβ υἱὸς Ζαρὰ ἐκ Βοσόρρας.

Κολιτσάρα

Μετὰ δὲ τὸν θάνατον τοῦ Βαλὰκ ἐβασίλευσεν ἀντ’ αὐτοῦ ὁ Ἰωβάβ, ὁ υἱὸς τοῦ Ζαρά καὶ τῆς Βοσόρρας.

Τρεμπέλα

Ἀπέθανε δὲ ὁ Βαλὰκ καὶ εἰς τὴν θέσιν του ἐβασίλευσεν ὁ Ἰωβάβ, ὁ υἱὸς τοῦ Ζαρά, τὸν ὁποῖον ἀπέκτησεν ἀπὸ τὴν Βοσσόραν.

Γεν. 36,34

ἀπέθανε δὲ Ἰωβάβ, καὶ ἐβασίλευσεν ἀντ’ αὐτοῦ Ἀσὼμ ἐκ τῆς γῆς Θαιμανών.

Κολιτσάρα

Μετὰ τὸν θάνατον τοῦ Ἰωβὰβ ἐβασίλευσεν ἀντ’ αὐτοῦ ὁ Ἀσώμ, ὁ καταγόμενος ἀπὸ τὴν χώραν Θαιμανών.

Τρεμπέλα

Ἀπέθανε δὲ ὁ Ἰωβὰβ καὶ εἰς τὴν θέσιν του ἐβασίλευσεν ὁ Ἀσώμ, ὁ ὁποῖος κατήγετο ἀπὸ τὴν χώραν Θαιμανῶν.

Γεν. 36,35

ἀπέθανε δὲ Ἀσώμ, καὶ ἐβασίλευσεν ἀντ’ αὐτοῦ Ἀδὰδ υἱὸς Βαρὰδ ὁ ἐκκόψας Μαδιὰμ ἐν τῷ πεδίῳ Μωάβ, καὶ ὄνομα τῇ πόλει αὐτοῦ Γετθαίμ.

Κολιτσάρα

Μετὰ τὸν θάνατον τοῦ Ἀσὼμ ἐβασίλευσεν ἀντ’ αὐτοῦ ὁ Ἀδάδ, υἱὸς τοῦ Βαράδ, ὁ ὁποῖος εἶχε κατακόψει τοὺς Μαδιανίτας εἰς τὴν πεδιάδα Μωάβ. Τὸ ὄνομα τῆς πόλεώς του ἦτο Γετθαίμ.

Τρεμπέλα

Ἀπέθανε δὲ ὁ Ἀσὼμ καὶ εἰς τὸν θρόνον του ἐβασίλευσεν ὁ Ἀδάδ, ὁ υἱὸς τοῦ Βαράδ, ὁ ὁποῖος ἐνίκησε καὶ κατετρόπωσε τὸν Μαδιὰμ εἰς τὴν πεδιάδα τῆς χώρας Μωάβ. Ἡ πόλις, εἰς τὴν ὁποίαν ἐβασίλευσεν, ὠνομάσθη Γετθαίμ.

Γεν. 36,36

ἀπέθανε δὲ Ἀδάδ, καὶ ἐβασίλευσεν ἀντ’ αὐτοῦ Σαμαδὰ ἐκ Μασεκκᾶς.

Κολιτσάρα

Μετὰ τὸν θάνατον τοῦ Ἀδὰδ ἐβασίλευσεν ὁ Σαμαδά, ὁ καταγόμενος ἐκ τῆς Μασεκκᾶς.

Τρεμπέλα

Ἀπέθανε δὲ ὁ Ἀδὰδ καὶ εἰς τὴν θέσιν του ἐβασίλευσεν ὁ Σαμαδά, ποὺ κατήγετο ἀπὸ τὴν Μασεκκᾶν.

Γεν. 36,37

ἀπέθανε δὲ Σαμαδά, καὶ ἐβασίλευσεν ἀντ’ αὐτοῦ Σαοὺλ ἐκ Ῥοωβὼθ τῆς παρὰ ποταμόν.

Κολιτσάρα

Μετὰ τὸν θάνατον τοῦ Σαμαδά, ἐβασίλεευσεν ἀντ’ αὐτοῦ ὁ Σαούλ, ὁ ὁποῖος κατήγετε ἀπὸ τὴν Ροωβώθ, τὴν εὐριοκομένην πλησίον ποταμοῦ.

Τρεμπέλα

Ἀπέθανε δὲ ὁ Σαμαδὰ καὶ εἰς τὴν θέσιν του ἐβασίλευσεν ὁ Σαούλ, ποὺ κατήγετο ἀπὸ τὴν Ροωβώθ, ἡ ὁποία ἦταν κτισμένη εἰς τὶς ὄχθες τοῦ ποταμοῦ (Εὐφράτου).

Γεν. 36,38

ἀπέθανε δὲ Σαούλ, καὶ ἐβασίλευσεν ἀντ’ αὐτοῦ Βαλαεννὼν υἱὸς Ἀχοβώρ.

Κολιτσάρα

Μετὰ τὸν θάνατον τοῦ Σαοὺλ ἐβασίλευσεν ἀντ’ αὐτοῦ ὁ Βαλαεννών, υἱὸς τοῦ Ἀχοβώρ.

Τρεμπέλα

Ἀπέθανε δὲ ὁ Σαοὺλ καὶ εἰς τὸν θρόνον του ἐβασίλευσεν ὁ Βαλαεννών, υἱὸς τοῦ Ἀχοβώρ.

Γεν. 36,39

ἀπέθανε δὲ Βαλαεννὼν υἱὸς Ἀχοβώρ, καὶ ἐβασίλευσεν ἀντ’ αὐτοῦ Ἀρὰδ υἱὸς Βαράδ, καὶ ὄνομα τῇ πόλει αὐτοῦ Φογώρ, ὄνομα δὲ τῇ γυναικὶ αὐτοῦ Μετεβεήλ, θυγάτηρ Ματραΐθ, υἱοῦ Μαιζοώβ.

Κολιτσάρα

Μετὰ τὸν θάνατον τοῦ Βαλαεννών, υἱοῦ Ἀχοβὼρ ἐβασίλευσεν ἀντ’ αὐτοῦ ὁ Ἀράδ, υἱὸς τοῦ Βαράδ. Ἡ δὲ πόλις του ὠνομάζετο Φογώρ. Τὸ ὄνομα τῆς γυναικός του ἦτο Μετεβεὴλ κόρης τοῦ Ματραΐθ, υἱοῦ τοῦ Μαιζοώβ.

Τρεμπέλα

Ἀπέθανε δὲ ὁ Βαλαεννών, υἱὸς τοῦ Ἀχοβώρ, καὶ τὸν διεδέχθη ὁ Ἀράδ, υἱὸς τοῦ Βαράδ. Ἡ πόλις, εἰς τὴν ὁποίαν ἐβασίλευσεν, ὠνομάζετο Φογώρ, τὸ δὲ ὄνομα τῆς γυναικός του ἦταν Μετεβεήλ· αὐτὴ ἦταν κόρη τοῦ Ματραΐθ, υἱοῦ τοῦ Μαιζοώβ.

Γεν. 36,40

Ταῦτα τὰ ὀνόματα τῶν ἡγεμόνων Ἡσαῦ ἐν ταῖς φυλαῖς αὐτῶν κατὰ τόπον αὐτῶν, ἐν ταῖς χώραις αὐτῶν καὶ ἐν τοῖς ἔθνεσιν αὐτῶν. ἡγεμὼν Θαμνά, ἡγεμὼν Γωλά, ἡγεμὼν Ἰεθέρ,

Κολιτσάρα

Αὐτὰ ἦσαν τὰ ὀνόματα τῶν φυλάρχων, ἀπογόνων τοῦ Ἡσαῦ, τοῦ καθ’ ἑνὸς εἰς τὴν φυλὴν καὶ εἰς τὸν τόπον του, εἰς τὴν χώραν καὶ εἰς τὸν λαόν του. Ὁ φύλαρχος Θαμνά, ὁ φύλαρχος Γωλά, ὁ φύλαρχος Ἰεθέρ,

Τρεμπέλα

Τὰ ὀνόματα τῶν φυλάρχων (ἀρχηγῶν) τοῦ Ἡσαῦ κατὰ τὶς φυλές, τὶς περιοχές, τὶς χῶρες καὶ τὰ ἔθνη των εἶναι τὰ ἀκόλουθα: Ὁ φύλαρχος Θαμνά, ὁ φύλαρχος Γωλά, ὁ φύλαρχος Ἰεθέρ,

Γεν. 36,41

ἡγεμὼν Ὀλιβεμάς, ἡγεμὼν Ἡλάς, ἡγεμὼν Φινών,

Κολιτσάρα

ὁ φύλαρχος Ὀλιβεμάς, ὁ φύλαρχος Ἡλάς, ὁ φύλαρχος Φινών,

Τρεμπέλα

ὁ φύλαρχος Ὀλιβεμάς, ὁ φύλαρχος Ἡλάς, ὁ φύλαρχος Φινών,

Γεν. 36,42

ἡγεμὼν Κενέζ, ἡγεμὼν Θαιμάν, ἡγεμὼν Μαζάρ,

Κολιτσάρα

ὁ φύλαρχος Κενέζ, ὁ φύλαρχος Θαιμάν, ὁ φύλαρχος Μαζάρ,

Τρεμπέλα

ὁ φύλαρχος Κενέζ, ὁ φύλαρχος Θαιμάν, ὁ φύλαρχος Μαζάρ,

Γεν. 36,43

ἡγεμὼν Μαγεδιήλ, ἡγεμὼν Ζαφωίν. οὗτοι ἡγεμόνες Ἐδὼμ ἐν ταῖς κατῳκοδομημέναις ἐν τῇ γῇ τῆς κτήσεως αὐτῶν. οὗτος Ἡσαῦ πατὴρ Ἐδώμ.

Κολιτσάρα

ὁ φύλαρχος Μαγεδιήλ, ὁ φύλαρχος Ζαφωίν. Αὐτοὶ ἦσαν Ἰδουμαῖοι φύλαρχοι, οἱ ὁποῖοι κατοικοῦσαν εἰς πόλεις οἰκοδομημένας εἰς περιοχὰς τῆς ἰδιοκτησίας των. Ὁ δὲ Ἡσαῦ εἶναι ὁ γενάρχης τῶν Ἐδωμιτῶν, οἱ ὁποῖοι ἐκαλοῦντο καὶ Ἰδουμαῖοι.

Τρεμπέλα

ὁ φύλαρχος Μαγεδιὴλ καὶ ὁ φύλαρχος Ζαφωίν. Ὅλοι αὐτοὶ ἦσαν οἱ φύλαρχοι (ἀρχηγοὶ) τῶν φυλῶν Ἐδώμ (οἱ Ἰδουμαῖοι), κατὰ τὶς πόλεις ποὺ κατοικοῦσαν καὶ τὶς ὁποῖες εἶχαν οἰκοδομήσει εἰς περιοχὲς τῆς ἰδιοκτησίας των. Ό Ἡσαῦ αὐτὸς εἶναι ὁ γενάρχης τῶν Ἐδωμιτῶν ἢ Ἰδουμαίων.

Κεφάλαιο 37

Γεν. 37,1

Κατῴκει δὲ Ἰακὼβ ἐν τῇ γῇ, οὗ παρῴκησεν ὁ πατὴρ αὐτοῦ, ἐν γῇ Χαναάν.

Κολιτσάρα

Ὁ Ἰακὼβ ἔμενεν εἰς τὴν χώραν, ὅπου καὶ ὁ πατήρ του ὁ Ἰσαὰκ εἶχε παροικήσει, δηλαδὴ εἰς τὴν Χαναάν.

Τρεμπέλα

Ὁ μὲν Ἡσαῦ κατοίκησε εἰς τὴν ὀρεινὴν περιοχὴν Σηείρ, ὁ δὲ Ἰακὼβ συνέχιζε νὰ κατοικῇ ὡς ξένος εἰς τὴν χώραν, εἰς τὴν ὁποίαν εἶχε παροικήσει καὶ ὁ πατέρας του ὁ Ἰσαάκ, δηλαδὴ εἰς τὴν Χαναὰν καὶ συγκεκριμένως εἰς τὴν Χεβρών.

Γεν. 37,2

αὗται δὲ αἱ γενέσεις Ἰακώβ· Ἰωσὴφ δὲ δέκα καὶ ἑπτὰ ἐτῶν ἦν, ποιμαίνων τὰ πρόβατα τοῦ πατρὸς αὐτοῦ μετὰ τῶν ἀδελφῶν αὐτοῦ, ὢν νέος, μετὰ τῶν υἱῶν Βαλλᾶς καὶ μετὰ τῶν υἱῶν Ζελφᾶς τῶν γυναικῶν τοῦ πατρὸς αὐτοῦ· κατήνεγκαν δὲ Ἰωσὴφ ψόγον πονηρὸν πρὸς Ἰσραὴλ τὸν πατέρα αὐτῶν.

Κολιτσάρα

Αὐτὴ δὲ εἶναι ἐν συνεχείᾳ ἡ ἱστορία τῆς οἰκογενείας τοῦ Ἰακώβ. Ὁ Ἰωσὴφ εἰς ἡλικίαν δέκα ἑπτὰ ἐτῶν, ἔφηβος, ἔβοσκε τὰ πρόβατα τοῦ πατρός του, μαζῆ μὲ τοὺς ἀδελφούς του, τοὺς υἱοὺς τοὺς ὁποίους εἶχεν ἀποκτήσει ὁ ποτήρ του ἐκ τῆς Βαλλᾶς καὶ Ζελφᾶς. Ἐκεῖνοι διέβαλαν τὸν Ἰωσὴφ πρὸς τὸν πατέρα των, ὅτι δῆθεν εἶχε διαπράξει κάποιο μεγάλο ἁμάρτημα.

Τρεμπέλα

Αὐτὴ δὲ εἶναι εἰς τὴν συνέχειαν ἡ ἱστορία τῆς οἰκογενείας τοῦ Ἰακώβ. Ὁ Ἰωσὴφ ἦταν δεκαεπτὰ ἐτῶν καὶ ἔβοσκε τὰ πρόβατα τοῦ πατέρα του μαζὶ μὲ τοὺς ἀδελφούς του, τοὺς υἱοὺς τῆς Βαλλᾶς καὶ τοὺς υἱοὺς τῆς Ζελφᾶς, τῶν (παλλακῶν) γυναικῶν τοῦ πατέρα του. Ὅμως οἱ ἄλλοι ἀδελφοὶ ἐσυκοφάντησαν τὸν Ἰωσὴφ πρὸς τὸν πατέρα των, ὅτι δῆθεν εἶχε κάμει μεγάλην ἁμαρτίαν.

Γεν. 37,3

Ἰακὼβ δὲ ἠγάπα τὸν Ἰωσὴφ παρὰ πάντας τοὺς υἱοὺς αὐτοῦ, ὅτι υἱὸς γήρως ἦν αὐτῷ· ἐποίησε δὲ αὐτῷ χιτῶνα ποικίλον.

Κολιτσάρα

Ὁ Ἰακὼβ ὅμως ἀγαποῦσε τὸν Ἰωσὴφ περισσότερον ἀπὸ ὅλα τὰ ἄλλα παιδιά του, καὶ διὰ τὸν λόγον ὅτι ἦτο υἱὸς γεννηθεὶς κατὰ τὸ γῆρας αὐτοῦ. Ἀπὸ τὴν ἀγάπην δὲ αὐτὴν κινούμενος τοῦ κατεσκεύασεν ἕνα πολύχρωμον χιτῶνα.

Τρεμπέλα

Ὁ Ἰακὼβ ὅμως παρὰ τὴν συκοφαντίαν ἀγαποῦσε τὸν Ἰωσὴφ περισσότερον ἀπὸ ὅλους τοὺς ἄλλους υἱούς του, διότι ἦταν τὸ παιδὶ τῶν γηρατειῶν του. Διὰ τοῦτο κατεσκεύασε διὰ τὸν Ἰωσὴφ χιτῶνα ποικιλόχρωμον μὲ μακρυὰ μανίκια.

Γεν. 37,4

ἰδόντες δὲ οἱ ἀδελφοὶ αὐτοῦ, ὅτι αὐτὸν ὁ πατὴρ φιλεῖ ἐκ πάντων τῶν υἱῶν αὐτοῦ, ἐμίσησαν αὐτὸν καὶ οὐκ ἠδύναντο λαλεῖν αὐτῷ οὐδὲν εἰρηνικόν.

Κολιτσάρα

Ὅταν οἱ ἀδελφοί του εἶδον ὅτι ὁ πατέρας των ἀγαπᾷ περισσότερον ἀπὸ ὅλα τὰ ἄλλα παιδιά του τὸν Ἰωσήφ, τὸν ἐφθόνησαν καὶ τὸν ἐμίσησαν. Δὲν ἤθελαν νὰ ἔχουν μὲ αὐτὸν σχέσεις ἀδελφικῆς ἀγάπης καὶ ἐξ αἰτίας τοῦ φθόνου των δὲν ἠμποροῦσαν νὰ ὁμιλήσουν πρὸς αὐτὸν τίποτε τὸ εἰρηνικὸν καὶ φιλικόν.

Τρεμπέλα

Ὅταν ὅμως οἱ ἀδελφοί του εἶδαν, ὅτι ὁ πατέρας των Ἰακὼβ ἀγαπᾷ, τὸν Ἰωσὴφ περισσότερον ἀπὸ ὅλα τὰ ἄλλα παιδιά του, τὸν ἐφθόνησαν καὶ τὸν ἐμίσησαν. Ὁ φθόνος δὲ καὶ τὸ μῖσος τοὺς ἐκυρίευσαν τόσον, ὥστε δεν ἠμποροῦσαν νὰ εἶπουν εἰς τὸν Ἰωσὴφ κανένα λόγον μὲ τρόπον γλυκόν, φιλικὸν καὶ ἀδελφικόν. Δὲν τοῦ συμπεριεφέροντο εἰρηνικά, ἀλλὰ ὡσὰν νὰ εὑρίσκοντο μαζί του εἰς πόλεμον.

Γεν. 37,5

Ἐνυπνιασθεὶς δὲ Ἰωσὴφ ἐνύπνιον ἀπήγγειλεν αὐτὸ τοῖς ἀδελφοῖς αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

Κάποτε ὁ Ἰωσὴφ εἶδεν ἕνα παράδοξον ὄνειρον, τὸ ὁποῖον καὶ ἀνέφερεν εἰς τοὺς ἀδελφούς του.

Τρεμπέλα

Κάποτε ὁ Ἰωσὴφ εἶδε ἕνα ὄνειρον, καὶ ἐπειδὴ ὁ ἴδιος διατηροῦσε τὴν ἀγάπην πρὸς τοὺς ἀδελφοῦς του χωρὶς τίποτε νὰ ὑποψιάζεται, τὸ διηγήθη μὲ ὅλην τὴν ἀθωότητά του εἰς τοὺς ἀδελφούς του

Γεν. 37,6

καὶ εἶπεν αὐτοῖς· ἀκούσατε τοῦ ἐνυπνίου τούτου, οὗ ἐνυπνιάσθην·

Κολιτσάρα

Εἶπεν εἰς αὐτούς· «ἀκούσατε αὐτὸ τὸ ὄνειρον, τὸ ὁποῖον εἶδα ἀπόψε εἰς τὸν ὕπνον μου.

Τρεμπέλα

καὶ εἶπε πρὸς αὐτούς: «Ἀκοῦστε τὸ ὄνειρον τοῦτο, τὸ ὁποῖον εἶδα.

Γεν. 37,7

ᾤμην ὑμᾶς δεσμεύειν δράγματα ἐν μέσῳ τῷ πεδίῳ, καὶ ἀνέστη τὸ ἐμὸν δράγμα καὶ ὠρθώθη, περιστραφέντα δὲ τὰ δράγματα ὑμῶν προσεκύνησαν τὸ ἐμὸν δράγμα.

Κολιτσάρα

Μοῦ ἐφαίνετο ὅτι σεῖς ἐδένατε δεμάτια ἀπὸ στάχυα εἰς τὸ μέσον τῶν χωραφιῶν τῆς πεδιάδος. Ἐσηκώθη τὸ ἰδικόν μου δέμα καὶ ἔμεινεν ὄρθιον, τὰ δὲ ἰδικά σας δεμάτια ἐστράφησαν πρὸς τὸ ἰδικόν μου δεμάτι καὶ τὸ ἐπροσκύνησαν».

Τρεμπέλα

Μοῦ ἐφαίνετο, ὅτι ἐδένατε δεμάτια ἀπὸ στάχυα εἰς τὸ μέσον τοῦ χωραφιοῦ τῆς πεδιάδος καὶ ἔξαφνα ἐσηκώθη μοναχόν του τὸ ἰδικόν μου δεμάτι καὶ ἐστάθη ὄρθιον, τὰ δὲ ἰδικά σας δεμάτια ἐμαζεύθησαν γύρω ἀπὸ αὐτὸ καὶ ἔσκυψαν καὶ ἐπροσκύνησαν τὸ ἰδικόν μου».

Γεν. 37,8

εἶπαν δὲ αὐτῷ οἱ ἀδελφοὶ αὐτοῦ· μὴ βασιλεύων βασιλεύσεις ἐφ’ ἡμᾶς ἢ κυριεύων κυριεύσεις ἡμῶν; καὶ προσέθεντο ἔτι μισεῖν αὐτὸν ἕνεκεν τῶν ἐνυπνίων αὐτοῦ καὶ ἕνεκεν τῶν ῥημάτων αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

Ἀπήντησαν δὲ εἰς αὐτὸν οἱ ἀδελφοί του· «μήπως θὰ γίνῃς βασιλεύς, διὰ νὰ βασιλεύσῃς ἐπάνω μας ἢ κύριος καὶ ἀφέντης μας;» Ἐξ αἰτίας τοῦ ὀνείρου αὐτοῦ καὶ τῶν λόγων, ποὺ τοὺς εἶπε, τὸν ἐμίσησαν ἀκόμη περισσότερον.

Τρεμπέλα

Οἱ ἀδελφοὶ τοῦ Ἰωσήφ, μόλις ἄκουσαν τὸ ὄνειρόν του, τοῦ εἶπαν πειραγμένοι καὶ ἐρεθισμένοι: «Μήπως νομίζεις, ὅτι θὰ γίνῃς βασιλιᾶς καὶ θὰ βασιλεύσῃς ἐπάνω μας ἢ κύριός μας καὶ θὰ μᾶς ἐξουσιάζῃς καὶ θὰ μᾶς διατάζῃς;» Καὶ αὐξήθηκε τὸ μῖσος των ἐναντίον τοῦ Ἰωσὴφ ἀκόμη περισσότερον διὰ τὰ ὄνειρα ποὺ εἶδε καὶ τοὺς ἀνεκοίνωσε καὶ διὰ τὰ ὅσα τοὺς διηγήθηκε.

Γεν. 37,9

εἶδε δὲ ἐνύπνιον ἕτερον καὶ διηγήσατο αὐτῷ τῷ πατρὶ αὐτοῦ καὶ τοῖς ἀδελφοῖς αὐτοῦ, καὶ εἶπεν· ἰδοὺ ἐνυπνιασάμην ἐνύπνιον ἕτερον, ὥσπερ ὁ ἥλιος καὶ ἡ σελήνη καὶ ἕνδεκα ἀστέρες προσεκύνουν με.

Κολιτσάρα

Εἶδεν ὅμως καὶ ἕνα ἄλλο ὄνειρον, τὸ ὁποῖον διηγήθη εἰς τὸν πατέρα καὶ τοὺς ἀδελφούς του, καὶ εἶπεν· «ἰδοὺ εἰς ἕνα ἄλλο ὄνειρον, ποὺ εἶδον, μοῦ ἐφάνη ὡς ἐὰν ὁ ἥλιος καὶ ἡ σελήνη καὶ ἕνδεκα ἀστέρες μὲ προσκυνοῦσαν».

Τρεμπέλα

Ἐνῷ ὅμως αὐτοὶ τὸν ἐμίσησαν περισσότερον μετὰ τὴν ἀνακοίνωσιν τοῦ ὀνείρου, ὁ Ἰωσὴφ ὅταν εἶδε καὶ ἄλλο ὄνειρον, τὸ διηγήθη ἀμέσως μὲ ὅλην τὴν ἀφελότητά του εἰς τὸν πατέρα καὶ τοὺς ἀδελφούς του καὶ τοὺς εἶπε:«Εἶδα καὶ ἄλλο ὄνειρον· μοῦ ἐφάνη ὡσὰν ὁ ἥλιος καὶ τὸ φεγγάρι καὶ ἕνδεκα ἀστέρια νὰ ἐγύριζαν ὅλα μαζὶ καὶ ὡσὰν νὰ ἔπεφταν κατὰ γῆς καὶ μὲ ἐπροσκυνοῦσαν».

Γεν. 37,10

καὶ ἐπετίμησεν αὐτῷ ὁ πατὴρ αὐτοῦ καὶ εἶπεν αὐτῷ· τί τὸ ἐνύπνιον τοῦτο, ὃ ἐνυπνιάσθης; ἆρά γε ἐλθόντες ἐλευσόμεθα ἐγώ τε καὶ ἡ μήτηρ σου καὶ οἱ ἀδελφοί σου προσκυνῆσαί σοι ἐπὶ τὴν γῆν;

Κολιτσάρα

Ὁ πατήρ του τὸν ἐπέπληξε (διότι ἔσπευσε νὰ ἀνακοινώσῃ καὶ αὐτὸ τὸ ὄνειρον) καὶ τοῦ εἶπε· «τί νομίζεις ὅτι σημαίνει αὐτὸ τὸ ὄνειρον, ποῦ εἶδες; Μήπως θέλεις νὰ πῇς ὅτι ἐγώ, ἡ μητέρα σου καὶ οἱ ἀδελφοί σου θὰ ἔλθωμεν νὰ σὲ προσκυνήσωμεν μέχρις ἐδάφους;»

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ πατέρας του, ἐπειδὴ ἔβλεπε τὸν φθόνον, ποὺ ἐγεννᾶτο εἰς τὶς ψυχὲς τῶν ἄλλων παιδιῶν του καὶ ἐπειδή (ὁ Ἰωσὴφ) δεν ἐκράτησε τὸ ὄνειρον διὰ τὸν ἑαυτόν του, ἀλλὰ τὸ ἀνεκοίνωσε, τὸν ἐπέπληξε καὶ τοῦ εἶπεν, ἐπεξηγῶν ταυτοχρόνως καὶ τὸ ὄνειρον:«Τί σημαίνει τὸ ὄνειρον αὐτό, ποὺ εἶδες εἰς τὸν ὕπνον σου; Μήπως νομίζεις, ὅτι πράγματι καὶ ἐγὼ καὶ ἡ μητέρα σου καὶ οἱ ἀδελφοί σου θὰ ἔλθωμεν νὰ πέσωμεν κατὰ γῆς ἐμπρός σου καὶ νὰ σὲ προακυνήσωμεν;»

Γεν. 37,11

ἐζήλωσαν δὲ αὐτὸν οἱ ἀδελφοὶ αὐτοῦ, ὁ δὲ πατὴρ αὐτοῦ διετήρησε τὸ ῥῆμα.

Κολιτσάρα

Καὶ διὰ τὸν λόγον αὐτὸν οἱ ἀδελφοί του τὸν ἐφθόνησαν ἀκόμη περισσότερον. Ἀλλὰ ὁ πατὴρ ἐφύλαξε μέσα εἰς τὴν καρδιά του τὰ λόγια αὐτὰ τοῦ Ἰωσήφ.

Τρεμπέλα

Διὰ τὸν λόγον αὐτὸν οἱ ἀδελφοί του τὸν ἐφθόνησαν ἀκόμη περισσότερον ὁ πατέρας του ὅμως ἄκουσε μὲ προσοχὴν τὰ ὄνειρα καὶ ἐφύλαξε τὰ λόγια του Ἰωσὴφ εἰς τὰ βάθη τῆς καρδιᾶς του καὶ ἐπερίμενε νὰ ἴδῃ πῶς θὰ ἐπαληθεύσουν τὰ ὄνειρα τοῦ ἀγαπημένου παιδιοῦ του.

Γεν. 37,12

Ἐπορεύθησαν δὲ οἱ ἀδελφοὶ αὐτοῦ βόσκειν τὰ πρόβατα τοῦ πατρὸς αὐτῶν εἰς Συχέμ.

Κολιτσάρα

Κατὰ τὰς ἡμέρας ἐκείνας μετέβησαν οἱ ἀδελφοὶ τοῦ Ἰωσὴφ νὰ βοσκήσουν τὰ πρόβατα τοῦ πατρός των εἰς τὴν περιοχὴν τῆς Συχέμ.

Τρεμπέλα

Οἱ ἀδελφοί του Ἰωσὴφ ἐπῆγαν διὰ νὰ βοσκήσουν τὰ πρόβατα τοῦ πατέρα των εἰς τὴν εὔφορον πεδιάδα τῆς Συχέμ.

Γεν. 37,13

καὶ εἶπεν Ἰσραὴλ πρὸς Ἰωσήφ· οὐχὶ οἱ ἀδελφοί σου ποιμαίνουσιν εἰς Συχέμ; δεῦρο ἀποστείλω σε πρὸς αὐτούς. εἶπε δὲ αὐτῷ· ἰδοὺ ἐγώ.

Κολιτσάρα

Ὁ Ἰακώβ (ἔπειτα ἴσως ἀπὸ μερικὰς ἑβδομάδας) εἶπε πρὸς τὸν Ἰωσήφ· «οἱ ἀδελφοί σου δὲν βόσκουν τὰ πρόβατα εἰς τὴν Συχέμ; Λοιπὸν θὰ σὲ στείλω πρὸς αὐτούς». «Εἶμαι πρόθυμος νὰ μεταβῶ» εἶπεν ὁ Ἰωσήφ.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Ἰσραὴλ ἀνήσυχος διὰ τὰ παιδιά του εἶπε πρὸς τὸν Ἰωσήφ· «οἱ ἀδελφοί σου δὲν βόσκουν τὰ πρόβατα εἰς τὴν περιοχὴν τῆς Συχέμ; Ἔλα καὶ θὰ σὲ ἀποστείλω πρὸς αὐτούς». Ὁ Ἰωσήφ, ὡς πειθαρχικὸς ποὺ ἦταν, ἀπάντησε· «εὐχαρίστως· εἶμαι πρόθυμος νὰ ὑπάγω ἀμέσως».

Γεν. 37,14

εἶπε δὲ αὐτῷ Ἰσραήλ· πορευθεὶς ἰδέ, εἰ ὑγιαίνουσιν οἱ ἀδελφοί σου καὶ τὰ πρόβατα, καὶ ἀνάγγειλόν μοι. καὶ ἀπέστειλεν αὐτὸν ἐκ τῆς κοιλάδος τῆς Χεβρών, καὶ ἦλθεν εἰς Συχέμ.

Κολιτσάρα

Εἶπε δὲ πρὸς αὐτὸν ὁ Ἰακώβ· «πήγαινε ἐκεῖ νὰ ἰδῇς, ἐὰν εἶναι καλὰ εἰς τὴν ὑγείαν των οἱ ἀδελφοί σου, πῶς εἶναι τὰ πρόβατα καὶ ἔλα κατόπιν νὰ μὲ πληροφορήσῃς». Ἔστειλε δὲ αὐτὸν ἀπὸ τὴν κοιλάδα τῆς Χεβρών, εἰς τὴν ὁποίαν ἔμενε, καὶ ὁ Ἰωσὴφ μετέβη εἰς τὴν Συχέμ.

Τρεμπέλα

Τότε ὁ φιλότεκνος Ἰακὼβ τοῦ εἶπε: «Πήγαινε ἐκεῖ καὶ ἰδὲ ἂν εἶναι καλὰ είς τὴν ὑγείαν οἱ ἀδελφοί σου καὶ πῶς εἶναι τὰ πρόβατα καὶ κατόπιν γύρισε πίσω νὰ μὲ πληροφόρησῃς σχετικῶς». Καὶ ὁ Ἰακὼβ ἀπέστειλε τὸν Ἰωσὴφ ἀπὸ τὴν κοιλάδα τῆς Χεβρών, εἰς τὴν ὁποίαν κατοικοῦσε, καὶ ὁ Ἰωσὴφ ἔφθασεν εἰς τὴν πλουσίαν πεδιάδα τῆς Συχέμ.

Γεν. 37,15

καὶ εὗρεν αὐτὸν ἄνθρωπος πλανώμενον ἐν τῷ πεδίῳ· ἠρώτησε δὲ αὐτὸν ὁ ἄνθρωπος λέγων· τί ζητεῖς;

Κολιτσάρα

Καθὼς περιεπλανᾶτο εἰς τὴν πεδιάδα τῆς Συχὲμ τὸν συνήντησε κάποιος ἄνθρωπος καὶ τὸν ἠρώτησε· «τί ζητεῖς ἐδῶ;»

Τρεμπέλα

Καθὼς ὁ Ἰωσὴφ περιεπλανᾶτο εἰς τὴν πεδιάδα, τὸν συνήντησεν ἕνας ἄνθρωπος καὶ τὸν ἐρωτησε: «Τί γυρεύεις ἐδῶ; ποῖον ἀναζητεῖς;

Γεν. 37,16

ὁ δὲ εἶπε· τοὺς ἀδελφούς μου ζητῶ· ἀπάγγειλόν μοι, ποῦ βόσκουσιν.

Κολιτσάρα

Ἐκεῖνος ἀπήντησε· «ζητῶ νὰ εὕρω τοὺς ἀδελφούς μου. Πές μου, ἐὰν γνωρίζῃς ποὺ βόσκουν τὰ πρόβατα».

Τρεμπέλα

Ἐκεῖνος δὲ ἀπάντησε: «Ζητῶ νὰ εὕρω τοὺς ἀδελφούς μου· πές μου, ἐὰν γνωρίζῃς, ποὺ βόσκουν τὰ πρόβατά των;»

Γεν. 37,17

εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ ἄνθρωπος· ἀπῄρκασιν ἐντεῦθεν, ἤκουσα γὰρ αὐτῶν λεγόντων· πορευθῶμεν εἰς Δωθαείμ. καὶ ἐπορεύθη Ἰωσὴφ κατόπισθεν τῶν ἀδελφῶν αὐτοῦ καὶ εὗρεν αὐτοὺς ἐν Δωθαείμ.

Κολιτσάρα

Ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος τοῦ εἶπεν· «ἔχουν ἀναχωρήσει ἀπὸ ἐδῶ, διότι τοὺς ἤκουσα νὰ λέγουν ὅτι θὰ πορευθοῦν εἰς Δωθαείμ». Καὶ ὁ Ἰωσὴφ μετέβη πρὸς τὴν κατεύθυνσιν τῶν ἀδελφῶν του καὶ τοὺς εὑρῆκε πράγματι εἰς τὴν Δωθαείμ.

Τρεμπέλα

Ὁ ἄνθρωπος τοῦ εἶπε: «Ἔχουν κιόλας φύγει ἀπὸ ἐδῶ, διότι τοὺς ἄκουσα νὰ λέγουν· «ἂς μεταβῶμεν εἰς Δωθαείμ». Τότε ὁ Ἰωσὴφ ἐπῆγε πρὸς τὰ βόρεια Συχὲμ πρὸς τὴν κατεύθυνσιν, ποὺ ἀκολούθησαν οἱ ἀδελφοί του καὶ τοὺς εὑρῆκε πράγματι εἰς τὴν πεδιάδα τῆς Δωθαείμ.

Γεν. 37,18

προεῖδον δὲ αὐτὸν μακρόθεν πρὸ τοῦ ἐγγίσαι αὐτὸν πρὸς αὐτοὺς καὶ ἐπονηρεύοντο τοῦ ἀποκτεῖναι αὐτόν.

Κολιτσάρα

Ἐκεῖνοι τὸν εἶδον ἀπὸ μακράν, πρὶν ὅμως πλησιάσῃ πρὸς αὐτοὺς καὶ ὑπὸ τοῦ φθόνου κινούμενοι ἐσκέφθησαν πονηρὰ ἐναντίον του, ἐσκέφθησαν δηλαδὴ καὶ ἀπεφάσισαν νὰ τὸν φονεύσουν.

Τρεμπέλα

Οἱ Ἀδελφοί του τὸν εἶδαν ἀπὸ μακρυὰ πρὶν ἀκόμη νὰ τοὺς πλησιάσῃ, καὶ ἐπειδὴ τὸν ἐφθονοῦσαν καὶ τὸν ἐμισοῦσαν, ἐσκεύθηκαν πονηρὰ ἐναντίον του, συνωμότησαν εἰς βάρος του καὶ ἀπεφάσισαν νὰ τὸν σκοτώσουν.

Γεν. 37,19

εἶπε δὲ ἕκαστος πρὸς τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ· ἰδοὺ ὁ ἐνυπνιαστὴς ἐκεῖνος ἔρχεται·

Κολιτσάρα

Εἶπε δὲ ὁ ἕνας ἀδελφὸς πρὸς τὸν ἄλλον· «νά, ἔρχεται ἐκεῖνος ποὺ βλέπει τὰ ὄνειρα!

Τρεμπέλα

Καὶ εἶπεν ὁ ἕνας ἀδελφὸς πρὸς τὸν ἄλλον μὲ πικρὴ εἰρωνεία: Νά, ἔρχεται ἐκεῖνος, ποὺ εἶδε τὰ ὄνειρα!

Γεν. 37,20

νῦν οὖν δεῦτε ἀποκτείνωμεν αὐτὸν καὶ ῥίψωμεν αὐτὸν εἰς ἕνα τῶν λάκκων καὶ ἐροῦμεν· θηρίον πονηρὸν κατέφαγεν αὐτόν· καὶ ὀψόμεθα, τί ἔσται τὰ ἐνύπνια αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

Λοιπόν, ἐλᾶτε τώρα νὰ τὸν φονεύσωμεν, νὰ τὸν ρίψωμεν εἰς ἕνα ἀπὸ τοὺς λάκκους αὐτοὺς καὶ θὰ εἴπωμεν εἰς τὸν πατέρα ὅτι ἄγριον θηρίον τὸν κατέφαγε. Καὶ ἔτσι θὰ ἰδοῦμε τί θὰ ποῦν τὰ ὄνειρά του καὶ ποιὰ θὰ εἶναι ἡ ἀξία των»!

Τρεμπέλα

Ἐλᾶτε λοιπόν· τώρα εἶναι ἡ κατάλληλη εὐκαιρία· ἐμπρὸς ἂς τὸν σκοτώσωμεν καὶ ἂς τὸν ρίψωμεν εἰς ἕνα ἀπὸ τὰ ξερὰ πηγάδια, ποὺ ὑπάρχουν εἰς τὰ μέρη αὐτά, καὶ κατόπιν ἂς ποῦμε εἰς τὸν πατέρα μας· «τὸν κατέφαγε κάποιο ἄγριον θηρίον». Θὰ ἴδωμεν τότε πῶς ἐπαληθεύονται τὰ ὄνειρά του».

Γεν. 37,21

ἀκούσας δὲ Ῥουβὴν ἐξείλετο αὐτὸν ἐκ τῶν χειρῶν αὐτῶν καὶ εἶπεν· οὐ πατάξωμεν αὐτὸν εἰς ψυχήν.

Κολιτσάρα

Ὁ Ρουβήν, ὁ πρωτότοκος, ὅταν ἤκουσε τὰς πονηρὰς αὐτὰς ἀποφάσεις τῶν ἀδελφῶν του, ἐγλύτωσε τὸν Ἰωσὴφ ἀπὸ τὰ ἀδελφοκτόνα χέρια των εἰπών· «ποτὲ νὰ μὴ φθάσωμεν μέχρι τοῦ σημείου, ὥστε νὰ τοῦ ἀφαιρέσωμεν τὴν ζωήν.

Τρεμπέλα

Ὅταν ὁ Ρουβήν, τὸ πρωτότοκον παιδὶ τοῦ Ἰακώβ, ἄκουσε τὴν ἐγκληματικὴν ἀπόφασιν τῶν ἀδελφῶν του, ἐπροσπάθησε νὰ γλυτώσῃ τὸν Ἰωσὴφ ἀπὸ τὰ χέρια των καὶ τοὺς εἶπε: «Ὄχι· μὴ προχωρήσωμεν εις τὸ ἔγκλημα τοῦ φόνου· ἄς μὴ τοῦ ἀφαιρέσωμεν τὴν ζωήν».

Γεν. 37,22

εἶπε δὲ αὐτοῖς Ῥουβήν· μὴ ἐκχέητε αἷμα· ἐμβάλλετε αὐτὸν εἰς ἕνα τῶν λάκκων τούτων τῶν ἐν τῇ ἐρήμῳ, χεῖρα δὲ μὴ ἐπενέγκητε αὐτῷ· ὅπως ἐξέληται αὐτὸν ἐκ τῶν χειρῶν αὐτῶν καὶ ἀποδῷ αὐτὸν τῷ πατρὶ αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

Μὴ θελήσετε νὰ χύσετε ἀδελφικὸν αἷμα. Ρίψατε καλύτερα αὐτὸν εἰς ἕνα ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς λάκκους τῆς ἐρήμου καὶ μὴ ἀπλώσετε τὸ χέρι σας ἐναντίον του». Αὐτὸς δὲ τὰ ἔλεγε μὲ τὸν σκοπὸν νὰ σώσῃ τὸν Ἰωσὴφ ἀπὸ τὰ χέρια των, νὰ τὸν ἀνασύρῃ κρυφίως ἀπὸ τὸν λάκκον καὶ νὰ τὸν ἀποδώσῃ σῶον εἰς τὸν πατέρα των.

Τρεμπέλα

Καὶ μὲ πολλὴν ἐξυπνάδα καὶ τέχνην ἐπρόσθεσε: «Μὴ χύσετε τὸ αἷμα τοῦ ἀδελφοῦ σας. Ρίψετέ τον μόνον εἰς ἔνα ἀπὸ αὐτὰ τὰ ξερὰ πηγάδια, ποὺ ὑπάρχουν ες τὴν ἔρημον ἔδω γύρω, καὶ μὴ ἀπλώσετε τὰ χέρια σας ἐπάνω του μὲ ἐγκληματικὲς διαθέσεις». Αὐτὰ τὰ εἶπεν ὁ ουβήν, διότι εἶχε σκοπὸν νὰ κερδίσῃ χρόνον καὶ νὰ εὕρῃ εὐκαιρίαν νὰ σώσῃ τὸν Ἰωσὴφ ἀπὸ τὰ χέρια τῶν ἀδελφῶν του καὶ νὰ τὸν ἀποστείλῃ πάλιν πίσω ὑγιῆ καὶ ἀβλαβῆ εἰς τὸν πατέρα του.

Γεν. 37,23

ἐγένετο δὲ ἡνίκα ἦλθεν Ἰωσὴφ πρὸς τοὺς ἀδελφοὺς αὐτοῦ, ἐξέδυσαν Ἰωσὴφ τὸν χιτῶνα τὸν ποικίλον τὸν περὶ αὐτὸν

Κολιτσάρα

Συνέβησαν δὲ τὰ πράγματα ὡς ἑξῆς· Ὅταν ἦλθεν ὁ Ἰωσὴφ εἰς τοὺς ἀδελφούς του, ἐκεῖνοι τοῦ ἀφήρεσαν τὸν ποικιλόχρωμον χιτῶνα, ποὺ ἐφοροῦσε.

Τρεμπέλα

Τὸ τέχνασμα τοῦ Ῥουβὴν ἐπέτυχε. Διότι ὅταν ἦλθεν ὁ Ἰωσὴφ κοντὰ εἰς τοὺς ἀδελφούς του, συνέβη τοῦτο· τοῦ ἔβγαλαν τὸν πλουμιστόν, πολύχρωμον καὶ μὲ μακρυὰ μανίκια χιτῶνα, ποὺ ἐφοροῦσε,

Γεν. 37,24

καὶ λαβόντες αὐτὸν ἔρριψαν εἰς τὸν λάκκον· ὁ δὲ λάκκος κενός, ὕδωρ οὐκ εἶχεν.

Κολιτσάρα

Ἔπειτα τὸν ἐπῆραν καὶ τὸν ἔρριψαν εἰς ἕνα λάκκον. Ὁ λάκκος ἦτο ξηρός, δὲν εἶχε νερό.

Τρεμπέλα

καὶ κατόπιν τὸν ὡδήγησαν καὶ τὸν ἔρριψαν εἰς ἕνα ἐρημικὸν πηγάδι· τὸ πηγάδι ἦταν ξερό, δεν εἶχε νερόν.

Γεν. 37,25

Ἐκάθισαν δὲ φαγεῖν ἄρτον καὶ ἀναβλέψαντες τοῖς ὀφθαλμοῖς εἶδον, καὶ ἰδοὺ ὁδοιπόροι Ἰσμαηλῖται ἤρχοντο ἐκ Γαλαάδ, καὶ αἱ κάμηλοι αὐτῶν ἔγεμαν θυμιαμάτων καὶ ῥητίνης καὶ στακτῆς· ἐπορεύοντο δὲ καταγαγεῖν εἰς Αἴγυπτον.

Κολιτσάρα

Καθὼς ὅμως ἐκάθισαν νὰ φάγουν ἐσήκωσαν τὰ μάτια των καί, νά, εἶδον ὅτι ταξιδιῶται Ἰσμαηλῖται ἤρχοντο ἀπὸ τὴν χώραν Γαλαὰδ μὲ τὰς καμήλους των φορτωμένας ἀπὸ θυμιάματα, ἀπὸ ρητινώδη καὶ ἀρωματώδη εἴδη. Ἐπορεύοντο δέ, νὰ φθάσουν εἰς τὴν Αἴγυπτον, διὰ νὰ πωλήσουν τὸ ἐμπόρευμά των.

Τρεμπέλα

Καὶ ἐνῷ ὁ Ἰωσὴφ θὰ ἀπέθνησκε ἀπὸ τὴν πεῖναν μέσα εἰς τὸ ξερὸ πηγάδι, αὐτοί, ὡσὰν νὰ μὴ συνέβαινε τίποτε, ἐκάθισαν νὰ φάγουν. Καθὼς ὅμως ἐσήκωσαν τὸ βλέμμά των, εἶδαν νὰ ἔρχωνται πρὸς τὸ μέρος των ἀπὸ τὴν Γαλαὰδ ἕνα καραβάνι ἀπὸ Ἰσμαηλῖτες, τῶν ὁποίων οἱ καμῆλες ἦσαν φορτωμένες μὲ ἀρωματικὰ θυμιάματα, ρητίνην ἀπὸ βάλσαμον καὶ λάδι ἀρωματικὸν ἀπὸ λάβδανον. Οἱ ἔμποροι αὐτοὶ ἤρχοντο ἀπὸ τὴν Συρίαν καὶ ἐπερνοῦσαν ἀπὸ τὴν Δωθαεὶμ μὲ κατεύθυνσιν πρὸς τὴν Αἴγυπτον, διὰ νὰ πωλήσουν ἐκεῖ τὰ ἐμπορεύματα των.

Γεν. 37,26

εἶπε δὲ Ἰούδας πρὸς τοὺς ἀδελφοὺς αὐτοῦ· τί χρήσιμον, ἐὰν ἀποκτείνωμεν τὸν ἀδελφὸν ἡμῶν καὶ κρύψωμεν τὸ αἷμα αὐτοῦ;

Κολιτσάρα

Εἶπε τότε ὁ Ἰούδας πρὸς τοὺς ἀδελφούς του· «τί ἔχομεν νὰ ὠφεληθῶμεν, ἐὰν φονεύσωμεν τὸν ἀδελφόν μας καὶ ἀποκρύψωμεν τὸν φόνον του;

Τρεμπέλα

Μόλις ὁ Ἰούδας εἶδε τοὺς ἐμπόρους, εἶπε πρὸς τοὺς ἀδελφούς του: «Τὶ θὰ ὠφεληθῶμεν, ἐὰν φονεύσωμεν τὸν ἀδελφόν μας καὶ ἀποκρύψωμεν ἀπὸ τὸν πατέρα μας τὴν δολοφονίαν του;

Γεν. 37,27

δεῦτε ἀποδώμεθα αὐτὸν τοῖς Ἰσμαηλίταις τούτοις, αἱ δὲ χεῖρες ἡμῶν μὴ ἔστωσαν ἐπ’ αὐτόν, ὅτι ἀδελφὸς ἡμῶν καὶ σὰρξ ἡμῶν ἐστιν. ἤκουσαν δὲ οἱ ἀδελφοὶ αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

Ἐλᾶτε νὰ τὸν πωλήσωμεν καλύτερα εἰς τοὺς Ἰσμαηλίτας αὐτοὺς ἐμπόρους καὶ ἂς μὴ ἀπλώσωμεν φονικὰ τὰ χέρια μας ἐναντίον του, διότι εἶναι ἀδελφός μας, εἶναι σὰρξ καὶ αἷμα μας». Οἱ ἄλλοι ἀδελφοὶ ἐδέχθησαν τὴν πρότασιν αὐτὴν τοῦ Ἰούδα.

Τρεμπέλα

Ἂς τὸν πωλήσωμεν καλύτερα εἰς αὐτοὺς τοὺς Ἰσμαηλῖτες ἐμπόρους καὶ ἂς μὴ ἀπλώσωμεν δολοφονικὰ χέρια ἐπάνω του, διότι εἶναι ἀδελφὸς μας, εἶναι σάρκα καὶ αἷμα ἰδικόν μας». Καὶ οἱ ἀδελφοί του ἐπρόσεξαν τὴν συμβουλὴν καὶ ἐδέχθησαν τὴν πρότασίν του.

Γεν. 37,28

καὶ παρεπορεύοντο οἱ ἄνθρωποι οἱ Μαδιηναῖοι ἔμποροι, καὶ ἐξείλκυσαν καὶ ἀνεβίβασαν τὸν Ἰωσὴφ ἐκ τοῦ λάκκου καὶ ἀπέδοντο τὸν Ἰωσὴφ τοῖς Ἰσμαηλίταις εἴκοσι χρυσῶν, καὶ κατήγαγον τὸν Ἰωσὴφ εἰς Αἴγυπτον.

Κολιτσάρα

Ὅταν δὲ ἐπλησίασαν οἱ Μαδιανῖται αὐτοὶ ἔμποροι, οἱ ἀδελφοὶ ἀνέσυραν καὶ ἀνέβασαν τὸν Ἰωσὴφ ἀπὸ τὸν λάκκον καὶ τὸν ἐπώλησαν εἰς τοὺς Ἰσμαηλίτας ἀντὶ εἴκοσι χρυσῶν νομισμάτων. Ἐκεῖνοι δὲ ἔφεραν τὸν Ἰωσὴφ ὡς δοῦλον πρὸς πώλησιν εἰς τὴν Αἴγυπτον.

Τρεμπέλα

Ὅταν ἐπέρασαν ἀπὸ ἐμπρός των οἱ Μαδιανῖται ἔμποροι, οἱ ἀδελφοὶ τοῦ Ἰωσὴφ τὸν ἀνέβασαν ἀπὸ τὸν λάκκον, ποὺ τὸν εἶχαν ρίξει, καὶ τὸν ἐπώλησαν ὡς δοῦλον εἰς τοὺς Ἰσμαηλίτες ἀντὶ εἴκοσι χρυσῶν νομισμάτων. Καὶ οἱ ἔμποροι μετέφεραν τὸν Ἰωσήφ, ποὺ ἀγοράσαν, εἰς τὴν Αἴγυπτον, διὰ νὰ τὸν πωλήσουν κατόπιν ἐκεῖ ὡς δοῦλον.

Γεν. 37,29

ἀνέστρεψε δὲ Ῥουβὴν ἐπὶ τὸν λάκκον καὶ οὐχ ὁρᾷ τὸν Ἰωσὴφ ἐν τῷ λάκκῳ. καὶ διέρρηξε τὰ ἱμάτια αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

Ὁ Ρουβήν, ὁ ὁποῖος ἀπουσίαζεν, ὅταν ἐπωλεῖτο ὁ ἀδελφός του, ἐπέστρεψεν εἰς τὸν λάκκον καὶ δὲν εἶδεν ἐκεῖ τὸν Ἰωσήφ. Ἔσχισε τὰ ἐνδύματα αὐτοῦ ἀπὸ λύπην καὶ ἀγανάκτησιν,

Τρεμπέλα

Ὁ Ρουβὴν (ὁ ὁποῖος ἀπουσίαζε, ὅταν οἱ ἄλλοι ἐπώλησαν τὸν Ἰωσὴφ) ἐγύρισε πίσω εἰς τὸ ξερὸ πηγάδι καὶ ἀνεζήτησε τὸν Ἰωσήφ, ἀλλα δὲν εὑρῆκε ἐκεῖ μέσα τὸν ἀδελφόν του. Κυριευμένος ἀπὸ τὴν πολλὴν λύπην ἔσχισε τὰ ροῦχα του

Γεν. 37,30

καὶ ἐπέστρεψε πρὸς τοὺς ἀδελφοὺς αὐτοῦ. καὶ εἶπε· τὸ παιδάριον οὐκ ἔστιν, ἐγὼ δὲ ποῦ πορεύομαι ἔτι;

Κολιτσάρα

ἔτρεξε πρὸς τοὺς ἀδελφούς του καὶ τοὺς εἶπε· «τὸ παιδάριον Ἰωσὴφ δὲν ὑπάρχει εἰς τὸν λάκκον. Τί θὰ γίνω λοιπὸν ἐγὼ τώρα, ὁ πρωτότοκος καὶ ὑπεύθυνος ἀδελφός, καὶ ποῦ θὰ ὑπάγω;»

Τρεμπέλα

καὶ ἐπέστρεψε πρὸς τοὺς ἄλλους ἀδελφούς του καὶ εἶπε: «Τὸ παιδὶ δὲν εἶναι μέσα εἰς τὸ ξεροπήγαδο· τί θὰ γίνω λοιπὸν ἐγὼ τώρα; Ἐγώμ, ποὺ εἶμαι ὁ πρωτότοκος καὶ ὡς μεγαλύτερός σας ἔχω τὴν εὐθύνην, τὶ θὰ κάμω καὶ ποὺ θὰ ὑπάγω;»

Γεν. 37,31

Λαβόντες δὲ τὸν χιτῶνα τοῦ Ἰωσὴφ ἔσφαξαν ἔριφον αἰγῶν καὶ ἐμόλυναν τὸν χιτῶνα τῷ αἵματι.

Κολιτσάρα

Οἱ ἀδελφοὶ ἔσφαξαν ἕνα ἐρίφιον ἀπὸ τὰ γίδια των, ἐπῆραν τὸν χιτῶνα τοῦ Ἰωσὴφ καὶ τὸν ἐβούτηξαν μέσα εἰς τὸ αἷμα.

Τρεμπέλα

Οἱ ἄλλοι ἀδελφοί, ὅταν ἰκανοποίησαν πλέον τὸ μίσος των, ἐμηχανεύθησαν τρόπον διὰ νὰ παραπλανήσουν τὸν πατέρα των, ὥστε νὰ μὴ ἀποκαλυφθῇ τὸ κακόν, ποὺ ἔκαμαν. Ἀφοῦ ἐπῆραν τὸν χιτῶνα τοῦ Ἰωσήφ, τὸν ὁποῖον τοῦ εἶχαν βγάλει πρὶν τὸν ρίξουν εἰς τὸν λάκκον, ἔσφαξαν ἕνα κατσίκι ἀπὸ τὰ γίδια καὶ ἐλέρωσαν τὸν χιτῶνα μὲ τὸ αἷμα τοῦ ζώου.

Γεν. 37,32

καὶ ἀπέστειλαν τὸν χιτῶνα τὸν ποικίλον καὶ εἰσήνεγκαν τῷ πατρὶ αὐτῶν. καὶ εἶπαν· τοῦτον εὕρομεν, ἐπίγνωθι εἰ χιτὼν τοῦ υἱοῦ σού ἐστιν ἢ οὔ.

Κολιτσάρα

Μὲ ἄνθρωπον δὲ ἔστειλαν εἰς τὸν Ἰακώβ, τὸν πατέρα αὐτῶν, τὸν πολύχρωμον χιτῶνα καὶ τοῦ εἶπαν· «αὐτὸν τὸν χιτῶνα τὸν εὑρήκαμεν κάπου εἰς τὴν πεδιάδα. Ἐξέτασέ τον, μήπως εἶναι ὁ χιτὼν τοῦ παιδιοῦ σου ἢ ὄχι».

Τρεμπέλα

Κατόπιν ἀπέστειλαν τὸν πολύχρωμον χιτῶνα εἰς τὸν πατέρα των καὶ ἀφοῦ τοῦ τὸν παρουσίασαν, τοῦ εἶπαν: «Αὐτὸν τὸν χιτῶνα τὸν αἱματοβαμμένον τὸν εὑρήκαμεν. Ἐξέτασε μήπως εἶναι ὁ χιτῶνας τὸν παιδιοῦ σου ἢ ὄχι».

Γεν. 37,33

καὶ ἐπέγνω αὐτὸν καὶ εἶπε· χιτὼν τοῦ υἱοῦ μου ἐστί· θηρίον πονηρὸν κατέφαγεν αὐτόν, θηρίον ἥρπασε τὸν Ἰωσήφ.

Κολιτσάρα

Ὁ Ἰακὼβ ἀνεγνώρισεν ἀμέσως τὸν χιτῶνα τοῦ Ἰωσὴφ καὶ ἐφώναξεν· «αὐτὸς ὁ χιτὼν εἶναι τοῦ παιδιοῦ μου! Θηρίον ἄγριον θὰ κατέφαγε τὸν Ἰωσήφ! Θηρίον θὰ τὸν ἥρπασε καὶ θὰ τὸν κατεσπάραξε»!

Τρεμπέλα

Ὅταν ὁ Ἰακὼβ τὸν περιεργάσθηκε, ἀνεγνώρισεν ἀμέσως τὸν χιτῶνα τοῦ Ἰωσὴφ καὶ περίλυπος με πληγωμένην καὶ καταματωμένην καρδίαν εἶπε: «Αὐτὸς εἶναι ὁ χιτῶνας τοῦ παιδιοῦ μου! Ἄγριον θηρίον τὸν κατεβρόχθισε! Θηρίον ἅρπαξε ὁπωσδήποτε τὸν ἀγαπημένον μου Ἰωσὴφ καὶ τὸν ἔκαμε κομμάτια!»

Γεν. 37,34

διέρρηξε δὲ Ἰακὼβ τὰ ἱμάτια αὐτοῦ καὶ ἐπέθετο σάκκον ἐπὶ τὴν ὀσφὺν αὐτοῦ καὶ ἐπένθει τὸν υἱὸν αὐτοῦ ἡμέρας πολλάς.

Κολιτσάρα

Γεμᾶτος δὲ πόνον ὁ Ἰακὼβ ἔσχισε τὰ ἐνδύματα αὐτοῦ, ἔζωσε ἀπὸ τὴν μέσην του τρίχινον σάκκον καὶ ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας ἐθρηνοῦσε καὶ ἔκλαιε τὸν Ἰωσήφ.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Ἰακὼβ ἀπὸ τὴν πολλὴν λύπην του ἔσχισε τὰ ροῦχα του, ἔζωσε τὴν μέσην του με σάκκον τρίχινον καὶ ἐπενθοῦσε τὸν υἱόν υου ἀπαρηγόρητα ἐπὶ πολλὲς ἡμέρες.

Γεν. 37,35

συνήχθησαν δὲ πάντες οἱ υἱοὶ αὐτοῦ καὶ αἱ θυγατέρες καὶ ἦλθον παρακαλέσαι αὐτόν, καὶ οὐκ ἤθελε παρακαλεῖσθαι λέγων ὅτι· καταβήσομαι πρὸς τὸν υἱόν μου πενθῶν εἰς ᾅδου. καὶ ἔκλαυσεν αὐτὸν ὁ πατὴρ αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

Συνεκεντρώθησαν δὲ γύρω ἀπὸ αὐτὸν ὅλοι οἱ υἱοί του καὶ αἱ θυγατέρες του καὶ ἦλθον νὰ τὸν παρηγορήσουν. Ἐκεῖνος ὅμως ἔμενεν ἀπαρηγόρητος. Δὲν ἤθελε νὰ ἀκούσῃ λόγους παρηγορίας καὶ ἔλεγε συνεχῶς· «θρηνῶν καὶ ὀδυρόμενος θὰ καταβῶ εἰς τὸν ἅδην, πρὸς τὸν υἱόν μου τὸν Ἰωσήφ». Καὶ ἔκλαυσεν αὐτὸν ὁ πατὴρ αὐτοῦ.

Τρεμπέλα

Ἐμαζεύθησαν δὲ ὅλοι οἱ υἱοὶ τοῦ Ἰακὼβ καὶ οἱ θυγατέρες του καὶ ἦλθαν διὰ νὰ τὸν παρηγορήσουν. Ἐκεῖνος ὅμως μέσα εἰς τὸ βαρὺ πένθος του δὲν ἤθελε νὰ ἀκούσῃ λόγια παρηγορητικὰ καὶ ἔλεγε: «Θὰ κατεβῶ εἰς τὸν ἅδην πρὸς τὸν υἱόν μου τὸν Ἰωσὴφ κλαίων καὶπενθῶν».

Γεν. 37,36

οἱ δὲ Μαδιηναῖοι ἀπέδοντο τὸν Ἰωσὴφ εἰς Αἴγυπτον τῷ Πετεφρῇ τῷ σπάδοντι Φαραώ, ἀρχιμαγείρῳ.

Κολιτσάρα

Οἱ δὲ Μαδιανῖται ἔμποροι, ὅταν ἔφθασαν εἰς τὴν Αἴγυπτον, ἐπώλησαν τὸν Ἰωσὴφ εἰς τὸν Πετεφρῆ, τὸν αὐλικὸν καὶ ἀρχιμάγειρον τοῦ Φαραώ.

Τρεμπέλα

Ἐν τῷ μεταξὺ οἱ Μαδιανῖται ἔμποροι ἐπώλησαν τὸν Ἰωσὴφ ὡς δοῦλος εἰς τὴν Αἴγυπτον· τὸν ἐπώλησαν εἰς τὸν Πετεφρῆν, τὸν εὐνοῦχον τοῦ Φαραώ, ὁ ὁποῖος εἶχεν εἰς τὸ παλάτι τὸ ἀξίωμα τοῦ ἀρχιμαγείρου.

Κεφάλαιο 38

Γεν. 38,1

Ἐγένετο δὲ ἐν τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, κατέβη Ἰούδας ἀπὸ τῶν ἀδελφῶν αὐτοῦ καὶ ἀφίκετο ἕως πρὸς ἄνθρωπόν τινα Ὀδολλαμίτην, ᾧ ὄνομα Εἰράς.

Κολιτσάρα

Κατὰ τὸν καιρὸν ἐκεῖνον ὁ Ἰούδας, ἕνας ἀπὸ τοὺς υἱοὺς τοῦ Ἰακὼβ ἀπεμακρύνθη ἀπὸ τὰ μέρη, ὅπου ἦσαν οἱ ἀδελφοί του, καὶ μετέβη πρὸς κάποιον ἄνθρωπον, κάτοικον τῆς πόλεως Ὀδολλάμ, ὀνομαζόμενον Εἰράς.

Τρεμπέλα

Κατὰ τὶς ἡμέρες ἐκεῖνες ἕνα ἀπὸ τὰ παιδιὰ τοῦ Ἰακώβ, ὁ Ἰούδας, ἀπεχωρίσθη ἀπὸ τοὺς ἀδελφούς του καὶ ἐπῆγε νὰ μείνῃ μὲ κάποιον ἄνθρωπον ἀπὸ τὴν πόλιν Ὀδολλάμ, ὁ ὁποῖος ὠνομάζετο Εἰράς.

Γεν. 38,2

καὶ εἶδεν ἐκεῖ Ἰούδας θυγατέρα ἀνθρώπου Χαναναίου, ᾗ ὄνομα Σαυά, καὶ ἔλαβεν αὐτὴν καὶ εἰσῆλθε πρὸς αὐτήν.

Κολιτσάρα

Εἶδεν ἐκεῖ ὁ Ἰούδας τὴν θυγατέρα ἑνὸς Χαναναίου, ἡ ὁποία ὠνομάζετο Σαυά, τὴν ἔλαβεν ὡς σύζυγόν του καὶ ἦλθεν εἰς συνάφειαν μὲ αὐτήν.

Τρεμπέλα

Ὁ Ἰούδας εἶδεν ἐκεῖ τὴν θυγατέρα ἐνὸς Χαναναίου, τῆς ὁποίας τὸ ὄνομα ἦταν Σαυά· τὴν γυναῖκα αὐτὴν τὴν ἐνυμφεύθη καὶ ἦλθεν εἰς συζυγικὴν ἕνωσιν μαζί της.

Γεν. 38,3

καὶ συλλαβοῦσα ἔτεκεν υἱὸν καὶ ἐκάλεσε τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἤρ.

Κολιτσάρα

Ἐκείνη δὲ ἔμεινεν ἔγκυος, ἐγέννησεν υἱὸν καὶ ἔδωσεν εἰς αὐτὸν τὸ ὄνομα Ἤρ.

Τρεμπέλα

Ἡ Σαυά, ἀφοῦ ἔμεινεν ἔγκυος, ἐγέννησεν υἱόν, τὸν ὁποῖον ὠνόμασεν Ἤρ.

Γεν. 38,4

καὶ συλλαβοῦσα ἔτεκεν υἱὸν ἔτι καὶ ἐκάλεσε τὸ ὄνομα αὐτοῦ Αὐνάν.

Κολιτσάρα

Μείνασα αὐτὴ καὶ πάλιν ἔγκυος, ἐγέννησεν υἱόν, τὸν ὁποῖον ὠνόμασεν Αὐνάν.

Τρεμπέλα

Ἔμεινε καὶ πάλιν ἔγκυος ἡ Σαυὰ καὶ ἐγέννησεν ἄλλον υἱόν, τὸν ὁποῖον ὠνόμασεν Αὐνάν.

Γεν. 38,5

καὶ προσθεῖσα ἔτεκεν υἱὸν καὶ ἐκάλεσε τὸ ὄνομα αὐτοῦ Σηλώμ. αὕτη δὲ ἦν ἐν Χασβί, ἡνίκα ἔτεκεν αὐτούς.

Κολιτσάρα

Καὶ πάλιν ἐγέννησεν ἄλλον υἱόν, τὸν ὁποῖον ὠνόμασε Σηλώμ. Ἡ δὲ γυναῖκα αὐτὴ εὑρίσκετο εἰς τὴν πόλιν Χασβί, ὅταν ἐγέννησεν αὐτὰ τὰ παιδιά της.

Τρεμπέλα

Ἐγέννησε κατόπιν καὶ τρίτον υἱόν, τὸν ὁποῖον ὠνόμασε Σηλώμ. Ἡ Σαυὰ εὑρίσκετο εἰς τὴν Χασβί, ὅταν ἐγέννησε τοὺς τρεῖς αὐτοὺς υἱούς της.

Γεν. 38,6

καὶ ἔλαβεν Ἰούδας γυναῖκα Ἢρ τῷ πρωτοτόκῳ αὐτοῦ, ᾗ ὄνομα Θάμαρ.

Κολιτσάρα

Ὁ Ἰούδας ἐξέλεξε καὶ ἐπῆρε διὰ τὸν πρωτότοκόν του υἱόν, τὸν Ἤρ, σύζυγον, ἡ ὁποία ὠνομάζετο Θάμαρ.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Ἰούδας ἐδιάλεξε καὶ ἐπῆρεν ὡς σύζυγον διὰ τὸν πρωτότοκον υἱόν του Ἢρ γυναῖκα ἐπίσης Χαναναίαν, τῆς ὁποίας τὸ ὄνομα ἦταν Θάμαρ.

Γεν. 38,7

ἐγένετο δὲ Ἢρ πρωτότοκος Ἰούδα πονηρὸς ἔναντι Κυρίου, καὶ ἀπέκτεινεν αὐτὸν ὁ Θεός.

Κολιτσάρα

Ὁ προτότοκος ὅμως αὐτὸς υἱὸς τοῦ Ἰούδα ἔγινε φαῦλος καὶ κακὸς ἐνώπιον τοῦ Κυρίου, δι’ αὐτὸ καὶ ὁ Θεὸς τὸν ἐθανάτωσε.

Τρεμπέλα

Ἄλλα ὁ Ἤρ, ὁ πρωτότοκος υἱὸς τοῦ Ἰούδα, ἦταν κακὸς ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, περιφρονητὴς τοῦ ἁγίου νόμου Του· δι’ αὐτὸ καὶ ὁ Θεὸς τὸν ἐθανάτωσε.

Γεν. 38,8

εἶπε δὲ Ἰούδας τῷ Αὐνάν· εἴσελθε πρὸς τὴν γυναῖκα τοῦ ἀδελφοῦ σου καὶ ἐπιγάμβρευσαι αὐτὴν καὶ ἀνάστησον σπέρμα τῷ ἀδελφῷ σου.

Κολιτσάρα

Μετὰ τὸν θάνατον τοῦ Ἢρ εἶπεν ὁ Ἰούδας εἰς τὸν υἱόν του τὸν Αὐνάν· «πάρε ὡς σύζυγον τὴν χήραν τοῦ ἀδελφοῦ σου, τὴν Θάμαρ, ἐλθὲ εἰς συνάφειαν μὲ αὐτὴν καὶ ἀπόκτησε τέκνον διὰ τὸν ἀδελφόν σου, ὁ ὁποῖος ἀπέθανεν ἄτεκνος».

Τρεμπέλα

Τότε ὁ Ἰούδας εἶπεν εἰς τὸν ἄλλον υἱόν του, τὸν Αὐνάν, τὸν ἀδελφὸν τοῦ Ἤρ: «Πήγαινε καὶ κοιμήσου μὲ τὴν γυναῖκα τοῦ ἀδελφοῦ σου τὴν Θάμαρ καὶ κάμε τὰ καθήκοντα γυναικαδέλφου πρὸς αὐτὴν καὶ ἀνάστησε ἀπογόνους διὰ τὸν ἀδελφόν σου. Δημιούργησε ἔτσι οἰκογένειαν διὰ τὸν Ἤρ, ποὺ ἀπέθανεν ἄτεκνος».

Γεν. 38,9

γνοὺς δὲ Αὐνάν ὅτι οὐκ αὐτῷ ἔσται τὸ σπέρμα, ἐγίνετο ὅταν εἰσήρχετο πρὸς τὴν γυναῖκα τοῦ ἀδελφοῦ αὐτοῦ, ἐξέχεεν ἐπὶ τὴν γῆν τοῦ μὴ δοῦναι σπέρμα τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

Ὁ Αὐνάν, γνωρίζων πολὺ καλὰ ὅτι τὸ τέκνον, ποὺ θὰ ἐγεννᾶτο ἀπὸ τὴν συνάφειάν του πρὸς τὴν γυναῖκα τοῦ ἀδελφοῦ του, δὲν θὰ ἦτο ἰδικόν του, ὅταν ἤρχετο εἰς συνάφειαν πρὸς αὐτήν, ἄφηνε τὸ σπέρμα του νὰ χύνεται εἰς τὴν γῆν, διὰ νὰ μὴ δώσῃ τέκνον εἰς τὸν ἄτεκνον ἀδελφόν του.

Τρεμπέλα

Ἐπειδὴ ὅμὼς ὁ Αὐνὰν ἐγνώριζεν, ὅτι ὁ ἀπόγονος, ποὺ θὰ ἀποκτοῦσε μὲ τὴν Θάμαρ, δεν θὰ ἦταν ἰδικός του, ὅταν ἤρχετο εἰς συζυγικὴν ἕνωσιν μὲ τὴν χήραν τοῦ ἀδελφοῦ του, ἄφηνε τὸ σπέρμα του νὰ χύνεται εἰς τὸ χῶμα οὕτως, ὥστε νὰ μὴ γίνῃ ἔγκυος ἡ Θάμαρ καὶ γεννήσῃ ἀπογόνους εἰς τὸν ἀδελφόν του.

Γεν. 38,10

πονηρὸν δὲ ἐφάνη ἐναντίον τοῦ Θεοῦ, ὅτι ἐποίησε τοῦτο, καὶ ἐθανάτωσε καὶ τοῦτον.

Κολιτσάρα

Τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἐφάνη εἰς τὸν Θεὸν πολὺ κακόν, ὁ δὲ Θεὸς ἐθανάτωσε τὸν Αὐνάν διὰ τὴν κακὴν αὐτὴν πρᾶξιν.

Τρεμπέλα

Ἡ πράξις ὅμως αὐτὴ τοῦ Αὐνὰν ἐφάνη κακὴ εἰς τὸν Θεόν, τὸν ἐδυσαρέστησε πολύ, διότι ὁ Αὐνὰν περιφρονοῦσε τὸν νόμον του καὶ ἁμάρτανε εἰς τὸ σῶμα του καὶ εἰς τὸν ἀδελφόν του. Διὰ τοῦτο ὁ Θεὸς ἐθανάτωσε καὶ αὐτόν.

Γεν. 38,11

εἶπε δὲ Ἰούδας Θάμαρ τῇ νύμφῃ αὐτοῦ· κάθου χήρα ἐν τῷ οἴκῳ τοῦ πατρός σου ἕως μέγας γένηται Σηλὼμ ὁ υἱός μου. εἶπε γάρ· μή ποτε ἀποθάνῃ καὶ οὗτος, ὥσπερ καὶ οἱ ἀδελφοὶ αὐτοῦ. ἀπελθοῦσα δὲ Θάμαρ ἐκάθητο ἐν τῷ οἴκῳ τοῦ πατρὸς αὐτῆς.

Κολιτσάρα

Ὁ δὲ Ἰούδας εἶπε τότε εἰς τὴν Θάμαρ· «κάθισε εἰς τὸ πατρικόν σου σπίτι χήρα, ἕως ὅτου ἀνδρωθῇ ὁ τρίτος μου υἱὸς ὁ Σηλώμ». Εἶπε δὲ ὁ Ἰούδας τὰ λόγια αὐτά, χωρὶς καὶ νὰ ἔχῃ κατὰ νοῦν νὰ δώσῃ τὴν Θάμαρ σύζυγον τοῦ Σηλώμ, ἐπειδὴ ἐφοβήθη μήπως καὶ αὐτὸς ἀποθάνῃ, ὅπως καὶ οἱ δύο ἄλλοι ἀδελφοί του. Ἡ Θάμαρ ὑπακούουσα εἰς τὴν ἐντολὴν τοῦ πενθεροῦ της μετέβη καὶ ἔμενεν εἰς τὸ πατρικό της σπίτι.

Τρεμπέλα

Ὁ πρόωρος καὶ γρήγορος θάνατος τῶν δύο παιδιῶν ἐφόβισε τὸν Ἰούδαν. Ἐπειδὴ δὲ ἐπιθυμοῦσε νὰ παρηγορήση τὴν χήραν νύμφην του Θάμαρ, τῆς εἶπε: «Γύρισε εἰς τὸ σπίτι τοῦ πατέρα σου καὶ μένε ἐκεῖ χήρα μέχρις ὅτου μεγαλῶσῃ καὶ ἐνηλικιωθῇ ὁ τρίτος υἱός μου, ὁ Σηλώμ». Τὰ λόγια αὐτὰ τὰ εἶπεν ὁ Ἰούδας, διότι ἐσκέφθη: «Μήπως, ἐὰν τῆς τὸν δώσω ὡς σύζυγον, ἀποθάνῃ καὶ ὁ Σηλώμ, ὅπως ἀπέθαναν καὶ οἱ ἄλλοι δύο ἀδελφοί του». Ἡ Θάμαρ, ἀφοῦ ἔλαβε τὴν ὑπόσχεσιν αὐτὴν τοῦ πενθεροῦ της, ἐπέστρεψεν εἰς τὸ πατρικόν της σπίτι καὶ ἔμενεν ἐκεῖ.

Γεν. 38,12

Ἐπληθύνθησαν δὲ αἱ ἡμέραι καὶ ἀπέθανε Σαυὰ ἡ γυνὴ Ἰούδα· καὶ παρακληθεὶς Ἰούδας ἀνέβη ἐπὶ τοὺς κείροντας τὰ πρόβατα αὐτοῦ, αὐτὸς καὶ Εἰρὰς ὁ ποιμὴν αὐτοῦ ὁ Ὀδολλαμίτης εἰς Θαμνά.

Κολιτσάρα

Ἐπέρασεν ἀρκετὸν χρονικὸν διάστημα καὶ ἀπέθανεν ἡ Σαυά, ἡ σύζυγος τοῦ Ἰούδα. Ἀφοῦ ἐπέρασε τὸ χρονικὸν διάστημα τοῦ πένθους του κατὰ τὰ κρατοῦντα ἔθιμα, μετέβη ὁ Ἰούδας καὶ ὁ ποιμήν του Εἰρὰς ὁ Ὀδολλαμίτης εἰς Θαμνὰ πρὸς τοὺς κουρεύοντας τὰ πρόβατά του.

Τρεμπέλα

Ἐπέρασεν ἀρκετὸς καιρὸς καὶ ἀπέθανεν ἡ Σαυά, ἡ γυναῖκα τοῦ Ἰούδα. Ὅταν δὲ συνεπληρώθησαν οἱ ἡμέρες τοῦ πένθους του καὶ ἔγιναν ὅλα τὰ ἔθιμα, ποὺ ἔπρέπε να γίνουν, ὁ Ἰούδας ἀνέβη μαζὶ μὲ τὸν βοσκόν του Εἰράς, ποὺ κατήγετο ἀπὸ τὴν Ὀδολλάμ, εἰς Θαμνά (ὀρεινὴν πόλιν τῆς Ἰουδαίας), εἰς ἐκείνους ποὺ ἐκούρευαν τὰ πρόβατά του.

Γεν. 38,13

καὶ ἀπηγγέλη Θάμαρ τῇ νύμφῃ αὐτοῦ λέγοντες· ἰδοὺ ὁ πενθερός σου ἀναβαίνει εἰς Θαμνὰ κεῖραι τὰ πρόβατα αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

Ἀνήγγειλαν δὲ εἰς τὴν Θάμαρ τὴν νύμφην του λέγοντες· «ἰδοὺ ὁ πενθερός σου μεταβαίνει εἰς Θαμνὰ διὰ τὸ κούρευμα τῶν προβάτων του».

Τρεμπέλα

Τότε κάποιοι ἐπληροφόρησαν τὴν Θάμαρ, τὴν νύμφην του, καὶ τῆς εἶπαν: Νά· ὁ πενθερός σου Ἰούδας ἔρχεται εἰς Θαμνά, διὰ νὰ κουρεύσῃ τὰ πρόβατά του».

Γεν. 38,14

καὶ περιελομένη τὰ ἱμάτια τῆς χηρεύσεως ἀφ’ ἑαυτῆς, περιεβάλετο θέριστρον καὶ ἐκαλλωπίσατο καὶ ἐκάθισε πρὸς ταῖς πύλαις Αἰνάν, ἥ ἐστιν ἐν παρόδῳ Θαμνά· εἶδε γὰρ ὅτι μέγας γέγονε Σηλώμ, αὐτὸς δὲ οὐκ ἔδωκεν αὐτὴν αὐτῷ γυναῖκα.

Κολιτσάρα

Αὐτὴ δὲ ἀφήρεσε τὰ ἱμάτια τῆς χηρείας της, ἔβαλε καλύπτραν εἰς τὸ πρόσωπόν της, ἐκαλλωπίσθη καὶ ἐκάθισε πλησίον εἰς τὰς πύλας τῆς πόλεως Αἰνάν, ἡ ὁποία εὑρίσκεται εἰς τὴν ὁδὸν τὴν πρὸς Θαμνά. Ἐκαλλωπίσθη δὲ κατὰ τὸν προκλητικὸν αὐτὸν τρόπον, διὰ νὰ δελεάσῃ καὶ παρασύρῃ τὸν Ἰούδαν, ἐπειδὴ εἶδεν ὅτι αὐτὸς δὲν τῆς εἶχε δώσει ὡς σύζυγον τὸν Σηλὼμ ὁ ὁποῖος ἐν τῷ μεταξὺ εἶχεν ἀνδρωθῆ.

Τρεμπέλα

Ἡ Θάμαρ εἰς τὸ ἄκουσμα τῆς ἀγγελίας αὐτῆς, ἀφοῦ ἀφήρεσε τὰ πένθιμα φορέματα τῆς χηρείας της, ἐσκεπάσθη μὲ ἕνα πέπλον (καλύπτραν), ἐστολίσθη, ἐκαλλωπισθη καὶ ἐκάθισεν εἰς τὴν εἴσοδον τῆς πόλεως Αἰνάν, ἡ ὁποία εὑρίσκεται εἰς τὸν δρόμον ποὺ ὁδηγεῖ πρὸς τὴν Θαμνά. Τοῦτο τὸ ἔκαμε, διότι ἔβλεπεν ὅτι ὁ Σηλώμ, ὁ νεώτερος υἱὸς τοῦ Ἰούδα, εἶχεν ἐν τῷ μεταξὺ μεγαλώσει καὶ ἐνηλικιωθῆ· ὁ Ἰούδας ὅμως δὲν τὴν ὑπάνδρευσε μὲ τὸν Σηλώμ, ὅπως τῆς ὑπεσχέθη, ὥστε νὰ τεκνοποιήσῃ καὶ νὰ μὴ μείνῃ χωρὶς ὄνομα.

Γεν. 38,15

καὶ ἰδὼν αὐτὴν Ἰούδας ἔδοξεν αὐτὴν πόρνην εἶναι· κατεκαλύψατο γὰρ τὸ πρόσωπον αὐτῆς, καὶ οὐκ ἐπέγνω αὐτήν.

Κολιτσάρα

Ὁ Ἰούδας, ὅταν εἶδεν αὐτὴν τὴν ἐξέλαβεν ὡς κοινὴν γυναῖκα, διότι ἐκείνη εἶχε κατακρύψει τὸ πρόσωπον μὲ τὴν καλύπτραν καὶ δὲν τὴν ἀνεγνώρισε.

Τρεμπέλα

Ὅταν τὴν εἶδεν ὁ Ἰούδας, ἐνόμισεν ὅτι εἶναι πόρνη, διότι εἶχε σκεπάσει τὸ πρόσωπόν της μὲ τὸ πέπλον τῆς καὶ ἔτσι δὲν τὴν ἀνεγνώρισε.

Γεν. 38,16

ἐξέκλινε δὲ πρὸς αὐτὴν τὴν ὁδὸν καὶ εἶπεν αὐτῇ· ἔασόν με εἰσελθεῖν πρὸς σέ· οὐ γὰρ ἔγνω ὅτι νύμφη αὐτοῦ ἐστίν. ἡ δὲ εἶπε· τί μοι δώσεις, ἐὰν εἰσέλθῃς πρός με;

Κολιτσάρα

Ἐλοξοδρόμησε λοιπὸν πρὸς αὐτὴν καὶ τῆς εἶπεν· «ἄφησέ με νὰ ἔλθω εἰς συνάφειαν μαζῆ σου» - δὲν εἶχεν ἀντιληφθῆ ὅτι αὐτὴ ἦτο ἡ νύμφη του· ἐκείνη τὸν ἠρώτησε. «Τί θὰ μοῦ δώσῃς ἐὰν ἔλθῃς εἰς συνάφειαν μαζῆ μου;»

Τρεμπέλα

Ἐλοξοδρόμησε λοιπὸν πρὸς τὸ μέρος της καὶ τῆς εἶπεν: «Ἄφησέ με να συνευρεθῶ μαζί σου». Τὰ εἶπεν αὐτά, διότι δὲν ἀντελήφθη ὅτι ἐκείνη ἦταν νύμφη του. Ἡ Θάμαρ τότε τοῦ εἶπεν· «τί θὰ μοῦ δώσῃς, ἐὰν κοιμηθῇς μαζί μου;»

Γεν. 38,17

ὁ δὲ εἶπεν· ἐγώ σοι ἀποστελῶ ἔριφον αἰγῶν ἐκ τῶν προβάτων μου, ἡ δὲ εἶπεν· ἐὰν δῷς μοι ἀρραβῶνα, ἕως τοῦ ἀποστεῖλαί σε.

Κολιτσάρα

Ἐκεῖνος ἀπήντησε· «θὰ σοῦ στείλω ἕνα κατσίκι ἀπὸ τὰ γιδοπρόβατά μου». Ἐκείνη τοῦ εἶπε· «θὰ δεχθῶ νὰ ἔλθῃς εἰς συνάφειαν μαζῆ μου, ἐὰν μέχρις ὅτου μοῦ στείλῃς τὸ κατσίκι, μοῦ δώσῃς κάποιαν ἐγγύησιν».

Τρεμπέλα

Ὁ Ἰούδας ἀπάντησε: «Θὰ σοῦ ἀποστείλω ἕνα κατσίκι ἀπὸ τὰ γιδοπρόβατά μου». Ἐκείνη τοῦ εἶπε: «Δέχομαι, ἐὰν μοῦ δώσῃς ἐνέχυρον (ἐγγύησιν), μέχρις ὅτου μοῦ στείλῃς τὸ κατσίκι».

Γεν. 38,18

ὁ δὲ εἶπε· τίνα τὸν ἀρραβῶνά σοι δώσω; ἡ δὲ εἶπε· τὸν δακτύλιόν σου καὶ τὸν ὁρμίσκον, καὶ τὴν ῥάβδον τὴν ἐν τῇ χειρί σου. καὶ ἔδωκεν αὐτῇ καὶ εἰσῆλθε πρὸς αὐτήν, καὶ ἐν γαστρὶ ἔλαβεν ἐξ αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

Ἐκεῖνος τῆς εἶπεν· «τί ἐγγύησιν θέλεις νὰ σοῦ δώσω;» «Θέλω νὰ μοῦ δώσῃς, ἀπήντησεν ἐκείνη, τὸ δακτυλίδι σου, τὴν ἁλυσίδα ποὺ φέρεις εἰς τὸν λαιμόν σου, καὶ τὸ ραβδὶ ποὺ κρατᾷς εἰς τὰ χέρια σου». Ἐκεῖνος τῆς ἔδωσεν αὐτὰς τὰς ἐγγυήσεις, ἦλθεν εἰς συνάφειαν μὲ αὐτὴν καὶ τὴν ἀφῆκεν ἔγκυον.

Τρεμπέλα

Ὁ Ἰούδας τῆς εἶπε: «Τὶ ἐνέχυρον θέλεις νὰ σοῦ δώσω;» Καὶ ἡ Θάμαρ τοῦ ἀπάντησε: «Τὸ δακτυλίδι σου (τὸν σφραγιδόλιθόν σου) καὶ τὴν ἁλυσίδα, ποὺ φορεῖς εἰς τὸν λαιμόν σου (ποὺ εἶναι δεμένος ὁ σφραγιδόλιθος), καὶ τὸ ραβδί, ποὺ κρατεῖς εἰς τὰ χέριά σου». Ὁ Ἰούδας τῆς τὰ ἔδωκε καὶ συνευρέθη μαζί της, ἐκείνη δὲ ἔμεινεν ἔγκυος ἀπὸ τὸν Ἰούδαν.

Γεν. 38,19

καὶ ἀναστᾶσα ἀπῆλθε καὶ περιείλετο τὸ θέριστρον αὐτῆς ἀφ’ ἑαυτῆς καὶ ἐνεδύσατο τὰ ἱμάτια τῆς χηρεύσεως αὐτῆς.

Κολιτσάρα

Ἡ Θάμαρ ἀμέσως μετὰ τὴν πρᾶξιν ἐσηκώθηκε καὶ ἀνεχώρησε. Ἀφήρεσε τὴν καλύπτραν της καὶ ἐφόρεσε πάλιν τὰ ἐνδύματα τῆς χηρείας της.

Τρεμπέλα

Ἀφοῦ ἡ Θάμαρ ἐπέτυχεν ἐκεῖνο ποὺ ἤθελε, ἐσηκώθη καὶ ἔφυγεν ἀπὸ ἐκεῖ καὶ ἦλθεν εἰς τὸ σπίτι της. Ἔβγαλε τότε τὸν πέπλον, μὲ τὸν ὁποῖον εἶχε σκεπασθῆ, ἄλλαξε τὰ φορέματά της καὶ ἐφόρεσε πάλιν τὰ πένθιμα ροῦχα τῆς χηρείας της.

Γεν. 38,20

ἀπέστειλε δὲ Ἰούδας τὸν ἔριφον ἐξ αἰγῶν ἐν χειρὶ τοῦ ποιμένος αὐτοῦ τοῦ Ὀδολλαμίτου κομίσασθαι παρὰ τῆς γυναικὸς τὸν ἀρραβῶνα, καὶ οὐχ εὗρεν αὐτήν.

Κολιτσάρα

Ὁ Ἰούδας ἔστειλε πρὸς αὐτὴν μὲ τὸν ποιμένα αὐτοῦ τὸν Ὀδολλαμίτην ἕνα ἀπὸ τὰ κατσίκια του, διὰ νὰ πάρῃ πίσω τὴν ἐγγύησιν, ποὺ τῆς εἶχε δώσει, ἀλλὰ δὲν τὴν εὑρῆκε.

Τρεμπέλα

Ὁ Ἰούδας,χωρὶς νὰ γνωρίζῃ τίποτε ἀπὸ αὐτά, ἐξεπλήρωσε τὴν ὑπόσχεσίν του καὶ ἀπέστειλε τὸ κατσίκι ἀπὸ τὰ γιδοπρόβατά του με τὸν βοσκὸν τοῦ Εἰρὰς τὸν Ὀδολλαμίτην, διὰ νὰ πάρῃ πίσω ἀπὸ τὴν γυναῖκα τὸ ἐνέχυρον, ποὺ τῆς εἶχε δώσει. Ὁ ἀπεσταλμένος ὅμως τοῦ Ἰούδα δεν τὴν εὑρῆκε.

Γεν. 38,21

ἐπηρώτησε δὲ τοὺς ἄνδρας τοὺς ἐκ τοῦ τόπου· ποῦ ἐστιν ἡ πόρνη ἡ γενομένη ἐν Αἰνὰν ἐπὶ τῆς ὁδοῦ; καὶ εἶπαν· οὐκ ἦν ἐνταῦθα πόρνη.

Κολιτσάρα

Ἐζήτησε πληροφορίας ἀπὸ τοὺς ἄνδρας τοῦ τόπου ἐκείνου «ποῦ εἶναι ἡ κοινὴ ἐκείνη γυναῖκα, ἡ ὁποία ἐκάθητο εἰς τὴν ὁδὸν πλησίον τῆς πόλεως Αἰνάν;» Ἐκεῖνοι τοῦ εἶπαν· «δὲν ὑπάρχει ἐδῶ κοινὴ γυναῖκα».

Τρεμπέλα

Διὰ τοῦτο ὁ Εἰρὰς ἐρώτησε τοὺς ἄνδρες τοῦ τόπου ἐκείνου: «Ποῦ εἶναι ἡ πόρνη, ποὺ ἦταν εἰς τὴν Αἰνάν, καθισμένη εἰς τὴν ἄκρην τοῦ δρόμου;» Οἱ ἄνδρες τοῦ ἀπάντησαν: «Ἐδῶ δὲν ὑπῆρξε ποτὲ καμμιὰ πόρνη».

Γεν. 38,22

καὶ ἀπεστράφη πρὸς Ἰούδαν καὶ εἶπεν· οὐχ εὗρον, καὶ οἱ ἄνθρωποι οἱ ἐκ τοῦ τόπου λέγουσι μὴ εἶναι ὧδε πόρνην.

Κολιτσάρα

Ἐπέστρεψε δὲ πρὸς τὸν Ἰούδαν καὶ τοῦ εἶπε· «δὲν τὴν εὑρῆκα, οἱ δὲ ἄνθρωποι τοῦ τόπου ἐκείνου λέγουν, ὅτι δὲν ὑπάρχει καμμία κοινὴ γυναῖκα ἐκεῖ».

Τρεμπέλα

Ὁ Εἰρὰς ἐπέστρεψεν εἰς τὸν Ἰούδαν καὶ τοῦ εἶπε: «Δὲν εὑρῆκα πουθενὰ τὴν γυναῖκα, καὶ οἱ κάτοικοι τοῦ τόπου ἐκείνου, ποὺ ἐρώτησα, μοῦ εἶπαν· «δὲν ὑπάρχει ἐδῶ καμμιὰ πόρνη».

Γεν. 38,23

εἶπε δὲ Ἰούδας· ἐχέτω αὐτά, ἀλλὰ μή ποτε καταγελασθῶμεν· ἐγὼ μὲν ἀπέσταλκα τὸν ἔριφον τοῦτον, σὺ δὲ οὐχ εὕρηκας.

Κολιτσάρα

Ὁ Ἰούδας εἶπεν· «ἂς κρατήσῃ εἰς τὰ χέρια αὐτῆς τὰ ἐνέχυρα ποὺ τῆς ἔδωσα. Ἀλλὰ μόνον νὰ μὴ γελοιοποιηθῶμεν. Ἐγώ, ὅπως ὑπεσχέθην, τῆς ἔστειλα αὐτὸ τὸ κατσίκι· ἐσὺ ὅμως δὲν τὴν εὑρῆκες. Ἄρα εἶμαι ἐν τάξει ἀπέναντί της».

Τρεμπέλα

Ὁ Ἰούδας εἶπε τότε: «Ἂς κρατήσῃ τὰ ὅσα τῆς ἔδωκα ὡς ἐνέχυρον· μόνον να μὴ κατηγορηθῶμεν καὶ εὑρεθῶμεν μπλεγμένοι εἰς σκάνδαλον καὶ γελοιοποιηθῶμεν. Ἐγὼ πάντως, σύμφωνα μὲ τὴν ὑπόσχεσίν μου, τῆς ἔστειλα τὸ κατσίκι αὐτό, σὺ δὲ δὲν τὴν εὑρῆκες πουθενά· ἑπομένως εἶμαι συνεπὴς ἀπέναντί της».

Γεν. 38,24

Ἐγένετο δὲ μετὰ τρίμηνον ἀνηγγέλη τῷ Ἰούδᾳ λέγοντες· ἐκπεπόρνευκε Θάμαρ ἡ νύμφη σου καὶ ἰδοὺ ἐν γαστρὶ ἔχει ἐκ πορνείας. εἶπε δὲ Ἰούδας· ἐξαγάγετε αὐτήν, καὶ κατακαυθήτω.

Κολιτσάρα

Ἀφοῦ ἐπέρασαν τρεῖς μῆνες ἐπληροφόρησαν μερικοὶ τὸν Ἰούδαν, ὅτι ἡ νύμφη του ἡ Θάμαρ παρεστράτησε καὶ νὰ ὅτι ἔμεινεν ἔγκυος ἐκ πορνείας. Εἶπε δὲ ὁ Ἰούδας· «βγάλτε την ἔξω ἀπὸ τὴν πόλιν καὶ καύσατέ την».

Τρεμπέλα

Ὅταν ἐπέρασαν τρεῖς μῆνες, κάποιοι ἐπληροφόρησαν τὸν Ἰούδαν καὶ τοῦ εἴπαν: «Ἡ Θάμαρ, η νύμφη σου, παρεστράτησε καὶ ἐπόρνευσε· καὶ νά, εἶναι ἔγκυος ἀπὸ τὴν πορνείαν της». Ὁ Ἰούδας, εἰς τὸ ἄκουσμα τῆς εἰδήσεως αὐτῆς, ἀπάντησε: «Βγάλτε την ἔξω ἀπὸ τὴν πόλιν καὶ κατακαυάσετέ την».

Γεν. 38,25

αὐτὴ δὲ ἀγομένη ἀπέστειλε πρὸς τὸν πενθερὸν αὐτῆς λέγουσα· ἐκ τοῦ ἀνθρώπου, οὗτινος ταῦτά ἐστιν, ἐγὼ ἐν γαστρὶ ἔχω. καὶ εἶπεν· ἐπίγνωθι, τίνος ὁ δακτύλιος καὶ ὁ ὁρμίσκος καὶ ἡ ῥάβδος αὕτη.

Κολιτσάρα

Ἡ Θάμαρ, ὅταν ὠδηγεῖτο ἔξω ἀπὸ τὴν πόλιν διὰ νὰ τὴν παραδώσουν εἰς τὸ πῦρ, ἔστειλε πρὸς τὸν πενθερόν της τὰ ἐνέχυρα τὰ ὁποῖα εἶχεν ἀπὸ αὐτὸν καὶ τοῦ παρήγγειλε· «ἐγὼ ἂν εἶμαι ἔγκυος, ἔμεινα ἀπὸ τὸν ἄνδρα, εἰς τὸν ὁποῖον ἀνήκουν αὐτά. Φρόντισε νὰ μάθῃς εἰς ποῖον ἀνήκει τὸ δακτυλίδι, ἡ ἁλυσίδα καὶ αὐτὴ ἡ ράβδος».

Τρεμπέλα

Ἐνῷ ὅμως ἡ Θάμαρ ὡδηγεῖτο ἔξω ἀπὸ τὴν πόλιν διὰ νὰ καῇ, ἀπέστειλε πρὸς τὸν Ἰούδαν, τὸν πενθερόν της, ἐκεῖνα ποὺ τῆς εἶχε δώσει ὡς ἐνέχυρον καὶ τοῦ διεμήνυσε: «Ἀπὸ τὸν ἄνδρα, εἰς τὸν ὁποῖον ἀνήκουν τὰ ἀντικείμενα αὐτά, ἀπὸ αὐτὸν εἶμαι ἔγκυος ἐγώ». Καὶ ἐπρόσθεσεν: «Ἐξέτασε μὲ προσοχὴν καὶ μάθε τίνος εἶναι αὐτὸ τὸ δακτυλίδι καὶ ἡ ἁλυσίδα τοῦ λαιμοῦ καὶ τὸ ραβδί».

Γεν. 38,26

ἐπέγνω δὲ Ἰούδας καὶ εἶπε· δεδικαίωται Θάμαρ ἢ ἐγώ, οὗ ἕνεκεν οὐκ ἔδωκα αὐτὴν Σηλὼμ τῷ υἱῷ μου. καὶ οὐ προσέθετο ἔτι τοῦ γνῶναι αὐτήν.

Κολιτσάρα

Ὁ Ἰούδας τὰ ἀνεγνώρισε καὶ εἶπεν· «ἡ Θάμαρ ἔχει δίκαιον καὶ ὄχι ἐγώ, διότι δὲν ἔδωκα αὐτὴν ὡς σύζυγον εἰς τὸν υἱόν μου τὸν Σηλώμ, ὅπως τῆς εἶχα ὑποσχεθῆ». Μετενόησε δὲ διὰ τὸ λάθος του καὶ δὲν ἦλθεν ἄλλην φορὰν εἰς συνάφειαν μὲ αὐτήν.

Τρεμπέλα

Ὁ Ἰούδας ἀνεγνώρισεν ἀμέσως, ὅτι τὰ ἀντικείμενα αὐτὰ ἦσαν ἐκεῖνα, ποὺ τῆς ἔδωκε, καὶ εἶπεν: «Ἀρκετὴ ἀπόδειξις εἶναι αὐτά. Ἔχει δίκαιον ἡ Θάμαρ καὶ ὅχι ἐγώ. Ἐκείνη εἶναι ἀνεύθυνος, ἐγὼ δὲ καταδικάζω τὸν ἑαυτόν μου, διότι δὲν τὴν ὑπάνδρευσα μὲ τὸν Σηλώμ, τὸν υἱόν μου». Μετενόησε δὲ ὁ Ἰούδας διὰ τὴν πρᾶξιν του καὶ δὲν ἦλθε πλέον ἄλλην φορὰν εἰς σαρκικὴν ἕνωσιν μὲ τὴν νύμφην του Θάμαρ.

Γεν. 38,27

Ἐγένετο δὲ ἡνίκα ἔτικτε, καὶ τῇδε ἦν δίδυμα ἐν τῇ γαστρὶ αὐτῆς.

Κολιτσάρα

Ὅταν δὲ ἡ Θάμαρ ἐπρόκειτο νὰ γεννήσῃ, ὑπῆρχον δίδυμα εἰς τὴν κοιλίαν της.

Τρεμπέλα

Ὅταν ἦλθεν ἡ ἡμέρα τοῦ τοκετοῦ τῆς Θάμαρ,ἀπεδείχθη ὅτι εἰς τὴν κοιλίαν της ἐκυοφοροῦσε δίδυμα.

Γεν. 38,28

ἐγένετο δὲ ἐν τῷ τίκτειν αὐτήν, ὁ εἷς προεξήνεγκε τὴν χεῖρα· λαβοῦσα δὲ ἡ μαῖα ἔδησεν ἐπὶ τὴν χεῖρα αὐτοῦ κόκκινον λέγουσα· οὗτος ἐξελεύσεται πρότερος.

Κολιτσάρα

Ὅταν δὲ ἐγεννοῦσε, τὸ ἕνα παιδὶ ἐπρόβαλε τὸ χέρι του. Ἡ μαῖα ἔδεσε τὸ χέρι αὐτὸ μὲ κοκκίνη κλωστὴ λέγουσα· «αὐτὸς θὰ βγῇ πρῶτος καὶ θὰ εἶναι ὁ πρωτότοκος».

Τρεμπέλα

Ὅταν δὲ ἐγεννοῦσε, τὸ ἕνα παιδὶ ἔβγαλεν ἔξω τὸ χέρι του· ἡ μαῖα, ἀφοῦ τὸ ἐπῆρεν, ἔδεσεν ἐπάνω του κοκκίνην κλωστήν, ὥστε νὰ τὸ ξεχωρίζῃ ἀπὸ τὸ ἄλλο, καὶ εἶπεν· «αὐτὸς θὰ γεννηθῇ πρῶτος θὰ εἶναι ὁ πρωτότοκος».

Γεν. 38,29

ὡς δὲ ἐπισυνήγαγε τὴν χεῖρα, καὶ εὐθὺς ἐξῆλθεν ὁ ἀδελφὸς αὐτοῦ. ἡ δὲ εἶπε· τί διεκόπη διὰ σὲ φραγμός; καὶ ἐκάλεσε τὸ ὄνομα αὐτοῦ Φαρές.

Κολιτσάρα

Ἐπειδὴ ὅμως ἐκεῖνος ἀπέσυρε τὸ χέρι του, ἀμέσως δὲ ἐγεννήθη ὁ ἄλλος ἀδελφός του, ἡ μαῖα εἶπε· «διατί ἔφυγεν ἀπὸ τὸ μέσον ὁ φραγμὸς τοῦ προηγουμένου ἀδελφοῦ καὶ ἤνοιξε διὰ σὲ ὁ δρόμος;» Διὰ τοῦτο ἐκάλεσε τὸ ὄνομα τοῦ δευτέρου υἱοῦ Φαρές.

Τρεμπέλα

Αὐτὸς ὅμως ἐτράβηξε πάλιν πρὸς τὰ μέσα τὸ χέρι του καὶ ἀμέσως ἐγεννήθη ὁ ἄλλος ἀδελφός του. Ἡ μαῖα τότε εἶπεν εἰς τὸν δεύτερον αὐτὸν υἱόν· «διατί διεκόπη καὶ παρεμέρισεν ὁ φραγμὸς τοῦ προηγουμένου ἀδελφοῦ σου καὶ ἄνοιξεν ὁ δρόμος, διὰ νὰ βγῇς πρῶτος ἐσύ;» Διὰ τοῦτο ἡ μαῖα ὠνόμασε τὸ παιδί, ποὺ ἐγεννήθη πρῶτον, Φαρές. Τὸ ὄνομα τοῦτο σημαίνει «διακοπή, διάνοιξις».

Γεν. 38,30

καὶ μετὰ τοῦτο ἐξῆλθεν ὁ ἀδελφὸς αὐτοῦ, ἐφ’ ᾧ ἦν ἐπὶ τῇ χειρὶ αὐτοῦ τὸ κόκκινον· καὶ ἐκάλεσε τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ζαρά.

Κολιτσάρα

Ἔπειτα ἀπὸ τὸν Φαρές ἐγεννήθη ὁ ἀδελφός του, ὁ ὁποῖος εἶχεν εἰς τὸ χέρι του τὴν κόκκινη κλωστή. Διὰ τοῦτο ἡ μαῖα τὸν ὠνόμασε Ζαρά.

Τρεμπέλα

Μετὰ τὸν Φαρὲς ἐγεννήθη καὶ ὁ ἄλλος ἀδελφός του, εἰς τὸ χέρι τοῦ ὁποίου ἦταν δεμένη ἡ κοκκίνη κλωστή· εἰς τὸ δεύτερον αὐτὸ παιδί (ποὺ ἔπρεπε κανονικῶς νὰ γεννηθῇ πρῶτον) ἡ μαῖᾳ ἔδωσε τὸ ὄνομα Ζαρά, τὸ ὁποῖον σημαίνει «αὐγή, ἀνατολή».

Κεφάλαιο 39

Γεν. 39,1

Ἰωσὴφ δὲ κατήχθη εἰς Αἴγυπτον, καὶ ἐκτήσατο αὐτὸν Πετεφρὴς ὁ εὐνοῦχος Φαραώ, ὁ ἀρχιμάγειρος, ἀνὴρ Αἰγύπτιος, ἐκ χειρῶν τῶν Ἰσμαηλιτῶν, οἳ κατήγαγον αὐτὸν ἐκεῖ.

Κολιτσάρα

Ὁ Ἰωσὴφ μετεφέρθη ἀπὸ τοὺς Ἰσμαηλίτας εἰς τὴν Αἴγυπτον. Ἐκεῖ δὲ ἠγόρασεν αὐτὸν ἀπὸ τοὺς Ἰσμαηλίτας ὁ Πετεφρῆς, ἕνας ἀπὸ τοὺς αὐλικούς, ὁ ἀρχιμάγειρος τοῦ Φαραώ.

Τρεμπέλα

Ὁ Ἰωσὴφ δὲ μετεφέρθη εἰς Αἴγυπτον. Καὶ τὸν ἀγόρασε ἀπὸ τοὺς Ἰσμαηλῖτες ἐμπόρους, οἱ ὁποῖοι τὸν μετέφεραν ἐκεῖ κάτω εἰς τὴν Αἴγυπτον, ὁ Αἰγύπτιος Πετεφρῆς, ὁ εὐνοῦχος τοῦ Φαραώ, ὁ ὁποῖος εἶχεν εἰς τὸ παλάτι τὸ ἀξίωμα τοῦ ἀρχιμαγείρου.

Γεν. 39,2

καὶ ἦν Κύριος μετὰ Ἰωσήφ, καὶ ἦν ἀνὴρ ἐπιτυγχάνων καὶ ἐγένετο ἐν τῷ οἴκῳ παρὰ τῷ κυρίῳ αὐτοῦ τῷ Αἰγυπτίῳ.

Κολιτσάρα

Ὁ δὲ Θεὸς ἦτο πάντοτε μαζῆ μὲ τὸν Ἰωσήφ. Διὰ τοῦτο καὶ ἤρχοντο ὅλα εἰς αὐτὸν κατ’ εὐχήν. Ἔμενε δὲ εἰς τὸν οἶκον τοῦ Πετεφρῆ τοῦ Αἰγυπτίου αὐτοῦ κυρίου του.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Κύριος ἦταν μαζὶ μὲ τὸν Ἰωσήφ, ἡ δὲ χάρις τοῦ Θεοῦ παρεμέριζεν ὅλες τὶς δυσκολίες, δι’ αὐτὸ εἰς ὅλα τὰ ἔργα του εὐδοκιμοῦσε καὶ ἐπετύγχανε. Καὶ ὁ Ἰωσὴφ ἐζοῦσε εἰς τὸ σπίτι τοῦ Πετεφρῆ, τοῦ Αἰγυπτίου κυρίου του.

Γεν. 39,3

ᾔδει δὲ ὁ κύριος αὐτοῦ, ὅτι ὁ Κύριος ἦν μετ’ αὐτοῦ καὶ ὅσα ἐὰν ποιῇ, Κύριος εὐοδοῖ ἐν ταῖς χερσὶν αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

Ὁ δὲ κύριος τοῦ Ἰωσὴφ ἐγνώριζεν ὅτι ὁ Θεὸς ἦτο μαζῆ μὲ τὸν Ἰωσὴφ καὶ ὅτι ὅσα αὐτὸς ἔπραττε, τὰ ἔφερεν ὁ Θεὸς εἰς αἴσιον πέρας.

Τρεμπέλα

Ἐγνώριζε δὲ ὁ κύριός του, ὅτι ὁ Θεὸς ἦταν μαζὶ μὲ τὸν Ἰωσὴφ καὶ ὅτι τὸν συνώδευε θεία χάρις καὶ ὅτι ὅσα κάμνει ὁ Ἰωσήφ, κάθε ἔργον καὶ κάθε πρᾶξις, εἶχαν πάντοτε ἐπιτυχημένην ἔκβασιν.

Γεν. 39,4

καὶ εὗρεν Ἰωσὴφ χάριν ἐναντίον τοῦ κυρίου αὐτοῦ, καὶ εὐηρέστησεν αὐτῷ, καὶ κατέστησεν αὐτὸν ἐπὶ τοῦ οἴκου αὐτοῦ καὶ πάντα, ὅσα ἦν αὐτῷ, ἔδωκε διὰ χειρὸς Ἰωσήφ.

Κολιτσάρα

Ἀπέκτησεν ὁ Ἰωσὴφ τὴν ἐκτίμησιν τοῦ κυρίου του, ἦτο εὐάρεστος καὶ ἀφωσιωμένος εἰς αὐτὸν καὶ ἐκεῖνος τὸν διώρισεν ἐπιστάτην εἰς ὅλον τὸ σπίτι του· καὶ ὅλα ὅσα εἶχε τὰ παρέδωσε μὲ ἐμπιστοσύνην εἰς τὰ χέρια τοῦ Ἰωσήφ.

Τρεμπέλα

Δι’ ὅλα αὐτὰ καὶ ἐπειδὴ ὅλα τὰ ἔκαμνε μὲ πολλὴν ἀγάπην καὶ προθυμίαν, ὁ δοῦλος Ἰωσὴφ ἀπέκτησε σιγὰ - σιγὰ τὴν ἐκτίμησιν, ἐμπιστοσύνην καὶ εὐαρέσκειαν τοῦ Αἰγυπτίου κυρίου του. Διὰ τοῦτο ὁ Πετεφρῆς διώρισε τὸν Ἰωσήφ, παρ’ ὅλον ὅτι ἦταν νέος, ξένος καὶ δοῦλος, γενικὸν ἐπιστὰτην καὶ οἰκονόμον εἰς τὸ σπίτι του καὶ ὅλα τὰ ὑπάρχοντά του τὰ παρέδωκεν εἰς τὸν Ἰωσὴφ καὶ τὸν ἀφῆκε νὰ τὰ διαχειρίζεται, ὅπως ἔκρινεν ὁ ἴδιος.

Γεν. 39,5

ἐγένετο δὲ μετὰ τὸ καταστῆναι αὐτὸν ἐπὶ τοῦ οἴκου αὐτοῦ καὶ ἐπὶ πάντα, ὅσα ἦν αὐτῷ, καὶ ηὐλόγησε Κύριος τὸν οἶκον τοῦ Αἰγυπτίου διὰ Ἰωσήφ, καὶ ἐγενήθη εὐλογία Κυρίου ἐν πᾶσι τοῖς ὑπάρχουσιν αὐτῷ ἐν τῷ οἴκῳ καὶ ἐν τῷ ἀγρῷ αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

Συνέβη δέ, ὥστε, ὅταν ὁ Πετεφρῆς διώρισεν αὐτὸν ἐπιστάτην εἰς τὸν οἶκον του καὶ εἰς ὅλα ὅσα εἶχεν, ηὐλόγησεν ὁ κύριος τὸν οἶκον τοῦ Αἰγυπτίου αὐτοῦ ἄρχοντος πρὸς χάριν τοῦ Ἰωσήφ. Καὶ ἡ εὐλογία αὐτὴ ἀπλώθηκε εἰς ὅλα ὅσα ὑπῆρχον εἰς τὸν οἶκον του καὶ εἰς τοὺς ἀγρούς του.

Τρεμπέλα

Ἀπὸ τὴν στιγμήν, ποὺ ὁ Πετεφρῆς διώρισε τὸν Ἰωσὴφ γενικὸν ἐπιστάτην καὶ οἰκονόμον εἰς τὸ σπίτι του καὶ ὅλα, ὅσα εἶχε,τὰ παρέδωκεν εἰς αὐτὸν νὰ τὰ διαχειρίζεται, ὁ Θεὸς εὐλόγησε τὸ σπίτι τοῦ Αἰγυπτίου χάριν τοῦ Ἰωσήφ. Ἡ εὐλογία τοῦ Θεοῦ ἦλθε πλούσια εἰς ὅλην τὴν περιουσίαν του, εἰς ὅλον τὸ σπίτι του καὶ εἰς ὅλα τὰ χωράφια του.

Γεν. 39,6

καὶ ἐπέτρεψε πάντα, ὅσα ἦν αὐτῷ, εἰς χεῖρας Ἰωσὴφ καὶ οὐκ ᾔδει τῶν καθ’ αὐτὸν οὐδὲν πλὴν τοῦ ἄρτου, οὗ ἤσθιεν αὐτός. Καὶ ἦν Ἰωσὴφ καλὸς τῷ εἴδει καὶ ὡραῖος τῇ ὄψει σφόδρα.

Κολιτσάρα

Διὰ τοῦτο ὁ Πετεφρῆς ἐνεπιστεύθη ὅλα ὅσα εἶχε πλήρως εἰς τὰ χέρια τοῦ Ἰωσὴφ καὶ δὲν ἐγνώριζεν οὔτε ἐφρόντιζε νὰ μάθῃ τίποτε ἄλλο πλὴν τῆς τροφῆς αὐτοῦ. Εἶχε δὲ ὁ Ἰωσὴφ καλὴν καὶ ἐλκυστικὴν ἐμφάνισιν, ὡραιότατον δὲ τὸ πρόσωπον.

Τρεμπέλα

Ἕνεκα τούτου ὁ Πετεφρῆς ἀνέθεσεν ἐν λευκῷ ὅλα, ὅσα εἶχεν, εἰς τὰ χέρια τοῦ δούλου τοῦ Ἰωσήφ, εἰς τὸν ὁποῖον εἶχε τόσην ἐμπιστοσύνην, ὥστε ὁ ἴδιος εν ἐγνώριζε τίποτε ἄλλο, οὔτε ἐνδιεφέρετο δι’ ἄλλο τίποτε σχετικὸν μὲ τὶς ὑποθέσεις καὶ τὰ συμφέροντά του, ἐκτὸς ἀπὸ τὸ φαγητὸν ποὺ ἔτρωγεν. Ὁ δὲ Ἰωσὴφ δεν ἦταν μόνον ὡραῖος εἰς τὴν ψυχὴν ἦταν ὡραῖος καὶ εἰς τὴν ἐμφάνισιν καὶ εἰς τὸ παράστημα καὶ πάρα πολὺ ὄμορφος εἰς τὸ πρόσωπον.

Γεν. 39,7

καὶ ἐγένετο μετὰ τὰ ῥήματα ταῦτα καὶ ἐπέβαλεν ἡ γυνὴ τοῦ κυρίου αὐτοῦ τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτῆς ἐπὶ Ἰωσὴφ καὶ εἶπε· κοιμήθητι μετ’ ἐμοῦ.

Κολιτσάρα

Ἔπειτα ἀπὸ τὰ γεγονότα αὐτά, ἡ γυναίκα τοῦ Πετεφρῆ ἔστρεψε μὲ ἐπιμονὴν καὶ μὲ πόθον τὰ βλέμματά της εἰς τὸν Ἰωσὴφ καὶ τοῦ εἶπε· «κοιμήσου μαζῆ μου».

Τρεμπέλα

Ἀπὸ τότε ποὺ ὁ Πετεφρῆς τοῦ εἶχεν ἐμπιστευθῆ τὴν ἐξουσίαν ὅλου τοῦ σπιτιοῦ καὶ τῆς περιουσίας του καὶ μετὰ τὶς πολλὲς τιμές, μὲ τὶς ὁποῖες τὸν ἐτίμησεν, ἡ γυναῖκα τοῦ κυρίου του ἐκάρφωσε τὸ βλέμμα της εἰς τὸ ὡραῖον παράστημα καὶ τὸ ὄμορφον πρόσωπον τοῦ Ἰωσὴφ μὲ πονηρὸν σκοπόν· ἐδέχθη κατόπιν τὴν σατανικὴν φωτιὰν τοῦ σαρκικοῦ πάθους εἰς τὴν ψυχήν της καὶ χωρὶς καμμίαν ἐντροπὴν ἐπρότεινεν εἰς τὸν δοῦλον της Ἰωσήφ: «Ἔλα νὰ καιμηθῇς μαζί μου».

Γεν. 39,8

ὁ δὲ οὐκ ἤθελεν, εἶπε δὲ τῇ γυναικὶ τοῦ κυρίου αὐτοῦ· εἰ ὁ κύριός μου οὐ γινώσκει δι’ ἐμὲ οὐδὲν ἐν τῷ οἴκῳ αὐτοῦ, καὶ πάντα, ὅσα ἐστὶν αὐτῷ, ἔδωκεν εἰς τὰς χεῖράς μου

Κολιτσάρα

Αὐτὸς ὅμως δὲν ἤθελε καὶ ἠρνεῖτο συνεχῶς λέγων εἰς τὴν γυναῖκα τοῦ Πετεφρῆ· «ἀφοῦ ὁ κύριός μου ἔχει τόσην ἐμπιστοσύνην εἰς ἐμέ, ὥστε τίποτε πλέον δὲν γνωρίζει καὶ δὲν παρακολουθεῖ ἀπὸ τὰ ἐν τῷ οἴκῳ του, μοῦ ἔχει δὲ παραδώσει τὰ πάντα εἰς τὰ χέρια μου

Τρεμπέλα

Ἀλλὰ ὁ σώφρων Ἰωσὴφ δὲν ὑπάκουσε εἰς τὴν πρότασή της οὔτε ἐδέχετο τὰ λόγια τῆς ἀκολάστου γυναικός. Ταυτοχρόνως ἐπροσπαθοῦσε νὰ ἐλευθερώσῃ καὶ ἐκείνην ἀπὸ τὴν μανίαν τοῦ πάθους καὶ τὴν φωτιὰν τῆς σαρκικῆς ἐπιθυμίας· διὰ τοῦτο ἔλεγεν εἰς τὴν γυναῖκα τοῦ κυρίου του: «Ἄφοῦ ὁ κύριός μου ἔχει τόσην ἐμπιστοσύνην εἰς ἐμέ, μέχρι σημείου ὥστε τίποτε νὰ μὴ γνωρίζῃ ἀπὸ τὰ πράγματα καὶ τὶς ὑποθέσεις τοῦ σπιτιοῦ του καὶ ὅλα, ὅσα ἔχει, τὰ παρέδωσε εἰς τὴν ἀπόλυτον διαχείρισίν μου·

Γεν. 39,9

καὶ οὐχ ὑπερέχει ἐν τῇ οἰκίᾳ ταύτῃ οὐδὲν ἐμοῦ, οὐδὲ ὑπεξῄρηται ἀπ’ ἐμοῦ οὐδὲν πλὴν σοῦ, διὰ τὸ σὲ γυναῖκα αὐτοῦ εἶναι, καὶ πῶς ποιήσω τὸ ῥῆμα τὸ πονηρὸν τοῦτο, καὶ ἁμαρτήσομαι ἐναντίον τοῦ Θεοῦ;

Κολιτσάρα

καὶ κανεὶς δὲν εἶναι ἀνώτερός μου εἰς αὐτὴν τὴν οἰκίαν οὔτε ἔχει ἐξαιρεθῆ ἀπὸ τὴν δικαιοδοσίαν μου κανείς, πλὴν σοῦ ἡ ὁποία εἶσαι σύζυγός του, πῶς ἐγὼ θὰ πράξω τὴν πονηρὰν αὐτὴν πρᾶξιν καὶ θὰ ἁμαρτήσω ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ;»

Τρεμπέλα

καὶ ἀφοῦ ὁ κύριός μου ἔχει δώσει τόσην ἐλευθερίαν εἰς ἐμέ, ποὺ εἶμαι ξένος, ὑπηρέτης καὶ αἰχμάλωτός του, καὶ δεν εἶναι εἰς τίποτε ἀνώτερός μου μέσα εἰς αὐτὸ τὸ σπίτι (ἢ κατ’ ἄλλην γραφήν: Καὶ δὲν ὑπάρχει κανένας ἄλλος ἀνώτερός μου εἰς αὐτὸ τὸ σπίτι) οὔτε κρατεῖ τίποτε περισσότερον ἀπὸ ἑμέ, ἐκτὸς ἀπὸ σέ, διότι σὺ εἶσαι γυναῖκα του, πῶς ἐγὼ θὰ κάμω αὐτὴν τὴν τόσον πονηρὰν πρᾶξιν καὶ θὰ ἀτιμάσω ἕνα τέτοιον κύριον; Καὶ τὸ σπουδαιότερον, πῶς ἐγὼ θὰ ἁμαρτήσω ἐμπρὸς εἰς τὰ μάτια τοῦ παναγίου Θεοῦ; Διότι καὶ ἂν ἀκόμη διαφύγωμεν τὴν προσοχὴν ὅλων, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀποφύγωμεν τὸ ἄγρυπνον βλέμμα τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος ὅλα τὰ βλέπει».

Γεν. 39,10

ἡνίκα δὲ ἐλάλει τῷ Ἰωσὴφ ἡμέραν ἐξ ἡμέρας, καὶ οὐχ ὑπήκουεν αὐτῇ καθεύδειν μετ’ αὐτῆς τοῦ συγγενέσθαι αὐτῇ.

Κολιτσάρα

Μολονότι δὲ ἐκείνη κάθε ἡμέραν ὡμίλει δελεαστικῶς πρὸς τὸν Ἰωσὴφ καὶ προσεπάθει νὰ τὸν παρασύρῃ, ἐκεῖνος δὲν ὑπεχώρει, ὥστε νὰ κοιμηθῇ μαζῆ της καὶ νὰ ἔλθῃ εἰς συνάφειαν μὲ αὐτήν.

Τρεμπέλα

Παρ’ ὅλον ὅτι ἐκείνη ἐπροκαλοῦσε τὸν Ἰωσὴφ καθημερινῶς καὶ παρ’ ὅλον ὅτι ὁ πειρασμὸς τὸν ἐπολιορκοῦσε συνεχῶς, αὐτὸς ἀπέκρουε πάντοτε μὲ σταθερότητα τὶς δελεαστικὲς προτάσεις της νὰ κοιμηθῇ μαζί της καὶ νὰ ἔλθῃ εἰς σαρκικὴν ἕνωσιν μὲ αὐτήν.

Γεν. 39,11

ἐγένετο δὲ τοιαύτη τις ἡμέρα, καὶ εἰσῆλθεν Ἰωσὴφ εἰς τὴν οἰκίαν ποιεῖν τὰ ἔργα αὐτοῦ, καὶ οὐδεὶς ἦν τῶν ἐν τῇ οἰκίᾳ ἔσω,

Κολιτσάρα

Κάποιαν ὅμως ἡμέραν, ὅταν ὁ Ἰωσὴφ εἰσῆλθεν εἰς τὴν οἰκίαν, διὰ νὰ ἀσχοληθῇ μὲ τὰ συνήθη ἔργα του, καὶ κανεὶς ἄλλος δὲν εὑρίσκετο εἰς τὸ ἐσωτερικὸν τοῦ σπιτιοῦ,

Τρεμπέλα

Ἐκείνη ὅμως δὲν ἐσταμάτησε τὶς προκλήσεις της. Κάποιαν ἡμέραν ὁ Ἰωσὴφ ἐμπῆκε εἰς τὸ σπίτι τοῦ κυρίου του διὰ τὴν συνηθισμένην ὑπηρεσίαν του, διὰ νὰ ἐκτελέσῃ τὰ καθήκοντά του· τὴν ἡμέραν δὲ ἐκείνην δὲν ὑπῆρχε κανένας ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, ποὺ ὑπηρετοῦσαν μέσα εἰς τὸ σπίτι.

Γεν. 39,12

καὶ ἐπεσπάσατο αὐτὸν τῶν ἱματίων λέγουσα· κοιμήθητι μετ’ ἐμοῦ. καὶ καταλιπὼν τὰ ἱμάτια αὐτοῦ ἐν ταῖς χερσὶν αὐτῆς ἔφυγε καὶ ἐξῆλθεν ἔξω.

Κολιτσάρα

ἡ γυνὴ τοῦ Πετεφρῆ ἐπωφελήθη ἀπὸ τὴν εὐκαιρίαν αὐτήν, ἐτράβηξεν αὐτὸν ἀπὸ τὸ ἔνδυμα καὶ τοῦ ἔλεγε· «κοιμήσου μαζῆ μου». Ὁ Ἰωσὴφ ἀφῆκεν εἰς τὰ χέρια της τὸ ἱμάτιον αὐτοῦ, ἔφυγε, καὶ ἐβγῆκεν ἔξω ἀπὸ τὸ σπίτι.

Τρεμπέλα

Ἡ ἀκόλαστος γυναῖκα τοῦ Πετεφρῆ ἐξεμεταλλεύθη τὴν περίστασιν καὶ ὥρμησεν ἐπάνω εἰς τὸν νέον Ἰωσήφ, τὸν ἐκράτησε σφιγκτὰ ἀπὸ τὰ ροῦχα καὶ τοῦ εἶπε: «Ξάπλωσε εἰς τὸ κρεββάτι μαζί μου». Ἀλλὰ ὁ σώφρων Ἰωσήφ, ἐνισχυόμενος ἀπὸ τὴν χάριν τοῦ Θεοῦ, δὲν συγκατετέθη καὶ δὲν ὑπέκυψε. Ἀφοῦ ἀφῆκε τὰ ροῦχα του εἰς τὰ χέρια της, ἔφυγε τρέχοντας καὶ ἐβγῆκε γρήγορα ἔξω ἀπὸ τὸ σπίτι σχεδὸν γυμνός.

Γεν. 39,13

καὶ ἐγένετο ὡς εἶδεν, ὅτι καταλιπὼν τὰ ἱμάτια αὐτοῦ ἐν ταῖς χερσὶν αὐτῆς ἔφυγε καὶ ἐξῆλθεν ἔξω,

Κολιτσάρα

Ἐκείνη, ὅταν εἶδεν ὅτι ὁ Ἰωσὴφ ἀφήσας εἰς τὰ χέρια της τὸ ἱμάτιόν του, ἔφυγε καὶ ἐξῆλθεν ἀπὸ τὸ σπίτι, κατελήφθη ἀπὸ ἀγρίαν μανίαν ἐκδικήσεως,

Τρεμπέλα

Ὅταν ἡ Αἰγυπτία εἶδεν, ὅτι ὁ νέος ἐγκατέλειψε τὰ ροῦχα του εἰς τὰ χέρια της καὶ ἔφυγε τρέχοντας καὶ ἐβγῆκε γρήγορα ἔξω ἀπὸ τὸ σπίτι καὶ ἐπειδὴ (ἡ Αἰγυπτία) δὲν ὑπέφερε πλέον τὴν ἐντροπὴν καὶ τὴν προσβολὴν ποὺ ἔπαθε, ἀπεφάσισε νὰ τὸν ἐκδικηθῇ.

Γεν. 39,14

καὶ ἐκάλεσε τοὺς ὄντας ἐν τῇ οἰκίᾳ καὶ εἶπεν αὐτοῖς λέγουσα· ἴδετε, εἰσήγαγεν ἡμῖν παῖδα Ἑβραῖον ἐμπαίζειν ἡμῖν· εἰσῆλθε πρός με λέγων· κοιμήθητι μετ’ ἐμοῦ, καὶ ἐβόησα φωνῇ μεγάλῃ·

Κολιτσάρα

ἐφώναξε τοὺς ἀνθρώπους, ποὺ εὑρίσκοντο εἰς τὴν οἰκίαν, καὶ τοὺς εἶπεν· «ἰδέτε, τὸ σύζυγός μου ἔβαλε μέσα εἰς τὸ σπίτι μας αὐτὸν τὸν Ἑβραῖον δοῦλον, διὰ νὰ μᾶς ἐξευτελίσῃ. Αὐτὸς εἰσῆλθεν εἰς τὸν κοιτῶνα μου καὶ μοῦ εἶπε· κοιμήσου μαζῆ μου. Ἐγὼ ὅμως ἔβγαλα μεγάλην φωνήν.

Τρεμπέλα

Ἔτσι ἐκάλεσεν ὅλους, ὅσοι ὑπηρετοῦσαν εἰς τὸ σπίτι της, ἐπεχείρησε δὲ νὰ τοὺς ἐξαπατήσῃ μὲ συκοφαντίες κατὰ τοῦ Ἰωσὴφ καὶ τοὺς εἶπε: «Κυττάξετε· ὁ σύζυγός μου ἔφερεν εἰς τὸ σπίτι νὰ μένῃ μαζί μας δοῦλον Ἑβραῖον, διὰ νὰ μᾶς προσβάλῃ καὶ νὰ μᾶς ἐξευτελίσῃ. Αὐτὸς ὁ Ἑβραῖος δοῦλος ἐμπῆκε μὲ ἀνήθικον σκοπὸν εἰς τὸ δωμάτιόν μου καὶ μοῦ εἶπε: «Ξάπλωσε εἰς τὸ κρεββάτι μαζί μοι». Ἐγὼ ὅμως δὲν ἐδέχθηκα καὶ ἐφώναξα ἀμέσως μὲ φωνὴν δυνατήν.

Γεν. 39,15

ἐν δὲ τῷ ἀκοῦσαι αὐτὸν ὅτι ὕψωσα τὴν φωνήν μου καὶ ἐβόησα, καταλιπὼν τὰ ἱμάτια αὐτοῦ παρ’ ἐμοὶ ἔφυγε καὶ ἐξῆλθεν ἔξω.

Κολιτσάρα

Ἐκεῖνος ὅταν ἤκουσεν ὅτι ὕψωσα τὴν φωνήν μου καὶ ἔκραξα, ἀφῆκεν εἰς τὰ χέρια μου τὸ ἱμάτιόν του, ἔφυγε καὶ ἐβγῆκεν ἀπὸ τὸ σπίτι».

Τρεμπέλα

Αὐτὸς δέ, μόλις εἶδε ὅτι ἔβαλα τὶς φωνὲς καὶ ἐφώναζα δυνατά, ἀφοῦ ἀφῆκε τὰ ροῦχα του δίπλα μου, ἔφυγε γρήγορα καὶ ἐτρεξεν ἔξω».

Γεν. 39,16

καὶ καταλιμπάνει τὰ ἱμάτια παρ’ ἑαυτῇ, ἕως ἦλθεν ὁ κύριος εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

Ἡ γυναῖκα αὐτὴ ἀφῆκε πλησίον της τὸ ἱμάτιον τοῦ Ἰωσήφ, μέχρις ὅτου ἦλθεν ὁ σύζυγός της εἰς τὴν οἰκίαν,

Τρεμπέλα

Καὶ ἡ ἀσυνείδητη ἐκείνη γυναῖκα ἐκράτησε καὶ ἐφύλαξε τὰ ρουχα τοῦ ἀθώου καὶ ἀγνοῦ Ἰωσὴφ κοντά της, μέχρις ὅτου ἦλθεν εἰς τὸ σπίτι του ὁ σύζυγός της.

Γεν. 39,17

καὶ ἐλάλησεν αὐτῷ κατὰ τὰ ῥήματα ταῦτα λέγουσα· εἰσῆλθε πρός με ὁ παῖς ὁ Ἑβραῖος, ὃν εἰσήγαγες πρὸς ἡμᾶς, ἐμπαῖξαί μοι καὶ εἶπέ μοι· κοιμηθήσομαι μετὰ σοῦ·

Κολιτσάρα

πρὸς τὸν ὁποῖον αὐτὴ εἶπε τὰ ἴδια λόγια· «Ὁ Ἑβραῖος αὐτὸς δοῦλος, τὸν ὁποῖον σὺ εἰσήγαγες γενικὸν ἐπόπτην εἰς τὸν οἶκον, εἰσῆλθεν εἰς τὸν κοιτῶνα μου, διὰ νὰ μὲ ἐξευτελίσῃ καὶ μοῦ εἶπε· θὰ κοιμηθῶ μαζῆ σου. Ἀλλὰ ἐγὼ ἐφώναξα μὲ ὅλην μου τὴν δύναμιν.

Τρεμπέλα

Καὶ τότε διηγήθη εἰς τὸν ἄνδρα της τὴν ἰδίαν συκοφαντικὴν ἱστορίαν καὶ τοῦ εἶπε: «Ἦλθεν εἰς τὸ δωμάτιόν μου ὁ δοῦλος ἐκεῖνος ὁ Ἑβραῖος, τὸν ὁποῖον ἔφερες εἰς τὸ σπίτι μας καὶ τὸν ἔβαλες γενικὸν διαχειριστήν, διὰ νὰ μὲ προσβάλῃ καὶ νὰ μὲ ἐξευτελίσῃ καὶ μοῦ εἶπε: «Θὰ κοιμηθῶ μαζί σου».

Γεν. 39,18

ὡς δὲ ἤκουσεν ὅτι ὕψωσα τὴν φωνήν μου καὶ ἐβόησα, καταλιπὼν τὰ ἱμάτια αὐτοῦ παρ’ ἐμοὶ ἔφυγε καὶ ἐξῆλθεν ἔξω.

Κολιτσάρα

Ὁταν δὲ ἐκεῖνος ἤκουσεν ὅτι ὕψωσα τὴν φωνήν μου καὶ ἐφώναξα, ἀφῆκε τὸ ἱμάτιόν του κοντά μου, ἔφυγε καὶ ἐβγῆκε ἔξω ἀπὸ τὸ σπίτι».

Τρεμπέλα

Μόλις ὅμως ἄκουσε, ὅτι ἔβαλα τὶς φωνὲς καὶ ἐφώναζα δυνατά, ἀφοῦ ἀφῆκε τὰ ροῦχα του δίπλα μου, ἔφυγε γρήγορα καὶ ἔτρεξεν ἔξω».

Γεν. 39,19

ἐγένετο δέ, ὡς ἤκουσεν ὁ κύριος αὐτοῦ τὰ ῥήματα τῆς γυναικὸς αὐτοῦ, ὅσα ἐλάλησε πρὸς αὐτόν, λέγουσα· οὕτως ἐποίησέ μοι ὁ παῖς σου, καὶ ἐθυμώθη ὀργῇ.

Κολιτσάρα

Ὁταν ὁ κύριος τοῦ Ἰωσὴφ ἤκουσε τὰ λόγια αὐτὰ τῆς γυναικός του, ἡ ὁποία τοῦ εἶπεν ὅτι αὐτὰ μοῦ ἔκαμεν ὁ δοῦλος σου, κατελήφθη ἀπὸ μεγάλην ὀργήν.

Τρεμπέλα

Ὅταν ὁ κύριος τοῦ Ἰωσὴφ ἄκουσε τὰ λόγια τῆς συζύγου του καὶ ὅσα τοῦ διηγήθη λέγουσα «αὐτὰ μοῦ ἔκαμε καὶ ἔτσι μοῦ συμπεριεφέρθη ὁ δοῦλος σου», ἄναψε ἀπὸ θυμόν, ἐξωργίσθη.

Γεν. 39,20

καὶ λαβὼν ὁ κύριος Ἰωσὴφ ἐνέβαλεν αὐτὸν εἰς τὸ ὀχύρωμα, εἰς τὸν τόπον, ἐν ᾧ οἱ δεσμῶται τοῦ βασιλέως κατέχονται ἐκεῖ ἐν τῷ ὀχυρώματι.

Κολιτσάρα

Καὶ λαβὼν τὸν Ἰωσὴφ τὸν ἔρριψεν εἰς τὴν ὀχυρὰν φυλακήν, εἰς τὸν τόπον, ὅπου οἱ φυλακισμένοι τοῦ βασιλέως κρατοῦνται κλεισμένοι.

Τρεμπέλα

Καὶ ἀφοῦ συνέλαβε τὸν ἀθῶον Ἰωσήφ, τὸν ἔρριψεν εἰς τὴν ὠχυρωμένην φυλακήν, εἰς τὸν τόπον ἐκεῖνον ὅπου κρατοῦνται κλεισμένοι οἱ βαρυποινίτες τοῦ βασιλέως. Καὶ ὁ δίκαιος Ἰωσὴφ ὑπέμεινε τὴν ἄδικον φυλάκισιν μὲ σιωπήν, πραότητα καὶ ὑπομονήν.

Γεν. 39,21

Καὶ ἦν Κύριος μετὰ Ἰωσὴφ καὶ κατέχεεν αὐτοῦ ἔλεος καὶ ἔδωκεν αὐτῷ χάριν ἐναντίον τοῦ ἀρχιδεσμοφύλακος,

Κολιτσάρα

Ὁ Κύριος ὅμως καὶ Θεὸς ἦτο μαζῆ μὲ τὸν Ἰωσήφ, ἔστειλεν εἰς αὐτὸν τὸ ἔλεός του, ὥστε νὰ βρῇ ὁ Ἰωσὴφ εὐμενῆ ὑποδοχὴν ἀπὸ τὸν ἀρχιδεσμοφύλακα.

Τρεμπέλα

Διὰ τοῦτο ὁ Κύριος ἦταν μαζὶ μὲ τὸν ἀθῶον καὶ σώφρονα δοῦλον του εἰς τὴν φυλακήν, τὸν συνώδευε μὲ τὴν ἀγάπην καὶ τὴν εὐσπλαγχνίαν του καὶ τὸν εὐλογοῦσε. Ἔκαμε δὲ τὸν ἀρχιδεσμοφύλακα νὰ λυπηθῇ καὶ νὰ συμπαθήσῃ τὸν Ἰωσὴφ καὶ νὰ δείξῃ πρὸς αὐτὸν πολλὴν εὔνοιαν.

Γεν. 39,22

καὶ ἔδωκεν ὁ ἀρχιδεσμοφύλαξ τὸ δεσμωτήριον διὰ χειρὸς Ἰωσὴφ καὶ πάντας τοὺς ἀπηγμένους, ὅσοι ἐν τῷ δεσμωτηρίῳ, καὶ πάντα ὅσα ποιοῦσιν ἐκεῖ, αὐτὸς ἦν ποιῶν.

Κολιτσάρα

Ὁ ἀρχιδεσμοφύλαξ, ἐπειδὴ ἐγνώρισε τὴν ἐντιμότητα τοῦ Ἰωσήφ, τοῦ ἐνεπιστεύθη τὴν φυλακὴν καὶ ὅλους τοὺς ἐγκλείστους εἰς τὸ δεσμωτήριον. Καὶ ἔτσι περιῆλθον εἰς τὰ χέρια τοῦ Ἰωσὴφ ὅλα, ὅσα γίνονται εἰς τὸ δεσμωτήριον.

Τρεμπέλα

Τόση δὲ ἦταν ἡ εὔνοια τοῦ ἀρχιδεσμοφύλακος πρὸς τὸν φυλακισμένον Ἰωσήφ, ὥστε ἐνεπιστεύθη εἰς τὰ χέρια του ὅλην τὴν φυλακὴν καὶ ὅλους, ὅσοι ἐκρατοῦντο εἰς τὴν φυλακήν. Καὶ δι’ ὅλα, ὅσα ἔπρεπε νὰ γίνουν εἰς τὴν φυλακήν, εἶχεν ὁ Ἰωσὴφ τὴν ἐποπτείαν καὶ ἐκεῖνος τὰ ἐκανόνιζε, τὰ κατηύθυνε καὶ τὰ ἐξουσίαζε.

Γεν. 39,23

οὐκ ἦν ὁ ἀρχιδεσμοφύλαξ τοῦ δεσμωτηρίου γινώσκων δι’ αὐτὸν οὐδέν· πάντα γὰρ ἦν διὰ χειρὸς Ἰωσὴφ διὰ τὸ τὸν Κύριον μετ’ αὐτοῦ εἶναι, καὶ ὅσα αὐτὸς ἐποίει, ὁ Κύριος εὐώδου ἐν ταῖς χερσὶν αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

Ὁ δὲ ἀρχιδεσμοφύλαξ διὰ τὴν ἐμπιστοσύνην ποὺ εἶχεν εἰς τὸν Ἰωσήφ, τίποτε πλέον δὲν ἐγνώριζεν ἀπὸ ὅσα ἐγίνοντο εἰς τὴν φυλακὴν διότι ὅλα εὑρίσκοντο εἰς τὴν συνετὴν διαχείρισιν τοῦ Ἰωσήφ, ἐπειδὴ ὁ Κύριος ἦτο μαζῆ του. Ὅλα δὲ ὅσα ἔπραττεν ὁ Ἰωσήφ, τὰ κατευώδωνεν ὁ Κύριος καὶ εὐλογοῦσε τὰ ἔργα τῶν χειρῶν του.

Τρεμπέλα

Ὁ ἀρχιδεσμοφύλακας εἶχε τόσον μεγάλην ἐμπιστοσύνην εἰς τὸν Ἰωσήφ, ὥστε ὁ ἴδιος δὲν ἐγνώριζεν οὔτε ἤθελε νὰ μάθῃ τίποτε ἀπὸ ὅσα ἐγίνοντο εἰς τὴν φυλακήν. Καὶ τοῦτο, διότι ὅλα, ὅσα εὑρίσκοντο εἰς τὴν ἐξουσίαν καὶ τὴν διαχείρισιν τοῦ φυλακισμένου Ἰωσήφ, ἐγίνοντο πολὺ καλά, ἐπειδὴ ὁ Κύριος ἦταν μαζί του. Ἕνεκα τούτου ὅλα, ὅσα ἔκαμνε καὶ ἐπιχειροῦσε ὁ Ἰωσήφ, ὁ Κύριος τὰ εὐλογοῦσε καὶ τὰ ἐφερνε εἰς αἴσιον πέρας καὶ ἔτσι εἶχαν ὅλα ἐπιτυχημένην ἔκβασιν.

Κεφάλαιο 40

Γεν. 40,1

Ἐγένετο δὲ μετὰ τὰ ῥήματα ταῦτα ἥμαρτεν ὁ ἀρχιοινοχόος τοῦ βασιλέως Αἰγύπτου καὶ ὁ ἀρχισιτοποιὸς τῷ κυρίῳ αὐτῶν βασιλεῖ Αἰγύπτου.

Κολιτσάρα

Ἔπειτα ἀπὸ τὰ γεγονότα αὐτὰ συνέβη τὸ ἑξῆς ἐπεισόδιον· ὁ ἀρχιοινοχόος τοῦ βασιλέως τῆς Αἰγύπτου, ὅπως ἐπίσης καὶ ὁ ἀρχισιτοποιὸς παρηνόμησαν ἀπέναντι τοῦ κυρίου των, τοῦ βασιλέως τῆς Αἰγύπτου, τοῦ Φαραώ.

Τρεμπέλα

Μετὰ τὴν συκοφαντίαν ἐναντίον τοῦ Ἰωσὴφ καὶ τὴν φυλάκισίν του συνέβησαν τὰ ἀκόλουθα γεγονότα: Δύο ὑψηλοὶ ἀξιωματοῦχοι τῆς αὐλῆς τοῦ Φαραώ, ὁ ἀρχιοινοχόος, ποὺ ἐφρόντιζε καὶ ἐπιστατοῦσε διὰ τὸ κρασί, τὸ ὁποῖον ὁ ίδίος προσέφερεν εἰς τὸν Φαραώ, καὶ ὁ ἀρχισιτοποιός, ποὺ ἐφρόντιζε καὶ ἐπιστατοῦσε διὰ τὴν προετοιμασίαν τοῦ ψωμιοῦ (καὶ τοῦ φαγητοῦ), τὸ ὁποῖον ὁ ἴδιος ἔδιδεν εἰς τὸν Φαραώ, ἔπταισαν εἰς τὸν κύριόν των, τὸν βασιλέα τῆς Αἰγύπτου.

Γεν. 40,2

καὶ ὠργίσθη Φαραὼ ἐπὶ τοῖς δυσὶν εὐνούχοις αὐτοῦ, ἐπὶ τῷ ἀρχιοινοχόῳ καὶ ἐπὶ τῷ ἀρχισιτοποιῷ,

Κολιτσάρα

Ὠργίσθη ὁ Φαραὼ ἐναντίον τῶν δύο αὐτῶν αὐλικῶν του, τοῦ ἀρχιοινοχόου καὶ τοῦ ἀρχισιτοποιοῦ,

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Φαραὼ ἐξωργίσθη ἐναντίον τῶν δύο αὐτῶν εὐνούχων ἀξιωματούχων του, ἐναντίον τοῦ ἀρχιοινοχόου καὶ τοῦ ἀρχισιτοποιοῦ,

Γεν. 40,3

καὶ ἔθετο αὐτοὺς ἐν φυλακῇ εἰς τὸ δεσμωτήριον, εἰς τὸν τόπον, οὗ Ἰωσὴφ ἀπῆκτο ἐκεῖ.

Κολιτσάρα

καὶ ἔρριψεν αὐτοὺς εἰς τὸ δεσμωτήριον νὰ τοὺς φρουροῦν ἐκεῖ, ὅπου εἶχεν ὁδηγηθῆ καὶ ὁ Ἰωσήφ.

Τρεμπέλα

καὶ διέταξε νὰ τοὺς φυλακίσουν εἰς τὸ ἴδιον δεσμωτήριον, εἰς τὸ ὁποῖον εἶχεν ὁδηγηθῆ καὶ ἐκρατεῖτο ὡς φυλακισμένος καὶ ὁ Ἰωσήφ.

Γεν. 40,4

καὶ συνέστησεν ὁ ἀρχιδεσμώτης τῷ Ἰωσὴφ αὐτούς, καὶ παρέστη αὐτοῖς· ἦσαν δὲ ἡμέρας ἐν τῇ φυλακῇ.

Κολιτσάρα

Ὁ ἀρχιδεσμοφύλαξ ἀνέθεσεν αὐτοὺς εἰς τὸν Ἰωσήφ, ὁ ὁποῖος καὶ ἐφρόντισε δι’ αὐτούς. Εὑρίσκοντο μερικὰς ἡμέρας εἰς τὴν φυλακήν.

Τρεμπέλα

Ὁ ἀρχιδεσμοφύλακας τοὺς παρέδωσε καὶ τοὺς ἀνέθεσεν εἰς τὸν Ἰωσήφ, αὐτὸς δὲ τοὺς ἐφρόντιζε, τοὺς παρηγορούσε καὶ τοὺς ἐνίσχυε. οἱ δὲ δύο ἀξιωματοῦχοι ἔμειναν ἐπὶ ἡμέρες (κατ’ ἄλλην γραφήν, ἐπὶ ἀρκετὲς ἡμέρες) εἰς τὴν φυλακήν.

Γεν. 40,5

καὶ εἶδον ἀμφότεροι ἐνύπνιον ἐν μιᾷ νυκτί· ἡ δὲ ὅρασις τοῦ ἐνυπνίου τοῦ ἀρχιοινοχόου καὶ ἀρχισιτοποιοῦ, οἳ ἦσαν τῷ βασιλεῖ Αἰγύπτου, οἱ ὄντες ἐν τῷ δεσμωτηρίῳ, ἦν αὕτη.

Κολιτσάρα

Καὶ οἱ δύο εἶδον κατὰ τὴν ἰδίαν νύκτα ὄνειρον. Τὰ δὲ ὄνειρα, ποὺ εἶδον ὁ ἀρχιοινοχόος καὶ ὁ ἀρχισιτοποιὸς, οἱ αὐλικοὶ τοῦ βασιλέως ποὺ εὑρίσκοντο εἰς τὴν φυλακήν, ἦσαν τὰ ἑξῆς, ὅπως τὰ ἀπεκάλυψαν εἰς τὸν Ἰωσήφ.

Τρεμπέλα

Καὶ οἱ δύο φυλακισμένοι ἀξιωματοῦχοι εἶδαν τὴν ἰδίαν νύκτα ἀπὸ ἕνα ὄνειρον. Τὸ δὲ περιεχόμενον τῶν ὀνείρων, ποὺ εἶδαν ὁ ἀρχιοινοχόος καὶ ὁ ἀρχισιτοποιός, οἱ ὁποῖοι ἦσαν ὑψηλοὶ αὐλικοὶ τοῦ βασιλέως τῆς Αἰγύπτου καὶ ποὺ τώρα ἦσαν φυλακισμένοι, ἦταν τὸ ἀκόλουθον, ὅπως τὸ διηγήθησαν εἰς τὸν Ἰωσήφ.

Γεν. 40,6

εἰσῆλθε δὲ πρὸς αὐτοὺς Ἰωσὴφ τῷ πρωῒ καὶ εἶδεν αὐτούς, καὶ ἦσαν τεταραγμένοι.

Κολιτσάρα

Ἐπλησίασεν ὁ Ἰωσὴφ πρὸς αὐτοὺς κατὰ τὴν πρωΐαν καὶ εἶδεν ὅτι ἦσαν τεταραγμένοι.

Τρεμπέλα

Ὁ Ἰωσὴφ ἐμπῆκε τὸ πρωΐ εἰς τὸ διαμέρισμα τῆς φυλακῆς, εἰς τὸ ὁποῖον ἐκρατοῦντο, καὶ παρετήρησεν ὅτι ἦσαν ἀνήσυχοι καὶ ταραγμένοι.

Γεν. 40,7

καὶ ἠρώτα τοὺς εὐνούχους Φαραώ, οἳ ἦσαν μετ’ αὐτοῦ ἐν τῇ φυλακῇ παρὰ τῷ κυρίῳ αὐτοῦ, λέγων· τί ὅτι τὰ πρόσωπα ὑμῶν σκυθρωπὰ σήμερον;

Κολιτσάρα

Ἠρώτησε τοὺς δύο αὐτοὺς αὐλικοὺς τοῦ Φαραώ, τοὺς φυλακισμένους εἰς τὴν φυλακὴν τοῦ οἴκου Πετεφρῆ, λέγων· «διατί εἶναι σήμερον σκυθρωπὰ τὰ πρόσωπά σας;»

Τρεμπέλα

Ἐπειδὴ ὁ Ἰωσὴφ ἐθεωροῦσε ὡς σπουδαῖον ἔργον τὴν παρηγορίαν των, ἐρώτησε μὲ συμπάθειαν καὶ στοργὴν τοὺς δύο ἀξιωματούχους τοῦ Φαραώ, ποὺ ἦσαν μαζί του εἰς τὴν φυλακήν, εἰς τὸ σπίτι τοῦ κυρίου του, τοῦ Πετεφρῆ, καὶ τοὺς εἶπε: «Διατί σήμερα εἶναι σκυθρωπὰ καὶ ταραγμένα τὰ πρόσωπά σας; Τί σᾶς συμβαίνει καὶ εἶσθε μελαγχολικοὶ καὶ ἀνήσυχοι;»

Γεν. 40,8

οἱ δὲ εἶπαν αὐτῷ· ἐνύπνιον εἴδομεν, καὶ ὁ συγκρίνων οὐκ ἔστιν αὐτό. εἶπε δὲ αὐτοῖς Ἰωσήφ· οὐχὶ διὰ τοῦ Θεοῦ ἡ διασάφησις αὐτῶν ἐστί; διηγήσασθε οὖν μοι.

Κολιτσάρα

Ἐκεῖνοι τοῦ ἀπήντησαν· «εἴδομεν ἕνα ὄνειρον καὶ δὲν ὑπάρχει κανεὶς νὰ μᾶς τὸ ἑρμηνεύσῃ». Ὁ Ἰωσὴφ τοὺς εἶπεν· «μὲ τὸν φωτισμὸν τοῦ Θεοῦ δὲν γίνεται ἡ ἑρμηνεία αὐτῶν τῶν ὀνείρων; Διηγηθῆτε μου λοιπὸν ποῖα εἶναι αὐτὰ τὰ ὄνειρα».

Τρεμπέλα

Ἐκεῖνοι τοῦ ἀπάντησαν: «Εἴδαμεν ὁ καθένας ἀπὸ ἕνα ὄνειρον σπουδαῖον καὶ συμβολικὸν καὶ δεν ὑπάρχει ἐδῶ ἐκεῖνος, ποὺ θὰ ἠμπορέσῃ νὰ μᾶς τὸ ἐρμηνεύσῃ. Καὶ ὁ Ἰωσὴφ τοὺς εἶπε: «Μήπως μὲ τὴν βοήθειαν τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ δὲν γίνεται ἡ ἐξήγησις τῶν ὀνείρων; Ἐκεῖνος μόνον τὰ ἑρμηνεύει καὶ τὰ ἀποκαλύπτει. Ἀλλὰ διηγηθῆτε λοιπὸν εἰς ἐμὲ τὸ περιεχόμενον τῶν ὀνείρων σας καὶ ἐγώ, φωτιζόμενος ἀπὸ τὸν Θεόν, θὰ τὰ ἐξηγήσω».

Γεν. 40,9

καὶ διηγήσατο ὁ ἀρχιοινοχόος τὸ ἐνύπνιον αὐτοῦ τῷ Ἰωσὴφ καὶ εἶπεν· ἐν τῷ ὕπνῳ μου ἦν ἄμπελος ἐναντίον μου·

Κολιτσάρα

Ὁ ἀρχιοινοχόος διηγήθηκε τὸ ὄνειρόν του εἰς τὸν Ἰωσὴφ καὶ τοῦ εἶπεν· «εἶδα εἰς τὸν ὕπνον, μου ὅτι εὑρίσκετο μία κληματαριὰ ἐνώπιόν μου.

Τρεμπέλα

Τότε ὁ ἀρχιοινοχόος διηγήθη τὸ ὄνειρόν του εἰς τὸν Ἰωσὴφ καὶ εἶπεν: «Εἰς τὸν ὕπνον μου εἶδα ἐμπρός μου μίαν κληματαριάν.

Γεν. 40,10

ἐν δὲ τῇ ἀμπέλῳ τρεῖς πυθμένες, καὶ αὐτὴ θάλλουσα ἀνενηνοχυῖα βλαστούς· πέπειροι οἱ βότρυες σταφυλῆς.

Κολιτσάρα

Εἰς τὴν κληματαριὰν αὐτὴν ὑπῆρχον τρεῖς κλάδοι. Ἡ κληματαριὰ ἐβλάστησεν, ἐπέταξε βλαστάρια καὶ ἔφερε φύλλα, ἔπειπα δὲ ὥριμα σταφύλια.

Τρεμπέλα

Εἰς τὴν κληματαριὰν ὑπῆρχαν τρεῖς μεγάλοι κορμοί· αὐτὴ ἐπέταξε βλαστοὺς καὶ φύλλα καὶ κατόπιν τὰ σταφύλια ὠρίμασαν.

Γεν. 40,11

καὶ τὸ ποτήριον Φαραὼ ἐν τῇ χειρί μου· καὶ ἔλαβον τὴν σταφυλὴν καὶ ἐξέθλιψα αὐτὴν εἰς τὸ ποτήριον καὶ ἔδωκα τὸ ποτήριον εἰς τὴν χεῖρα Φαραώ.

Κολιτσάρα

Τὸ ποτήριον τοῦ Φαραὼ εὑρίσκετο εἰς τὸ χέρι μου. Ἐπῆρα τὸ σταφύλι, τὸ ἔστιψα εἰς τὸ ποτήρι καὶ ἔδωσα αὐτὸ εἰς τὸ χέρι τοῦ Φαραώ.

Τρεμπέλα

Τὸ κύπελλον δὲ τοῦ Φαραὼ ἦταν εἰς τὰ χέρια μου, τὸ ἐκρατοῦσα ἐγώ· ἐπῆρα τότε τὰ ὥριμα σταφύλια, τὰ ἔστιψα μέσα εἰς τὸ κύπελλον καὶ ἔδωκα τὸ κύπελλον εἰς τὸ χέρι τοῦ Φαραώ, διὰ νὰ πιῇ».

Γεν. 40,12

καὶ εἶπεν αὐτῷ Ἰωσήφ· τοῦτο ἡ σύγκρισις αὐτοῦ· οἱ τρεῖς πυθμένες τρεῖς ἡμέραι εἰσίν·

Κολιτσάρα

Εἶπεν εἰς αὐτὸν ὁ Ἰωσήφ· «ἰδοὺ ποία εἶναι ἡ ἑρμηνεία τοῦ ὀνείρου σου· οἱ τρεῖς βλαστοὶ τῆς κληματαριᾶς εἶναι τρεῖς ἡμέραι.

Τρεμπέλα

Ὁ Ἰωσήφ, ἀφοῦ ἄκουσε τὸ περιεχόμενον τοῦ ὀνείρου, εἶπεν εἰς τὸν ἀρχιοινοχόον: «Ἡ ἐξήγησις τοῦ ὀνείρου σου εἶναι αὐτή· οἱ τρεῖς κορμοὶ τῆς κληματαριᾶς εἶναι τρεῖς ἡμέρες.

Γεν. 40,13

ἔτι τρεῖς ἡμέραι καὶ μνησθήσεται Φαραὼ τῆς ἀρχῆς σου καὶ ἀποκαταστήσει σε ἐπὶ τὴν ἀρχιοινοχοΐαν σου, καὶ δώσεις τὸ ποτήριον Φαραὼ εἰς τὴν χεῖρα αὐτοῦ κατὰ τὴν ἀρχήν σου τὴν προτέραν, ὡς ἦσθα οἰνοχοῶν.

Κολιτσάρα

Ἔπειτα ἀπὸ τὰς τρεῖς αὐτὰς ἡμέρας ὁ Φαραὼ θὰ ἐνθυμηθῇ τὸ ἀξίωμα, ποὺ κατεῖχες, θὰ σὲ ἀποκαταστήσῃ πάλιν εἰς τὸ ἀξίωμα τοῦ ἀρχιοινοχόου καὶ θὰ δώσῃς τὸ ποτήρι μὲ τὸ κρασὶ εἰς τὸ χέρι του, ὅπως ἔπραττες καὶ προηγουμένως, ὅταν ἦσο ὁ οἰνοχόος του.

Τρεμπέλα

Μετὰ τρεῖς ἡμέρες ἀπὸ σήμερα ὁ Φαραὼ θὰ ἐνθυμηθῇ τὸ ἀξίωμά σου, θὰ σὲ συγχωρήσῃ, θὰ σὲ ἀποφυλακίσῃ καὶ θὰ σὲ ἀποκαταστήσῃ εἰς τὴν ἀρχιοινοχοΐαν σου. Τότε θὰ δώσῃς τὸ κύκελλον εἰς τὸ χέρι τοῦ Φαραὼ γεμᾶτο κράσί, συμφώνως πρὸς τὸ ἀξίωμα, ποὺ εἶχες προηγουμένως, ὅταν ἤσουν ὁ ἀρχιοινοχόος του.

Γεν. 40,14

ἀλλὰ μνήσθητί μου διὰ σεαυτοῦ, ὅταν εὖ γένηταί σοι, καὶ ποιήσεις ἐν ἐμοὶ ἔλεος καὶ μνησθήσῃ περὶ ἐμοῦ πρὸς Φαραὼ καὶ ἐξάξεις με ἐκ τοῦ ὀχυρώματος τούτου·

Κολιτσάρα

Ἀλλὰ, σὲ παρακαλῶ, ὅταν θὰ εὐτυχήσῃς πάλιν, νὰ ἐνθυμηθῇς καὶ ἐμέ, νὰ θελήσῃς νὰ δείξῃς συμπάθειαν καὶ καλωσύνην πρὸς ἐμὲ καὶ νὰ μὴ μὲ λησμονήσῃς ἐνώπιον τοῦ Φαραώ. Φρόντισε, ὥστε νὰ μὲ βγάλῃς ἀπὸ τὴν φυλακὴν αὐτήν.

Τρεμπέλα

Ἀλλά, ὅταν θὰ εὐτυχήσῃς πάλιν, σὲ παρακαλῶ νὰ μὲ ἐνθυμηθῇς καὶ νὰ μὲ εὐσπλαγχνισθῇς· μὴ λησμονήσῃς νὰ μὲ βοηθήσῃς, ὅταν θὰ εὑρίσκεσαι ἐμπρὸς εἰς τὸν Φαραώ, ὥστε νὰ μὲ βγάλῃς ἀπὸ αὐτὴν τὴν ὠχυρωμένην φυλακήν·

Γεν. 40,15

ὅτι κλοπῇ ἐκλάπην ἐκ γῆς Ἑβραίων καὶ ὧδε οὐκ ἐποίησα οὐδέν, ἀλλ’ ἐνέβαλόν με εἰς τὸν λάκκον τοῦτον.

Κολιτσάρα

Ἂν εἶμαι δοῦλος, εἶμαι διότι μερικοὶ ἄνθρωποι μὲ ἔκλεψαν ἀπὸ τὴν χώραν τῶν Ἑβραίων καὶ ἐδῶ εἰς τὴν χώραν αὐτὴν δὲν ἔχω κάμει κανένα κακὸν καὶ μὲ ἔρριψαν εἰς αὐτὴν τὴν φυλακὴν ἀδίκως».

Τρεμπέλα

διότι εὑρίσκομαι εἰς αὐτήν, ἐπειδὴ μὲ ἔκλεψαν ἀπὸ τὴν πατρίδα μου, τὴν χώραν τῶν Ἑβραίων, καὶ ἐνῷ ἐδῶ εἰς τὴν Αἴγυπτον δὲν ἔκαμα κανένα κακὸν καὶ εἶμαι ἀθῶος, μὲ ἔρριψαν ἀδίκως εἰς αὐτὸν τὸν λάκκον τῆς φυλακῆς».

Γεν. 40,16

καὶ εἶδεν ὁ ἀρχισιτοποιός, ὅτι ὀρθῶς συνέκρινε, καὶ εἶπε τῷ Ἰωσήφ· κἀγὼ εἶδον ἐνύπνιον καὶ ᾤμην τρία κανᾶ χονδριτῶν αἴρειν ἐπὶ τῆς κεφαλῆς μου·

Κολιτσάρα

Ἐνόησεν ὁ ἀρχισιτοποιὸς ὅτι ὀρθῶς ἡρμήνευσε τὸ ὄνειρον τοῦ ἀρχιοινοχόου ὁ Ἰωσὴφ καὶ τοῦ εἶπε· «καὶ ἐγὼ εἶδα ἐπίσης ἕνα ὄνειρον· μοῦ ἐφάνη ὅτι ἐσήκωνα ἐπάνω εἰς τὸ κεφάλι μου τρία κάνιστρα χονδροαλεσμένου ἀλεύρου.

Τρεμπέλα

Ὅταν ἄκουσε ὁ ἀρχισιτοποιὸς τὰ ὅσα εἶπεν ὁ Ἰωσὴφ εἰς τὸν ἀρχιοινοχόον διὰ τὸ ὄνειρόν του, καὶ ὅταν εἶδεν ὅτι ὀρθῶς τὸ ἐξήγησεν, ἐνόμισεν ὅτι καὶ τὸ ἰδικόν του ὄνειρον προεσήμαινε κάτι καλὸν καὶ εἶπεν εἰς τὸν Ἰωσήφ: «Εἶδα καὶ ἐγὼ ὄνειρον· μετέφερα εἰς τὸ κεφάλι μου τρία κάνιστρα ζυμαρικά (κατ’ ἄλλην γραφήν: Σιτάρι χονδροαλεσμένον).

Γεν. 40,17

ἐν δὲ κανῷ τῷ ἐπάνω ἀπὸ πάντων τῶν γενῶν, ὧν Φαραὼ ἐσθίει ἔργον σιτοποιοῦ, καὶ τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ κατήσθιεν αὐτὰ ἀπὸ τοῦ κανοῦ τοῦ ἐπάνω τῆς κεφαλῆς μου.

Κολιτσάρα

Εἰς τὸ ἐπάνω κάνιστρον ὑπῆρχον ἀπὸ ὅλα τὰ εἴδη τῶν φαγητῶν, τὰ ὁποῖα τρώγει ὁ Φαραὼ καὶ τὰ ὁποῖα τοῦ ἑτοιμάζει ὁ ἀρτοποιός. Τὰ πτηνὰ τοῦ οὐρανοῦ κατήρχοντο καὶ ἔτρωγαν αὐτὰ τὰ φαγητὰ ἀπὸ τὸ κάνιστρον, ποὺ εὑρίσκετο εἰς τὴν κεφαλήν μου».

Τρεμπέλα

Εἰς δὲ τὸ ἐπάνω - ἐπάνω κάνιστρον ὑπήρχαν ἀπὸ ὅλα τὰ εἴδη τῶν φαγητῶν, ἀπὸ τὰ ὁποῖα τρώγει ὁ Φαραὼ καὶ τὰ ὁποῖα τοῦ παρασκευάζει ὁ σιτοποιός (ἢ ὁ ἀρτοποιός). Τὰ πουλιὰ ὅμως κατέβαιναν καὶ ἔτρωγαν τὰ φαγητά, ποὺ ἦσαν εἰς τὸ ἐπάνω - ἐπάνω κάνιστρον, τὸ ὁποῖον ἐκρατοῦσα εἰς τὸ κεφάλι μου».

Γεν. 40,18

ἀποκριθεὶς δὲ Ἰωσὴφ εἶπεν αὐτῷ· αὕτη ἡ σύγκρισις αὐτοῦ· τὰ τρία κανᾶ τρεῖς ἡμέραι εἰσίν·

Κολιτσάρα

Ἀπεκρίθη ὁ Ἰωσὴφ καὶ τοῦ εἶπεν· «ἡ ἑρμηνεία τοῦ ὀνείρου σου εἶναι αὐτή· Τὰ τρία κάνιστρα σημαίνουν τρεῖς ἡμέρας.

Τρεμπέλα

Ὅταν ὁ Ἰωσὴφ ἄκουσε τὸ ὄνειρον αὐτὸ καὶ ἀφοῦ ἐδέχθη τὴν ἀποκάλυψιν τοῦ οὐρανοῦ, ἀπάντησε εἰς τὸν ἀρχισιτοποιόν: «Ἡ ἐξήγησις τοῦ ὀνείρου σου εἶναι αὐτή· τὰ τρία κάνιστρα εἶναι τρεῖς ἡμέρες.

Γεν. 40,19

ἔτι τριῶν ἡμερῶν καὶ ἀφελεῖ Φαραὼ τὴν κεφαλήν σου ἀπὸ σοῦ καὶ κρεμάσει σε ἐπὶ ξύλου, καὶ φάγεται τὰ ὄρνεα τοῦ οὐρανοῦ τὰς σάρκας σου ἀπὸ σοῦ.

Κολιτσάρα

Ἔπειτα ἀπὸ τρεῖς ἡμέρας θὰ διατάξῃ ὁ Φαραὼ νὰ σοῦ κόψουν τὴν κεφαλήν, θὰ σὲ κρεμάσῃ ἐπάνω εἰς ἕνα ξύλον καὶ τὰ ὄρνια τοῦ οὐρανοῦ θὰ καταφάγουν τὰς σάρκας σου».

Τρεμπέλα

Μετὰ τρεῖς ἡμέρες ἀπὸ σήμερα ὁ Φαραὼ θὰ σὲ ἀποκεφαλίσῃ καὶ θὰ σὲ κρεμάσῃ ἐπάνω εἰς τὸ ξύλον καὶ καθὼς θὰ εἶσαι κρεμασμένος, θὰ ἔρχωνται τὰ ὄρνια τοῦ οὐρανοῦ διὰ νὰ φάγουν τὶς σάρκες σου».

Γεν. 40,20

ἐγένετο δὲ ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῇ τρίτῃ, ἡμέρα γενέσεως ἦν Φαραώ, καὶ ἐποίει πότον πᾶσι τοῖς παισὶν αὐτοῦ. καὶ ἐμνήσθη τῆς ἀρχῆς τοῦ οἰνοχόου καὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σιτοποιοῦ ἐν μέσῳ τῶν παίδων αὐτοῦ,

Κολιτσάρα

Ὅπως εἶπεν ὁ Ἰωσὴφ ἔτσι καὶ ἔγινε. Τὴν τρίτην, δηλαδή, ἡμέραν, ἡμέραν τῶν γενεθλίων τοῦ Φαραώ, παρέθεσεν αὐτὸς συμπόσιον εἰς ὅλους τοὺς δούλους του. Ἐνεθυμήθη τότε μεταξὺ τῶν ἄλλων αὐλικῶν του τὸν ἀρχιοινοχόον καὶ τὸν ἀρχισιτοποιόν.

Τρεμπέλα

Πράγματι· κατὰ τὴν τρίτην ἡμέραν, ἡ ὁποία ἦταν ἡ ἡμέρα τῶν γενεθλίων τοῦ Φαραώ, ὁ Φαραὼ εἶχεν ὀργανώσει συμπόσιον δι’ ὅλους τοὺς ὑπηρέτες τῆς βασιλικῆς αὐλῆς του. Τότε ἐνεθυμήθη μεταξὺ τῶν ἄλλων ὑπηρετῶν του καὶ τὸν ἀρχιοινοχόον καὶ τὸν ἀρχισιτοποιόν του καὶ τοὺς ἔβγαλε ἀπὸ τὴν φυλακήν.

Γεν. 40,21

καὶ ἀποκατέστησε τὸν ἀρχιοινοχόον ἐπὶ τὴν ἀρχὴν αὐτοῦ, καὶ ἔδωκε τὸ ποτήριον εἰς τὴν χεῖρα Φαραώ,

Κολιτσάρα

Διέταξε καὶ ἀποκατέστησεν εἰς τὸ προηγούμενον ἀξίωμα τὸν ἀρχιοινοχόον, ὁ ὁποῖος καὶ ἔδωσε τὸ ποτήρι εἰς τὸ χέρι τοῦ Φαραώ.

Τρεμπέλα

Καὶ ἀποκατέστησε τὸν ἀρχιοινοχόον εἰς τὸ ἀξίωμά του, αὐτὸς δὲ ἔδωκε πάλιν τὸ κύπελλον εἰς τὸ χέρι τοῦ Φαραώ, τοῦ κυρίου του·

Γεν. 40,22

τὸν δὲ ἀρχισιτοποιὸν ἐκρέμασε, καθὰ συνέκρινεν αὐτοῖς Ἰωσήφ.

Κολιτσάρα

Τὸν δὲ ἀρχισιτοποιὸν τὸν ἐκρέμασε καὶ ἔγιναν ἔτσι τὰ πράγματα, ὅπως ἀκριβῶς εἶχεν ἑρμηνεύσει εἰς αὐτοὺς τὰ ὄνειρά των ὁ Ἰωσήφ.

Τρεμπέλα

τὸν ἀρχισιτοποιὸν ὅμως τὸν ἐκρέμασεν. Ὅλα δηλαδὴ ἔγιναν, ὅπως ἀκριβῶς τὰ εἶχε προείπει ὁ Ἰωσήφ, ὅταν ἐξήγησε τὰ ὄνειρά των.

Γεν. 40,23

καὶ οὐκ ἐμνήσθη ὁ ἀρχιοινοχόος τοῦ Ἰωσήφ, ἀλλ’ ἐπελάθετο αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

Ὁ ἀρχιοινοχόος ὅμως μέσα εἰς τὴν χαρὰν τῆς ἀποφυλακίσεως καὶ τῆς ἀποκαταστάσεώς του δὲν ἐνεθυμήθη τὸν Ἰωσήφ, ἀλλὰ τὸν ἐλησμόνησε.

Τρεμπέλα

Ἀλλὰ ὁ ἀρχιοινοχόος, τὸν ὁποῖον εἶχε παρακαλέσει ὁ Ἰωσήφ, δὲν ἐνεθυμήθη καθόλου τὸν δίκαιον· ὅταν ἔφυγεν ἀπὸ τὴν φυλακὴν καὶ δὲν εἶχε πλέον ἀνάγκην τοῦ Ἰωσήφ, τὸν ἐλησμόνησεν ἐντελῶς.

Κεφάλαιο 41

Γεν. 41,1

Ἐγένετο δὲ μετὰ δύο ἔτη ἡμερῶν, Φαραὼ εἶδεν ἐνύπνιον· ᾤετο ἑστάναι ἐπὶ τοῦ ποταμοῦ,

Κολιτσάρα

Μετὰ πάροδον ὅμως δύο ἐτῶν εἶδεν ὁ Φαραὼ ἕνα ὄνειρον. Τοῦ ἐφάνη ὅτι ἐστέκετο ὄρθιος κοντὰ εἰς τὸν Νεῖλον ποταμόν.

Τρεμπέλα

Δύο ὁλόκληρα χρόνια μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν τοῦ ἀρχιοινοχόοο ὁ Φαραὼ εἶδεν ἕνα ὄνειρον. Εἶδεν εἰς τὸν ὕπνον του, ὅτι ἐστέκετο δίπλα ἀπὸ τὸν Νεῖλον ποταμόν.

Γεν. 41,2

καὶ ἰδοὺ ὥσπερ ἐκ τοῦ ποταμοῦ ἀνέβαινον ἑπτὰ βόες καλαὶ τῷ εἴδει καὶ ἐκλεκταὶ ταῖς σαρξὶ καὶ ἐβόσκοντο ἐν τῷ Ἄχει.

Κολιτσάρα

Καὶ αἴφνης τοῦ ἐφάνη, ὅτι ἀπὸ τὸν ποταμὸν ἀνέβαιναν ἑπτὰ ἀγελάδες ὡραῖαι κατὰ τὴν ἐμφάνισιν καὶ παχεῖαι, αἱ ὁποῖαι ἔβοσκον εἰς τὸ λεπτὸν καὶ τρυφερὸν χορτάρι τοῦ λειβαδιοῦ παρὰ τὸν ποταμόν.

Τρεμπέλα

Καὶ νά· ὡσὰν νὰ ἀνέβαιναν ἀπὸ τὸν ποταμὸν ἑπτὰ ἀγελάδες ὡραῖες εἰς τὴν ἐμφάνισιν, ἀπαλές, καλοθρεμμένες καὶ παχειὲς καὶ ἔβοσκαν εἰς τὸ γρασίδι τοῦ λιβαδιοῦ, ποὺ ἦταν γύρω ἀπὸ τὸν ποταμόν.

Γεν. 41,3

ἄλλαι δὲ ἑπτὰ βόες ἀνέβαινον μετὰ ταύτας ἐκ τοῦ ποταμοῦ αἰσχραὶ τῷ εἴδει καὶ λεπταὶ ταῖς σαρξὶ καὶ ἐνέμοντο παρὰ τὰς βόας ἐπὶ τὸ χεῖλος τοῦ ποταμοῦ·

Κολιτσάρα

Ἔπειτα ἀπὸ αὐτάς, ἀνέβησαν ἀπὸ τὸν ποταμὸν ἄλλαι ἑπτὰ ἀγελάδες ἄσχημοι κατὰ τὴν ἐμφάνισιν καὶ ἀποσκελετωμέναι καὶ ἔβοσκαν εἰς τὴν ὄχθην τοῦ ποταμοῦ, κοντὰ εἰς τὰς προηγουμένας.

Τρεμπέλα

Ὕστερα ἀπὸ αὐτὲς ἐφάνησαν νὰ ἀνεβαίνουν ἀπὸ τὸν ποταμὸν ἄλλες ἑπτὰ ἀγελάδες ἄσχημες εἰς τὴν ἐμφάνισιν, λιπόσαρκες καὶ σκελετωμένες· αὐτὲς ἔβοσκαν κοντὰ εἰς τὶς ἄλλες ἀγελάδες δίπλα ἀπὸ τὴν ὄχθην τοῦ ποταμοῦ.

Γεν. 41,4

καὶ κατέφαγον αἱ ἑπτὰ βόες αἱ αἰσχραὶ καὶ λεπταὶ ταῖς σαρξὶ τὰς ἑπτὰ βόας τὰς καλὰς τῷ εἴδει καὶ τὰς ἐκλεκτὰς ταῖς σαρξί. ἠγέρθη δὲ Φαραώ.

Κολιτσάρα

Αἱ ἑπτὰ αὐταὶ ἄσχημοι καὶ ἀδύνατοι ἀγελάδες κατέφαγον τὰς ἑπτὰ ὡραίας κατὰ τὴν ἐμφάνισιν καὶ καλοθρεμμένας ἀγελάδας. Ὁ Φαραώ, ἔκπληκτος διὰ τὸ ὄνειρον αὐτὸ ἐξύπνησεν.

Τρεμπέλα

Καὶ οἱ ἑπτὰ ἀγελάδες οἱ ἄσχημες, λιπόσαρκες καὶ σκελετωμένες κατέφαγαν τὶς ἑπτὰ ὡραῖες, ἀπαλές, καλοθρεμμένες καὶ παχειὲς ἀγελάδες, ποὺ εἶχαν βγεῖ ἀπὸ τὸν ποταμὸν πρὶν ἀπὸ αὐτές. Ὁ Φαραὼ ἔκπληκτος ἀπὸ τὸ ὄνειρον ἐξύπνηοε.

Γεν. 41,5

καὶ ἐνυπνιάσθη τὸ δεύτερον, καὶ ἰδοὺ ἑπτὰ στάχυες ἀνέβαινον ἐν τῷ πυθμένι ἑνὶ ἐκλεκτοὶ καὶ καλοί·

Κολιτσάρα

Ἐκοιμήθη ὅμως πάλιν καὶ εἶδε δεύτερον ὄνειρον. Εἶδε νὰ φυτρώνουν ἀπὸ τὸ αὐτὸ στέλεχος ἑπτὰ γεροί, ὡραῖοι καὶ μεστωμένοι στάχυες.

Τρεμπέλα

Κατόπιν ἐκοιμήθη πάλιν καὶ εἶδεν ἄλλο ὄνειρον. Εἶδεν εἰς τὸν ὕπνον του, ὅτι ἑπτὰ στάχυα ὥριμα, μεστωμένα καὶ ὡραία ἐξεφύτρωναν ἀπὸ τὴν ἰδίαν ρίζαν·

Γεν. 41,6

καὶ ἰδοὺ ἑπτὰ στάχυες λεπτοὶ καὶ ἀνεμόφθοροι ἀνεφύοντο μετ’ αὐτούς·

Κολιτσάρα

Ἔπειτα δὲ ἀπὸ αὐτοὺς ἐφύτρωσαν ἄλλοι ἑπτὰ στάχυες μαραμμένοι ἀπὸ τὸν καυστικὸν ἄνεμον, ἀτροφικοὶ καὶ χωρὶς κόκκους.

Τρεμπέλα

καὶ νά· ἐβλάστησαν ὕστερα ἀπὸ αὐτὰ ἑπτὰ στάχυα ἀδύνατα, ἀτροφικά, κούφια καὶ καψαλιασμένα ἀπὸ τὸν ἄνεμον τῆς ἐρήμου.

Γεν. 41,7

καὶ κατέπιον οἱ ἑπτὰ στάχυες οἱ λεπτοὶ καὶ ἀνεμόφθοροι τοὺς ἑπτὰ στάχυας τοὺς ἐκλεκτοὺς καὶ τοὺς πλήρεις. ἠγέρθη δὲ Φαραώ, καὶ ἦν ἐνύπνιον.

Κολιτσάρα

Αἴφνης οἱ ἑπτὰ ἀτροφικοὶ καὶ ἀνεμόδαρτοι στάχυες κατέπιον τοὺς καλοὺς καὶ μεστωμένους. Ἐξύπνησε ταραγμένος ὁ Φαραώ, ἀλλὰ εἶδεν ὅτι αὐτὸ ἦτο ὄνειρον. Δὲν ἐξανακοιμήθη ὅμως.

Τρεμπέλα

Καὶ τὰ ἑπτὰ στάχυα τὰ ἀνεμοδαρμένα, τὰ ἀδύνατα, ἀτροφικὰ καὶ κούφια κατάπιαν τὰ ἑπτὰ ὥριμα, μεστωμένα καὶ ὡραῖα στάχυα. Ὁ Φαραὼ ἐξύπνησε πάλιν ἔκπληκτος καὶ ἐκατάλαβε, ὅτι ὅσα εἶδεν ἦσαν ὄνειρον. Ἀλλὰ δὲν ἐκοιμήθη πάλιν.

Γεν. 41,8

Ἐγένετο δὲ πρωῒ καὶ ἐταράχθη ἡ ψυχὴ αὐτοῦ, καὶ ἀποστείλας ἐκάλεσε πάντας τοὺς ἐξηγητὰς Αἰγύπτου καὶ πάντας τοὺς σοφοὺς αὐτῆς, καὶ διηγήσατο αὐτοῖς Φαραὼ τὸ ἐνύπνιον αὐτοῦ, καὶ οὐκ ἦν ὁ ἀπαγγέλλων αὐτὸ τῷ Φαραώ.

Κολιτσάρα

Ἐνέτειλεν ἡ πρωΐαν καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ Φαραὼ ἦτο τεταραγμένον. Ἀπέστειλεν ἀνθρώπους καὶ ἐκάλεσεν εἰς τὰ ἀνάκτορά του ὅλους τοὺς ἐξηγητὰς τῆς Αἰγύπτου καὶ ὅλους τοὺς σοφούς, εἰς τοὺς ὁποίους καὶ διηγήθη τὸ ὄνειρόν του. Κανεὶς ὅμως δὲν εὑρέθη ἱκανὸς νὰ ἑρμηνεύσῃ αὐτὸ εἰς τὸν Φαραώ.

Τρεμπέλα

Ὅταν ἐξημέρωσεν, ὁ Φαραὼ ἦταν ἀνήσυχος καὶ ταραγμένος ἀπὸ τὰ ὄνειρα ποὺ εἶδε. Καὶ ἐπειδὴ κάτι τοῦ ἔλεγε μέσα του νὰ προσέξῃ τὰ ὄνειρα αὐτά, ἔστειλε καὶ ἐκάλεσεν ὅλους τοὺς μάγους ἑρμηνευτὲς τῆς Αἰγύπτον καὶ ὅλους τοὺς σοφοὺς τῆς χώρας, εἰς τοὺς ὁποίους διηγήθη τὸ ὄνειρον ποὺ εἶδεν· ἀλλὰ κανένας ἀπὸ αὐτοὺς δὲν ἠμπόρεσε νὰ τοῦ τὸ ἐξηγήσῃ.

Γεν. 41,9

καὶ ἐλάλησεν ὁ ἀρχιοινοχόος πρὸς Φαραὼ λέγων· τὴν ἁμαρτίαν μου ἀναμιμνήσκω σήμερον.

Κολιτσάρα

Τότε ὡμίλησεν ὁ ἀρχιοινοχόος πρὸς τὸν Φαραὼ καὶ τοῦ εἶπε· «σήμερον ἔρχεται εἰς τὸν νοῦν μου ἡ ἁμαρτία, τὴν ὁποίαν εἶχα διαπράξει.

Τρεμπέλα

Ὅταν ὅλοι οἱ σοφοὶ ἐμαζεύθησαν καὶ δὲν ἠμπόρεσαν νὰ δώσουν καμμίαν ἐξήγησιν εἰς τὰ ὄνειρα τοῦ Φαραώ, τότε ὁ ἀρχιοινοχόος ἐμίλησε πρὸς τὸν Φαραὼ καὶ εἶπε: Σήμερα ἐνθυμοῦμαι τὴν ἁμαρτίαν μου καὶ τὴν ὁμολογῶ.

Γεν. 41,10

Φαραὼ ὠργίσθη τοῖς παισὶν αὐτοῦ καὶ ἔθετο ἡμᾶς ἐν φυλακῇ ἐν τῷ οἴκῳ τοῦ ἀρχιμαγείρου, ἐμέ τε καὶ τὸν ἀρχισιτοποιόν.

Κολιτσάρα

Ὁ Φαραὼ εἶχεν ὀργισθῆ ἐναντίον τῶν δούλων του καὶ μᾶς ἔβαλε εἰς τὴν φυλακήν, εἰς τὸν οἶκον τοῦ ἀρχιμαγείρου, ἐμὲ καὶ τὸν ἀρχισιτοποιόν.

Τρεμπέλα

Ὁ Φαραὼ ἐξωργίσθη ἐναντίον τῶν δούλων του καὶ ἔρριψεν εἰς τὴν φυλακήν, ποὺ εὑρίσκεται εἰς τὸ σπίτι τοῦ ἀρχιμαγείρου, ἐμὲ καὶ τὸν ἀρχισιτοποιόν·

Γεν. 41,11

καὶ εἴδομεν ἐνύπνιον ἀμφότεροι ἐν νυκτὶ μιᾷ ἐγὼ καὶ αὐτός, ἕκαστος κατὰ τὸ αὐτοῦ ἐνύπνιον εἴδομεν.

Κολιτσάρα

Οἱ δυό μας, ἐγὼ καὶ ὁ ἀρχισιτοποιός, κατὰ τὴν ἰδίαν νύκτα, εἴδομεν ἕνα ὄνειρον, ὁ καθένας τὸ ἰδικόν του.

Τρεμπέλα

ἐκεῖ μέσα εἰς τὴν φυλακὴν εἴδαμεν ὁ καθένας ὄνειρον, τὴν ἰδίαν νύκτα, ἐγὼ καὶ ἐκεῖνος· ὁ καθένας μας εἶδε ξεχωριστόν, ἰδιαίτερον ὄνειρον, τὸ ὁποῖον εἶχε τὴν ἰδικήν του ἑρμηνείαν.

Γεν. 41,12

ἦν δὲ ἐκεῖ μεθ’ ἡμῶν νεανίσκος παῖς Ἑβραῖος τοῦ ἀρχιμαγείρου, καὶ διηγησάμεθα αὐτῷ, καὶ συνέκρινεν ἡμῖν.

Κολιτσάρα

Ἐκεῖ, μαζῆ μας ἦτο φυλακισμένος ἕνας νεαρὸς Ἑβραῖος, δοῦλος τοῦ ἀρχιμαγείρου, εἰς τὸν ὁποῖον καὶ διηγήθημεν τὰ ὄνειρά μας. Ἐκεῖνος δὲ μὰς τὰ ἐξήγησε.

Τρεμπέλα

Εὑρίσκετο δὲ ἐκεῖ εἰς τὴν φυλακὴν μαζί μας φυλακισμένος κάποιος νεαρὸς Ἑβραῖος, δοῦλος τοῦ ἀρχιμαγείρου Πετεφρῆ, καὶ τοῦ διηγηθήκαμε τὸ ὄνειρόν μας καὶ μᾶς τὸ ἐξήγησε.

Γεν. 41,13

ἐγενήθη δέ, καθὼς συνέκρινεν ἡμῖν, οὕτω καὶ συνέβη, ἐμέ τε ἀποκατασταθῆναι ἐπὶ τὴν ἀρχήν μου, ἐκεῖνον δὲ κρεμασθῆναι.

Κολιτσάρα

Ὅπως μᾶς τὰ ἐξήγησεν, ἔτσι ἀκριβῶς καὶ ἔγιναν τὰ γεγονότα· ἐγὼ μὲν ἀποκατεστάθην εἰς τὸ ἀξίωμά μου, ὁ δὲ ἀρχισιτοποιὸς ἐκρεμάσθη».

Τρεμπέλα

Καὶ πράγματι· τὰ γεγονότα συνέβησαν ἀκριβῶς ὅπως μᾶς τὰ ἐξήγησεν· ἐγὼ μὲν ἀποφυλακίσθηκα καὶ ἀποκαταστάθηκα εἰς τὸ ἀξίωμά μου, ὁ δὲ ἀρχισιτοποιὸς ἐκρεμάσθη καὶ ἐθανατώθη».

Γεν. 41,14

Ἀποστείλας δὲ Φαραὼ ἐκάλεσε τὸν Ἰωσήφ, καὶ ἐξήγαγον αὐτὸν ἀπὸ τοῦ ὀχυρώματος καὶ ἐξύρησαν αὐτὸν καὶ ἤλλαξαν τὴν στολὴν αὐτοῦ, καὶ ἦλθε πρὸς Φαραώ.

Κολιτσάρα

Ἀμέσως ὁ Φαραὼ ἀπέστειλεν ἄνθρωπον εἰς τὴν φυλακὴν καὶ προσεκάλεσε τὸν Ἰωσήφ. Τὸν ἔβγαλαν ἀπὸ αὐτήν, τὸν ἐξύρισαν, τοῦ ἔδωσαν ἄλλην στολὴν νὰ φορέσῃ καὶ ἔτσι εὐπαρουσίαστος ἦλθεν ἐνώπιον τοῦ Φαραώ.

Τρεμπέλα

Ὅταν ὁ Φαραὼ ἄκουσε τὰ ὅσα τοῦ διηγήθη ὁ ἀρχιοινοχόος, ἔστειλε καὶ ἐκάλεσε τὸν Ἰωσήφ· διέταξε καὶ τὸν ἔβγαλαν ἀμέσως ἀπὸ τὴν ὠχυρωμένην φυλακὴν καὶ ἀφοῦ τὸν ἐξύρισαν καὶ τοῦ ἐφόρεσαν ἄλλην στολὴν ἀπὸ ἐκείνην, ποὺ ἐφοροῦσε εἰς τὴν φυλακήν, παρουσιάσθη καθαρὸς καὶ εὐτρεπισμένος εἰς τὸν Φαραώ.

Γεν. 41,15

εἶπε δὲ Φαραὼ πρὸς Ἰωσήφ· ἐνύπνιον ἑώρακα, καὶ ὁ συγκρίνων οὐκ ἔστιν αὐτό· ἐγὼ δὲ ἀκήκοα περὶ σοῦ λεγόντων, ἀκούσαντά σε ἐνύπνια συγκρῖναι αὐτά.

Κολιτσάρα

Εἶπεν ὁ Φαραὼ πρὸς τὸν Ἰωσήφ· «εἶδα ἕνα ὄνειρον καὶ δὲν ὑπάρχει κανείς, ποὺ νὰ μοῦ τὸ ἐξηγήσῃ. Ἐπληροφορήθην διὰ σὲ ἀπὸ μερικούς, οἱ ὁποῖοι λέγουν ὅτι, ὅταν ἀκούσῃς τὰ ὄνειρα, ἠμπορεῖς καὶ τὰ ἑρμηνεύεις».

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Φαραὼ εἶπεν εἰς τὸν Ἰωσήφ: «Εἶδα ἕνα ὄνειρον καὶ δὲν ὑπάρχει κανείς, ποὺ νὰ ἠμπορῇ νὰ τὸ ἐξηγήσῃ. Ἐγὼ ὅμως ἐπληροφορήθηκα διὰ σὲ ἀπὸ μερικούς, οἱ ὁποῖοι λέγουν, ὅτι ὅταν ἀκούσῃς ὄνειρα, ἠμπορεῖς νὰ τὰ ἐξηγῇς».

Γεν. 41,16

ἀποκριθεὶς δὲ Ἰωσὴφ τῷ Φαραὼ εἶπεν· ἄνευ τοῦ Θεοῦ οὐκ ἀποκριθήσεται τὸ σωτήριον Φαραώ.

Κολιτσάρα

Ἀπεκρίθη ὁ Ἰωσὴφ εἰς τὸν Φαραὼ καὶ τοῦ εἶπε· «χωρὶς τὸν φωτισμὸν τοῦ Θεοῦ τίποτε τὸ ὠφέλιμον δὲν ἠμπορῶ νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν Φαραώ».

Τρεμπέλα

Ὁ Ἰωσὴφ ἀπάντησε τότε μὲ σύνεσιν καὶ εὐλάβειαν εἰς τὸν Φαραώ: «Ἐγὼ δὲν λέγω τίποτε μὲ τὴν ἰδικήν μου δύναμιν· δεν ἐξηγῶ τὰ ὄνειρα μὲ ὁδηγὸν τὴν ἀνθρωπίνην σοφίαν· χωρὶς τὴν βοήθειαν καὶ τὸν φωτισμὸν τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ, εἰς τὸν ὁποῖον πιστεύω, δὲν ἠμπορῶ νὰ δώσω ἀπόκρισιν σωστήν, ποὺ νὰ φέρῃ ὠφέλειαν καὶ σωτηρίαν εἰς τὸν Φαραώ».

Γεν. 41,17

ἐλάλησε δὲ Φαραὼ τῷ Ἰωσὴφ λέγων· ἐν τῷ ὕπνῳ μου ᾤμην ἑστάναι παρὰ τὸ χεῖλος τοῦ ποταμοῦ,

Κολιτσάρα

Εἶπεν ὁ Φαραὼ τότε εἰς τὸν Ἰωσήφ· «κατὰ τὸν ὕπνον μοῦ ἐφάνη, ὅτι ἐστεκόμουν ὄρθιος κοντὰ εἰς τὴν ὄχθην τοῦ ποταμοῦ,

Τρεμπέλα

Τότε ὁ Φαραὼ ἐμίλησε εἰς τὸν Ἰωσὴφ καὶ τοῦ εἶπεν:«Εἶδα εἰς τὸν ὕπνον μου, ὅτι ἐστεκόμουν δίπλα ἀπὸ τὸν Νεῖλον ποταμὸν

Γεν. 41,18

καὶ ὥσπερ ἐκ τοῦ ποταμοῦ ἀνέβαινον ἑπτὰ βόες καλαὶ τῷ εἴδει καὶ ἐκλεκταὶ ταῖς σαρξί, καὶ ἐνέμοντο ἐν τῷ Ἄχει.

Κολιτσάρα

καὶ ὅτι σὰν νὰ ἀνέβαιναν ἀπὸ τὸ ποτάμι ἑπτὰ ἀγελάδες ὡραῖαι κατὰ τὴν ἐμφάνισιν καὶ καλοθρεμμέναι, αἱ ὁποῖαι ἔβοσκαν εἰς τὰ χορτάρια τοῦ λειβαδιοῦ.

Τρεμπέλα

καὶ εἶδα ὡσὰν νὰ ἀνέβαιναν ἀπὸ τὸν ποταμὸν ἑπτὰ ἀγελάδες ὡραῖες εἰς τὴν ἐμφάνισιν, ἀπαλές, καλοθρεμμένες καὶ παχειὲς καὶ ἔβοσκαν εἰς τὸ γρασίδι τοῦ λιβαδιοῦ, ποὺ ἦταν γύρω ἀπὸ τὸν ποταμόν.

Γεν. 41,19

καὶ ἰδοὺ ἑπτὰ βόες ἕτεραι ἀνέβαινον ὀπίσω αὐτῶν ἐκ τοῦ ποταμοῦ πονηραὶ καὶ αἰσχραὶ τῷ εἴδει καὶ λεπταὶ ταῖς σαρξίν, οἵας οὐκ εἶδον τοιαύτας ἐν ὅλῃ γῇ Αἰγύπτου αἰσχροτέρας·

Κολιτσάρα

Καὶ ἰδού, ὀπίσω ἀπὸ αὐτὰς ἀνέβαιναν ἀπὸ τὸν Νεῖλον ἄλλαι ἑπτὰ ἀγελάδες ἐλεειναί, ἄσχημοι κατὰ τὴν ἐμφάνισιν καὶ ἀποσκελετωμέναι, χειροτέρας ἀπὸ τὰς ὁποίας δὲν εἶδα ποτὲ εἰς ὅλην τὴν Αἴγυπτον.

Τρεμπέλα

Καὶ ἔξαφνα ὕστερα ἀπὸ αὐτὲς ἀνέβαιναν ἀπὸ τὸν ποταμὸν ἄλλες ἑπτὰ ἀγελάδες, ἀσθενικὲς καὶ ἄσχημες εἰς τὴν ἐμφάνισιν καὶ λιποσαρκὲς τόσον πολύ, ὥστε δὲν εἶδα ἕως τώρα ἀσχημότερες εἰς ὅλην τὴν χώραν τῆς Αἰγύπτου.

Γεν. 41,20

καὶ κατέφαγον αἱ ἑπτὰ βόες αἱ αἰσχραὶ καὶ λεπταὶ τὰς ἑπτὰ βόας τὰς πρώτας τὰς καλὰς καὶ τὰς ἐκλεκτάς,

Κολιτσάρα

Αἱ ἑπτὰ δὲ αὐταὶ ἄσχημοι καὶ λιπόσαρκοι ἀγελάδες κατέφαγον τὰς πρώτας τὰς ὡραίας καὶ ἐκλεκτάς.

Τρεμπέλα

Καὶ οἱ ἑπτὰ ἄσχημες εἰς τὴν ἐμφάνισιν καὶ λιποσαρκὲς ἀγελάδες κατέφαγαν τὶς ἑπτὰ πρῶτες, ποὺ ἦσαν ὡραῖες εἰς τὴν ἐμφάνισιν, ἀπαλές, καλοθρεμμένες καὶ παχειές.

Γεν. 41,21

καὶ εἰσῆλθον εἰς τὰς κοιλίας αὐτῶν καὶ οὐ διάδηλοι ἐγένοντο, ὅτι εἰσῆλθον εἰς τὰς κοιλίας αὐτῶν, καὶ αἱ ὄψεις αὐτῶν αἰσχραί, καθὰ καὶ τὴν ἀρχήν· ἐξεγερθεὶς δὲ ἐκοιμήθην

Κολιτσάρα

Αἱ παχεῖαι ἀγελάδες εἰσῆλθον εἰς τὰς κοιλίας τῶν ἰσχνῶν. Ἀλλὰ δὲν ἐφάνη καθόλου ὅτι εἰσῆλθον εἰς τὰς κοιλίας αὐτῶν, διότι ἡ ἐμφάνισις τῶν ἰσχνῶν ἀγελάδων ἔμεινεν ἡ ἴδια· ἦσαν αὐταὶ καὶ πάλιν ἀδύνατοι ὅπως καὶ προηγουμένως. Ἐξύπνησα ἀλλὰ καὶ πάλιν ἐκοιμήθην.

Τρεμπέλα

Ἀλλὰ ἐνῳ οἱ ἑπτὰ ἄσχημες εἰς τὴν ἐμφάνισιν κατέφαγαν τὶς ἑπτὰ ·ωραῖες ἀγελάδες, δὲν διεκρίνετο τίποτε, ποὺ νὰ φανερώνῃ ὅτι οἱ ἑπτὰ ὡραῖες καὶ παχειὲς ἀγελάδες εὑρίσκοντο εἰς τὴν κοιλίαν των, διότι ἡ ἐμφάνισίς των συνέχιζε νὰ εἶναι ἄσχημη καὶ σκελετωμένη, ὅπως καὶ προηγουμένως. Τότε ἐξύπνησα, ἀλλὰ ἐκοιμήθηκα καὶ πάλιν.

Γεν. 41,22

καὶ εἶδον πάλιν ἐν τῷ ὕπνῳ μου, καὶ ὥσπερ ἑπτὰ στάχυες ἀνέβαινον ἐν πυθμένι ἑνὶ πλήρεις καὶ καλοί·

Κολιτσάρα

Εἶδον πάλιν εἰς τὸν ὕπνον μου ἄλλο ὄνειρον· ὅτι δηλαδὴ ἑπτὰ στάχυα ὡραῖα εἰς τὴν ἐμφάνισιν καὶ μεστωμένα ὑψώνοντο ἐπάνω εἰς μίαν μόνην καλαμιάν.

Τρεμπέλα

Καὶ πάλιν εἴδα εἰς τὸν ὕπνον μου, ὅτι ἑπτὰ στάχυα ὥριμα, μεστωμένα καὶ ὡραῖα ὡσὰν νὰ ξεφύτρωναν ἀπὸ τὴν ἰδίαν ρίζαν·

Γεν. 41,23

ἄλλοι δὲ ἑπτὰ στάχυες λεπτοὶ καὶ ἀνεμόφθοροι ἀνεφύοντο ἐχόμενοι αὐτῶν.

Κολιτσάρα

Ἄλλα δὲ ἑπτὰ ἀτροφικά, κτυπημένα ἀπὸ τὸν καυστικὸν ἄνεμον, ἐφύτρωναν κατόπιν ἀπὸ αὐτά.

Τρεμπέλα

ἔξαφνα ἄλλα ἑπτὰ στάχυα ἀδύνατα, ἀτροφικά, κούφια καὶ καψαλιασμένα ἀπὸ τὸν καυστικὸν ἄνεμον τῆ ἐρήμου ἐβλάστησαν ὕστερα ἀπὸ τὰ πρῶτα.

Γεν. 41,24

καὶ κατέπιον οἱ ἑπτὰ στάχυες οἱ λεπτοὶ καὶ ἀνεμόφθοροι τοὺς ἑπτὰ στάχυας τοὺς καλοὺς καὶ τοὺς πλήρεις. εἶπα οὖν τοῖς ἐξηγηταῖς, καὶ οὐκ ἦν ὁ ἀπαγγέλλων μοι αὐτό.

Κολιτσάρα

Τὰ ἑπτὰ αὐτὰ στάχυα τὰ ἀτροφικὰ καὶ τὰ ἀνεμοδαρμένα κατέπιαν τὰ ἑπτὰ ὡραῖα καὶ μεστωμένα στάχυα. Εἶπα, λοιπόν, εἰς τοὺς ἑρμηνευτὰς τῶν ὀνείρων αὐτὰ καὶ δὲν ἠμπόρεσε κανεὶς νὰ μοῦ τὰ ἑρμηνεύσῃ».

Τρεμπέλα

Καὶ τὰ ἑπτὰ ἀδύνατα, ἀτροφικά, κούφια καὶ κομμένα ἀπὸ τὸν ἄνεμον τῆς ἐρήμου κατάπιαν τὰ ἑπτὰ ὥριμα, μεστωμένα καὶ ὡραῖα στάχυα. Διηγήθηκα λοιπὸν εἰς τοὺς μάγους ἑρμηνευτὲς τὸ ὄνειρον αὐτὸ καὶ δὲν εὑρέθη κανένας μεταξύ των, ποὺ νὰ ἠμπορέσῃ νὰ μοῦ τὸ ἐξηγήσῃ».

Γεν. 41,25

Καὶ εἶπεν Ἰωσὴφ τῷ Φαραώ· τὸ ἐνύπνιον Φαραὼ ἕν ἐστιν· ὅσα ὁ Θεὸς ποιεῖ, ἔδειξε τῷ Φαραώ.

Κολιτσάρα

Εἶπε τότε ὁ Ἰωσὴφ εἰς τὸν Φαραώ· «τὰ δύο ὄνειρα τοῦ Φαραὼ εἶναι ἕνα καὶ τὸ αὐτό. Μὲ αὐτὰ ἔδειξεν ὁ Θεὸς εἰς τὸν Φαραὼ ὅσα μέλλει νὰ πράξῃ.

Τρεμπέλα

Τότε ὁ Ἰωσὴφ εἶπεν εἰς τὸν Φαραώ: «Τὰ δύο ὄνειρα ποὺ εἶδες, τὸ ἕνα κατόπιν τοῦ ἄλλου, εἶναι ἕνα καὶ σημαίνουν καὶ τὰ δύο τὸ ἴδιον πρᾶγμα· ὁ ἀληθινὸς Θεὸς ἐφανέρωσεν εἰς τὸν Φαραὼ ὅλα, ὅσα πρόκειται νὰ κάμῃ εἰς τὸ μέλλον.

Γεν. 41,26

αἱ ἑπτὰ βόες αἱ καλαὶ ἑπτὰ ἔτη ἐστί, καὶ οἱ ἑπτὰ στάχυες οἱ καλοὶ ἑπτὰ ἔτη ἐστί· τὸ ἐνύπνιον Φαραὼ ἕν ἐστι,

Κολιτσάρα

Αἱ ἑπτὰ καλαὶ ἀγελάδες σημαίνουν ἑπτὰ ἔτη, καὶ οἱ ἑπτὰ καλοὶ στάχυες σημαίνουν πάλιν ἑπτὰ ἔτη. Τὸ διπλοῦν ὄνειρον τοῦ Φαραὼ εἶναι ἕνα.

Τρεμπέλα

Οἱ ἑπτὰ ὡραῖες καὶ παχειὲς ἀγελάδες εἶναι ἑπτὰ χρόνια καὶ τὰ ἑπτὰ ὡραῖα καὶ μεστωμένα στάχυα εἶναι ἑπτὰ χρόνια· τὸ ὄνειρον, ποὺ εἶδεν ὁ Φαραώ, εἶναι ἕνα καὶ σημαίνει τὸ ἴδιον πρᾶγμα.

Γεν. 41,27

καὶ αἱ ἑπτὰ βόες αἱ λεπταὶ αἱ ἀναβαίνουσαι ὀπίσω αὐτῶν ἑπτὰ ἔτη ἐστί, καὶ οἱ ἑπτὰ στάχυες οἱ λεπτοὶ καὶ ἀνεμόφθοροι ἔσονται ἑπτὰ ἔτη λιμοῦ.

Κολιτσάρα

Αἱ ἑπτὰ ἰσχναὶ ἀγελάδες, αἱ ὁποῖαι ἀνέβαινον κατόπιν ἀπὸ τὰς παχείας δηλώνουν ἑπτὰ ἔτη καὶ οἱ ἑπτὰ στάχυες οἱ ἀτροφικοὶ καὶ οἱ ἀνεμόπληκτοι δηλώνουν ἑπτὰ ἔτη πείνας.

Τρεμπέλα

Καὶ οἱ ἑπτὰ ἀσθενικὲς ἀγελάδες, ποὺ ἐβγῆκαν ἀπὸ τὸν ποταμὸν μετὰ τὶς ἑπτὰ ὡραῖες ἀγελάδες, εἶναι ἑπτὰ χρόνια· καὶ τὰ ἑπτὰ ἀδύνατα, ἀτροφικὰ καὶ δαρμένα ἀπὸ τὸν καυστικὸν ἄνεμον στάχυα θὰ εἶναι ἑπτὰ χρόνια πείνας.

Γεν. 41,28

τὸ δὲ ῥῆμα, ὃ εἴρηκα Φαραώ, ὅσα ὁ Θεὸς ποιεῖ, ἔδειξε τῷ Φαραώ,

Κολιτσάρα

Ἡ ἐξήγησις, τὴν ὁποίαν εἶπα εἰς τὸν Φαραώ, μαρτυρεῖ ὅτι ὁ Θεὸς ἐφανέρωσεν εἰς τὸν Φαραὼ ὅσα πρόκειται νὰ κάμῃ.

Τρεμπέλα

Τὰ γεγονότα εἶναι ὅπως τὰ ἐξήγησα καὶ τὰ εἶπα τὸν Φαραώ· ὁ ἀληθινὸς Θεὸς ἐφανέρωσεν εἰς τὸν Φαραὼ ὅλα, ὅσα πρόκειται νὰ κάμῃ εἰς τὸ μέλλον.

Γεν. 41,29

ἰδοὺ ἑπτὰ ἔτη ἔρχεται εὐθηνία πολλὴ ἐν πάσῃ γῇ Αἰγύπτου·

Κολιτσάρα

Ἰδοὺ ἔρχονται ἑπτὰ ἔτη, κατὰ τὰ ὁποῖα μεγάλη εὐφορία θὰ ἀπλωθῇ εἰς ὅλην τὴν γῆν τῆς Αἰγύπτου.

Τρεμπέλα

Καὶ νά· θὰ ἔλθουν ἑπτὰ χρόνια μεγάλης εὐφορίας καὶ ἀφθονίας σιταριοῦ εἰς ὅλην τὴν χώραν τῆς Αἰγύπτου.

Γεν. 41,30

ἥξει δὲ ἑπτὰ ἔτη λιμοῦ μετὰ ταῦτα, καὶ ἐπιλήσονται τῆς πλησμονῆς τῆς ἐσομένης ἐν ὅλῃ Αἰγύπτῳ, καὶ ἀναλώσει ὁ λιμὸς τὴν γῆν,

Κολιτσάρα

Κατόπιν ὅμως ἀπὸ αὐτὰ θὰ ἔλθουν ἑπτὰ ἔτη πείνας. Αὐτὴ θὰ εἶναι τόσον μεγάλη, ὥστε θὰ λησμονήσουν οἱ ἄνθρωποι τὴν εὐφορίαν, ποὺ ἔγινε προηγουμένως εἰς ὅλην τὴν Αἴγυπτον. Καὶ ἡ πεῖνα θὰ ἐρημώσῃ τὴν χώραν.

Τρεμπέλα

Μετὰ ἀπὸ αὐτὰ θὰ ἔλθουν ἑπτὰ χρόνια πείνας καὶ τότε ὁ λαὸς θὰ λησμονήσῃ ὅλα τὰ χρόνια τῆς εὐφορίας καὶ ἀφθονίας, ποὺ εἶχαν προηγηθῇ εἰς ὅλην τὴν Αἴγυπτον, καὶ ἡ πεῖνα θὰ καταστρέψῃ καὶ θὰ ἐρημώσῃ ὅλην τὴν χώραν.

Γεν. 41,31

καὶ οὐκ ἐπιγνωσθήσεται ἡ εὐθηνία ἐπὶ τῆς γῆς ἀπὸ τοῦ λιμοῦ τοῦ ἐσομένου μετὰ ταῦτα· ἰσχυρὸς γὰρ ἔσται σφόδρα.

Κολιτσάρα

Ἕνεκα δὲ αὐτῆς τῆς πείνας, ποὺ θὰ ἐπακολουθήσῃ, θὰ σβήσῃ ἀπὸ τὴν μνήμην τῶν ἀνθρώπων ἡ προηγουμένη εὐφορία τῆς χώρας· διότι ἡ πεῖνα θὰ εἶναι πολὺ μεγάλη.

Τρεμπέλα

Θὰ εἶναι δὲ τόση ἡ καταστροφή, ποὺ θὰ συμβῇ εἰς τὴν χώραν, ὥστε ἡ ἀφθονία θὰ καταστῇ ἄγνωστος ἀπὸ τὴν πεῖναν, ποὺ θὰ ἔλθῃ· διότι ἡ πεῖνα θὰ εἶναι πολὺ φοβερή.

Γεν. 41,32

περὶ δὲ τοῦ δευτερῶσαι τὸ ἐνύπνιον Φαραὼ δίς, ὅτι ἀληθὲς ἔσται τὸ ῥῆμα τὸ παρὰ τοῦ Θεοῦ, καὶ ταχυνεῖ ὁ Θεὸς τοῦ ποιῆσαι αὐτό.

Κολιτσάρα

Ἡ δευτέρα δὲ ἐπανάληψις του ὀνείρου σημαίνει ὅτι εἶναι ἀληθινὸν καὶ βέβαιον τὸ ἀποκαλυφθὲν ἀπὸ τὸν Θεὸν διὰ τοῦ ὀνείρου καὶ ὅτι συντόμως θὰ πράξῃ ὁ Θεὸς αὐτό, ποὺ προανήγγειλε.

Τρεμπέλα

Ἡ δὲ διπλῆ ἐπανάληψις τοῦ ὀνείρου τοῦ Φαραὼ ἔγινε, διὰ νὰ πιστεύσῃ ὁ βασιλιᾶς, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ματαίας φαντασίας, ἀλλ’ ὅτι ἡ ἐνέργεια αὐτὴ τοῦ Θεοῦ θὰ γίνῃ ὁπωσδήποτε καὶ μάλιστα ὅτι ὁ Θεὸς θὰ πράξῃ τοῦτο πολὺ σύντομα».

Γεν. 41,33

νῦν οὖν σκέψαι ἄνθρωπον φρόνιμον καὶ συνετὸν καὶ κατάστησον αὐτὸν ἐπὶ γῆς Αἰγύπτου·

Κολιτσάρα

Τώρα, λοιπόν, ποὺ εἶναι καιρός, σκέψου καὶ ἔκλεξε ἄνθρωπον ἔξυπνον καὶ συνετὸν καὶ διόρισε αὐτὸν εἰς ὅλην τὴν γῆν τῆς Αἰγύπτου.

Τρεμπέλα

Μετὰ τὴν ἐξήγησιν τῶν ὀνείρων ὁ Ἰωσήφ, φωτιζόμενος ἀπὸ τὸν Θεόν, ἔδωκεν εἰς τὸν Φαραὼ καὶ ἀρίστην συμβουλήν· τοῦ εἶπε: «Τώρα λοιπόν, ὅσον ἔχεις ἀκόμη καιρόν, διάλεξε κάποιον ἄνθρωπον φρόνιμον καὶ συνετὸν καὶ διόρισέ τον ἄρχοντα μὲ ἐξουσίαν εἰς ὅλην τὴν χώραν τῆς Αἰγύπτου.

Γεν. 41,34

καὶ ποιησάτω Φαραὼ καὶ καταστησάτω τοπάρχας ἐπὶ τῆς γῆς, καὶ ἀποπεμπτωσάτωσαν πάντα τὰ γεννήματα τῆς γῆς Αἰγύπτου τῶν ἑπτὰ ἐτῶν τῆς εὐθηνίας

Κολιτσάρα

Συγχρόνως δὲ ὁ Φαραὼ ἂς ἐκλέξῃ καὶ ἂς καταστήσῃ ἐπόπτας εἰς τὰς περιοχὰς τῆς χώρας, διὰ νὰ κρατοῦν τὸ πέμπτον ἀπὸ ὅλα τὰ προϊόντα τῆς γῆς Αἰγύπτου κατὰ τὰ ἑπτὰ ἔτη τῆς εὐφορίας.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Φαραὼ ἂς ὁρίσῃ καὶ ἂς καταστήσῃ ἐπόπτες (διοικητὲς ἐπαρχιῶν) εἰς τὴν χώραν, καὶ αὐτοὶ ἂς κρατοῦν διὰ λογαριασμὸν τοῦ κράτους τὸ ἕνα πέμπτον ἀπὸ ὅλα τὰ γεννήματα τῆς χώρας τῆς Αἰγύπτου, ποὺ θὰ ἀποδώσῃ ἡ γῆ κατὰ τὰ ἑπτὰ χρόνια τῆς εὐφορίας καὶ ἀφθονίας.

Γεν. 41,35

καὶ συναγαγέτωσαν πάντα τὰ βρώματα τῶν ἑπτὰ ἐτῶν τῶν ἐρχομένων τῶν καλῶν τούτων, καὶ συναχθήτω ὁ σῖτος ὑπὸ χεῖρα Φαραώ, βρώματα ἐν ταῖς πόλεσι φυλαχθήτω·

Κολιτσάρα

Ὅλα δὲ αὐτὰ τὰ τρόφιμα τῶν ἑπτὰ ἐρχομένων ἐτῶν τῆς εὐφορίας ἂς συγκεντρωθοῦν εἰς ἀποθήκας. Ἂς συγκεντρωθῇ ὁ σῖτος καὶ ἂς τεθῇ εἰς τὴν ἐξουσίαν καὶ τὴν διάθεσιν τοῦ Φαραώ. Τὰ τρόφιμα ἂς ἀποθηκευθοῦν ἀσφαλῶς εἰς τὰς πόλεις.

Τρεμπέλα

Καὶ ἐπίσης ἂς συγκεντρώσουν ὅλα τὰ τρόφιμα τῶν ἐρχομένων ἑπτὰ ἐτῶν τῆς εὐφορίας καὶ ἂς ἀποθηκευθῇ ὑπὸ τὴν ἐξουσίαν σου ὅλο τὸ σιτάρι καὶ ὅλα τὰ τρόφιμα ἂς φυλαχθοῦν καὶ ἂς τεθοῦν κάτω ἀπὸ φρούρησιν εἰς τὶς πόλεις.

Γεν. 41,36

καὶ ἔσται τὰ βρώματα τὰ πεφυλαγμένα τῇ γῇ εἰς τὰ ἑπτὰ ἔτη τοῦ λιμοῦ, ἃ ἔσονται ἐν γῇ Αἰγύπτου, καὶ οὐκ ἐκτριβήσεται ἡ γῆ ἐν τῷ λιμῷ.

Κολιτσάρα

Καὶ θὰ εἶναι αὐτὰ φυλαγμένα εἰς ὅλην τὴν χώραν διὰ τὰ ἑπτὰ ἔτη τῆς πείνας, ἡ ὁποία θὰ ἀπλωθῇ εἰς τὴν χώραν τῆς Αἰγύπτου. Ἔτσι δὲ ἡ χώρα αὐτὴ δὲν θὰ ἐξολοθρευθῇ ἀπὸ τὴν πεῖναν.

Τρεμπέλα

Τὰ τρόφιμα ἐκεῖνα θὰ εἶναι ἀποθηκευμένα καὶ φυλαγμένα εἰς τὴν χώραν διὰ τὴν πεῖναν τῶν ἑπτὰ ἐτῶν· ἔτσι ὁ λαὸς θὰ εὕρῃ ἀνακούφισιν κατὰ τὸν καιρὸν τῆς πεῖνας καὶ δὲν θὰ ὑποστῇ ἡ χώρα ὁλοκληρωτικὴν καταστροφήν».

Γεν. 41,37

Ἤρεσε δὲ τὸ ῥῆμα ἐναντίον Φαραὼ καὶ ἐναντίον πάντων τῶν παίδων αὐτοῦ,

Κολιτσάρα

Ὁ λόγος αὐτὸς ἤρεσεν εἰς τὸν Φαραὼ καὶ εἰς ὅλους τοὺς αὐλικούς του.

Τρεμπέλα

Ἡ συμβουλὴ αὐτὴ καὶ τὸ σχέδιον τοῦ Ἰωσὴφ ἄρεσαν εἰς τὸν Φαραὼ καὶ εἰς ὅλους τοὺς διαφόρους αὐλικούς του, ποὺ ἦσαν παρόντες.

Γεν. 41,38

καὶ εἶπε Φαραὼ πᾶσι τοῖς παισὶν αὐτοῦ· μὴ εὑρήσομεν ἄνθρωπον τοιοῦτον, ὃς ἔχει πνεῦμα Θεοῦ ἐν αὐτῷ;

Κολιτσάρα

Εἶπε δὲ πρὸς αὐτούς· «μήπως τάχα θὰ εὕρωμεν τέτοιον ἄνθρωπον σὰν τὸν Ἰωσήφ, ὁ ὁποῖος ἔχει Πνεῦμα Θεοῦ ἐντός του;»

Τρεμπέλα

Καὶ εἶπεν ὁ Φαραὼ εἰς ὅλους τοὺς αὐλικούς του· «μήπως ἠμποροῦμεν νὰ εὕρωμεν ἄλλον ἄνθρωπον, τέτοιον ὅπως ὁ Ἰωσήφ, εἰς τὸν ὁποῖον νὰ ὑπάρχῃ καὶ νὰ κατοικῇ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ;»

Γεν. 41,39

εἶπε δὲ Φαραὼ τῷ Ἰωσήφ· ἐπειδὴ ἔδειξεν ὁ Θεός σοι πάντα ταῦτα, οὐκ ἔστιν ἄνθρωπος φρονιμώτερος καὶ συνετώτερός σου·

Κολιτσάρα

Διὰ τοῦτο εἶπεν ὁ Φαραὼ εἰς τὸν Ἰωσήφ· «ἐπειδὴ ὁ Θεὸς ἐφανέρωσεν εἰς σὲ ὅλα αὐτά, ἄλλος δὲ ἄνθρωπος ἐξυπνότερος καὶ σοφώτερος ἀπὸ σὲ δὲν ὑπάρχει,

Τρεμπέλα

Διὰ τοῦτο ὁ Φαραὼ εἶπεν εἰς τὸν Ἰωσήφ: Ἀφοῦ ὁ Θεὸς σὲ ἐχαρίτωσε καὶ σοῦ ἀπεκάλυψεν ὅλα αὐτά, εἶναι φανερόν, ὅτι δεν ὑπάρχει ἄλλος ἄνθρωπος περισσότερον ἔξυπνος, γνωστικός, συνετός, διορατικὸς καὶ σοφὸς ἀπὸ σέ.

Γεν. 41,40

σὺ ἔσῃ ἐπὶ τῷ οἴκῳ μου, καὶ ἐπὶ τῷ στόματί σου ὑπακούσεται πᾶς ὁ λαός μου· πλὴν τὸν θρόνον ὑπερέξω σου ἐγώ.

Κολιτσάρα

σὺ θὰ γίνῃς ἄρχων εἰς ὅλον τὸν οἶκον μου καὶ εἰς τὰς διαταγάς σου θὰ ὑπακούῃ ὅλος ὁ λαός μου. Μόνον δὲ κατὰ τὸν βασιλικὸν θρόνον θὰ εἶμαι ἐγὼ ἀνώτερός σου».

Τρεμπέλα

Σὺ λοιπὸν θὰ ἐπιστατῇς εἰς τὸ ἀνάκτορόν μου καὶ σὺ θὰ κυβερνᾷς τὴν χώραν μου καὶ ὅλος ὁ λαός μου θὰ ὑπακούῃ εἰς τὶς διαταγές σου. Μόνον ὡς πρὸς τὸν βασιλικὸν θρόνον θὰ εἶμαι ἀνώτερός σου ἐγώ. Ὅλα τὰ ἄλλα τὰ ἐμπιστεύομαι εἰς τὴν φρόνησιν καὶ τὴν φροντίδα σου».

Γεν. 41,41

εἶπε δὲ Φαραὼ τῷ Ἰωσήφ· ἰδοὺ καθίστημί σε σήμερον ἐπὶ πάσης γῆς Αἰγύπτου.

Κολιτσάρα

Τοῦ εἶπε δὲ ἀκόμη ὁ Φαραώ· «ἰδοὺ σὲ διορίζω σήμερον καὶ σὲ ἐγκαθιστῶ ἀντιβασιλέα εἰς ὅλην τὴν χώραν τῆς Αἰγύπτου».

Τρεμπέλα

Ὁ Φαραὼ εἶπεν ἀκόμη εἸς τὸν Ἰωσήφ: Νά· σὲ διορίζω ἀπὸ σήμερα ἄρχοντα καὶ βασιλέα ὅλης τῆς χώρας τῆς Αἰγύπτου».

Γεν. 41,42

καὶ περιελόμενος Φαραὼ τὸν δακτύλιον ἀπὸ τῆς χειρὸς αὐτοῦ, περιέθηκεν αὐτὸν ἐπὶ τὴν χεῖρα Ἰωσὴφ καὶ ἐνέδυσεν αὐτὸν στολὴν βυσσίνην καὶ περιέθηκε κλοιὸν χρυσοῦν περὶ τὸν τράχηλον αὐτοῦ·

Κολιτσάρα

Ἔβγαλε δὲ ὁ Φαραὼ ἀπὸ τὸ χέρι του τὸ δακτυλίδι, τὸ ἔθεσεν εἰς τὸ χέρι τοῦ Ἰωσήφ, ἐνέδυσεν αὐτὸν πολύτιμον λινὴν στολὴν ἀπὸ βύσσον καὶ περιέβαλε εἰς τὸν τράχηλον αὐτοῦ ἄλυσιν χρυσῆν.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ βασιλιᾶς, ἀφοῦ ἔβγαλε ἀπὸ τὸ χέρι του τὸ δακτυλίδι μὲ τὴν προσωπικήν του σφραγῖδα, τὸ ἔβαλεν εἰς τὸ χέρι τοῦ Ἰωσὴφ καὶ τοῦ ἐφόρεσε στολὴν ἀπὸ πολυτιμότατον εἰδικὸν Αἰγυπτιακὸν λινὸν ὕφασμα, δηλαδὴ ἔνδυμα βασιλικόν, καὶ ἐκρέμασεν εἰς τὸν λαιμόν του χρυσὴν ἁλυσίδα.

Γεν. 41,43

καὶ ἀνεβίβασεν αὐτὸν ἐπὶ τὸ ἅρμα τὸ δεύτερον τῶν αὐτοῦ, καὶ ἐκήρυξεν ἔμπροσθεν αὐτοῦ κήρυξ· καὶ κατέστησεν αὐτὸν ἐφ’ ὅλης γῆς Αἰγύπτου.

Κολιτσάρα

Ἀνεβίβασε δὲ αὐτὸν εἰς τὸ δεύτερον ἀπὸ τὰ βασιλικά του ἅρματα καὶ ἕνας κῆρυξ ἐπροπορεύετο ἔμπροσθεν ἀπὸ αὐτὸν καὶ τὸν ἀνήγγειλεν εἰς τὸν λαόν. Ἔτσι δὲ ἀνέδειξεν αὐτὸν ὁ Φαραὼ ἀντιβασιλέα εἰς ὅλην τὴν χώραν τῆς Αἰγύπτου.

Τρεμπέλα

Καὶ ἀνέβασε τὸν Ἰωσὴφ ἐπάνω εἰς τὸ δεύτερον ἅρμα, δηλαδὴ τὴν πλέον ἐπίσημον ἅμαξαν μετὰ τὴν βασιλικήν, καὶ ἐπροχωροΰσε ἐμπρὸς ἀπὸ τὸ ἅρμα βασιλικὸς κήρυκας, ὁ ὁποῖος ἐφώναζε καὶ τὸν συνιστοῦσε εἰς ὅλον τὸν λαὸν λέγων, ὅτι αὐτὸς ποὺ εἶναι εἰς τὴν ἅμαξαν ἀνεκηρύχθη ἀπὸ τὸν Φαραὼ ἀντιβασιλιὰς καὶ κυβερνήτης ὅλης τῆς Αἰγύπτου. Μὲ τὸν τρόπον αὐτὸν ὁ Φαραὼ διώρισε τὸν Ἰωσὴφ ἀντιβασιλιᾶ εἰς ὅλην τὴν χώραν τῆς Αἰγύπτου.

Γεν. 41,44

εἶπε δὲ Φαραὼ τῷ Ἰωσήφ· ἐγὼ Φαραώ, ἄνευ σοῦ οὐκ ἐξαρεῖ οὐδεὶς τὴν χεῖρα αὐτοῦ ἐπὶ πάσης γῆς Αἰγύπτου.

Κολιτσάρα

Εἶπε δὲ εἰς τὸν Ἰωσήφ· «ἐγὼ ὁ Φαραὼ διατάσσω· Κανεὶς δὲν θὰ κινήσῃ τὸ χέρι του νὰ κάμῃ κάτι εἰς ὅλην τὴν γῆν τῆς Αἰγύπτου χωρὶς τὴν ἔγκρισίν σου».

Τρεμπέλα

Ἀκόμη ὁ Φαραὼ ἐπρόσθεσεν εἰς τὸν Ἰωσήφ: «Ἐγὼ ὁ Φαραὼ ὁρίζω καὶ διατάσσω· χωρὶς τὴν ἄδειαν καὶ συγκατάθεσίν σου κανεὶς δὲν θὰ κινήσῃ τὸ χέρι του διὰ νὰ κάμῃ κάτι εἰς ὅλην τὴν χώραν τῆς Αἰγύπτου».

Γεν. 41,45

καὶ ἐκάλεσε Φαραὼ τὸ ὄνομα Ἰωσήφ, Ψονθομφανήχ· καὶ ἔδωκεν αὐτῷ τὴν Ἀσεννὲθ θυγατέρα Πετεφρῆ ἱερέως Ἡλιουπόλεως αὐτῷ εἰς γυναῖκα.

Κολιτσάρα

Ὠνόμασε δὲ ὁ Φαραὼ τὸν Ἰωσὴφ Ψονθομφανήχ, δηλαδὴ τροφοδότην τῆς γῆς. Ἔδωσε δὲ εἰς αὐτὸν ὡς σύζυγον τὴν Ἀσεννέθ, θυγατέρα τοῦ Πετεφρῆ, ὄχι τοῦ ἀρχιμαγείρου, ἄλλα τοῦ ἱερέως τῆς Ἡλιουπόλεως.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Φαραὼ ὠνόμασε τὸν Ἰωσήφ μὲ τὸ Αἰγυπτιακὸν ὄνομα Ψονθομφανήχ (ποὺ σημαίνει τροφοδότης τοῦ κόσμου ἢ σωτῆρας τοῦ κόσμου ἢ θεμελιωτὴς τῆς ζωῆς ἢ αὐτὸς ποὺ γνωρίζει καὶ φανερώνει τὰ μυστικά)· καὶ διὰ νὰ τὸν τιμήσῃ ἀκόμη περισσότερον, τοῦ ἔδωκεν ὡς σύζυγον τὴν Ἄσενίθ, κόρην τοῦ Πετεφρῆ, ἱερέως τῆς Ἡλιουπόλεως, καὶ ἄρα ἐπισήμου προσώπου.

Γεν. 41,46

Ἰωσὴφ δὲ ἦν ἐτῶν τριάκοντα, ὅτε ἔστη ἐναντίον Φαραὼ βασιλέως Αἰγύπτου. Ἐξῆλθε δὲ Ἰωσὴφ ἀπὸ προσώπου Φαραώ, καὶ διῆλθε πᾶσαν γῆν Αἰγύπτου.

Κολιτσάρα

Ἦτο δὲ τότε ὁ Ἰωσὴφ τριάκοντα ἐτῶν, ὅταν ἐνεφανίσθη ἐνώπιον τοῦ Φαραὼ βασιλέως τῆς Αἰγύπτου. Ἐξῆλθε δὲ ὁ Ἰωσὴφ ἀπὸ τὰ ἀνάκτορα τοῦ Φαραὼ καί, ὡς ἀντιβασιλεὺς πλέον, περιώδευσεν ὅλην τὴν χώραν τῆς Αἰγύπτου.

Τρεμπέλα

Ὁ Ἰωσὴφ ἦταν τριάντα ἐτῶν, ὅταν παρουσιάσθη ἐμπρὸς εἰς τὸν Φαραώ, τὸν βασιλιᾶ τῆς Αἰγύπτου, καὶ ἀνεκηρύχθη ἀντιβασιλιᾶς. Καὶ ὁ Ἰωσήφ, εὐθὺς μετὰ τὴν ἀνάληψιν τῶν καθηκόντων του, ἐβγῆκε ἀπὸ τὸ παλάτι τοῦ Φαραὼ καὶ περιώδευσεν εἰς ὅλην τὴν χώραν τῆς Αἰγύπτου, διὰ νὰ τὴν γνωρίσῃ καὶ λάβῃ τὰ κατάλληλα μέτρα διὰ τὴν περίστασιν.

Γεν. 41,47

καὶ ἐποίησεν ἡ γῆ ἐν τοῖς ἑπτὰ ἔτεσι τῆς εὐθηνίας δράγματα·

Κολιτσάρα

Ἡ δὲ χώρα τῆς Αἰγύπτου ἀπέδωσε κατὰ τὰ ἑπτὰ ἔτη τῆς εὐφορίας πλούσια τὰ προϊόντα.

Τρεμπέλα

Καὶ ἡ γῆ τῆς Αἰγύπτου κατὰ τὰ ἑπτὰ χρόνια τῆς εὐφορίας καὶ ἀφθονίας ἐκαρποφόρησε πλούσια ἀγαθά.

Γεν. 41,48

καὶ συνήγαγε πάντα τὰ βρώματα τῶν ἑπτὰ ἐτῶν, ἐν οἷς ἦν ἡ εὐθηνία ἐν τῇ γῇ Αἰγύπτου, καὶ ἔθηκε τὰ βρώματα ἐν ταῖς πόλεσι, βρώματα τῶν πεδίων τῆς πόλεως τῶν κύκλῳ αὐτῆς ἔθηκεν ἐν αὐτῇ.

Κολιτσάρα

Καὶ συνεκέντρωσεν ὁ Ἰωσὴφ ὅλα τὰ εἴδη τῶν τροφίμων κατὰ τὰ ἑπτὰ αὐτὰ ἔτη, κατὰ τὰ ὁποῖα ἐπεκράτει εὐφορία εἰς τὴν χώραν τῆς Αἰγύπτου καὶ τὰ ἀποθήκευσεν εἰς τὰς πόλεις. Τὰ δὲ προϊόντα τῶν πεδιάδων, ποὺ ἦσαν γύρω ἀπὸ κάθε πόλιν, τὰ ἀποθήκευσεν εἰς αὐτὴν τὴν ἰδίαν πόλιν.

Τρεμπέλα

Ὁ δὲ Ἰωσὴφ συνεκέντρωσεν ὅλα τὰ τρόφιμα τῶν ἑπτὰ ἐτῶν, κατὰ τὰ ὁποῖα ἦταν εὐφορία καὶ ἀφθονία εἰς τὴν χώραν τῆς Αἰγύπτου, καὶ ἀποθήκευσε τὰ τρόφιμα εἰς τὶς πόλεις· εἰς κάθε πόλιν ἀποθήκευσε τὰ τρόφιμα ἀπὸ τὶς πεδιάδες, ποὺ ἦσαν κοντὰ καὶ γύρω ἀπὸ αὐτήν.

Γεν. 41,49

καὶ συνήγαγεν Ἰωσὴφ σῖτον ὡσεὶ τὴν ἄμμον τῆς θαλάσσης πολὺν σφόδρα, ἕως οὐκ ἠδύνατο ἀριθμηθῆναι, οὐ γὰρ ἦν ἀριθμός.

Κολιτσάρα

Καὶ συνεκέντρωσεν ὁ Ἰωσὴφ σῖτον πάρα πολὺν ὡσὰν τὴν ἄμμον τῆς θαλάσσης, τόσον ὥστε δὲν ἦτο δυνατὸν πλέον νὰ μετρηθῇ, διότι ἦτο ἀνυπολόγιστος.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Ἰωσὴφ συνεκέντρωσε πάρα πολὺ σιτάρι τόσον πολύ, ὅση εἶναι ἡ ἄμμος τῆς θαλάσσης. Ἦταν τόσον μεγάλη ἡ ποσότητα τοῦ σιταριοῦ, ὥστε ἐστάματησε πλέον νὰ τὴν μετρὰ καὶ νὰ κρατῇ λογαριασμόν, διότι ἦταν ἀδύνατον να μετρηθῇ καὶ νὰ ὑπολογισθῇ.

Γεν. 41,50

Τῷ δὲ Ἰωσὴφ ἐγένοντο υἱοὶ δύο πρὸ τοῦ ἐλθεῖν τὰ ἑπτὰ ἔτη τοῦ λιμοῦ, οὓς ἔτεκεν αὐτῷ Ἀσεννὲθ ἡ θυγάτηρ Πετεφρῆ ἱερέως Ἡλιουπόλεως.

Κολιτσάρα

Πρὶν δὲ ἔλθουν τὰ ἔτη τῆς πείνας ἀπέκτησεν ὁ Ἰωσὴφ ἀπὸ τὴν Ἀσεννὲθ τὴν θυγατέρα τοῦ Πετεφρῆ, ἱερέως τῆς Ἡλιουπόλεως, δύο παιδιά.

Τρεμπέλα

Ὁ Ἰωσήφ, πρὶν ακόμη ἔλθουν τὰ ἑπτὰ χρόνια τῆς πείνας, ἀπέκτησε δύο υἱούς, τοὺς ὁποίους ἐγέννησεν εἰς αὐτὸν ἡ Ἀσενίθ, ἡ κόρη τοῦ Πετεφρῆ, ἱερέως τῆς Ἡλιουπόλεως.

Γεν. 41,51

ἐκάλεσε δὲ Ἰωσὴφ τὸ ὄνομα τοῦ πρωτοτόκου Μανασσῆ, ὅτι ἐπιλαθέσθαι με ἐποίησεν ὁ Θεὸς πάντων τῶν πόνων μου καὶ πάντων τῶν τοῦ πατρός μου.

Κολιτσάρα

Ὠνόμασε δὲ τὸν πρωτότοκον Μαναασῆν λέγων· «ὁ Θεὸς μὲ ἔκαμεν, ὥστε νὰ λησμονήσω ὅλας τὰς ταλαιπωρίας μου καὶ τὴν στέρησιν τοῦ πατρός μου».

Τρεμπέλα

Ὠνόμασε δὲ ὁ Ἰωσὴφ τὸν πρωτότοκον υἱόν του Μανασσῆν, ποὺ σημαίνει «λησμοσύνη», διότι εἶπεν· ὁ Θεός μὲ ἔκαμε νὰ λησμονήσω ὅλους τοὺς κόπους καὶ τὴν δυστυχίαν τῆς δουλείας μου καὶ τὴν θλῖψιν μου ἀπὸ τὴν στέρησιν καὶ τὸν ἀποχωρισμὸν τοῦ πατέρα μου.

Γεν. 41,52

τὸ δὲ ὄνομα τοῦ δευτέρου ἐκάλεσεν Ἐφραΐμ, ὅτι ηὔξησέ με ὁ Θεὸς ἐν γῇ ταπεινώσεώς μου.

Κολιτσάρα

Τὸ δὲ δεύτερον τέκνον του ὠνόμασεν Ἐφραῒμ λέγων ὅτι· «ὁ Θεός μὲ ἐμεγάλυνεν εἰς τὴν χώραν αὐτὴν τῆς ταπεινώσεώς μου».

Τρεμπέλα

Τὸν δεύτερον υἱόν του ὠνόμασεν Ἐφραίμ, ποὺ σημαίνει «καρποφορία», διότι εἶπεν ὁ Θεὸς μὲ εὐλόγησε καὶ μὲ ἐδόξασεν εἰς τὴν Αἴγυπτον, τὴν χώραν τῆς δουλείας καὶ τῆς ἄδικης φυλακίσεώς μου.

Γεν. 41,53

Παρῆλθε δὲ τὰ ἑπτὰ ἔτη τῆς εὐθηνίας, ἃ ἐγένοντο ἐν τῇ γῇ Αἰγύπτου,

Κολιτσάρα

Ἐπέρασαν τὰ ἑπτὰ ἔτη τῆς εὐφορίας, ποὺ ἔγινεν εἰς τὴν χώραν τῆς Αἰγύπτου.

Τρεμπέλα

Ἐπέρασαν δὲ καὶ συνεπληρώθησαν τὰ ἑπτὰ χρόνια τῆς ἀφθονίας καὶ εὐφορίας, ποὺ ἀπήλαυσεν ἡ χώρα τῆς Αἰγύπτου,

Γεν. 41,54

καὶ ἤρξατο τὰ ἑπτὰ ἔτη τοῦ λιμοῦ ἔρχεσθαι, καθὰ εἶπεν Ἰωσήφ. καὶ ἐγένετο λιμὸς ἐν πάσῃ τῇ γῇ, ἐν δὲ πάσῃ τῇ γῇ Αἰγύπτου ἦσαν ἄρτοι.

Κολιτσάρα

Ἤρχισαν δὲ νὰ ἔρχωνται τὰ ἑπτὰ ἔτη τῆς πείνας, ὅπως εἶχεν εἴπει ὁ Ἰωσὴφ καὶ ἡπλώθη πεῖνα εἰς ὅλην τὴν γῆν. Εἰς τὴν χώραν ὅμως τῆς Αἰγύπτου ὑπῆρχον ἄρτοι.

Τρεμπέλα

καὶ ἄρχισαν νὰ ἔρχωνται τὰ ἑπτὰ χρόνια τῆς πείνας, ὅπως ἀκριβῶς εἶχε προείπει ὁ Ἰωσήφ. Καὶ ἔγινε πεῖνα εἰς ὅλες τὶς χῶρες (ποὺ ἐγειτόνευαν μὲ τὴν Αἴγυπτον). Εἰς ὅλην ὅμως τὴν χώραν τῆς Αἰγύπτου ὑπῆρχε ψωμί.

Γεν. 41,55

καὶ ἐπείνασε πᾶσα ἡ γῆ Αἰγύπτου, ἔκραξε δὲ ὁ λαὸς πρὸς Φαραὼ περὶ ἄρτων· εἶπε δὲ Φαραὼ πᾶσι τοῖς Αἰγυπτίοις· πορεύεσθε πρὸς Ἰωσήφ, καὶ ὃ ἐὰν εἴπῃ ὑμῖν, ποιήσατε.

Κολιτσάρα

Ἀλλὰ καὶ ὅλη ἡ χώρα τῆς Αἰγύπτου ἐπείνασεν, ὁ δὲ λαὸς ἔκραξε πρὸς τὸν Φαραὼ ζητῶν ἄρτους. Ὁ δὲ Φαραὼ εἶπε πρὸς ὅλους τοὺς Αἰγυπτίους· «πηγαίνετε πρὸς τὸν Ἰωσὴφ καὶ ὅ,τι σᾶς πῆ, ἐκεῖνο πράξατε».

Τρεμπέλα

Ὅταν ἡ ἔλλειψις τῶν τροφίμων ἔγινε μεγαλυτέρα καὶ ἡ πεῖνα ἐξηπλώθη εἰς ὅλην τὴν Αἴγυπτον, ὁ λαός, ἐπειδὴ ἐπιέζετο ἀπὸ τὴν πεῖναν, ἐφώναξε πρὸς τὸν Φαραὼ καὶ ἐζητοῦσε ψωμί. Ὁ Φαραὼ ὅμως, ὡς φρόνιμος βασιλιᾶς καὶ ἐπειδὴ ἤθελε νὰ ἀποδώσῃ τὴν πρέπουσαν τιμὴν καὶ εὐγνωμοσύνην πρὸς τὸν Ἰωσήφ, εἶπε πρὸς ὅλους τοὺς Αἰγυπτίους: «Πηγαίνετε εἰς τὸν Ἰωσὴφ καὶ ὅ,τι σᾶς εἰπῇ, αὐτὸ να κάμετε».

Γεν. 41,56

καὶ ὁ λιμὸς ἦν ἐπὶ προσώπου πάσης τῆς γῆς· ἀνέῳξε δὲ Ἰωσὴφ πάντας τοὺς σιτοβολῶνας καὶ ἐπώλει πᾶσι τοῖς Αἰγυπτίοις.

Κολιτσάρα

Ἡ πεῖνα ἦτο ἀπλωμένη εἰς ὅλην τὴν γῆν. Ἤνοιξε τότε ὁ Ἰωσὴφ ὅλας τὰς ἀποθήκας καὶ ἤρχισε νὰ πωλῇ σῖτον εἰς ὅλους τοὺς Αἰγυπτίους.

Τρεμπέλα

Ἡ πεῖνα ἐμεγάλωνε εἰς ὅλες τὶς χῶρες (ποὺ ἐγειτόνευαν μὲ τὴν Αἴγυπτον)· τότε ὁ Ἰωσὴφ ἄνοιξε ὄλες τὶς ἀποθῆκες τοῦ σιταριοῦ καὶ ἐπωλοῦσε σιτάρι εἰς ὅλους τοὺς Αἰγυπτίους.

Γεν. 41,57

καὶ πᾶσαι αἱ χῶραι ἦλθον εἰς Αἴγυπτον ἀγοράζειν πρὸς Ἰωσήφ· ἐπεκράτησε γὰρ ὁ λιμὸς ἐν πάσῃ τῇ γῇ.

Κολιτσάρα

Ἀλλὰ καὶ αἱ ἄλλαι χῶραι ἦλθον εἰς τὴν Αἴγυπτον πρὸς τὸν Ἰωσήφ, διὰ νὰ ἀγοράσουν σῖτον, διότι ἡ πεῖνα ἐπικρατοῦσεν εἰς ὅλην τὴν γῆν.

Τρεμπέλα

Καὶ ὅλες οἱ χῶρες ἦλθαν εἰς τὴν Αἴγυπτον, διὰ νὰ ἀγοράσουν σιτάρι ἀπὸ τὸν Ἰωσήφ. Διότι ἡ πεῖνα ἐκυριαρχοῦσε παντοῦ εἰς ὅλες τὶς χῶρες (ποὺ ἐγειτόνευαν μὲ τὴν Αἴγυπτον).

Κεφάλαιο 42

Γεν. 42,1

Ἰδὼν δὲ Ἰακὼβ ὅτι ἐστὶ πρᾶσις ἐν Αἰγύπτῳ, εἶπε τοῖς υἱοῖς αὐτοῦ· ἱνατί ῥαθυμεῖτε;

Κολιτσάρα

Ἡ πεῖνα εἶχεν ἁπλωθῆ καὶ εἰς τὴν γῆν Χαναάν, ὅπου κατοικοῦσεν ὁ Ἰακώβ. Πληροφορηθεὶς δὲ ὁ Ἰακὼβ ὅτι εἰς τὴν Αἴγυπτον πωλεῖται σῖτος εἶπεν εἰς τὰ παιδιά του· «διατί ἀμελεῖτε;

Τρεμπέλα

Ἡ πεῖνα ἐπεκράτησεν εἰς ὅλες τὶς χῶρες, ποὺ ἐσυνώρευαν μὲ τὴν Αἴγυπτον, καὶ ἔφθασε καὶ εἰς τὴν Χαναάν, ὅπου ἑκατοικοῦσε ὁ Ἰακώβ μὲ τὰ παιδιά του. Ὅταν ὁ Ἰακὼβ ἐπληροφορήθη, ὅτι πωλοῦν σιτάρι εἰς τὴν Αἴγυπτον, εἶπεν εἰς τοὺς υἱούς του: «Διατί κάθεσθε καὶ κοιτάζετε ἀπελπισμένοι ὁ ἕνας τὸν ἄλλον μὲ σταυρωμένα τὰ χέρια;

Γεν. 42,2

ἰδοὺ ἀκήκοα ὅτι ἐστὶ σῖτος ἐν Αἰγύπτῳ· κατάβητε ἐκεῖ καὶ πρίασθε ἡμῖν μικρὰ βρώματα, ἵνα ζήσωμεν καὶ μὴ ἀποθάνωμεν.

Κολιτσάρα

Ἰδού, ἐχω, πληροφορηθῆ, ὅτι ὑπάρχει σιτάρι εἰς τῇ Αἴγυπτον. Πηγαίνετε ἐκεῖ καὶ ἀγοράσατε δι’ ἡμᾶς ὀλίγα τρόφιμα, διὰ νὰ ζήσωμεν καὶ μὴ ἀποθάνωμεν ἀπὸ τὴν πεῖναν».

Τρεμπέλα

Νά· ἐπληροφορήθηκα, ὅτι ὑπάρχει σιτάρι εἰς τὴν Αἴγυπτον σηκωθῆτε καὶ πηγαίνετε ἐκεῖ καὶ ἀγοράσετε διὰ λογαριασμόν μας ὀλίγα τρόφιμα, ὥστε νὰ ζήσωμεν καὶ νὰ μὴ ἀποθάνωμεν ἀπὸ τὴν πεῖναν».

Γεν. 42,3

κατέβησαν δὲ οἱ ἀδελφοὶ Ἰωσὴφ οἱ δέκα πρίασθαι σῖτον ἐξ Αἰγύπτου·

Κολιτσάρα

Οἱ δέκα ἀδελφοὶ τοῦ Ἰωσὴφ ἀνεχώρησαν, διὰ νὰ ἀγοράσουν σῖτον ἀπὸ τὴν Αἴγυπτον.

Τρεμπέλα

Ἔτσι οἱ δέκα ἀδελφοὶ τοῦ Ἰωσὴφ ἐπῆγαν εἰς τὴν Αἴγυπτον, διὰ νὰ ἀγοράσουν ἀπὸ ἐκεῖ σιτάρι.

Γεν. 42,4

τὸν δὲ Βενιαμὶν τὸν ἀδελφὸν Ἰωσὴφ οὐκ ἀπέστειλε μετὰ τῶν ἀδελφῶν αὐτοῦ, εἶπε γάρ· μή ποτε συμβῇ αὐτῷ μαλακία.

Κολιτσάρα

Ὁ Ἰακὼβ δὲν ἔστειλε μαζῆ μὲ τοὺς ἀδελφούς του τὸν Βενιαμίν, τὸν ἀδελφὸν τοῦ Ἰωσὴφ ἐκ τῆς Ραχήλ, διότι ἐφοβήθη σκεφθεὶς μήπως τυχὸν συμβῇ καὶ εἰς αὐτὸν κανένα δυστύχημα.

Τρεμπέλα

Ἐπῆγαν μόνον οἱ δέκα, διότι τὸν μικρότερον υἱόν του, τὸν Βενιαμίν, ὁ ὁποῖος ἦταν ἀδελφὸς τοῦ Ἰωσὴφ ἀπὸ τὴν ἰδίαν μητέρα, τὴν Ραχήλ, δὲν τὸν ἀπέστειλε μαζί των· ὁ Ἰακὼβ ἐφοβήθη τὸ νεαρὸν τῆς ἡλικίας του καὶ ἐσκέφθη καὶ εἶπε· «μήπως τυχὸν τοῦ συμβῇ κανένα κακόν».

Γεν. 42,5

Ἦλθον δὲ οἱ υἱοὶ Ἰσραὴλ ἀγοράζειν μετὰ τῶν ἐρχομένων· ἦν γὰρ ὁ λιμὸς ἐν γῇ Χαναάν.

Κολιτσάρα

Οἱ υἱοὶ τοῦ Ἰακὼβ ἦλθον εἰς τὴν Αἴγυπτον μαζῆ μὲ ἄλλους, οἱ ὁποῖοι μετέβαιναν ἐπίσης ἐκεῖ, διὰ νὰ ἀγοράσουν τρόφιμα, ἐπειδὴ ἡ πεῖνα ἐπικρατοῦσε καὶ εἰς τὴν χώραν Χαναάν.

Τρεμπέλα

Τὰ δέκα παιδιὰ τοῦ Ἰακώβ, οἱ Ἰσραηλῖται, ἔφθασαν μὲ ἄλλους ταξιδιῶτες εἰς τὴν Αἴγυπτον, διὰ νὰ ἀγοράσουν σιτάρι· διότι ἡ πεῖνα εἶχεν ἀπλωθῆ καὶ εἰς τὴν χώραν τῆς Χαναάν.

Γεν. 42,6

Ἰωσὴφ δὲ ἦν ὁ ἄρχων τῆς γῆς, οὗτος ἐπώλει παντὶ τῷ λαῷ τῆς γῆς· ἐλθόντες δὲ οἱ ἀδελφοὶ Ἰωσὴφ προσεκύνησαν αὐτῷ ἐπὶ πρόσωπον ἐπὶ τὴν γῆν.

Κολιτσάρα

Ὁ Ἰωσὴφ ἦτο ἀντιβασιλεὺς τῆς Αἰγύπτου· αὐτὸς διὰ τῶν ὀργάνων του ἐπωλοῦσε σῖτον εἰς ὅλον τὸν λαὸν τῆς Αἰγύπτου. Οἱ δὲ ἀδελφοί του ἐλθόντες εἰς τὴν Αἴγυπτον τὸν προσεκύνησαν μέχρις ἐδάφους.

Τρεμπέλα

Ὁ Ἰωσὴφ δὲ ἦταν ὁ ἀντιβασιλιᾶς καὶ ἄρχων ὅλης τῆς Αἰγύπτου. Αὐτὸς ἐπωλοῦσε σιτάρι εἰς ὅλους, ὅσοι ἤρχοντο ἀπὸ ὅλες τὶς χῶρες τῆς γῆς. Οἱ ἀδελφοὶ τοῦ Ἰωσήφ, ἀφοῦ ἔφθασαν εἰς τὴν Αἴγυπτον καὶ παρουσιάσθησαν ἐμπρός του, ἔπεσαν μὲ τὸ πρόσωπον εἰς τὴν γῆν καὶ ἐπροσκύνησαν τὸν Ἰωσήφ, ὡς ἄρχοντα τῆς χώρας.

Γεν. 42,7

ἰδὼν δὲ Ἰωσὴφ τοὺς ἀδελφοὺς αὐτοῦ ἐπέγνω καὶ ἠλλοτριοῦτο ἀπ’ αὐτῶν καὶ ἐλάλησεν αὐτοῖς σκληρὰ καὶ εἶπεν αὐτοῖς· πόθεν ἥκατε; οἱ δὲ εἶπον· ἐκ γῆς Χαναὰν ἀγοράσαι βρώματα.

Κολιτσάρα

Ὅταν εἶδεν ὁ Ἰωσὴφ τοὺς ἀδελφούς του, τοὺς ἀνεγνώρισεν, ἀλλὰ ἐφέρετο πρὸς αὐτοὺς ὦσαν ξένος. Τοὺς ὡμίλησε μάλιστα κατὰ τρόπον τραχὺν καὶ τοὺς εἶπεν· «ἀπὸ ποῦ ἤλθατε;» Ἐκεῖνοι εἶπον· «ἀπὸ τὴν γῆν Χαναάν, διὰ νὰ ἀγοράσωμεν τροφάς».

Τρεμπέλα

Ὁ Ἰωσὴφ μόλις εἶδε τοὺς ἀδελφούς του, τοὺς ἀνεγνώρισεν ἀμέσως· ἐπειδὴ ὅμως ἤθελε νὰ μείνῃ ἄγνωστος, τοὺς ἐφέρετο ὡσὰν νὰ ἦταν ξένος· τοὺς ἐμίλησε δὲ μὲ προσποιητὴν αὐστηρότητα καὶ σκληρότητα καὶ τοὺς ἐρώτησε: «Ἀπὸ ποῦ ἤλθατε;» Αὐτοὶ δὲ τοῦ ἀπάντησαν· «ἀπὸ τὴν χώραν τῆς Χαναάν, διὰ νὰ ἀγοράσωμεν τρόφιμα».

Γεν. 42,8

ἐπέγνω δὲ Ἰωσὴφ τοὺς ἀδελφοὺς αὐτοῦ, αὐτοὶ δὲ οὐκ ἐπέγνωσαν αὐτόν.

Κολιτσάρα

Ὁ Ἰωσὴφ ἀνεγνώρισε τοὺς ἀδελφούς του, ἐκεῖνοι ὅμως δὲν τὸν ἀνεγνώρισαν.

Τρεμπέλα

Ὁ Ἰωσὴφ ἀνεγνώρισε τοὺς ἀδελφούς του, ἐνῷ αὐτοὶ δεν τὸν ἀνεγνώρισαν.

Γεν. 42,9

καὶ ἐμνήσθη Ἰωσὴφ τῶν ἐνυπνίων αὐτοῦ, ὧν εἶδεν αὐτός, καὶ εἶπεν αὐτοῖς· κατάσκοποί ἐστε, κατανοῆσαι τὰ ἴχνη τῆς χώρας ἥκατε.

Κολιτσάρα

Ὅταν δὲ εἶδε τοὺς ἀδελφούς του νὰ τὸν προσκυνοῦν ἐνεθυμήθη τὰ ὄνειρα, τὰ ὁποῖα εἶχεν ἴδει. Ἔπειτα τοὺς εἶπεν· «εἶσθε κατάσκοποι· ἤλθατε ἐδῶ, διὰ νὰ κατασκοπεύσετε τὰ ἐπίκαιρα σημεῖα τῆς χώρας μου».

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Ἰωσήφ, ὅταν τοὺς εἶδε νὰ τὸν προσκυνοῦν, ἐνεθυμήθη τὰ ὄνειρα, τὰ ὁποῖα εἶδε διὰ τοὺς ἀδελφούς του, ὅταν ἦταν εἰς τὴν Χαναάν, καὶ τοὺς εἶπε μὲ προσποιητὴν αὐστηρότητα: «Δὲν ἤλθατε ἐδῶ μὲ ἁγνὴν διάθεσιν· εἶσθε κατάσκοποι καὶ ἤλθατε διὰ να κατασκοπεύσετε τὰ διάφορα μέρη καὶ τοὺς δρόμους τῆς χώρας αὐτῆς καὶ νὰ ἑξακριβώσετε εἰς ποία σημεῖα εἶναι ἀδύνατη».

Γεν. 42,10

οἱ δὲ εἶπαν· οὐχί, κύριε, οἱ παῖδές σου ἤλθομεν πρίασθαι βρώματα·

Κολιτσάρα

Ἐκεῖνοι τοῦ ἀπήντησαν· «ὄχι, κύριε, δὲν εἴμεθα κατάσκοποι. Οἱ δοῦλοί σου ἤλθομεν ἐδῶ νὰ ἀγοράσωμεν τροφάς.

Τρεμπέλα

«Ὄχι, κύριε», τοῦ ἀπάντησαν αὐτοὶ ταπεινὰ καὶ γεμᾶτοι φόβον· «οἱ δοῦλοι σου ἤλθαμε διὰ νὰ ἀγοράσωμεν τρόφιμα.

Γεν. 42,11

πάντες ἐσμὲν υἱοὶ ἑνὸς ἀνθρώπου· εἰρηνικοί ἐσμεν, οὐκ εἰσὶν οἱ παῖδές σου κατάσκοποι.

Κολιτσάρα

Ὅλοι εἴμεθα παιδιὰ ἑνὸς πατρός· εἴμεθα εἰρηνικοὶ καὶ τίμιοι ἄνθρωποι· οἱ δοῦλοὶ σου δὲν εἶναι κατάσκοποι».

Τρεμπέλα

Καὶ οἱ δέκα εἴμεθα ἀδελφοί, παιδιὰ ἐνὸς πατέρα· εἴμεθα ἄνθρωποι φιλήσυχοι καὶ εἰλικρινεῖς· δεν εἴμεθα, οἱ δοῦλοι σου, κατάσκοποι, ποὺ ἤλθαμε μὲ δόλον καὶ κακὸν σκοπόν».

Γεν. 42,12

εἶπε δὲ αὐτοῖς· οὐχί, ἀλλὰ τὰ ἴχνη τῆς γῆς ἤλθετε ἰδεῖν.

Κολιτσάρα

Εἶπε δὲ ἐκεῖνος πρὸς αὐτούς· «ὄχι! δὲν σᾶς πιστεύω· ἤλθατε νὰ ἀνιχνεύσετε τὰ ἀσθενῆ καὶ ἐπίκαιρα σημεῖα τῆς χώρας μου».

Τρεμπέλα

Ἐπειδὴ ὅμως ἐκεῖνοι δὲν ἔλεγαν τὰ ὅσα ἤθελε να μάθῃ ὁ Ἰωσήφ, δι ’ αὐτὸ ἐπέμενε καὶ τοὺς εἶπε πάλιν μὲ τόνον σκληρὸν καὶ τραχύν: «Ὄχι! αὐτὰ ποὺ λέγετε εἶναι δικαιολογίες· ἤλθατε νὰ κατασκοπεύσετε τὰ διάφορα μέρη καὶ τοὺς δρόμους τῆς χώρας αὐτῆς καὶ νὰ ἑξακριβώσετε εἰς ποία σημεῖα εἶναι ἀδύνατη».

Γεν. 42,13

οἱ δὲ εἶπαν· δώδεκά ἐσμεν οἱ παῖδές σου ἀδελφοὶ ἐν γῇ Χαναάν, καὶ ἰδοὺ ὁ νεώτερος μετὰ τοῦ πατρὸς ἡμῶν σήμερον, ὁ δὲ ἕτερος οὐχ ὑπάρχει.

Κολιτσάρα

Ἐκεῖνοι πάλιν ἀπήντησαν· «ἡμεῖς, οἱ δοῦλοι σου, εἴμεθα δώδεκα ἀδελφοὶ καὶ κατοικοῦμεν εἰς τὴν χώραν Χαναάν. Καὶ ἰδού, ὁ νεώτερος ἀπὸ ἡμᾶς εὑρίσκεται σήμερον μαζῆ μὲ τὸν πατέρα μας εἰς τὴν Χαναάν, ὁ δὲ ἄλλος δὲν ὑπάρχει πλέον».

Τρεμπέλα

Τότε οἱ ἀδελφοί του, τρομαγμένοι ἀκόμη περισσότερον καὶ πιεζόμενοι ἀπὸ τὰ πράγματα, ἀλλὰ καὶ διὰ νὰ τὸν κάμουν νὰ τοὺς λυπηθῇ, τοῦ εἶπαν: «Ἐμεῖς, οἱ δοῦλοι σου, εἴμεθα δώδεκα ἀδελφοὶ εἰς τὴν χώραν τῆς Χαναὰν καὶ νά· ὁ νεώτερος ἀδελφός μας εὑρίσκεται τώρα κοντὰ εἰς τὸν πατέρα μας, ὁ δὲ ἄλλος δὲν ὑπάρχει».

Γεν. 42,14

εἶπε δὲ αὐτοῖς Ἰωσήφ· τοῦτό ἐστιν ὃ εἴρηκα ὑμῖν λέγων, ὅτι κατάσκοποί ἐστε·

Κολιτσάρα

Εἶπε δὲ πρὸς αὐτούς, ἐπιμένων ὁ Ἰωσήφ· «αὐτὸ ποὺ σᾶς εἶπα αὐτὸ εἶναι· εἶσθε κατάσκοποι.

Τρεμπέλα

Ἐπειδὴ ὅμὼς δὲν τοῦ ἔλεγαν ὅλην τὴν ἀλήθειαν καὶ ἐπειδὴ ὑπωψιάσθηκε ὅτι πιθανὸν να ἔκαμαν εἰς τὸν Βενιαμὶν ὅ,τι ἔκαμαν καὶ εἰς τὸν ἴδιον, τοὺς εἶπε: «Τίποτε ἀπὸ αὐτά· τὰ πράγματα ἔχουν ὅπως σᾶς εἶπα· ἤλθατε μὲ κακὸν σκοπόν, εἶσθε κατάσκοποι.

Γεν. 42,15

ἐν τούτῳ φανεῖσθε· νὴ τὴν ὑγίειαν Φαραώ, οὐ μὴ ἐξέλθητε ἐντεῦθεν, ἐὰν μὴ ὁ ἀδελφὸς ὑμῶν ὁ νεώτερος ἔλθῃ ὧδε.

Κολιτσάρα

Ἂν λέγετε τὴν ἀλήθειαν θὰ μοῦ τὸ ἀποδείξετε μὲ τοῦτο· εἴπατε ὅτι ἔχετε ἕνα νεώτερον ἀδελφόν. Μὰ τὴν ὑγείαν τοῦ Φαραώ, δὲν θὰ φύγετε ἀπὸ ἐδῶ, ἐὰν αὐτὸς ὁ νεώτερος ἀδελφάς σας δὲν ἔλθῃ ἐδῶ.

Τρεμπέλα

Θὰ σᾶς δοκιμάσω λοιπὸν μὲ αὐτὸν τὸν τρόπον· μὰ τὴν ζωὴν τοῦ Φαραώ, δὲν θὰ φύγετε ἀπὸ ἐδῶ, ἐὰν δὲν ἔλθῃ ἐδῶ καὶ ὁ ἀδελφός σας ὁ μικρότερος, διὰ νὰ πεισθῶ καὶ ἐγώ, ὅτι μοῦ εἴπατε τὴν ἀλήθειαν.

Γεν. 42,16

ἀποστείλατε ἐξ ὑμῶν ἕνα καὶ λάβετε τὸν ἀδελφὸν ὑμῶν, ὑμεῖς δὲ ἀπάχθητε ἕως τοῦ φανερὰ γενέσθαι τὰ ῥήματα ὑμῶν, εἰ ἀληθεύετε ἢ οὔ· εἰ δὲ μή, νὴ τὴν ὑγίειαν Φαραώ, ἦ μὴν κατάσκοποί ἐστε.

Κολιτσάρα

Στεῖλτε λοιπὸν ἕνα ἀπὸ σᾶς καὶ φέρετε ἐδῶ τὸν ἀδελφόν σας. Σεῖς δὲ οἱ ἄλλοι πηγαίνετε εἰς τὴν φυλακήν, ἕως ὅτου ἀποδειχθοῦν, ἂν εἶναι ἢ δὲν εἶναι ἀληθινὰ τὰ λόγια σας. Ἐὰν δὲ δὲν φέρετε τὸν νεώτερον ἀδελφόν σας, μὰ τὴν ὑγείαν του Φαραώ, εἶσθε πράγματι κατάσκοποι».

Τρεμπέλα

Ἀποστείλατε λοιπὸν ἕνα ἀπὸ σᾶς εἰς τὴν Χαναὰν διὰ νὰ φέρῃ τὸν ἀδελφόν σας, σεῖς δὲ ἐν τῷ μεταξὺ πηγαίνετε εἰς τὴν φυλακήν, μέχρις ὅτου φθάσῃ ἐκεῖνος καὶ ἀποδειχθοῦν τὰ λόγια σας ἀληθινὰ ἢ ψευδῆ. Ἐὰν ὅμως συμβῇ νὰ μὴ εἶναι ἀληθινὰ τὰ ὅσα μοῦ εἴπατε, τότε, μὰ τὴν ζωὴν τοΰ Φαραώ, εἶσθε κατάσκοποι καὶ ἤλθατε ἐδῶ μὲ δόλιον σκοπόν».

Γεν. 42,17

καὶ ἔθετο αὐτοὺς ἐν φυλακῇ ἡμέρας τρεῖς.

Κολιτσάρα

Διέταξε δὲ καὶ ἔβαλαν αὐτοὺς τρεῖς ἡμέρας εἰς τὴν φυλακήν.

Τρεμπέλα

Ὁ Ἰωσήφ, ἀφοῦ εἶπεν αὐτά, ἔδωσε διαταγὴν νὰ τοὺς φυλακίσουν διὰ τρεῖς ἡμέρες.

Γεν. 42,18

Εἶπε δὲ αὐτοῖς τῇ ἡμέρᾳ τῇ τρίτῃ· τοῦτο ποιήσατε καὶ ζήσεσθε, τὸν Θεὸν γὰρ ἐγὼ φοβοῦμαι·

Κολιτσάρα

Κατὰ δὲ τὴν τρίτην ἡμέραν τοὺς εἶπε· «κάμετε αὐτό, ποὺ σᾶς εἶπα, διὰ νὰ μὴ χάσετε τὴν ζωήν σας ὡς κατάσκοποι, διότι ἐγὼ φοβοῦμαι τὸν Θεόν.

Τρεμπέλα

Τὴν τρίτην ἡμέραν διέταξε νὰ τοὺς ὁδηγήσουν πάλιν ἐμπρός του καὶ τοὺς εἶπεν εἰς μαλακώτερον τόνον! «Τοῦτο νὰ κάμετε καὶ δὲν θὰ πάθετε τίποτε, ἡ ζωή σας δὲν θὰ διατρέξη κανένα κίνδυνον· διότι ἐγὼ δὲν εἶμαι ἀσυνείδητος ἄρχοντας, ἀλλὰ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος σέβεται βαθύτατα καὶ εὐλαβεῖται τὸν Θεόν.

Γεν. 42,19

εἰ εἰρηνικοί ἐστε, ἀδελφὸς ὑμῶν κατασχεθήτω εἷς ἐν τῇ φυλακῇ, αὐτοὶ δὲ βαδίσατε καὶ ἀπαγάγετε τὸν ἀγορασμὸν τῆς σιτοδοσίας ὑμῶν,

Κολιτσάρα

Ἐὰν εἶσθε πράγματι εἰρηνικοὶ ἄνθρωποι, ἕνας ἀδελφός σας ἂς μείνῃ εἰς τὴν φυλακήν, σεῖς δὲ πηγαίνετε πρὸς τὴν χώραν σας καὶ φέρετε ἐκεῖ τὸν σῖτον, τὸν ὁποῖον ἠγοράσατε.

Τρεμπέλα

Ἐὰν εἶσθε πράγματι τίμιοι, εἰλικρινεῖς καὶ φιλήσυχοι ἄνθρωποι, ἂς μείνῃ ἕνας ἀπὸ τοὺς ἀδελφούς σας κρατούμενος ες τὴν φυλακήν, ποὺ σᾶς ἐφυλάκισα· σεῖς δὲ οἱ ἄλλοι ἐπιστρέψετε καὶ μεταφέρετε τὸ σιτάρι, ποὺ ἀγοράσατε, εἰς τὴν Χαναὰν διὰ τὶς ἀνάγκες τῆς οἰκογενείας σας.

Γεν. 42,20

καὶ τὸν ἀδελφὸν ὑμῶν τὸν νεώτερον ἀγάγετε πρός με, καὶ πιστευθήσονται τὰ ῥήματα ὑμῶν· εἰ δὲ μή, ἀποθανεῖσθε. ἐποίησαν δὲ οὕτως.

Κολιτσάρα

Καὶ τὸν ἀδελφόν σας τὸν νεώτερον φέρετέ τον πρὸς ἐμέ. Ὅταν δὲ τὸν ἴδω, τότε θὰ πιστεύσω εἰς τὰ λόγια σας. Ἐὰν ὅμως καὶ δὲν τὸν φέρετε, θὰ θανατωθῆτε». Οἱ ἀδελφοὶ τοῦ Ἰωσὴφ ἔκαμαν, ὅπως ἐκεῖνος τοὺς εἶπε.

Τρεμπέλα

Μόλις φθάσετε ὅμως ἐκεῖ, νὰ γυρίσετε πάλιν πίσω καὶ νὰ φέρετε μαζί σας τὸν μικρότερον ἀδελφόν σας, τὸν ὁποῖον νὰ παρουσιάσετε ἐμπρός μου. Ἔτσι θὰ ἀποδείξετε ὅτι λέγετε ἀλήθειαν καὶ θὰ γίνουν πιστευτὰ τὰ ὅσα μοῦ εἴπατε· διαφορετικὰ δὲν θὰ ἀποθάνῃ μόνον αὐτός, ποὺ θὰ ἀφήσετε ἐδῶ· θὰ φονευθῆτε καὶ σεῖς ὅλοι». Οἱ δέκα ἀδελφοὶ τοῦ Ἰωσήφ, πιεζόμενοι ἀπὸ τὰ πράγματα, συνεμορφώθησαν μὲ ὅσα τοὺς εἶπε.

Γεν. 42,21

καὶ εἶπεν ἕκαστος πρὸς τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ· ναί, ἐν ἁμαρτίαις γάρ ἐσμεν περὶ τοῦ ἀδελφοῦ ἡμῶν, ὅτι ὑπερείδομεν τὴν θλῖψιν τῆς ψυχῆς αὐτοῦ, ὅτε κατεδέετο ἡμῶν, καὶ οὐκ εἰσηκούσαμεν αὐτοῦ· καὶ ἕνεκεν τούτου ἐπῆλθεν ἐφ’ ἡμᾶς ἡ θλῖψις αὕτη.

Κολιτσάρα

Ἐκεῖ δὲ ἐμπρὸς εἰς τὸν Ἰωσὴφ εἶπαν ὁ ἐνας πρὸς τὸν ἄλλον· «ναί, τιμωρούμεθα τώρα διότι διεπράξαμεν μεγάλην ἁμαρτίαν ἐναντίον τοῦ ἀδελφοῦ μας. Δὲν ἐλάβομεν ὑπ’ ὄψει τὴν θλῖψιν τῆς ψυχῆς του, ὅταν μᾶς παρακαλοῦσε τότε, νὰ τὸν λυπηθῶμεν. Δὲν ἐδώσαμεν καμμίαν προσοχὴν εἰς τὰ λόγια του. Ἕνεκα τῆς ἁμαρτίας μας αὐτῆς ἔπεσεν ἐπάνω μας αὐτὴ ἡ θλῖψις».

Τρεμπέλα

Τότε ἐξύπνησεν ἡ συνείδησις τῶν δέκα ἀδελφῶν καὶ ἐπειδὴ ἄρχισε νὰ τοὺς ἐλέγχῃ, ἐνῷ εὑρίσκοντο ἐμπρὸς εἰς τὸν Ἰωσήφ, εἶπεν ὁ ἕνας εἰς τὸν ἄλλον: «Ναί· δικαίως τιμωρούμεθα, διότι εἴμεθα ἔνοχοι ἀπέναντι τοῦ ἀδελφοῦ μας, τοῦ Ἰωσήφ, ἐπειδὴ δὲν ἐλάβαμε ὑπ’ ὄψιν τὴν θλῖψιν, ποὺ ἐδοκίμαζεν ἡ ἀθῴα ψυχή του, ὅταν μᾶς ἐπαρακαλοῦσε τότε καὶ ἔμεις δὲν τὸν ἀκούαμε καὶ τοῦ ἐφερθήκαμε μὲ σκληρότητα· διὰ τὴν ἀπανθρωπίαν μᾶς ἐκείνην μᾶς εὑρῆκε τώρα ὁ πειρασμὸς καὶ ἡ θλῖψις αὐτή».

Γεν. 42,22

ἀποκριθεὶς δὲ Ῥουβὴν εἶπεν αὐτοῖς· οὐκ ἐλάλησα ὑμῖν λέγων, μὴ ἀδικήσητε τὸ παιδάριον; καὶ οὐκ ἠκούσατέ μου; καὶ ἰδοὺ τὸ αἷμα αὐτοῦ ἐκζητεῖται.

Κολιτσάρα

Ἀποκριθεὶς δὲ ὁ Ρουβὴν τοὺς εἶπε· «δὲν σᾶς εἶπα καὶ ξαναεῖπα ἐγὼ νὰ μὴ διαπράξετε αὐτὴν τὴν μεγάλην ἀδικίαν ἐναντίον τοῦ παιδιοῦ καὶ δὲν μὲ ἠκούσατε; Ἰδού, ὅτι τὸ ἀθῶον αἷμα τοῦ ζητεῖ τώρα ἐκδίκησιν ἐναντίον μας».

Τρεμπέλα

Ὅταν ἄκουσε τὰ λόγια αὐτὰ ὁ Ρουβήν, τοὺς ἀπεκρίθη: «Δὲν σᾶς τὰ εἶπα ἐγὼ τότε καὶ δὲν σᾶς ἔλεγα ἱκετευτικὰ «μὴ βλάψετε τὸ παιδί; Σεῖς ὅμως δὲν μὲ ἀκούσατε. Καὶ νά· τώρα ὁ Θεὸς ζητεῖ ἀπὸ ἐμᾶς τὸ αἷμα τοῦ ἀδελφοῦ μας, τὸν ὁποῖον ἀδικήσαμε».

Γεν. 42,23

αὐτοὶ δὲ οὐκ ᾔδεισαν ὅτι ἀκούει Ἰωσήφ· ὁ γὰρ ἑρμηνευτὴς ἀνὰ μέσον αὐτῶν ἦν.

Κολιτσάρα

Οἱ ἀδελφοὶ τοῦ Ἰωσὴφ δὲν ἐγνώριζαν ὅτι ἐκεῖνος ἐκαταλάβαινε τὴν γλῶσσαν των, ἐπειδὴ προηγουμένως συνεννοοῦντο μὲ αὐτὸν διὰ μέσου διερμηνέως.

Τρεμπέλα

Οἱ δέκα ἀδελφοὶ δὲν ἐγνώριζαν, ὅτι ὁ Ἰωσὴφ ἐκαταλάβαινε τὰ ὅσα ἔλεγαν μεταξύ των· δὲν ἐφαντάσθησαν ὅτι ἐννοοῦσε τὴν γλῶσσαν των, ἐπειδὴ προηγουμένως τοὺς ἐμιλοῦσε σκοπίμως μὲ τὴν βοήθειαν διερμηνέως, ποὺ ἦταν ἀνάμεσα τους.

Γεν. 42,24

ἀποστραφεὶς δὲ ἀπ’ αὐτῶν ἔκλαυσεν Ἰωσήφ. καὶ πάλιν προσῆλθε πρὸς αὐτοὺς καὶ εἶπεν αὐτοῖς· καὶ ἔλαβε τὸν Συμεὼν ἀπ’ αὐτῶν καὶ ἔδησεν αὐτὸν ἐναντίον αὐτῶν.

Κολιτσάρα

Ὁ Ἰωσήφ, ὅταν ἤκουσεν αὐτά, συνεκινήθη, ἀπεμακρύνθη ἀπὸ αὐτούς, ἔκλαυσε καὶ πάλιν ἐπανῆλθε καὶ συνωμίλησε μαζῆ των. Ἐπῆρε ἀπὸ αὐτοὺς τὸν Συμεὼν καὶ τὸν ἔδεσεν ἐνώπιόν των.

Τρεμπέλα

Εἰς τὸ ἄκουσμα τῶν λόγων αὐτῶν ὁ Ἰωσὴφ συνεκινήθη μέχρι σημείου, ποὺ νὰ μὴ ἠμπορῇ νὰ ὑποφέρῃ ἄλλο· διὰ τοῦτο ἀφοῦ ἀπεμακρύνθη ἀπὸ αὐτούς, ὥστε νὰ μὴ ἀποκαλυφθῇ καὶ προδοθῇ, ἔκλαυσε. Ὅταν ἐξεθύμανε καὶ ἐπαρηγορήθη καὶ ὅταν πλέον ἐκυριάρχησεν εἰς τὸν ἑαυτόν του καὶ ἠμποροῦσε νὰ ὁμιλήσῃ ψύχραιμα, ἐπέστρεψε πάλιν κοντά τους. Συνέλαβεν ἕνα ἀπὸ αὐτούς, τὸν Συμεών, καὶ διέταξε νὰ τὸν δέσουν ἐμμπρός των.

Γεν. 42,25

ἐνετείλατο δὲ Ἰωσὴφ ἐμπλῆσαι τὰ ἀγγεῖα αὐτῶν σίτου καὶ ἀποδοῦναι τὸ ἀργύριον αὐτῶν ἑκάστῳ εἰς τὸν σάκκον αὐτοῦ καὶ δοῦναι αὐτοῖς ἐπισιτισμὸν εἰς τὴν ὁδόν. καὶ ἐγενήθη αὐτοῖς οὕτως.

Κολιτσάρα

Διέταξε δὲ νὰ γεμίσουν τοὺς σάκκους των σιτάρι, νὰ θέσουν κρυφίως εἰς τὸν σάκκον καθενὸς ἀπὸ αὐτοὺς τὰ χρήματά των καὶ νὰ τοὺς δώσουν τροφὰς διὰ τὸ ταξίδι των. Ἔτσι καὶ ἔγινεν εἰς αὐτούς.

Τρεμπέλα

Κατόπιν ὁ Ἰωσὴφ ἔδωκεν ἐντολὴν νὰ γεμίσουν τοὺς σάκκους τῶν ἀδελφῶν του μὲ σιτάρι καὶ νὰ γυρίσουν πίσω τὰ χρήματα του καθενὸς καὶ νὰ τὰ βάλουν εἰς τὸν σάκκον του, νὰ τοὺς δώσουν δὲ καὶ τρόφιμα διὰ τὸ ταξίδι τῆς ἐπιστροφῆς, ὥστε νὰ μὴ στερηθοῦν τίποτε εἰς τὸν δρόμον. Ὅπως διέταξεν, ἔτσι καὶ ἔγινε.

Γεν. 42,26

καὶ ἐπιθέντες τὸν σῖτον ἐπὶ τοὺς ὄνους αὐτῶν ἀπῆλθον ἐκεῖθεν.

Κολιτσάρα

Οἱ ἀδελφοὶ ἐφόρτωσαν τὸν σῖτον εἰς τοὺς ὄνους των καὶ ἀνεχώρησαν ἀπὸ ἐκεῖ.

Τρεμπέλα

Ἐκεῖνοι, ἀφοῦ ἐφόρτωσαν εἰς τοὺς ὄνους των τοὺς σάκκους μὲ τὸ σιτάρι ποὺ ἀγόρασαν, ἀνεχώρησαν ἀπὸ ἐκεῖ.

Γεν. 42,27

λύσας δὲ εἷς τὸν μάρσιππον αὐτοῦ δοῦναι χορτάσματα τοῖς ὄνοις αὐτοῦ, οὗ κατέλυσαν, καὶ εἶδε τὸν δεσμὸν τοῦ ἀργυρίου αὐτοῦ, καὶ ἦν ἐπάνω τοῦ στόματος τοῦ μαρσίππου·

Κολιτσάρα

Εἰς τὸν τόπον δέ, ὅπου ἐπὶ ὀλίγον ἐστάθμευσαν, ἔνας ἀπὸ αὐτοὺς ἔλυσε τὸν σάκκον του, διὰ νὰ δώσῃ τροφὴν εἰς τοὺς ὄνους του. Καὶ εἶδεν ὅτι τὸ χρηματόδεμά του ἦτο εἰς τὸ στόμιον τοῦ σάκκου.

Τρεμπέλα

Εἰς τὸ χάνι δέ, ποὺ ἐσταμάτησαν διὰ νὰ καταλύσουν τὴν νύκτα, ἕνας ἀπὸ αὐτούς, ὅταν ἄνοιξε τὸν σάκκον του διὰ νὰ δώσῃ τροφὴν εἰς τὰ ζῶα του, παρετήρησεν ὅτι τὸ δέμα μὲ τὰ χρήματα, ποὺ ἐπλήρωσεν ὅταν ἀγόραζε τὸ σιτάρι, ἦταν εἰς τὸ ἐπάνω μέρος (εἰς τὸ στόμιον) τοῦ σάκκου του.

Γεν. 42,28

καὶ εἶπε τοῖς ἀδελφοῖς αὐτοῦ· ἐπεδόθη μοι τὸ ἀργύριον, καὶ ἰδοὺ τοῦτο ἐν τῷ μαρσίππῳ μου, καὶ ἐξέστη ἡ καρδία αὐτῶν, καὶ ἐταράχθησαν πρὸς ἀλλήλους λέγοντες· τί τοῦτο ἐποίησεν ὁ Θεὸς ἡμῖν;

Κολιτσάρα

Εἶπε τότε εἰς τοὺς ἀδελφούς του· «τὰ χρήματά μου, αὐτὰ ποὺ ἐπλήρωσα διὰ τὴν ἀγοράν τοῦ σίτου, μοῦ ἐπεστράφησαν. Ἰδοὺ εὑρίσκονται εἰς τὸν σάκκον μου». Ὅλοι τότε κατελήφθησαν ἀπὸ ἔκπληξιν, ἐταράχθησαν καὶ ἔλεγαν μεταξύ των· «τί εἶναι αὐτὸ ποῦ μᾶς ἔκαμεν ὁ Θεός;»

Τρεμπέλα

Γεμᾶτος ἀπορίαν εἶπε πρὸς τοὺς ἀδελφούς του: «Μοῦ ἐπεστράφησαν τὰ χρήματα, ποὺ ἐπλήρωσα διὰ τὸ σιτάρι. Νά· τὰ χρήματα αὐτὰ εἶναι εἰς τὸν σάκκον μου». Διὰ τὸ γεγονὸς τοῦτο ἐδοκίμασαν μεγάλην ἔκπληξιν καὶ ἐταράχθησαν καὶ ἔλεγαν ὁ ἕνας εἰς τὸν ἄλλον: «Τὶ εἶναι αὐτό, ποὺ μᾶς ἔκαμεν ὁ Θεός; Διατί ἐπιτρέπει νὰ μᾶς συμβαίνουν αὐτὰ καὶ διατί μᾶς τιμωρεῖ;»

Γεν. 42,29

Ἦλθον δὲ πρὸς Ἰακὼβ τὸν πατέρα αὐτῶν εἰς γῆν Χαναὰν καὶ ἀπήγγειλαν αὐτῷ πάντα τὰ συμβάντα αὐτοῖς, λέγοντες·

Κολιτσάρα

Ἐξηκολούθησαν τὴν πορείαν των, ἔφθασαν εἰς τὴν γῆν Χαναὰν πρὸς τὸν πατέρα των καὶ ἐγνωστοποίησαν εἰς αὐτὸν ὅλα ὅσα τοὺς συνέβησαν, λέγοντες·

Τρεμπέλα

Ὅταν οἱ ἐννέα ἀδελφοὶ τοῦ Ἰωσὴφ ἔφθασαν εἰς τὸν πατέρα των εἰς τὴν γῆν Χαναάν, τοῦ διηγήθησαν ὅλα, ὅσα τοὺς συνέβησαν εἰς τὴν Αἴγυπτον, καὶ τοῦ εἶπαν:

Γεν. 42,30

λελάληκεν ὁ ἄνθρωπος ὁ κύριος τῆς γῆς πρὸς ἡμᾶς σκληρὰ καὶ ἔθετο ἡμᾶς ἐν φυλακῇ ὡς κατασκοπεύοντας τὴν γῆν.

Κολιτσάρα

«ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος, ὁ ἄρχων τῆς Αἰγύπτου, ὡμίλησε καὶ ἐφέρθη πρὸς ἡμᾶς μὲ πολλὴν σκληρότητα. Μᾶς ἔβαλεν εἰς τὴν φυλακήν, διότι τάχα εἴμεθα κατάσκοποι τῆς χώρας του.

Τρεμπέλα

«Ὁ ἄνθρωπος, ὁ ἀντιβασιλιᾶς καὶ ἄρχων τῆς χώρας ἐκείνης, μᾶς ἐμίλησε μὲ σκληρότητα καὶ αὐστηρότητα καὶ μᾶς ἐφυλάκισε μὲ τὴν κατηγορίαν, ὅτι ἐπήγαμεν ἐκεῖ διὰ νὰ κατασκοπεύσωμεν τὴν χώραν του.

Γεν. 42,31

εἴπαμεν δὲ αὐτῷ· εἰρηνικοί ἐσμεν, οὐκ ἐσμὲν κατάσκοποι·

Κολιτσάρα

Ἡμεῖς τοῦ εἴπομεν· Εἴμεθα τίμιοι καὶ φιλήσυχοι ἄνθρωποι καὶ ὄχι κατάσκοποι.

Τρεμπέλα

Ἐμεῖς ὅμως τοῦ εἴπαμε: «Ὄχι, κύριε εἴμεθα ἄνθρωποι τίμιοι, φιλήσυχοι καὶ εἰλικρινεῖς. Δεν εἴμεθα κατάσκοποι·

Γεν. 42,32

δώδεκα ἀδελφοί ἐσμεν, υἱοὶ τοῦ πατρὸς ἡμῶν· ὁ εἷς οὐχ ὑπάρχει, ὁ δὲ μικρὸς μετὰ τοῦ πατρὸς ἡμῶν σήμερον ἐν γῇ Χαναάν.

Κολιτσάρα

Εἴμεθα δώδεκα ἀδελφοί, τέκνα τοῦ ἰδίου πατρός· ὁ ἔνας δὲν ὑπάρχει πλέον· ὁ δὲ μικρότερός μας εὑρίσκεται σήμερον μαζῆ μὲ τὸν πατέρα μας εἰς τὴν Χαναάν.

Τρεμπέλα

εἴμεθα δώδεκα ἀδελφοί, παιδιὰ ἐνὸς πατέρα· ὁ ἕνας ἀδελφός μας δὲν ὑπάρχει, ὁ δὲ μικρότερος εὑρίσκεται τώρα μαζὶ μὲ τὸν πατέρα μας εἰς τὴν χώραν τῆς Χαναάν».

Γεν. 42,33

εἶπε δὲ ἡμῖν ὁ ἄνθρωπος ὁ κύριος τῆς γῆς· ἐν τούτῳ γνώσομαι ὅτι εἰρηνικοί ἐστε· ἀδελφὸν ἕνα ἄφετε ὧδε μετ’ ἐμοῦ, τὸν δὲ ἀγορασμὸν τῆς σιτοδοσίας τοῦ οἴκου ὑμῶν λαβόντες ἀπέλθατε.

Κολιτσάρα

Ὁ ἄρχων αὐτὸς τῆς Αἰγύπτου μᾶς εἶπε τότε· Ἐγὼ θὰ μάθω καὶ θὰ πεισθῶ ὅτι εἶσθε πράγματι εἰρηνικοὶ ἄνθρωποι, ἐὰν κάμετε ὅπως σᾶς πῶ. Ἀφήσατε ἐδῶ εἰς ἐμὲ ἕνα ἀδελφόν. Τὸν δὲ σῖτον, ποὺ ἀγοράσατε διὰ τὰς οἰκογενείας σας, παρέτέ τον καὶ φύγετε διὰ τὴν Χαναάν.

Τρεμπέλα

Μᾶς εἶπε δὲ ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος, ὁ ἄρχων τῆς χώρας· «ἐὰν πράγματι εἶσθε τίμιοι, φιλήσυχοι καὶ εἰρηνικοί, θὰ φανῆτε ἀπὸ τοῦτο· ἀφῆστε ἐδῶ κοντά μου ἕνα ἀδελφόν σας, οἱ ἄλλοι δέ, ἀφοῦ πάρετε τὸ σιτάρι ποὺ θὰ ἀγοράσετε, νὰ ἐπιστρέψετε εἰς τις οἰκογένειές σας ποὺ πεινοῦν.

Γεν. 42,34

καὶ ἀγάγετε πρός με τὸν ἀδελφὸν ὑμῶν τὸν νεώτερον, καὶ γνώσομαι ὅτι οὐ κατάσκοποί ἐστε, ἀλλ’ ὅτι εἰρηνικοί ἐστε, καὶ τὸν ἀδελφὸν ὑμῶν ἀποδώσω ὑμῖν, καὶ τῇ γῇ ἐμπορεύσεσθε.

Κολιτσάρα

Ἔπειτα δέ, φέρετε πρὸς ἐμὲ τὸν ἀδελφόν σας τὸν νεώτερον. Ἔτσι θὰ πεισθῶ ὅτι δὲν εἶσθε κατάσκοποι, ἀλλ’ ὅτι εἶσθε πράγματι τίμιοι καὶ φιλήσυχοι, θὰ σᾶς ἀποδώσω τὸν ἀδελφόν σας ποὺ ἐκράτησα ὡς ὅμηρον καὶ θὰ σᾶς ἐπιτρέψω νὰ εἰσέρχεσθε καὶ νὰ ἐξέρχεσθε ἐλεύθερα εἰς τὴν χώραν».

Τρεμπέλα

Μόλις φθάσετε ἐκεῖ, να πάρετε καὶ να φέρετε ἐδῶ τὸν μικρότερον ἀδελφόν σας· καὶ τότε θὰ καταλάβω ὅτι δεν εἶσθε κατάσκοποι, ἀλλὰ ὅτι λέγετε τὴν ἀλήθειαν καὶ εἶσθε ἄνθρωποι τίμιοι, φιλήσυχοι καὶ εἰρηνικοί· τότε θὰ σᾶς δώσω πίσω τὸν ἀδελφόν σας, σεῖς δὲ θὰ ἠμπορέσετε νὰ κινηθῆτε ἐλεύθερα καὶ νὰ ἀγοράσετε ὅ,τι θέλετε ἀπὸ τὴν χώραν μου».

Γεν. 42,35

ἐγένετο δὲ ἐν τῷ κατακενοῦν αὐτοὺς τοὺς σάκκους αὐτῶν, καὶ ἦν ἑκάστου ὁ δεσμὸς τοῦ ἀργυρίου ἐν τῷ σάκκῳ αὐτῶν· καὶ εἶδον τοὺς δεσμοὺς τοῦ ἀργυρίου αὐτῶν αὐτοὶ καὶ ὁ πατὴρ αὐτῶν, καὶ ἐφοβήθησαν.

Κολιτσάρα

Ὅταν δὲ οἱ ἐννέα ἀδελφοὶ ἄδειασαν εἰς τὸ σπίτι τοὺς σάκκους μὲ τὸν σῖτον εὐρέθη εἰς τὸν σάκκον τοῦ καθενὸς τὸ χρηματόδεμά του, τὸ ἀντίτιμον τοῦ σίτου. Εἶδον αὐτοὶ καὶ ὁ πατήρ των τὰ χρηματοδέματα καὶ ἐφοβήθησαν.

Τρεμπέλα

Μετὰ τὴν λυπηρὰν αὐτὴν ἐξιστόρησιν, τὴν ὥραν ποὺ ἄδειαζαν τοὺς σάκκους των, εὕρισκεν ὁ καθένας εἰς τὸν ἰδικόν του σάκκον τὸ δέμα μὲ τὰ χρήματά του. Ὅταν δὲ εἶδαν αὐτοὶ καὶ ὁ πατέρας των τὸ γεγονὸς τοῦτο, ἐφοβήθησαν· ἐνόμισαν ὅτι ἡ ἐπιστροφὴ τῶν χρημάτων ἔγινε σκοπίμως διὰ νὰ τοὺς ἐνοχοποιήσουν καὶ ὄχι δι’ ἄλλον λόγον.

Γεν. 42,36

εἶπε δὲ αὐτοῖς Ἰακὼβ ὁ πατὴρ αὐτῶν· ἐμὲ ἠτεκνώσατε, Ἰωσὴφ οὐκ ἔστι, Συμεὼν οὐκ ἔστι, καὶ τὸν Βενιαμὶν λήψεσθε; ἐπ’ ἐμὲ ἐγένετο ταῦτα πάντα.

Κολιτσάρα

Εἶπε δὲ πρὸς αὐτοὺς ὁ Ἰακώβ, ὁ πατέρας των· «μὲ ἀφήσατε χωρὶς παιδιά· ὁ Ἰωσὴφ δὲν ὑπάρχει πλέον εἰς τὴν ζωήν, ὁ Συμεὼν δὲν εὑρίσκεται μεταξύ μας. Θὰ μοῦ πάρετε λοιπὸν καὶ τὸν Βενιαμίν; Ὅλα αὐτὰ τὰ κακὰ ἔπεσαν ἐπάνω μου».

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ γέρων Ἰακώβ, ὁ πατέρας των, τοὺς εἶπε γεμᾶτος λύπην καὶ ἀπελπισίαν: «Μὲ ἀφήσατε χωρὶς παιδιά· ὁ Ἰωσὴφ δὲν ὑπάρχει πλέον εἰς τὴν ζωήν, ὁ Συμεὼν δεν εἶναι ἐδῶ, τώρα δὲ θὰ πάρετε καὶ τὸν Βενιαμίν; Ἐπάνω μου ἦλθαν ὅλα αὐτὰ τὰ κακά».

Γεν. 42,37

εἶπε δὲ Ῥουβὴν τῷ πατρὶ αὐτῶν λέγων· τοὺς δύο υἱούς μου ἀπόκτεινον, ἐὰν μὴ ἀγάγω αὐτὸν πρὸς σέ· δὸς αὐτὸν εἰς τὴν χεῖρά μου, κἀγὼ ἀνάξω αὐτὸν πρὸς σέ.

Κολιτσάρα

Εἶπε δὲ ὁ Ρουβὴν πρὸς τὸν πατέρα του· «ἐμπιστεύσου εἰς ἐμὲ τὸν Βενιαμὶν καὶ ἐγὼ σοῦ ὑπόσχομαι ὅτι θὰ σοῦ τὸν ἐπαναφέρω σῶον καὶ ὑγιῆ. Ἐὰν δὲ δὲν τὸν ἐπαναφέρω, σκότωσε τὰ δύο παιδιά μου».

Τρεμπέλα

Ὁ πονόψυχος ὅμως Ρουβήν, ὁ πρωτότοκος υἱὸς τοῦ Ἰακώβ, τοῦ ἀπάντησε: «Σκότωσε καὶ τοὺς δύο υἱούς μου, ἐὰν δὲν σοῦ φέρω πίσω τὸν Βενιαμίν· παράδωσέ τον εἰς τὰ χέρια μου, ἄφησέ τον εἰς τὴν φροντίδα μου καὶ ἐγὼ θὰ τὸν φέρω πάλιν πίσω κοντά σου».

Γεν. 42,38

ὁ δὲ εἶπεν· οὐ καταβήσεται ὁ υἱός μου μεθ’ ὑμῶν, ὅτι ὁ ἀδελφὸς αὐτοῦ ἀπέθανε καὶ αὐτὸς μόνος καταλέλειπται· καὶ συμβήσεται αὐτὸν μαλακισθῆναι ἐν τῇ ὁδῷ, ᾗ ἐὰν πορεύησθε, καὶ κατάξετέ μου τὸ γῆρας μετὰ λύπης εἰς ᾅδου.

Κολιτσάρα

Ὁ Ἰακὼβ ἀπήντησεν· «ὄχι, κατ’ οὐδένα λόγον δὲν θὰ ἀναχωρήσῃ μαζῆ σας διὰ τὴν Αἴγυπτον ὁ υἱός μου αὐτός· διότι ὁ ὁμομήτριος ἀδελφός του ἀπέθανε καὶ αὐτὸς μόνος μοῦ ἔχει ἀπομείνει, υἱὸς τῆς Ραχήλ. Φοβοῦμαι μήπως τυχὸν καὶ τοῦ συμβῇ τίποτε κακὸν εἰς τὸν δρόμον, ποὺ θὰ βαδίζετε, καὶ τότε θὰ κρημνίσετε καταλυπημένον τὸ γῆρας μου εἰς τὸν ᾅδην».

Τρεμπέλα

Ὁ Ἰακὼβ ὅμως ἠρνεῖτο καὶ τοὺς εἶπεν: «Ὄχι· δὲν θὰ κατεβῇ ὁ υἱός μου ὁ Βενιαμὶν μαζί σας εἰς τὴν Αἴγυπτον, διότι ὁ Ἰωσήφ, ὁ ὁμομήτριος ἀδελφός του, ἀπέθανε καὶ μόνον αὐτὸς μοῦ ἔχει ἀπομείνει ἀπὸ τὴν ἀγαπημένην μου Ραχήλ· φοβοῦμαι νὰ σᾶς τὸν δώσω, διότι, λὸγῳ τῆς νεαρᾶς ἡλικίας του, ὑπάρχει κίνδυνος νὰ πάθῃ κανένα κακόν, καθὼς θὰ ταξιδεύετε πρὸς τὴν Αἴγυπτον· ἐγὼ δὲ θὰ χάσω τὴν παρηγορίαν, ποὺ δίδει εἰς τὰ γηρατειά μου ἡ παρουσία του, καὶ ἔτσι θὰ μὲ στείλετε εἰς τὸν ἅδην θλιμμένον καὶ καταλυπημένον μίαν ὥραν προτὴτερα».

Γεν. 42,39

ὁ δὲ λιμὸς ἐνίσχυσεν ἐπὶ τῆς γῆς.

Κολιτσάρα

Ἡ πεῖνα ὅμως ἐγίνετο ὁλοένα καὶ περισσότερον μεγάλη καὶ καταθλιπτικὴ εἰς τὴν χώραν των.

Τρεμπέλα

Ἀλλὰ ἡ πεῖνα ἐγίνετο συνεχῶς καὶ περισσότερον σκληρὴ εἰς τὴν χώραν καὶ τὸ σιτάρι, ποὺ ἔφεραν ἀπὸ τὴν Αἴγυπτον τὰ παιδιὰ τοῦ Ἰακώβ, συνεχῶς ὠλιγόστευεν.

Κεφάλαιο 43

Γεν. 43,1

Ἐγένετο δὲ ἡνίκα συνετέλεσαν καταφαγεῖν τὸν σῖτον, ὃν ἤνεγκαν ἐξ Αἰγύπτου, καὶ εἶπεν αὐτοῖς ὁ πατὴρ αὐτῶν· πάλιν πορευθέντες πρίασθε ἡμῖν μικρὰ βρώματα.

Κολιτσάρα

Ὅταν τὰ τέκνα τοῦ Ἰακὼβ ἐξήντλησαν τὸν σῖτον, τὸν ὁποῖον ἔφεραν ἀπὸ τὴν Αἴγυπτον, τοὺς εἶπεν ὁ πατήρ των· «πηγαίνετε πάλιν εἰς τὴν Αἴγυπτον καὶ ἀγοράσετε δι’ ὅλους μας ὀλίγας τροφάς».

Τρεμπέλα

Ὅταν ἡ οἰκογένεια τοῦ Ἰακὼβ ἔφαγεν ὅλο τὸ σιτάρι, ποὺ ἔφεραν ἀπὸ τὴν Αἴγυπτον τὰ παιδιά του, ὁ Ἰακὼβ τοὺς εἶπε· «σηκωθῆτε καὶ πηγαίνετε πάλιν πίσω εἰς τὴν Αἴγυπτον καὶ ἀγοράστε διὰ λογαριασμόν μας ὀλίγα τρόφιμα».

Γεν. 43,2

εἶπε δὲ αὐτῷ Ἰούδας λέγων· διαμαρτυρίᾳ μεμαρτύρηται ἡμῖν ὁ ἄνθρωπος ὁ κύριος τῆς γῆς λέγων· οὐκ ὄψεσθε τὸ πρόσωπόν μου, ἐὰν μὴ ὁ ἀδελφὸς ὑμῶν ὁ νεώτερος μεθ’ ὑμῶν ᾖ·

Κολιτσάρα

Ὁ Ἰούδας, ἕνας ἐκ τῶν ἀδελφῶν, τοῦ εἶπεν· «ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος, ὁ κύριος τῆς χώρας Αἰγύπτου, ρητῶς καὶ ἐπιμόνως ἐτόνισε λέγων· δὲν θὰ παρουσιασθῆτε ἐνώπιόν μου, ἐὰν δὲν εἶναι μαζῆ σας καὶ ὁ νεώτερος ἀδελφός σας.

Τρεμπέλα

Ὁ Ἰούδας ὅμως τοῦ εἶπε: «Ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος, ὁ ἄρχων τῆς Αἰγύπτου, μᾶς εἶπε καθαρά, σταθερὰ καὶ αὐστηρά· «μὴ τολμήσετε νὰ παρουσιασθῆτε ἐμπρός μου, ἐὰν δὲν ἔλθῃ μαζί σας καὶ ὁ μικρότερος ἀδελφός σας».

Γεν. 43,3

εἰ μὲν οὖν ἀποστέλλῃς τὸν ἀδελφὸν ἡμῶν μεθ’ ἡμῶν, καταβησόμεθα, καὶ ἀγοράσομέν σοι βρώματα.

Κολιτσάρα

Ἐὰν λοιπὸν θελήσῃς καὶ ἀποστείλῃς μαζῆ μας τὸν ἀδελφόν μας τὸν Βενιαμίν, θὰ μεταβῶμεν εἰς τὴν Αἴγυπτον καὶ θὰ σοῦ ἀγοράσωμεν τροφάς.

Τρεμπέλα

Ἐὰν λοιπὸν ἀποστείλῃς μαζί μας καὶ τὸν ἀδελφόν μας τὸν Βενιαμίν, θὰ μεταβῶμεν εἰς τὴν Αἴγυπτον καὶ θὰ σοῦ ἀγοράσωμεν τρόφιμα.

Γεν. 43,4

εἰ δὲ μὴ ἀποστέλλῃς τὸν ἀδελφὸν ἡμῶν μεθ’ ἡμῶν, οὐ πορευσόμεθα. ὁ γὰρ ἄνθρωπος εἶπεν ἡμῖν, λέγων· οὐκ ὄψεσθέ μου τὸ πρόσωπον, ἐὰν μὴ ὁ ἀδελφὸς ὑμῶν ὁ νεώτερος μεθ’ ὑμῶν ᾖ.

Κολιτσάρα

Ἐὰν ὅμως δὲν τὸν ἀποστείλῃς μαζῆ μας, δὲν θὰ μεταβῶμεν, διότι θὰ εἶναι μάταιος ὁ κόπος μας. Ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος εἶπε καὶ ξαναεῖπεν ὅτι δὲν θὰ ἰδῆτε τὸ πρόσωπόν μου, ἐὰν δὲν εἶναι μαζῆ σας ὁ ἀδελφός σας ὁ νεώτερος».

Τρεμπέλα

Ἐὰν ὅμως δὲν ἀποστὲλλῃς μαζί μας καὶ τὸν ἀδελφόν μας, δὲν θὰ μεταβῶμεν. Διότι ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος μᾶς εἶπε καθαρά· «μὴ τολμήσετε νὰ παρουσιασθῆτε ἐμπρός μου, ἐὰν δὲν ἔλθῃ μαζί σας καὶ ὁ μικρότερος ἀδελφός σας».

Γεν. 43,5

εἶπε δὲ Ἰσραήλ· τί ἐκακοποιήσατέ με, ἀναγγείλαντες τῷ ἀνθρώπῳ ὅτι ἐστὶν ὑμῖν ἀδελφός;

Κολιτσάρα

Ὁ Ἰακὼβ ἀπήντησεν· «ἀντιλαμβάνεσθε, πόσον μεγάλο κακὸν μοῦ ἐκάματε μὲ τὸ νὰ ἀναγγείλετε εἰς τὸν ἄνθρωπον ἐκεῖνον ὅτι ὑπάρχει καὶ ἄλλος ἀδελφός σας;»

Τρεμπέλα

Ὁ Ἰσραὴλ εὑρέθη εἰς ἀδιέξοδον, δι’ αὐτὸ καὶ τοὺς εἶπε μὲ παραπόνον καὶ πόνον: «Διατί μοῦ ἐκάματε τόσον κακόν; Διατί εἴπατε εἰς τὸν ἄρχοντα τῆς Αἰγύπτου, ὅτι ἔχετε καὶ ἄλλον ἀδελφὸν μικρότερον;»

Γεν. 43,6

οἱ δὲ εἶπαν· ἐρωτῶν ἐπηρώτησεν ἡμᾶς ὁ ἄνθρωπος καὶ τὴν γενεὰν ἡμῶν λέγων· εἰ ἔτι ὁ πατὴρ ὑμῶν ζῇ καὶ εἰ ἔστιν ὑμῖν ἀδελφός; καὶ ἀπηγγείλαμεν αὐτῷ κατὰ τὴν ἐπερώτησιν ταύτην. μὴ ᾔδειμεν ὅτι ἐρεῖ ἡμῖν· ἀγάγετε τὸν ἀδελφὸν ὑμῶν;

Κολιτσάρα

Ἐκεῖνοι εἶπαν· «ἐπιμόνως ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς μᾶς ἠρώτησε, νὰ μάθῃ διὰ τὴν οἰκογένειάν μας λέγων, ἐὰν ἀκόμη ὁ πατέρας σας ζῇ, καὶ ἐὰν ἐκτὸς ἀπὸ σᾶς ὑπάρχῃ καὶ ἄλλος ἀδελφός. Καὶ τοῦ ἀπαντήσαμεν σύμφωνα μὲ τὰς ἐρωτήσεις του. Μήπως τάχα ἐγνωρίζαμεν ἡμεῖς, ὅτι θὰ μᾶς πῇ· Φέρετε ἐδῶ καὶ τὸν ἄλλον ἀδελφόν σας;»

Τρεμπέλα

Τότε ὅλα τὰ παιδιὰ ἀπάντησαν εἰς τὸν πατέρα των: «Δὲν ἀπεκαλύψαμεν μόνοι μας τὴν οἰκογενειακήν μας κατάστασιν. Ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος ἐπέμενε νὰ ἐξετάζῃ καὶ νὰ μᾶς ἐρωτᾷ μὲ λεπτομέρειαν διὰ τοὺς ἑαυτούς μας καὶ τοὺς συγγενεῖς μας. Μᾶς ἐρώτησε· «ζῇ ἀκόμη ὁ πατέρας σας; Μήπως ἔχετε καὶ ἄλλον ἀδελφόν;» Καὶ ἐμεῖς τοῦ ἀπαντήσαμεν εἰς τὶς ἐρωτήσεις αὐτὲς καὶ τοῦ εἴπαμεν τὴν ἀλήθειαν. Μήπως ἐγνωρίζαμε ἢ ἐφαντασθήκαμε, ὅτι θὰ μᾶς πῇ «φέρετε ἐδῶ τὸν ἀδελφόν σας τὸν μικρότερον;»

Γεν. 43,7

εἶπε δὲ Ἰούδας πρὸς Ἰσραὴλ τὸν πατέρα αὐτοῦ· ἀπόστειλον τὸ παιδάριον μετ’ ἐμοῦ, καὶ ἀναστάντες πορευσόμεθα, ἵνα ζῶμεν καὶ μὴ ἀποθάνωμεν καὶ ἡμεῖς καὶ σὺ καὶ ἡ ἀποσκευὴ ἡμῶν.

Κολιτσάρα

Ὁ Ἰούδας εἶπε πρὸς τὸν Ἰακὼβ τὸν πατέρα του· «στεῖλε μαζῆ μου τὸ παιδίον τὸν Βενιαμίν, διὰ νὰ ξεκινήσωμεν καὶ μεταβῶμεν εἰς τὴν Αἴγυπτον. Ἔτσι μόνον θὰ ἀγοράσωμεν τρόφιμα, διὰ νὰ ζήσωμεν καὶ νὰ μὴ ἀποθάνωμεν ἀπὸ τὴν πεῖναν καὶ ἡμεῖς καὶ σὺ καὶ τὰ παιδιά μας.

Τρεμπέλα

Ὁ Ἰούδας εἶπε πάλιν πρὸς τὸν πατέρα του, τὸν Ἰσραήλ: «Στεῖλε τὸ παιδί, τὸν Βενιαμίν, μαζί μου καὶ ἀφοῦ ξεκινήσωμεν ἀμέσως, θὰ μεταβῶμεν εἰς τὴν Αἴγυπτον, διὰ νὰ ζήσωμεν καὶ νὰ μὴ ἀποθάνωμεν ἀπὸ τὴν πεῖναν καὶ ἐμεῖς καὶ σὺ καὶ τὰ παιδιά μας καὶ ὅσοι ζοῦν εἰς τὶς σκηνάς μας.

Γεν. 43,8

ἐγὼ δὲ ἐκδέχομαι αὐτόν, ἐκ χειρός μου ζήτησον αὐτόν· ἐὰν μὴ ἀγάγω αὐτὸν πρὸς σὲ καὶ στήσω αὐτὸν ἐναντίον σου, ἡμαρτηκὼς ἔσομαι εἰς σὲ πάσας τὰς ἡμέρας.

Κολιτσάρα

Ἐγὼ ἀναλαμβάνω τὸν Βενιαμίν. Ἀπὸ τὰ χέρια μου νὰ τὸν ζητήσῃς. Ἐὰν τυχὸν καὶ δὲν τὸν ἐπαναφέρω καὶ δὲν τὸν παρουσιάσω ἐνώπιόν σου, θὰ εἶμαι βαρύτατα ἔνοχος ἀπέναντί σου εἰς ὅλην μου τὴν ζωήν.

Τρεμπέλα

Ἐγὼ δὲ τὸν ἀναλαμβάνω ὑπὸ τὴν προστασίαν μου· σοῦ τὸν ἐγγυῶμαι· νὰ τὸν ζητήσῃς ἀπὸ τὰ χέριά μου· ἐὰν δὲν τὸν φέρω πίσω ἀσφαλῆ καὶ δὲν τὸν παρουσιάσω ἐμπρός σου, τότε θὰ εἶμαι ἔνοχος ἐνώπιον σου μεγάλης ἁμαρτίας εἰς ὅλην μου τὴν ζωήν.

Γεν. 43,9

εἰ μὴ γὰρ ἐβραδύναμεν, ἤδη ἂν ὑπεστρέψαμεν δίς.

Κολιτσάρα

Ἐὰν ἕως τώρα δὲν ἐχάναμεν τὸν καιρόν μας μὲ τὰς συζητήσεις αὐτάς, θὰ εἴχομεν ἤδη μεταβῆ εἰς τὴν Αἴγυπτον καὶ θὰ εἴχομεν ἐπιστρέψει δύο φοράς».

Τρεμπέλα

Διότι ἐὰν μὲ ὅλες αὐτὲς τὶς συζητήσεις δὲν καθυστερούσαμε τὸ ταξίδι εἰς τὴν Αἴγυπτον, ἕως τώρα θὰ εἴχαμε μεταβῆ καὶ ἐπιστρέψει δύο φορές».

Γεν. 43,10

εἶπε δὲ αὐτοῖς Ἰσραὴλ ὁ πατὴρ αὐτῶν· εἰ οὕτως ἐστί, τοῦτο ποιήσατε· λάβετε ἀπὸ τῶν καρπῶν τῆς γῆς ἐν τοῖς ἀγγείοις ὑμῶν καὶ καταγάγετε τῷ ἀνθρώπῳ δῶρα τῆς ῥητίνης καὶ τοῦ μέλιτος, θυμίαμά τε καὶ στακτὴν καὶ τερέβινθον καὶ κάρυα.

Κολιτσάρα

Ὁ Ἰσραήλ, ὁ πατήρ των, τοὺς εἶπε τότε· «ἀφοῦ ἔτσι ἔχουν τὰ πράγματα, κάμετε ὅπως εἴπατε. Πάρτε ὅμως ἀπὸ τὰ προϊόντα τῆς χώρας μας καὶ φέρετε πρὸς τὸν ἄνθρωπον ἐκεῖνον ὡς δῶρα εὐώδη ρητίνην καὶ μέλι, θυμίαμα καὶ στακτήν, (ἄρωμα ἀπὸ σμύρναν), τερέβινθον (τερεμεντίναν ἀπὸ σχῖνον), καὶ καρύδια.

Τρεμπέλα

Τότε ὁ πατέρας των, ὁ Ἰσραήλ, τοὺς ἀπάντησε: «Ἀφοῦ εἶναι ἔτσι τὸ πρᾶγμα καὶ πρέπει νὰ γίνῃ ὁπωσδήποτε, κάμετε τοῦτο· πάρετε εἰς τὸν ἄρχοντα ἐκεῖνον καὶ δῶρα, ποὺ δὲν ἔχουν εἰς τὴν Αἴγυπτον. Διαλέξετε ἀπὸ τὰ προϊόντα τῆς γῆς Χαναάν, βάλετέ τα εἰς τὶς ἀποσκευές σας καὶ προσφέρετε εἰς τὸν ἄνθρωπον ἐκεῖνον ὡς δῶρα ρητίνην ἀπὸ βάλσαμον καὶ μέλι καὶ ἀρωματικὸν θυμίαμα καὶ λάδι ἀρωματικὸν ἀπὸ λάβδανον καὶ τερμεντίνην ἀπὸ σχῖνον καὶ καρύδια.

Γεν. 43,11

καὶ τὸ ἀργύριον δισσὸν λάβετε ἐν ταῖς χερσὶν ὑμῶν· καὶ τὸ ἀργύριον τὸ ἀποστραφὲν ἐν τοῖς μαρσίπποις ὑμῶν ἀποστρέψατε μεθ’ ὑμῶν· μή ποτε ἀγνόημα ἐστί.

Κολιτσάρα

Πάρετε ἐπίσης μαζῆ σας διπλᾶ τὰ χρήματα τῆς τιμῆς τοῦ σίτου, ὥστε νὰ ἐπιστρέψετε εἰς τὸν ἄρχοντα τῆς Αἰγύπτου τὰ χρηματοδέματα, ποὺ εὑρήκατε εἰς τοὺς σάκκους σας, μήπως τυχὸν καὶ εἶχε γίνει κανένα λάθος.

Τρεμπέλα

Πάρτε μαζί σας χρήματα διπλάσια ἀπὸ ἐκεῖνα ποὺ ἐπήρατε τὴν πρώτην φοράν. Ἀκόμη νὰ πάρετε καὶ νὰ τοῦ ἐπιστρέψετε καὶ τὰ χρήματα, ποὺ εὑρήκατε εἰς τοὺς σάκκους σας διότι πιθανὸν τὰ χρήματα αὐτὰ νὰ σᾶς τὰ ἐγύρισαν πίσω κατὰ λάθος.

Γεν. 43,12

καὶ τὸν ἀδελφὸν ὑμῶν λάβετε καὶ ἀναστάντες κατάβητε πρὸς τὸν ἄνθρωπον.

Κολιτσάρα

Πάρτε καὶ τὸν ἀδελφόν σας καὶ ξεκινήσατε διὰ νὰ μεταβῆτε εἰς τὸν ἄρχοντα ἐκεῖνον τῆς Αἰγύπτου.

Τρεμπέλα

Πάρτε δὲ καὶ τὸν ἀδελφόν σας καὶ σηκωθῆτε νὰ πάτε πάλιν πρὸς τὸν ἄνθρωπον ἐκεῖνον, τὸν ἄρχοντα τῆς Αἰγύπτου.

Γεν. 43,13

ὁ δὲ Θεός μου δῴη ὑμῖν χάριν ἐναντίον τοῦ ἀνθρώπου, καὶ ἀποστείλαι τὸν ἀδελφὸν ὑμῶν τὸν ἕνα καὶ τὸν Βενιαμίν· ἐγὼ μὲν γὰρ καθάπερ ἠτέκνωμαι, ἠτέκνωμαι.

Κολιτσάρα

Ὁ Θεὸς νὰ δώσῃ νὰ βρῆτε εὐμενῆ ὑποδοχὴν ἐνώπιον ἐκείνου τοῦ ἀνθρώπου καὶ νὰ ἀπαστείλῃ πρὸς ἐμὲ τὸν ἄλλον ἀδελφόν σας τὸν Συμεών, ποὺ ἔμεινεν εἰς τὴν Αἴγυπτον, ὅπως ἐπίσης καὶ τὸν Βενιαμίν. Ἀλλωστε εἴτε οὕτως εἴτε ἄλλως θεωρῶ πλέον χαμένα καὶ τὰ δύο παιδιά μου, ποὺ ἀπέκτησα ἀπὸ τὴν Ραχήλ».

Τρεμπέλα

Εἴθε δὲ ὁ παντοδύναμος Θεός μου, ποὺ ἔδειξεν εἰς ἐμὲ μέχρι σήμερον ἰδιαιτέραν εὔνοιαν καὶ προστασίαν, νὰ σᾶς δώσῃ τὴν χάριν Του, ὥστε νὰ σᾶς δεχθῇ ἐκεῖνος μὲ εὐμένειαν καὶ καλωσύνην καὶ νὰ στείλῃ πίσω τὸν ἄλλον ἀδελφόν σας, τὸν Συμεών, ἀλλὰ καὶ τὸν Βενιαμίν. Διότι ἑγὼ εἴτε ἔτσι εἴτε ἀλλοιῶς ἔχω ἀποστερηθῇ καὶ τὰ δύο παιδιά, ποὺ ἀπέκτησα ἀπὸ τὴν ἀγαπημένην μου Ραχήλ. Ἀλλ’ ἐὰν τὸ θέλῃ ὁ Θεὸς νὰ γίνῃ, ἂς γίνῃ.

Γεν. 43,14

Λαβόντες δὲ οἱ ἄνδρες τὰ δῶρα ταῦτα καὶ τὸ ἀργύριον διπλοῦν ἔλαβον ἐν ταῖς χερσὶν αὐτῶν καὶ τὸν Βενιαμὶν καὶ ἀναστάντες κατέβησαν εἰς Αἴγυπτον καὶ ἔστησαν ἐναντίον Ἰωσήφ.

Κολιτσάρα

Ἔλαβον οἱ ἀδελφοὶ αὐτὰ τὰ δῶρα καὶ διπλᾶ τὰ χρήματα τῆς τιμῆς τοῦ σίτου, τόσον ἐκείνου τὸν ὁποῖον θὰ ἀγοράσουν ὅσον καὶ τοῦ προηγουμένου, ἐξεκίνησαν, ἐπῆγαν εἰς τὴν Αἴγυπτον καὶ παρουσιάσθησαν ἐνώπιον τοῦ Ἰωσήφ.

Τρεμπέλα

Οἱ ἐννέα υἱοὶ τοῦ Ἰακὼβ ἐπῆραν μαζί των τὰ δῶρα αὐτὰ καὶ τὰ διπλάσια χρήματα καὶ τὸν Βενιαμίν· καὶ ἀφοῦ ἐσηκώθησαν ἀμέσως, ἀνεχώρησαν καὶ ἔφθασαν εἰς τὴν Αἴγυπτον καὶ παρουσιάσθησαν εἰς τὸν Ἰωσήφ.

Γεν. 43,15

εἶδε δὲ Ἰωσὴφ αὐτοὺς καὶ τὸν Βενιαμὶν τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ τὸν ὁμομήτριον καὶ εἶπε τῷ ἐπὶ τῆς οἰκίας αὐτοῦ· εἰσάγαγε τοὺς ἀνθρώπους εἰς τὴν οἰκίαν καὶ σφάξον θύματα καὶ ἑτοίμασον· μετ’ ἐμοῦ γὰρ φάγονται οἱ ἄνθρωποι ἄρτους τὴν μεσημβρίαν.

Κολιτσάρα

Τοὺς εἶδεν ὁ Ἰωσήφ, εἶδε καὶ τὸν ὁμομήτριον ἀδελφόν του τὸν Βενιαμὶν καὶ εἶπεν εἰς τὸν ἀρχηγὸν τοῦ οἴκου του· «ὁδήγησε τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς εἰς τὴν οἰκίαν, σφάξε ἐκλεκτὰ σφαχτὰ καὶ ἑτοίμασε φαγητά, διότι σήμερον τὴν μεσημβρίαν θὰ γευματίσουν μαζῆ μου αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι».

Τρεμπέλα

Ὅταν ὁ Ἰωσὴφ τοὺς εἶδε μὲ τὸν Βενιαμίν, τὸν ἀδελφόν του ἀπὸ τὴν ἰδίαν μητέρα (τὴν Ραχήλ), ἐκάλεσε τὸν οἰκονόμον (ἢ ἐπιστάτην ἢ ἀρχιϋπηρέτην) τοῦ σπιτιοῦ του καὶ τοῦ εἶπεν: «Ὁδήγησε τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς εἰς τὸ σπίτι μου καὶ σφάξε σφαχτὰ καὶ ἑτοίμασέ τα, διότι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ θὰ φάγουν μαζί μου τὸ μεσημέρι».

Γεν. 43,16

ἐποίησε δὲ ὁ ἄνθρωπος, καθὰ εἶπεν Ἰωσήφ, καὶ εἰσήγαγε τοὺς ἀνθρώπους εἰς τὸν οἶκον Ἰωσήφ.

Κολιτσάρα

Ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος ἔκαμε, ὅπως τοῦ εἶπεν ὁ Ἰωσὴφ καὶ ὡδήγησε τοὺς ἀδελφοὺς εἰς τὸ ἀνάκτορον τοῦ Ἰωσήφ.

Τρεμπέλα

Ὁ οἰκονόμος ἔκαμεν ὅπως τὸν διέταξεν ὁ Ἰωσὴφ καὶ ὡδήγησε τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους εἰς τὸ σπίτι τοῦ κυρίου τοῦ Ἰωσήφ.

Γεν. 43,17

ἰδόντες δὲ οἱ ἄνδρες ὅτι εἰσήχθησαν εἰς τὸν οἶκον τοῦ Ἰωσήφ, εἶπαν· διὰ τὸ ἀργύριον τὸ ἀποστραφὲν ἐν τοῖς μαρσίπποις ἡμῶν τὴν ἀρχὴν ἡμεῖς εἰσαγόμεθα τοῦ συκοφαντῆσαι ἡμᾶς καὶ ἐπιθέσθαι ἡμῖν τοῦ λαβεῖν ἡμᾶς εἰς παῖδας καὶ τοὺς ὄνους ἡμῶν.

Κολιτσάρα

Ἰδόντες οἱ ἀδελφοί, ὅτι ὠδηγήθησαν εἰς τὸν οἶκον τοῦ Ἰωσὴφ εἶπον· «ὁδηγούμεθα ἡμεῖς εἰς τὸν οἶκον τοῦτον ἐξ αἰτίας τῶν χρημάτων, ποὺ μᾶς ἐπεστράφησαν εἰς τοὺς σάκκους μας καὶ μὲ τὰ ὁποῖα ἡμεῖς εἴχομεν πληρώσει τὴν πρώτην φορὰν τὸν σῖτον· αὐτὸ γίνεται διὰ νὰ μᾶς συκοφαντήσουν, καὶ πρὸς τιμωρίαν μας νὰ μᾶς πάρουν δούλους, νὰ κρατήσουν καὶ τοὺς ὄνους μας».

Τρεμπέλα

Οἱ δέκα ἀδελφοί, ὅταν εἶδαν ὅτι ὠδηγήθησαν εἰς τὸ σπίτι τοῦ Ἰωσήφ, ἀνησύχησαν καὶ εἶπαν ὁ ἕνας εἰς τὸν ἄλλον: «Μᾶς ὁδηγοῦν εἰς τὸ σπίτι τοῦ ἄρχοντος διὰ τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα μᾶς ἐγύρισαν πίσω μέσα εἰς τοὺς σάκκους μας κατὰ τὸ πρῶτον ταξίδι μας· μᾶς τὰ ἔβαλαν, διὰ νὰ μᾶς συκοφαντήσουν ὡς κλέπτες, νὰ μᾶς συλλάβουν ὡς δούλους, νὰ μᾶς τιμωρήσουν καὶ νὰ ἀρπάξουν τὰ ζῶα μας».

Γεν. 43,18

προσελθόντες δὲ πρὸς τὸν ἄνθρωπον τὸν ἐπὶ τοῦ οἴκου τοῦ Ἰωσὴφ ἐλάλησαν αὐτῷ ἐν τῷ πυλῶνι τοῦ οἴκου

Κολιτσάρα

Ἐπλησίασαν λοιπὸν πρὸς τὸν ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος ἦτο ἀρχηγὸς τοῦ οἴκου τοῦ Ἰωσήφ, ὡμίλησαν πρὸς αὐτὸν εἰς τὴν μεγάλην θύραν τῆς αὐλῆς τοῦ οἴκου,

Τρεμπέλα

Δι’ αὐτὸ ἐπλησίασαν ἀνήσυχοι τὸν οἰκονόμον τοῦ Ἰωσὴφ καὶ τοῦ ἐμίλησαν εἰς τὴν εἴσοδον τοῦ σπιτιοῦ (τὴν αὐλόπορταν) καὶ τοῦ ἀπεκάλυψαν τὴν αἰτίαν τοῦ φόβου των.

Γεν. 43,19

λέγοντες· δεόμεθα, κύριε, κατέβημεν τὴν ἀρχὴν πρίασθαι βρώματα·

Κολιτσάρα

καὶ τοῦ εἶπαν· «κύριε, σᾶς παρακαλοῦμεν ἀκοῦστε αὐτά, ποὺ θὰ σᾶς ποῦμε. Ἡμεῖς ἤλθομεν εἰς τὴν Αἴγυπτον τὴν πρώτην φορὰν νὰ ἀγοράσωμεν τρόφιμα.

Τρεμπέλα

Τοῦ εἶπαν: «Κύριε, σὲ παρακαλοῶμεν, ἄκουσέ μας· ἤλθαμε ἀπὸ τὴν Χαναὰν τὴν πρώτην φορὰν μὲ μοναδικὸν σκοπὸν να ἀγοράσωμεν τρόφιμα·

Γεν. 43,20

ἐγένετο δὲ ἡνίκα ἤλθομεν εἰς τὸ καταλῦσαι καὶ ἠνοίξαμεν τοὺς μαρσίππους ἡμῶν, καὶ τόδε τὸ ἀργύριον ἑκάστου ἐν τῷ μαρσίππῳ αὐτοῦ· τὸ ἀργύριον ἡμῶν ἐν σταθμῷ ἀπεστρέψαμεν νῦν ἐν ταῖς χερσὶν ἡμῶν

Κολιτσάρα

Ὅταν δὲ ἐφθάσαμεν κάπου, διὰ νὰ κάμωμεν κατάλυμα καὶ ἀνοίξαμε τοὺς σάκκους μας, εὑρέθη εἰς τὸν σάκκον ἑκάστου τὸ ἀργύριον, μὲ τὸ ὁποῖον εἶχε πληρώσει τὸν σῖτον. Τὸ ἀργύριον, λοιπόν, αὐτὸ σᾶς τὸ ἐπιστρέφομεν ἰδιοχείρως μετρημένο καὶ ζυγισμένο.

Τρεμπέλα

ὅταν δὲ ἐπεστρέφαμεν καὶ ἐφθάσαμεν εἰς τὸ κατάλυμα, ποὺ θὰ ἐμέναμε τὴν πρώτην νύκτα, συνέβη νὰ ἀνοίξωμεν τοὺς σάκκους τοῦ σιταριοῦ καὶ τότε εὑρήκαμεν ὁ καθένας τὰ χρήματα, ποὺ ἐπλήρωσε διὰ τὴν ἀξίαν τοῦ σιταριοῦ, μέσα εἰς τὸν σάκκον του· τὸ ἀντίτιμον λοιπὸν αὐτό, ἀφοῦ τὸ ἐμετρήσαμεν καὶ τὸ ἐζυγίσαμεν, τὸ ἐπήραμεν μαζί μας καὶ τώρα σᾶς τὸ ἐπιστρέφομεν.

Γεν. 43,21

καὶ ἀργύριον ἕτερον ἠνέγκαμεν μεθ’ ἑαυτῶν ἀγοράσαι βρώματα· οὐκ οἴδαμεν, τίς ἐνέβαλε τὸ ἀργύριον εἰς τοὺς μαρσίππους ἡμῶν.

Κολιτσάρα

Ἐφέραμεν δὲ ἄλλα χρήματα μαζῆ μας, διὰ νὰ ἀγοράσωμεν πάλιν τροφάς. Δὲν γνωρίζομεν ποῖος εἶχε βάλει τὸ ἀργύριον εἰς τοὺς σάκκους μας».

Τρεμπέλα

Ἐφέραμεν δὲ ἄλλα χρήματα μαζί μας διὰ νὰ ἀγοράσωμεν πάλιν τρόφιμα. Δὲν γνωρίζομεν ποῖος ἔβαλε τὰ χρήματα εἰς τοὺς σάκκους τοῦ σιταριοῦ μας».

Γεν. 43,22

εἶπε δὲ αὐτοῖς· ἵλεως ὑμῖν, μὴ φοβεῖσθε· ὁ Θεὸς ὑμῶν καὶ ὁ Θεὸς τῶν πατέρων ὑμῶν ἔδωκεν ὑμῖν θησαυροὺς ἐν τοῖς μαρσίπποις ὑμῶν, καὶ τὸ ἀργύριον ὑμῶν εὐδοκιμοῦν ἀπέχω. καὶ ἐξήγαγε πρὸς αὐτοὺς τὸν Συμεὼν

Κολιτσάρα

Εἶπεν ἐκεῖνος πρὸς αὐτούς· «ὁ Θεὸς σᾶς ἠλέησε. Μὴ φοβεῖσθε. Ὁ Θεός σας καὶ ὁ Θεὸς τῶν πατέρων σας σᾶς ἔδωσεν αὐτοὺς τοὺς θησαυροὺς εἰς τοὺς σάκκους σας. Τὸ δὲ ἀργύριον, τὸ ἀντίτιμον τοῦ σίτου ποὺ εἴχατε ἀγοράσει προηγουμένως, ἐγὼ τὸ ἔχω πάρει». Ἔβγαλε δὲ τότε τὸν Συμεὼν ἀπὸ τὴν φυλακὴν καὶ τὸν ὡδήγησε πρὸς αὐτούς.

Τρεμπέλα

Ὁ οἰκονόμος τοὺς ἀπάντησε: «Μὴ ἀνησυχεῖτε, ὁ Θεὸς σᾶς ἐλέησε μὴ φοβεῖσθε· ὁ Θεός σας καὶ ὁ Θεὸς τῶν πατέρων σας αὐτὸς εἶναι ποὺ ἔβαλε τοὺς θησαυροὺς εἰς τοὺς σάκκους σας. Τὸ ἀντίτιμον τῶν χρημάτων, ποὺ μοῦ ἐδώκατε διὰ τὸ σιτάρι ποὺ ἔχετε ἀγοράσει τὴν πρώτην φοράν, ἐγὼ τὸ ἐπῆρα καὶ τὸ ἔβαλα εἰς τὸ ταμεῖον». Ἀφοῦ τοὺς εἶπεν αὐτά, ἔβγαλε ἀπὸ τὴν φυλακὴν τὸν ἀδελφόν των τὸν Συμεὼν καὶ τὸν ὡδήγησε κοντά των.

Γεν. 43,23

καὶ ἤνεγκεν ὕδωρ νίψαι τοὺς πόδας αὐτῶν καὶ ἔδωκε χορτάσματα τοῖς ὄνοις αὐτῶν.

Κολιτσάρα

Διέταξε δὲ καὶ εἰς αὐτοὺς μὲν ἔφεραν ὕδωρ διὰ νὰ νίψουν τοὺς πόδας των, εἰς δὲ τοὺς ὄνους των ἔδωκαν τροφάς.

Τρεμπέλα

Κατόπιν, ἀφοῦ τοὺς ὡδήγησε μέσα εἰς τὸ σπίτι, διέταξε καὶ τοὺς ἔφεραν νερόν, διὰ νὰ πλύνουν τὰ πόδια των, ποὺ ἦσαν λερωμένα ἀπὸ τὴν ὁδοιπορίαν· διέταξεν ἐπίσης καὶ ἔδωκαν τροφὲς εἰς τὰ ζῶα των.

Γεν. 43,24

ἡτοίμασαν δὲ τὰ δῶρα ἕως τοῦ ἐλθεῖν τὸν Ἰωσὴφ μεσημβρίας· ἤκουσαν γὰρ ὅτι ἐκεῖ μέλλει ἀριστᾶν.

Κολιτσάρα

Οἱ ἀδελφοὶ ἑτοίμασαν τὰ δῶρα, διὰ νὰ τὰ προσφέρουν εἰς τὸν Ἰωσὴφ καὶ τὸν ἐπερίμεναν, μέχρις ὅτου θὰ ἤρχετο κατὰ τὴν μεσημβρίαν εἰς τὸν οἶκόν του, διότι ἐπληροφορήθησαν ὅτι ἐκεῖ θὰ ἐγευμάτιζε.

Τρεμπέλα

Ὕστερα οἱ ἕνδεκα ἀδελφοὶ ἑτοίμασαν τὰ δῶρα, ποὺ ἔφεραν μαζί των διὰ τὸν Ἰωσήφ, καὶ τὸν ἐπερίμεναν μέχρις ὅτου ἔλθῃ τὸ μεσημέρι· διότι ἄκουσαν, ὅτι ὁ Ἰωσὴφ ἐπρόκειτο νὰ γευματίσῃ ἐκεῖ.

Γεν. 43,25

Εἰσῆλθε δὲ Ἰωσὴφ εἰς τὴν οἰκίαν, καὶ προσήνεγκαν αὐτῷ τὰ δῶρα, ἃ εἶχον ἐν ταῖς χερσὶν αὐτῶν, εἰς τὸν οἶκον καὶ προσεκύνησαν αὐτῷ ἐπὶ πρόσωπον ἐπὶ τὴν γῆν.

Κολιτσάρα

Ἦλθε πράγματι ὁ Ἰωσὴφ εἰς τὴν οἰκίαν του καὶ ἐκεῖνοι τοῦ προσέφεραν τὰ δῶρα, τὰ ὁποῖα ἐκρατοῦσαν εἰς τὰ χέρια των, καὶ τὸν ἐπροσκύνησαν κύψαντες τὸ πρόσωπόν των μέχρις ἐδάφους.

Τρεμπέλα

Ἦλθε δὲ ὁ Ἰωσὴφ εἰς τὸ σπίτι τὸ μεσημέρι. Τότε οἱ ἕνδεκα ἀδελφοὶ τοῦ ἐπρόσφεραν ἐκεῖ εἰς τὸ σπίτι του τὰ δῶρα, ποὺ ἐκρατοῦσαν εἰς τὰ χέρια των, καὶ ἔπεσαν μὲ τὸ πρόσωπον κατὰ γῆς καὶ τὸν ἐπροσκύνησαν ὡς ἄρχοντα τῆς Αἰγύπτου.

Γεν. 43,26

ἠρώτησε δὲ αὐτούς, πῶς ἔχετε; καὶ εἶπεν αὐτοῖς· εἰ ὑγιαίνει ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ πρεσβύτης, ὃν εἴπατε; ἔτι ζῇ;

Κολιτσάρα

Ὁ Ἰωσὴφ τοὺς ἠρώτησε μὲ καλωσύνην· «πῶς ἔχετε;» Καὶ κατόπιν προσέθεσεν· «ὑγιαίνει ὁ γέρων πατέρας σας, διὰ τὸν ὁποῖον τὴν πρώτην φορὰν μοὺ ἐκάματε λόγον; Ζῇ ἀκόμη;»

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Ἰωσὴφ τοὺς ἐρώτησε μὲ εὐγένειαν καὶ φιλοφροσύνην: «Πῶς εἶσθε; πῶς εἶναι ἡ ὑγεία σας;» Πάλιν τοὺς ἐρώτησε μὲ πολὺ ἐνδιαφέρον:«Εἶναι καλὰ ὁ πατέρας σας, ὁ γέροντας, διὰ τὸν ὁποῖον μοῦ εἴπατε εἰς τὴν προηγουμένην συνάντησιν; Ζῇ ἀκόμη;»

Γεν. 43,27

οἱ δὲ εἶπαν· ὑγιαίνει ὁ παῖς σου ὁ πατὴρ ἡμῶν, ἔτι ζῇ. καὶ εἶπεν· εὐλογημένος ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος τῷ Θεῷ. καὶ κύψαντες προσεκύνησαν αὐτῷ.

Κολιτσάρα

Ἐκεῖνοι τοῦ ἀπήντησαν· «ὁ δοῦλος σου, ὁ πατέρας μας, ὑγιαίνει, ζῆ ἀκόμη». Εἶπε δὲ ὁ Ἰωσήφ· «ἂς εἶναι εὐλογημένος ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ». Καὶ κύψαντες μέχρις ἐδάφους τὸν προσεκύνησαν.

Τρεμπέλα

Αὐτοὶ δὲ τοῦ ἀπάντησαν μὲ πολλὴν συντριβήν: «Μάλιστα ὁ ταπεινὸς δοῦλος σου, ὁ πατέρας μας, εἶναι καλὰ εἰς τὴν ὑγείαν του· ζῇ ἀκόμη». Καὶ ὁ Ἰωσὴφ εἶπεν: «Εὐλογημένος ἀπὸ τὸν Θεὸν εἶναι ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος. Ὁ Θεὸς εἴθε νὰ τοῦ δώσῃ κάθε πνευματικὸν καὶ ὑλικὸν ἀγαθόν». Οἱ ἀδελφοί του, διὰ νὰ ἐκφράσουν τὶς εὐχαριστίες των διὰ τὴν εὐχήν, ἔσκυψαν πάλιν καὶ τὸν ἐπροσκύνησαν.

Γεν. 43,28

ἀναβλέψας δὲ τοῖς ὀφθαλμοῖς αὐτοῦ Ἰωσὴφ εἶδε Βενιαμὶν τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ τὸν ὁμομήτριον καὶ εἶπεν· οὗτος ὁ ἀδελφὸς ὑμῶν ὁ νεώτερος, ὃν εἴπατε πρός με ἀγαγεῖν; καὶ εἶπεν· ὁ Θεὸς ἐλεήσαι σε τέκνον.

Κολιτσάρα

Ἐσήκωσε τὰ βλέμματά του ὁ Ἰωσήφ, εἶδε τὸν ὁμομήτριον ἀδελφόν του, τὸν Βενιαμίν, καὶ ἠρώτησε τοὺς ἀδελφούς· «αὐτὸς εἶναι ὁ νεώτερος ἀδελφός σας, τὸν ὁποῖον εἴπατε ὅτι θὰ ὁδηγήσετε πρὸς ἐμέ;» Καὶ στραφεὶς πρὸς τὸν Βενιαμὶν τοῦ εἶπε· «ὁ Θεὸς νὰ σὲ ἐλεήσῃ, τέκνον μου».

Τρεμπέλα

Ὁ Ἰωσήφ, ἀφοῦ ἐσήκωσε τὰ μάτια του, ἐξήτασε μὲ τρόπον μεταξὺ τῶν ἕνδεκα, καὶ εἶδε τὸν Βενιαμίν, τὸν ἀδελφὸν ἀπὸ τὴν ἰδίαν μητέρα μὲ αὐτόν. Ὅταν τὸν εἶδεν, εἶπεν εἰς τοὺς ἄλλους: «Αὐτὸς εἶναι ὁ μικρότερος ἀδελφός σας, τὸν ὁποῖον εἴπατε ὅτι θὰ μοῦ ἐφέρνατε;» Καὶ ἀφοῦ ἐστράφη πρὸς τὸν Βενιαμίν, τοῦ εἶπε: «Ὁ Θεὸς νὰ σὲ εὐλογήσῃ καὶ νὰ φανῇ ἵλεως εἰς σέ, παιδί μου»

Γεν. 43,29

ἐταράχθη δὲ Ἰωσήφ, συνεστρέφετο γὰρ τὰ ἔγκατα αὐτοῦ ἐπὶ τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ, καὶ ἐζήτει κλαῦσαι· εἰσελθὼν δὲ εἰς τὸ ταμεῖον ἔκλαυσεν ἐκεῖ.

Κολιτσάρα

Συνεκινήθη βαθύτατα ὁ Ἰωσήφ, ἀνεστράφησαν τὰ σπλάγχνα αὐτοῦ, ὅταν εἶδε τὸν ἀδελφόν του τὸν Βενιαμίν, καὶ ἐζήτει νὰ εὔρη ἰδιαίτερον τινὰ ἀπόκρυφον τόπον, διὰ νὰ κλαύσῃ. Εἰσῆλθε πράγματι εἰς τὸ ἐσωτερικὸν δωμάτιόν του καὶ ἐκεῖ ἀνελύθη εἰς δάκρυα.

Τρεμπέλα

Ἐταράχθη δὲ ὁ Ἰωσὴφ καὶ «ἀνακατεύθηκαν τὰ σωθικά του», ἡ καρδία του ἐπῆγε νὰ σπάσῃ ἀπὸ τὴν δυνατὴν συγκίνησιν, διότι τὸν ἐνίκησεν ἡ φυσικὴ ἀδελφικὴ ἀγάπη πρὸς τὸν μόνον ὁμομήτριον ἀδελφόν του. Διὰ τοῦτο ἔφυγεν ἀμέσως, ὥστε νὰ εὕρῃ ἀπόμερον, μοναχικὸν τόπον νὰ κλαύσῃ. Διὰ νὰ μὴ προδοθῇ ἐμπῆκε εἰς τὸ ἰδιαίτερον δωμάτιόν του καὶ ἐκεῖ ἐξέσπασεν εἰς πολλὰ δάκρυα.

Γεν. 43,30

καὶ νιψάμενος τὸ πρόσωπον ἐξελθὼν ἐνεκρατεύσατο καὶ εἶπε· παράθετε ἄρτους.

Κολιτσάρα

Μετ’ ὀλίγον ἔνιψε τὸ πρόσωπόν του, συνεκράτησε τὴν συγκίνησίν του, ἐξῆλθεν ἀπὸ τὸ δωμάτιον καὶ εἶπεν εἰς τοὺς ἀνθρώπους του· «παραθέσατε τὸ φαγητόν».

Τρεμπέλα

Ἀφοῦ ἐξεθύμανεν ἡ συγκίνησίς του, ἔνιψε καὶ ἐσκούπισε τὸ πρόσωπόν του, ἐβγῆκε καὶ παρουσιάσθη εἰς τοὺς ἀδελφούς του. Κυρίαρχος πλέον εἰς τὰ συναισθήματά του διέταξεν: «Ἑτοιμάστε καὶ σερβίρετε φαγητόν».

Γεν. 43,31

καὶ παρέθηκαν αὐτῷ μόνῳ καὶ αὐτοῖς καθ’ ἑαυτοὺς καὶ τοῖς Αἰγυπτίοις τοῖς συνδειπνοῦσι μετ’ αὐτοῦ καθ’ ἑαυτούς· οὐ γὰρ ἐδύναντο οἱ Αἰγύπτιοι συνεσθίειν μετὰ τῶν Ἑβραίων ἄρτους, βδέλυγμα γάρ ἐστι τοῖς Αἰγυπτίοις.

Κολιτσάρα

Ἐκεῖνοι παρέθεσαν φαγητὸν διὰ τὸν Ἰωσὴφ ἰδιαιτέρως, διὰ τοὺς ἀδελφοὺς αὐτοῦ ἰδιαιτέρως, καὶ διὰ τοὺς Αἰγυπτίους, οἱ ὁποῖοι συνέτρωγαν μὲ αὐτόν, ἐπίσης ἰδιαιτέρως· διότι δὲν ἠνείχοντο οἱ Αἰγύπτιοι νὰ συντρώγουν μὲ τοὺς Ἑβραίους, ἐπειδὴ ἦτο τοῦτο ἀποτροπιαστικὸν δι’ αὐτούς.

Τρεμπέλα

Οἱ ὑπηρέται ἑτοίμασαν καὶ ἐπρόσφεραν φαγητὸν διὰ τὸν Ἰωσὴφ ἰδιαιτέρως ὡς ἀντιβασιλέα καὶ ἄρχοντα τῆς Αἰγύπτου· ἐπίσης ἑτοίμασαν καὶ ἐσέρβιραν φαγητὸν ἰδιαιτέρως διὰ τοὺς ἀδελφούς του καὶ χωριστὰ διὰ τοὺς Αἰγυπτίους, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦσαν τὴν ἀκολουθίαν του καὶ συνέτρωγαν μαζί του. Διότι δὲν ἐπετρέπετο νὰ συμφάγουν οἱ Αἰγύπτιοι εἰς τὸ ἴδιον τραπέζι μὲ τοὺς Ἑβραίους, ἐπειδὴ ἐθεωροῦσαν τοῦτο μισητὸν καὶ σιχαμερόν.

Γεν. 43,32

ἐκάθισαν δὲ ἐναντίον αὐτοῦ, ὁ πρωτότοκος κατὰ τὰ πρεσβεῖα αὐτοῦ καὶ ὁ νεώτερος κατὰ τὴν νεότητα αὐτοῦ· ἐξίσταντο δὲ οἱ ἄνθρωποι ἕκαστος πρὸς τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

Ἐκάθισαν λοιπὸν ἐνώπιόν του οἱ ἀδελφοὶ τοῦ Ἰωσὴφ κατὰ τὴν σειρὰν τῆς ἡλικίας των, ὥστε ὁ πρωτότοκος νὰ κάθεται εἰς θέσιν ἀνάλογον τῆς μεγαλυτέρας του ἡλικίας καὶ ὁ νεώτερος εἰς θέσιν ἀνάλογον τῆς μικροτέρας του ἡλικίας. Οἱ ἀδελφοὶ παρετήρουν ὁ ἕνας τὸν ἄλλον καὶ ἀποροῦσαν διὰ τὴν τακτοποίησίν των εἰς τὴν τράπεζαν ἀνάλογα μὲ τὴν ἡλικίαν των.

Τρεμπέλα

Οἱ ἀδελφοὶ τοῦ Ἰωσὴφ ἐκάθισαν (κατ’ ἐντολήν του) ἀπέναντί του ἔτσι, ὥστε ὁ πρωτότοκος ἀδελφὸς νὰ κάθεται εἰς θέσιν ἀνάλογον τῆς μεγάλης ἡλικίας του καὶ ὁ νεώτερος εἰς θέσιν ἀνάλογον τῆς νεαρᾶς ἡλικίας του. Ἡ τακτοποίησίς των κατὰ ἡλικίαν ἐπροκάλεσεν ἀπορίαν καὶ ἔκπληξιν εἰς τοὺς ἀδελφοὺς τοῦ Ἰωσὴφ ἀποροῦσαν πῶς ἐγνώριζε τὴν διαφορὰν τῆς ἡλικίας των τόσον καλά, ὥστε νὰ διακρίνῃ τὸν μεγαλύτερον καὶ τὸν μικρότερον.

Γεν. 43,33

ᾖραν δὲ μερίδας παρ’ αὐτοῦ πρὸς αὐτούς· ἐμεγαλύνθη δὲ ἡ μερὶς Βενιαμὶν παρὰ τὰς μερίδας πάντων πενταπλασίως πρὸς τὰς ἐκείνων, ἔπιον δὲ καὶ ἐμεθύσθησαν μετ’ αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

Οἱ ὑπηρέται ἔφεραν μερίδας φαγητοῦ ἀπὸ τὴν τράπεζαν τοῦ Ἰωσὴφ πρὸς τοὺς ἀδελφούς. Ἡ μερὶς τοῦ Βενιαμὶν ἦτο πέντε φορὲς μεγαλύτερα ἀπὸ τὰς μερίδας τῶν ἄλλων ἀδελφῶν. Ἔφαγον ὅλοι μαζῆ μὲ τὸν Ἰωσήφ, ἔπιον καὶ ἦλθον εἰς εὐθυμίαν μαζῆ μὲ αὐτόν.

Τρεμπέλα

Οἱ ὑπηρέται ἐπρόσφεραν κανονικὲς μερίδες φαγητοῦ ἀπὸ τὸ τραπέζι τοῦ Ἰωσήφ· ἔπαιρναν ἀπὸ τὰ χέρια του κάθε μίαν μερίδα καὶ τὴν ἐσέρβιραν εἰς τοὺς ἀδελφούς του. Ἡ μερίδα ὅμως τοῦ φαγητοῦ τοῦ Βενιαμὶν ἦταν πέντε φορὲς μεγαλύτερη ἀπὸ ἐκείνην τῶν ἄλλων ἀδελφῶν. Ἔφαγαν δὲ ὅλοι καὶ ἤπιαν μὲ τὸν Ἰωσὴφ μέχρις ὅτοῦ ἦλθαν εἰς εὐθυμίαν.

Κεφάλαιο 44

Γεν. 44,1

Καὶ ἐνετείλατο ὁ Ἰωσὴφ τῷ ὄντι ἐπὶ τῆς οἰκίας αὐτοῦ λέγων· πλήσατε τοὺς μαρσίππους τῶν ἀνθρώπων βρωμάτων, ὅσα ἐὰν δύνωνται ἆραι, καὶ ἐμβάλετε ἑκάστου τὸ ἀργύριον ἐπὶ τοῦ στόματος τοῦ μαρσίππου

Κολιτσάρα

Ἔπειτα ἀπ’ αὐτὰ διέταξεν ὁ Ἰωσὴφ τὸν ἀρχηγὸν τοῦ οἴκου του λέγων· «γεμίσατε τοὺς σάκκους τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν ἀπὸ τρόφιμα, ὅσα ἠμποροῦν νὰ πάρουν. Βάλτε τὸ ἀργύριον ἑνὸς ἑκάστου εἰς τὸ στόμιον τοῦ σάκκου του,

Τρεμπέλα

Ὅταν ἐτελειωσε τὸ φαγητόν, ὁ Ἰωσὴφ ἐκάλεσε τᾶν οἰκονόμον τοῦ σπιτιοῦ του καὶ τοῦ εἶπε: «Γεμίστε τοὺς σάκκους τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν μὲ τόσα τρόφιμα, ὅσα ἠμποροῦν νὰ χωρέσουν οἱ σάκκοι καὶ νὰ μεταφέρουν οἱ ξένοι· βάλετε καὶ τὰ χρήματα τοῦ καθενὸς ἀπὸ αὐτοὺς εἰς τὸ στόμιον τοῦ σάκκου του·

Γεν. 44,2

καὶ τὸ κόνδυ μου τὸ ἀργυροῦν ἐμβάλετε εἰς τὸν μάρσιππον τοῦ νεωτέρου καὶ τὴν τιμὴν τοῦ σίτου αὐτοῦ. ἐγενήθη δὲ κατὰ τὸ ῥῆμα Ἰωσήφ, καθὼς εἶπε.

Κολιτσάρα

καὶ τὸ ἀργυροῦν ποτήριόν μου θέσατε εἰς τὸν σάκκον τοῦ νεωτέρου ἀδελφοῦ ὅπως καὶ τὸ ἀντίτιμον τῆς ἀγορᾶς τοῦ σίτου του». Ὅπως διέταξεν ὁ Ἰωσήφ, ἔτσι καὶ ἔγινε.

Τρεμπέλα

τὸ δὲ κύπελλόν μου τὸ ἀσημένιο νὰ τὸ βάλετε εἰς τὸν σάκκον τοῦ μικροτέρου, μαζὶ μὲ τὰ χρήματα, ποὺ ἀντιπροσωπεύουν τὴν ἀξίαν τοῦ σιταριοῦ του». Ὁ οἰκονόμος συνεμορφώθη πλήρως πρὸς τὴν ἐντολὴν τοῦ Ἰωσὴφ καὶ ἔκαμεν, ὅπως τοῦ εἶπεν ὁ κύριός του.

Γεν. 44,3

τὸ πρωῒ διέφαυσε, καὶ οἱ ἄνθρωποι ἀπεστάλησαν, αὐτοὶ καὶ οἱ ὄνοι αὐτῶν.

Κολιτσάρα

Τὴν ἑπομένην ἡμέραν κατὰ τὸ γλυκοχάραμα ἀφέθησαν ἐλεύθεροι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ μὲ τοὺς φορτωμένους ὄνους των, διὰ νὰ ἀναχωρήσουν.

Τρεμπέλα

Τὴν ἄλλην ἡμέραν μὲ τὸ πρῶτον πρωϊνὸν φῶς οἱ ξένοι ἀφέθησαν ἐλεύθεροι, αὐτοὶ καὶ οἱ ὅνοι των, νὰ ἀναχωρήσουν διὰ τὴν ἐπιστροφήν.

Γεν. 44,4

ἐξελθόντων δὲ αὐτῶν τὴν πόλιν, οὐκ ἀπέσχον μακράν, καὶ Ἰωσὴφ εἶπε τῷ ἐπὶ τῆς οἰκίας αὐτοῦ· ἀναστὰς ἐπιδίωξον ὀπίσω τῶν ἀνθρώπων καὶ καταλήψῃ αὐτοὺς καὶ ἐρεῖς αὐτοῖς· τί ὅτι ἀνταπεδώκατε πονηρὰ ἀντὶ καλῶν; ἱνατί ἐκλέψατέ μου τὸ κόνδυ τὸ ἀργυροῦν;

Κολιτσάρα

Ὅταν ἐξῆλθον ἀπὸ τὴν πόλιν καὶ δὲν ἀπεῖχον πολύ, εἶπεν ὁ Ἰωσὴφ εἰς τὸν ἀρχηγὸν τοῦ οἴκου του· «σήκω καὶ τρέξε ὄπισθεν αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων, πρόφθασέ τοὺς καὶ θὰ τοὺς πῇς· διατί ἀνταπεδώσατε κακὰ ἀντὶ τῶν καλῶν ποῦ ἐλάβατε; Διατί μοῦ ἐκλέψατε τὸ ἀσημένιο ποτῆρι;

Τρεμπέλα

Μόλις ὅμως ἐβγῆκαν ἀπὸ τὴν πόλιν καὶ πρὶν ἀκόμη προχωρήσουν πολύ, ὁ Ἰωσὴφ ἐκάλεσε τὸν οἰκονόμον τοῦ σπιτιοῦ του καὶ τοῦ εἶπε: «Σήκω καὶ τρέξε γρήγορα πίσω ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους αὐτούς, ὥστε νὰ τοὺς προφθάσῃς καὶ νὰ τοὺς εἴπης: «Διατί ἀνταπεδώσατε κακὰ ἀντὶ ἀγαθῶν; διατί μοῦ ἐκλέψατε τὸ ἀσημένιο κύπελλον;

Γεν. 44,5

οὐ τοῦτό ἐστιν, ἐν ᾧ πίνει ὁ κύριός μου; αὐτὸς δὲ οἰωνισμῷ οἰωνίζεται ἐν αὐτῷ. πονηρὰ συντετελέκατε, ἃ πεποιήκατε.

Κολιτσάρα

Δὲν εἶναι αὐτὸ τὸ ποτῆρι, μὲ τὸ ὁποῖον πίνει ὁ κύριός μου; Μὲ αὐτὸ τὸ ποτῆρι ἐκεῖνος προμαντεύει τὰ μέλλοντα. Εἶναι πολὺ κακὸν αὐτό, ποὺ ἐκάματε κλέψαντες τὸ ποτῆρι».

Τρεμπέλα

Αὐτὸ δὲν εἶναι τὸ κύπελλον, μὲ τὸ ὁποῖον πίνει ὁ κύριός μου; Μὲ τὸ κύπελλον αὐτὸ μαντεύει τὰ μέλλοντα. Ἐκάματε πολὺ ἄσχημα, διεπράξατε σοβαρὸν ἔγκλημα μὲ τὸ νὰ φερθῆτε ἔτσι καὶ νὰ κλέψετε τὸ κύπελλον».

Γεν. 44,6

εὑρὼν δὲ αὐτοὺς εἶπεν αὐτοῖς κατὰ τὰ ῥήματα ταῦτα.

Κολιτσάρα

Ὁ ἀρχηγὸς τοῦ οἴκου τοῦ Ἰωσὴφ κατέφθασε τοὺς ἀδελφοὺς καὶ τοὺς εἶπε τὰ λόγια αὐτά.

Τρεμπέλα

Ὅταν ὁ οἰκονόμος τοὺς ἐπρόφθασεν εἰς τὸν δρόμον, τοὺς ἐπανέλαβε ὅσα τοῦ παρήγγειλεν ὁ κύριός του.

Γεν. 44,7

οἱ δὲ εἶπαν αὐτῷ· ἱνατί λαλεῖ ὁ κύριος κατὰ τὰ ῥήματα ταῦτα; μὴ γένοιτο τοῖς παισί σου ποιῆσαι κατὰ τὸ ῥῆμα τοῦτο.

Κολιτσάρα

Ἐκεῖνοι τοῦ ἀπήντησαν· «διατί ὁ κύριος μᾶς λέγει αὐτὰ τὰ λόγια; Μὴ γένοιτο νὰ πράξουν οἱ δοῦλοι σου αὐτὴν τὴν πρᾶξιν, διὰ τὴν ὁποίαν κατηγοροῦνται.

Τρεμπέλα

Ἐκεῖνοι ὅμως διεμαρτυρήθησαν καὶ εἶπαν εἰς τὸν οἰκονόμον: «Διατί ὁ κύριος λέγει λόγια ὡσὰν αὐτά; Τί ἐννοεῖ μὲ αὐτὰ τὰ σκληρὰ καὶ πικρά, ποὺ λέγει; Μὴ γένοιτο οἱ δοῦλοι σου νὰ κάμουν τέτοιο ἔγκλημα.

Γεν. 44,8

εἰ τὸ μὲν ἀργύριον, ὃ εὕρομεν ἐν τοῖς μαρσίπποις ἡμῶν, ἀπεστρέψαμεν πρὸς σὲ ἐκ γῆς Χαναάν, πῶς ἂν κλέψαιμεν ἐκ τοῦ οἴκου τοῦ κυρίου σου ἀργύριον ἢ χρυσίον;

Κολιτσάρα

Ἐάν ἡμεῖς τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα εὑρήκαμεν εἰς τοὺς σάκκους μας κατὰ τὸ πρῶτον μας ταξίδι τὰ ἐπεστρέψαμεν ἀπὸ τὴν χώραν Χαναάν, πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ κλέψωμεν ἄργυρον ἢ χρυσὸν ἀπὸ τὸν οἶκον τοῦ κυρίου σου;

Τρεμπέλα

Διότι, ἐὰν τὰ χρήματα, ποὺ εὐρήκαμε κατὰ τὸ πρῶτον ταξίδι μας εἰς τοὺς σάκκους μας, τὰ ἐφέραμε πίσω ἀπὸ τὴν Χαναὰν καὶ σᾶς τὰ παρεδώσαμε, πῶς ἦταν δυνατὸν νὰ κλέψωμεν τώρα ἀπὸ τὸ σπίτι τοῦ κυρίου σου ἀσήμι ἢ χρυσάφι;

Γεν. 44,9

παρ’ ᾧ ἂν εὕρῃς τὸ κόνδυ τῶν παίδων σου, ἀποθνησκέτω· καὶ ἡμεῖς δὲ ἐσόμεθα παῖδες τῷ κυρίῳ ἡμῶν.

Κολιτσάρα

Ἐκεῖνος εἰς τὸν ὁποῖον ἀπὸ ἡμᾶς τοὺς δούλους σου θὰ εὕρῃς τὸ ποτῆρι, νὰ θανατωθῇ· ἡμεῖς δὲ οἱ ἄλλοι θὰ γίνωμεν δοῦλοι εἰς τὸν κύριόν μας».

Τρεμπέλα

Ἐὰν ὅμως νομίζῃς, ὅτι πράγματι διεπράξαμεν αὐτο τὸ ἔγκλημα, τότε ἂς θανατωθῇ ἐκεῖνος ἀπὸ ἐμᾶς τοὺς δούλους σου, εἰς τὰ πράγματα τοῦ ὁποίου θὰ εὕρῃς τὸ ἀσημένιο κύπελλον· ἐμεῖς δὲ οἱ ἄλλοι ἂς γίνωμεν εἰς ὅλην μας τὴν ζωὴν δοῦλοι εἰς τὸν κύριόν μας».

Γεν. 44,10

ὁ δὲ εἶπε· καὶ νῦν ὡς λέγετε, οὕτως ἔσται· παρ’ ᾧ ἂν εὑρεθῇ τὸ κόνδυ, ἔσται μου παῖς, ὑμεῖς δὲ ἔσεσθε καθαροί.

Κολιτσάρα

Ἐκεῖνος ἀπήντησεν· «ὅπως τώρα λέγετε ἔτσι καὶ θὰ γίνῃ· ἐκεῖνος εἰς τὸν ὁποῖον θὰ εὑρεθῇ τὸ ποτῆρι θὰ γίνῃ δοῦλος μου· ἀλλὰ σεῖς οἱ ἄλλοι θὰ εἶσθε ἀνεύθυνοι καὶ ἐλεύθεροι νὰ ἐπιστρέψετε εἰς τὴν πατρίδα σας».

Τρεμπέλα

Ὁ οἰκονόμος τοῦ Ἰωσὴφ τοὺς ἀπεκρίθη: «Συμφωνῶ· ἂς γίνῃ ὅπως λέγετε τώρα· ἀλλὰ μόνον ἐκεῖνος, εἰς τὰ πράγματα τοῦ ὁποίου θὰ εὑρεθῇ τὸ κύπελλον, θὰ γίνῃ δοῦλος μου, σεῖς δὲ οἱ ἄλλοι θὰ εἶσθε ἀθῶοι τοῦ ἐγκλήματος καὶ ἐλεύθεροι νὰ συνεχίσετε τὸν δρόμον σας».

Γεν. 44,11

καὶ ἔσπευσαν καὶ καθεῖλαν ἕκαστος τὸν μάρσιππον αὐτοῦ ἐπὶ τὴν γῆν καὶ ἤνοιξαν ἕκαστος τὸν μάρσιππον αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

Ἔσπευσαν οἱ ἀδελφοὶ καὶ κατέβασαν ἕκαστος τὸν σάκκον αὐτοῦ εἰς τὸ ἔδαφος καὶ ὁ καθένας ἤνοιξε τὸν ἰδικόν του σάκκον.

Τρεμπέλα

Ἀφοῦ τοῦ εἶπαν αὐτά, κατέβασαν γρήγορα ὁ καθένας τὸν ἰδικόν του σάκκον ἀπὸ τὸ ζῶον καὶ ὁ καθένας τὸν ἄνοιξε πρόθυμα διὰ τὴν ἔρευναν.

Γεν. 44,12

ἠρεύνησε δὲ ἀπὸ τοῦ πρεσβυτέρου ἀρξάμενος, ἕως ἦλθεν ἐπὶ τὸν νεώτερον, καὶ εὗρε τὸ κόνδυ ἐν τῷ μαρσίππῳ τοῦ Βενιαμίν.

Κολιτσάρα

Ὁ ἀρχηγὸς τοῦ οἴκου τοῦ Ἰωσὴφ ἤρχισε νὰ ἐρευνᾷ ἀπὸ τὸν σάκκον τοῦ πρεσβυτέρου μέχρις ὅτου ἔφθασεν εἰς τὸν σάκκον τοῦ νεωτέρου, τοῦ Βενιαμίν, ὅπου καὶ εὑρῆκε τὸ ποτήριον.

Τρεμπέλα

Ὁ οἰκονόμος ἄρχισε τὴν ἔρευναν ἀπὸ τὸν σάκκον τοῦ μεγαλυτέρου, μέχρις ὅτου ἔφθασε καὶ εἰς τὸν σάκκον τοῦ νεωτέρου· ὅταν δὲ ἄνοιξε τὸν τελευταῖον αὐτὸν σάκκον τοῦ Βενιαμίν, εὑρῆκε μέσα τὸ κύπελλον.

Γεν. 44,13

καὶ διέρρηξαν τὰ ἱμάτια αὐτῶν καὶ ἐπέθηκαν ἕκαστος τὸν μάρσιππον αὐτοῦ ἐπὶ τὸν ὄνον αὐτοῦ, καὶ ἐπέστρεψαν εἰς τὴν πόλιν.

Κολιτσάρα

Οἱ ἀδελφοὶ κατάπληκτοι καὶ κατώδυνοι ἔσχισαν τὰ ἱμάτιά των ἀπὸ τὴν λύπην, ἐφόρτωσαν ὁ καθένας τὸν σάκκον του εἰς τὸν ὄνον του καὶ ἐπέστρεψαν ὅλοι εἰς τὴν πόλιν.

Τρεμπέλα

Τὸ γεγονὸς τοῦτο κατέπληξε, συνεκλόνισε καὶ ἐθόλωσε τὸν νοῦν τῶν παιδιῶν τοῦ Ἰακώβ. Κυριευμένοι ἀπὸ τὴν πολλὴν λύπην ἔσχισαν τὰ ροῦχα των καὶ ἐφόρτωσαν πάλιν ὁ καθένας τὸν σάκκον τοῦ σιταριοῦ εἰς τὸ ζῶον του καὶ ἐγύρισαν ὅλοι πίσω εἰς τὴν πόλιν.

Γεν. 44,14

εἰσῆλθε δὲ Ἰούδας καὶ οἱ ἀδελφοὶ αὐτοῦ πρὸς Ἰωσήφ, ἔτι αὐτοῦ ὄντος ἐκεῖ, καὶ ἔπεσον ἐναντίον αὐτοῦ ἐπὶ τὴν γῆν.

Κολιτσάρα

Ὁ Ἰούδας καὶ οἱ ἀδελφοί του εἰσῆλθον εἰς τὸν οἶκον τοῦ Ἰωσήφ, ὅπου αὐτὸς εὑρίσκετο ἀκόμη ἐκεῖ, καὶ ἔπεσαν κατὰ γῆς ἐνώπιόν του.

Τρεμπέλα

Ὅταν ὁ Ἰούδας καὶ οἱ ἀδελφοί του ἔφθασαν εἰς τὴν πόλιν, παρουσιάσθησαν εἰς τὸν Ἰωσήφ, εἰς τὸ σπίτι τοῦ, διότι αὐτὸς ἦταν ἀκόμη ἐκεῖ, καὶ ἔπεσαν ἐμπρός του μὲ τὸ πρόσωπον κατὰ γῆς.

Γεν. 44,15

εἶπε δὲ αὐτοῖς Ἰωσήφ· τί τὸ πρᾶγμα τοῦτο ἐποιήσατε; οὐκ οἴδατε ὅτι οἰωνισμῷ οἰωνιεῖται ὁ ἄνθρωπος, οἷος ἐγώ;

Κολιτσάρα

Τοὺς εἶπε δὲ ὁ Ἰωσήφ· «τί εἶναι αὐτὸ ποῦ ἐκάματε; Δὲν γνωρίζετε ὅτι ἄνθρωπος, ὅπως ἐγώ, ἔχει τὴν δύναμιν νὰ μαντεύῃ καὶ νὰ γνωρίζῃ καὶ τὰς κρυφίας πράξεις;»

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Ἰωσὴφ τοὺς εἶπε μὲ προσποιητὴν αὐστηρότητα: «Διατί ἐκάματε τὴν πρᾶξιν αὐτήν; Δὲν γνωρίζετε, ὅτι κάθε ἄνθρωπος ποὺ κατέχει θέσιν ὑψηλήν, ὅπως αὐτὴν ποὺ ἔχω ἐγώ, μαντεύει τὰ μέλλοντα, γνωρίζει τὰ μαστικὰ καὶ ἑπομένως θὰ ἀνεκάλυπτε τὴν κλοπήν;»

Γεν. 44,16

εἶπε δὲ Ἰούδας· τί ἀντεροῦμεν τῷ κυρίῳ, ἢ τί λαλήσομεν, ἢ τί δικαιωθῶμεν; ὁ Θεὸς δὲ εὗρε τὴν ἀδικίαν τῶν παίδων σου. ἰδού ἐσμεν οἰκέται τῷ κυρίῳ ἡμῶν, καὶ ἡμεῖς καὶ παρ’ ᾧ εὑρέθη τὸ κόνδυ.

Κολιτσάρα

Ἀπήντησεν ὁ Ἰούδας· «τί νὰ ἀπαντήσωμεν εἰς τὸν κύριον, ἢ τί νὰ εἴπωμεν, ἢ ποίαν δικαιολογίαν νὰ εὕρωμεν, διὰ νὰ δικαιωθῶμεν ἀπέναντί του; Ὁ Θεὸς ἐνεθυμήθη κάποιαν ἄλλην μεγάλην ἁμαρτίαν τῶν δούλων σου καὶ μᾶς τιμωρεῖ τώρα δι’ αὐτήν. Ἰδοὺ εἴμεθα ὅλοι δοῦλοι εἰς τὸν κύριόν μας ἡμεῖς καὶ ἐκεῖνος εἰς τὸν ὁποῖον εὑρέθη τὸ ποτήριον».

Τρεμπέλα

Ὁ Ἰούδας τοῦ ἀπάντησε: Τί ἠμποροῦμεν νὰ ἀντιλέξωμεν εἰς τὸν κύριόν μας ἤ τί ἠμποροῦμεν νὰ τοῦ ἀπαντήσωμεν ἢ πῶς ἠμποροῦμεν νὰ δικαιολογηθῶμεν; Ὁ Θεὸς ἐνεθυμήθη καὶ ἀπεκάλυψε τὴν ἁμαρτίαν τῶν δούλων σου καὶ τώρα μᾶς τιμωρεῖ. Ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες μας ὑποφέρομεν. Νά· εἴμεθα δοῦλοι εἰς τὸν κύριόν μας ἐμεῖς ὅλοι, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνος, εἰς τὸν σάκκον τοῦ ὁποίου εὑρέθη τὸ κύπελλον».

Γεν. 44,17

εἶπε δὲ Ἰωσήφ· μή μοι γένοιτο ποιῆσαι τὸ ῥῆμα τοῦτο· ὁ ἄνθρωπος, παρ’ ᾧ εὑρέθη τὸ κόνδυ, αὐτὸς ἔσται μου παῖς. ὑμεῖς δὲ ἀνάβητε μετὰ σωτηρίας πρὸς τὸν πατέρα ὑμῶν.

Κολιτσάρα

Ἀπήντησε δὲ ὁ Ἰωσήφ· «δὲν θὰ συγκατατεθῶ ποτὲ νὰ κάμω αὐτό, ποὺ μοῦ προτείνετε· νὰ κρατήσω δηλαδὴ ὅλους σας ὡς δούλους. Ἀλλὰ δοῦλος μου θὰ μείνῃ μόνον ἐκεῖνος, εἰς τὸν ὁποῖον εὑρέθη τὸ ποτήρι μου. Σεῖς οἱ ἄλλοι πηγαίνετε σῶοι καὶ ἐλεύθεροι πρὸς τὸν πατέρα σας».

Τρεμπέλα

Ὁ Ἰωσὴφ ὅμως συνέχιζε νὰ προσποιῆται ὅτι δὲν ἐκατάλαβε τίποτε καὶ τοὺς ἀπάντησε: «Ὄχι· μὴ γένοιτο νὰ κάμω ποτὲ τὸ πρᾶγμα αὐτὸ καὶ νὰ κρατήσω ὅλους σας ὡς δούλους. Ὄχι· μόνον ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος, εἰς τὸν σάκκον τοῦ ὁποίου εὑρέθη τὸ κύπελλον, μόνον αὐτὸς θὰ γίνῃ δοῦλος μου. Σεῖς οἱ ἄλλοι ἠμπορεῖτε νὰ ἀναχωρήσετε ἐλεύθεροι καὶ ἀσφαλεῖς διὰ τὴν Χαναάν, πρὸς τὸν πατέρα σας.

Γεν. 44,18

Ἐγγίσας δὲ αὐτῷ Ἰούδας εἶπε· δέομαι, κύριε· λαλησάτω ὁ παῖς σου ῥῆμα ἐναντίον σου, καὶ μὴ θυμωθῇς τῷ παιδί σου, ὅτι σὺ εἶ μετὰ Φαραώ.

Κολιτσάρα

Ἐπλησίασεν ὁ Ἰούδας πρὸς τὸν Ἰωσὴφ καὶ τοῦ εἶπε· «κύριε, σὲ θερμοπαρακαλῶ ἂς ἐπιτραπῇ εἰς ἐμὲ τὸν δοῦλον σου νὰ ὁμιλήσω ἐνώπιόν σου καὶ ἂς μὴ ὀργισθῇς ἐναντίον μου. Διότι σὺ εἶσαι ὡς πρὸς τὴν ἐξουσίαν πρῶτος μετὰ τὸν Φαραώ.

Τρεμπέλα

Τότε ὁ Ἰούδας, ἐπειδὴ αὐτὸς ἦταν ἐκεῖνος ποὺ ἔδωσεν ἐγγύησιν διὰ τὸν Βενιαμίν, ἀφοῦ ἐπλησίασε τὸν Ἰωσήφ, τοῦ ἐμίλησε ὡς δοῦλος πρὸς κύριον καὶ τοῦ εἶπε: «Ὤ, κύριε, πολὺ σὲ παρακαλῶ, δῶσε μου τὴν ἄδειαν νὰ σοῦ μιλήσω ἐγὼ ὁπ δοῦλος σου ἐλεύθερα. Καταδέξου νὰ μὲ ἀκούσῃς καὶ μὴ ὀργισθῇς ἐναντίον ἐμοῦ τοῦ δούλου σου, διότι ὡς πρὸς τὴν ἐξουσίαν σὺ εἶσαι πρῶτος μετὰ τὸν Φαραώ.

Γεν. 44,19

κύριε, σὺ ἠρώτησας τοὺς παῖδάς σου, λέγων· εἰ ἔχετε πατέρα ἢ ἀδελφόν;

Κολιτσάρα

Ἄκουσε λοιπόν, κύριε, τὴν ἱστορίαν μας. Σὺ ἠρώτησας ἡμᾶς τοὺς δούλους σου· ἔχετε πατέρα ἢ ἀδελφόν;

Τρεμπέλα

Κύριε, σὺ ἐρώτησες ἐμᾶς τοὺς δούλους σου καὶ μᾶς εἶπες· «ἔχετε πατέρα ἢ ἄλλον ἀδελφόν;»

Γεν. 44,20

καὶ εἴπαμεν τῷ κυρίῳ· ἔστιν ἡμῖν πατὴρ πρεσβύτερος καὶ παιδίον γήρους νεώτερον αὐτῷ, καὶ ὁ ἀδελφὸς αὐτοῦ ἀπέθανεν, αὐτὸς δὲ μόνος ὑπελείφθη τῇ μητρὶ αὐτοῦ, ὁ δὲ πατὴρ αὐτὸν ἠγάπησεν.

Κολιτσάρα

Καὶ ἡμεῖς ἀπηντήσαμεν εἰς τὸν κύριον· Ἔχομεν γέροντα πατέρα, ὅπως καὶ ἕνα νεώτερον ἀδελφόν μας, παιδὶ τῶν γηρατείων τοῦ πατρός μας. Αὐτοῦ ὁ ἀδελφὸς ἀπέθανε καὶ ἔτσι ἔμεινεν ὁ μόνος ἀπὸ τὴν μητέρα, ποὺ τοὺς εἶχε γεννήσει. Ὁ πατήρ μας τὸν ἠγάπησε καὶ τὸν ἀγαπᾷ ἰδιαιτέρως.

Τρεμπέλα

Καὶ ἐμεῖς ἀπαντήσαμε εἰς σὲ τὸν κύριόν μας· «ἔχομεν πατέρα, ἕνα γέροντα, καὶ ἕνα ἄλλον ἀδελφὸν μικρότερον, ποὺ εἶναι παιδὶ τῶν γηρατειῶν του· ὁ ἀδελφός (ἀπὸ τὴν ἰδίαν μητέρα) τοῦ μικροτέρου ἀδελφοῦ μας ἀπέθανε καὶ ἀπέμεινε αὐτὸς μόνος ἀπὸ τὴν μητέρα ποὺ τὸν ἐγέννησε· διὰ τοῦτο καὶ ὁ πατέρας μας τὸν ἀγάπησε ἰδιαιτέρως).

Γεν. 44,21

εἶπας δὲ τοῖς παισί σου· καταγάγετε αὐτὸν πρός με, καὶ ἐπιμελοῦμαι αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

Σὺ εἶπες εἰς τοὺς δούλους σου· Φέρετε αὐτὸν τὸν νεώτερον ἀδελφὸν πρὸς ἐμὲ καὶ μὴ φοβηθῆτε, διότι ἐγὼ θὰ φροντίσω δι’ αὐτόν.

Τρεμπέλα

Ὅταν σοῦ εἴπαμεν αὐτά, σὺ ἀπεκρίθης εἰς ἐμᾶς τοὺς δούλους σου· «φέρτε τὸν μικρότερον αὐτὸν ἀδελφόν σας εἰς ἐμὲ νὰ τὸν ἰδῶ, καὶ ἐγώ μὲ πολλὴν ἐπιμέλειαν θὰ φροντίσω δι’ αὐτόν».

Γεν. 44,22

καὶ εἴπαμεν τῷ κυρίῳ· οὐ δυνήσεται τὸ παιδίον καταλιπεῖν τὸν πατέρα αὐτοῦ· ἐὰν δὲ καταλίπῃ τὸν πατέρα, ἀποθανεῖται.

Κολιτσάρα

Εἴπαμεν ἡμεῖς πρὸς τὸν κύριον μας· Δὲν εἶναι δυνατόν, αὐτὸ τὸ παιδὶ νὰ ἐγκαταλείψῃ τὸν πατέρα του· ἐὰν καὶ τὸν ἐγκαταλείψῃ, ἐκεῖνος θὰ ἀποθάνῃ.

Τρεμπέλα

Ἐμεῖς ἀπαντήσαμε τότε εἰς σὲ τὸν κύριόν μας· «δὲν θὰ ἠμπορέσῃ τὸ παιδὶ νὰ ἀφήσῃ τὸν πατέρα του· ἐὰν δὲ τὸν ἀφήσῃ, ὁ πατέρας θὰ ἀποθάνῃ ἀπὸ τὴν λύπην του».

Γεν. 44,23

σὺ δὲ εἶπας τοῖς παισί σου· ἐὰν μὴ καταβῇ ὁ ἀδελφὸς ὑμῶν ὁ νεώτερος μεθ’ ὑμῶν, οὐ προσθήσεσθε ἰδεῖν τὸ πρόσωπόν μου.

Κολιτσάρα

Σὺ δὲ εἶπες εἰς ἡμᾶς τοὺς δούλους σου· Ἐὰν δὲν ἔλθῃ ὁ νεώτερος ἀδελφός σας μαζῆ σας, δὲν πρόκειται νὰ ἴδετε ποτὲ τὸ πρόσωπόν μου καὶ νὰ πάρετε τροφὰς ἀπὸ τὴν Αἴγυπτον.

Τρεμπέλα

Σὺ δὲ ἀπεκρίθης εἰς ἡμᾶς τοὺς δούλους σου· «ἐὰν δὲν ἔλθῃ μαζί σας ὁ μικρότερος ἀδελφός σας, μὴ τολμήσετε νὰ παρουσιασθῆτε ἐμπρός μου ἄλλην φοράν».

Γεν. 44,24

ἐγένετο δὲ ἡνίκα ἀνέβημεν πρὸς τὸν παῖδά σου πατέρα ἡμῶν, ἀπηγγείλαμεν αὐτῷ τὰ ῥήματα τοῦ κυρίου ἡμῶν.

Κολιτσάρα

Ὅταν λοιπὸν μετέβημεν εἰς τὸν πατέρα μας, τὸν δοῦλον σου, τοῦ ἀνεφέραμεν τὰ λόγια τοῦ κυρίου μας.

Τρεμπέλα

Ὅταν λοιπὸν ἐπεστρέψαμεν εἰς τὴν Χαναὰν κοντὰ εἰς τὸν πατέρα μας, τὸν δοῦλον σου, τοῦ διηγηθήκαμε ὅσα σὺ ὁ κύριος μας μᾶς εἶπες.

Γεν. 44,25

εἶπε δὲ ὁ πατὴρ ἡμῶν· βαδίσατε πάλιν καὶ ἀγοράσατε ἡμῖν μικρὰ βρώματα.

Κολιτσάρα

Ὅταν αἱ τροφαὶ ἐτελείωσαν, ὁ πατήρ μας εἶπε· Πηγαίνετε πάλιν εἰς τὴν Αἴγυπτον καὶ ἀγοράσατε δι’ ὅλους μας ὀλίγας τροφάς.

Τρεμπέλα

Ὅταν δὲ τὰ τρόφιμα, ποὺ ἐφέραμεν ἀπὸ τὴν Αἴγυπτον, ἐξηντλήθησαν, μᾶς εἶπεν ὁ πατέρας μας· «πηγαίνετε πάλιν πίσω εἰς τὴν Αἴγυπτον καὶ ἀγοράσατε ὀλίγα τρόφιμα».

Γεν. 44,26

ἡμεῖς δὲ εἴπομεν· οὐ δυνησόμεθα καταβῆναι. ἀλλ’ εἰ μὲν ὁ ἀδελφὸς ἡμῶν ὁ νεώτερος καταβαίνει μεθ’ ἡμῶν, καταβησόμεθα· οὐ γὰρ δυνησόμεθα ἰδεῖν τὸ πρόσωπον τοῦ ἀνθρώπου, τοῦ ἀδελφοῦ ἡμῶν τοῦ νεωτέρου μὴ ὄντος μεθ’ ἡμῶν.

Κολιτσάρα

Ἡμεῖς ὅμως τοῦ ἀπαντήσαμεν· Εἶναι ἀδύνατον νὰ μεταβῶμεν εἰς τὴν Αἴγυπτον, ἐκτὸς ἐὰν ἔλθῃ μαζῆ μας καὶ ὁ νεώτερος ἀδελφός μας. Τότε θὰ μεταβῶμεν. Διότι δὲν θὰ ἠμπορέσωμεν νὰ παρουσιασθῶμεν ἐνώπιον τοῦ ἄρχοντος τῆς Αἰγύπτου, ἐὰν ὁ νεώτερος ἀδελφός μας δὲν εἶναι μαζῆ μας.

Τρεμπέλα

Ὅμως ἐμεῖς τοῦ ἀπαντήσαμε τότε: «Δὲν θὰ ἠμπορέσωμεν νὰ μεταβῶμεν εἰς τὴν Αἴγυπτον· μόνον ἐὰν ἔλθῃ μαζί μας καὶ ὁ ἀδελφός μας ὁ νεώτερος, τότε θὰ μεταβῶμεν. Διότι ἐὰν ὁ νεώτερος ἀδελφός μας δὲν εἶναι μαζί μας, δὲν θὰ ἠμπορέσωμεν νὰ παρουσιασθῶμεν ἐμπρὸς εἰς τὸν ἄνθρωπον ἐκεῖνον, τὸν ἄρχοντα τῆς Αἰγύπτου».

Γεν. 44,27

εἶπε δὲ ὁ παῖς σου, ὁ πατὴρ ἡμῶν πρὸς ἡμᾶς· ὑμεῖς γινώσκετε ὅτι δύο ἔτεκέ μοι ἡ γυνή·

Κολιτσάρα

Ὁ πατήρ μας, ὁ δοῦλος σου, μᾶς εἶπε· Γνωρίζετε καὶ σεῖς ὅτι δύο παιδιά μου ἐγέννησεν ἡ σύζυγός μου ἡ Ραχήλ.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ δοῦλος σου, ὁ πατέρας μας, μᾶς εἶπε: «Γνωρίζετε ὅτι ἡ σύζυγός μου (ἡ Ραχὴλ) μοῦ ἐγέννησε μόνον δύο υἱούς·

Γεν. 44,28

καὶ ἐξῆλθεν ὁ εἷς ἀπ’ ἐμοῦ, καὶ εἴπατε ὅτι θηριόβρωτος γέγονε, καὶ οὐκ εἶδον αὐτὸν ἄχρι νῦν·

Κολιτσάρα

Ὁ ἕνας ἀπὸ αὐτοὺς ἔφυγεν ἀπὸ τὸ σπίτι, διὰ νὰ ἔλθῃ εἰς συνάντησίν σας καὶ μοῦ εἴπατε ὅτι ἄγριον θηρίον τὸν κατέφαγε. Δὲν τὸν ξαναεῖδα πλέον μέχρις αὐτῆς τῆς στιγμῆς.

Τρεμπέλα

καὶ ὁ ἕνας ἀπ’ αὐτοὺς ἔφυγεν ἀπὸ κοντά μου διὰ νὰ μεταβῇ εἰς τὰ χωράφια καὶ μοῦ εἴπατε, ὅτι τὸν κατεσπάραξε καὶ τὸν ἔφαγεν ἄγριον θηρίον· καὶ ἀπὸ τότε δὲν τὸν εἶδα πλέον.

Γεν. 44,29

ἐὰν οὖν λάβητε καὶ τοῦτον ἐκ τοῦ προσώπου μου καὶ συμβῇ αὐτῷ μαλακία ἐν τῇ ὁδῷ, καὶ κατάξετέ μου τὸ γῆρας μετὰ λύπης εἰς ᾅδου.

Κολιτσάρα

Ἐὰν λοιπὸν πάρετε καὶ τοῦτον ἀπὸ κοντά μου καὶ τοῦ συμβῇ εἰς τὸν δρόμον κάποιο δυστύχημα, θὰ κρημνίσετε τὰ γεράματά μου βαθύτατα λυπημένα εἰς τὸν ᾅδην.

Τρεμπέλα

Ἐὰν λοιπὸν πάρετε καὶ τοῦτον (τὸν Βενιαμὶν) ἀπὸ κοντά μου καὶ τοῦ συμβῇ κανένα κακὸν εἰς τὸν δρόμον, καθὼς θὰ ταξιδεύετε πρὸς τὴν Αἴγυπτον, θὰ χάσω τὴν παρηγορίαν, ποὺ μοῦ δίδει εἰς τὰ γηρατειά μου ἡ παρουσία του· ἔτσι θὰ μὲ στείλετε θλιμμένον καὶ καταλυπημένον εἰς τὸν Ἅδην».

Γεν. 44,30

νῦν οὖν ἐὰν εἰσπορεύωμαι πρὸς τὸν παῖδά σου, πατέρα δὲ ἡμῶν, καὶ τὸ παιδίον μὴ ᾖ μεθ’ ἡμῶν, ἡ δὲ ψυχὴ αὐτοῦ ἐκκρέμαται ἐκ τῆς τούτου ψυχῆς,

Κολιτσάρα

Κύριε, ἐὰν λοιπὸν τώρα μεταβῶ καὶ παρουσιασθῶ πρὸς τὸν πατέρα μας, τὸν δοῦλον σου, τὸ δὲ παιδίον τοῦτο δὲν εἶναι μαζῆ μας, ἐφ’ ὅσον ἡ ζωὴ τοῦ πατρός μας κρέμαται ἀπὸ τὴν ψυχὴν τοῦ παιδιοῦ,

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Ἰούδας συνέχισε: «Ἐὰν λοιπὸν ἐπιστρέψω· καὶ παρουσιασθῶ εἰς τὸν δοῦλον σου καὶ πατέρα μας, καὶ τὸ παιδί (ὁ Βενιαμίν) δὲν εἶναι μαζί μας, ἐφ’ ὅσον τὸν ἀγαπᾷ πολὺ καὶ τοῦ ἔχει τόσην ἀδυναμίαν, ὥστε ἡ ζωή του νὰ ἐξαρτᾶται καὶ νὰ κρέμεται ἀπὸ τὴν ζωὴν τοῦ παιδιοῦ,

Γεν. 44,31

καὶ ἔσται ἐν τῷ ἰδεῖν αὐτὸν μὴ ὂν τὸ παιδίον μεθ’ ἡμῶν, τελευτήσει, καὶ κατάξουσιν οἱ παῖδές σου τὸ γῆρας τοῦ παιδός σου, πατρὸς δὲ ἡμῶν, μετὰ λύπης εἰς ᾅδου.

Κολιτσάρα

θὰ συμβῇ τοῦτο· ὅταν ὁ πατήρ μας ἴδῃ ὅτι τὸ νεώτερον τοῦτο παιδὶ δὲν εἶναι μαζῆ μας, θὰ ἀποθάνῃ ἀμέσως. Καὶ ἔτσι ἡμεῖς οἱ δοῦλοι σου θὰ κρημνίσωμεν τὰ γεράματα τοῦ πατρός μας βαθύτατα λυπημένα εἰς τὸν ᾅδην.

Τρεμπέλα

ὅταν μᾶς ἰδῇ χωρὶς τὸ παιδί, θὰ ἀποθάνῃ ἀμέσως. Καὶ τότε ἐμεῖς οἱ δοῦλοι σου θὰ στείλωμεν τὸν γέροντα δοῦλον σου καὶ πατέρα μας θλιμμένον καὶ καταλυπημένον εἰς τὸν Ἅδην.

Γεν. 44,32

ὁ γὰρ παῖς σου παρὰ τοῦ πατρὸς ἐκδέδεκται τὸ παιδίον λέγων· ἐὰν μὴ ἀγάγω αὐτὸν πρὸς σὲ καὶ στήσω αὐτὸν ἐνώπιόν σου, ἡμαρτηκὼς ἔσομαι εἰς τὸν πατέρα πάσας τὰς ἡμέρας.

Κολιτσάρα

Ἐγὼ δὲ ὁ δοῦλος σου ἀνέλαβον ὑπ’ εὐθύνην μου τὸ παιδίον λέγων πρὸς αὐτόν· ἐὰν δὲν ἐπαναφέρω σῶον καὶ παρουσιάσω ἐνώπιόν σου τοῦτο, θὰ ἔχω διαπράξει βαρύτατον ἁμάρτημα ἐνώπιον τοῦ πατρός μου δι’ ὅλας τὰς ἡμέρας τῆς ζωῆς μου.

Τρεμπέλα

Διότι ἑγώ, ὁ δοῦλος σου, ἀνέλαβα ὑπὸ τὴν προστασίαν μου τὸ παιδὶ καὶ ἔδωσα ρητὴν ὑπόσχεσιν εἰς τὸν πατέρα μου. Τοῦ εἶπα· «ἐὰν δεν τὸν φέρω πίσω σῶον καὶ ἀσφαλῆ καὶ ἐὰν δὲν τὸν παρουσιάσω ἐμπρός σου, τότε θὰ εἶμαι ἔνοχος ἐνώπιόν σου μεγάλης ἁμαρτίας εἰς ὅλην μου τὴν ζωήν.

Γεν. 44,33

νῦν οὖν παραμενῶ σοι παῖς ἀντὶ τοῦ παιδίου, οἰκέτης τοῦ κυρίου· τὸ δὲ παιδίον ἀναβήτω μετὰ τῶν ἀδελφῶν αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

Τώρα λοιπόν, θὰ μείνω ἐγὼ δοῦλος σου ἀντὶ τοῦ παιδίου, ἰσόβιος ἰδικός σου ὑπηρέτης. Τὸ δὲ παιδίον τοῦτο ἂς ἐπιστρέψῃ πρὸς τὸν πατέρα μας μαζῆ μὲ τοὺς ἀδελφούς του.

Τρεμπέλα

Αὐτὲς τὶς ὑποσχέσεις ἔδωσα εἰς τὸν πατέρα μου, διὰ νὰ ἠμπορέσω νὰ φέρω τὸ παιδὶ κοντά σου καὶ νὰ ἰκανοποιήσω τὴν ἐπιθυμίαν σου καὶ νὰ σοῦ ἀποδείξω, ὅτι εἴπαμε τὴν ἀλήθειαν. Τώρα λοιπὸν σὲ παρακαλῶ, κύριε, νὰ μείνω ἐγὼ ἐδῶ εἰς ὅλην μου τὴν ζωὴν ὡς δοῦλος ἰδικός σου, ἀντὶ τοῦ παιδίου· σκλάβος σοῦ, τοῦ κυρίου μου· τὸ δὲ παιδί (ὁ Βενιαμὶν) νὰ ἐπιστρέψῃ εἰς τὴν Χαναὰν μαζὶ μὲ τοὺς ἀδελφούς του.

Γεν. 44,34

πῶς γὰρ ἀναβήσομαι πρὸς τὸν πατέρα, τοῦ παιδίου μὴ ὄντος μεθ’ ἡμῶν; ἵνα μὴ ἴδω τὰ κακά, ἃ εὑρήσει τὸν πατέρα μου.

Κολιτσάρα

Διότι πῶς εἶναι δυνατὸν καὶ νοητὸν νὰ ἐπιστρέψω πρὸς τὸν πατέρα μας, χωρὶς νὰ εἶναι μαζῆ μας τοῦτο τὸ παιδίον; Δὲν θὰ ἐπιστρέψω εἰς τὴν χώραν μας, διὰ νὰ μὴ ἴδω τὰ δεινά, ποὺ θὰ εὔρουν τὸν πατέρα μου».

Τρεμπέλα

Διότι πῶς ἠμπορῶ νὰ ἐπιστρέψω εἰς τὸν πατέρα μας χωρὶς νὰ εἶναι μαζί μας καὶ τὸ παιδί; Χωρὶς τὸν Βενιαμὶν δὲν θέλω νὰ γυρίσω πίσω· προτιμῶ νὰ μείνω ἐδῶ, διότι φοβοῦμαι νὰ ἴδω τὴν ἀγωνίαν καὶ τὶς συμφορές, ποὺ θὰ κτυπήσουν τὸν γέροντα πατέρα μου».

Κεφάλαιο 45

Γεν. 45,1

Καὶ οὐκ ἠδύνατο Ἰωσὴφ ἀνέχεσθαι πάντων τῶν παρεστηκότων αὐτῷ, ἀλλ’ εἶπεν· ἐξαποστείλατε πάντας ἀπ’ ἐμοῦ. καὶ οὐ παρειστήκει οὐδεὶς τῷ Ἰωσήφ, ἡνίκα ἀνεγνωρίζετο τοῖς ἀδελφοῖς αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

Κατασυνεκινήθη ὁ Ἰωσήφ, δὲν ἠδύνατο πλέον νὰ κυριαρχήσῃ ἐπὶ τοῦ ἑαυτοῦ του ἐνώπιον ὅλων τῶν ἀκολούθων του, ποὺ ἦσαν παρόντες, καὶ εἶπεν· «ἀπομακρύνατε ὅλους τοὺς Αἰγυπτίους ἀπ’ ἐμπρός μου». Καὶ ἔτσι κανεὶς ἀπὸ τοὺς Αἰγυπτίους δὲν ἦτο παρών, ὅταν ὁ Ἰωσὴφ ἀπεκαλύφθη εἰς τοὺς ἀδελφούς του.

Τρεμπέλα

Ὁ Ἰωσὴφ δὲν ἠμποροῦσε πλέον να κυβερνᾷ τὰ ἔντονα συναισθήματά του. Ἐπειδὴ ὅμως δὲν ἤθελε νὰ προδοθῇ ἐμπρὸς εἰς τὴν ἀκολουθίαν του, διέταξε· «ἀπομακρύνατε ὅλους τοὺς Αἰγυπτίους ἀπὸ κοντά μου». Ἔτσι δὲν ἔμεινε κανένας Αἰγύπτιος δίπλα ἀπὸ τὸν Ἰωσήφ, ὅταν ἐφανερώνετο εἰς τοὺς ἀδελφούς του.

Γεν. 45,2

καὶ ἀφῆκε φωνὴν μετὰ κλαυθμοῦ· ἤκουσαν δὲ πάντες οἱ Αἰγύπτιοι, καὶ ἀκουστὸν ἐγένετο εἰς τὸν οἶκον Φαραώ.

Κολιτσάρα

Ὁ Ἰωσὴφ ἀφῆκε μεγάλην φωνὴν μετὰ κλαυθμοῦ. Ἤκουσαν δὲ τοῦτο οἱ Αἰγύπτιοι, ἔγινε δὲ γνωστὸν καὶ εἰς τὸν οἶκον τοῦ Φαραώ.

Τρεμπέλα

Ἀφοῦ ἔμεινε μόνος μεταξὺ τῶν ἀδελφῶν του, ἐξέσπασεν, ἐφώναξε καὶ ἔκλαυσε μὲ πολὺ δυνατοὺς λυγμούς· τὸ γεγονὸς τοῦτο ἐπληροφορήθησαν ὅλοι οἱ Αἰγύπτιοι· ἔγινεν ἐπίσης γνωστὸν τὸ γεγονὸς εἰς τὸ παλάτι καὶ τὸ περιβάλλον τοῦ Φαραώ.

Γεν. 45,3

εἶπε δὲ Ἰωσὴφ πρὸς τοὺς ἀδελφοὺς αὐτοῦ· ἐγώ εἰμι Ἰωσήφ. ἔτι ὁ πατήρ μου ζῇ; καὶ οὐκ ἠδύναντο οἱ ἀδελφοὶ ἀποκριθῆναι αὐτῷ· ἐταράχθησαν γάρ.

Κολιτσάρα

Εἶπε δὲ ὁ Ἰωσὴφ πρὸς τοὺς ἀδελφούς του (εἰς τὴν γλῶσσαν των πλέον) «ἐγὼ εἶμαι ὁ Ἰωσήφ! Ζῇ ἀκόμη ὁ πατήρ μου;» Οἱ ἀδελφοὶ ἔμειναν ἄναυδοι. Δὲν ἠμποροῦσαν νὰ ἀπαντήσουν οὔτε λέξιν διότι συνεταράχθησαν, τὰ ἔχασαν.

Τρεμπέλα

Εἶπε δὲ ὁ Ἰωσὴφ πρὸς τοὺς ἀδελφούς του: «Ἐγὼ εἶμαι ὁ Ἰωσήφ. Ζῇ ἀκόμη ὁ πατέρας μου ὁ Ἰακώβ;» Ὅταν οἱ ἀδελφοί του ἄκουσαν τὰ λόγια αὐτά, δὲν ἠμποροῦσαν νὰ τοῦ ἀπαντήσουν· ἔμειναν ἄφωνοι καὶ ἐστέκοντο ἐμπρός του μὲ ἀμηχανίαν, διότι ἀνεστατώθησαν καὶ ἐτρομοκρατήθησαν.

Γεν. 45,4

εἶπε δὲ Ἰωσὴφ πρὸς τοὺς ἀδελφοὺς αὐτοῦ· ἐγγίσατε πρός με, καὶ ἤγγισαν. καὶ εἶπεν· ἐγώ εἰμι Ἰωσὴφ ὁ ἀδελφὸς ὑμῶν, ὃν ἀπέδοσθε εἰς Αἴγυπτον.

Κολιτσάρα

Εἶπε πρὸς τοὺς ἀδελφούς του ὁ Ἰωσήφ· «πλησιάσατέ με». Ἐκεῖνοι τὸν ἐπλησίασαν καὶ ὁ Ἰωσὴφ τοὺς εἶπεν· «ἐγὼ εἶμαι ὁ Ἰωσήφ, ὁ ἀδελφός σας, τὸν ὁποῖον σεῖς ἐπωλήσατε διὰ τὴν Αἴγυπτον.

Τρεμπέλα

Ὅμως ὁ Ἰωσὴφ διὰ νὰ τοὺς παρηγορήσῃ καὶ τοὺς καθησυχάσῃ τοὺς εἶπε: «Παρακαλῶ, ἐλᾶτε κοντά μου· πλησιάστε, διὰ νὰ ὁμιλήσωμεν ὡς ἀδελφοί». Ἐκεῖνοι ἐπῆραν θάρρος καὶ ἐπλησίασαν. Τότε διὰ νὰ μαλακώσῃ τὴν θλῖψιν καὶ καθησυχάσῃ τοὺς φόβους των τοὺς εἶπε: «Ἐγὼ εἶμαι ὁ Ἰωσήφ, ὁ ἐδελφός σας· αὐτός, τὸν ὁποῖον ἐπωλήσατε ὡς δοῦλον εἰς τὴν Αἴγυπτον.

Γεν. 45,5

νῦν οὖν μὴ λυπεῖσθε, μηδὲ σκληρὸν ὑμῖν φανήτω, ὅτι ἀπέδοσθέ με ὧδε· εἰς γὰρ ζωὴν ἀπέστειλέ με ὁ Θεὸς ἔμπροσθεν ὑμῶν·

Κολιτσάρα

Ὅμως, μὴ λυπεῖσθε τώρα. Καὶ τὸ ὅτι, μὲ ἐπωλήσατε ὡς δοῦλον, ὥστε νὰ ἔλθω ἐδῶ εἰς τὴν Αἴγυπτον, ἂς μὴ σᾶς φανῇ πικρὸν καὶ ὀδυνηρὸν διότι ὁ Θεὸς μὲ ἔστειλεν ἐδῶ ἐνωρίτερον ἀπὸ σᾶς, διὰ νὰ σώσω καὶ τὴν ἰδικήν σας ζωήν.

Τρεμπέλα

Τώρα ὅμως μὴ λυπεῖσθε· μὴ σᾶς ταράσσῃ τοῦτο οὔτε νὰ θεωρῆτε σκληρὸν καὶ ἀπάνθρωπον τὸ ὅτι μὲ ἐπωλήσατε ἐδῶ· διότι τὰ γεγονότα αὐτὰ ὀφείλονται εἰς θείαν οἰκονομίαν. Αὐτὸ ποὺ ἐκάματε ἦταν μὲν κακὸν μεγάλο, οὐσιαστικῶς ὅμως ὁ Θεὸς μὲ ἀπέστειλεν ἐδῶ πρὶν ἀπὸ σᾶς διὰ τὴν σωτηρίαν τῆς ζωῆς σας καὶ τῆς ζωῆς τοῦ λαοῦ.

Γεν. 45,6

τοῦτο γὰρ δεύτερον ἔτος λιμὸς ἐπὶ τῆς γῆς, καὶ ἔτι λοιπὰ πέντε ἔτη, ἐν οἷς οὐκ ἔστιν ἀροτρίασις οὐδὲ ἄμητος·

Κολιτσάρα

Τὸ ἔτος τοῦτο εἶναι τὸ δεύτερον ἔτος τοῦ λιμοῦ εἰς τὴν γῆν. Θὰ ἀκολουθήσουν καὶ ἄλλα πέντε ἀκόμη, κατὰ τὰ ὁποῖα οὔτε ὄργωμα θὰ γίνεται εἰς τὴν γῆν οὔτε θερισμὸς θὰ ὑπάρχῃ, διότι οἱ ἀγροὶ θὰ μένουν ἄκαρποι.

Τρεμπέλα

Διότι τὸ ἔτος αὐτὸ εἶναι τὸ δεύτερον ἔτος τῆς πείνας εἰς τὴν Αἴγυπτον καὶ τὶς χῶρες, ποὺ γειτονεύουν μὲ αὐτήν. Θὰ ἀκολουθήσουν δὲ ἄλλα πέντε χρόνια ἀκόμη, κατὰ τὰ ὁποῖα δὲν θὰ γίνεται οὔτε ὄργωμα οὔτε σπορὰ τῆς γῆς οὔτε θερισμός.

Γεν. 45,7

ἀπέστειλε γάρ με ὁ Θεὸς ἔμπροσθεν ὑμῶν, ὑπολείπεσθαι ὑμῖν κατάλειμμα ἐπὶ τῆς γῆς καὶ ἐκθρέψαι ὑμῶν κατάλειψιν μεγάλην.

Κολιτσάρα

Ὁ Θεὸς μὲ ἔστειλεν ἐδῶ ἐνωρίτερα ἀπὸ σᾶς, διὰ νὰ διατηρήσω σᾶς ἐν τῇ ζωῇ εἰς τὴν γῆν αὐτὴν καὶ νὰ σᾶς διαθρέψω κατὰ τὸ διάστημα τῆς μεγάλης αὐτῆς ἀνάγκης σας.

Τρεμπέλα

Ὁ Θεὸς μὲ ἀπέστειλε μὲ αὐτὸν τὸν θαυμαστὸν τρόπον εἰς τὴν Αἴγυπτον πρὶν ἀπὸ σᾶς, διὰ νὰ μείνω καὶ χρησιμεύσω ὡς μοναδικὸν στήριγμα σας εἰς τὴν γῆν, ὥστε νὰ συντρέξω καὶ τροφοδοτήσω σᾶς εἰς τὴν μεγάλην σας στέρησιν.

Γεν. 45,8

νῦν οὖν οὐχ ὑμεῖς με ἀπεστάλκατε ὧδε, ἀλλ’ ἢ ὁ Θεός, καὶ ἐποίησέ με ὡς πατέρα Φαραὼ καὶ κύριον παντὸς τοῦ οἴκου αὐτοῦ καὶ ἄρχοντα πάσης γῆς Αἰγύπτου.

Κολιτσάρα

Λοιπόν, δὲν μὲ ἀπεστείλατε σεῖς ἐδῶ, ἀλλὰ ὁ ἴδιος ὁ Θεός, ὁ ὁποῖος καὶ μὲ ἀνέδειξε πατέρα τοῦ Φαραὼ καὶ κύριον ὅλου τοῦ οἴκου του καὶ ἄρχοντα ὅλης τῆς Αἰγύπτου.

Τρεμπέλα

Ἑπομένως δὲν μὲ ἐξαπεστείλατε σεῖς ἐδῶ, Ἀλλὰ μὲ ἐξαπέστειλεν οὐσιαστικῶς ὁ Θεός. Αὐτὸς μὲ ἀνέδειξε πατέρα τοῦ Φαραὼ (δηλαδὴ ἰδιαίτερον σύμβουλὸν καὶ ἀνώτατον ἀξιωματοῦχον του) καὶ κυβερνήτην ὅλης τῆς βασιλικῆς αὐλῆς του καὶ αὐθέντην ὅλης τῆς χώρας τῆς Αἰγύπτου.

Γεν. 45,9

σπεύσαντες οὖν ἀνάβητε πρὸς τὸν πατέρα μου καὶ εἴπατε αὐτῷ· τάδε λέγει ὁ υἱός σου Ἰωσήφ· ἐποίησέ με ὁ Θεὸς κύριον πάσης γῆς Αἰγύπτου· κατάβηθι οὖν πρός με καὶ μὴ μείνῃς·

Κολιτσάρα

Σπεύσατε λοιπόν, πηγαίνετε πρὸς τὸν πατέρα μου καὶ εἰπέτε του· Αὐτὰ λέγει τὸ παιδί σου ὁ Ἰωσήφ· Ὁ Θεός μὲ κατέστησεν ἄρχοντα ὅλης τῆς Αἰγύπτου. Ἔλα λοιπὸν πρὸς ἐμὲ καὶ μὴ μείνῃς ἄλλο εἰς τὴν Χαναάν.

Τρεμπέλα

Ἀφοῦ λοιπὸν ἐβεβαιωθήκατε, ὅτι δὲν καταλογίζω εἰς βάρος σας τὰ ὅσα μοῦ ἐκάματε, Ἀλλὰ τὰ πάντα ἀποδίδω εἰς τὸν Θεόν, πηγαίνετε τώρα γρήγορα πίσω εἰς τὸν πατέρα μου καὶ πέστε του: (Αὐτὰ λέγει ὁ υἱός σου ὁ Ἰωσήφ· ὁ Θεὸς μὲ ἔκαμε αὐθέντην καὶ κυβερνήτην ὅλης τῆς χώρας τῆς Αἰγύπτου· ἔλα λοιπὸν κοντά μου χωρὶς καθυστέρησιν καὶ μὴ μείνῃς εἰς τὴν Χαναάν,

Γεν. 45,10

καὶ κατοικήσεις ἐν γῇ Γεσὲμ Ἀραβίας καὶ ἔσῃ ἐγγύς μου σὺ καὶ οἱ υἱοί σου καὶ οἱ υἱοὶ τῶν υἱῶν σου, τὰ πρόβατά σου καὶ οἱ βόες σου καὶ ὅσα σοι ἐστί,

Κολιτσάρα

Θὰ κατοικήσῃς εἰς τὴν χώραν Γεσὲμ τῆς Ἀραβίας καὶ θὰ εἶσαι κοντά μου σὺ καὶ οἱ υἱοί σου καὶ τὰ παιδιὰ τῶν υἱῶν σου, τὰ πρόβατά σου καὶ τὰ βόδια σου καὶ ὅσα ἄλλα ἔχεις.

Τρεμπέλα

Ἔλα νὰ ἐγκατασταθῇς ἐδῶ καὶ νὰ κατοικήσῃς εἰς τὴν περιοχὴν Γεσὲμ τῆς Ἀραβίας· ἔτσι θὰ εἶσαι κοντά μου σὺ καὶ τὰ παιδιά σου καὶ τὰ ἐγγόνια σου, τὰ πρόβατά σου καὶ τὰ βόδια σου καὶ ὅλα, ὅσα ἔχεις.

Γεν. 45,11

καὶ ἐκθρέψω σε ἐκεῖ· ἔτι γὰρ πέντε ἔτη λιμός· ἵνα μὴ ἐκτριβῇς σὺ καὶ οἱ υἱοί σου καὶ πάντα τὰ ὑπάρχοντά σου.

Κολιτσάρα

Ἐγὼ θὰ σὲ διαθρέψω ἐκεῖ· πέντε ἔτη θὰ κρατήσῃ ἀκόμη ὁ λιμός. Ἔλα, διὰ νὰ μὴν ἐξαφανισθῆτε ἀπὸ τὴν πεῖναν σὺ καὶ τὰ παιδιά σου καὶ ὅλα τὰ ζῶα σου.

Τρεμπέλα

Καὶ ἑγὼ θὰ σὲ διαθρέψω καὶ θὰ σὲ συντηρήσω ἐκεῖ εἰς τὴν Γεσέμ, διότι ἡ πεῖνα θὰ διαρκέσῃ ἀκόμη ἄλλα πέντε χρόνια· Ἔλα λοιπὸν διὰ νὰ μὴ ἐξολοθρευθῇς ἀπὸ τὴν πεῖναν σὺ καὶ τὰ παιδιά σου καὶ ὅλα τὰ ζῶα σου».

Γεν. 45,12

ἰδοὺ οἱ ὀφθαλμοὶ ὑμῶν βλέπουσι καὶ οἱ ὀφθαλμοὶ Βενιαμὶν τοῦ ἀδελφοῦ μου, ὅτι τὸ στόμα μου τὸ λαλοῦν πρὸς ὑμᾶς.

Κολιτσάρα

Ἰδού, οἱ ὀφθαλμοί σας καὶ οἱ ὀφθαλμοὶ τοῦ ὁμομητρίου ἀδελφοῦ μου, τοῦ Βενιαμίν, βλέπουν ὅτι τὸ ἰδικόν μου τὸ στόμα εἶναι ποὺ ὁμιλεῖ πρὸς σᾶς.

Τρεμπέλα

Ὁ Ἰωσὴφ συνέχισε καὶ εἶπεν ἀκόμη πρὸς τοὺς ἀδελφούς του: «Νά· τὰ μάτια σας καὶ τὰ μάτια του ἀδελφοῦ μου (ἀπὸ τὴν ἰδίαν μητέρα μὲ ἐμὲ) τοῦ Βενιαμὶν βλέπουν, ὅτι δὲν σᾶς ὁμιλεῖ κανένας ἄλλος, παρὰ τὸ ἰδικόν μου στόμα εἶναι αὐτό, ποὺ λαλεῖ πρὸς σᾶς.

Γεν. 45,13

ἀπαγγείλατε οὖν τῷ πατρί μου πᾶσαν τὴν δόξαν μου τὴν ἐν Αἰγύπτῳ καὶ ὅσα εἴδετε, καὶ ταχύναντες καταγάγετε τὸν πατέρα μου ὧδε.

Κολιτσάρα

Ἀναγγείλατε λοιπὸν πρὸς τὸν πατέρα μου ὅλα τὰ μεγαλεῖα μου, ποὺ ἔχω εἰς τὴν Αἴγυπτον καὶ ὅσα εἴδατε. Λοιπὸν μὴ βραδύνετε σπεύσατε καὶ ὁδηγήσατε ἐδῶ τὸν πατέρα μου».

Τρεμπέλα

Ἀπαγγείλατε λοιπὸν εἰς τὸν πατέρα μου ὅλην τὴν δύναμιν, τὴν ἐξουσίαν, τὴν λάμψιν καὶ τὸ μεγαλεῖον, ποὺ ἔχω εἰς τὴν Αἴγυπτον, καὶ διηγηθῆτε εἰς αὐτὸν ὅλα, ὅσα εἴδατε· καὶ βιασθῆτε νὰ μεταβῆτε εἰς τὴν Χαναὰν καὶ νὰ μοῦ τὸν φέρετε γρήγορα ἐδῶ εἰς τὴν Αἴγυπτον·».

Γεν. 45,14

καὶ ἐπιπεσὼν ἐπὶ τὸν τράχηλον Βενιαμὶν τοῦ ἀδελφοῦ αὐτοῦ ἔκλαυσεν ἐπ’ αὐτῷ, καὶ Βενιαμὶν ἔκλαυσεν ἐπὶ τῷ τραχήλῳ αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

Ἔπεσε κατόπιν μὲ ὁρμὴν εἰς τὸν τράχηλον τοῦ ἀδελφοῦ του τοῦ Βενιαμίν, ἔκλαυσεν ἐπάνω του, ὅπως ἐπίσης καὶ ὁ Βενιαμὶν ἔκλαυσε σφικταγκαλιασμένος εἰς τὸν τράχηλον τοῦ ἀδελφοῦ του τοῦ Ἰωσήφ.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Ἰωσήφ, ἀφοῦ εἶπεν αὐτὰ καὶ τοὺς ἐπαρηγόρησεν, ἔπεσεν εἰς τὸν τράχηλον τοῦ ἀδελφοῦ του Βενιαμίν, τὸν ἐναγκαλίσθηκε καὶ ἔκλαυσε ἀπὸ συγκίνησιν καὶ ἀγάπην. Καὶ ὁ Βενιαμὶν ἐπίσης ἔκλαυσε πεσμένος εἰς τὸν τράχηλον τοῦ ἀδελφοῦ του Ἰωσήφ.

Γεν. 45,15

καὶ καταφιλήσας πάντας τοὺς ἀδελφοὺς αὐτοῦ ἔκλαυσεν ἐπ’ αὐτοῖς, καὶ μετὰ ταῦτα ἐλάλησαν οἱ ἀδελφοὶ αὐτοῦ πρὸς αὐτόν.

Κολιτσάρα

Κατεφίλησε κατόπιν ὁ Ἰωσὴφ ὅλους τοὺς ἀδελφούς του καὶ ἔκλαυσεν ἐναγκαλιζόμενος αὐτούς. Ἔπειτα δὲ ἀπὸ ὅλα αὐτὰ τὰ συγκλονιστικὰ γεγονότα ἀνεθάρησαν καὶ ὡμίλησαν πρὸς αὐτὸν οἱ ἀδελφοί του.

Τρεμπέλα

Κατόπιν ὁ Ἰωσὴφ ἐναγκαλίσθηκε ὅλους τοὺς ἀδελφούς του καὶ τοὺς κατεφίλησέ με δάκρυα καὶ πολλὴν συγκίνησιν. Καὶ οἱ ἀδελφοί του ὕστερα ἀπὸ τὰ τόσα, τὰ ὁποῖα εἶπεν εἰς αὐτούς, μετὰ τὰ δάκρυα καὶ τὴν ὁδηγίαν, ποὺ τοὺς ἔδωκε, μόλις ἠμπόρεσαν νὰ πάρουν θάρρος καὶ νὰ ὁμιλήσουν ἐλεύθερα καὶ μὲ οἰκειότητα εἰς τὸν Ἰωσήφ.

Γεν. 45,16

Καὶ διεβοήθη ἡ φωνὴ εἰς τὸν οἶκον Φαραὼ λέγοντες· ἥκασιν οἱ ἀδελφοὶ Ἰωσήφ. ἐχάρη δὲ Φαραὼ καὶ ἡ θεραπεία αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

Ἔκαμε κρότον τὸ γεγονὸς καὶ διεδόθη ἀμέσως εἰς τὸν οἶκον τοῦ Φαραώ, ὅτι ἦλθαν οἱ ἀδελφοὶ τοῦ Ἰωσήφ. Ὁ Φαραὼ καὶ τὸ περιβάλλον του ἐχάρησαν δι’ αὐτό.

Τρεμπέλα

Καὶ ἀπὸ στόματος εἰς στόμα διεδόθη ἡ εἴδησις εἰς τὸ ἀνάκτορον τοῦ Φαραώ: «Ἔφθασαν ἐδῶ οἱ ἀδελφοὶ τοῦ Ἰωσήφ». Εἰς τὸ ἄκουσμα τῆς εἰδήσεως αὐτῆς ἐχάρη ὁ Φαραὼ καὶ ὅλοι οἱ αὐλικοί του.

Γεν. 45,17

εἶπε δὲ Φαραὼ πρὸς Ἰωσήφ· εἰπὸν τοῖς ἀδελφοῖς σου, τοῦτο ποιήσατε· γεμίσατε τὰ φορεῖα ὑμῶν καὶ ἀπέλθετε εἰς γῆν Χαναὰν

Κολιτσάρα

Εἶπε δὲ ὁ Φαραὼ πρὸς τὸν Ἰωσήφ· «πὲς εἰς τοὺς ἀδελφούς σου· Τοῦτο νὰ κάμετε· γεμίσατε τοὺς σάκκους, φορτώσατε τὰ μεταγωγικά σας ζῶα καὶ πηγαίνετε εἰς τὴν γῆν Χαναάν.

Τρεμπέλα

Τότε ὁ Φαραὼ ἐκάλεσε τὸν Ἰωσὴφ καὶ τοῦ εἶπε: «Εἶπε εἰς τοὺς ἀδελφούς σου· «κάμετε τοῦτο· γεμίστε τοὺς σάκκους σας καὶ φορτῶστε τὰ (μεταφορικά) ζῶα σας καὶ ἀναχωρῆστε διὰ τὴν χώραν τῆς Χαναάν.

Γεν. 45,18

καὶ ἀναλαβόντες τὸν πατέρα ὑμῶν καὶ τὰ ὑπάρχοντα ὑμῶν ἥκετε πρός με, καὶ δώσω ὑμῖν πάντων τῶν ἀγαθῶν Αἰγύπτου, καὶ φάγεσθε τὸν μυελὸν τῆς γῆς.

Κολιτσάρα

Πάρετε ἀπὸ ἐκεῖ τὸν πατέρα σας καὶ ὅλα τὰ ὑπάρχοντά σας, ἐλᾶτε πρὸς ἐμὲ καὶ ἐγὼ θὰ σᾶς δώσω ἀπὸ ὅλα τὰ ἀγαθὰ τῆς Αἰγύπτου, θὰ φᾶτε τὸ μεδοῦλι τῆς χώρας, ὅ,τι δηλαδὴ ἐκλεκτὸν ἔχει αὐτή.

Τρεμπέλα

Ἀφοῦ δὲ παραλάβετε ἀπὸ ἐκεῖ τὸν πατέρα σας καὶ ὅλα τὰ ὑπάρχοντά σας, ἐλᾶτε εἰς ἐμὲ καὶ ἐγὼ θὰ σᾶς δώσω ἀπὸ ὅλα τὰ ἀγαθὰ τῆς Αἰγύπτου καὶ θὰ φάγετε ὅ,τι καλύτερον καὶ ἐκλεκτότερον ἔχει ἡ χώρα μου, τὸ μεδούλι της».

Γεν. 45,19

σὺ δὲ ἔντειλαι ταῦτα, λαβεῖν αὐτοῖς ἁμάξας ἐκ γῆς Αἰγύπτου τοῖς παιδίοις ὑμῶν καὶ ταῖς γυναιξὶν ὑμῶν. καὶ ἀναλαβόντες τὸν πατέρα ὑμῶν παραγίνεσθε·

Κολιτσάρα

Σὺ δὲ δῶσε αὐτὴν τὴν ἐντολὴν εἰς τοὺς ἀδελφούς σου· Πάρετε ἁμάξας ἀπὸ τὴν Αἴγυπτον καὶ μεταφέρατε μὲ αὐτὰς τὰ παιδιά σας καὶ τὰς γυναῖκας σας. Πάρετε ἰδιαιτέρως τὸν πατέρα σας καὶ ἐλᾶτε ἐδῶ.

Τρεμπέλα

Δῶσε ἀκόμη εἰς τοὺς ἀδελφούς σου καὶ τὴν ἐξῆς ἐντολήν: «Παραλάβετε μεταφορικὰ ἁμάξια ἀπὸ τὴν χώραν τῆς Αἰγύπτου καὶ μεταφέρετε τὰ παιδιά σας καὶ τὶς γυναῖκες σας· ἀφοῦ δὲ παραλάβετε καὶ τὸν πατέρα σας, ἐλᾶτε ἐδῶ.

Γεν. 45,20

καὶ μὴ φείσησθε τοῖς ὀφθαλμοῖς τῶν σκευῶν ὑμῶν, τὰ γὰρ πάντα ἀγαθὰ Αἰγύπτου ὑμῖν ἔσται.

Κολιτσάρα

Καὶ μὴ λυπηθῆτε, ὅταν θὰ ἴδετε ὅτι εὐρεθήκατε εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀφήσετε καὶ μερικὰ σκεύη εἰς τὸ σπίτι σας, τὰ ὁποῖα θὰ σᾶς εἶναι ἀδύνατον νὰ πάρετε μαζῆ σας, διότι ὅλα τὰ ἀγαθὰ τῆς Αἰγύπτου θὰ εἶναι ἰδικά σας».

Τρεμπέλα

Καὶ νὰ μὴ λυπηθῆτε καθόλου διὰ τὰ πράγματα, ποὺ θὰ ἀναγκασθῆτε να ἀφήσετε ἐκεῖ· ὅλα ἐκεῖνα να τὰ περιφρονήσετε, διότι ἐγὼ θὰ σᾶς δώσω πολὺ περισσότερα· ὅλα τὰ ἀγαθὰ τῆς Αἰγύπτου θὰ εἶναι ἰδικά σας».

Γεν. 45,21

ἐποίησαν δὲ οὕτως οἱ υἱοὶ Ἰσραήλ· ἔδωκε δὲ Ἰωσὴφ αὐτοῖς ἁμάξας κατὰ τὰ εἰρημένα ὑπὸ Φαραὼ τοῦ βασιλέως καὶ ἔδωκεν αὐτοῖς ἐπισιτισμὸν εἰς τὴν ὁδόν,

Κολιτσάρα

Ἔτσι ἔκαμαν τὰ παιδιὰ τοῦ Ἰακώβ. Ὁ Ἰωσὴφ τοὺς ἔδωσεν ἁμάξας, ὅπως εἶχε διατάξει ὁ Φαραὼ ὁ βασιλεὺς τῆς Αἰγύπτου, καὶ τροφὰς διὰ τὸ ταξίδιόν των.

Τρεμπέλα

Τὰ παιδιὰ τοῦ Ἰσραὴλ συνεμορφώθησαν πρὸς τὴν ἐντολὴν τοῦ Φαραώ. Τοὺς ἔδωκε δὲ ὁ Ἰωσὴφ ἁμάξια μεταφορικὰ συμφώνως πρὸς τὴν διαταγὴν τοῦ βασιλέως καὶ τοὺς ἔδωκεν ἀκόμη τρόφιμα διὰ τὸ ταξίδι.

Γεν. 45,22

καὶ πᾶσιν ἔδωκε δισσὰς στολάς, τῷ δὲ Βενιαμὶν ἔδωκε τριακοσίους χρυσοῦς καὶ πέντε ἐξαλλασσούσας στολάς,

Κολιτσάρα

Εἰς ὅλους τοὺς ἄλλους ἔδωσε διπλᾶς στολάς, εἰς δὲ τὸν Βενιαμὶν ἔδωσε τριακόσια χρυσᾶ νομίσματα καὶ πέντε διαφορετικὰς ὡραιοτάτας στολάς.

Τρεμπέλα

Ἐπίσης ἐπρόσφερε ὡς δῶρον εἰς ὅλους διπλὲς καινούργιες στολές, εἰς δὲ τὸν Βενιαμὶν ἑξαιρετικῶς ἐδώρισε τριακόσια χρυσὰ νομίσματα καὶ πέντε καινούργιες ἐπίσημες στολές.

Γεν. 45,23

καὶ τῷ πατρὶ αὐτοῦ ἀπέστειλε κατὰ τὰ αὐτὰ καὶ δέκα ὄνους αἴροντας ἀπὸ πάντων τῶν ἀγαθῶν Αἰγύπτου καὶ δέκα ἡμιόνους αἰρούσας ἄρτους τῷ πατρὶ αὐτοῦ εἰς ὁδόν.

Κολιτσάρα

Εἰς τὸν πατέρα του ἔστειλεν ἐπίσης τὰ ἐξῆς· Δέκα ὄνους φορτωμένους ἀπὸ ὅλα τὰ ἀγαθὰ τῆς Αἰγύπτου καὶ δέκα ἡμιόνους φορτωμένους τροφὰς διὰ τὸ ταξίδι.

Τρεμπέλα

Εἰς τὸν πατέρα του ἀπέστειλε τὰ ἴδια (στολὲς καὶ χρυσὰ νομίσματα) καὶ ἐπὶ πλέον δέκα ὄνους φορτωμένους ἀπὸ ὅλα τὰ ἀγαθὰ τῆς Αἰγύπτου καὶ δέκα ἡμιόνους φορτωμένους μὲ ψωμιὰ καὶ ἄλλα τρόφιμα, ὥστε νὰ τοῦ χρησιμεύσουν διὰ τὸ ταξίδι πρὸς τὴν Αἴγυπτον.

Γεν. 45,24

ἐξαπέστειλε δὲ τοὺς ἀδελφοὺς αὐτοῦ καὶ ἐπορεύθησαν· καὶ εἶπεν αὐτοῖς· μὴ ὀργίζεσθε ἐν τῇ ὁδῷ.

Κολιτσάρα

Κατευώδωσε δὲ τοὺς ἀδελφούς του καὶ ὅταν ἀνεχώρουν τοὺς εἶπε· «μὴ ὀργίζεσθε καὶ μὴ φιλονεικῆτε ὁ ἐνας κατὰ τοῦ ἄλλου εἰς τὸν δρόμον διὰ τὴν διαγωγὴν ποὺ ἐδείξατε πρὸς ἐμέ».

Τρεμπέλα

Ἀφοῦ τοὺς ἐφωδίασε μὲ ὅλα αὐτά, τοὺς ἀπεχαιρέτησε καὶ τοὺς κατευώδωσε. Καθὼς ὅμως ἀναχωροῦσαν διὰ τὴν Χαναάν, τοὺς ἔδωκε μίαν συμβουλήν: «Προσέξτε νὰ ἀγαπᾶτε ὁ ἕνας τὸν ἄλλον· καὶ ἀφοῦ σκεφθῆτε ὅτι ἐγὼ δὲν σᾶς ἐκράτησα κακίαν δι’ ὅσα μοῦ ἐκάματε, οὔτε καὶ σεῖς νὰ φιλονικῆτε διὰ τὸ γεγονὸς αὐτὸ οὔτε νὰ ὀργίζεσθε ὁ ἕνας ἐναντίον τοῦ ἄλλου κατὰ τὸ ταξίδι».

Γεν. 45,25

Καὶ ἀνέβησαν ἐξ Αἰγύπτου καὶ ἦλθον εἰς γῆν Χαναὰν πρὸς Ἰακὼβ τὸν πατέρα αὐτῶν,

Κολιτσάρα

Ἐκεῖνοι ἀνεχώρησαν ἀπὸ τὴν Αἴγυπτον καὶ ἦλθαν εἰς τὴν γῆν Χαναὰν πρὸς τὸν πατέρα των.

Τρεμπέλα

Οἶ ἀδελφοὶ τοῦ Ἰωσὴφ ἀνέβηκαν ἀπὸ τὴν Αἴγυπτον καὶ ἔφθασαν εἰς τὴν χώραν τῆς Χαναάν, εἰς τὸν Ἰακώβ, τὸν πατέρα των.

Γεν. 45,26

καὶ ἀνήγγειλαν αὐτῷ λέγοντες· ὅτι ὁ υἱός σου Ἰωσὴφ ζῇ, καὶ αὐτὸς ἄρχει πάσης γῆς Αἰγύπτου. καὶ ἐξέστη τῇ διανοίᾳ Ἰακώβ· οὐ γὰρ ἐπίστευσεν αὐτοῖς.

Κολιτσάρα

Ἐκεῖ, ἀνήγγειλαν εἰς αὐτὸν τὰ γεγονότα καὶ τοῦ εἶπαν· «ὁ υἱός σου ὁ Ἰωσὴφ ζῇ καὶ εἶναι ἄρχων ὅλης τῆς Αἰγύπτου». Ἔμεινε κατάπληκτος ὁ Ἰακὼβ καὶ σὰν νὰ ἐσταμάτησεν ἡ διάνοιά του, διότι δὲν τοὺς ἐπίστευεν.

Τρεμπέλα

Τοῦ ἔφεραν δὲ τὴν χαρμόσυνον εἴδησιν καὶ τοῦ εἶπαν: «Ὁ υἱός σου ὁ Ἰωσὴφ ζῇ· αὐτὸς κυβερνᾷ ὅλην τὴν χώραν τῆς Αἰγύπτου! Εἰς τὸ ἄκουσμα τῆς εἰδήσεως αὐτῆς ὁ Ἰακὼβ ἐξεπλάγη καὶ (ὡσὰν νά) ἐσαλεύθη ὁ νοῦς του, διότι δὲν ἐπίστευσεν εἰς τὰ παιδιά του καὶ δὲν ἐθεώρησε ὅσα τοῦ εἶπαν ἀληθινά.

Γεν. 45,27

ἐλάλησαν δὲ αὐτῷ πάντα τὰ ῥηθέντα ὑπὸ Ἰωσήφ, ὅσα εἶπεν αὐτοῖς. ἰδὼν δὲ τὰς ἁμάξας, ἃς ἀπέστειλεν Ἰωσὴφ ὥστε ἀναλαβεῖν αὐτόν, ἀνεζωπύρησε τὸ πνεῦμα Ἰακὼβ τοῦ πατρὸς αὐτῶν.

Κολιτσάρα

Ὅλα δὲ μαζῆ τὰ παιδιά του ἐγνωστοποίησαν εἰς αὐτὸν ὅλα τὰ λόγια, τὰ ὁποῖα τοὺς εἶχεν εἴπει ὁ Ἰωσήφ. Ὁ Ἰακώβ, ὅταν εἶδε τὰς ἁμάξας ποὺ ἔστειλεν ὁ Ἰωσὴφ διὰ νὰ τὸν παραλάβουν, συνῆλθεν ἀπὸ τὴν κατάπληξίν του, ἀνεζωογονήθη τὸ πνεῦμα του

Τρεμπέλα

Ἐκεῖνοι ὅμως, διὰ νὰ καθησυχάσουν τὴν ταραχὴν καὶ τὴν σύγχυσίν του καὶ διὰ νὰ τὸν βεβαιώσουν, ὅτι τοῦ λέγουν ἀλήθειαν, τοῦ διηγήθησαν ὅλα, ὅσα τοὺς εἶπε ὁ Ἰωσήφ. Ὅταν δὲ ὁ Ἰακὼβ εἶδε καὶ τὰ φορτωμένα ζῶα καὶ τὰ ἁμάξια, ποὺ ἔστειλεν ὁ Ἰωσὴφ διὰ νὰ τὸν παραλάβουν καὶ τὸν μεταφέρουν εἰς τὴν Αἴγυπτον, συνῆλθεν ἀπὸ τὴν ἔκπληξιν, ἀναζωογονήθηκε.

Γεν. 45,28

εἶπε δὲ Ἰσραήλ· μέγα μοί ἐστιν, εἰ ἔτι Ἰωσὴφ ὁ υἱός μου ζῇ· πορευθεὶς ὄψομαι αὐτὸν πρὸ τοῦ ἀποθανεῖν με.

Κολιτσάρα

καὶ εἶπεν· «εἶναι μεγάλο τοῦτο τὸ γεγονὸς δι’ ἐμέ, ἐὰν τὸ παιδί μου ὁ Ἰωσὴφ ζῇ ἀκόμη, θὰ μεταβῶ λοιπὸν πρὸς αὐτόν, διὰ νὰ τὸν ἴδω, πρὶν ἀποθάνω».

Τρεμπέλα

Ὅταν πλέον ὁ Ἰσραὴλ ἐπείσθη, ὅτι ὅσα τοῦ εἶπαν τὰ παιδιά του ἦσαν ἀληθινά, εἶπεν: «Ἐὰν πράγματι ζῇ ἀκόμη ὁ Ἰωσήφ, τὸ παιδί μου, τότε μοῦ συμβαίνουν μεγάλα καὶ θαυμαστὰ πράγματα, ποὺ ὑπερβαίνουν τὸ ἀνθρώπινον λογικὸν καὶ εἶναι ἀνώτερα ἀπὸ κάθε ἀνθρωπίνην χαράν· θὰ μεταβῶ λοιπὸν εἰς τὴν Αἴγυπτον νὰ συναντήσω καὶ νὰ ἴδω τὸν Ἰωσὴφ πρὶν ἀποθάνω».

Κεφάλαιο 46

Γεν. 46,1

Ἀπάρας δὲ Ἰσραήλ, αὐτὸς καὶ πάντα τὰ αὐτοῦ, ἦλθεν ἐπὶ τὸ φρέαρ τοῦ ὅρκου καὶ ἔθυσε θυσίαν τῷ Θεῷ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ Ἰσαάκ.

Κολιτσάρα

Ἐξεκίνησε, λοιπόν, ὁ Ἰακώβ, αὐτός, μὲ ὅλα τὰ ὑπάρχοντά του καὶ ὅλοι οἱ ἄλλοι μαζῆ του καὶ ἦλθεν εἰς τὸ «Φρέαρ τοῦ ὅρκου», εἰς τὴν Βηρσαβεὲ καὶ ἐκεῖ προσέφερε θυσίαν εἰς τὸν Θεὸν τοῦ πατρός του Ἰσαάκ.

Τρεμπέλα

Ὁ Ἰσραὴλ χωρὶς ἀναβολὴν καὶ χρονοτριβὴν ἐξεκίνησε μὲ ὅλην τὴν κινητὴν περιουσίαν του καὶ μὲ ὅλους, ὅσοι ἔμεναν μαζί του προκειμένου δὲ νὰ κατεβῇ εἰς τὴν Αἴγυπτον, ἦλθεν εἰς τὸ πηγάδι τοῦ Ὅρκου (τὴν Βηρσαβεὲ) καὶ ἐπρόσφερε θυσίες εὐχαριστίας, εὐγνωμοσύνης καὶ ἱκεσίας πρὸς τὸν Θεὸν τοῦ πατέρα του Ἰσαάκ.

Γεν. 46,2

εἶπε δὲ ὁ Θεὸς τῷ Ἰσραὴλ ἐν ὁράματι τῆς νυκτός, εἰπών· Ἰακώβ, Ἰακώβ. ὁ δὲ εἶπε· τί ἐστιν;

Κολιτσάρα

Ὁ δὲ Θεὸς εἶπεν εἰς τὸν Ἰακὼβ δι’ ὁράματος κατὰ τὴν νύκτα· «Ἰακὼβ Ἰακώβ»! Ἐκεῖνος εἶπε· «τί εἶναι;»

Τρεμπέλα

Καὶ ἐπειδὴ πρῶτος ὁ Ἰσραὴλ ἔδειξε τὴν εὐλάβειάν του μὲ τὶς θυσίες, ἀκολούθησε ἀμέσως καὶ ἡ θεία βοήθεια. Ὁ Κύριος τοῦ παρουσιάσθη κατὰ τὴν νύκτα μὲ ὀπτασίαν καὶ τοῦ εἶπεν· «Ἰακὼβ· Ἰακώβ»· αὐτὸς δὲ ἀπάντησε· «ὁρίστε, ἐδῶ εἶμαι, τί εἶναι;»

Γεν. 46,3

ὁ δὲ λέγει αὐτῷ· ἐγώ εἰμι ὁ Θεὸς τῶν πατέρων σου· μὴ φοβοῦ καταβῆναι εἰς Αἴγυπτον· εἰς γὰρ ἔθνος μέγα ποιήσω σε ἐκεῖ,

Κολιτσάρα

Ὁ ἰδὲ Θεὸς λέγει πρὸς αὐτόν· «ἐγὼ εἶμαι ὁ Θεὸς τῶν πατέρων σου. Μὴ φοβηθῇς νὰ καταβῇς εἰς τὴν Αἴγυπτον, διότι ἐκεῖ θὰ σὲ ἀναδείξω μεγάλο ἔθνος.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Θεὸς συνέχισεν: «Ἐγὼ εἶμαι ὁ Θεὸς τῶν πατέρων σου ὁ Θεὸς ποὺ ἐπροστάτευσεν εἰς ὅλην των τὴν ζωὴν τὸν πατέρα σου Ἰσαὰκ καὶ τὸν πάππον σου Ἀβραὰμ· ὁ Θεὸς ποὺ τηρεῖ πάντοτε τὶς ὑποσχέσεις του. Μὴ φοβηθῇς νὰ κατέβης εἰς τὴν Αἴγυπτον. Διότι ἐγὼ θὰ αὐξήσω τοὺς ἀπογόνους σου καὶ θὰ τοὺς καταστήσω ἐκεῖ ἔθνος μεγάλο.

Γεν. 46,4

καὶ ἐγὼ καταβήσομαι μετὰ σοῦ εἰς Αἴγυπτον, καὶ ἐγὼ ἀναβιβάσω σε εἰς τέλος, καὶ Ἰωσὴφ ἐπιβαλεῖ τὰς χεῖρας αὐτοῦ ἐπὶ τοὺς ὀφθαλμούς σου.

Κολιτσάρα

Θὰ μεταβῶ καὶ ἐγὼ μαζῆ σου εἰς τὴν Αἴγυπτον καὶ ἐγὼ πάλιν θὰ σὲ ἐπαναφέρω εἰς τὴν γῆν Χαναάν, ὅταν λάβῃ τέλος ὁ καθωρισμένος χρόνος τῆς παραμονῆς σου εἰς τὴν Αἴγυπτον. Ὁ δὲ υἱός σου Ἰωσήφ μὲ τὰ ἴδια του τὰ χέρια θὰ σοῦ κλείσῃ τὰ μάτια.

Τρεμπέλα

Καὶ ἐγὼ θὰ κατεβῶ μαζί σου εἰς τὴν Αἴγυπτον καὶ θὰ μὲ ἔχῃς πάντοτε κοντά σου. Καὶ ἐγὼ πάλιν θὰ ἀνεβάσω τελικῶς τοὺς ἀπογόνους σου κατὰ τὸν πρέποντα καιρὸν εἰς τὴν Χαναὰν καὶ ὁ Ἰωσήφ, τὸ ἀγαπημένον σου παιδί, θὰ σοῦ κλείσῃ τὰ μάτια μὲ τὰ χέρια του τὴν ὥραν ποὺ θὰ ξεψυχᾷς.

Γεν. 46,5

ἀνέστη δὲ Ἰακὼβ ἀπὸ τοῦ φρέατος τοῦ ὅρκου, καὶ ἀνέλαβον οἱ υἱοὶ Ἰσραὴλ τὸν πατέρα αὐτῶν καὶ τὴν ἀποσκευὴν καὶ τὰς γυναῖκας αὐτῶν ἐπὶ τὰς ἁμάξας, ἃς ἀπέστειλεν Ἰωσὴφ ἆραι αὐτόν,

Κολιτσάρα

Ἐσηκώθη ὁ Ἰακώβ, διὰ νὰ ἀναχωρήσῃ ἀπὸ τὸ «Φρέαρ τοῦ ὅρκου». Οἱ υἱοὶ τοῦ Ἰακὼβ ἔβαλαν τὸν πατέρα των, τὰ παιδιά των καὶ τὰς γυναῖκας των εἰς τὰς ἁμάξας, τὰς ὁποίας εἶχεν ἀποστείλει ὁ Ἰωσήφ, διὰ νὰ τὸν μταφέρουν εἰς τὴν Αἴγυπτον.

Τρεμπέλα

Ὁ Ἰακὼβ μετὰ τὶς ὑποσχέσεις τοῦ Θεοῦ ἐσηκώθη ἐνισχυμένος καὶ χαρούμενος διὰ νὰ ἀναχωρήσῃ ἀπὸ τὸ πηγάδι τοῦ Ὅρκου· καὶ οἱ υἱοὶ τοῦ Ἰσραὴλ ἐπῆραν καὶ ἀνέβασαν τὸν πατέρα, τὰ παιδιὰ καὶ τὶς γυναῖκες των εἰς τὰ ἁμάξια, ποὺ εἶχεν ἀποστείλει ὁ Ἰωσὴφ ἀπὸ τὴν Αἴγυπτον διὰ νὰ τὸν παραλάβουν.

Γεν. 46,6

καὶ ἀναλαβόντες τὰ ὑπάρχοντα αὐτῶν καὶ πᾶσαν τὴν κτῆσιν, ἣν ἐκτήσαντο ἐν γῇ Χαναάν, εἰσῆλθον εἰς Αἴγυπτον, Ἰακὼβ καὶ πᾶν τὸ σπέρμα αὐτοῦ μετ’ αὐτοῦ,

Κολιτσάρα

Ἔλαβον λοιπόν, τὰ κοπάδια των καὶ ὅλην τὴν κινητὴν περιουσίαν, ποὺ εἶχαν ἀποκτήσει εἰς τὴν Χαναάν, καὶ εἰσῆλθον εἰς τὴν Αἴγυπτον. Εἰσῆλθεν ὁ Ἰακὼβ καὶ μαζῆ μὲ αὐτὸν ὅλοι οἱ ἀπόγονοί του,

Τρεμπέλα

Καὶ ἀφοῦ παρέλαβαν ὅλα τὰ κοπάδια καὶ ὅλην τὴν κινητὴν περιουσίαν, ποὺ ἀπέκτησαν εἰς τὴν χώραν τῆς Χαναάν, ἦλθαν εἰς τὴν Αἴγυπτον. ἐμπῆκαν δὲ εἰς τὴν Αἴγυπτον ὁ Ἰακὼβ καὶ μαζὶ μὲ αὐτὸν ὅλοι οἱ ἀπόγονοί του·

Γεν. 46,7

υἱοὶ καὶ υἱοὶ τῶν υἱῶν αὐτοῦ μετ’ αὐτοῦ, θυγατέρες καὶ θυγατέρες τῶν θυγατέρων αὐτοῦ· καὶ πᾶν τὸ σπέρμα αὐτοῦ ἤγαγεν εἰς Αἴγυπτον.

Κολιτσάρα

οἱ υἱοί του, τὰ παιδιὰ τῶν υἱῶν του μαζῆ του, αἱ θυγατέρες του καὶ αἱ θυγατέρες τῶν θυγατέρων του. Ὅλους τοὺς ἀπογόνους του παρέλαβε μαζῆ του ὁ Ἰακὼβ καὶ τοὺς ὡδήγησεν εἰς τὴν Αἴγυπτον.

Τρεμπέλα

δηλαδή οἱ υἱοὶ καὶ οἱ ἐγγονοί του, οἱ θυγατέρες καὶ οἱ ἐγγονές του· ὅλους γενικῶς τοὺς ἀμέσους ἀπογόνους του ὁ Ἰακὼβ τοὺς ἔφερε μαζί του εἰς τὴν Αἴγυπτον.

Γεν. 46,8

Ταῦτα δὲ τὰ ὀνόματα τῶν υἱῶν Ἰσραὴλ τῶν εἰσελθόντων εἰς Αἴγυπτον ἅμα Ἰακὼβ τῷ πατρὶ αὐτῶν. Ἰακὼβ καὶ υἱοὶ αὐτοῦ· πρωτότοκος Ἰακὼβ Ῥουβήν.

Κολιτσάρα

Αὐτὰ δὲ εἶναι τὰ ὀνόματα τῶν παιδιῶν τοῦ Ἰσραήλ, ποὺ εἰσῆλθον εἰς τὴν Αἴγυπτον μαζῆ μὲ τὸν πατέρα των· Ὁ Ἰακὼβ καὶ οἱ υἱοί του. Πρωτότοκος τοῦ Ἰακὼβ ἦτο ὁ Ρουβήν.

Τρεμπέλα

Αὐτὰ δὲ εἶναι τὰ ὀνόματα τῶν υἱῶν τοῦ Ἰσραήλ, ποὺ ἐμπῆκαν εἰς τὴν Αἴγυπτον μαζὶ μὲ τὸν Ἰακώβ, τὸν πατέρα των: Ὁ Ἰακὼβ καὶ οἱ υἱοί του· πρωτότοκος υἱὸς τοῦ Ἰακὼβ ἦταν ὁ Ρουβήν.

Γεν. 46,9

υἱοὶ δὲ Ῥουβήν· Ἐνὼχ καὶ Φαλλούς, Ἀσρὼν καὶ Χαρμί.

Κολιτσάρα

Υἱοὶ δὲ τοῦ Ρουβὴν ἦσαν, ὁ Ἐνὼχ καὶ ὁ Φαλλούς, ὁ Ἀσρὼν καὶ ὁ Χαρμί.

Τρεμπέλα

Οἱ υἱοὶ δὲ τοῦ Ρουβὴν ἦσαν ὁ Ἐνὼχ καὶ ὁ Φαλλούς, ὁ Ἀσρὼν καὶ ὁ Χαρμί.

Γεν. 46,10

υἱοὶ δὲ Συμεών· Ἰεμουὴλ καὶ Ἰαμεὶν καὶ Ἀὼδ καὶ Ἰαχεὶν καὶ Σαὰρ καὶ Σαοὺλ υἱὸς τῆς Χανανίτιδος.

Κολιτσάρα

Υἱοὶ τοῦ Συμεὼν ἦσαν ὁ Ἰεμουήλ, ὁ Ἰαμείν, ὁ Ἀώδ, ὁ Ἰαχείν, ὁ Σάαρ καὶ ὁ Σαούλ, ὁ υἱὸς τῆς Χανανίτιδος.

Τρεμπέλα

Οἱ υἱοὶ δὲ τοῦ Συμεὼν ἦσαν ὁ Ἰεμουὴλ καὶ ὁ Ἰαμεὶν καὶ ὁ Ἀὼδ καὶ ὁ Ἰαχεὶν καὶ ὁ Σαὰρ καὶ ὁ Σαούλ, ὁ υἱὸς τῆς Χανανίτιδος.

Γεν. 46,11

υἱοὶ δὲ Λευΐ· Γηρσών, Καὰθ καὶ Μεραρί.

Κολιτσάρα

Υἱοὶ τοῦ Λευῒ ἦσαν ὁ Γηρσών, ὁ Καὰθ καὶ ὁ Μεραρί.

Τρεμπέλα

Οἱ υἱοὶ δὲ τοῦ Λευῒ ἦσαν ὁ Γηρσών, ὁ Καὰθ καὶ ὁ Μεραρί.

Γεν. 46,12

υἱοὶ δὲ Ἰούδα· Ἢρ καὶ Αὐνὰν καὶ Σηλὼμ καὶ Φαρὲς καὶ Ζαρά· ἀπέθανε δὲ Ἢρ καὶ Αὐνὰν ἐν γῇ Χαναάν· ἐγένοντο δὲ υἱοὶ Φαρές· Ἐσρὼν καὶ Ἰεμουήλ.

Κολιτσάρα

Υἱοὶ τοῦ Ἰούδα ἦσαν ὁ Ἤρ, ὁ Αὐνάν, ὁ Σηλώμ, ὁ Φαρές καὶ ὁ Ζαρά· ὁ Ἢρ δὲ καὶ ὁ Αὐνὰν ἀπέθανον εἰς τὴν γῆν Χαναάν. Ὁ δὲ Φαρές ἀπέκτησεν υἱοὺς τὸν Ἐσρὼν καὶ τὸν Ἰεμουήλ.

Τρεμπέλα

Οἱ υἱοὶ δὲ τοῦ Ἰούδα ἦσαν ὁ Ἢρ καὶ ὁ Αὐνὰν καὶ ὁ Σηλὼμ καὶ ὁ Φαρὲς καὶ ὁ Ζαρά· ἀλλὰ ὁ Ἢρ καὶ ὁ Αὐνὰν ἀπέθαναν εἰς τὴν χώραν τῆς Χαναάν. Καὶ ὁ Φαρὲς ἀπέκτησε δύο υἱούς, τὸν Ἐσρὼν καὶ τὸν Ἰεμουήλ.

Γεν. 46,13

υἱοὶ δὲ Ἰσσάχαρ· Θωλὰ καὶ Φουὰ καὶ Ἰασοὺβ καὶ Ζαμβράμ.

Κολιτσάρα

Υἱοὶ τοῦ Ἰσσάχαρ ἦσαν ὁ Θωλά, ὁ Φουά, ὁ Ἰασοὺβ καὶ ὁ Ζαμβράμ.

Τρεμπέλα

Οἱ υἱοὶ δὲ τοῦ Ἰσσάχαρ ἦσαν ὁ Θωλὰ καὶ ὁ Φουὰ καὶ ὁ Ἰασοὺβ καὶ ὁ Ζαμβράμ.

Γεν. 46,14

υἱοὶ δὲ Ζαβουλών· Σερὲδ καὶ Ἀλλὼν καὶ Ἀχοήλ.

Κολιτσάρα

Υἱοὶ τοῦ Ζαβουλὼν ἦσαν ὁ Σερέδ, ὁ Ἀλλὼν καὶ ὁ Ἀχοήλ.

Τρεμπέλα

Οἱ υἱοὶ δὲ τοῦ Ζαβουλὼν ἦσαν ὁ Σερὲδ καὶ ὁ Ἀλλὼν καὶ ὁ Ἀχοήλ.

Γεν. 46,15

οὗτοι υἱοὶ Λείας, οὓς ἔτεκε τῷ Ἰακὼβ ἐν Μεσοποταμίᾳ τῆς Συρίας, καὶ Δείναν τὴν θυγατέρα αὐτοῦ· πᾶσαι αἱ ψυχαί, υἱοὶ καὶ θυγατέρες, τριάκοντα τρεῖς.

Κολιτσάρα

Ὅλοι αὐτοὶ ἦσαν υἱοί, τοὺς ὁποίους ἀπέκτησεν ὁ Ἰακὼβ ἐκ τῆς Λείας εἰς τὴν Μεσοποταμίαν τῆς Συρίας· ἐπίσης εἶχε καὶ θυγατέρα του τὴν Δείναν. Ὅλαι αὐταὶ αἱ ψυχαί, υἱοὶ καὶ θυγατέρες, ἦσαν τριάκοντα τρεῖς.

Τρεμπέλα

Αὐτοὶ ὅλοι ἦσαν οἱ υἱοὶ τῆς Λείας, τοὺς ὁποίους αὐτὴ ἐγέννησεν εἰς τὸν Ἰακὼβ εἰς τὴν Μεσοποταμίαν τῆς Συρίας· καθὼς ἐπίσης καὶ τὴν θυγατέρα του Δείναν. Ὅλες αὐτὲς οἱ ψυχές, δηλαδὴ ὅλοι οἱ ἀνωτέρω υἱοὶ καὶ θυγατέρες τοῦ Ἰακώβ, ἦσαν τριάντα τρεῖς.

Γεν. 46,16

υἱοὶ δὲ Γάδ· Σαφὼν καὶ Ἀγγὶς καὶ Σαυνὶς καὶ Θασοβὰν καὶ Ἀηδεὶς καὶ Ἀροηδεὶς καὶ Ἀρεηλείς.

Κολιτσάρα

Υἱοὶ τοῦ Γὰδ ἦσαν ὁ Σαφῶν, ὁ Ἀγγίς, ὁ Σαυνίς, ὁ Θασοβάν, ὁ Ἀηδείς, ὁ Ἀροειδεὶς καὶ ὁ Ἀρεηλείς.

Τρεμπέλα

Οἱ υἱοὶ δὲ τοῦ Γὰδ ἦσαν ὁ Σαφῶν καὶ ὁ Ἀγγὶς καὶ ὁ Σαυνὶς καὶ ὁ Θασοβὰν καὶ ὁ Ἀηδεὶς καὶ ὁ Ἀροηδεὶς καὶ ὁ Ἀρεηλείς.

Γεν. 46,17

υἱοὶ δὲ Ἀσήρ· Ἰεμνά, Ἰεσσουὰ καὶ Ἰεοὺλ καὶ Βαριὰ καὶ Σάρα ἀδελφὴ αὐτῶν. υἱοὶ δὲ Βαριά· Χοβὸρ καὶ Μελχιίλ.

Κολιτσάρα

Υἱοὶ τοῦ Ἀσὴρ ἦσαν ὁ Ἰεμνά, ὁ Ἰεσσουά, ὁ Ἰεούλ, ὁ Βαριὰ καὶ ἡ Σάρα ἡ ἀδελφὴ αὐτῶν. Υἱοὶ δὲ τοῦ Βαριὰ ἦσαν ὁ Χοβὸρ καὶ ὁ Μελχιίλ.

Τρεμπέλα

Οἱ υἱοὶ δὲ τοῦ Ἀσὴρ ἦσαν ὁ Ἰεμνά, ὁ Ἰεσσουὰ καὶ ὁ Ἰεοὺλ καὶ ὁ Βαριὰ καὶ ἡ ἀδελφή των Σάρα. Οἱ υἱοὶ δὲ τοῦ Βαριὰ ἦσαν ὁ Χοβὸρ καὶ ὁ Μελχιίλ.

Γεν. 46,18

οὗτοι υἱοὶ Ζελφᾶς, ἣν ἔδωκε Λάβαν Λείᾳ τῇ θυγατρὶ αὐτοῦ, ἣ ἔτεκε τούτους τῷ Ἰακὼβ δεκαὲξ ψυχάς.

Κολιτσάρα

Ὅλοι οἱ ἀνωτέρω ἦσαν υἱοὶ τῆς Ζελφᾶς, τὴν ὁποίαν εἶχε δώσει ὁ Λάβαν εἰς τὴν Λείαν τὴν θυγατέρα αὐτοῦ. Ἀπὸ αὐτὴν ὁ Ἰακὼβ ἀπέκτησε τοὺς δεκαὲξ αὐτοὺς ἀπογόνους.

Τρεμπέλα

Αὐτοὶ ὅλοι ἦσαν υἱοὶ τῆς δούλης Ζελφᾶς, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ὁ Λάβαν εἱς τὴν θυγατέρα του Λείαν. Αὐτὴ ἐγέννησεν εἰς τὸν Ἰακὼβ τοὺς ἀνωτέρω δεκαέξι ἀπογόνους.

Γεν. 46,19

υἱοὶ δὲ Ῥαχὴλ γυναικὸς Ἰακώβ· Ἰωσὴφ καὶ Βενιαμίν.

Κολιτσάρα

Υἱοὶ δὲ τῆς Ραχήλ, τῆς γυναικὸς τοῦ Ἰακώβ, ἦσαν ὁ Ἰωσὴφ καὶ ὁ Βενιαμίν.

Τρεμπέλα

Οἱ υἱοὶ δὲ τῆς Ραχήλ, τῆς γυναίκας τοῦ Ἰακώβ, ἦσαν ὁ Ἰωσὴφ καὶ ὁ Βενιαμίν.

Γεν. 46,20

ἐγένοντο δὲ υἱοὶ Ἰωσὴφ ἐν γῇ Αἰγύπτου, οὓς ἔτεκεν αὐτῷ Ἀσεννὲθ θυγάτηρ Πετεφρῆ ἱερέως Ἡλιουπόλεως, τὸν Μανασσῆ καὶ τὸν Ἐφραΐμ. ἐγένοντο δὲ υἱοὶ Μανασσῆ, οὓς ἔτεκεν αὐτῷ ἡ παλλακὴ ἡ Σύρα, τὸν Μαχίρ· Μαχὶρ δὲ ἐγέννησε τὸν Γαλαάδ. υἱοὶ δὲ Ἐφραῒμ ἀδελφοῦ Μανασσῆ· Σουταλαὰμ καὶ Ταάμ. υἱοὶ δὲ Σουταλαάμ· Ἐδέμ.

Κολιτσάρα

Οἱ δὲ υἱοὶ τοῦ Ἰωσήφ, τοὺς ὁποίους ἀπέκτησεν εἰς τὴν Αἴγυπτον ἀπὸ τὴν σύζυγόν του τὴν Ἀσεννέθ, θυγατέρα τοῦ Πετεφρῆ ἱερέως τῆς Ἡλιουπόλεως, ἦσαν ὁ Μανασσῆς καὶ ὁ Ἐφραΐμ. Ὁ Μανασσῆς ἀπέκτησεν υἱοὺς ἀπὸ τὴν Σῦραν, τὴν παλλακὴν αὐτοῦ, ἕνας ἐκ τῶν ὁποίων ἦτο ὁ Μαχίρ. Ὁ δὲ Μαχὶρ ἀπέκτησε τὸν Γαλαάδ. Υἱοὶ τοῦ Ἐφραΐμ, ἀδελφοῦ τοῦ Μανασσῆ, ἦσαν ὁ Σουταλαὰμ καὶ ὁ Ταάμ. Υἱὸς δὲ τοῦ Σουταλαὰμ ἦτο ὁ Ἐδέμ.

Τρεμπέλα

Οἱ δὲ υἱοὶ τοῦ Ἰωσήφ, ποὺ ἀπέκτησεν εἰς τὴν Αἴγυπτον καὶ τοὺς ὁποίους ἐγέννησεν εἰς αὐτὸν ἡ Ἀσεννέθ, ἡ κόρη τοῦ Πετεφρῆ, ἱερέως τῆς Ἡλιουπόλεως, ἦσαν ὁ Μανασσῆς καὶ ὁ Ἐφραίμ. Ἀπέκτησε δὲ ὁ Μανασσῆς υἱούς, τοὺς ὁποίους ἐγέννησεν εἰς αὐτὸν ἡ παλλακὴ ἀπὸ τὴν Συρίαν· ἕνας ἀπὸ αὐτοὺς ἦταν ὁ Μαχίρ. Ὁ Μαχὶρ δὲ ἐγέννησε τὸν Γαλαάδ. Οἱ υἱοὶ δὲ τοῦ Ἐφραίμ, ἀδελφοῦ τοῦ Μανασσῆ, ἦσαν ὁ Σουταλαὰμ καὶ ὁ Ταάμ· υἱοὶ δὲ τοῦ Σουταλαὰμ ἦσαν μόνον ἕνας· ὁ Ἐδέμ.

Γεν. 46,21

υἱοὶ δὲ Βενιαμίν· Βαλὰ καὶ Χοβὼρ καὶ Ἀσβήλ· ἐγένοντο δὲ υἱοὶ Βαλά· Γηρὰ καὶ Νοεμὰν καὶ Ἀγχὶς καὶ Ῥὼς καὶ Μαμφὶμ καὶ Ὀφιμίν. Γηρὰ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἀράδ.

Κολιτσάρα

Υἱοὶ τοῦ Βενιαμὶν ἦσαν ὁ Βαλά, ὁ Χοβὼρ καὶ ὁ Ἀσβήλ. Υἱοὶ τοῦ Βαλὰ ἦσαν ὁ Γηρά, ὁ Νοεμάν, ὁ Ἀγχίς, ὁ Ρώς, ὁ Μαμφὶμ καὶ ὁ Ὀφιμίν. Ὁ Γηρὰ ἀπέκτησεν υἱὸν τὸν Ἀράδ.

Τρεμπέλα

Οἱ δὲ υἱοὶ τοῦ Βενιαμὶν ἦσαν ὁ Βαλὰ καὶ ὁ Χοβὼρ καὶ ὁ Ἀσβήλ. Οἱ υἱοὶ δὲ τοῦ Βαλὰ ἦσαν ὁ Γηρὰ καὶ ὁ Νοεμὰν καὶ ὁ Ἀγχὶς καὶ ὁ Ρὼς καὶ ὁ Μαμφὶμ καὶ ὁ Ὀφιμίν. Ὁ Γηρὰ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἀράδ.

Γεν. 46,22

οὗτοι υἱοὶ Ῥαχήλ, οὓς ἔτεκε τῷ Ἰακώβ· πᾶσαι αἱ ψυχαὶ δεκαοκτώ.

Κολιτσάρα

Αὐτοὶ ἦσαν ἀπόγονοι τοῦ Ἰακὼβ καὶ τῆς Ραχήλ, ἐν συνόλῳ ψυχαὶ δέκα ὀκτώ.

Τρεμπέλα

Ὅλοι αὐτοὶ εἶναι ἀπόγονοι τῆς Ραχήλ, τοὺς ὁποίους ἐγέννησεν εἰς τὸν Ἰακώβ. Ὅλοι αὐτοὶ εἶναι δεκαοκτὼ ψυχές.

Γεν. 46,23

υἱοὶ δὲ Δάν· Ἀσόμ.

Κολιτσάρα

Υἱὸς τοῦ Δὰν ἦτο ὁ Ἀσόμ.

Τρεμπέλα

Οἱ υἱοὶ δὲ τοῦ Δὰν ἦσαν μόνον ἕνας· ὁ Ἀσόμ.

Γεν. 46,24

καὶ υἱοὶ Νεφθαλείμ· Ἀσιὴλ καὶ Γωυνὶ καὶ Ἰσσάαρ καὶ Συλλήμ.

Κολιτσάρα

Υἱοὶ τοῦ Νεφθαλεὶμ ἦσαν ὁ Ἀσιήλ, ὁ Γωυνί, ὁ Ἰσσάαρ καὶ ὁ Συλλήμ.

Τρεμπέλα

Καὶ οἱ υἱοὶ τοῦ Νεφθαλεὶμ ἦσαν ὁ Ἀσιὴλ καὶ ὁ Γωυνὶ καὶ ὁ Ἰσσάαρ καὶ ὁ Συλλήμ.

Γεν. 46,25

οὗτοι υἱοὶ Βαλᾶς, ἣν ἔδωκε Λάβαν Ῥαχὴλ τῇ θυγατρὶ αὐτοῦ, ἣ ἔτεκε τούτους τῷ Ἰακώβ· πᾶσαι αἱ ψυχαὶ ἑπτά.

Κολιτσάρα

Αὐτοὶ ἦσαν τέκνα τῆς δούλης Βαλᾶς, τὴν ὁποίαν ὁ Λάβαν εἶχεν δώσει εἰς τὴν θυγατέρα τοῦ Ραχήλ. Ἀπὸ αὐτὴν ἀπέκτησεν ὁ Ἰακὼβ τοὺς ἀνωτέρω ἀπογόνους ἐν ὅλῳ ἑπτά.

Τρεμπέλα

Ὅλοι αὐτοὶ ἦσαν υἱοὶ τῆς δούλης Βαλλάς, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ὁ Λάβαν εἰς τὴν κόρην του Ραχήλ. Ἡ δούλη Βαλλὰ ἐγέννησε τοὺς ἀνωτέρω υἱοὺς εἰς τὸν Ἰακώβ, οἱ ὁποῖοι εἶναι συνολικῶς ἑπτά.

Γεν. 46,26

πᾶσαι δὲ αἱ ψυχαὶ αἱ εἰσελθοῦσαι μετὰ Ἰακὼβ εἰς Αἴγυπτον, οἱ ἐξελθόντες ἐκ τῶν μηρῶν αὐτοῦ, χωρὶς τῶν γυναικῶν υἱῶν Ἰακώβ, πᾶσαι ψυχαὶ ἑξηκονταέξ.

Κολιτσάρα

Ὅλοι δὲ οἱ ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι εἰσῆλθον εἰς τὴν Αἴγυπτον μαζῆ μὲ τὸν Ἰακώβ, οἱ γεννηθέντες ἀπὸ αὐτόν, πλὴν τῶν συζύγων τῶν υἱῶν Ἰσραήλ, ἦσαν ἐν συνόλῳ ἑξήκοντα ἓξ.

Τρεμπέλα

Ὅλοι δὲ οἱ ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι ἦλθαν εἰς τὴν Αἴγυπτον μαζί μὲ τὸν Ἰακώβ, οἱ ἀπόγονοι ποὺ προῆλθαν κατ’ εὐθεῖαν ἀπὸ αὐτόν, χωρὶς νὰ περιλαμβάνωνται εἰς αὐτούς οἱ γυναῖκες τῶν υἱῶν του (ποὺ ἦσαν νύμφες καὶ ὄχι ἀπόγονοί του), ἦσαν ἑξῆντα ἕξι.

Γεν. 46,27

υἱοὶ δὲ Ἰωσὴφ οἱ γενόμενοι αὐτῷ ἐν γῇ Αἰγύπτῳ ψυχαὶ ἐννέα. πᾶσαι ψυχαὶ οἴκου Ἰακὼβ αἱ εἰσελθοῦσαι μετὰ Ἰακὼβ εἰς Αἴγυπτον ψυχαὶ ἑβδομήκοντα πέντε.

Κολιτσάρα

Υἱοὶ δὲ καὶ ἔγγονοι τοῦ Ἰωσήφ, τοὺς ὁποίους ἀπέκτησεν εἰς τὴν Αἴγυπτον ἦσαν ἐννέα ἄνδρες. Ἐπομένως ὅλοι οἱ ἄνδρες, υἱοὶ καὶ ἀπόγονοι τοῦ Ἰακώβ, οἱ ὁποῖοι εἰσῆλθον μαζῆ του εἰς τὴν Αἴγυπτον ἦσαν ἑβδομήκοντα πέντε.

Τρεμπέλα

Οἱ δὲ υἱοὶ καὶ οἱ ἔγγονοι τοῦ Ἰωσήφ, οἱ ὁποῖοι ἐγεννήθησαν ἀπὸ αὐτὸν εἰς τὴν Αἴγυπτον, ἀνήρχοντο εἰς ἐννέα· ὅλα τὰ πρόσωπα τῆς οἰκογενείας τοῦ Ἰακώβ, ποὺ ἐμπῆκαν μαζὶ μὲ τὸν Ἰακὼβ εἰς τὴν Αἴγυπτον, ἦσαν ἑβδομῆντα πέντε.

Γεν. 46,28

Τὸν δὲ Ἰούδαν ἀπέστειλεν ἔμπροσθεν αὐτοῦ πρὸς Ἰωσὴφ συναντῆσαι αὐτῷ καθ’ Ἡρώων πόλιν, εἰς γῆν Ῥαμεσσῆ.

Κολιτσάρα

Ὁ Ἰακὼβ ἔστειλε πρὸ αὐτοῦ πρὸς τὸν Ἰωσὴφ τὸν Ἰούδαν, διὰ νὰ προετοιμάσῃ τὴν συνάντησίν του μὲ τὸν υἱόν του τὸν Ἰωσὴφ εἰς τὴν πόλιν τῶν Ἡρώων, εἰς τὴν χώραν «Ραμεσσῆ», τὴν ἄλλως ὀνομαζομένην Γεσέμ.

Τρεμπέλα

Ὅταν ὁ Ἰακὼβ ἐμπῆκε εἰς τὰ ὅρια τῆς Αἰγύπτου, ἀπέστειλε πρὶν ἀπὸ αὐτὸν τὸν Ἰούδαν πρὸς τὸν Ἰωσήφ, διὰ νὰ ἔλθῃ νὰ τὸν συναντήσῃ εἰς τὴν πόλιν τῶν Ἡρώων, εἰς τὴν χώραν Ραμεσσῆ, δηλαδὴ τὴν Γεσέμ.

Γεν. 46,29

ζεύξας δὲ Ἰωσὴφ τὰ ἅρματα αὐτοῦ ἀνέβη εἰς συνάντησιν Ἰσραὴλ τῷ πατρὶ αὐτοῦ καθ’ Ἡρώων πόλιν καὶ ὀφθεὶς αὐτῷ ἐπέπεσεν ἐπὶ τὸν τράχηλον αὐτοῦ καὶ ἔκλαυσε κλαυθμῷ πίονι.

Κολιτσάρα

Ὁ Ἰωσὴφ ἔζευξε τὰ ἅρματά του καὶ μετέβη πρὸς συνάντησιν τοῦ πατρός του Ἰακὼβ εἰς τὴν πόλιν τῶν Ἡρώων. Ὅταν δὲ τὸν εἶδεν, ἔπεσεν εἰς τὸν τράχηλόν του, τὸν ἐνηγκαλίσθη καὶ ἔκλαυσε μὲ ἀσυγκράτητα δάκρυα.

Τρεμπέλα

Μόλις ὁ Ἰωσὴφ ἐπληροφορήθη τὸ γεγονός, διέταξε νὰ ζεύξουν τὰ ἅρματά του καὶ ἔσπευσε νὰ συναντήσῃ τὸν πατέρα του Ἰσραὴλ εἰς τὴν πόλιν τῶν Ἡρώων· μόλις δὲ τὸν συνήντησεν, ἔπεσεν εἰς τὸν τράχηλόν του καὶ ἔκλαυσεν ἐπὶ ἀρκετὴν ὥραν μὲ ἀσταμάτητα δάκρυα· μὲ κλαυθμὸν μεγάλον καὶ δυνατόν.

Γεν. 46,30

καὶ εἶπεν Ἰσραὴλ πρὸς Ἰωσήφ· ἀποθανοῦμαι ἀπὸ τοῦ νῦν, ἐπεὶ ἑώρακα τὸ πρόσωπόν σου· ἔτι γὰρ σὺ ζῇς.

Κολιτσάρα

Εὐτυχισμένος ὁ γέρων Ἰακὼβ εἶπε πρὸς τὸν Ἰωσήφ· «ἂς ἀποθάνω ἀπὸ τὴν στιγμὴν αὐτήν, ἀφοῦ εἶδα τὸ πρόσωπόν σου, διότι εἶδα ὅτι ἀκόμη σὺ ζῇς».

Τρεμπέλα

Τότε ὁ Ἰσραὴλ εἶπε πρὸς τὸν Ἰωσήφ: «Ποίαν ἄλλην μεγαλυτέραν εὐχαρίστησιν περιμένω τώρα; Τώρα εἶμαι ἕτοιμος νὰ ἀποθάνω, ἀφοῦ σὲ εἶδα· διότι σὺ εἶσαι ἀκόμη ζωντανός. Ἂς ἀποθάνω τώρα, διὰ νὰ φύγω εὐχαριστημένος».

Γεν. 46,31

εἶπε δὲ Ἰωσὴφ πρὸς τοὺς ἀδελφοὺς αὐτοῦ· ἀναβὰς ἀπαγγελῶ τῷ Φαραὼ καὶ ἐρῶ αὐτῷ· οἱ ἀδελφοί μου καὶ ὁ οἶκος τοῦ πατρός μου, οἳ ἦσαν ἐν γῇ Χαναάν, ἥκασι πρός με·

Κολιτσάρα

Εἶπεν ὁ Ἰωσὴφ πρὸς τοὺς ἀδελφούς του· «ἐγὼ θὰ μεταβῶ τώρα εἰς τὸν Φαραὼ καὶ θὰ τοῦ εἴπω· Οἱ ἀδελφοί μου καὶ ὅλη ἡ οἰκογένεια τοῦ πατρός μου, ποὺ ἦσαν εἰς τὴν γῆν Χαναάν, ἔχουν ἔλθει πρὸς ἐμέ.

Τρεμπέλα

Κατόπιν ὁ Ἰωσὴφ εἶπε πρὸς τοὺς ἀδελφούς του: «Πρέπει νὰ ἀνέβω διὰ νὰ ἀναγγείλω εἰς τὸν Φαραὼ τὸ γεγονὸς καὶ νὰ τοῦ εἰπῶ· «οἱ ἀδελφοί μου καὶ ὅλη ἡ οἰκογένεια τοῦ πατέρα μου, ποὺ ἦσαν εἰς τὴν Χαναάν, ἔχουν φθάσει κοντά μου».

Γεν. 46,32

οἱ δὲ ἄνδρες εἰσὶ ποιμένες· ἄνδρες γὰρ κτηνοτρόφοι ἦσαν· καὶ τὰ κτήνη καὶ τοὺς βόας καὶ πάντα τὰ αὐτῶν ἀγηόχασιν.

Κολιτσάρα

Οἱ ἄνδρες αὐτοὶ εἶναι ποιμένες· ἦσαν πάντοτε κτηνοτρόφοι. Ἔφεραν δὲ μαζῆ των τὰ κτήνη, τὰ βόδια των καὶ ὅ,τι ἄλλο εἶχαν ἐκεῖ καὶ ὅλην τὴν ἄλλην κινητὴν περιουσίαν των ἔφεραν μαζῆ των.

Τρεμπέλα

Θὰ τοῦ εἰπῶ· «οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ εἶναι βοσκοί· διότι ἦσαν ἀνέκαθεν κτηνοτρόφοι· καὶ ἔφεραν μαζί των τὰ ζῶα καὶ τὰ βόδια καὶ ὅλα, ὅσα εἶχαν (τὴν κινητὴν περιουσίαν των)».

Γεν. 46,33

ἐὰν οὖν καλέσῃ ὑμᾶς Φαραὼ καὶ εἴπῃ ὑμῖν· τί τὸ ἔργον ὑμῶν ἐστίν;

Κολιτσάρα

Ἐὰν λοιπὸν σᾶς καλέσῃ ὁ Φαραὼ καὶ σᾶς ἐρωτήσῃ, ποῖον εἶναι τὸ ἔργον σας;

Τρεμπέλα

Ἐὰν λοιπὸν σᾶς καλέσῃ ὁ Φαραὼ καὶ σᾶς ἐρωτήσῃ «ποία εἶναι ἡ ἐργασία σας;»,

Γεν. 46,34

ἐρεῖτε· ἄνδρες κτηνοτρόφοι ἐσμὲν οἱ παῖδές σου ἐκ παιδὸς ἕως τοῦ νῦν, καὶ ἡμεῖς καὶ οἱ πατέρες ἡμῶν, ἵνα κατοικήσητε ἐν γῇ Γεσὲμ Ἀραβίας· βδέλυγμα γάρ ἐστιν Αἰγυπτίοις πᾶς ποιμὴν προβάτων.

Κολιτσάρα

Σεῖς θὰ ἀπαντήσετε· Ἡμεῖς, οἱ δοῦλοί σου, εἴμεθα ἄνδρες κτηνοτρόφοι ἀπὸ τῆς παιδικῆς μας ἡλικίας μέχρι σήμερον, ἡμεῖς καὶ οἱ πατέρες μας. Θὰ πῆτε δὲ αὐτά, διὰ νὰ σᾶς ἀφήσῃ νὰ κατοικήσετε εἰς τὴν Γεσὲμ τῆς Ἀραβίας, μακρὰν ἀπὸ τὴν κεντρικὴν Αἴγυπτον, διότι οἱ Αἰγύπτιοι ἀποστρέφονται καὶ δὲν θέλουν νὰ ἔχουν ἐπικοινωνίαν μὲ ποιμένας προβάτων».

Τρεμπέλα

σεῖς νὰ τοῦ ἀπαντήσετε· «οἱ δοῦλοι σου εἴμεθα ἐξ ἀρχῆς, ἀπὸ παιδικῆς ἡλικίας μέχρι τώρα κτηνοτρόφοι καὶ ἐμεῖς καὶ οἱ πατέρες μας». Νὰ τοῦ δώσετε αὐτὴν τὴν ἀπάντησιν, διὰ νὰ σᾶς ἐπιτρέψῃ νὰ κατοικήσετε εἰς τὴν χώραν Γεσὲμ τῆς Ἀραβίας, ποὺ εὑρίσκεται εἰς τὰ σύνορα, μακρυὰ ἀπὸ τὸ κέντρον τῆς Αἰγύπτου. Διότι εἶναι πρᾶγμα μισητὸν καὶ ἀπεχθὲς εἰς τοὺς Αἰγυπτίους τὸ νὰ εἶναι κανεὶς βοσκὸς προβάτων».

Κεφάλαιο 47

Γεν. 47,1

Ἐλθὼν δὲ Ἰωσὴφ ἀπήγγειλε τῷ Φαραὼ λέγων· ὁ πατήρ μου καὶ οἱ ἀδελφοί μου καὶ τὰ κτήνη καὶ οἱ βόες αὐτῶν καὶ πάντα τὰ αὐτῶν ἦλθον ἐκ γῆς Χαναὰν καὶ ἰδοὺ εἰσιν ἐν γῇ Γεσέμ.

Κολιτσάρα

Ἐπεσκέφθη ὁ Ἰωσὴφ τὸν Φαραὼ καὶ τοῦ ἀνήγγειλεν ὅτι· «ὁ πατήρ μου, οἱ ἀδελφοί μου, τὰ ποίμνιά των, τὰ βόδια των καὶ ὅλα τὰ ὑπάρχοντά των ἦλθον ἀπὸ τὴν γῆν Χαναὰν καὶ ἰδού, εὑρίσκονται τώρα εἰς τὴν χώραν τῆς Γεσέμ».

Τρεμπέλα

Ἀφοῦ ὁ Ἰωσὴφ ἔφυγεν ἀπὸ τὴν Γεσέμ, ἐπέστρεψεν εἰς τὸν Φαραώ, τοῦ ἀνεκοίνωσε τὴν εἴδησιν καὶ τοῦ εἶπε: «Ὁ πατέρας μου καὶ οἱ ἀδελφοί μου καὶ τὰ ζῶα καὶ τὰ βόδια των καὶ ὅλα τὰ ὑπάρχοντά των ἦλθαν ἀπὸ τὴν χώραν τῆς Χαναὰν καὶ νά· εὑρίσκονται τώρα εἰς τὴν περιοχὴν τῆς Γεσέμ».

Γεν. 47,2

ἀπὸ δὲ τῶν ἀδελφῶν αὐτοῦ παρέλαβε πέντε ἄνδρας καὶ ἔστησεν αὐτοὺς ἐναντίον Φαραώ.

Κολιτσάρα

Εἶχε δὲ πάρει μαζῆ του πέντε ἀπὸ τοὺς ἀδελφούς του καὶ τοὺς παρουσίασεν ἐνώπιον τοῦ Φαραώ.

Τρεμπέλα

Παρέλαβε δὲ πέντε ἀπὸ τοὺς ἀδελφούς του καὶ τοὺς παρουσίασεν εἰς τὸν Φαραώ.

Γεν. 47,3

καὶ εἶπε Φαραὼ τοῖς ἀδελφοῖς Ἰωσήφ· τί τὸ ἔργον ὑμῶν; οἱ δὲ εἶπαν τῷ Φαραώ· ποιμένες προβάτων οἱ παῖδές σου, καὶ ἡμεῖς καὶ οἱ πατέρες ἡμῶν.

Κολιτσάρα

Ἠρώτησε δὲ ὁ Φαραὼ τοὺς ἀδελφοὺς τοῦ Ἰωσήφ· «ποῖον εἶναι τὸ ἐπάγγελμά σας; Ποία ἡ ἐργασία σας;» Ἐκεῖνοι τοῦ ἀπήντησαν· «ποιμένες προβάτων εἴμεθα οἱ δοῦλοι σου, καὶ ἡμεῖς καὶ οἱ πρόγονοί μας».

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Φαραὼ ἐρώτησε τοὺς ἀδελφοὺς τοῦ Ἰωσήφ· «ποιὰ εἶναι ἡ ἐργασία σας;» Ἐκεῖνοι ἀπάντησαν· «οἱ δοῦλοι σου εἴμεθα βοσκοὶ προβάτων, κτηνοτρόφοι, ὅπως καὶ οἱ πρόγονοί μας».

Γεν. 47,4

εἶπαν δὲ τῷ Φαραώ· παροικεῖν ἐν τῇ γῇ ἥκαμεν· οὐ γάρ ἐστι νομὴ τοῖς κτήνεσι τῶν παίδων σου, ἐνίσχυσε γὰρ ὁ λιμὸς ἐν γῇ Χαναάν· νῦν οὖν κατοικήσωμεν οἱ παῖδές σου ἐν γῇ Γεσέμ.

Κολιτσάρα

Εἶπαν δὲ ἀκόμη εἰς τὸν Φαραώ· «ἔχομεν δὲ ἔλθει, διὰ νὰ κατοικήσωμεν προσωρινῶς εἰς τὴν χώραν αὐτήν. Καὶ τοῦτο, διότι δὲν ὑπάρχει βοσκὴ διὰ τὰ ζῶα τῶν δούλων σου ἐπειδὴ ὁ λιμὸς ἔχει ἐνταθῆ πολὺ εἰς τὴν γῆν Χανααν. Ἂς κατοικήσωμεν λοιπὸν τώρα οἱ δοῦλοι σου εἰς τὴν περιοχὴν Γεσέμ».

Τρεμπέλα

Καὶ ἐπρόσθεσαν εἰς τὸν Φαραώ: «Ἤλθαμεν ἐδῶ, διὰ νὰ κατοικήσωμεν προσωρινῶς ὡς μετανάστες εἰς τὴν χώραν αὐτήν. Ἤλθαμεν ἐδῶ, ἐπειδὴ εἰς τὴν χώραν τῆς Χαναὰν δεν ὑπάρχει βοσκὴ διὰ τὰ κοπάδια τῶν δούλων σου, διότι ἡ πεῖνα ἔγινε πολὺ μεγάλη καὶ βαρειὰ εἰς τὴν χώραν τῆς Χαναάν. Τώρα λοιπόν, σὲ παρακαλοῦμεν, δῶσε τὴν ἄδειαν νὰ ἐγκατασταθῶμεν προσωρινῶς οἱ δοῦλοι σου εἰς τὴν περιοχὴν τῆς Γεσέμ».

Γεν. 47,5

εἶπε δὲ Φαραὼ τῷ Ἰωσήφ· κατοικείτωσαν ἐν γῇ Γεσέμ· εἰ δὲ ἐπίστῃ ὅτι εἰσὶν ἐν αὐτοῖς ἄνδρες δυνατοί, κατάστησον αὐτοὺς ἄρχοντας τῶν ἐμῶν κτηνῶν. Ἦλθον δὲ εἰς Αἴγυπτον πρὸς Ἰωσὴφ Ἰακὼβ καὶ οἱ υἱοὶ αὐτοῦ, καὶ ἤκουσε Φαραὼ βασιλεὺς Αἰγύπτου.

Κολιτσάρα

Εἶπε δὲ ὁ Φαραὼ πρὸς τὸν Ἰωσήφ· «ναί, ἂς κατοικήσουν εἰς τὴν Γεσέμ. Ἐὰν δὲ γνωρίζῃς ὅτι μεταξὺ αὐτῶν ὑπάρχουν ἄνδρες ἱκανοὶ καὶ ἰσχυροὶ νὰ τοὺς διορίσῃς ἀρχιποίμενας εἰς τὰ ἰδικά μου κοπάδια τῶν ζώων». Ἔτσι ἦλθαν εἰς τὴν Αἴγυπτον πρὸς τὸν Ἰωσὴφ ὁ Ἰακὼβ καὶ τὰ παιδιά του καὶ ἐπληροφορήθη τοῦτο ὁ Φαραώ, ὁ βασιλεὺς τῆς Αἰγύπτου.

Τρεμπέλα

Τότε ὁ Φαραὼ εἶπε πρὸς τὸν Ἰωσήφ: «Μάλιστα· ἂς κατοικήσουν εἰς τὴν περιοχὴν τῆς Γεσέμ. Ἐὰν δὲ γνωρίζῃς ὅτι μεταξύ των ὑπάρχουν ἄνδρες ἱκανοί, διόρισέ τους ὡς ἀρχιποίμενας τῶν ἰδικῶν μου κοπαδιῶν». Ἀφοῦ ἐγκατεστάθησαν εἰς τὴν Γεσέμ, ἦλθαν εἰς τὴν Αἴγυπτον εἰς τὸν Ἰωσὴφ ὁ Ἰακὼβ καὶ οἱ υἱοί του· ἐπληροφορήθη δὲ τὴν ἄφιξίν των ὁ Φαραώ, ὁ βασιλιᾶς τῆς Αἰγύπτου,

Γεν. 47,6

καὶ εἶπε Φαραὼ πρὸς Ἰωσὴφ λέγων· ὁ πατήρ σου καὶ οἱ ἀδελφοί σου ἥκασι πρὸς σέ· ἰδοὺ ἡ γῆ Αἰγύπτου ἐναντίον σου ἐστίν· ἐν τῇ βελτίστῃ γῇ κατοίκισον τὸν πατέρα σου καὶ τοὺς ἀδελφούς σου.

Κολιτσάρα

Εἶπεν ὁ Φαραὼ πρὸς τὸν Ἰωσὴφ καὶ τὰ ἑξῆς· «εἶδα ὅτι ὁ πατέρας σου καὶ οἱ ἀδελφοί σου ἔχουν ἔλθει πρὸς σέ. Ἰδοὺ ἐνώπιόν σου εὑρίσκεται ἡ χώρα τῆς Αἰγύπτου εἰς τὴν διάθεσίν σου. Εἰς τὴν καλυτέραν περιοχὴν νὰ ἐγκαταστήσῃς τὸν πατέρα σου καὶ τοὺς ἀδελφούς σου.

Τρεμπέλα

ὁ ὁποῖος καὶ εἶπε πρὸς τὸν Ἰωσήφ: «Ὁ πατέρας καὶ οἱ ἀδελφοί σου ἦλθαν κοντά σου· νά, ἡ χώρα τῆς Αἰγύπτου εἶναι ἐμπρός σου. Ἐγκατάστησε τὸν πατέρα σου καὶ τοὺς ἀδελφούς σου εἰς τὸ καλύτερον καὶ εὐφορώτερον μέρος τῆς χώρας».

Γεν. 47,7

εἰσήγαγε δὲ Ἰωσὴφ Ἰακὼβ τὸν πατέρα αὐτοῦ καὶ ἔστησεν αὐτὸν ἐναντίον Φαραώ, καὶ ηὐλόγησεν Ἰακὼβ τὸν Φαραώ.

Κολιτσάρα

Ὁ Ἰωσὴφ ὡδήγησε τὸν πατέρα του τὸν Ἰακὼβ καὶ τὸν παρουσίασεν ἐνώπιον τοῦ Φαραώ. Ὁ δὲ Ἰακὼβ εὐλόγησε τὸν Φαραώ.

Τρεμπέλα

Ἔφερε δὲ ὁ Ἰωσὴφ τὸν πατέρα του τὸν Ἰακὼβ καὶ τὸν παρουσίασεν εἰς τὸν Φαραώ, καὶ ὁ Ἰακὼβ εὐλόγησε τὸν Φαραώ.

Γεν. 47,8

εἶπε δὲ Φαραὼ τῷ Ἰακώβ· πόσα ἔτη ἡμερῶν τῆς ζωῆς σου;

Κολιτσάρα

Ὁ Φαραὼ ἠρώτησε τὸν Ἰακώβ· «πόσων ἐτῶν εἶσαι;»

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Φαραὼ εἶπεν εἰς τὸν Ἰακώβ: «Πόσων χρόνων εἶσαι;»

Γεν. 47,9

καὶ εἶπεν Ἰακὼβ τῷ Φαραώ· αἱ ἡμέραι τῶν ἐτῶν τῆς ζωῆς μου, ἃς παροικῶ, ἑκατὸν τριάκοντα ἔτη· μικραὶ καὶ πονηραὶ γεγόνασιν αἱ ἡμέραι τῶν ἐτῶν τῆς ζωῆς μου, οὐκ ἀφίκοντο εἰς τὰς ἡμέρας τῶν ἐτῶν τῆς ζωῆς τῶν πατέρων μου, ἃς ἡμέρας παρῴκησαν.

Κολιτσάρα

Ὁ δὲ Ἰακώβ τοῦ ἀπήντησε· «τὰ ἔτη τῆς ζωῆς μου, κατὰ τὰ ὁποῖα κατοικῶ εἰς τὴν γῆν, ἀνέρχονται εἰς ἑκατὸν τριάκοντα. Ὀλίγα καὶ γεμᾶτα θλίψεις καὶ περιπετείας εἶναι τὰ ἔτη τῆς ζωῆς μου. Δὲν ἔφθασα εἰς τὰ ἔτη τῶν προγόνων μου, τὰ ὁποῖα ἔζησαν ἐκεῖνοι ὡς πάροικοι εἰς τὴν γῆν».

Τρεμπέλα

Ὁ Ἰακὼβ ἀπάντησε εἰς τὸν Φαραώ: «Οἱ ἡμέρες τῶν χρόνων τῆς ζωῆς μου, κατὰ τὶς ὁποῖες εἶμαι διαβάτης, μετανάστης καὶ προσωρινὸς κάτοικος τῆς γῆς, εἶναι ἑκατὸν τριάντα χρόνια. Οἱ ἡμέρες τῶν χρόνων τῆς ζωῆς μου εἶναι μικρὲς καὶ ὀλίγες, γεμᾶτες θλίψεις, πόνους, δοκιμασίες καὶ βάσανα καὶ δὲν ὁμοιάζουν οὔτε ἔφθασαν τὶς πολλὲς ἡμέρες τῆς ζωῆς τῶν προγόνων μου, τὶς ὁποῖες ἔζησαν καὶ ἐκεῖνοι ὡς ξένοι καὶ ταξιδιῶτες εἰς τὴν γῆν».

Γεν. 47,10

καὶ εὐλογήσας Ἰακὼβ τὸν Φαραὼ ἐξῆλθεν ἀπ’ αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

Ὁ Ἰακὼβ εὐχηθεὶς καὶ πάλιν τὸν Φαραώ, ἐξῆλθεν ἀπὸ τὰ ἀνάκτορα αὐτοῦ.

Τρεμπέλα

Ὁ Ἰακώβ, ἀφοῦ εὐλόγησε πάλιν τὸν Φαραώ, ἔφυγε ἀπὸ τὸ παλάτι.

Γεν. 47,11

καὶ κατῴκισεν Ἰωσὴφ τὸν πατέρα αὐτοῦ καὶ τοὺς ἀδελφοὺς αὐτοῦ καὶ ἔδωκεν αὐτοῖς κατάσχεσιν ἐν γῇ Αἰγύπτῳ ἐν τῇ βελτίστῃ γῇ, ἐν γῇ Ῥαμεσσῆ, καθὰ προσέταξε Φαραώ.

Κολιτσάρα

Ὁ Ἰωσὴφ ἐγκατέστησε τὸν πατέρα καὶ τοὺς ἀδελφούς του, σύμφωνα μὲ τὸ πρόσταγμα τοῦ Φαραώ, εἰς τὴν ὡραιοτάτην περιοχὴν τῆς Αἰγύπτου, εἰς τὴν χώραν Ραμεσσῆ, τὴν Γεσέμ, τὴν ὁποίαν καὶ ἔδωσεν εἰς αὐτοὺς ὡς ἰδιοκτησίαν.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Ἰωσὴφ ἐγκατέστησε τὸν πατέρα του καὶ τοὺς ἀδελφούς του εἰς τὴν Αἴγυπτον, εἰς τὴν καλύτερη καὶ εὐφορώτερη περιοχήν, εἰς τὴν χώραν τοῦ Ραμεσσῆ (δηλαδὴ τὴν Γεσέμ), σύμφωνα μὲ τὴν προσταγὴν τοῦ Φαραώ.

Γεν. 47,12

καὶ ἐσιτομέτρει Ἰωσὴφ τῷ πατρὶ αὐτοῦ καὶ τοῖς ἀδελφοῖς καὶ παντὶ τῷ οἴκῳ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ σῖτον κατὰ σῶμα.

Κολιτσάρα

Κατὰ δὲ τὴν διάρκειαν τοῦ λιμοῦ ἐχορήγει ὁ Ἰωσὴφ εἰς τὸν πατέρα του καὶ τοὺς ἀδελφούς του καὶ εἰς ὅλα τὰ μέλῃ τῶν οἰκογενειῶν τοῦ οἴκου τοῦ πατρός του, σιτάρι ἀναλόγως μὲ τὰ ἄτομα ποὺ εἶχεν ἑκάστη.

Τρεμπέλα

Κατὰ τὴν διάρκειαν δὲ τῆς πείνας ὁ Ἰωσὴφ ἐπρομήθευε σιτάρι εἰς τὸν πατέρα του καὶ τοὺς ἀδελφούς του καὶ εἰς ὅλα τὰ πρόσωπα τῆς οἰκογενείας τοῦ πατέρα του· τοὺς ἐπρομήθευε τόσον, ὅσον ἦταν ἀρκετὸν διὰ τὸν καθένα των ἔτσι, ὥστε νὰ μὴ στερῆται κανείς (ἢ κατ’ ἄλλην ἑρμηνείαν, ἀναλόγως τῶν ἀτόμων, ποὺ εἶχεν ἡ κάθε μία οἰκογένεια).

Γεν. 47,13

Σῖτος δὲ οὐκ ἦν ἐν πάσῃ τῇ γῇ· ἐνίσχυσε γὰρ ὁ λιμὸς σφόδρα. ἐξέλιπε δὲ ἡ γῆ Αἰγύπτου καὶ ἡ γῆ Χαναὰν ἀπὸ τοῦ λιμοῦ.

Κολιτσάρα

Σῖτος δὲ δὲν ὑπῆρχε πλέον εἰς ὅλην τὴν χώραν, διότι ὁ λιμὸς ἐνετάθη πολύ. Ἡ χώρα τῆς Αἰγύπτου καὶ ἡ χώρα τῆς Χαναὰν ἐξηντλήθησαν ἕνεκα τοῦ λιμοῦ.

Τρεμπέλα

Σιτάρι δὲ δὲν ὑπῆρχεν εἰς ὅλην τὴν χώραν καὶ τὶς γειτονικὲς μὲ αὐτὴν περιοχές, διότι ἡ πεῖνα εἶχε δυναμώσει πάρα πολύ. Ἡ χώρα τῆς Αἰγύπτου καὶ ἡ χώρα τῆς Χαναὰν ἐμαράνθησαν καὶ ἐξηντλήθησαν ἀπὸ τὴν πεῖναν.

Γεν. 47,14

συνήγαγε δὲ Ἰωσὴφ πᾶν τὸ ἀργύριον τὸ εὑρεθὲν ἐν γῇ Αἰγύπτου καὶ ἐν γῇ Χαναὰν τοῦ σίτου, οὗ ἠγόραζον, καὶ ἐσιτομέτρει αὐτοῖς, καὶ εἰσήνεγκεν Ἰωσὴφ πᾶν τὸ ἀργύριον εἰς τὸν οἶκον Φαραώ.

Κολιτσάρα

Ὁ δὲ Ἰωσὴφ συνεκέντρωσεν ὅλα τὰ χρήματα, ποὺ ὑπῆρχον εἰς τὴν Αἴγυπτον καὶ εἰς τὴν Χαναάν, πωλῶν τὸν σῖτον, τὸν ὁποῖον ἠγόραζον οἱ κάτοικοι. Ἔτσι δὲ ὁ Ἰωσὴφ συνεκέντρωσεν ὅλον τὸ ἀργύριον εἰς τὸν οἶκον τοῦ Φαραώ.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Ἰωσὴφ συνεκέντρωσεν ὅλα τὰ χρήματα, ποὺ εὑρίσκοντο εἰς τὴν χώραν τῆς Αἰγύπτου καὶ εἰς τὴν χώραν τῆς Χαναάν, διὰ τὸ σιτάρι ποὺ ἀγόραζαν καὶ τὸ ὁποῖον τοὺς ἐπωλοῦσε ὁ Ἰωσήφ. Μὲ τὸν τρόπον αὐτὸν ὁ Ἰωσὴφ συνεκέντρωσε καὶ κατέθεσεν ὅλα τὰ χρήματα τῶν εἰσπράξεων εἰς τὸ βααιλικὸν ταμεῖον τοῦ Φαραώ.

Γεν. 47,15

καὶ ἐξέλιπε πᾶν τὸ ἀργύριον ἐκ γῆς Αἰγύπτου καὶ ἐκ γῆς Χαναάν. ἦλθον δὲ πάντες οἱ Αἰγύπτιοι πρὸς Ἰωσήφ, λέγοντες· δὸς ἡμῖν ἄρτους, καὶ ἱνατί ἀποθνήσκομεν ἐναντίον σου; ἐκλέλοιπε γὰρ τὸ ἀργύριον ἡμῶν.

Κολιτσάρα

Ἕνεκα τοῦ συνεχιζομένου λιμοῦ καὶ τῆς ἀγορᾶς τοῦ σίτου ἐξηντλήθησαν τὰ χρήματα τῶν ἀνθρώπων τῆς Αἰγύπτου καὶ τῆς Χαναάν. Δὲν εἶχον πλέον μὲ τί νὰ ἀγοράσουν σῖτον. Διὰ τοῦτο ἦλθαν πρὸς τὸν Ἰωσὴφ καὶ τοῦ εἶπον· «δός μας ψωμί· διατί νὰ ἀποθάνωμεν ἐνώπιόν σου; Τὰ χρήματά μας ἔχουν πλέον ἐξαντληθῆ».

Τρεμπέλα

Καὶ ἐξηντλήθησαν ὅλα τὰ χρήματα ἀπὸ τὴν Αἴγυπτον καὶ τὴν Χαναάν, ἐπειδὴ ὅλα εἶχαν συγκεντρωθῆ εἰς τὸ βασιλικὸν θησαυροφυλάκιον. Δι’αὐτὸ ἦλθαν ὅλοι οἱ Αἰγύπτιοι πρὸς τὸν Ἰωσὴφ καὶ τοῦ εἶπαν: «Δῶσε μας ψωμί. Κάμε κάτι διὰ νὰ ζήσωμεν. Διατί νὰ ἀποθάνωμεν ἀπὸ τὴν πεῖναν ἐμπρὸς εἰς τὰ μάτια σου; Ὅλα τὰ χρήματά μας ἐξηντλήθησαν!»

Γεν. 47,16

εἶπε δὲ αὐτοῖς Ἰωσήφ· φέρετε τὰ κτήνη ὑμῶν, καὶ δώσω ὑμῖν ἄρτους ἀντὶ τῶν κτηνῶν ὑμῶν, εἰ ἐκλέλοιπε τὸ ἀργύριον ὑμῶν.

Κολιτσάρα

Ὁ Ἰωσὴφ τοὺς εἶπεν· «ἀφοῦ δὲν ἔχετε ἄλλα χρήματα, φέρετέ μου τὰ ζῶα σας καὶ ἀντὶ αὐτῶν θὰ σᾶς δώσω ἄρτους, ἀφοῦ ἔχουν ἐξαντληθῆ πλέον τὰ χρήματά σας».

Τρεμπέλα

Ὁ Ἰωσὴφ τοὺς ἀπάντησε: «Φέρτε καὶ δῶστε μου τὰ ζῶα σας καὶ ἐγὼ θὰ σᾶς δώσω ψωμιὰ εἰς ἀντάλλαγμα τῶν ζώων σας, ἐφ’ ὅσον ἐξηντλήθησαν τὰ χρήματά σας».

Γεν. 47,17

ἤγαγον δὲ τὰ κτήνη αὐτῶν πρὸς Ἰωσήφ, καὶ ἔδωκεν αὐτοῖς Ἰωσὴφ ἄρτους ἀντὶ τῶν ἵππων καὶ ἀντὶ τῶν προβάτων καὶ ἀντὶ τῶν βοῶν καὶ ἀντὶ τῶν ὄνων καὶ ἐξέθρεψεν αὐτοὺς ἐν ἄρτοις ἀντὶ πάντων τῶν κτηνῶν αὐτῶν ἐν τῷ ἐνιαυτῷ ἐκείνῳ.

Κολιτσάρα

Ἔφεραν λοιπὸν τὰ ζῶα των οἱ Αἰγύπτιοι πρὸς τὸν Ἰωσὴφ καὶ ἐκεῖνος τοὺς ἔδωσεν ἄρτους ἀντὶ τῶν ἵππων καὶ ἀντὶ τῶν προβάτων, ἀντὶ τῶν βοῶν καὶ ἀντὶ τῶν ὄνων καὶ διέθρεψεν αὐτοὺς κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο μὲ ἄρτους ἀντὶ ὅλων τῶν κτηνῶν, ποὺ εἶχε πάρει ὑπὸ τὴν κατοχήν του.

Τρεμπέλα

Ἔφεραν δὲ τὰ ζῶα των εἰς τὸν Ἰωσὴφ καὶ αὐτὸς τοὺς ἔδωσε ψωμιά (τρόφιμα) εἰς ἀντάλλαγμα τῶν ἀλόγων καὶ τῶν προβάτων καὶ τῶν βοδιῶν καὶ τῶν ὄνων καὶ τοὺς ἔθρεψε μὲ ψωμιά (τρόφιμα) εἰς ἀντάλλαγμα ὅλων τῶν ζώων των κατὰ τὸ πρῶτον ἐκεῖνο ἔτος τῆς πείνας.

Γεν. 47,18

ἐξῆλθε δὲ τὸ ἔτος ἐκεῖνο, καὶ ἦλθον πρὸς αὐτὸν ἐν τῷ ἔτει τῷ δευτέρῳ καὶ εἶπαν αὐτῷ· μή ποτε ἐκτριβῶμεν ἀπὸ τοῦ κυρίου ἡμῶν; εἰ γὰρ ἐκλέλοιπε τὸ ἀργύριον ἡμῶν καὶ τὰ ὑπάρχοντα καὶ τὰ κτήνη πρὸς σὲ τὸν κύριον, καὶ οὐχ ὑπολέλειπται ἡμῖν ἐναντίον τοῦ κυρίου ἡμῶν ἀλλ’ ἢ τὸ ἴδιον σῶμα καὶ ἡ γῆ ἡμῶν.

Κολιτσάρα

Ἐπέρασε καὶ τὸ ἔτος ἐκεῖνο τῆς πείνας, ἔφθασε τὸ δεύτερον ἔτος, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐπανῆλθον οἱ Αἰγύπτιοι πρὸς αὐτὸν καὶ τοῦ εἶπαν· «δός μας τρόφιμα. Μήπως, τάχα, καὶ θὰ ἐπιτρέψῃς ποτὲ σὺ ὁ κύριός μας νὰ ἐξοντωθῶμεν ὅλοι ἀπὸ τὴν πεῖναν; Ἐφ’ ὅσον ἔχουν ἐξαντληθῆ τὰ χρήματά μας, ἡ δὲ κινητὴ περιουσία μας καὶ τὰ ζῶα μας εἶναι πλέον ἰδικά σου, δὲν ὑπολείπεται πλέον εἰς ἡμᾶς εἰ μὴ μόνον νὰ θέσωμεν ὑπὸ τὴν ἐξουσίαν σου τὸν ἑαυτόν μας καὶ τὰ χωράφια μας, νὰ γίνωμεν ἀκτήμονες δοῦλοι σου.

Τρεμπέλα

Ἐπέρασε δὲ τὸ πρῶτον ἔτος καὶ πάλιν ἦλθαν πρὸς τὸν Ἰωσὴφ τὸ δεύτερον ἔτος καὶ τοῦ εἶπαν: «Δῶσε μας σιτάρι. Θὰ ἐπιτρέψῃς σύ, ὁ κύριος μας, νὰ ἀποθάνωμεν ἐμπρός σου ἀπὸ τὴν πεῖναν; Ἐφ’ ὅσον ἔχουν ἐξαντληθῆ ὅλα τὰ χρήματά μας καὶ ὅλη ἡ περιουσία μας καὶ τὰ ζῶα μας ἀνήκουν εἰς σέ, τὸν κύριόν μας, δὲν μᾶς ἀπέμεινε τίποτε ἄλλο νὰ παρουσιάσωμεν ἐμπρός σου (νὰ σοῦ προσφέρωμεν ὡς ἀντάλλαγμα) παρὰ μόνον τὸ σῶμα μας (τὸν ἑαυτόν μας) καὶ τὰ χωράφια μας.

Γεν. 47,19

ἵνα οὖν μὴ ἀποθάνωμεν ἐναντίον σου καὶ ἡ γῆ ἐρημωθῇ, κτῆσαι ἡμᾶς καὶ τὴν γῆν ἡμῶν ἀντὶ ἄρτων, καὶ ἐσόμεθα ἡμεῖς καὶ ἡ γῆ ἡμῶν παῖδες τῷ Φαραώ· δὸς σπέρμα, ἵνα σπείρωμεν καὶ ζῶμεν καὶ μὴ ἀποθάνωμεν καὶ ἡ γῆ οὐκ ἐρημωθήσεται.

Κολιτσάρα

Διὰ νὰ μὴν ἀποθάνωμεν, λοιπόν, ἀπὸ τὴν πεῖναν ἐνώπιόν σου καὶ μείνῃ ἔρημος ἀπὸ ἀνθρώπους ἡ χώρα τῆς Αἰγύπτου, ἀγόρασε ἡμᾶς καὶ τὰ χωράφια μας, ἀντὶ τῶν ἄρτων, ποὺ θὰ μᾶς δώσῃς. Θὰ εἴμεθα ἡμεῖς δοῦλοι τοῦ Φαραὼ καὶ οἱ ἀγροί μας ἰδιοκτησία του. Δός μας σῖτον πρὸς σποράν, διὰ νὰ σπείρωμεν καὶ θερίσωμεν, ἔτσι δὲ νὰ ζήσωμεν, νὰ μὴ ἀποθάνωμεν καὶ ἐρημωθῇ πλέον ὁ τόπος».

Τρεμπέλα

Διὰ νὰ μὴ ἀποθάνωμεν λοιπὸν ἀπὸ τὴν πεῖναν ἐμπρὸς εἰς τὰ μάτια σου καὶ διὰ νὰ μὴ ἐρημώσουν τὰ χωράφια μας, ἀγόρασε ἐμᾶς τοὺς ἰδίους καὶ τὰ χωράφια μας εἰς ἀντάλλαγμα τοῦ ψωμιοῦ (τῶν τροφίμων), ποὺ θὰ μᾶς δώσῃς· καὶ ἐμεῖς θὰ γίνωμεν δοῦλοι εἰς τὸν Φαραώ, τὰ δὲ χωράφια μας θὰ γίνουν ἰδιοκτησία του. Δῶσε μας σπόρον (σιταριοῦ), διὰ νὰ σπείρωμεν, ὥστε νὰ ζήσωμεν καὶ νὰ μὴ ἀποθάνωμεν καὶ διὰ νὰ μὴ ἐρημώσουν τὰ χωράφια μας».

Γεν. 47,20

καὶ ἐκτήσατο Ἰωσὴφ πᾶσαν τὴν γῆν τῶν Αἰγυπτίων τῷ Φαραώ· ἀπέδοντο γὰρ οἱ Αἰγύπτιοι τὴν γῆν αὐτῶν τῷ Φαραώ, ἐπεκράτησε γὰρ αὐτῶν ὁ λιμός· καὶ ἐγένετο ἡ γῆ τῷ Φαραώ,

Κολιτσάρα

Ἔτσι δὲ ὁ Ἰωσὴφ ἠγόρασε διὰ τὸν Φαραὼ ὅλην τὴν χώραν τῶν Αἰγυπτίων. Διότι οἱ Αἰγύπτιοι ἐπώλησαν τὴν χώραν των εἰς τὸν Φαραώ, ἐπειδὴ ὁ μεγάλος λιμὸς διήρκεσε πολύ. Ἡ Αἴγυπτος ἔγινεν ἰδιοκτησία τοῦ Φαραώ.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Ἰωσὴφ ἀγόρασε ὅλα τὰ χωράφια τῶν Αἰγυπτίων διὰ λογαριασμὸν τοῦ Φαραώ. Διότι ὅλοι οἱ Αἰγύπτιοι ἀναγκάσθηκαν νὰ πωλήσουν τὰ χωράφια των εἰς τὸν Φαραώ, ἐπειδὴ ἡ πεῖνα ἦταν πολὺ μεγάλη καὶ δεν ἠμποροῦσαν νὰ ἀνθέξουν. Μὲ τὸν τρόπον αὐτὸν ἡ χώρα τῆς Αἰγύπτου ἔγινε ἰδιοκτησία τοῦ Φαραώ.

Γεν. 47,21

καὶ τὸν λαὸν κατεδουλώσατο αὐτῷ εἰς παῖδας ἀπ’ ἄκρων ὁρίων Αἰγύπτου ἕως τῶν ἄκρων,

Κολιτσάρα

Καὶ τὸν λαὸν ἀκόμη τὸν ἔκαμε δοῦλον εἰς τὸν Φαραὼ ἀπὸ τὸ ἕνα ἕως τὸ ἄλλο ἄκρον καὶ καθ’ ὅλα τὰ ὅρια τῆς γῆς Αἰγύπτου,

Τρεμπέλα

Ἀκόμη ὁ Ἰωσὴφ ὑπεδούλωσεν ὅλον τὸν λαὸν εἰς τὸν Φαραὼ ἀπὸ τὸ ἕνα ἄκρον τῆς Αἰγύπτου μέχρι τὸ ἄλλο.

Γεν. 47,22

χωρὶς τῆς γῆς τῶν ἱερέων μόνον· οὐκ ἐκτήσατο ταύτην Ἰωσήφ, ἐν δόσει γὰρ ἔδωκε δόμα τοῖς ἱερεῦσι Φαραώ, καὶ ἤσθιον τὴν δόσιν, ἣν ἔδωκεν αὐτοῖς Φαραώ· διὰ τοῦτο οὐκ ἀπέδοντο τὴν γῆν αὐτῶν.

Κολιτσάρα

Ἐκτὸς μόνον τῆς χώρας τῶν ἱερέων. Αὐτὴν δὲν τὴν ἠγόρασεν ὁ Ἰωσήφ, διότι ὁ Φαραὼ ἔδιδε δωρεὰν εἰς τοὺς ἱερεῖς τὸ ἀπαραίτητον ποσὸν τοῦ σίτου καὶ ἐτρέφοντο ἀπὸ τὴν χορηγίαν αὐτήν, διὰ τοῦτο δὲ καὶ δὲν ἐπώλησαν ἐκεῖνοι τὴν περιοχήν των.

Τρεμπέλα

Τὰ μόνα χωράφια ποὺ δὲν ἔγιναν ἰδιοκτησία τοῦ Φαραώ, ἦσαν τὰ χωράφια ποὺ ἀνῆκαν εἰς τοὺς ἱερεῖς. Ὁ Ἰωσὴφ δὲν ἀγόρασε τὰ χωράφια αὐτά, διότι οἱ ἱερεῖς ἐτρέφοντο ἀπὸ τὴν ἐπιχορήγησιν, ποὺ τοὺς ἐδιδεν ὁ Φαραώ. Διὰ τοῦτο δὲν εὐρέθηκαν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ πωλήσουν τὰ χωράφια των.

Γεν. 47,23

εἶπε δὲ Ἰωσὴφ πᾶσι τοῖς Αἰγυπτίοις· ἰδοὺ κέκτημαι ὑμᾶς καὶ τὴν γῆν ὑμῶν σήμερον τῷ Φαραώ· λάβετε ἑαυτοῖς σπέρμα καὶ σπείρατε τὴν γῆν,

Κολιτσάρα

Εἶπε τότε ὁ Ἰωσὴφ πρὸς ὅλους τοὺς ἄλλους Αἰγυπτίους· «ἰδού, σήμερον ἔχω ἀγοράσει διὰ τὸν Φαραὼ καὶ σᾶς ὡς δούλους του καὶ τὴν χώραν σας ὡς ἰδιοκτησίαν του. Λάβετε λοιπὸν τώρα διὰ τὸν ἑαυτόν του ὁ καθένας σῖτον πρὸς σπορὰν καὶ σπείρατε τὰ χωράφια σας.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Ἰωσὴφ εἶπεν εἰς ὅλους τοὺς Αἰγυπτίους: «Νά· ὅπως βλέπετε, σήμερα ἀγόρασα σᾶς καὶ τὰ χωράφια σας διὰ λογαριασμὸν τοῦ Φαραώ. Πάρτε λοιπὸν τώρα σπόρους διὰ τὸν ἑαυτόν σας καὶ σπείρετε μὲ αὐτοὺς τὰ χωράφια σας.

Γεν. 47,24

καὶ ἔσται τὰ γεννήματα αὐτῆς καὶ δώσετε τὸ πέμπτον μέρος τῷ Φαραώ, τὰ δὲ τέσσαρα μέρη ἔσται ὑμῖν αὐτοῖς εἰς σπέρμα τῇ γῇ καὶ εἰς βρῶσιν ὑμῖν καὶ πᾶσι τοῖς ἐν τοῖς οἴκοις ὑμῶν.

Κολιτσάρα

Ὅμως κατὰ τὸν θερισμὸν τῶν ἀγρῶν σας θὰ δώσετε τὸ ἐν πέμπτον τοῦ σίτου εἰς τὸν Φαραὼ τὰ δὲ τέσσερα πέμπτα θὰ τὰ κρατήσετε πρὸς σπορὰν καὶ πρὸς διατροφὴν ὅλων τῶν ἀνθρώπων τοῦ οἴκου σας».

Τρεμπέλα

Ἀλλὰ κατὰ τὴν περίοδον τοῦ θερισμοῦ θὰ κάμετε τοῦτο: Θὰ δώσετε τὸ ἕνα πέμπτον ἀπὸ τὴν ἐσοδείαν σας εἰς τὸν Φαραώ, τὰ δὲ ὑπόλοιπα τέσσερα πέμπτα θὰ τὰ κρατήσετε ἰδικά σας, δι’ἀμοιβὴν τῶν κόπων σας, ὥστε νὰ τὰ χρησιμοποιήσετε διὰ τὴν σπορὰν καὶ διὰ τὶς ἀνάγκες τῆς ἰδικῆς σας διατροφῆς καὶ ὅλων τῶν μελῶν τῶν οἰκογενειῶν σας».

Γεν. 47,25

καὶ εἶπαν· σέσωκας ἡμᾶς, εὕρομεν χάριν ἐναντίον τοῦ κυρίου ἡμῶν καὶ ἐσόμεθα παῖδες τῷ Φαραώ.

Κολιτσάρα

Ἐκεῖνοι δὲ εὐχαριστημένοι ἀπήντησαν· «μᾶς ἔσωσες! Εὑρήκαμεν ἐνώπιόν σου χάριν, ἐνώπιον τοῦ κυρίου μας. Θὰ εἴμεθα δοῦλοι εἰς τὸν Φαραώ».

Τρεμπέλα

Τότε οἱ Αἰγύπτιοι, γεμᾶτοι εὐγνωμοσύνην πρὸς τὸν Ἰωσὴφ διὰ τὴν εὐεργεσίαν αὐτήν, τοῦ εἶπαν: «Μᾶς ἔσωσες τὴν ζωήν! Ἐδείχθης καλὸς ἀπεναντί μας. Εὑρήκαμεν χάριν ἐνώπιον σου, τοῦ κυρίου μας, καὶ ἔχομεν τὴν εὔνοιάν σου. Διὰ τοῦτο καὶ ἐμεῖς θὰ εἴμεθα δοῦλοι, σκλάβοι τοῦ Φαραώ».

Γεν. 47,26

καὶ ἔθετο αὐτοῖς Ἰωσὴφ εἰς πρόσταγμα ἕως τῆς ἡμέρας ταύτης, ἐπὶ γῆς Αἰγύπτου τῷ Φαραὼ ἀποπεμπτοῦν, χωρὶς τῆς γῆς τῶν ἱερέων μόνον· οὐκ ἦν τῷ Φαραώ.

Κολιτσάρα

Τότε δὲ ἐξέδωσε καὶ διαταγὴν διὰ τοὺς Αἰγυπτίους ὁ Ἰωσήφ, ἡ ὁποία ἰσχύει καὶ μέχρι σήμερον· νὰ δίδεται ἀπὸ τὰ προϊόντα τῆς γῆς Αἰγύπτου τὸ ἐν πέμπτον εἰς τὸν Φαραώ, ἐκτὸς τῆς γῆς τῶν ἱερέων. Ἡ γῆ αὐτὴ δὲν ἀνῆκεν εἰς τὸν Φαραώ.

Τρεμπέλα

Ὁ Ἰωσὴφ ἐνομοθέτησε, καὶ ὁ νόμος αὐτὸς ἰσχύει μέχρι σήμερα εἰς τὴν Αἴγυπτον, ὥστε νὰ δίδεται τὸ ἕνα πέμπτον τῆς ἐσοδείας τῶν καρπῶν εἰς τὸν Φαραώ. Ὁ νόμος αὐτὸς δὲν ἴσχυε μόνον διὰ τὰ χωράφια τῶν ἱερέων αὐτὰ δὲν ἔγιναν ἰδιοκτησία τοῦ Φαραώ.

Γεν. 47,27

Κατῴκησε δὲ Ἰσραὴλ ἐν γῇ Αἰγύπτῳ ἐπὶ γῆς Γεσὲμ καὶ ἐκληρονόμησαν ἐπ’ αὐτῆς καὶ ηὐξήθησαν καὶ ἐπληθύνθησαν σφόδρα.

Κολιτσάρα

Ὁ Ἰακὼβ ἐγκατεστάθη εἰς τὴν χώραν τῆς Αἰγύπτου, εἰς τὴν περιοχὴν Γεσέμ, τὴν ὁποίαν ἐπῆραν ὡς ἰδιοκτησίαν των. Ἐκεῖ δὲ οἱ ἀπόγονοι τοῦ Ἰσραὴλ ηὐξήθησαν καὶ ἐπληθύνθησαν πάρα πολύ.

Τρεμπέλα

Ἐγκατεστάθη δὲ ὁ Ἰσραὴλ καὶ τὰ παιδιά του εἰς τὴν χώραν τῆς Αἰγύπτου, εἰς τὴν περιοχὴν Γεσὲμ καὶ ἀπέκτησαν εἰς αὐτὴν περιουσίες καὶ αὐξήθηκαν καὶ ἐπληθύνθησαν πάρα πολύ.

Γεν. 47,28

ἐπέζησε δὲ Ἰακὼβ ἐν γῇ Αἰγύπτῳ δεκαεπτὰ ἔτη· καὶ ἐγένοντο αἱ ἡμέραι Ἰακὼβ ἐνιαυτῶν τῆς ζωῆς αὐτοῦ ἑκατὸν τεσσαρακονταεπτὰ ἔτη.

Κολιτσάρα

Ἔζησε δὲ ἀκόμη ὁ Ἰακὼβ εἰς τὴν χώραν τῆς Αἰγύπτου δεκαεπτὰ ἔτη· καὶ αἱ ἡμέραι τῆς ζωῆς τοῦ ἀνῆλθον εἰς ἑκατὸν τεσσαράκοντα ἑπτὰ ἔτη.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Ἰακὼβ ἔζησεν ἀκόμη εἰς τὴν χώραν τῆς Αἰγύπτου ἄλλα δεκαεπτὰ χρόνια. Ἑπομένως οἱ ἡμέρες, ποὺ ἔζησεν ὁ Ἰακώβ, ἔφθασαν τὰ ἑκατὸν σαράντα ἑπτὰ χρόνια.

Γεν. 47,29

ἤγγισαν δὲ αἱ ἡμέραι Ἰσραὴλ τοῦ ἀποθανεῖν, καὶ ἐκάλεσε τὸν υἱὸν αὐτοῦ Ἰωσὴφ καὶ εἶπεν αὐτῷ· εἰ εὕρηκα χάριν ἐναντίον σου, ὑπόθες τὴν χεῖρά σου ὑπὸ τὸν μηρόν μου καὶ ποιήσεις ἐπ’ ἐμὲ ἐλεημοσύνην καὶ ἀλήθειαν τοῦ μή με θάψαι ἐν Αἰγύπτῳ,

Κολιτσάρα

Ἐπλησίασαν αἱ ἡμέραι νὰ ἀποθάνῃ. Προσεκάλεσε τότε τὸν υἱόν του τὸν Ἰωσὴφ καὶ τοῦ εἶπεν· «ἐὰν ἔχω εὔρει χάριν ἐνώπιόν σου - ὅπως καὶ πράγματι εὑρῆκα - βάλε τὸ χέρι σου κάτω ἀπὸ τὸν μηρόν μου καὶ ὁρκίσου ὅτι θὰ μοῦ προσφέρῃς καὶ αὐτὴν τὴν καλωσύνην, ὅτι πιστῶς θὰ ἐκπληρώσῃς τὴν τελευταίαν μου ἐντολήν· νὰ μὴ μὲ θάψῃς εἰς τὴν Αἴγυπτον.

Τρεμπέλα

Ὅταν δὲ ἐπλησίασαν οἱ ἡμέρες τοῦ θανάτου τοῦ Ἰσραήλ, ἔστειλε καὶ ἐκάλεσε κοντά του τὸν υἱόν του Ἰωσὴφ καὶ τοῦ εἶπεν: «Ἐὰν εὑρῆκα χάριν ἐνώπιόν σου, βάλε τὸ χέρι σου κάτω ἀπὸ τὸν μηρόν μου καὶ ὁρκίσου, ὅτι θὰ συμπεριφερθῇς ἀπέναντί μου μὲ ἐλεημοσύνην, μὲ πίστιν, ὑπακοὴν καὶ ἀκρίβειαν· ὅτι θὰ ἐκπληρώσῃς τὴν τελευταίαν μου ἐπιθυμίαν, ἡ ὁποία εἶναι: Ὅταν θὰ ἀποθάνω, νὰ μὴ μὲ θάψῃς εἰς τὴν Αἴγυπτον.

Γεν. 47,30

ἀλλὰ κοιμηθήσομαι μετὰ τῶν πατέρων μου, καὶ ἀρεῖς με ἐξ Αἰγύπτου καὶ θάψεις με ἐν τῷ τάφῳ αὐτῶν. ὁ δὲ εἶπεν· ἐγὼ ποιήσω κατὰ τὸ ῥῆμά σου.

Κολιτσάρα

Ἀλλὰ θὰ ἐνταφιασθῶ μαζῆ μὲ τοὺς πατέρας μου εἰς τὴν Χαναάν. Θὰ μὲ μεταφέρῃς ἀπὸ τὴν Αἴγυπτον καὶ θὰ μὲ θάψῃς εἰς τὸν τάφον των». Ὁ Ἰωσὴφ εἶπε· «θὰ κάμω, ὅπως μοῦ εἶπες».

Τρεμπέλα

Θέλω νὰ ταφῶ εἰς τὴν Χαναάν, εἰς τὸν ἴδιον τόπον μὲ τοὺς πατέρας μου. Θὰ μὲ μεταφέρῃς λοιπὸν ἀπὸ τὴν Αἴγυπτον εἰς τὴν Χαναὰν καὶ θὰ μὲ θάψῃς εἰς τὸ ἰδικόν των μνημεῖον». Καὶ ὁ Ἰωσὴφ τοῦ ἀπάντησε: «Σοῦ ὑπόσχομαι, ὅτι θὰ κάμω ὅπως μοῦ εἶπες».

Γεν. 47,31

εἶπε δέ· ὄμοσόν μοι. καὶ ὤμοσεν αὐτῷ. καὶ προσεκύνησεν Ἰσραὴλ ἐπὶ τὸ ἄκρον τῆς ῥάβδου αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

Τοῦ εἶπε δὲ ὁ Ἰακώβ· «ὁρκίσου» καὶ ὁ Ἰωσὴφ ὡρκίσθη ἐνώπιον τοῦ πατρός του. Τότε ὁ Ἰακὼβ προσεκύνησεν εἰς τὸ ἄκρον τῆς ράβδου τοῦ υἱοῦ του, ἡ ὁποία ἐσυμβόλιζε τὴν βασιλικήν του ἐξουσίαν.

Τρεμπέλα

Ὁ Ἰακὼβ ὅμως ἐπέμεινε καὶ τοῦ εἶπεν: «Ὁρκίσου μου ὅτι θὰ τὸ κάμῃς. Καὶ ὁ Ἰωσὴφ ὡρκίσθη εἰς τὸν πατέρα του. Τότε ὁ Ἰσραήλ, ἐπειδὴ ἐπίστευσεν ὅτι ὁ Θεὸς θὰ ἐβοηθοῦσε, ὥστε νὰ μεταφερθῇ ἡ σορός του εἰς τὴν Χαναὰν διὰ νὰ ταφῇ ἐκεῖ, ἔσκυψε καὶ ἐπροσκύνησε τὸν Θεόν, ἀφοῦ ἀκούμβησε τὴν κεφαλήν του εἰς τὴν ἄκρην τοῦ ραβδιοῦ του, εἰς τὸ ὁποῖον ἐστηρίζετο λόγῳ τῆς γεροντικῆς ἀδυναμίας του. Μὲ τὴν προσκύνησιν αὐτὴν ἐξέφραζε τὴν εὐγνωμοσύνην του πρὸς τὸν Θεόν.

Κεφάλαιο 48

Γεν. 48,1

Ἐγένετο δὲ μετὰ τὰ ῥήματα ταῦτα καὶ ἀπηγγέλη τῷ Ἰωσήφ, ὅτι ὁ πατήρ σου ἐνοχλεῖται. καὶ ἀναλαβὼν τοὺς δύο υἱοὺς αὐτοῦ, τὸν Μανασσῆ καὶ τὸν Ἐφραΐμ, ἦλθε πρὸς Ἰακώβ.

Κολιτσάρα

Ἔπειτα ἀπὸ τὰ γεγονότα αὐτὰ ἀνήγγειλαν εἰς τὸν Ἰωσὴφ ὅτι ἀσθενεῖ βαρέως ὁ πατήρ του. Ὁ Ἰωσὴφ ἐπῆρε τὰ δύο παιδιά του, τὸν Μανασσῆ καὶ τὸν Ἐφραΐμ, καὶ ἦλθε πρὸς τὸν Ἰακώβ.

Τρεμπέλα

Μετὰ τὰ ἀνωτέρω γεγονότα ἔφθασεν ἡ εἴδησις εἰς τὸν Ἰωσήφ, ὅτι ὁ πατέρας σου εἶναι σοβαρὰ ἄρρωστος καὶ πλησιάζουν οἱ ἡμέρες τοῦ θανάτου του. Τότε ὁ Ἰωσὴφ παρέλαβε τοὺς δύο υἱούς του, τὸν Μανασσῆν καὶ τὸν Ἐφραίμ, καὶ ἦλθεν εἰς τὸν πατέρα του.

Γεν. 48,2

ἀπηγγέλη δὲ τῷ Ἰακὼβ λέγοντες· ἰδοὺ ὁ υἱός σου Ἰωσὴφ ἔρχεται πρὸς σέ. καὶ ἐνισχύσας Ἰσραὴλ ἐκάθησεν ἐπὶ τὴν κλίνην.

Κολιτσάρα

Ἀνήγγειλαν δὲ εἰς τὸν Ἰακώβ, ὅτι ἰδοὺ ὁ υἱός σου ὁ Ἰωσὴφ ἔρχεται πρὸς σέ. Κατέβαλε προσπάθειαν ὁ Ἰακώβ, συνεκέντρωσε τὴν δύναμίν του καὶ ἀνεκάθησεν εἰς τὴν κλίνην του,

Τρεμπέλα

Ἀνήγγειλαν δὲ τὴν ἄφιξιν τοῦ Ἰωσὴφ εἰς τὸν Ἰακὼβ καὶ τοῦ εἶπαν: «Νά· ὁ υἱός σου ὁ Ἰωσὴφ ἔρχεται νὰ σὲ ἐπισκεφθῇ. Εἰς τὸ ἄκουσμα τῆς εἰδήσεως αὐτῆς ὁ Ἰακὼβ συνεκέντρωσε ὅλες τὶς δυνάμεις του καὶ παρ’ ὅλην τὴν ἐξάντλησιν ποὺ εἶχε, ἀνεσηκώθη καὶ ἐκάθισεν εἰς τὸ κρεββάτι του.

Γεν. 48,3

καὶ εἶπεν Ἰακὼβ τῷ Ἰωσήφ· ὁ Θεός μου ὤφθη μοι ἐν Λουζᾷ ἐν γῇ Χαναὰν καὶ εὐλόγησέ με

Κολιτσάρα

καὶ εἶπεν εἰς τὸν Ἰωσήφ· «ὁ Θεός μου παρουσιάσθη εἰς ἐμὲ εἰς τὴν Λουζᾶ τῆς Χαναάν, μὲ εὐλόγησε

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Ἰακὼβ εἶπεν εἰς τὸν Ἰωσήφ: «Ὁ παντοδύναμος Θεός μου μοῦ ἐφανερώθη εἰς τὴν Λουζὰ τῆς χώρας Χαναὰν καὶ μὲ εὐλόγησε

Γεν. 48,4

καὶ εἶπέ μοι· ἰδοὺ ἐγὼ αὐξανῶ σε καὶ πληθυνῶ σε καὶ ποιήσω σε εἰς συναγωγὰς ἐθνῶν καὶ δώσω σοι τὴν γῆν ταύτην καὶ τῷ σπέρματί σου μετὰ σὲ εἰς κατάσχεσιν αἰώνιον.

Κολιτσάρα

καὶ ἐμοῦ εἶπεν: Ἰδοὺ ἐγὼ θὰ σὲ αὐξήσω καὶ θὰ σὲ πληθύνω· θὰ σὲ κάμω γενάρχην πολλῶν λαῶν καὶ θὰ δώσω εἰς σὲ καὶ εἰς τοὺς ἀπογόνους σου μετὰ ἀπὸ σέ, ὡς παντοτεινὴν ἰδιοκτησίαν σου, τὴν χώραν αὐτήν.

Τρεμπέλα

καὶ μοῦ εἶπε: «Νά· ἐγὼ θὰ σὲ αὐξήσω καὶ θὰ σὲ πληθύνω καὶ θὰ σὲ ἀναδείξω πρόγονον καὶ γενάρχην πολλῶν λαῶν καὶ θὰ δώσω εἰς σὲ καὶ εἰς τοὺς ἀπογόνους σου, οἱ ὁποῖοι θὰ ἀκολουθήσουν μετὰ ἀπὸ σέ, τὴν χώραν αὐτὴν δι’ αἰώνιον κατοχήν».

Γεν. 48,5

νῦν οὖν οἱ δύο υἱοί σου οἱ γενόμενοί σοι ἐν γῇ Αἰγύπτῳ πρὸ τοῦ με ἐλθεῖν πρὸς σὲ εἰς Αἴγυπτον, ἐμοί εἰσιν, Ἐφραῒμ καὶ Μανασσῆ, ὡς Ῥουβὴν καὶ Συμεὼν ἔσονταί μοι·

Κολιτσάρα

Τώρα λοιπὸν οἱ δύο υἱοί σου, τοὺς ὁποίους ἀπέκτησες εἰς τὴν γῆν τῆς Αἰγύπτου, πρὶν ἐγὼ ἔλθω εἰς σέ, εἶναι ἰδικά μου παιδιά. Ὁ Ἐφραΐμ, καὶ ὁ Μανασσῆς θὰ εἶναι δι’ ἐμέ, ὅπως εἶναι οἱ πρωτοτόκοί μου, ὁ Ρουβὴν καὶ ὁ Συμεών.

Τρεμπέλα

Τώρα λοιπόν οἱ δυο υἱοί σου, ὁ Ἐφραὶμ καὶ ὁ Μανασσῆς, τοὺς ὁποίους ἀπέκτησες εἰς τὴν Αἴγυπτον προτοῦ ἐγὼ νὰ ἔλθω κοντά σου, εἶναι ἰδικοί μου· τοὺς υἱοθετῶ καὶ τοὺς προσθέτω εἰς τὰ παιδιά μου. Ὁ Ἐφραὶμ καὶ ὁ Μανασσῆς θὰ εἶναι δι’ ἐμέ, ὅπως ἀκριβῶς εἶναι τὰ δύο πρωτότοκα παιδιά μου, ὁ Ρουβὴν καὶ ὁ Συμεών. Ὅποια δικαιώματα κληρονομίας θὰ ἔχη ὁ Ρουβὴν καὶ ὁ Συμεών, τὰ ἴδια δικαιώματα θὰ ἔχουν καὶ ὁ Ἐφραὶμ καὶ ὁ Μανασσῆς.

Γεν. 48,6

τὰ δὲ ἔκγονα, ἃ ἐὰν γεννήσῃς μετὰ ταῦτα, ἔσονται ἐπὶ τῷ ὀνόματι τῶν ἀδελφῶν αὐτῶν· κληθήσονται ἐπὶ τοῖς ἐκείνων κλήροις.

Κολιτσάρα

Ἐκεῖνοι ὅμως τοὺς ὁποίους θὰ ἀποκτήσῃς κατόπιν, θὰ φέρουν τὰ ὀνόματα τῶν δύο αὐτῶν ἀδελφῶν των καὶ ὄχι τὸ ἰδικόν μου. Θὰ κληθοῦν νὰ λάβουν μερίδιον εἰς τὴν γῆν τῆς ἐπαγγελίας ἀπὸ τὸ μερίδιον τῶν δύο ἀδελφῶν των.

Τρεμπέλα

Τὰ παιδιὰ ὅμως ποὺ θὰ ἀποκτήσῃς τυχὸν μετὰ ἀπὸ αὐτούς, θὰ εἶναι ἰδικά σου θὰ φέρουν τὰ ὀνόματα τῶν δύο αὐτῶν ἀδελφῶν καὶ θὰ κληθοῦν νὰ λάβουν μερίδιον εἰς τὴν κληρονομίαν τοῦ Ἐφραὶμ καὶ τοῦ Μανασσῆ».

Γεν. 48,7

ἐγὼ δὲ ἡνίκα ἠρχόμην ἐκ Μεσοποταμίας τῆς Συρίας, ἀπέθανε Ῥαχὴλ ἡ μήτηρ σου ἐν γῇ Χαναάν, ἐγγίζοντός μου κατὰ τὸν ἱππόδρομον Χαβραθὰ τῆς γῆς τοῦ ἐλθεῖν Ἐφραθά, καὶ κατώρυξα αὐτὴν ἐν τῇ ὁδῷ τοῦ ἱπποδρόμου (αὕτη ἐστὶ Βηθλεέμ).

Κολιτσάρα

Ὅταν ἐγὼ ἠρχόμην ἀπὸ τὴν Μεσοποταμίαν τῆς Συρίας, ἀπέθανεν ἡ μητέρα σου ἡ Ραχὴλ εἰς τὴν γῆν Χαναάν, ὅταν ἐπλησίαζα εἰς τὴν πλατεῖαν λεωφόρον, ὅπου ἀνεμπόδιστα ἠμποροῦσαν νὰ τρέχουν ἵπποι, τὴν Χαβραθά, πρὸς τὸ μέρος τῆς Ἐφραθὰ δηλαδὴ εἰς τὴν Βηθλεέμ, ἐκεῖ, εἰς τὴν λεωφόρον αὐτήν, ἔθαψα τὴν μητέρα σου».

Τρεμπέλα

Ὁρίζω τὰ πράγματα ἔτσι, διότι ὅταν ἐγὼ ἐπέστρεφα ἀπὸ τὴν Μεσοποταμίαν τῆς Συρίας ἀπέθανε, πρὸς μεγάλην μου λύπην, ἡ σύζυγός μου ἡ Ραχήλ, ἡ μητέρα σου, εἰς τὴν χώραν τῆς Χαναάν, καθὼς ἐπλησίαζα τὸν πλατὺν δρόμον, εἰς τὸν ὁποῖον ἠμποροῦν νὰ τρέχουν ἵπποι, δηλαδὴ εἰς τὴν λεωφόρον τῆς θέσεως Χαβραθὰ καὶ ἐνῷ ἐπροχωροῦσα πρὸς τὴν Ἐφραθά, καὶ τὴν ἔθαψα εἰς τὴν λεωφόρον αὐτήν· (Ἐφραθὰ εἶναι ἡ πόλις, ποὺ ὀνομάζεται σήμερα Βηθλεέμ)».

Γεν. 48,8

ἰδὼν δὲ Ἰσραὴλ τοὺς υἱοὺς Ἰωσὴφ εἶπε· τίνες σοι οὗτοι;

Κολιτσάρα

Ἰδὼν δὲ ὁ Ἰακὼβ τὰ δύο παιδιὰ τοῦ Ἰωσὴφ ἠρώτησε· «τίνος εἶναι τὰ παιδιά αὐτά;»

Τρεμπέλα

Ὅταν δὲ ὁ Ἰσραὴλ εἶδε τὰ δύο παιδιὰ τοῦ Ἰωσήφ, εἶπε: «Ποῖοι εἶναι αὐτοί, ποὺ πλησιάζουν μαζί σου; Ποίαν σχέσιν ἔχουν μὲ σέ;»

Γεν. 48,9

εἶπε δὲ Ἰωσὴφ τῷ πατρὶ αὐτοῦ· υἱοί μου εἰσίν, οὓς ἔδωκέ μοι ὁ Θεὸς ἐνταῦθα. καὶ εἶπεν Ἰακώβ· προσάγαγέ μοι αὐτούς, ἵνα εὐλογήσω αὐτούς.

Κολιτσάρα

Ὁ Ἰωσὴφ ἀπήντησεν εἰς τὸν πατέρα του· «αὐτὰ εἶναι τὰ παιδιά μου, τὰ ὁποῖα μοῦ ἔδωσεν ὁ Θεὸς ἐδῶ εἰς τὴν Αἴγυπτον». Εἶπεν ὁ Ἰακώβ· «φέρε τα ἐδῶ κοντά μου, διὰ νὰ τὰ εὐλογήσω».

Τρεμπέλα

Ὁ Ἰωσὴφ ἀπάντησε εἰς τὸν πατέρα του: «Εἶναι οἱ δύο υἱοί μου, τοὺς ὁποίους ὁ Θεὸς μοῦ ἐχάρισεν ἐδῶ εἰς τὴν Αἴγυπτον, ὅπου ἦλθα ἐξόριστος καὶ δοῦλος». Καὶ εἶπεν ὁ Ἰακώβ: «Φέρε τους κοντά μου, διὰ νὰ τοὺς εὐλογήσω».

Γεν. 48,10

οἱ ὀφθαλμοὶ δὲ Ἰσραὴλ ἐβαρυώπησαν ἀπὸ τοῦ γήρως, καὶ οὐκ ἠδύνατο βλέπειν· καὶ ἤγγισεν αὐτοὺς πρὸς αὐτόν, καὶ ἐφίλησεν αὐτοὺς καὶ περιέλαβεν αὐτούς.

Κολιτσάρα

Οἱ ὀφθαλμοὶ τοῦ Ἰακὼβ εἶχαν βαμβώσει πλέον λόγῳ τῶν γηρατείων καὶ δὲν ἠμποροῦσε νὰ βλέπῃ καθαρά. Ἔφερεν ὁ Ἰωσὴφ κοντὰ εἰς τὸν πατέρα του τὰ δυό του παιδιὰ καὶ ἐκεῖνος τὰ ἐφίλησε καὶ τὰ ἀγκάλιασε.

Τρεμπέλα

Τὰ μάτια τοῦ Ἰσραὴλ εἶχαν ἑξασθενήσει ἕνεκα τῆς γεροντικῆς ἡλικίας καὶ δὲν ἠμποροῦσε νὰ βλέπῃ καθαρά· ἔβλεπε πολὺ θαμπά. Δι’ αὐτὸ ὁ Ἰωσὴφ ἐπλησίασε τοὺς δύο υἱούς του κοντὰ εἰς τὸν πατέρα του. Τότε ὁ Ἰακὼβ ἐφίλησε τὸν Ἐφραὶμ καὶ τὸν Μαναασῆν καὶ τοὺς ἀγκάλιασε μὲ τρυφερότητα καὶ ἀγάπην.

Γεν. 48,11

καὶ εἶπεν Ἰσραὴλ πρὸς Ἰωσήφ· ἰδοὺ τοῦ προσώπου σου οὐκ ἐστερήθην, καὶ ἰδοὺ ἔδειξέ μοι ὁ Θεὸς καὶ τὸ σπέρμα σου.

Κολιτσάρα

Εἶπε ὁ Ἰακὼβ πρὸς τὸν Ἰωσήφ· «ἰδού, πόσον μὲ εὐηργέτησεν ὁ Θεός! Ὄχι μόνον δὲν μὲ ἐστέρησεν ἀπὸ τὴν παρουσίαν σου, ἀλλὰ καὶ μοῦ ἔδειξε τοὺς υἱούς σου».

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Ἰσραὴλ εἶπε πρὸς τὸν Ἰωσήφ: «Σὲ ἔκλαια διὰ πεθαμένον· ποτὲ δεν ἔλπιζα ὅτι θὰ σὲ συναντήσω καὶ νά· τώρα ὅχι μόνον δὲν ἐστερήθηκα τοῦ προσώπου σου καὶ σὲ εἶδα ζωντανόν, ἀλλὰ ἀκόμη ὁ Θεὸς μοῦ ἔδειξε καὶ τὰ παιδιά, τὰ ὁποῖα ἀπέκτησες».

Γεν. 48,12

καὶ ἐξήγαγεν αὐτοὺς Ἰωσὴφ ἀπὸ τῶν γονάτων αὐτοῦ, καὶ προσεκύνησαν αὐτῷ ἐπὶ πρόσωπον ἐπὶ τῆς γῆς.

Κολιτσάρα

Ἐπῆρεν ὁ Ἰωσὴφ τὰ παιδιά του ἀπὸ τὰ γόνατα τοῦ πατρός του καὶ ἐκεῖνα ἔκλιναν τὸ πρόσωπόν των μέχρι τοῦ ἐδάφους καὶ ἐπροσκύνησαν τὸν Ἰακώβ.

Τρεμπέλα

Κατόπιν ὁ Ἰωσὴφ ἐσήκωσε τοὺς δύο υἱούς του ἀπὸ τὰ γόνατα τοῦ πατέρα του (ὅπου τοὺς εἶχε βάλει διὰ τὴν υἱοθεσίαν) καὶ ἐκεῖνοι ἐπροσκύνησαν τὸν Ἰακώβ, ἀφοῦ ἔσκυψαν τὸ πρόσωπον πρὸς τὰ κάτω μέχρι τῆς γῆς.

Γεν. 48,13

λαβὼν δὲ Ἰωσὴφ τοὺς δύο υἱοὺς αὐτοῦ, τόν τε Ἐφραῒμ ἐν τῇ δεξιᾷ, ἐξ ἀριστερῶν δὲ Ἰσραήλ, τὸν δὲ Μανασσῆ ἐξ ἀριστερῶν, ἐκ δεξιῶν δὲ Ἰσραήλ, ἤγγισεν αὐτοὺς αὐτῷ.

Κολιτσάρα

Ἐπῆρε πάλιν ὁ Ἰωσὴφ τοὺς δύο υἱούς του τὸν Ἐφραΐμ ἐκ δεξιῶν του, ἐξ ἀριστερῶν δὲ τοῦ Ἰακώβ, ὡς δευτερότοκον, τὸν δὲ Μανασσῆ ἐξ ἀριστερῶν του, ἐκ δεξιῶν δὲ τοῦ Ἰακὼβ ὡς πρωτότοκον, καὶ τοὺς ἐπλησίασε πρὸς τὸν πατέρα του.

Τρεμπέλα

Ὁ Ἰωσὴφ ἐπῆρε πάλιν τοὺς δύο υἱούς του, τὸν Ἐφραίμ (ὡς δευτεροτόκον) εἰς τὰ δεξιά του, ὥστε νὰ εὑρίσκεται εἰς τὰ ἀριστερὰ τοῦ Ἰσραήλ, καὶ τὸν Μανασσῆν (ὡς πρωτότοκον) εἰς τὰ ἀριστερά του, ὥστε νὰ εὑρίσκεται εἰς τὰ δεξιὰ τοῦ Ἰσραήλ, καὶ τοὺς ἔφερε κοντὰ εἰς τὸν πατέρα του.

Γεν. 48,14

ἐκτείνας δὲ Ἰσραὴλ τὴν χεῖρα τὴν δεξιὰν ἐπέβαλεν ἐπὶ τὴν κεφαλὴν Ἐφραΐμ, οὗτος δὲ ἦν ὁ νεώτερος, καὶ τὴν ἀριστερὰν ἐπὶ τὴν κεφαλὴν Μανασσῆ, ἐναλλὰξ τὰς χεῖρας.

Κολιτσάρα

Ἥπλωσεν ὁ Ἰακὼβ τὴν δεξιάν του χεῖρα καὶ τὴν ἔθεσαν εἰς τὴν κεφαλὴν τοῦ Ἐφραΐμ, αὐτὸς δὲ ἦτο ὁ νεώτερος, καὶ τὴν ἀριστεράν του χεῖρα εἰς τὴν κεφαλὴν τοῦ Μανασσῆ. Ἔβαλε δηλαδὴ τὰς χεῖρας του σταυρωτά.

Τρεμπέλα

Ὁ Ἰσραὴλ ὅμως, ἂν καὶ δεν ἔβλεπε καθαρά, δὲν ἀκολούθησε τὴν σειράν, μὲ τὴν ὁποίαν ἐτακτοποίησε τοὺς υἱούς του ὁ Ἰωσήφ. Ἐπειδὴ ἐφωτίζετο ἀπὸ τὸν Θεόν, ἀφοῦ ἄπλωσε τὸ δεξί του χέρι, τὸ ἔβαλεν εἰς τὴν κεφαλὴν τοῦ Ἐφραίμ, ποὺ ἦταν ὁ νεώτερος, καὶ τὸ ἀριστερόν του χέρι τὸ ἔβαλεν εἰς τὴν κεφαλὴν τοῦ Μανασσῆ, ποὺ ἦταν ὁ πρωτότοκος· ὁ Ἰακὼβ δηλαδὴ ἔβαλε τὰ χέρια του σταυρωτὰ εἰς τὰ παιδιὰ τοῦ Ἰωσήφ.

Γεν. 48,15

καὶ εὐλόγησεν αὐτοὺς καὶ εἶπεν· ὁ Θεός, ᾧ εὐηρέστησαν οἱ πατέρες μου ἐνώπιον αὐτοῦ, Ἁβραὰμ καὶ Ἰσαάκ, ὁ Θεὸς ὁ τρέφων με ἐκ νεότητος ἕως τῆς ἡμέρας ταύτης,

Κολιτσάρα

Εὐλόγησεν αὐτοὺς καὶ εἶπεν· «ὁ Θεός, ἐνώπιον τοῦ ὁποίου, τηρήσαντες τὸ θέλημά του, εὐηρέστησαν οἱ πατέρες μου, ὁ Ἁβραὰμ καὶ ὁ Ἰσαάκ, ὁ Θεὸς ὁ ὁποῖος μὲ διατρέφει καὶ μὲ συντηρεῖ ἀπὸ τὴν νεαράν μου ἡλικίαν μέχρι τῆς ἡμέρας αὐτῆς,

Τρεμπέλα

Καὶ εὐλόγησε τοὺς δύο υἱοὺς τοῦ Ἰωσὴφ καὶ εἶπεν: «Ὁ Θεός, ἐμπρὸς εἰς τὸν ὁποῖον οἱ πατέρες μου Ἀβραὰμ καὶ Ἰσαὰκ ἔζησαν μὲ τρόπον θεάρεστον· ὁ Θεός, ὁ ὁποῖος μὲ διατρέφει καὶ μὲ συντηρεῖ ἀπὸ τὰ νεανικά μου χρόνια μέχρι τῆς σημερινῆς ἡμέρας·

Γεν. 48,16

ὁ ἄγγελος ὁ ῥυόμενός με ἐκ πάντων τῶν κακῶν εὐλογήσαι τὰ παιδία ταῦτα, καὶ ἐπικληθήσεται ἐν αὐτοῖς τὸ ὄνομά μου καὶ τὸ ὄνομα τῶν πατέρων μου Ἁβραὰμ καὶ Ἰσαάκ, καὶ πληθυνθείησαν εἰς πλῆθος πολὺ ἐπὶ τῆς γῆς.

Κολιτσάρα

ὁ ἄγγελος, ὁ ὁποῖος μὲ ἐγλύτωνε συνεχῶς ἀπὸ ὅλα τὰ δεινά, ἂς εὐλογήσῃ τὰ παιδιὰ αὐτά, καὶ ἂς φέρουν αὐτὰ τὸ ὄνομά μου καὶ τὸ ὄνομα τῶν πατέρων μου, τοῦ Ἁβραὰμ καὶ Ἰσαάκ· ἂς πληθυνθοῦν εἰς πλῆθος πολὺ ἐπὶ τῆς γῆς».

Τρεμπέλα

ὁ Ἄγγελος, ὁ ὁποῖος μὲ ἐγλύτωσε καὶ θὰ μὲ γλυτώσῃ καὶ τώρα ἀπὸ ὅλους τοὺς κινδύνους, αὐτὸς εἴθε νὰ εὐλογήσῃ τώρα τὰ παιδιὰ αὐτά· ἂς φέρουν καὶ τὰ δύο αὐτὰ παιδιὰ τὸ ὄνομά μου καὶ τὸ ὄνομα τῶν πατέρων μου, τοῦ Ἀβραὰμ καὶ τοῦ Ἰσαάκ, καὶ ἂς αὐξηθοῦν (τὰ παιδιὰ αὐτά) εἰς μεγάλον ἀριθμὸν καὶ ἂς γίνουν πλῆθος πολὺ εἰς τὴν γῆν».

Γεν. 48,17

ἰδὼν δὲ Ἰωσὴφ ὅτι ἐπέβαλεν ὁ πατὴρ αὐτοῦ τὴν χεῖρα τὴν δεξιὰν αὐτοῦ ἐπὶ τὴν κεφαλὴν Ἐφραΐμ, βαρὺ αὐτῷ κατεφάνη, καὶ ἀντελάβετο Ἰωσὴφ τῆς χειρὸς τοῦ πατρὸς αὐτοῦ ἀφελεῖν αὐτὴν ἀπὸ τῆς κεφαλῆς Ἐφραΐμ ἐπὶ τὴν κεφαλὴν Μανασσῆ.

Κολιτσάρα

Ἰδὼν ὁ Ἰωσὴφ ὅτι ὁ πατέρας του ἔθεσε τὴν δεξιάν του χεῖρα εἰς τὴν κεφαλὴν τοῦ Ἐφραΐμ, τοῦ νεωτέρου υἱοῦ, ἐστενοχωρήθη πολὺ καὶ ἐδυσφόρησε. Ἔπιασε δὲ τὴν δεξιὰν χεῖρα τοῦ πατρός του, διὰ νὰ τὴν ἀπομακρύνῃ ἀπὸ τὴν κεφαλὴν τοῦ Ἐφραῒμ καὶ νὰ τὴν θέσῃ εἰς τὴν κεφαλὴν τοῦ Μανασσῆ, τοῦ πρωτοτόκου.

Τρεμπέλα

Ὁ Ἰακὼβ μὲ τὸν φωτισμὸν τοῦ Θεοῦ ἔδωκε τὴν εὐλογίαν μὲ αὐτὸν τὸν τρόπον. Ὁ Ἰωσὴφ ὅμως, ὅταν εἶδεν ὅτι ὁ πατέρας του ἔβαλε τὸ δεξί του χέρι εἰς τὴν κεφαλὴν τοῦ δευτέρου παιδιοῦ του, τοῦ Ἐφραίμ, ἐξεπλάγη καὶ ἐλυπήθη, διότι δὲν ἤθελε νὰ παραμερισθῇ ὁ πρωτότοκος υἱός του. Δι’ αὐτὸ ἔπιασε τὸ χέρι τοῦ πατέρα του, διὰ νὰ τὸ σηκώσῃ ἀπὸ τὴν κεφαλὴν τοῦ Ἐφραὶμ καὶ νὰ τὸ βάλῃ εἰς τὴν κεφαλὴν τοῦ Μανασσῆ.

Γεν. 48,18

εἶπε δὲ Ἰωσὴφ τῷ πατρὶ αὐτοῦ· οὐχ οὕτως, πάτερ, οὗτος γὰρ ὁ πρωτότοκος· ἐπίθες τὴν δεξιάν σου ἐπὶ τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

Εἶπε δὲ εἰς τὸν πατέρα του· «μὴ θέτῃς κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον τὰς χεῖρας σου, πάτερ, διότι αὐτὸς εἶναι ὁ πρωτότοκος· εἰς τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ θέσε τὴν δεξιάν σου».

Τρεμπέλα

Εἶπε δὲ ὁ Ἰωσὴφ πρὸς τὸν πατέρα του: «Ὄχι ἔτσι, πατέρα· δὲν βάζεις καλὰ τὰ χέρια σου. Διότι αὐτός, ὁ Μανασσῆς, εἶναι ὁ πρωτότοκος· βάλε λοιπὸν τὸ δεξί σου χέρι εἰς τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ».

Γεν. 48,19

καὶ οὐκ ἠθέλησεν, ἀλλὰ εἶπεν· οἶδα, τέκνον, οἶδα· καὶ οὗτος ἔσται εἰς λαόν, καὶ οὗτος ὑψωθήσεται· ἀλλὰ ὁ ἀδελφὸς αὐτοῦ ὁ νεώτερος μείζων αὐτοῦ ἔσται, καὶ τὸ σπέρμα αὐτοῦ ἔσται εἰς πλῆθος ἐθνῶν.

Κολιτσάρα

Ὁ Ἰακὼβ ὅμως δὲν συγκατετέθη νὰ πράξῃ ὅ,τι τοῦ εἶπεν ὁ Ἰωσήφ, ἀλλὰ εἶπε· «γνωρίζω, τέκνον μου, γνωρίζω ποῖος εἶναι ὁ πρωτότοκος καὶ αὐτὸς θὰ ἀναδειχθῇ εἰς λαὸν πολύν, καὶ αὐτὸς θὰ δοξασθῇ. Ἀλλὰ ὁ ἀδελφός του ὁ νεώτερος, θὰ ἀναδειχθῇ μεγαλύτερος ἀπὸ αὐτὸν καὶ οἱ ἀπόγονοί του θὰ εἶναι πλῆθος λαῶν».

Τρεμπέλα

Ἀλλὰ ὁ πατέρας του ἀρνήθηκε, δὲν ἠθέλησε νὰ συμμορφωθῇ πρὸς τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ υἱοῦ του καὶ νὰ κάμῃ ὅπως τοῦ εἶπεν ὁ Ἰωσὴφ καὶ εἶπε: «Ξέρω, παιδί μου, ξέρω ποῖος εἶναι ὁ πρωτότοκος· δέν τὸ ἔκαμα τυχαῖα οὔτε ἀπὸ ἄγνοιαν. Καὶ αὐτός (ὁ Μανασσῆς) θὰ αὐξηθῇ καὶ θὰ ἀποκτήσῃ ὡς ἀπογόνους λαὸν πολύν· θὰ δοξασθῇ καὶ αὐτός. Ἀλλὰ ὁ ἀδελφός του ὁ νεώτερος (ὁ Ἐφραίμ) θὰ ἀναδειχθῇ ἀνώτερός του καὶ οἱ ἀπόγονοί του θὰ εἶναι πλῆθος πολλῶν ἐθνῶν, δηλαδὴ πολὺ περισσότεροι ἀπὸ ἐκείνους τοῦ Μανασσῆ».

Γεν. 48,20

καὶ εὐλόγησεν αὐτοὺς ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ λέγων· ἐν ὑμῖν εὐλογηθήσεται Ἰσραὴλ λέγοντες· ποιήσαι σε ὁ Θεὸς ὡς Ἐφραΐμ καὶ ὡς Μανασσῆ. καὶ ἔθηκε τὸν Ἐφραΐμ ἔμπροσθεν τοῦ Μανασσῆ.

Κολιτσάρα

Ὁ Ἰακὼβ εὐλόγησεν αὐτοὺς κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην καὶ εἶπεν· «χάρις εἰς σᾶς καὶ ἀπὸ σᾶς θὰ δοξασθῇ τὸ ὄνομά μου καὶ οἱ ἄνθρωποι θὰ λέγουν· Εἴθε νὰ σὲ εὐλογῇ ὁ Θεός, ὅπως εὐλόγησε τὸν Ἐφραῒμ καὶ τὸν Μανασσῆ». Ἔτσι δὲ ὁ Ἰακὼβ κατέστησε κατὰ τὴν εὐλογίαν τὸν Ἐφραῒμ ἀνώτερον ἀπὸ τὸν πρωτότοκον Μανασσῆ.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Ἰακὼβ τοὺς εὐλόγησε κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην καὶ εἶπε: «Σεῖς οἱ δύο θὰ εὐδοκιμήσετε καὶ θὰ αὐξηθῆτε τόσον πολύ, ὥστε χάρις εἰς σᾶς θὰ δοξααθῇ καὶ τὸ ἰδικόν μου ὄνομα. Διότι εἰς τὸ μέλλον κάθε Ἰσραηλίτης, ὁ ὁποῖος θὰ θέλῃ νὰ εὐλογήσῃ κάποιον ἀγαπημένον του, θὰ τοῦ λέγῃ· «εἴθε νὰ σὲ εὐλογῇ ὁ Θεὸς ὅπως τὸν Ἐφραὶμ καὶ τὸν Μανασσῆν». Παρ’ ὅλον ὅμως ὅτι καὶ οἱ δύο θὰ εἶναι τόσον ἐπιφανεῖς, ὥστε ὅλοι θὰ εὔχωνται νὰ φθάσουν τὴν δόξαν των, ἐν τούτοις ὁ Ἰακώβ (τὴν ὥραν τῆς εὐλογίας) ἔβαλε τὸν Ἐφραὶμ ἐμπρὸς ἀπὸ τὸν Μανασσῆν καὶ ἔτσι τὸν ἔκαμεν ἀνώτερόν του.

Γεν. 48,21

εἶπε δὲ Ἰσραὴλ τῷ Ἰωσήφ· ἰδοὺ ἐγὼ ἀποθνήσκω, καὶ ἔσται ὁ Θεὸς μεθ’ ὑμῶν καὶ ἀποστρέψει ὑμᾶς εἰς τὴν γῆν τῶν πατέρων ὑμῶν·

Κολιτσάρα

Εἶπεν ἀκόμη ὁ Ἰακὼβ εἰς τὸν Ἰωσήφ· «ἰδοὺ ὅτι ἐγὼ μετ’ ὀλίγον ἀποθνήσκω. Ὁ Θεὸς θὰ εἶναι, μαζῆ σας καὶ θὰ σᾶς ἐπαναφέρῃ εἰς τὴν γῆν τῶν πατέρων σας.

Τρεμπέλα

Μετὰ τὴν εὐλογίαν ὁ Ἰσραὴλ εἶπεν εἰς τὸν Ἰωσήφ: «Νά· ἐγώ, ὅπως βλέπεις, πλησιάζω νὰ ἀποθάνω καὶ νὰ φύγω ἀπὸ κοντά σας. Ἀλλὰ θὰ εἶναι μαζί σας ὁ Θεός. Αὐτὸς θὰ σᾶς ὁδηγήσῃ καὶ πάλιν πίσω εἰς τὴν χώραν τῶν πατέρων σας, τὴν Χαναάν.

Γεν. 48,22

ἐγὼ δὲ δίδωμί σοι Σίκιμα ἐξαίρετον ὑπὲρ τοὺς ἀδελφούς σου, ἣν ἔλαβον ἐκ χειρὸς Ἀμορραίων ἐν μαχαίρᾳ μου καὶ τόξῳ.

Κολιτσάρα

Ἐγὼ δὲ παραχωρῶ εἰς σὲ καὶ τοὺς ἀπογόνους σου ἐκλεκτὴν κληρονομίαν, ἀνωτέραν ἀπὸ τὸ μερίδιον τῶν ἄλλὼν ἀδελφῶν σου, τὴν πόλιν Συχέμ, τὴν ὁποίαν ἐγὼ ἀνακατέλαβον ἀπὸ τοὺς Ἀμορραίους μὲ τὴν μάχαιράν μου καὶ τὸ τόξον.

Τρεμπέλα

Ἐγὼ δὲ θὰ παραχωρήσω εἰς σὲ καὶ τοὺς ἀπογόνους σου τὴν πόλιν Συχέμ, τόπον (μερίδα) εὔφορον καὶ ἐκλεκτόν, ἀνώτερον ἀπὸ ἐκεῖνον τῶν ἀδελφῶν σου· τὸν τόπον αὐτὸν ἐπῆρα ἀπὸ τὰ χέρια τῶν Ἀμορραίων μὲ τὸ μαχαίρι μου καὶ τὸ πολεμικόν μου τόξον».

Κεφάλαιο 49

Γεν. 49,1

Ἐκάλεσε δὲ Ἰακὼβ τοὺς υἱοὺς αὐτοῦ καὶ εἶπεν αὐτοῖς· συνάχθητε, ἵνα ἀναγγείλω ὑμῖν, τί ἀπαντήσει ὑμῖν ἐπ’ ἐσχάτων τῶν ἡμερῶν·

Κολιτσάρα

Ἐκάλεσε κοντά του ὁ Ἰακὼβ τοὺς υἱούς του καὶ εἶπεν εἰς αὐτούς· «συγκεντρωθῆτε πλησίον μου, διὰ νὰ σᾶς ἀναγγείλω τί θὰ συμβοῦν εἰς σᾶς, εἰς τοὺς ἀπογόνους σας, εἰς τὴν ἀνθρωπότητα μέχρι καὶ τῶν τελευταίων ἡμερῶν.

Τρεμπέλα

Ὅταν ὁ Ἰακὼβ προαισθάνθηκε τὸν θάνατόν του, ἐκάλεσε κοντά του τὰ παιδιά του καὶ τοὺς εἶπε: «Συγκεντρωθῆτε ἐδῶ γύρω διὰ νὰ σᾶς εἶπω τὶ θὰ σᾶς συμβῇ εἰς τὸ πολὺ ἀπομεμακρυσμένον μέλλον, μέχρι τῆς χρονικῆς περιόδου ποὺ θὰ ἔλθῃ ὁ Μεσσίας.

Γεν. 49,2

ἀθροίσθητε καὶ ἀκούσατέ μου, υἱοὶ Ἰακώβ, ἀκούσατε Ἰσραὴλ τοῦ πατρὸς ὑμῶν.

Κολιτσάρα

Μαζευθῆτε καὶ ἀκούσατέ με, παιδιὰ τοῦ Ἰσραήλ, ἀκούσατε τὸν πατέρα σας Ἰακώβ.

Τρεμπέλα

Μαζευθῆτε ὅλοι καὶ ἀκοῦστε μου, παιδιὰ τοῦ Ἰακώβ· ἀκοῦστε τὰ λόγια, ποὺ θὰ σᾶς εἴπῃ ὁ Ἰσραήλ, ὁ πατέρας σας, φωτιζόμενος ἀπὸ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ»,

Γεν. 49,3

Ῥουβήν, πρωτότοκός μου, σὺ ἰσχύς μου καὶ ἀρχὴ τέκνων μου, σκληρὸς φέρεσθαι καὶ σκληρὸς αὐθάδης.

Κολιτσάρα

Ρουβήν, ὁ πρωτότοκός μου, σὺ εἶσαι ἡ δύναμίς μου, ἡ ἀπαρχὴ τῶν τέκνων μου. Ἐφάνης ὅμως σκληρὸς εἰς τὴν συμπεριφοράν σου, σκληρὸς καὶ ἀναίσχυντος ἀπέναντί μου.

Τρεμπέλα

Ἀφοῦ ἐμαζεύθησαν, ἀκολούθησε τὴν φυσικὴν σειρὰν τῆς γεννήσεως καὶ ἐμίλησε πρῶτα εἰς τὸν Ρουβὴν καὶ εἶπε: «Ρουβήν, πρωτότοκον παιδί μου, σὺ εἶσαι ἡ δύναμίς μου καὶ ἡ ἀρχὴ τῶν παιδιῶν μου· μὲ τὴν συμπεριφοράν σου ὅμως ἐφάνης κατ’ ἐξοχὴν σκληρὸς καὶ ἀλαζονικός, θρασὺς καὶ χωρὶς ἐντροπήν.

Γεν. 49,4

ἐξύβρισας ὡς ὕδωρ, μὴ ἐκζέσῃς· ἀνέβης γὰρ ἐπὶ τὴν κοίτην τοῦ πατρός σου· τότε ἐμίανας τὴν στρωμνήν, οὗ ἀνέβης.

Κολιτσάρα

Ὥρμησες σὰν χείμαρρος ἐναντίον τῆς γυναικός μου Βαλλᾶς καὶ τὴν ἐταπείνωσες. Δὲν θὰ προοδεύσῃς καὶ δὲν θὰ ἀναδειχθῇς, διότι ἀνέβης εἰς τὴν κλίνην τοῦ πατρός σου, ἐμόλυνες τὸ κρεββάτι τοῦ πατέρα, σου, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνέβης.

Τρεμπέλα

Ὥρμησες ὡσὰν χείμαρρος νεροῦ ἐναντίον τῆς παλλακῆς μου Βαλλᾶς καὶ τὴν ἐταπείνωσες. Δὲν θὰ διακριθῇς μεταξὺ τῶν ἀδελφῶν σου· δὲν θὰ προοδεύσῃς, διότι ἔπραξες πρᾶγμα παράνομον καὶ ἁμάρτησες εἰς τὸ κρεββάτι τοῦ πατέρα σου· μὲ τὴν πρᾶξιν σου ἐμόλυνες τὸ πατρικὸν κρεββάτι, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνέβης καὶ ἐκοιμήθης μὲ τὴν Βαλλάν.

Γεν. 49,5

Συμεὼν καὶ Λευΐ ἀδελφοί· συνετέλεσαν ἀδικίαν ἐξ αἱρέσεως αὐτῶν.

Κολιτσάρα

Συμεὼν καὶ Λευΐ, δύο ἀδελφοὶ ὠλοκλήρωσαν ἐσκεμμένως μίαν φοβερὰν ἄδικον πρᾶξιν.

Τρεμπέλα

Ὁ Συμεὼν καὶ ὁ Λευΐ εἶναι ἀδελφοὶ καὶ εἰς τὴν γέννησιν καὶ εἰς τὴν διάθεσιν καὶ εἰς τὸν χαρακτῆρα. Καὶ οἱ δύο ἐχρησιμοποίησαν τὰ ὅπλα των καὶ συνειδητῶς, μὲ σχέδιον ἒν ψυχρῷ, ὠλοκλήρωσαν μίαν φοβερὰν ἐγκληματικὴν πρᾶξιν.

Γεν. 49,6

εἰς βουλὴν αὐτῶν μὴ ἔλθοι ἡ ψυχή μου, καὶ ἐπὶ τῇ συστάσει αὐτῶν μὴ ἐρείσαι τὰ ἥπατά μου, ὅτι ἐν τῷ θυμῷ αὐτῶν ἀπέκτειναν ἀνθρώπους καὶ ἐν τῇ ἐπιθυμίᾳ αὐτῶν ἐνευροκόπησαν ταῦρον.

Κολιτσάρα

Ἡ ψυχή μου δὲν συγκατατίθεται εἰς τὴν ἀπόφασίν των, καὶ ἡ καρδία μου δὲν ἐπαναπαύεται εἰς τὴν συνωμοσίαν των, διότι ἐπάνω εἰς τὸν μεγάλον θυμόν των ἐφόνευσαν ἀνθρώπους καὶ εἰς τὴν ἐπιθυμίαν τῆς ἐκδικήσεώς των ἐφόνευσαν καὶ ταύρους.

Τρεμπέλα

Ἡ ψυχή μου δὲν συμφωνεῖ οὔτε ἐγκρίνει τὴν ἀπόφασίν των καὶ ἡ καρδία μου δὲν συμμετέχει οὔτε ἐπαναπαύεται εἰς τὰ διαβούλιά των· δὲν ἐγκρίνω τὸ κακούργημά των ἐναντίον τῶν Συχεμιτῶν. Διότι ἐπάνω εἰς τὸν ἀπερίσκεπτον θυμόν των ἐσκώτωσαν ἀνθρώπους· καὶ ἐπάνω εἰς τὴν ἐπιθυμίαν των νὰ ἐκδικηθοῦν τὴν προσβολήν, ποὺ ἔγινεν εἰς τὴν ἀδελφήν των Δείναν, ἐσκότωσαν ἀνθρώπους μέχρι καὶ ταύρους (ἢ κατ’ ἄλλην ἑρμηνεία τὸν υἱὸν τοῦ Ἐμμώρ, ὁ ὁποῖος ἦταν δυνατὸς ὡς ταῦρος, ἐπειδὴ εὑρίσκετο εἰς τὴν ἀκμὴν τῆς νεανικῆς ἡλικίας του).

Γεν. 49,7

ἐπικατάρατος ὁ θυμὸς αὐτῶν, ὅτι αὐθάδης, καὶ ἡ μῆνις αὐτῶν, ὅτι ἐσκληρύνθη· διαμεριῶ αὐτοὺς ἐν Ἰακὼβ καὶ διασπερῶ αὐτοὺς ἐν Ἰσραήλ.

Κολιτσάρα

Κατηραμένος ἂς εἶναι ὁ θυμός των, διότι καὶ ἡ ὀργή των ἦτο παράνομος, ἦτο σκληρά. Ἕνεκα τούτου θὰ διασκορπίσω τοὺς ἀπογόνους των μεταξὺ τῶν ἄλλων υἱῶν τοῦ Ἰακώβ, θὰ διασπαροῦν ἐν μέσῳ τοῦ ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ.

Τρεμπέλα

Ὁ μεγάλος καὶ ἄγριος θυμός των ἂς εἶναι καταράμενος, διότι ἦταν προπετής, ἀσυγκράτητος, ἀσυλλόγιστος· καὶ ἡ ὀργή των ἂς εἶναι καταραμένη, διότι ἦταν ἀπάνθρωπος, θηριώδης καὶ χωρὶς συμπάθειαν. Διὰ τοῦτο θὰ διαμοιράσω τοὺς ἀπογόνους των εἰς ὅλην τὴν χώραν τοῦ Ἰσραὴλ μεταξὺ τῶν ἄλλων φυλῶν τὸν Ἰακὼβ καὶ θὰ τοὺς διασκορπίσω μεταξὺ τοῦ Ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ.

Γεν. 49,8

Ἰούδα, σὲ αἰνέσαισαν οἱ ἀδελφοί σου· αἱ χεῖρές σου ἐπὶ νώτου τῶν ἐχθρῶν σου· προσκυνήσουσί σοι οἱ υἱοὶ τοῦ πατρός σου.

Κολιτσάρα

Ἰούδα, σὲ θὰ ὑμνήσουν οἱ ἀδελφοί σου, θὰ σὲ ἀναγνωρίσουν ὡς ἀρχηγόν των, τὰ χέρια σου θὰ εἶναι ἰσχυρὰ ἐπάνω εἰς τὴν ράχιν τῶν ἐχθρῶν σου. Θὰ σὲ προσκυνήσουν ὡς ἀρχηγόν των οἱ ἀπόγονοι τοῦ πατρός σου.

Τρεμπέλα

Ἰούδα, θὰ σὲ ὑμνήσουν (ἢ εἴθε νὰ σὲ ὑμνήσουν), θὰ σὲ τιμήσουν (ἢ εἴθε νὰ σὲ τιμήσουν) καὶ θὰ σὲ δοξάσουν (ἢ εἴθε νὰ σὲ δοξάσουν) οἱ ἀδελφοί σου· τὰ χέρια σου θὰ εἶναι ἰσχυρά, ὥστε νὰ τρέπῃς εἰς φυγὴν πανικοβλήτους τοὺς ἐχθρούς σου τὰ παιδιὰ τοῦ πατέρα σου θὰ πέσουν νὰ σὲ προσκυνήσουν μὲ τὴν θέλησίν των καὶ θὰ ὑποταχθοῦν εἰς σέ, διότι θὰ ἀναγνωρίζουν ὅτι σοῦ ἀξίζει ἡ τιμὴ καὶ ἡ δόξα.

Γεν. 49,9

σκύμνος λέοντος Ἰούδα· ἐκ βλαστοῦ, υἱέ μου, ἀνέβης· ἀναπεσὼν ἐκοιμήθης ὡς λέων καὶ ὡς σκύμνος· τίς ἐγερεῖ αὐτόν;

Κολιτσάρα

Ληοντάρι, γέννημα ληονταριοῦ, θὰ εἶσαι, Ἰούδα· ἀπὸ ἐμὲ σὰν ἀπὸ βλαστὸν ἐφύτρωσες σύ, ἄλλο βλαστάρι, υἱέ μου. Ἐξηπλώθης καὶ ἐκοιμήθης σὰν ληοντάρι, σὰν νεαρὸ εὔρωστο ληοντάρι. Ποιὸς τολμᾷ νὰ τὸν πλησιάσῃ καὶ νὰ τὸν ἐξυπνήσῃ;

Τρεμπέλα

Ἰούδα, εἶσαι μικρὸ λιοντάρι· ἐφύτρωσες, παιδί μου, ὡσὰν βλαστὸς ἀπὸ ἐμέ. Ἀφοῦ ἑξάπλωσες, ἐκοιμήθης ὅπως κοιμᾶται τὸ λιοντάρι, ὁ βασιλιᾶς τῶν ζώων ἐκοιμήθης, ὅπως κοιμᾶται τὸ μικρὸ λιοντάρι· ποῖος θὰ τολμήσῃ νὰ τὸ ἐνοχλήσῃ καὶ νὰ τὸ ξυπνήσῃ ἀπὸ τὸν ὕπνον;

Γεν. 49,10

οὐκ ἐκλείψει ἄρχων ἐξ Ἰούδα καὶ ἡγούμενος ἐκ τῶν μηρῶν αὐτοῦ, ἕως ἐὰν ἔλθῃ τὰ ἀποκείμενα αὐτῷ, καὶ αὐτὸς προσδοκία ἐθνῶν.

Κολιτσάρα

Δὲν θὰ λείψῃ ἄρχων ἀπὸ τὴν φυλὴν Ἰούδα καὶ ἀρχηγὸς ἀπὸ τοὺς ἀπογόνους του, μέχρις ὅτου ἔλθῃ ἐκεῖνος, εἰς τὰ χέρια τοῦ ὁποίου ἀπόκεινται αἱ ἐξουσίαι. Αὐτὸς θὰ εἶναι ἡ ἐλπὶς καὶ ἡ προσμονὴ τῶν λαῶν, ὁ Μεσσίας.

Τρεμπέλα

Δὲν θὰ λείψῃ ἄρχων καὶ βασιλικὸν σκῆπτρον ἀπὸ τὴν φυλὴν τοῦ Ἰούδα δὲν θὰ λείψῃ ἀρχηγὸς ἀπὸ τοὺς ἀπογόνους τῆς γενεᾶς του μέχρις ὅτου ἔλθῃ Ἐκεῖνος (ὁ Εἰρηνοποιός), εἰς τὸν ὁποῖον ἀνήκει τὸ βασιλικὸν τοῦτο σκῆπτρον· καὶ Αὐτὸς θὰ εἶναι τὸ πρόσωπον, τὸ ὁποῖον θὰ περιμένουν μὲ ζωηρὰν ἐλπίδα καὶ ἔντονον προσδοκίαν τὰ ἔθνη καὶ οἱ λαοὶ τῆς γῆς, δηλαδὴ ὁ Μεσαίας Χριστός.

Γεν. 49,11

δεσμεύων πρὸς ἄμπελον τὸν πῶλον αὐτοῦ καὶ τῇ ἕλικι τὸν πῶλον τῆς ὄνου αὐτοῦ· πλυνεῖ ἐν οἴνῳ τὴν στολὴν αὐτοῦ καὶ ἐν αἵματι σταφυλῆς τὴν περιβολὴν αὐτοῦ·

Κολιτσάρα

Τόση τότε θὰ εἶναι ἡ εὐημερία, ὥστε θὰ δένῃ αὐτὸς τὸν ὄνον του εἰς τὴν ἄμπελον καὶ τὸ πουλάρι τῆς ὄνου του εἰς τὴν ψαλλίδα τῆς ἀμπέλου. Θὰ πλύνῃ ὄχι μὲ νερὸ ἀλλὰ μὲ κρασὶ τὴν στολήν του καὶ μὲ τὸν κόκκινον, σὰν αἷμα, οἶνον τῆς σταφυλῆς θὰ καθαρίζῃ τὴν ἐνδυμασίαν του.

Τρεμπέλα

Θὰ εἶναι τόση ἡ μεγάλη εὐτυχία καὶ ἡ μακαρία κατάστασις, ποὺ θὰ ἐπικρατήσῃ εἰς τὶς ἡμέρες τῆς βασιλείας του· θὰ εἶναι τόση ἡ εὐφορία τῆς χώρας, ὥστε θὰ δένῃ τὸν ὄνον του εἰς τὸ ἀμπέλι καὶ τὸ πουλάρι του εἰς τὴν ψαλίδα τοῦ κλήματος. (Ἢ κατ’ ἄλλην ἑρμηνείαν: Αὐτός, ἐπειδὴ θὰ εἶναι ἡ ἄμπελος ἡ ἀληθινὴ καὶ ἡ διδασκαλία του θὰ εἶναι ἁπαλὴ καὶ ἥμερη, θὰ ὑποτάξῃ τοὺς ἐθνικοὺς καὶ θὰ τοὺς κάμῃ τόσον πειθαρχικούς, ὅσον πειθαρχικὸς εἶναι καὶ ὁ ὄνος, ποὺ δένεται εἰς τὸ ἀμπέλι, καὶ τὸ πουλάρι, ποὺ δένεται εἰς τὴν ψαλίδα τοῦ κλήματος). Θὰ εἶναι τόση ἡ εὐημερία καὶ ἡ ἀφθονία, ποὺ θὰ ὑπάρχῃ εἰς τὶς ἡμέρες τῆς βασιλείας του, ὥστε ἡ ἐνδυμασία του θὰ πλένεται ὄχι μὲ νερόν, ἀλλὰ μὲ κρασί, καὶ ἡ στολή του μὲ τὸ κόκκινον ὡσὰν αἷμα κρασὶ τοῦ σταφυλιοῦ. (Ἢ ἐπειδὴ τὰ λόγια αὐτὰ εἶναι προφητεία ποὺ ἀναφέρεται εἰς τὸν Μεσσίαν, ὁ ὁποῖος θὰ προέλθῃ ἀπὸ τὴν φυλὴν τοῦ Ἰούδα: Τὸ σῶμα ποὺ θὰ φορέσῃ ὁ Κύριος κατ’ οἰκονομίαν διὰ νὰ γίνῃ ἄνθρωπος, θὰ σφαγῇ καὶ θὰ πλυθῇ μὲ τὸ αἷμα τῆς σταυρικῆς λυτρωτικῆς του θυσίας).

Γεν. 49,12

χαροποιοὶ οἱ ὀφθαλμοὶ αὐτοῦ ἀπὸ οἴνου, καὶ λευκοὶ οἱ ὀδόντες αὐτοῦ ἢ γάλα.

Κολιτσάρα

Οἱ ὀφθαλμοί του θὰ ἀκτινοβολοῦν χαράν· θὰ σπινθηροβολοῦν σὰν ἐκείνου ποὺ πίνει οἶνον. Ἡ καθαρότης του θὰ εἶναι ἄψογος, καὶ οἱ ὀδόντες του θὰ εἶναι λευκότεροι ἀπὸ τὸ γάλα.

Τρεμπέλα

Τὰ μάτια του θὰ ἀκτινοβολοῦν χαρὰν καὶ θὰ σπινθηροβολοῦν ὅπως τὰ μάτια ἐκείνου, ποὺ πίνει κρασί. Τὰ δόντια του θὰ εἶναι περισσότερον λευκὰ καὶ ἀπὸ τὸ γάλα· τόσον χαρουμένη θὰ εἶναι ἡ βασιλεία, τόσον λαμπρὴ ἡ δικαιοσύνη καὶ τόσον ἔνδοξον τὸ μεγαλεῖον αὐτοῦ, ὁ ὁποῖος θὰ εἶναι ὁ Κριτὴς τῶν ὅλων.

Γεν. 49,13

Ζαβουλὼν παράλιος κατοικήσει, καὶ αὐτὸς παρ’ ὅρμον πλοίων, καὶ παρατενεῖ ἕως Σιδῶνος.

Κολιτσάρα

Ζαβουλών, ἡ φυλή του θὰ κατοικήσῃ εἰς παράλιον χώραν, πλησίον λιμένων, ὅπου ὑπάρχουν πλοῖα, θὰ ἐκτείνεται δὲ μέχρι καὶ τῆς Σιδῶνος.

Τρεμπέλα

Ὁ Ζαβουλὼν θὰ κατοικήσῃ εἰς τὴν παραλίαν τῆς θαλάσσης, κοντὰ εἰς λιμάνι καὶ ὅρμους, ὅπου προσορμίζονται καὶ ἀγκυροβολοῦν πλοῖα, καὶ τὰ ὅρια τῆς χώρας του θὰ φθάνουν μέχρι τῆς πόλεως Σιδών.

Γεν. 49,14

Ἰσσάχαρ τὸ καλὸν ἐπεθύμησεν ἀναπαυόμενος ἀνὰ μέσον τῶν κλήρων·

Κολιτσάρα

Ἰσσάχαρ ἐπεθύμησε καὶ ἐθεώρησε καλὸν νὰ ἀναπαύεται εἰς τὰς περιοχάς, αἱ ὁποῖαι ἐκληροδοτήθησαν εἰς τοὺς ἄλλους ἀδελφούς του.

Τρεμπέλα

Ὁ Ἰσσάχαρ ἐπεθύμησε τὸ καλὸν καὶ τὴν ἄνεσιν καὶ ἀναπαύεται μεταξὺ τῶν περιοχῶν, ποὺ ἐδόθησαν ὡς κληρονομία εἰς τοὺς ἀδελφούς του.

Γεν. 49,15

καὶ ἰδὼν τὴν ἀνάπαυσιν ὅτι καλή, καὶ τὴν γῆν ὅτι πίων, ὑπέθηκε τὸν ὦμον αὐτοῦ εἰς τὸ πονεῖν καὶ ἐγενήθη ἀνὴρ γεωργός.

Κολιτσάρα

Αὐτὸς ἰδών, ὅτι ἡ εἰρηνικὴ καὶ ἀναπαυτικὴ ζωὴ εἶναι καλὴ δι’ αὐτὸν καὶ ὅτι ἡ χώρα του εἶναι εὔφορος, ἀνέλαβε νὰ ἐργασθῇ μὲ τὰ χέρια του καὶ νὰ κοπιάζῃ ἐργαζόμενος τὴν γῆν καὶ ἔτσι ἔγινε γεωργός.

Τρεμπέλα

Καὶ ὅταν εἶδεν, ὅτι ἡ ὕσυχη καὶ εἰρηνικὴ ζωὴ εἶναι καλή, καὶ ὅτι ἡ γῆ τῆς ἰδικῆς του περιοχῆς εἶναι εὔφορος, ἔβαλε τὶς πλάτες καὶ τοὺς ὤμους του εἰς τὴν ἐργασίαν καὶ ἀπεφάσισε νὰ μοχθῇ καὶ νὰ κοπιάζῃ διὰ τὴν καλλιέργειαν τῆς γῆς· καὶ ἔτσι ἔγινε γεωργός.

Γεν. 49,16

Δὰν κρινεῖ τὸν λαὸν αὐτοῦ, ὡσεὶ καὶ μία φυλὴ ἐν Ἰσραήλ.

Κολιτσάρα

Ὁ Δὰν θὰ κυβερνήσῃ διὰ τῆς φυλῆς του τὸν ἰσραηλιτικὸν λαόν, σὰν μιὰ ἀξία φυλὴ τοῦ Ἰακώβ.

Τρεμπέλα

Ὁ Δὰν θὰ γίνῃ κριτὴς καὶ κυβερνήτης καὶ θὰ κρίνῃ τὸν λαόν του. Ἂν καὶ εἶναι υἱὸς τῆς δούλης Βαλλᾶς, ἐν τούτοις θὰ γίνῃ ἰσάξιος εἰς τὴν διακυβέρνησιν αὐτήν, ὅπως καὶ κάθε ἄλλη φυλὴ μεταξὺ τῶν φυλῶν τοῦ Ἰσραήλ.

Γεν. 49,17

καὶ γενηθήτω Δὰν ὄφις ἐφ’ ὁδοῦ, ἐγκαθήμενος ἐπὶ τρίβου, δάκνων πτέρναν ἵππου, καὶ πεσεῖται ὁ ἱππεὺς εἰς τὰ ὀπίσω,

Κολιτσάρα

Ἡ φυλὴ τοῦ Δὰν θὰ γίνῃ κακοποιός, σὰν ὄφις κρυμμένος εἰς τὸν δρόμον, ὄφις ὁ ὁποῖος παραμονεύει εἰς τὴν ἀτραπόν, διὰ νὰ δαγκώσῃ τὴν πτέρναν τοῦ ἵππου καὶ νὰ ἀνατραπῇ ὁ ἱππεὺς πρὸς τὰ ὀπίσω,

Τρεμπέλα

Ἡ φυλὴ τοῦ Δὰν θὰ γίνῃ πειρατικὴ καὶ ἐπιθετική. Θὰ γίνῃ ὅπως τὸ φίδι, ποὺ εἶναι κρυμμένον εἰς τὸν δρόμον· φίδι φαρμακερόν, τὸ ὁποῖον παραμονεύει εἰς τὸ μονοπάτι, διὰ νὰ κτυπήσῃ μὲ πανουργίαν τὴν πτέρναν τοῦ ἀλόγου, ὥστε νὰ ἀνατραπῇ ὁ ἀναβάτης του καὶ νὰ πέσῃ πρὸς τὰ ὀπίσω.

Γεν. 49,18

τὴν σωτηρίαν περιμένων Κυρίου.

Κολιτσάρα

ὥστε τὰ θύματά του νὰ περιμένουν τὴν σωτηρίαν ἀπὸ τὸν Κύριον.

Τρεμπέλα

Θὰ περιμένω τὴν σωτηρίαν μου ἀπὸ τὸν Κύριον, εἰς τὸν ὁποῖον ἔχω στηριγμένην τὴν ἐλπίδα μου. (Ἢ ἐπειδὴ τὰ λόγια αὐτὰ εἶναι προφητεία: Ἡ φυλὴ τοῦ Δὰν δὲν θὰ σωθῇ μὲ τὴν δολιότητα καὶ πανουργίαν της· θὰ περιμένῃ τὴν σωτηρίαν της, ὅπως καὶ ὁλόκληρος ἡ ἀνθρωπότης, ἀπὸ τὸν Κύριον Ἰησοῦν, τὸν λυτρωτὴν Μεσσίαν).

Γεν. 49,19

Γάδ, πειρατήριον πειρατεύσει αὐτόν, αὐτὸς δὲ πειρατεύσει αὐτὸν κατὰ πόδας.

Κολιτσάρα

Ὁ Γάδ, ἐνέδρας καὶ πειρατείας θὰ στήσουν δι’ αὐτόν, ἀλλὰ καὶ αὐτὸς θὰ στήσῃ ἐνέδρας εἰς τὰ πόδια ἐκείνου, ὁ ὁποῖος τὸν ἐνεδρεύει.

Τρεμπέλα

Ὁ Γὰδ θὰ δεχθῇ τὴν ἐπίθεσιν ὁμάδος πειρατῶν καὶ ληστῶν, οἱ ὁποῖοι τοῦ ἔστησαν ἐνέδραν· ἀλλὰ καὶ αὐτὸς θὰ τοὺς στήσῃ ἐνέδραν καὶ θὰ τοὺς καταδιώξῃ κατὰ πόδας.

Γεν. 49,20

Ἀσήρ, πίων αὐτοῦ ὁ ἄρτος, καὶ αὐτὸς δώσει τρυφὴν ἄρχουσι.

Κολιτσάρα

Τοῦ Ἀσὴρ ἡ τροφὴ θὰ εἶναι πλουσία καὶ αὐτὸς ἀπὸ τὴν πολλὴν καρποφορίαν τῶν ἀγρῶν του θὰ προσφέρῃ ἀπολαυστικὰ ἐδέσματα καὶ εἰς βασιλεῖς.

Τρεμπέλα

Τὸ ψωμὶ τοῦ Ἀσὴρ καὶ τῆς φυλῆς του θὰ εἶναι πλούσιον· ἡ χώρα του θὰ εἶναι τόσον εὔφορος, ὥστε ἀπὸ τὰ ἀγαθά της θὰ δώσῃ ἐκλεκτήν, εὔγευστον καὶ πλουσίαν τροφὴν εἰς τοὺς ἄρχοντας.

Γεν. 49,21

Νεφθαλεὶμ στέλεχος ἀνειμένον, ἐπιδιδοὺς ἐν τῷ γεννήματι κάλλος.

Κολιτσάρα

Νεφθαλείμ, βλαστάρια ὑψωμένα θὰ προσδίδουν ὡραιότητα εἰς αὐτὸν καὶ εἰς τὴν καρποφόρον βλάστησιν τῆς χώρας του.

Τρεμπέλα

Ὁ Νεφθαλεὶμ εἶναι μαλακός, τρυφερὸς καὶ ὑψωμένος βλαστός, ὁ ὁποῖος γεννᾷ ὡραίους καὶ χαριτωμένους καρπούς, ποὺ δίδουν ὑπέροχον ὡραιότητα εἰς τὰ σπαρμένα ἐδάφη τῆς χώρας του. Οἱ ἀπόγονοί του θὰ ἔχουν ἀδούλωτον φρόνημα, θὰ εἶναι εὐγενεῖς, ἐλεύθεροι, ἐλκυστικοὶ εἰς τοὺς τρόπους καὶ πολὺ κολακευτικοὶ εἰς τὴν συμπεριφοράν των καὶ θὰ εἶναι δόξα καὶ καύχημα εἰς τὴν φυλήν των.

Γεν. 49,22

υἱὸς ηὐξημένος Ἰωσήφ, υἱὸς ηὐξημένος μου ζηλωτός, υἱός μου νεώτατος· πρός με ἀνάστρεψον.

Κολιτσάρα

Ὁ Ἰωσὴφ ἔνδοξον τέκνον, ἔνδοξον καὶ ἀγαπημένον παιδὶ τῶν γηρατείων μου, ἐπίστρεψε πρὸς ἐμὲ ἀπὸ τὴν ξενητειά σου.

Τρεμπέλα

Ἰωσήφ, παιδὶ ἔνδοξον, παιδί μου ἔνδοξον, ζηλευτὸν καὶ ἀγαπητόν, παιδὶ τῶν γηρατειών μου. Γύρισε πίσῶ ἀπὸ τὴν ξενιτιὰν εἰς τὴν ἀγκάλην μου.

Γεν. 49,23

εἰς ὃν διαβουλευόμενοι ἐλοιδόρουν, καὶ ἐνεῖχον αὐτῷ κύριοι τοξευμάτων·

Κολιτσάρα

Ἐναντίον αὐτοῦ καὶ τῶν ἀπογόνων του ἄνθρωποι πονηρὰ σκεπτόμενοι ἐξεστόμιζαν ὕβρεις, ἄνθρωποι ἔχοντες ἱκανότητα εἰς πολέμους μὲ τόξα ἐφθόνουν καὶ ἐμίσουν αὐτόν.

Τρεμπέλα

Ἐναντίον του ἐσυνωμοτοῦσαν καὶ τὸν ὕβριζαν· τὸν ἐμισοῦσαν, τὸν ἐπαραμόνευαν καὶ τὸν ἐσημάδευαν μὲ τὰ τόξα των ἄνθρωποι, ποὺ ἦσαν πολὺ ἀσκημένοι εἰς τὸ νὰ χειρίζωνται τὰ τόξα καὶ νὰ τὰ διευθύνουν μὲ ἐπιτυχίαν εἰς τὸν στόχον.

Γεν. 49,24

καὶ συνετρίβη μετὰ κράτους τὰ τόξα αὐτῶν, καὶ ἐξελύθη τὰ νεῦρα βραχιόνων χειρὸς αὐτῶν διὰ χεῖρα δυνάστου Ἰακώβ, ἐκεῖθεν ὁ κατισχύσας Ἰσραήλ· παρὰ Θεοῦ τοῦ πατρός σου,

Κολιτσάρα

Ἀλλὰ τὰ τόξα των συνετρίβησαν μετὰ μεγάλης δυνάμεως καὶ τὰ νεῦρα τῶν χειρῶν των παρέλυσαν ἀπὸ τὸ κραταιὸν χέρι τοῦ παντοδυνάμου Θεοῦ τοῦ Ἰακώβ. Ἀπὸ ἐκεῖ, ἀπὸ τὸν Θεὸν τοῦ πατρός σου, θὰ ἀντλῇς τὴν δύναμίν σου.

Τρεμπέλα

Τὰ τόξα ὅμως τῶν πεπειραμένων αὐτῶν σημαδευτῶν συνετρίβησαν ἐντελῶς μὲ μεγάλην δύναμιν καὶ βίαν καὶ τὰ νεῦρα τῶν δυνατῶν χεριῶν των παρέλυσαν ἀπὸ τὸ ἰσχυρὸν χέρι τοῦ παντοδυνάμου Θεοῦ τοῦ Ἰακώβ. Διότι ἀπὸ Ἐκεῖνον θὰ ἀντλῇ τὴν δύναμίν του ὁ ἰσχυρὸς Ἰσραήλ, ἀπὸ τὸν Θεὸν τοῦ πατέρα σου.

Γεν. 49,25

καὶ ἐβοήθησέ σοι ὁ Θεὸς ὁ ἐμὸς καὶ εὐλόγησέ σε εὐλογίαν οὐρανοῦ ἄνωθεν καὶ εὐλογίαν γῆς ἐχούσης πάντα· εἵνεκεν εὐλογίας μαστῶν καὶ μήτρας,

Κολιτσάρα

Ὁ Θεός μου σὲ ἐβοήθησε καὶ σὲ ηὐλόγησε εὐλογίαν πλουσία ἀπὸ τὸν οὐρανὸν ἄνω καὶ εὐλογίαν ἀπὸ τὴν γῆν κάτω, ἡ ὁποία θὰ καρποφορῇ πλουσίως διὰ σέ. Αἱ εὐλογίαι αὐταὶ διὰ σὲ καὶ διὰ τὰ τέκνα σου θὰ δειχθοῦν καὶ ἀπὸ τὸ πλῆθος τῶν ἀπογόνων σου.

Τρεμπέλα

Σὲ ἐβοήθησε λοιπὸν ὁ Θεὸς ὁ ἰδικός μου καὶ σὲ εὐλόγησε μὲ εὐλογίαν, ποὺ κατεβαίνει ἀπὸ τὸν οὐρανόν, καὶ μὲ εὐλογίαν τῆς γῆς, ἡ ὁποία θὰ καρποφορῇ πλουσίως πρὸς χάριν σου ὅλα τὰ ἀγαθά. Οἱ εὐλογίες αὐτὲς πρὸς σὲ καὶ τοὺς υἱούς σου Ἐφραὶμ καὶ Μανασσῆν συνίστανται εἰς τὴν εὐλογίαν τῶν μαστῶν καὶ τῆς μήτρας, δηλαδὴ εἰς τοὺς πολυαρίθμοὺς ἀπογόνους σου καὶ εἰς τὸ πλῆθος τῶν ζώων, ποὺ θὰ ἀποκτήσῃς·

Γεν. 49,26

εὐλογίας πατρός σου καὶ μητρός σου· ὑπερίσχυσεν ὑπὲρ εὐλογίας ὀρέων μονίμων καὶ ἐπ’ εὐλογίαις θινῶν ἀενάων· ἔσονται ἐπὶ κεφαλὴν Ἰωσὴφ καὶ ἐπὶ κορυφῆς ὧν ἡγήσατο ἀδελφῶν.

Κολιτσάρα

Θὰ λάβῃς τὰς εὐλογίας τοῦ πατρός σου καὶ τῆς μητρός σου καὶ θὰ εἶναι αὐταὶ ἀνώτεραι ἀπὸ τὴν μεγαλοπρέπειαν καὶ τὴν μακροβιότητα τῶν ὀρέων καὶ πολυαριθμότεροι ἀπὸ τὰς ἀμμώδεις αἰωνίας ἐκτάσεις. Αἱ εὐλογίαι αὐταὶ θὰ ἔλθουν εἰς τὴν κεφαλὴν τοῦ Ἰωσήφ, ἐκείνου ὁ ὁποῖος ἀνεδείχθη ἄρχων καὶ προστάτης τῶν ἀδελφῶν του.

Τρεμπέλα

τὶς πλούσιες αὐτὲς εὐλογίες θὰ τὶς λάβῃς χάριν τῶν προγόνων σου. Οἱ εὐλογίες δὲ αὐτὲς θὰ εἶναι ἀνώτερες καὶ δυνατώτερες ἀπὸ τὴν μεγαλοπρέπειαν καὶ αἰωνιότητα τῶν ἀσαλεύτων βουνῶν καὶ τῶν αἰωνίων λόφων. Οἱ εὐλογίες τῆς ἀφθονίας, τῆς δόξῃς, τῆς μεγαλοπρεπείας καὶ τῆς δυνάμεως θὰ ἔλθουν εἰς τὴν φυλὴν τοῦ Ἰωσήφ, ἐξ αἰτίας καὶ πρὸς χάριν τοῦ Ἰωσήφ· θὰ εἶναι ὡς στέμμα δόξης, ὡς κράνος προστατευτικὸν ἐπάνω εἰς τὴν κεφαλὴν ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ἀνεδείχθη πατέρας καὶ προστάτης τῶν ἀδελφῶν του εἰς τὴν Αἴγυπτον.

Γεν. 49,27

Βενιαμὶν λύκος ἅρπαξ· τὸ πρωϊνὸν ἔδεται ἔτι καὶ εἰς τὸ ἑσπέρας δίδωσι τροφήν.

Κολιτσάρα

Ὁ Βενιαμὶν θὰ εἶναι λύκος ἁρπακτικός. Τὴν πρωΐαν θὰ τρώγῃ ἀκόμη ἀπὸ τὸ κυνήγι τῆς προηγουμένης ἡμέρας καὶ τὴν ἑσπέραν τῆς ἄλλης ἡμέρας θὰ ἔχῃ τόσα νέα θηράματα, ὥστε νὰ δίδῃ καὶ εἰς ἄλλους τροφήν».

Τρεμπέλα

Ὁ Βενιαμὶν θὰ εἶναι ἁρπακτικὸς λύκος. Τὰ θηράματα, ποὺ θὰ μαζεύῃ τὴν νύκτα, θὰ εἶναι τόσον πολλά, ὥστε τὸ πρωῒ θὰ συνεχίζῃ νὰ τὰ καταβροχθίζει μὲ λαιμαργίαν καὶ τὸ βράδυ θὰ ἔχῃ ἀκόμη τόσον κυνήγι, ὥστε νὰ μοιράζῃ καὶ εἰς ἄλλους».

Γεν. 49,28

Πάντες οὗτοι υἱοὶ Ἰακὼβ δώδεκα, καὶ ταῦτα ἐλάλησεν αὐτοῖς ὁ πατὴρ αὐτῶν καὶ εὐλόγησεν αὐτούς, ἕκαστον κατὰ τὴν εὐλογίαν αὐτοῦ εὐλόγησεν αὐτούς.

Κολιτσάρα

Ὅλοι αὐτοὶ οἱ υἱοὶ τοῦ Ἰακὼβ ἦσαν δώδεκα, καὶ αὐτὰ εἶπεν εἰς αὐτοὺς ὁ πατήρ των. Εὐλόγησεν αὐτούς. Ἔδωκεν εἰς τὸν καθένα ἀπὸ αὐτοὺς ἰδιαιτέραν εὐλογίαν καὶ προφητείαν.

Τρεμπέλα

Ὅλοι αὐτοὶ οἱ υἱοὶ τοῦ Ἰακὼβ εἶναι δώδεκα· εἶναι οἱ δώδεκα φυλές, ποὺ θὰ προέλθουν ἀπὸ αὐτούς. Καὶ αὐτὰ εἶναι τὰ ὅσα εἶπεν εἰς τὸν καθένα ὁ πατέρας των. Τοὺς εὐλόγησε καὶ τοὺς εὐχήθηκε. Εἰς τὸν καθένα ἔδωκε τὴν κατάλληλον εὐλογίαν, ἀναλόγως τῆς ἀξίας, τῆς ἀρετῆς καὶ τοῦ χαρακτῆρος καθενός. Εἶπε δὲ προφητικῶς εἰς τὸν καθένα ὅσα πρόκειται νὰ συμβοῦν εἰς κάθε φυλήν.

Γεν. 49,29

καὶ εἶπεν αὐτοῖς· ἐγὼ προστίθεμαι πρὸς τὸν ἐμὸν λαόν· θάψετέ με μετὰ τῶν πατέρων μου ἐν τῷ σπηλαίῳ, ὅ ἐστιν ἐν τῷ ἀγρῷ Ἐφρὼν τοῦ Χετταίου,

Κολιτσάρα

Ἔπειτα δὲ ἀπὸ τὰς εὐλογίας τοὺς εἶπεν· «ἐγὼ ὕστέρα ἀπὸ ὀλίγον ἀποθνήσκω καὶ προστίθεμαι εἰς τὸν λαόν μου, ὁ ὁποῖος ἔχει ἐκδημήσει ἐνωρίτερον. Θέλω νὰ μὲ θάψετε μαζῆ μὲ τοὺς πατέρας μου ἐντὸς τοῦ σπηλαίου, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει εἰς τὸν ἀγρὸν τοῦ Ἐφρὼν τοῦ Χετταίου.

Τρεμπέλα

Ὁ Ἰακώβ, ἀφοῦ ἐτελείωσε τὶς εὐλογίες καὶ τὶς προφητεῖες, ποὺ τοῦ ἀπεκάλυψε τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, παρήγγειλε πρὸς τὰ παιδιά του: «Ἐγὼ ἀποθνήσκω καὶ πηγαίνω νὰ προστεθῶ εἰς τοὺς εὐλαβεῖς προγόνους μου, ποὺ ἀπέθαναν πρὶν ἀπὸ ἑμέ. Θάψετέ με μαζὶ μὲ τοὺς πατέρας μου εἰς τὸ σπήλαιον, τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται εἰς τὸ χωράφι τοῦ Ἐφρὼν τοῦ Χετταίου·

Γεν. 49,30

ἐν τῷ σπηλαίῳ τῷ διπλῷ, τῷ ἀπέναντι Μαμβρῆ, ἐν γῇ Χαναάν, ὃ ἐκτήσατο Ἁβραὰμ τὸ σπήλαιον παρὰ Ἐφρὼν τοῦ Χετταίου ἐν κτήσει μνημείου·

Κολιτσάρα

Θάψετέ με εἰς τὸ διπλοῦν σπήλαιον, ποὺ εὑρίσκεται εἰς τὴν Χαναὰν ἀπέναντι ἀπὸ τὴν Δρῦν Μαμβρῆ καὶ τὸ ὁποῖον σπήλαιον ἠγόρασεν ὁ Ἁβραὰμ ἀπὸ τὸν Ἐφρὼν τὸν Χετταῖον, διὰ νὰ τὰ χρησιμοποιήσῃ ὡς ἰδιόκτητον μνημεῖον.

Τρεμπέλα

εἰς τὸ σπήλαιον τὸ διπλόν, ποὺ εἶναι ἀπέναντι ἀπὸ τὴν βελανιδιὰν τοῦ Μαμβρῆ, εἰς τὴν χώραν τῆς Χαναάν· εἰς τὸ σπήλαιον, τὸ ὁποῖον ἀγόρασε ὁ Ἀβραὰμ ἀπὸ τὸν Ἐφρὼν τὸν Χετταῖον, διὰ νὰ τὸ κατέχῃ ὡς ἰδικόν του καὶ τὸ χρησιμοποίησῃ ὡς τόπον ταφῆς.

Γεν. 49,31

ἐκεῖ ἔθαψαν Ἁβραὰμ καὶ Σάρραν τὴν γυναῖκα αὐτοῦ, ἐκεῖ ἔθαψαν Ἰσαὰκ καὶ Ῥεβέκκαν τὴν γυναῖκα αὐτοῦ, ἐκεῖ ἔθαψα Λείαν

Κολιτσάρα

Ἐκεῖ ἔθαψαν τὸν Ἁβραὰμ καὶ τὴν σύζυγον αὐτοῦ τὴν Σάρραν. Ἐκεῖ ἔθαψαν τὸν Ἰσαάκ καὶ τὴν σύζυγόν του τὴν Ρεβέκκαν, ἐκεῖ ἔθαψα ἐγὼ τὴν Λείαν,

Τρεμπέλα

Εἰς τὸ ἴδιον σπήλαιον ἔθαψαν τὸν Ἀβραὰμ καὶ τὴν γυναῖκα του, τὴν Σάρραν· ἐκεῖ ἔθαψαν τὸν Ἰσαὰκ καὶ τὴν γυναῖκα του, τὴν Ρεβέκκαν· ἐκεῖ ἔθαψα καὶ ἐγὼ τὴν γυναῖκα μου, τὴν Λείαν,

Γεν. 49,32

ἐν κτήσει τοῦ ἀγροῦ καὶ τοῦ σπηλαίου τοῦ ὄντος ἐν αὐτῷ παρὰ τῶν υἱῶν Χέτ.

Κολιτσάρα

ἀφοῦ μᾶς ἀνήκει ὁ ἀγρὸς αὐτὸς καὶ τὸ σπήλαιον ποὺ ὑπάρχει εἰς αὐτόν, διότι ἠγοράσθησαν ἀπὸ τοὺς Χετταίους».

Τρεμπέλα

εἰς τὸ χωράφι καὶ τὸ σπήλαιον, ποὺ εἶναι εἰς αὐτό, τὰ ὁποῖα εἶχαν ἀγορασθῇ ἀπὸ τοὺς υἱοὺς τοῦ Χέτ, τοὺς Χετταίους».

Γεν. 49,33

καὶ κατέπαυσεν Ἰακὼβ ἐπιτάσσων τοῖς υἱοῖς αὐτοῦ καὶ ἐξάρας τοὺς πόδας αὐτοῦ ἐπὶ τὴν κλίνην ἐξέλιπε καὶ προσετέθη πρὸς τὸν λαὸν αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

Ἔπαυσε τότε ὁ Ἰακὼβ νὰ δίδῃ ἐντολὰς εἰς τὰ παιδιά του, ἄπλωσε τὰ πόδια του ἐπάνω εἰς τὸ κρεββάτι του, ἀπέθανεν εἰρηνικὰ καὶ ἤρεμα καὶ προσετέθη εἰς τὸν λαόν του, ὁ ὁποῖος ἐνωρίτερα ἀπὸ αὐτὸν εἶχεν ἀπέλθει ἀπὸ τὸν κόσμον τοῦτον.

Τρεμπέλα

Ὁ Ἰακώβ, ἀφοῦ εἶπεν αὐτά, ἐσταμάτησε πλέον νὰ δίδῃ ἐντολὲς εἰς τὰ παιδιά του. Καὶ ὅταν ἐτελείωσε τὶς παραγγελίες του, ἐπειδὴ ἕως τότε ἦταν ἀνασηκωμένος, ἔλαβε τὴν στάσιν ἐκείνων ποὺ ἀποθνήσκουν. Ὡσὰν νὰ ἐδέχετο κάτι μὲ μεγάλην εὐχαρίστησιν καὶ βαθειὰν ἠρεμίαν, ἑξάπλωσε καὶ ἔνωσε τὰ πόδια του εἰς τὸ κρεββάτι, ἀφῆκε τὴν τελευταίαν του ἀναπνοήν, ἐκοιμήθη εἰρηνικὰ καὶ προσετέθη εἰς τοὺς εὐλαβεῖς προγόνους του, οἱ ὁποῖοι ἀπέθαναν πρὶν ἀπὸ αὐτόν.

Κεφάλαιο 50

Γεν. 50,1

Καὶ ἐπιπεσὼν Ἰωσὴφ ἐπὶ πρόσωπον τοῦ πατρὸς αὐτοῦ, ἔκλαυσεν αὐτὸν καὶ ἐφίλησεν αὐτόν.

Κολιτσάρα

Ὁ Ἰωσὴφ ἐρρίφθη εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ πατρός του, ἔκλαυσε δι’ αὐτὸν καὶ τὸν ἐφίλησε.

Τρεμπέλα

Ὁ Ἰωσήφ, ἀμέσως μόλις ἀπέθανεν ὁ Ἰακώβ, ἔπεσεν ἐπάνω εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ πατέρα του καὶ ἔκλαυσε δι’ αὐτὸν καὶ τὸν κατεφίλησε μὲ πόθον,

Γεν. 50,2

καὶ προσέταξεν Ἰωσὴφ τοῖς παισὶν αὐτοῦ τοῖς ἐνταφιασταῖς ἐνταφιάσαι τὸν πατέρα αὐτοῦ, καὶ ἐνεταφίασαν οἱ ἐνταφιασταὶ τὸν Ἰσραήλ.

Κολιτσάρα

Διέταξε δὲ τοὺς δούλους του, τοὺς Αἰγυπτίους ταριχευτάς, νὰ τὸν ταριχεύσουν. Ἐκεῖνοι δέ, εἰδικοὶ εἰς τὸ ἔργον των, ἐταρίχευσαν τὸν Ἰακώβ.

Τρεμπέλα

Ἀμέσως ἔδωκεν ἐντολὴν εἰς τοὺς εἰδικοὺς ταριχευτές, ποὺ ἦσαν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν του, νὰ βαλσαμώσουν τὸ σῶμα τοῦ πατέρα του. Καὶ ἐκεῖνοι, σύμφωνά με τὴν ἐντολὴν ποὺ ἔλαβαν, ἐβαλσάμωσαν τὸ σῶμα τοῦ Ἰσραήλ.

Γεν. 50,3

καὶ ἐπλήρωσαν αὐτοῦ τεσσαράκοντα ἡμέρας· οὕτω γὰρ καταριθμοῦνται αἱ ἡμέραι τῆς ταφῆς. καὶ ἐπένθησεν αὐτὸν Αἴγυπτος ἑβδομήκοντα ἡμέρας.

Κολιτσάρα

Συνεπληρώθησαν αἱ τεσσαράκοντα ἡμέραι, ὅσαι ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν ὁλοκλήρωσιν τῆς ταριχεύσεως. Ἐπένθησε τὸν Ἰακὼβ ἡ Αἴγυπτος ἐπὶ ἑβδομήκοντα ἡμέρας.

Τρεμπέλα

Καὶ συνεπληρώθησαν διὰ τὴν ταρίχευσή του σαράντα ἡμέρες, διότι τόσες εἶναι οἱ κανονικὲς ἡμέρες ποὺ ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν ταρίχευσιν τοῦ νεκροῦ· καὶ οἱ Αἰγύπτιοι ἐπένθησαν τὸν Ἰακὼβ μὲ βαρὺ πένθος ἐπὶ ἐβδομῆντα ἡμέρες.

Γεν. 50,4

Ἐπεὶ δὲ παρῆλθον αἱ ἡμέραι τοῦ πένθους, ἐλάλησεν Ἰωσὴφ πρὸς τοὺς δυνάστας Φαραὼ λέγων· εἰ εὗρον χάριν ἐναντίον ὑμῶν, λαλήσατε περὶ ἐμοῦ εἰς τὰ ὦτα Φαραὼ λέγοντες·

Κολιτσάρα

Ὅταν δὲ παρῆλθον αἱ ἡμέραι αὐταὶ τοῦ πένθους, ὁ Ἰωσήφ, ἐπειδὴ λόγῳ τῆς πενθίμου ἐμφανίσεως του καὶ τῆς ἕνεκα τοῦ πένθους ἀφεθείσης γενειάδας του, δὲν ἠδύνατο αὐτοπροσώπως νὰ παρουσιασθῇ εἰς τὸν Φαραώ, εἶπε πρὸς τοὺς αὐλικοὺς νὰ μεσολαβήσουν πρὸς ἐκεῖνον λέγων· «ἐὰν εὑρῆκα χάριν ἐνώπιόν σας, ὁμιλήσατε δι’ ἐμὲ εἰς τὸν Φαραὼ καὶ εἴπατε,

Τρεμπέλα

Ὅταν δὲ ἐτελείωσὰν οἱ ἡμέρες τοῦ πένθους καὶ ἔγιναν ὅλα τὰ καθιερωμένα, ὁ Ἰωσήφ, ἐπειδὴ ἀκόμη ἐπενθοῦσε τὸν πατέρα του, εἶπεν εἰς τοὺς ἀξιωματούχους τοῦ Φαραώ: «Ἐὰν εὑρῆκα χάριν ἐνώπιόν σας, ὁμιλῆστε δι’ ἐμὲ εἰς τὸν Φαραὼ καὶ εἴπετέ του·

Γεν. 50,5

ὁ πατήρ μου ὥρκισέ με λέγων· ἐν τῷ μνημείῳ ᾧ ὤρυξα ἐμαυτῷ ἐν γῇ Χαναάν, ἐκεῖ με θάψεις· νῦν οὖν ἀναβὰς θάψω τὸν πατέρα μου καὶ ἐπανελεύσομαι.

Κολιτσάρα

ὅτι ὁ πατήρ μου μὲ ὥρκισε λέγων· Θέλω νὰ μὲ θάψῃς εἰς τὸ μνημεῖον, τὸ ὁποῖον ἐγὼ διὰ τὸν ἑαυτόν μου ἤνοιξα εἰς τὴν χώραν Χαναάν. Τώρα λοιπὸν πρέπει νὰ μεταβῶ εἰς τὴν Χαναάν, νὰ θάψω τὸν πατέρα μου καὶ πάλιν θὰ ἐπιστρέψω».

Τρεμπέλα

«ὁ πατέρας μου μὲ ὥρκισε πρὶν ἀποθάνῃ καὶ μοῦ εἶπεν· εἰς τὸν τάφον, ποὺ ἄνοιξα διὰ τὸν ἑαυτόν μου εἰς τὴν χώραν τῆς Χαναάν, ἐκεῖ θέλω νὰ μὲ θάψῃς». Τώρα λοιπὸν δῶσε μου τὴν ἄδειαν νὰ ἀνεβῶ ἐκεῖ, διὰ νὰ θάψω τὸν πατέρα μου καὶ κατόπιν νὰ ἐπιστρέψω πάλιν εἰς τὴν Αἴγυπτον».

Γεν. 50,6

καὶ εἶπε Φαραὼ τῷ Ἰωσήφ· ἀνάβηθι, θάψον τὸν πατέρα σου, καθάπερ ὥρκισέ σε.

Κολιτσάρα

Ὁ Φαραὼ παρήγγειλες εἰς τὸν Ἰωσήφ· «πήγαινε θάψε τὸν πατέρα σου, ὅπως ἐκεῖνος σὲ ὥρκισεν».

Τρεμπέλα

Ὅταν ὁ Φαραὼ ἄκουσε τὸ αἴτημα τοῦ Ἰωσήφ, τοῦ παρήγγειλεν: «Ἀνέβα ἐλεύθερα εἰς τὴν Χαναὰν καὶ θάψε τὸν πατέρα σου, ὅπως σὲ ὥρκισε καὶ ὅπως τοῦ ὑπεσχέθης ὅτι θὰ κάμῃς».

Γεν. 50,7

καὶ ἀνέβη Ἰωσὴφ θάψαι τὸν πατέρα αὐτοῦ, καὶ συνανέβησαν μετ’ αὐτοῦ πάντες οἱ παῖδες Φαραὼ καὶ οἱ πρεσβύτεροι τοῦ οἴκου αὐτοῦ καὶ πάντες οἱ πρεσβύτεροι τῆς γῆς Αἰγύπτου.

Κολιτσάρα

Ὁ Ἰωσὴφ ἀνεχώρησε, διὰ νὰ θάψῃ τὸν πατέρα του. Μαζῆ δὲ μὲ αὐτὸν ἐπῆγαν ὅλοι οἱ δοῦλοι τοῦ Φαραώ, οἱ γεροντότεροι τοῦ οἴκου του, ὅλοι οἱ πρεσβύτεροι, ὅλοι δηλαδὴ ὅσοι κατεῖχον ἀξιώματα εἰς τὴν χώραν τῆς Αἰγύπτου.

Τρεμπέλα

Ἔτσι ὁ Ἰωσὴφ ἀνέβη εἰς τὴν Χαναάν, διὰ νὰ θάψῃ τὸν πατέρα του. Μαζί του ἀνέβησαν καὶ ὅλοι οἱ ὑπηρέται τοῦ Φαραὼ καὶ οἱ αὐλικοὶ καὶ οἱ μεγιστᾶνες καὶ ὅλοι οἱ ἄρχοντες τῆς Αἰγύπτου.

Γεν. 50,8

καὶ πᾶσα ἡ πανοικία Ἰωσὴφ καὶ οἱ ἀδελφοὶ αὐτοῦ καὶ πᾶσα ἡ οἰκία ἡ πατρικὴ αὐτοῦ, καὶ τὴν συγγένειαν αὐτοῦ καὶ τὰ πρόβατα καὶ τοὺς βόας ὑπελίποντο ἐν γῇ Γεσέμ.

Κολιτσάρα

Καὶ ὅλη ἡ οἰκογένεια τοῦ Ἰωσήφ, οἱ ἀδελφοί του καὶ ὅλα τὰ μέλη τοῦ πατρικοῦ οἴκου καὶ ὅλοι οἱ συγγενεῖς. Εἰς τὴν Γεσὲμ ἔμειναν μόνον τὰ πρόβατα καὶ τὰ βόδια καὶ οἱ φυλάσσοντες αὐτά.

Τρεμπέλα

Καθὼς ἐπίσης καὶ ὅλα τὰ μέλη τῆς οἰκογενείας καὶ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ἰωσὴφ καὶ οἱ ἀδελφοί του καὶ ὅλα τὰ μέλη τῆς οἰκογενείας τοῦ πατέρα του. Μόνον τὰ πρόβατα καὶ τὰ βόδια ἔμειναν πίσω εἰς τὴν περιοχὴν τῆς Γεσέμ.

Γεν. 50,9

καὶ συνανέβησαν μετ’ αὐτοῦ καὶ ἅρματα καὶ ἱππεῖς, καὶ ἐγένετο ἡ παρεμβολὴ μεγάλη σφόδρα.

Κολιτσάρα

Μαζῆ μὲ αὐτὸν ἀνεχώρησαν καὶ ἅρματα καὶ ἱππεῖς, ὥστε ἡ συνοδεία ἔγινε πολὺ μεγάλη.

Τρεμπέλα

Ἀκόμη ἀνέβησαν μαζὶ μὲ τὸν Ἰωσὴφ καὶ ἅρματα καὶ ἱππεῖς ὡς τιμητικὴ ἀκολουθία καὶ δι’ ἀσφάλειαν. Ἔτσι ἐσχηματίσθη πολυπληθὴς καὶ μεγαλοπρεπὴς συνοδεία· μία ἐπιβλητικὴ πομπή, σωστὸν στρατόπεδον.

Γεν. 50,10

καὶ παρεγένοντο εἰς ἅλωνα Ἀτάδ, ὅ ἐστι πέραν τοῦ Ἰορδάνου, καὶ ἐκόψαντο αὐτὸν κοπετὸν μέγαν καὶ ἰσχυρὸν σφόδρα· καὶ ἐποίησε τὸ πένθος τῷ πατρὶ αὐτοῦ ἑπτὰ ἡμέρας.

Κολιτσάρα

Ἔφθασαν εἰς τὸ ἁλῶνι τοῦ Ἀτάδ, τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται ἀνατολικῶς τοῦ Ἰορδάνου. Ἐκεῖ ὅλοι οἱ συνοδεύοντες τὸν νεκρὸν τὸν ἐθρήνησαν πολύ, μὲ θρῆνον μεγάλον καὶ ἰσχυρόν. Ἔκαμε δὲ ἐκεῖ ὁ Ἰωσὴφ καὶ οἱ περὶ αὐτὸν πένθος ἑπτὰ ἡμερῶν διὰ τὸν πατέρα του.

Τρεμπέλα

Ὅταν ἡ ἐπικήδειος πομπὴ ἔφθασεν εἰς τὸ ἁλῶνι Ἀτάδ, ποὺ εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀνατολικὴν ὅχθην τοῦ Ἰορδάνη, ἔκλαυσαν τὸν Ἰακὼβ μὲ μεγάλον καὶ ἰσχυρὸν θρῆνον. Καὶ ὁ Ἰωσὴφ ἐπένθησεν ἐκεῖ τὸν πατέρα του ἐπὶ ἑπτὰ ἡμέρες.

Γεν. 50,11

καὶ εἶδον οἱ κάτοικοι τῆς γῆς Χαναὰν τὸ πένθος ἐπὶ ἅλωνι Ἀτὰδ καὶ εἶπαν· πένθος μέγα τοῦτό ἐστι τοῖς Αἰγυπτίοις· διὰ τοῦτο ἐκάλεσε τὸ ὄνομα αὐτοῦ Πένθος Αἰγύπτου, ὅ ἐστι πέραν τοῦ Ἰορδάνου.

Κολιτσάρα

Οἱ κάτοικοι τῆς γῆς Χαναὰν εἶδον τὸ πένθος τοῦτο εἰς τὸ ἁλώνι τοῦ Ἀτὰδ καὶ εἶπαν· «μεγάλο εἶναι τοῦτο τὸ πένθος εἰς τοὺς Αἰγυπτίους». Διὰ τοῦτο ὠνόμασαν «Πένθος Αἰγύπτου» τὸν τόπον αὐτόν, ποὺ εὑρίσκεται ἀνατολικῶς τοῦ Ἰορδάνου.

Τρεμπέλα

Καὶ εἶδαν οἱ κάτοικοι τῆς Χαναὰν τὸ μεγάλο καὶ βαρὺ πένθος ὅλου ἐκείνου τοῦ πλήθους εἰς τὸ ἁλῶνι Ἀτὰδ καὶ εἶπαν: «Αὐτὸ εἶναι πένθος μεγάλο τῶν Αἰγυπτίων». Διὰ τοῦτο ὠνομάσθη ὁ τόπος ἐκεῖνος «Πένθος Αἰγύπτου». Ὁ τόπος αὐτὸς εἶναι εἰς τὴν ἀνατολικὴν ὄχθην τοῦ Ἰορδάνου.

Γεν. 50,12

καὶ ἐποίησαν αὐτῷ οὕτως οἱ υἱοὶ αὐτοῦ

Κολιτσάρα

Ἀφοῦ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἐπένθησαν τὸν πατέρα των τὸν Ἰακὼβ οἱ υἱοὶ αὐτοῦ,

Τρεμπέλα

Καὶ τὰ παιδιὰ τοῦ Ἰακὼβ ἔτσι ἔκαμαν διὰ τὸν νεκρὸν πατέρα των.

Γεν. 50,13

καὶ ἀνέλαβον αὐτὸν οἱ υἱοὶ αὐτοῦ εἰς γῆν Χαναὰν καὶ ἔθαψαν αὐτὸν εἰς τὸ σπήλαιον τὸ διπλοῦν, ὃ ἐκτήσατο Ἁβραὰμ τὸ σπήλαιον ἐν κτήσει μνημείου παρὰ Ἐφρὼν τοῦ Χετταίου, κατέναντι Μαμβρῆ.

Κολιτσάρα

τὸν ἐπῆραν ἔπειτα αὐτοὶ μόνοι χωρὶς τὴν συνοδείαν τῶν Αἰγυπτίων, τὸν μετέφεραν ἀπὸ τὸ ἁλώνι τοῦ Ἀτάδ, εἰς τὴν Χαναάν, καὶ τὸν ἔθαψαν εἰς τὸ διπλοῦν σπήλαιον, τὸ ἀπέναντι τῆς Δρυὸς Μαμβρῆ, τὸ ὁποῖον ὁ Ἁβραὰμ εἶχεν ἀγοράσει ὡς ἰδιόκτητον μνημεῖον του ἀπὸ τὸν Ἐφρὼν τὸν Χετταῖον.

Τρεμπέλα

Καὶ μόνα των, χωρὶς τοὺς Αἰγυπτίους, ἐπῆραν ἀπὸ τὸ ἁλῶνι Ἀτὰδ καὶ μετέφεραν τὸν νεκρὸν εἰς τὴν χώραν τῆς Χαναὰν καὶ ἔθαψαν τὴν σορὸν εἰς τὸ διπλὸν σπήλαιον εἰς τὸ σπήλαιον, ποὺ ἀγόρασεν ὁ Ἀβραὰμ διὰ νὰ τὸ κατέχῃ ὡς ἰδικόν του μνημεῖον ἀπὸ τὸν Ἐφρὼν τὸν Χετταῖον καὶ τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται ἀπέναντι ἀπὸ τὴν βελανιδιὰν τοῦ Μαμβρῆ.

Γεν. 50,14

καὶ ὑπέστρεψεν Ἰωσὴφ εἰς Αἴγυπτον, αὐτὸς καὶ οἱ ἀδελφοὶ αὐτοῦ καὶ οἱ συναναβάντες θάψαι τὸν πατέρα αὐτοῦ.

Κολιτσάρα

Μετὰ δὲ τὸν ἐνταφιασμὸν ἐπέστρεψεν εἰς τὴν Αἴγυπτον ὁ Ἰωσήφ, οἱ ἀδελφοί του καὶ ὅλοι ὅσοι εἶχον ἔλθει μαζῆ του, διὰ νὰ θάψουν τὸν πατέρα του.

Τρεμπέλα

Καὶ μετὰ τὸν ἐνταφιασμὸν τοῦ πατέρα του ὁ Ἰωσὴφ ἐπέστρεψεν εἰς τὴν Αἴγυπτον· ἐπέστρεψεν αὐτὸς καὶ οἱ ἀδελφοί του καὶ ὅλοι οἱ Αἰγύπτιοι, ποὺ εἶχαν ἀνέβη μαζί του εἰς τὴν Χαναὰν διὰ νὰ θάψουν τὸν πατέρα του.

Γεν. 50,15

Ἰδόντες δὲ οἱ ἀδελφοὶ Ἰωσὴφ ὅτι τέθνηκεν ὁ πατὴρ αὐτῶν, εἶπαν· μή ποτε μνησικακήσῃ ἡμῖν Ἰωσὴφ καὶ ἀνταπόδομα ἀνταποδῶ ἡμῖν πάντα τὰ κακά, ἃ ἐνεδειξάμεθα εἰς αὐτόν.

Κολιτσάρα

Ὅταν οἱ ἀδελφοὶ τοῦ Ἰωσὴφ εἶδον ὅτι ἀπέθανε καὶ δὲν ὑπάρχει μεταξύ των ὁ πατέρας των, ἐφοβήθησαν καὶ διηρωτήθησαν· «Μήπως μνησικακήσῃ ἐναντίον μας ὁ Ἰωσὴφ καὶ μᾶς ἀνταποδώσῃ ὅλα ἐκεῖνα τὰ κακά, τὰ ὁποῖα ἡμεῖς ἐπράξαμεν ἐναντίον του;»

Τρεμπέλα

Ὅταν οἱ ἀδελφοὶ τοῦ Ἰωσὴφ εἶδαν, ὅτι ἀπέθανεν ὁ πατέρας των καὶ ἔμειναν πλέον μόνοι, ἐπειδὴ ἐτάρασσε τὴν ψυχήν των ὁ φόβος καὶ τοὺς ἤλεγχεν ἡ συνείδησις, εἶπαν μεταξύ των: «Μήπως ὁ Ἰωσὴφ μνησικακήσῃ τώρα ἐναντίον μας καὶ μᾶς ἀνταποδώσῃ διὰ τὰ κακά, τὰ ὁποῖα τοῦ ἐκάμαμεν;»

Γεν. 50,16

καὶ παραγενόμενοι πρὸς Ἰωσὴφ εἶπαν· ὁ πατήρ σου ὥρκισε πρὸ τοῦ τελευτῆσαι αὐτὸν λέγων·

Κολιτσάρα

Καὶ μὲ τὸν φόβον αὐτὸν προσῆλθον ὅλοι πρὸς τὸν Ἰωσὴφ καὶ τοῦ εἶπαν· «ὁ πατήρ σου πρὶν ἀποθάνῃ, μᾶς ὥρκισε καὶ μᾶς εἶπε·

Τρεμπέλα

Ἐπειδὴ λοιπὸν ἐφοβοῦντο μήπως ὁ Ἰωσὴφ τοὺς ἐκδικηθῇ δι’ ὅσα τοῦ ἔκαμαν, ἦλθαν πρὸς αὐτὸν καὶ τοῦ εἶπαν ταπεινωμένοι: «Ὁ πατέρας σου, ποὺ σὲ ἀγαποῦσε περισσότερον ἀπὸ ἐμᾶς, πρὶν ἀποθάνῃ ἐζήτησε μὲ ὅρκον καὶ μᾶς ἐπέβαλε νὰ ἔλθωμεν καὶ νὰ σοῦ εἴπωμεν:

Γεν. 50,17

οὕτως εἴπατε Ἰωσήφ· ἄφες αὐτοῖς τὴν ἀδικίαν καὶ τὴν ἁμαρτίαν αὐτῶν, ὅτι πονηρά σοι ἐνεδείξαντο· καὶ νῦν δέξαι τὴν ἀδικίαν τῶν θεραπόντων τοῦ Θεοῦ τοῦ πατρός σου. καὶ ἔκλαυσεν Ἰωσὴφ λαλούντων αὐτῶν πρὸς αὐτόν.

Κολιτσάρα

Αὐτὰ νὰ πῆτε εἰς τὸν Ἰωσήφ· Συγχώρησε εἰς τοὺς ἀδελφούς σου τὴν ἀδικίαν καὶ τὴν ἁμαρτίαν των, διότι πράγματι σοῦ ἔκαμαν μεγάλα κακά. Τώρα, λοιπόν, δέξου τὴν μετάνοιάν των καὶ συγχώρησε τὴν ἀδικίαν τῶν δούλων τούτων τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ πατρός σου». Συνεκινήθη βαθύτατα ὁ Ἰωσὴφ καὶ ἔκλαυσεν, ἐνῶ ἐκεῖνοι τοῦ ὠμιλοῦσαν ἀκόμη.

Τρεμπέλα

«Νὰ πῆτε εἰς τὸν Ἰωσὴφ τὰ λόγια αὐτά· συγχώρησέ τους τὴν ἀδικίαν καὶ τὴν ἁμαρτίαν, ποὺ σοῦ ἔκαμαν, διότι πράγματι σοῦ ἐπροξένησαν πολὺ κακόν, μεγάλα βάσανα. Τώρα ὅμως συγχώρησε τὸ κακὸν καὶ τὴν ἀδικίαν τῶν δούλων αὐτῶν τοῦ Θεοῦ, τὸν ὁποῖον ἐλάτρευεν ὁ πατέρας σου». Καὶ ὁ πανάρετος Ἰωσὴφ ἐσυγκινήθη βαθύτατα ἀπὸ τὴν παράκλησιν τῶν ἀδελφῶν του καὶ ἔκλαυσε πολύ, ἐνῷ ἄκουε τὰ ὅσα τοῦ ἔλεγαν.

Γεν. 50,18

καὶ ἐλθόντες πρὸς αὐτὸν εἶπαν· οἵδε ἡμεῖς σοὶ ἱκέται.

Κολιτσάρα

Αὐτοὶ ἐπλησίασαν περισσότερον τὸν ἀδελφόν των καὶ συντετριμμένοι τοῦ εἶπαν· «ἰδού, ἡμεῖς εἴμεθα καὶ θὰ μείνωμεν δοῦλοι σου».

Τρεμπέλα

Τότε οἱ ἀδελφοί του, ἀφοῦ ἐπλησίασαν κοντά του, τοῦ εἶπαν: «Κύτταξε, εἴμεθα ὑπηρέται καὶ δοῦλοι σου».

Γεν. 50,19

καὶ εἶπεν αὐτοῖς Ἰωσήφ· μὴ φοβεῖσθε, τοῦ γὰρ Θεοῦ εἰμι ἐγώ.

Κολιτσάρα

Ἀπήντησε πρὸς αὐτοὺς ὁ ἰωσήφ· «μὴ φοβεῖσθε! Τοῦ Θεοῦ ἄνθρωπος εἶμαι ἐγώ, ἀγαθὸς καὶ ἀμνησίκακος.

Τρεμπέλα

Ἀλλὰ ὁ ἀνεξίκακος καὶ ἀγαθώτατος Ἰωσὴφ ἐπροσπάθησε νὰ τοὺς παρηγορήσῃ καὶ νὰ τοὺς καθησυχάσῃ καὶ τοὺς εἶπε: «Μὴ φοβεῖσθε καὶ μὴ ἀγωνιᾶτε, διότι ἐγὼ εἶμαι ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸν σέβομαι καὶ φοβοῦμαι. Αὐτὸν μιμοῦμαι καὶ προσπαθῶ νὰ εὐεργετῶ ὅσους μὲ ἀδικοῦν.

Γεν. 50,20

ὑμεῖς ἐβουλεύσασθε κατ’ ἐμοῦ εἰς πονηρά, ὁ δὲ Θεὸς ἐβουλεύσατο περὶ ἐμοῦ εἰς ἀγαθά, ὅπως ἂν γενηθῇ ὡς σήμερον καὶ τραφῇ λαὸς πολύς.

Κολιτσάρα

Σεῖς ἐσκεφθήκατε καὶ ἀπεφασίσατε κακὰ ἐναντίον μου. Ὁ δὲ Θεὸς ἐσκέφθη ἀγαθὰ δι’ ἐμέ, διὰ νὰ γίνῃ αὐτὸ τὸ ὁποῖον καὶ ἔγινε μέχρι τώρα, νὰ διατραφοῦν δηλαδὴ χάρις εἰς ἐμὲ πολλοὶ λαοί».

Τρεμπέλα

Ναί· μοῦ ἐκάματε κακόν. Ἐσκεφθήκατε καὶ ἐσχεδιάσατε ἐναντίον μου μὲ κακὴν διάθεσιν πονηρά, διὰ νὰ μὲ βλάψετε καὶ νὰ μὲ καταστρέψετε. Ἀλλὰ τὸ κακὸν ἐβγῆκε εἰς καλόν. Διότι ὁ Θεὸς ἐσκέφθη πρὸς χάριν μου ἀγαθὰ καὶ μετέβαλε τὰ πονηρὰ σχέδια σας εἰς ἰδικόν μου καλὸν καὶ ἰδικόν σας καὶ ὅλου τοῦ κόσμου, ὥστε νὰ γίνῃ αὐτό, ποὺ ἔγινε σήμερα, καὶ να τραφῇ λαὸς πολὺς καὶ νὰ σωθῇ ἀπὸ τὴν πεῖναν».

Γεν. 50,21

καὶ εἶπεν αὐτοῖς· μὴ φοβεῖσθε· ἐγὼ διαθρέψω ὑμᾶς καὶ τὰς οἰκίας ὑμῶν. καὶ παρεκάλεσεν αὐτοὺς καὶ ἐλάλησεν αὐτῶν εἰς τὴν καρδίαν.

Κολιτσάρα

Καὶ ἐπανέλαβε πρὸς αὐτούς· «μὴ φοβεῖσθε! Ἐγώ, ὄχι μόνον δὲν θὰ σᾶς ἐκδικηθῶ, ἀλλὰ θὰ διαθρέψω καὶ σᾶς καὶ τὰς οἰκογενείας σας». Τοὺς παρηγόρησε, τοὺς ἐνεθάρρυνε καὶ ὡμίλησε μὲ αὐτὸν τὸν καλὸν τρόπον εἰς τὰς καρδίας των.

Τρεμπέλα

Ὁ Ἰωσὴφ τοὺς εἶπε πάλιν: «Μὴ φοβεῖσθε τίποτε· ἐγὼ θὰ φροντίσω καὶ θὰ διαθρέψω σᾶς καὶ τἰς οἰκογένειές σας». Μὲ τὶς ὑποσχέσεις αὐτὲς τοὺς καθησύχασε, τοὺς παρηγόρησε καὶ τοὺς ἐμίλησε μέσα εἰς τὴν καρδιάν των· ἔτσι τοὺς ἀφήρεσε κάθε στενοχώριαν καὶ ὑποψίαν.

Γεν. 50,22

Καὶ κατῴκησεν Ἰωσὴφ ἐν Αἰγύπτῳ, αὐτὸς καὶ οἱ ἀδελφοὶ αὐτοῦ καὶ πᾶσα ἡ πανοικία τοῦ πατρὸς αὐτοῦ. καὶ ἔζησεν Ἰωσὴφ ἔτη ἑκατὸν δέκα.

Κολιτσάρα

Καὶ μετὰ τὰ γεγονότα αὐτὰ παρέμεινεν ὁ Ἰωσὴφ εἰς τὴν Αἴγυπτον αὐτὸς καὶ οἱ ἀδελφοί του καὶ ὅλη ἡ οἰκογένεια τοῦ πατρός του. Ἔζησε δὲ ὁ Ἰωσὴφ ἑκατὸν δέκα ἔτη.

Τρεμπέλα

Καὶ ὁ Ἰωσὴφ συνέχιζε νὰ κατοικῇ εἰς τὴν Αἴγυπτον, αὐτὸς καὶ οἱ ἀδελφοί του καὶ ὅλα τὰ μέλη τῆς οἰκογενείας τοῦ πατέρα του. Ἔζησε δὲ ὁ Ἰωσὴφ ἑκατὸν δέκα χρόνια.

Γεν. 50,23

καὶ εἶδεν Ἰωσὴφ Ἐφραῒμ παιδία ἕως τρίτης γενεᾶς, καὶ οἱ υἱοὶ Μαχεὶρ τοῦ υἱοῦ Μανασσῆ ἐτέχθησαν ἐπὶ μηρῶν Ἰωσήφ.

Κολιτσάρα

Καὶ εἶδε παιδιὰ τοῦ υἱοῦ τοῦ Ἐφραὶμ μέχρι τρίτης γενεᾶς. Καὶ τὰ παιδιὰ τοῦ Μαχείρ, υἱοῦ τοῦ Μανασσῆ, ἐγεννήθησαν εἰς τὰ γόνατα τοῦ Ἰωσήφ.

Τρεμπέλα

Ὁ Ἰωσὴφ ἔζησεν ἀγαπημένος μὲ τοὺς ἀδελφούς του μὲ κάθε οἰκογενειακὴν εἰρήνην καὶ ἀπόλαυσιν καὶ εἶδε τὰ παιδιὰ τοῦ Ἐφραὶμ μέχρι τρίτης γενεᾶς. Ἐπίσης οἱ υἱοὶ τοῦ Μαχείρ, τοῦ υἱοῦ τοῦ Μανασσῆ, ἐγεννήθησαν εἰς τὰ γόνατα τοῦ Ἰωσήφ· δηλαδὴ τὰ ἐκρατοῦσε εἰς τὰ γεροντικά του γόνατα καὶ αὐτὰ ἐμεγάλωναν εἰς τὴν ἀγκάλην καὶ μὲ τὴν τρυφερὴ ἀγάπην τοῦ πάππου των.

Γεν. 50,24

καὶ εἶπεν Ἰωσὴφ τοῖς ἀδελφοῖς αὐτοῦ λέγων· ἐγὼ ἀποθνήσκω· ἐπισκοπῇ δὲ ἐπισκέψεται ὁ Θεὸς ὑμᾶς καὶ ἀνάξει ὑμᾶς ἐκ τῆς γῆς ταύτης εἰς τὴν γῆν, ἣν ὤμοσεν ὁ Θεὸς τοῖς πατράσιν ἡμῶν, Ἁβραάμ, Ἰσαὰκ καὶ Ἰακώβ.

Κολιτσάρα

Ὅταν δὲ ἐπλησίασεν ὁ καιρὸς τῆς τελευτῆς του, εἶπεν εἰς τοὺς ἀδελφούς του ὁ Ἰωσήφ· «ἐγὼ ἀποθνήσκω. Γνωρίζω ὅμως καλά, ὅτι ὁ πανάγαθος Θεὸς θὰ σᾶς ἐπισκεφθῇ ὡς προστάτης καὶ ἀπὸ τὴν γῆν αὐτὴν θὰ σᾶς ἐπαναφέρῃ εἰς τὴν χώραν, τὴν ὁποίαν δι’ ὅρκου ἔχει ὑποσχεθῆ εἰς τοὺς πατέρας μας, εἰς τὸν Ἁβραάμ, τὸν Ἰσαάκ καὶ τὸν Ἰακώβ».

Τρεμπέλα

Καὶ ὅταν ὁ Ἰωσὴφ προαισθάνθηκε τὸ τέλος του, ἐκάλεσε γύρω του τὰ ἀδέλφια του καὶ τοὺς εἶπε: «Ἐγὼ πρόκειται νὰ ἀποθάνω, ἀλλὰ δεν θὰ μείνετε ἀπροστάτευτοι. Ὁ Θεὸς θὰ σᾶς ἐπισκεφθῇ ὁπωσδήποτε, θὰ σᾶς προστατεύσει καὶ θὰ σᾶς ὁδηγήσῃ ἀσφαλῶς ἀπὸ τὴν χώραν αὐτήν, εἰς τὴν χώραν τὴν ὁποίαν ἔχει ὑποσχεθῆ μὲ ὅρκον εἰς τοὺς προπάτορές μας, τὸν Ἀβραάμ, τὸν Ἰσαὰκ καὶ τὸν Ἰακώβ».

Γεν. 50,25

καὶ ὥρκισεν Ἰωσὴφ τοὺς υἱοὺς Ἰσραὴλ λέγων· ἐν τῇ ἐπισκοπῇ, ᾗ ἐπισκέψηται ὁ Θεὸς ὑμᾶς, καὶ συνανοίσετε τὰ ὀστᾶ μου ἐντεῦθεν μεθ’ ὑμῶν.

Κολιτσάρα

Ἀμέσως δὲ μετὰ τοὺς λόγους αὐτοὺς ὥρκισεν ὁ Ἰωσὴφ τοὺς ἀδελφούς του λέγων· «ὅταν ὁ Θεὸς σᾶς ἐπισκεφθῇ καὶ σᾶς ἐπαναφέρῃ εἰς τὴν γῆν Χαναάν, θὰ πάρετε ἀπὸ ἐδῶ καὶ θὰ φέρετε μαζῆ σας ἐκεῖ τὰ ὀστᾶ μου»

Τρεμπέλα

Ὁ Ἰωσήφ, ἐπειδὴ ἐποθοῦσε ἔστω καὶ νεκρὸς νὰ εὑρεθῇ καὶ αὐτὸς εἰς τὴν Χαναάν, ὥρκισε τὰ παιδιὰ τοῦ Ἰσραήλ, τοὺς ἀδελφούς του, καὶ τοὺς εἶπε: «Ὁρκισθῆτε μου ὅτι, ὅταν ὁ Θεὸς θὰ σᾶς ἐπισκεφθῇ καὶ θὰ σᾶς ὁδηγήσῃ εἰς τὴν χώραν τῆς Χαναάν, θὰ σεβασθῆτε τὴν ἐπιθυμίαν μου καὶ δὲν θὰ παραλείψετε νὰ μεταφέρετε μαζί σας ἀπὸ τὴν χώραν αὐτὴν τῆς Αἴγυτπου καὶ τὰ ἰδικά μου ὀστᾶ».

Γεν. 50,26

καὶ ἐτελεύτησεν Ἰωσὴφ ἐτῶν ἑκατὸν δέκα· καὶ ἔθαψαν αὐτὸν καὶ ἔθηκαν ἐν τῇ σορῷ ἐν Αἰγύπτῳ.

Κολιτσάρα

Καὶ ἀπέθανεν ὁ Ἰωσὴφ εἰς ἡλικίαν ἑκατὸν δέκα ἐτῶν. Ἐταρίχευσαν αὐτὸν εἰς τὴν Αἴγυπτον καὶ τὸν ἔθεσαν εἰς τὴν λάρνακα.

Τρεμπέλα

Καὶ ἔτσι μὲ τὴν ψυχὴν ἐλευθέραν ἀπὸ κάθε προσκόλλησιν πρὸς τὴν Αἴγυπτον ἀπέθανεν ὁ Ἰωσὴφ εἰς ἡλικίαν ἑκατὸν δέκα ἐτῶν. Οἱ δὲ ἀδελφοί του ἐταρίχευσαν τὸ σῶμα του καὶ τὸ ἔβαλαν εἰς ξύλινον φέρετρον (ἢ λάρνακα ἀπὸ γρανίτην) καὶ τὸ ἐφύλαξαν εἰς τὴν Αἴγυπτον.